ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 13ης Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-91/03
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Αλιεία – Κανονισμός (ΕΚ) 2371/2002 – Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας – Πρόσβαση στη ζώνη των 12 ναυτικών μιλίων από την ακτή – Διατήρηση και εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων – Αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων»
I – Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Βασίλειο της Ισπανίας (στο εξής: προσφεύγον) ζητεί από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, να ακυρώσει το σημείο 6 του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) (2).
2. Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, για τους λόγους που θα παραθέσω κατωτέρω, η διάταξη αυτή είναι αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, καθώς και προς την Πράξη του 1985 περί Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας) (3).
II – Νομικό πλαίσιο
3. Προκειμένου να προστατεύσει τους κοινοτικούς αλιευτικούς πόρους από την υπερβολική εκμετάλλευση, η Κοινότητα έλαβε σειρά μέτρων με σκοπό τη ρύθμιση της προσβάσεως των αλιευτικών σκαφών στα κοινοτικά ύδατα.
4. Προς διευκρίνιση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται ο εν προκειμένω επίμαχος κανονισμός, επιβάλλεται να γίνει, κατ’ αρχάς, μνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2141/70 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1970, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (4), με τον οποίο καθιερώθηκε η αρχή της ελεύθερης προσβάσεως στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία των κρατών μελών (άρθρο 2).
5. Περαιτέρω, πρέπει να τονισθεί ότι, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, το άρθρο 100, παράγραφος 1, της Πράξεως του 1972 περί Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως του 1972) (5), παρέσχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιφυλάσσουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 1982, το δικαίωμα ασκήσεως της αλιείας στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους και κείνται εντός του ορίου των 6 ναυτικών μιλίων από την ακτή, μόνο στα σκάφη των οποίων η αλιευτική δραστηριότητα ασκούνταν κατά παράδοση στα ύδατα αυτά. Δυνάμει του άρθρου 103 της εν λόγω Πράξεως, στο Συμβούλιο εναπέκειτο να θεσπίσει τις αναγκαίες, ενδεχομένως, διατάξεις για την παράταση της εφαρμογής της επίμαχης παρεκκλίσεως πέραν της ως άνω ημερομηνίας.
6. Πράγματι, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (στο εξής: κανονισμός 170/83) (6), ο οποίος, με το άρθρο 6, παράγραφος 1, παρέτεινε τους προαναφερθέντες περιορισμούς όσον αφορά την πρόσβαση στα παράκτια ύδατα των κρατών μελών έως τις 31 Δεκεμβρίου 1992 και επεξέτεινε την εφαρμογή τους μέχρι το όριο των 12 ναυτικών μιλίων από την ακτή.
7. Εξάλλου, η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου προέβλεπε ότι «οι αλιευτικές δραστηριότητες βάσει του καθεστώτος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου γίνονται σύμφωνα με τις διευθετήσεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, όπου καθορίζονται για κάθε κράτος μέλος οι γεωγραφικές περιοχές των παράκτιων ζωνών των άλλων κρατών μελών όπου ασκούνται οι δραστηριότητες αυτές, καθώς και τα είδη τα οποία αφορούν οι δραστηριότητες αυτές».
8. Το επίμαχο παράρτημα τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας, προκειμένου να καθορισθεί, μεταξύ άλλων, το καθεστώς προσβάσεως των ισπανικών σκαφών στην παράκτια ζώνη της Γαλλίας και των γαλλικών σκαφών στην παράκτια ζώνη της Ισπανίας, το οποίο ρυθμιζόταν προηγουμένως από τη συμφωνία αλιείας του 1980 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Κυβερνήσεως της Ισπανίας (στο εξής: συμφωνία αλιείας του 1980 μεταξύ ΕΟΚ και Ισπανίας) (7).
9. Οι τροποποιήσεις του επίμαχου παραρτήματος συνίσταντο, ειδικότερα, στην προσθήκη του πίνακα «Ακτές της Ισπανίας» και στη συμπλήρωση του πίνακα «Ακτές της Γαλλίας και των υπερποντίων διαμερισμάτων».
10. Από τους πίνακες αυτούς προκύπτει ότι η πρόσβαση των ισπανικών σκαφών στα γαλλικά ύδατα της ακτής του Ατλαντικού, τα οποία κείνται μεταξύ 6 και 12 ναυτικών μιλίων από τα σύνορα Ισπανίας-Γαλλίας (μέχρι το σημείο 46° 08΄ Β), επιτρέπεται μόνον σε συγκεριμένες περιόδους του έτους και αποκλειστικώς για την αλιεία σαρδέλας και αντσούγιας.
11. Αντιθέτως, τα γαλλικά σκάφη μπορούν να αλιεύουν όλα τα πελαγικά είδη στα ισπανικά ύδατα της ακτής του Ατλαντικού τα οποία κείνται μεταξύ 6 και 12 ναυτικών μιλίων από τα σύνορα Ισπανίας-Γαλλίας μέχρι τον φάρο του ακρωτηρίου Mayor (3° 47΄Δ).
12. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε σε ισχύ με την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (8) (στο εξής: κανονισμός 3760/92), ο οποίος περιλαμβάνει, στο παράρτημα Ι, τους πίνακες του παραρτήματος Ι του κανονισμού 170/83, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας.
13. Ο κανονισμός 3760/92 καταργήθηκε από τον προσβαλλόμενο με την υπό κρίση προσφυγή κανονισμό.
14. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός σκοπό έχει να εξασφαλίσει μια «εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων που [να] παρέχει βιώσιμες οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες» (άρθρο 2).
15. Συναφώς, η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:
«[ο]ι κανόνες που ισχύουν σχετικά με τον περιορισμό της πρόσβασης σε πόρους στις ζώνες των 12 ναυτικών μιλίων των κρατών μελών λειτούργησαν ικανοποιητικά, δεδομένου ότι ωφέλησαν τη διατήρηση, περιορίζοντας την αλιευτική προσπάθεια στα πιο ευαίσθητα μέρη των κοινοτικών υδάτων, και συνέβαλαν στη διατήρηση των παραδοσιακών αλιευτικών δραστηριοτήτων από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική και η οικονομική ανάπτυξη ορισμένων παράκτιων κοινοτήτων. Συνεπώς, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012».
16. Προς τούτο, το άρθρο 17 του προσβαλλόμενου κανονισμού, αφού πρώτα επιβεβαιώνει, με την παράγραφος 1, τον γενικό κανόνα της ισότητας προσβάσεως των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών στα κοινοτικά ύδατα και στους κοινοτικούς πόρους, εν συνεχεία, με την παράγραφος 2, προβλέπει ότι:
«[σ]ε ύδατα μέχρι 12 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης, τα οποία τελούν υπό την κυριαρχία ή δικαιοδοσία τους, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται, από την 1η Ιανουαρίου 2003 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, να περιορίζουν την αλιεία σε αλιευτικά σκάφη τα οποία αλιεύουν παραδοσιακά στα ύδατα αυτά από λιμένες παρακείμενων ακτών, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων […] που προβλέπονται στο παράρτημα I, [το οποίο] καθορίζ[ει] για κάθε κράτος μέλος τις γεωγραφικές ζώνες εντός των παράκτιων ζωνών άλλων κρατών μελών στις οποίες ασκούνται αλιευτικές δραστηριότητες καθώς και τα είδη τα οποία αφορούν».
17. Τα σημεία 6 και 7 του παραρτήματος Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού περιέχουν αντιστοίχως τους προαναφερθέντες (ανωτέρω σημεία 9 επ.) πίνακες «Ακτές της Γαλλίας και των υπερποντίων διαμερισμάτων» [νέος τίτλος: «Παράκτια ύδατα της Γαλλίας και των υπερποντίων διαμερισμάτων»] και «Ακτές της Ισπανίας» [νέος τίτλος: «Παράκτια ύδατα της Ισπανίας»] του παραρτήματος Ι του κανονισμού 170/83, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας.
18. Επίσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, προβλέποντας τον κανόνα της ελεύθερης προσβάσεως για το σύνολο των κοινοτικών υδάτων πέραν της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων, αντικαθιστά, όσον αφορά την πρόσβαση των ισπανικών αλιευτικών σκαφών στα γαλλικά ύδατα, το καθεστώς που θεσπίσθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας, ιδίως δε με το άρθρο 160 αυτής. Η διάταξη αυτή προέβλεπε περιορισμούς ανάλογους προς αυτούς που επέβαλε το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού (και οι προγενέστερες αυτού συναφείς διατάξεις) για τη ζώνη μεταξύ 6 και 12 ναυτικών μιλίων.
19. Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 160 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας καθεστώς θα ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002 το αργότερο, ημερομηνία κατά την οποία έπαυε, δυνάμει του άρθρου 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας, η ισχύς του καθεστώτος των άρθρων 156 έως 164 αυτής (9).
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
20. Κατά το στάδιο της διαπραγματεύσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Ισπανία ζήτησε την άρση των περιορισμών που προβλέπονταν από την κατά τον χρόνο εκείνο ισχύουσα νομοθεσία ως προς τη δραστηριότητα των ισπανικών σκαφών στη ζώνη μεταξύ 6 και 12 ναυτικών μιλίων από τη γαλλική ακτή του Ατλαντικού, προκειμένου να εξομοιωθούν οι προϋποθέσεις προσβάσεως στη εν λόγω ζώνη με τις προϋποθέσεις που ισχύουν για την πρόσβαση των γαλλικών σκαφών στα ισπανικά ύδατα.
21. Εντούτοις, το Συμβούλιο αποφάσισε να μην τροποποιήσει το καθεστώς προσβάσεως των ισπανικών αλιευτικών σκαφών και να περιλάβει στα σημεία 6 και 7 του προσβαλλόμενου κανονισμού τους πίνακες του παραρτήματος Ι του κανονισμού 170/83 (όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας) και του κανονισμού 3760/92.
22. Κατόπιν της αρνήσεως αυτής, το προσφεύγον, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 28 Φεβρουαρίου 2003, ζήτησε από το Δικαστήριο να ακυρώσει το σημείο 6 του παραρτήματος Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
23. Το Συμβούλιο, αντιθέτως, ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
24. Με διατάξεις της 30ής Ιουνίου και της 8ης Σεπτεμβρίου 2003, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στην Επιτροπή και στη Γαλλία, αντιστοίχως, να παρέμβουν στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
25. Το προσφεύγον, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Γαλλία κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
26. Το προσφεύγον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Νοεμβρίου 2004.
IV – Νομική ανάλυση
Α – Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων
27. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, η οποία καθιερώνεται γενικώς με το άρθρο 12 ΕΚ και, ειδικώς για την κοινή γεωργική πολιτική, με το άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ.
28. Ειδικότερα, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η αλιεία από τα γαλλικά σκάφη στα ισπανικά ύδατα εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων δεν υπόκειται σε περιορισμούς ανάλογους προς τους προβλεπόμενους για τα ισπανικά σκάφη εντός των αντίστοιχων γαλλικών υδάτων. Επιπλέον, περιορισμοί όπως αυτοί που εφαρμόζονται στα ισπανικά αλιευτικά σκάφη δεν ισχύουν σε κανένα καθεστώς προσβάσεως των σκαφών κράτους μέλους στους αλιευτικούς πόρους της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων άλλου κράτους μέλους. Το προσφεύγον διαπιστώνει ότι αποτελεί το μοναδικό κράτος μέλος του οποίου τα σκάφη έχουν περιορισμένη πρόσβαση στους εν λόγω πόρους όμορου κράτους μέλους.
29. Το προσφεύγον προσθέτει ότι ουδείς αντικειμενικός λόγος δικαιολογεί την εξακολούθηση της δυσμενούς αυτής μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι το προσφεύγον θα έπρεπε, από της λήξεως της μεταβατικής περιόδου (την οποία το άρθρο 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας καθορίζει στις 31 Δεκεμβρίου 2002 το αργότερο), να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τα λοιπά κράτη μέλη. Επομένως, τα ισπανικά σκάφη θα έπρεπε να απολαύουν απεριόριστης προσβάσεως στα γαλλικά ύδατα, τόσο εντός όσο και πέραν της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων από την ακτή.
30. Αντιθέτως, το Συμβούλιο, όπως και η Γαλλία και η Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων στηρίζεται σε δύο εσφαλμένες παραδοχές. Συγκεκριμένα, κατά το Συμβούλιο, δεν είναι αληθές ότι μόνον η πρόσβαση των σκαφών του προσφεύγοντος υπόκειται σε περιορισμούς βάσει των ειδών και των περιόδων του έτους, όπως άλλωστε δεν είναι αληθές ότι ουδείς αντικειμενικός λόγος δικαιολογεί τη μεταχείριση αυτή.
31. Πρέπει να τονισθεί, πρώτον, ότι, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, αρκεί η εξέταση του παραρτήματος Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού προκειμένου να διαπιστωθεί ότι οι κανόνες εκμεταλλεύσεως των υδάτων εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων δεν στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Τα γαλλικά σκάφη, λόγου χάριν, έχουν πρόσβαση στους αλιευτικούς πόρους εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων των ιρλανδικών υδάτων, παρ’ όλο που τα ιρλανδικά σκάφη δεν απολαύουν του ίδιου προνομίου εντός των γαλλικών υδάτων· ομοίως, τα βελγικά σκάφη μπορούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους στα παράκτια ύδατα του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας, μολονότι το ίδιο δεν επιτρέπεται στο Βέλγιο για τα σκάφη αυτών των κρατών μελών.
32. Εξάλλου, το επίμαχο παράρτημα Ι υποβάλλει, και για άλλα κράτη μέλη πέραν της Ισπανίας, τις αλιευτικές δραστηριότητες σε περιορισμούς βάσει του είδους (όπως συμβαίνει για τα σκάφη της Γαλλίας, της Ιρλανδίας, των Κάτω Χωρών και του Βελγίου εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και για τα σκάφη της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών και του Βελγίου εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων της Δανίας) και βάσει της περιόδου του έτους (όπως συμβαίνει για τα σκάφη του Βελγίου εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων της Δανίας, καθώς και για τα σκάφη της Γερμανίας εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων της Γαλλίας).
33. Κατόπιν της διαπιστώσεως ότι η περίπτωση της Ισπανίας δεν συνιστά μεμονωμένη περίπτωση, απομένει να εξετασθεί αν η περιγραφείσα κατάσταση συνιστά, εν πάση περιπτώσει, παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων.
34. Προς τούτο, επιβάλλεται κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, σκοπός του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι να εξασφαλίσει μια «εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων που [να] παρέχει βιώσιμες οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες» (άρθρο 2).
35. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, ο προσβαλλόμενος κανονισμός προβλέπει, όπως τονίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, μια διάκριση – την οποία προφανώς αποσιωπά το προσφεύγον – μεταξύ του καθεστώτος που εφαρμόζεται στη ζώνη των 12 ναυτικών μιλίων από την ακτή και του καθεστώτος που εφαρμόζεται πέραν του ορίου αυτού.
36. Ενώ το άρθρο 17, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού προβλέπει τη γενική εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης προσβάσεως στους αλιευτικούς πόρους για τη ζώνη πέραν των 12 ναυτικών μιλίων, αντιθέτως, όσον αφορά τη ζώνη εντός των 12 ναυτικών μιλίων, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου παρατείνει την εφαρμογή του καθεστώτος περιορισμένης προσβάσεως που προβλεπόταν από τους προγενέστερους κανονισμούς (10). Εντεύθεν προκύπτει ότι η πρόσβαση εξακολουθεί να επιτρέπεται μόνο στα σκάφη που αλιεύουν κατά παράδοση στις ζώνες αυτές, υπό τις συνήθεις προϋποθέσεις που προβλέπονται συναφώς.
37. Ο σκοπός των περιορισμών αυτών συνίσταται, όπως προκύπτει από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, στην προστασία των «πιο ευαίσθητων μερών των κοινοτικών υδάτων», λαμβανομένης, εντούτοις, υπόψη της ανάγκης προς «διατήρηση των παραδοσιακών αλιευτικών δραστηριοτήτων από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική και η οικονομική ανάπτυξη ορισμένων παράκτιων κοινοτήτων».
38. Επομένως, αφενός, επιβλήθηκε ο κανόνας που αποσκοπεί στη διατήρηση των αλιευτικών πόρων της ζώνης αυτής με ταυτόχρονο περιορισμό, κατά το δυνατόν, της εκμεταλλεύσεως. Αφετέρου, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό έγινε προσπάθεια να συμβιβασθεί ο σκοπός αυτός με την προστασία των αλιέων που παραδοσιακά ασκούσαν τις δραστηριότητές τους στα επίμαχα ύδατα, οι οποίοι, σε περίπτωση επιβολής περιορισμών που δεν προβλέπονταν στο παρελθόν, δεν θα μπορούσαν να ασκήσουν τη βιοποριστική τους δραστηριότητα.
39. Περαιτέρω, πρέπει να τονισθεί ότι, στο πλαίσιο της αναζητήσεως ισορροπίας μεταξύ των επιταγών προστασίας των αλιευτικών πόρων εντός της ιδιαιτέρως ευαίσθητης ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων και των εξίσου σημαντικών επιταγών προστασίας των αλιέων που παραδοσιακά ασκούν τις δραστηριότητές τους στα ύδατα αυτά, δεν άσκησαν επιρροή σκέψεις στηριζόμενες στην αμοιβαιότητα ή στις σχέσεις γειτονίας μεταξύ των κρατών μελών.
40. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η οικονομία του προβλεπόμενου από τον προσβαλλόμενο κανονισμό καθεστώτος προσβάσεως στηρίζεται στην «παραδοσιακή» ή «μη παραδοσιακή» φύση των δραστηριοτήτων που ασκούν εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων ενός κράτους μέλους τα αλιευτικά σκάφη άλλων κρατών μελών, πρέπει να εξετασθεί εάν, στο πλαίσιο αυτό, υφίσταται δυσμενής διάκριση σε βάρος των ισπανικών αλιευτικών σκαφών.
41. Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (11), η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων επιτάσσει, αφενός, να μην εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες σε παρεμφερείς καταστάσεις και, αφετέρου, να μην εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας σε διαφορετικές καταστάσεις, εκτός εάν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς.
42. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ, αφενός, ότι το επιχείρημα της Ισπανίας ότι η επιβολή στα σκάφη της περιορισμών εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων συνιστά δυσμενή διάκριση, λόγω του ότι τα σκάφη αυτά έχουν ελεύθερη πρόσβαση στους αλιευτικούς πόρους στη ζώνη που κείται πέραν του ορίου αυτού, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι δύο ζώνες υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες, με αποτέλεσμα να απουσιάζει η ίδια η βάση εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων.
43. Αφετέρου, κατά την άποψή μου, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση ούτε το γεγονός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εξαρτά την εκμετάλλευση των γαλλικών υδάτων εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων από τα ισπανικά σκάφη από προϋποθέσεις λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση προς αυτές που προβλέπονται για την εκμετάλλευση της αντίστοιχης ισπανικής ζώνης από τα γαλλικά αλιευτικά σκάφη.
44. Πράγματι, η εκμετάλλευση των γαλλικών υδάτων εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων απαγορεύεται στα αλιευτικά σκάφη όλων των κρατών μελών, εξαιρουμένων εκείνων (μεταξύ αυτών και τα ισπανικά σκάφη) που παραδοσιακά ασκούσαν τις δραστηριότητές τους στη ζώνη αυτή, τα οποία διατηρούν το δικαίωμα προσβάσεως στους αλιευτικούς πόρους της εν λόγω ζώνης, εφόσον τηρούνται οι παραδοσιακά προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Το ίδιο ισχύει για την εκμετάλλευση των ισπανικών υδάτων εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων, η οποία απαγορεύεται στα αλιευτικά σκάφη όλων των κρατών μελών, με την εξαίρεση, ομοίως, των σκαφών που εξακολουθούν να υπόκεινται στις παραδοσιακά προβλεπόμενες ευνοϊκές προϋποθέσεις (και τα οποία, στην πράξη, είναι μόνον τα γαλλικά αλιευτικά σκάφη).
45. Επομένως, στις δύο αυτές περιπτώσεις ο γενικός κανόνας είναι η προστασία των αλιευτικών πόρων στα ιδιαιτέρως ευαίσθητα ύδατα εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων διά της απαγορεύσεως, κατ’ αρχήν, της προσβάσεως στα αλιευτικά σκάφη άλλων κρατών μελών. Ο κανόνας αυτός συνοδεύεται από εξαιρέσεις που έχουν τις ρίζες τους στην αντικειμενικώς δικαιολογούμενη επιταγή να μη στερούνται οι αλιείς άλλων κρατών μελών της δυνατότητας να ασκούν τις παραδοσιακές βιοποριστικές δραστηριότητές τους.
46. Δεδομένου ότι το προβλεπόμενο από τον προσβαλλόμενο κανονισμό καθεστώς εκμεταλλεύσεως συνίσταται σ’ ένα γενικό κανόνα που δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και σε εξαιρέσεις που δικαιολογούνται αντικειμενικώς, φρονώ ότι οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος είναι αβάσιμες.
47. Επιπλέον, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, αποτυπώνοντας απλώς την κατάσταση που υφίστατο κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως της Ισπανίας στην Κοινότητα, δεν έλαβε υπόψη την ανάγκη προστασίας καταστάσεων που διαμορφώθηκαν προς όφελος των Ισπανών αλιέων προ της προσχωρήσεως.
48. Κατ’ αρχάς, δεδομένου ότι από την προσχώρηση της Ισπανίας στην Κοινότητα παρήλθε χρονικό διάστημα πολλών ετών, δεν μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι οι Ισπανοί αλιείς μπορούν ακόμη να επικαλεσθούν καταστάσεις διαμορφωθείσες προ της προσχωρήσεως (και, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, μη επικυρωθείσες με την Πράξη Προσχωρήσεως), ως προς τις οποίες προβάλλεται ότι πρέπει να τύχουν προστασίας που προέχει της προστασίας των αλιευτικών πόρων των γαλλικών υδάτων εντός της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων.
49. Πέραν τούτου, πρέπει να τονισθεί ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, το προγενέστερο της προσχωρήσεως καθεστώς δεν παρέσχε στα ισπανικά αλιευτικά ελεύθερη πρόσβαση στη ζώνη αυτή.
50. Είναι, βεβαίως, αληθές ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Arbelaiz-Emazabel (12), κατά τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στην υπογραφείσα το 1980 συμφωνία περί αλιείας μεταξύ ΕΟΚ και Ισπανίας, η Ισπανική Κυβέρνηση είχε ζητήσει αρχικώς τη διατήρηση των δικαιωμάτων των οποίων απήλαυαν τα αλιευτικά της σκάφη εντός της ζώνης μεταξύ 6 και 12 μιλίων από τις γαλλικές ακτές επί τού Ατλαντικού δυνάμει προγενέστερων διεθνών συμφωνιών, ιδίως δε της Συμβάσεως του Λονδίνου, της 9ης Μαρτίου 1964 (13), και της συμφωνίας μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας περί αλιείας, της 20ής Μαρτίου 1967 (14). Εντούτοις, η εν λόγω κυβέρνηση παραιτήθηκε στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, από τις διεκδικήσεις της αυτές, δηλώνοντας ότι «οι διατάξεις της συμφωνίας αντικαθιστούν τις διατάξεις των συμφωνιών των οποίων συμβαλλόμενα μέρη είναι τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και η Ισπανία και αφορούν τις σχέσεις επί θεμάτων αλιείας» (15), μεταξύ των οποίων καταλέγονται αναμφισβήτητα η Σύμβαση του Λονδίνου και η προαναφερθείσα συμφωνία μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας.
51. Οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, ειδικότερα δε το σημείο 6 του παραρτήματος Ι αυτού, δεν είναι αντίθετος προς την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.
Β – Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες
52. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανία ισχυρίζεται ότι το σημείο 6 του παραρτήματος Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού συνιστά παραβίαση της Πράξεως Προσχωρήσεως.
53. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το άρθρο 160 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει περιορισμούς της προσβάσεως των ισπανικών αλιευτικών σκαφών στους αλιευτικούς πόρους των γαλλικών υδάτων των ακτών του Ατλαντικού τόσο για τη ζώνη εντός των 12 ναυτικών μιλίων όσο και για τη ζώνη πέραν του ορίου αυτού. Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως, οι διατάξεις των άρθρων 156 έως 164 της εν λόγω Πράξεως μπορούσαν να εφαρμοσθούν μόνον κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου με ημερομηνία λήξεως την 31η Δεκεμβρίου 2002 (βλ. ανωτέρω σκέψη 19), ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορούσε νομίμως να διατηρήσει σε ισχύ, μετά την ημερομηνία αυτή, περιορισμούς των δραστηριοτήτων των ισπανικών αλιευτικών σκαφών στα γαλλικά ύδατα των ακτών του Ατλαντικού, έστω και αν επρόκειτο για τη ζώνη εντός του ορίου των 12 ναυτικών μιλίων.
54. Η Ισπανία τονίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, εξακολουθώντας να επιβάλλει στα ισπανικά αλιευτικά σκάφη τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην ως άνω ζώνη που προβλέπονταν από τους προγενέστερους κανονισμούς (16), οι οποίοι είχαν εκδοθεί ενόσω το άρθρο 160 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας ήταν σε ισχύ, παρατείνει αδικαιολογήτως το μεταβατικό καθεστώς πέραν της προβλεπόμενης από την Πράξη Προσχωρήσεως προθεσμίας.
55. Απαντώντας στις αιτιάσεις αυτές, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τη Γαλλία και την Επιτροπή, προβάλλει επιχειρήματα τα οποία συμμερίζομαι.
56. Πρώτον, φρονώ ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας, διότι η διάταξη αυτή επ’ ουδενί αποσκοπεί στον περιορισμό των δραστηριοτήτων του κοινοτικού νομοθέτη μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, αλλά, αντιθέτως, περιορίζεται στην πρόβλεψη ότι, μετά από δεδομένη ημερομηνία, ορισμένες διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 160, παύουν να ισχύουν.
57. Πέραν τούτου, πρέπει να τονισθεί ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, το καθεστώς στο οποίο η κοινοτική έννομη τάξη υπάγει την πρόσβαση στα γαλλικά ύδατα της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές του Ατλαντικού – σήμερα με τον προσβαλλόμενο κανονισμό και στο παρελθόν με τους προκατόχους του (17) – δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 156 έως 164 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και, επομένως, ουδεμία σχέση έχει με την εξακολούθηση ή όχι της ισχύος τους.
58. Πράγματι, όπως ορθώς τόνισαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το Συμβούλιο και κυρίως η Επιτροπή, είναι, βεβαίως, αληθές ότι το άρθρο 160 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας δεν εξαιρεί ρητώς τα γαλλικά ύδατα της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές του Ατλαντικού από το πεδίο εφαρμογής του. Εντούτοις, το εν λόγω άρθρο δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι η πρόσβαση στα ύδατα αυτά αποτελεί στην πράξη αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως, την οποία εισήγαγαν οι τροποποιήσεις που η Πράξη Προσχωρήσεως επέφερε στον κανονισμό 170/83. Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω (βλ. σημεία 8 επ.), με το άρθρο 26 της Πράξεως Προσχωρήσεως προστέθηκε στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού ένας νέος πίνακας σχετικός με τα «Παράκτια ύδατα της Ισπανίας» και συμπληρώθηκε ο πίνακας που αφορά τα «Παράκτια ύδατα της Γαλλίας». Τέλος, το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού περιέλαβε τους ως άνω πίνακες στη μορφή αυτή.
59. Δεδομένου, όμως, ότι το άρθρο 26 περιλαμβάνεται στο τρίτο μέρος της Πράξεως Προσχωρήσεως που αφορά τις «Προσαρμογές των πράξεων των οργάνων» και όχι στο τέταρτο μέρος για τα «Μεταβατικά μέτρα», το άρθρο αυτό ουδεμία σχέση έχει με τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 166 της εν λόγω Πράξεως. Επιπλέον, το ότι μόνον οι περιορισμοί της προσβάσεως στα ύδατα πέραν των 12 ναυτικών μιλίων – και όχι οι περιορισμοί στα ύδατα εντός του ορίου αυτού – έχουν μεταβατικό χαρακτήρα αποτελεί λογική συνέπεια του γεγονότος ότι, όπως τονίσθηκε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η αρχή της ελεύθερης προσβάσεως για όλα τα κοινοτικά σκάφη ισχύει γενικώς μόνο για την πρώτη κατηγορία περιορισμών.
60. Δεδομένου ότι η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται στη ζώνη των 12 ναυτικών μιλίων, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι η λήξη της μεταβατικής περιόδου επιφέρει αυτομάτως την κατάργηση των περιορισμών που προβλέπονται για την πρόσβαση των ισπανικών αλιευτικών σκαφών στα γαλλικά ύδατα της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές του Ατλαντικού.
61. Τους περιορισμούς αυτούς εισήγαγε στον κανονισμό 170/83 η Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας (και επικύρωσαν οι μεταγενέστεροι αυτού κανονισμοί) προκειμένου να υπαχθεί η πρόσβαση των ισπανικών αλιευτικών στα γαλλικά ύδατα της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων σε καθεστώς σύμφωνο προς τον κανόνα γενικής εφαρμογής που διέπει την πρόσβαση στα παράκτια ύδατα ενός κράτους μέλους των αλιευτικών σκαφών άλλων κρατών μελών. Ο κανόνας αυτός, όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως, συνίσταται στην απαγόρευση της εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων της ζώνης αυτής, υπό την επιφύλαξη των προαναφερθεισών εξαιρέσεων υπέρ των κρατών μελών τα αλιευτικά σκάφη των οποίων ασκούσαν παραδοσιακά τις δραστηριότητές τους στα παράκτια ύδατα άλλων κρατών μελών.
62. Δεδομένου ότι, με την εισαγωγή και τη διατήρηση περιορισμών των δραστηριοτήτων των αλιευτικών της σκαφών στα γαλλικά ύδατα της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων, η Ισπανία υπήχθη στον ίδιο κανόνα που εξακολουθεί να εφαρμόζεται μεταξύ των λοιπών κρατών μελών, επ’ ουδενί μπορεί να υποστηριχθεί ότι η λήξη της συνδεόμενης με την προσχώρηση μεταβατικής περιόδου καθιστά αυτομάτως παράνομους τους εν λόγω περιορισμούς.
63. Το αβάσιμο των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι, μολονότι οι κανόνες περί της εκμεταλλεύσεως των γαλλικών υδάτων της ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων εισήχθησαν στον κανονισμό 170/83 από την Πράξη Προσχωρήσεως, εντούτοις αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εν λόγω κανονισμού και, ως εκ τούτου, πρέπει να τους αποδίδεται η ίδια έννοια με τις αρχικές διατάξεις του κανονισμού. Δεδομένου ότι ο κανονισμός προέβλεπε περιορισμούς στις σχέσεις μεταξύ των ιδρυτικών κρατών μελών (όπως συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση των γερμανικών αλιευτικών σκαφών στα γαλλικά ύδατα), εξυπακούεται ότι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό 170/83 μέτρα δεν επηρεάζονται από τη λήξη των συνδεόμενων με τις προσχωρήσεις μεταβατικών περιόδων.
64. Το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας και εκδόθηκε αποκλειστικώς κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 ΕΚ.
65. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως και, επομένως, την προσφυγή στο σύνολό της.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
66. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και λαμβανομένης υπόψη της προτάσεώς μου περί απορρίψεως της προσφυγής, φρονώ ότι το προσφεύγον πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο. Αντιθέτως, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VI – Πρόταση
67. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) η προσφυγή απορρίπτεται·
2) το Βασίλειο της Ισπανίας καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα·
3) η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 358, σ. 59.
3 – ΕΕ L 302, σ. 69.
4 – JO L 236, σ. 1.
5 – JO 1972, L 73, σ. 14.
6 – ΕΕ L 24, σ. 1.
7 – Η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητος με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3062/80 του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 1980, περί συνάψεως της συμφωνίας αλιείας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Κυβερνήσεως της Ισπανίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/002, σ. 22).
8 – EE L 389, σ. 1.
9 – Το άρθρο 166 προβλέπει ότι «[τ]ο καθεστώς που ορίζεται στα άρθρα 156 έως 164 περιλαμβανομένων και των προσαρμογών που μπορεί να αποφασίσει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 162, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ημερομηνία λήξεως της χρονικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83». Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «[κ]ατά τη διάρκεια του δέκατου έτους μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έκθεση για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των παράκτιων περιοχών. Με βάση την έκθεση αυτή το Συμβούλιο αποφασίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης, τις διατάξεις που μπορεί να ακολουθήσουν το καθεστώς των άρθρων 6 και 7 μετά τη δεκαετή περίοδο που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο». Εντεύθεν προκύπτει ότι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας καταληκτική ημερομηνία ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2002.
10 – Όπως αναλυτικώς εκτέθηκε ανωτέρω, πρόκειται για τον κανονισμό 170/83 (όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας) και τον κανονισμό 3760/92.
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1983, 8/82, Wagner κατά BALM (Συλλογή 1983, σ. 371, σκέψη 18)· της 13ης Νοεμβρίου 1984, 283/83, Racke (Συλλογή 1984, σ. 3791, σκέψη 7)· της 29ης Απριλίου 1999, C-311/97, Royal Bank of Scotland (Συλλογή 1999, σ. I-2651, σκέψη 26), και της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-120/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-7997, σκέψη 80).
12 – Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1981, 181/80, Arbelaiz-Emazabel (Συλλογή 1981, σ. 2961).
13 – Σύμβαση του Λονδίνου περί αλιείας, της 9ης Μαρτίου 1964 (Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών 581/υπ’ αριθ. 8432).
14 – Γενική συμφωνία περί αλιείας πού υπεγράφη μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας στις 20 Μαρτίου 1967 με ανταλλαγή διακοινώσεων (JORF της 4ης Αυγούστου 1967, σ. 7807).
15 – Προαναφερθείσα απόφαση Arbelaiz-Emazabel, σκέψη 18.
16 – Όπως επισημάνθηκε κατά την ανάλυση του νομικού πλαισίου, πρόκειται για τον κανονισμό 170/83 (όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας) και τον κανονισμό 3760/92.
17 – Βλ. υποσημείωση 16.
Full & Egal Universal Law Academy