ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 24ης Νοεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-98/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα και χλωρίδα»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2003 δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, παράγραφοι 3 και 4, 12, 13 και 16 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (2) (στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων).
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Οι κρίσιμες κοινοτικές διατάξεις
2. Κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η οδηγία περί οικοτόπων έχει ως σκοπό «να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζεται η συνθήκη».
3. Προς τούτο, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει τα εξής:
«Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατήρησης ή της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος.
[…]»
4. Κατά το άρθρο 3, «συνιστάται ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών, επονομαζόμενο “Natura 2000”. Το δίκτυο αυτό, που αποτελείται από τους τόπους όπου ευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων που εμφαίνονται στο παράρτημα I και τους οικότοπους των ειδών που εμφαίνονται στο παράρτημα II, πρέπει να διασφαλίζει τη διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών […]».
5. Οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, καθιερώνουν, ακολούθως, το σύστημα διατηρήσεως των τόπων.
6. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, ορίζει ότι «τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας».
7. Οι ακόλουθες παράγραφοι 3 και 4, που παρουσιάζουν κατά μείζονα λόγο ενδιαφέρον για την υπό κρίση υπόθεση, καθιερώνουν το σύστημα εγκρίσεως σχεδίων και προγραμμάτων και έχουν ως εξής:
«3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
8. Όσον αφορά, ακολούθως, την προστασία των ζωικών ειδών, το άρθρο 12 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α΄ του παραρτήματος IV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:
α) κάθε μορφή [ηθελημένης] σύλληψης ή θανάτωσης […] δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση·
β) να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση·
γ) την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον·
δ) τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.
2. Τα κράτη μέλη απαγορεύουν την κατοχή, τη μεταφορά, την πώληση, ή την ανταλλαγή και την προσφορά προς πώληση ή ανταλλαγή των δειγμάτων των ειδών που έχουν συλληφθεί στο φυσικό περιβάλλον, εκτός εκείνων που [συνελέγησαν] νομίμως πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
3. Οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α΄ και β΄, και στην παράγραφο 2 εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια της ζωής των ζώων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο […]»
9. Αντιθέτως, όσον αφορά την προστασία των φυτικών ειδών, το άρθρο 13 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις απαιτούμενες διατάξεις ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των φυτικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο β΄ του παραρτήματος IV, που να απαγορεύει:
α) την εκ προθέσεως αποκομιδή καθώς και τη συλλογή, κοπή, εκρίζωση ή καταστροφή δειγμάτων των εν λόγω ειδών, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους·
β) την κατοχή, μεταφορά, εμπορία ή ανταλλαγή και προσφορά για εμπορικούς σκοπούς δειγμάτων των εν λόγω ειδών, που έχουν συλλεγεί από το φυσικό περιβάλλον, εκτός εκείνων που έχουν συλλεγεί νομίμως πριν αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η παρούσα οδηγία.
2. Οι απαγορεύσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄ της παραγράφου 1 ισχύουν για όλα τα στάδια του βιολογικού κύκλου των φυτών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.»
10. Εντούτοις, το άρθρο 16 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15, στοιχεία α΄ και β΄:
α) για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους·
β) για να προλάβουν σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής·
γ) για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον·
δ) για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους, για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής των εν λόγω ειδών και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών·
ε) για να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών που αναφέρει το παράρτημα IV […]»
Β – Οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις
11. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετέφερε την οδηγία περί οικοτόπων στην εσωτερική έννομη τάξη με τον Zweite Gesetz zur Änderung des Bundesnaturschutzgesetzes (δεύτερο νόμο περί τροποποιήσεως του ομοσπονδιακού νόμου για την προστασία της φύσεως, στο εξής: «Bundesnaturschutzgesetz» ή «BNatSchG») της 30ής Απριλίου 1998 (3).
12. Ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε ακολούθως με τον Gesetz zur Neuregelung des Rechts des Naturschutzes und der Landschaftspflege und zur Anpassung anderer Rechtsvorschriften (νόμο περί προστασίας της φύσεως και διατηρήσεως των τοπίων ο οποίος σκοπεί στην προσαρμογή άλλων κανονιστικών διατάξεων, στο εξής: νέος νόμος) της 25ης Μαρτίου 2002 (4), οι διατάξεις του οποίου συμπίπτουν σχεδόν εξ ολοκλήρου, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, με τις κρίσιμες διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου (5).
13. Στο μέτρο που αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η κατ’ άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 11, a) έως c), του νέου νόμου (πρώην άρθρο 19a, παράγραφος 2, σημείο 8, του BNatSchG) έννοια του «προγράμματος» περιλαμβάνει:
«a) προγράμματα και μέτρα προβλεπόμενα στο εσωτερικό ενός τόπου κοινοτικού ενδιαφέροντος ή ενός ευρωπαϊκού τόπου προστασίας των πτηνών, εφόσον θεσπίζονται με απόφαση διοικητικής αρχής ή κοινοποιούνται σε αρχή ή εκτελούνται από αρχή,
b) παρεμβάσεις στη φύση και στο τοπίο κατά την έννοια του άρθρου 18, εφόσον πραγματοποιούνται κατόπιν αποφάσεως διοικητικής αρχής ή κοινοποιούνται σε αρχή ή εκτελούνται από αρχή και
c) εγκαταστάσεις για τις οποίες απαιτείται έγκριση βάσει του ομοσπονδιακού νόμου για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως, καθώς και χρήσεις των υδάτων για τις οποίες απαιτείται σχετική άδεια ή έγκριση βάσει του νόμου περί του καθεστώτος που διέπει τα ύδατα,
εφόσον, χωριστά ή από κοινού με άλλα προγράμματα ή σχέδια, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά έναν τόπο κοινοτικού ενδιαφέροντος ή έναν ευρωπαϊκό τόπο προστασίας των πτηνών […]»
14. Το άρθρο 18 (πρώην άρθρο 8 του BNatSchG) στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 11, b), ορίζει την έννοια των «παρεμβάσεων στη φύση και στο τοπίο» ως εξής:
«1. Παρεμβάσεις στη φύση και στο τοπίο, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, συνιστούν οι μεταβολές στη μορφή ή στη χρήση βασικών εκτάσεων ή οι σχετικές με το στρώμα του εδάφους επιφάνειας μεταβολές του υδάτινου ορίζοντα οι οποίες μπορούν να αλλοιώσουν σημαντικά τη δυναμική και τη λειτουργία του οικοσυστήματος ή του τοπίου.
2. Η χρήση του εδάφους για τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία δεν αποτελεί παρέμβαση, οσάκις λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς και τις αρχές περί προστασίας της φύσεως και διαφυλάξεως του τοπίου. Η χρήση του εδάφους για τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία δεν καταστρατηγεί τους ανωτέρω σκοπούς και αρχές, εφόσον τηρεί τους όρους του άρθρου 5, παράγραφοι 4 έως 6, και τους κανόνες περί χρηστής επαγγελματικής συμπεριφοράς που απορρέουν από τον νόμο περί γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας και από το άρθρο 17, παράγραφος 2, του Bundes-Bodenschutzgesetz (ομοσπονδιακού νόμου περί προστασίας του εδάφους).»
15. Όσον αφορά τις εκπομπές ρύπων, το άρθρο 36 του νέου νόμου (πρώην άρθρο 19e του BNatSchG) ορίζει, εξάλλου, ότι:
«Αν μια εγκατάσταση για τη λειτουργία της οποίας απαιτείται άδεια, βάσει του Bundes-Immissionschutzgesetz, εκπέμπει ρύπους οι οποίοι, ακόμη και σε συνδυασμό με άλλες εγκαταστάσεις ή μέτρα, έχουν σημαντικές επιπτώσεις, εντός της ζώνης που επηρεάζεται από την εν λόγω εγκατάσταση, στα κύρια στοιχεία που απαιτούνται για τη διατήρηση ενός τόπου κοινοτικού ενδιαφέροντος ή ενός ευρωπαϊκού τόπου προστασίας των πτηνών και αν οι βλάβες δεν μπορούν να αποτραπούν, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεν χορηγείται άδεια, εφόσον δεν πληρούνται οι όροι των συνδυασμένων διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 34. Το άρθρο 34, παράγραφοι 1 και 5, εφαρμόζεται mutatis mutandis. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατόπιν συμφωνίας με τις αρμόδιες για θέματα προστασίας της φύσης και των φυσικών τοπίων.»
16. Τέλος, το άρθρο 43, παράγραφος 4, του νέου νόμου (πρώην άρθρο 20f, παράγραφος 3, του BNatSchG) προβλέπει ένα καθεστώς που εισάγει παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, ορίζοντας τα εξής:
«Οι απαγορεύσεις του άρθρου 42, παράγραφοι 1 και 2, δεν αφορούν τις ενέργειες οι οποίες σχετίζονται με τη χρήση του εδάφους για σκοπούς γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας και εκτελούνται βάσει χρηστής επαγγελματικής συμπεριφοράς και συμφώνως προς τις επιταγές του άρθρου 5, παράγραφοι 4 έως 6, τις ενέργειες αξιοποιήσεως των προϊόντων που προέρχονται από τέτοιες δραστηριότητες, ή τις παρεμβάσεις που επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 19, τις εκτιμήσεις των επιπτώσεων στο περιβάλλον στο πλαίσιο του νόμου περί εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, ή ακόμη τα μέτρα η λήψη των οποίων επιτρέπεται βάσει του άρθρου 30, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βλάπτονται εσκεμμένως τα ζώα, περιλαμβανομένων των τόπων φωλεοποιήσεως και επωάσεως, καθώς και των τόπων κατοικίας ή καταφυγίου τους, και τα φυτικά είδη που τυγχάνουν ειδικής προστασίας. Δεν θίγονται οι διατάξεις των ομόσπονδων κρατών που εξασφαλίζουν αυξημένη προστασία.»
17. Η οδηγία περί οικοτόπων μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη της Γερμανίας και με μια σειρά ειδικών νόμων. Για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως, είναι σκόπιμη η αναφορά στον Pflanzenschutzgesetz (νόμο περί της προστασίας των φυτικών ειδών) της 14ης Μαΐου 1998 (6), του οποίου το άρθρο 6, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Η χρήση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει να αποτελεί αντικείμενο χρηστής επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η χρήση απαγορεύεται αν είναι αναμενόμενο ότι θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και των ζώων, καθώς και στον υδροφόρο ορίζοντα, ή ότι θα έχει άλλες σοβαρές επιβλαβείς συνέπειες, ιδίως στην ισορροπία της φύσης. Η αρμόδια αρχή μπορεί να διατάξει τη λήψη μέτρων τα οποία είναι αναγκαία για την τήρηση των επιταγών του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.»
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
18. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τις οποίες της κοινοποίησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με την οδηγία περί οικοτόπων και, ως εκ τούτου, απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος, στις 10 Απριλίου 2000, έγγραφο οχλήσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ.
19. Κατόπιν του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή απέστειλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στις 25 Ιουλίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία της ζήτησε να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την προαναφερθείσα οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών.
20. Επειδή η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις και τις απαντήσεις που παρέσχε η Γερμανική Κυβέρνηση, ζήτησε από το Δικαστήριο, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 28 Φεβρουαρίου 2003, να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, παράγραφοι 3 και 4, καθώς και από τα άρθρα 12, 13 και 16 της οδηγίας [περί οικοτόπων], καθόσον:
«– δεν επιβάλλει, για ορισμένα προγράμματα τα οποία δεν αφορούν το εσωτερικό ειδικών ζωνών διατηρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεών τους σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας, ανεξαρτήτως της δυνατότητας των εν λόγω προγραμμάτων να βλάψουν σημαντικά μια ειδική ζώνη διατηρήσεως,
– επιτρέπει τις εκπομπές ρύπων εντός μιας ειδικής ζώνης διατηρήσεως ανεξαρτήτως του αν μπορούν να τη βλάψουν σημαντικά,
– εξαιρεί ορισμένες μη ηθελημένες βλάβες προστατευόμενων ζωικών ειδών από το πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων προστασίας,
– δεν διασφαλίζει, στην περίπτωση ορισμένων πράξεων που συμβιβάζονται με τη διατήρηση της ζώνης προστασίας, την τήρηση των εισαγουσών παρέκκλιση διατάξεων του άρθρου 16 της οδηγίας,
– διατηρεί σε ισχύ διατάξεις περί της εφαρμογής των μέσων προστασίας της χλωρίδας οι οποίες δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τα διάφορα είδη χλωρίδας και
– δεν έχει κοινοποιήσει διατάξεις σχετικές με την αλιεία και/ή δεν έχει μεριμνήσει ώστε οι διατάξεις αυτές να περιέχουν επαρκείς [σε σχέση με τις επιταγές της οδηγίας] απαγορεύσεις αλιείας.»
21. Η Γερμανία και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
22. Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρέστησαν επίσης στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Ιουλίου 2005.
IV – Εκτίμηση
Επί του παραδεκτού
23. Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε αρκούντως υπόψη τις επιπτώσεις των ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων που επήλθαν, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, τόσο στον BNatSchG όσο και σε άλλες ειδικές εθνικές διατάξεις. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η Επιτροπή θα έπρεπε, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω τροποποιήσεων, να εκτιμήσει διαφορετικά τη συμβατότητα της γερμανικής ρυθμίσεως με την οδηγία περί οικοτόπων.
24. Επισημαίνω, ευθύς εξαρχής, ότι τα επιχειρήματα των γερμανικών αρχών δεν είναι ικανά να προσβάλουν το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής. Συγκεκριμένα, το αν η Επιτροπή έπρεπε να είχε λάβει υπόψη ορισμένες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις κατά την εκτίμηση της συμβατότητας της γερμανικής ρυθμίσεως αποτελεί ζήτημα ουσίας και, ως εκ τούτου, δεν αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, αλλά το βάσιμό της.
25. Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, πρέπει να επισημανθεί ότι η θέσπιση του νέου νόμου και των άλλων διατάξεων που επικαλείται η καθής κυβέρνηση δεν μετέβαλε το περιεχόμενο καμίας από τις διατάξεις κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση προσφυγή αφορά διατάξεις οι οποίες παρέμειναν κατ’ ουσίαν αμετάβλητες (7).
26. Πάντως, οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι είχαν επιπτώσεις σε ορισμένες από τις διατάξεις κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή, δεν καθιστούν, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτη την υπό κρίση προσφυγή. Είναι, πράγματι, γνωστό ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η διάπραξη παραβάσεως κράτους μέλους πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή παρουσιάζεται μετά το πέρας της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές» (8). Κατά την εκπνοή, όμως, της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη την οποία απέστειλε η Επιτροπή στη Γερμανία στις 25 Ιουλίου 2001, οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που επικαλείται η καθής κυβέρνηση δεν είχαν ακόμη τεθεί σε ισχύ. Συγκεκριμένα, όπως επιβεβαίωσε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θεσπίστηκαν τον Μάρτιο του 2002.
27. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι αντιρρήσεις που προβάλλει επί του σημείου αυτού η Γερμανική Κυβέρνηση είναι απορριπτέες.
28. Εξάλλου, δεν είναι επίσης δυνατόν να προσαφθεί στην Επιτροπή –αν εξετασθεί αυτεπαγγέλτως ένας σχετικός ισχυρισμός τον οποίο η Γερμανία ουδέποτε προέβαλε– ότι στήριξε την προσφυγή της σε αιτιάσεις διαφορετικές από εκείνες που προέβαλε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, διότι το δικόγραφο της προσφυγής παρέπεμπε σε διατάξεις του νέου νόμου οι οποίες δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο εκπνοής της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Κατά πάγια κοινοτική νομολογία, για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του παραδεκτού προσφυγής λόγω παραβάσεως, δεν είναι αναγκαία «η πλήρης σύμπτωση των εθνικών διατάξεων στις οποίες παραπέμπει η αιτιολογημένη γνώμη και των διατάξεων που περιλαμβάνει το δικόγραφο της προσφυγής» (9). Κατά το Δικαστήριο, «αρκεί το σύστημα που καθιερώνουν οι προσβαλλόμενες κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία νομοθετικές διατάξεις να έχουν διατηρηθεί σε ισχύ, στο σύνολό τους, με τα νέα μέτρα που θεσπίζει το κράτος μέλος κατόπιν της αποστολής της αιτιολογημένης γνώμης και τα οποία προσβάλλονται στο πλαίσιο της προσφυγής» (10). Είναι σαφές, όπως εξάλλου προαναφέρθηκε, ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται εν προκειμένω.
29. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, θα εξετάσω αναλυτικώς τις αιτιάσεις της Επιτροπής.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
30. Η Επιτροπή επικαλείται, καταρχάς, πλημμελή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, στο μέτρο που ο ορισμός της έννοιας «πρόγραμμα», τον οποίο περιλαμβάνει το άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 11, b) και c), του νέου νόμου (πρώην άρθρο 19a, παράγραφος 2, σημείο 8, του BNatSchG) και ο οποίος ισχύει για τα προγράμματα που υλοποιούνται εκτός των ειδικών ζωνών διατηρήσεως, είναι υπερβολικά περιοριστικός και απαλλάσσει ορισμένες δραστηριότητες και παρεμβάσεις δυνητικώς επιβλαβείς για τους προστατευόμενους τόπους από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεών τους.
31. Πρώτον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τα προγράμματα τα οποία χαρακτηρίζει το άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 11, b), ως «παρεμβάσεις στη φύση και στο τοπίο» περιλαμβάνουν μόνον τις παρεμβάσεις που συνίστανται, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1 (πρώην άρθρου 8, παράγραφος 1) στο οποίο παραπέμπει η εν λόγω διάταξη, σε «μεταβολές» στη μορφή ή στη χρήση των «βασικών εκτάσεων», χωρίς να λαμβάνονται, επομένως, υπόψη όλες οι άλλες δραστηριότητες ή μέτρα που δεν επιφέρουν τέτοιου είδους μεταβολές. Το άρθρο 18, παράγραφος 2 (πρώην άρθρο 8, παράγραφος 7), αποκλείει ρητώς από την έννοια αυτή τη χρήση των εδαφών με σκοπό τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω χρήση λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς και τις αρχές της προστασίας της φύσεως και της διατηρήσεως του τοπίου. Η προϋπόθεση αυτή είναι, ωστόσο, τόσο αόριστη ώστε δεν μπορεί να εξασφαλίσει την προσήκουσα προστασία των προστατευόμενων τόπων.
32. Δεύτερον, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ως «προγράμματα» χαρακτηρίζονται μόνον οι εγκαταστάσεις και οι σταθμοί εκμεταλλεύσεως των υδάτων για τη λειτουργία των οποίων απαιτείται άδεια ή έγκριση βάσει του νόμου για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως ή του νόμου για το καθεστώς που διέπει τα ύδατα, αντιστοίχως [άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 11, c)]. Συνεπώς, όλες οι εγκαταστάσεις και οι σταθμοί που δεν υπάγονται στις εν λόγω διαδικασίες απαλλάσσονται από την υποχρέωση εκτιμήσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, ανεξαρτήτως του αν ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους προστατευόμενους τόπους.
33. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει, καταρχάς, ότι η ερμηνεία της έννοιας του «προγράμματος» την οποία προτείνει η Επιτροπή είναι υπερβολικά ευρεία, στο μέτρο που δεν δέχεται κανενός είδους περιορισμό της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των επιπτώσεων των οικείων εγκαταστάσεων. Η έννοια αυτή θα έπρεπε, αντιθέτως, να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων ορισμών που περιλαμβάνει η οδηγία 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (11).
34. Η καθής κυβέρνηση υποστηρίζει, επίσης, ότι οι κατηγορίες «προγραμμάτων» που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 11, b) και c), περιλαμβάνουν, στην πράξη, όλες τις περιπτώσεις παρεμβάσεων εκτός των ειδικών ζωνών διατηρήσεως οι οποίες ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους εν λόγω τόπους. Όσον αφορά, ακολούθως, τις παρεμβάσεις που δεν εμπίπτουν στις εν λόγω κατηγορίες, απαιτείται, εν πάση περιπτώσει, η τήρηση αυστηρών κανόνων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος, η οποία εξασφαλίζει την κατάλληλη και αποτελεσματική προστασία των ειδικών ζωνών διατηρήσεως.
35. Επισημαίνω ευθύς εξαρχής ότι, κατά την άποψή μου, τα επιχειρήματα της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν είναι πειστικά.
36. Συγκεκριμένα, φρονώ, ότι το περιεχόμενο των επίδικων εθνικών διατάξεων αντιβαίνει τόσο προς το γράμμα όσο και προς το πνεύμα του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων. Από τον συνδυασμό των άρθρων 10, παράγραφος 1, σημείο 11, b) και c), και 18, παράγραφοι 1 και 2, του νέου νόμου προκύπτει όντως –και αυτό δεν αμφισβητείται από τη Γερμανική Κυβέρνηση– ότι ορισμένα μέτρα και δραστηριότητες αποκλείονται από την έννοια του «προγράμματος» και, ως εκ τούτου, από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεών τους, λαμβανομένων υπόψη στοιχείων όπως η φύση της παρεμβάσεως (ήτοι το αν επιφέρουν μεταβολές στη μορφή ή στη χρήση των βασικών εκτάσεων ή στο επίπεδο των υπόγειων υδάτων), ο τομέας στον οποίο εμπίπτει η δραστηριότητα (γεωργία, δασοκομία και αλιεία) και το ότι για την υλοποίησή τους δεν απαιτείται συγκεκριμένη άδεια ή έγκριση.
37. Το άρθρο 6,παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει ότι «κάθε σχέδιο […] το οποίο […] είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο» (12). Επομένως, πρόκειται για μια ευρείας εκτάσεως υποχρέωση η οποία αφορά όλα τα μέτρα και δραστηριότητες που μπορούν να βλάψουν, αφ’ εαυτών ή από κοινού με άλλα, τις ειδικές ζώνες διατηρήσεως, αναγνωρίζει δε ένα μόνο περιορισμό στην εφαρμογή της: την έλλειψη, αυτή καθαυτήν, σημαντικών επιπτώσεων στους εν λόγω τόπους.
38. Επομένως, είναι, κατά την άποψή μου, προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει γενικώς και αορίστως δεκτό, όπως προβλέπει η γερμανική κανονιστική ρύθμιση, ότι προκαθορισθείσες κατηγορίες δραστηριοτήτων ή παρεμβάσεων δεν έχουν ποτέ τέτοιου είδους συνέπειες. Οι επιπτώσεις ενός προγράμματος δεν αποτελούν απόλυτο στοιχείο, αλλά συνάρτηση της φύσεως και των χαρακτηριστικών τόσο του επίμαχου προγράμματος όσο και του τόπου και του είδους περί των οποίων πρόκειται, οπότε πρέπει να εκτιμώνται κατά περίπτωση. Επί παραδείγματι, φυσικοί οικότοποι περιορισμένων διαστάσεων, στους οποίους απαντούν σπάνια και ιδιαιτέρως ευαίσθητα είδη, ενδέχεται να αντιδρούν σε πολύ εντονότερο βαθμό σε συγκεκριμένου είδους εξωτερικές παρεμβάσεις από όσο άλλοι, λιγότερο «ευαίσθητοι» τόποι. Κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή συνάδει απολύτως με την προτεραιότητα που δίδει η οδηγία στη διατήρηση των προστατευόμενων τόπων και στην προστασία των απειλούμενων ειδών.
39. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι αντιβαίνουν στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων «[προγράμματα ή σχέδια] απαλλάσσονται γενικώς από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεων επί του τόπου είτε λόγω του χαμηλού ποσού των προγραμματιζομένων δαπανών είτε λόγω του ειδικού χαρακτήρα των οικείων τομέων δραστηριότητας» (13). Φρονώ ότι ο ισχυρισμός αυτός πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να γίνεται δεκτός σε περιπτώσεις εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων όπως η προκείμενη, η οποία αποκλείει εκ των προτέρων από την υποχρέωση προηγούμενης εκτιμήσεως των επιπτώσεων ολόκληρες κατηγορίες δραστηριοτήτων και παρεμβάσεων.
40. Τέτοιου είδους ελλείψεις στις διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να καλυφθούν στη συνέχεια από το στοιχείο που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση, ήτοι από το ότι τα προγράμματα των οποίων οι επιπτώσεις δεν εκτιμώνται πρέπει, εν πάση περιπτώσει και βάσει του άρθρου 18 του νέου νόμου, να τηρούν τις αρχές και τους κανόνες περί προστασίας του περιβάλλοντος και της φύσεως και περί διατηρήσεως του τοπίου, ώστε να πληρούνται, έστω και εμμέσως, οι επιταγές του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων όσον αφορά τους τομείς της διατηρήσεως των τόπων και της εκτιμήσεως των επιπτώσεων. Συγκεκριμένα, η αναφορά σε γενικούς κανόνες ή σε «χρηστές επαγγελματικές συμπεριφορές» μπορούν να εξασφαλίσουν κατά συγκεκριμένο, ακριβή και σαφή τρόπο τη μεταφορά των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη στον βαθμό που απαιτεί η πάγια κοινοτική νομολογία (14). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, εν προκειμένω, είναι ιδιαιτέρως σημαντική η ακριβής μεταφορά των επίμαχων διατάξεων στο εσωτερικό δίκαιο, καθόσον πρόκειται περί διαδικαστικών κανόνων, θεμελιωδών για τη γενική οικονομία της οδηγίας περί οικοτόπων, οι οποίοι διέπουν ειδικώς την προστασία συγκεκριμένων ζωνών (των ειδικών ζωνών διατηρήσεως «Natura 2000») και, ως εκ τούτου, ενισχύουν σημαντικά τη σπουδαιότητα της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των επιπτώσεων.
41. Συνεπώς, φρονώ ότι οι στηριζόμενες στο άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας αιτιάσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως
42. Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή επικαλείται επίσης πλημμελή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων ατμοσφαιρικών ρύπων στους προστατευόμενους τόπους.
43. Κατά την Επιτροπή, το πρόβλημα ανακύπτει από το γεγονός ότι, κατά την έννοια του άρθρου 36 του νέου νόμου (πρώην άρθρο 19e του BNatSchG), η λειτουργία μιας εκπέμπουσας ρύπους εγκαταστάσεως απαγορεύεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ενδέχεται να βλάψει σημαντικά μια ειδική ζώνη διατηρήσεως ευρισκόμενη εντός της δικής της «ζώνης επιρροής», όπως αυτή ορίζεται στις διατάξεις περί εφαρμογής του νόμου για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως και, ειδικότερα, στην εγκύκλιο που τιτλοφορείται «Ατμοσφαιρική ρύπανση» (Erste allgemeine Verwaltungsvorschrift zum Bundes-Immissionsschutzgesetz – TA Luft (15)). Επομένως, οι επιπτώσεις στις ειδικές ζώνες διατηρήσεως που βρίσκονται εκτός της «ζώνης επιρροής» δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας.
44. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι ο έλεγχος των επιβλαβών συνεπειών της εκπομπής ρύπων σε συγκεκριμένη «ζώνη επιρροής» λαμβάνει σαφώς υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της περιοχής. Στην πράξη, καμία άδεια δεν χορηγείται για την εκπομπή ρύπων δυνάμενων να βλάψουν προστατευόμενα είδη κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας περί οικοτόπων.
45. Κατά την άποψή μου, οι εκτιμήσεις στο πλαίσιο της αναλύσεως της πρώτης αιτιάσεως ισχύουν, mutatis mutandis, και εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, και στην προκείμενη περίπτωση, η γερμανική κανονιστική ρύθμιση περιορίζει εκ των προτέρων τη συνεκτίμηση των συνεπειών ορισμένων δραστηριοτήτων στους προστατευόμενους τόπους βάσει ενός κριτηρίου διαφοροποιήσεως (το αν ο προστατευόμενος τόπος βρίσκεται εντός ή εκτός μιας «ζώνης επιρροής»), το οποίο δεν προβλέπεται από το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας.
46. Φρονώ, επομένως, ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός πρέπει να γίνει δεκτός.
Επί της τρίτης αιτιάσεως
47. Με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή επικαλείται εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, στη γερμανική έννομη τάξη, καθόσον το γερμανικό δίκαιο απαγορεύει μόνον τις ηθελημένες επιβλαβείς παρεμβάσεις στους τόπους αναπαραγωγής και στους τόπους αναπαύσεως ορισμένων ζωικών ειδών. Ειδικότερα, η Επιτροπή επικρίνει το ότι οι εθνικές διατάξεις μεταφοράς του εν λόγω άρθρου της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 43, παράγραφος 4, του νέου νόμου, πρώην άρθρο 20f, παράγραφος 3, του BNatSchG) περιλαμβάνουν παρέκκλιση από τις απαγορεύσεις στον τομέα της προστασίας των ζωικών ειδών, στην οποία εμπίπτουν μη ηθελημένες επιβλαβείς παρεμβάσεις στους τόπους φωλεοποιήσεως, επωάσεως ή καταφυγίου των προστατευόμενων ειδών. Το σύστημα προστασίας που προβλέπει το άρθρο 12 δεν επιτρέπει καμία σχετική παρέκκλιση.
48. Η Γερμανία βάλλει κατά της εν λόγω ερμηνείας του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, κρίνοντάς την υπερβολικά αυστηρή και, ως εκ τούτου, αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
49. Κατά την άποψή μου, υπέρ της ερμηνείας της Επιτροπής συνηγορεί, καταρχάς, το γράμμα, αυτό καθαυτό, της επίδικης διατάξεως. Πράγματι, αντιθέτως προς τις άλλες απαγορεύσεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, οι οποίες αφορούν ρητώς μόνον «ηθελημένες» ενέργειες (στοιχείο α΄) ή ενέργειες «εκ προθέσεως» (στοιχεία β΄ και γ΄), η σχετική με τους τόπους αναπαραγωγής και αναπαύσεως απαγόρευση (στοιχείο δ΄) προβλέπει κάθε είδους βλάβη ή καταστροφή, χωρίς να γίνεται, επομένως, διάκριση ανάλογα με το αν η επιβλαβής παρέμβαση στις εν λόγω ζώνες είναι ηθελημένη ή μη.
50. Πάντως, φρονώ ότι η ενισχυμένη προστασία των εν λόγω τόπων δικαιολογείται επίσης από τους σκοπούς της οδηγίας περί οικοτόπων, «δεδομένου ότι ο κυριότερος σκοπός της είναι να ευνοήσει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας» (16). Η προστασία των τόπων αναπαραγωγής και αναπαύσεως είναι όντως ιδιαιτέρως σημαντική τόσο για τη διατήρηση όσο και για την επιβίωση, αυτή καθαυτήν, των απειλούμενων ζωικών ειδών.
51. Η επίδικη γερμανική κανονιστική ρύθμιση, αντιθέτως, δεν εξασφαλίζει την εν λόγω προστασία, ακριβώς διότι, όπως αναγνώρισε η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, καθιστά δυνατό τον αποκλεισμό από το σύστημα προστασίας των ζωικών ειδών που καθιερώνει το άρθρο 12 της οδηγίας δραστηριοτήτων δυνάμενων να προκαλέσουν μη ηθελημένη βλάβη στις ζώνες αναπαραγωγής και αναπαύσεως των προστατευόμενων ειδών (17).
52. Συνεπώς, φρονώ ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Επί της τετάρτης αιτιάσεως
53. Η Επιτροπή προβάλλει επίσης την εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας στο γερμανικό δίκαιο, στο μέτρο που δεν τηρήθηκαν ακριβώς οι προϋποθέσεις από τις οποίες η εν λόγω διάταξη εξαρτά την παρέκκλιση από διάφορες προβλεπόμενες από την οδηγία απαγορεύσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 43, παράγραφος 4, του νέου νόμου (πρώην άρθρο 20f, παράγραφος 3, του BNatSchG) δεν περιλαμβάνει ρητή αναφορά στις εν λόγω προϋποθέσεις.
54. Επισημαίνω καταρχάς ότι, και στην περίπτωση αυτή, φρονώ ότι οι επικρίσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες. Συγκεκριμένα, το άρθρο 43, παράγραφος 4, του εθνικού νόμου, ενώ ρυθμίζει τις εξαιρέσεις από τις απαγορεύσεις που ισχύουν στον τομέα της προστασίας της πανίδας και της χλωρίδας, δεν περιέχει καμία αναφορά στο άρθρο 16 της οδηγίας ή στις κατηγορίες των επιτρεπόμενων παρεκκλίσεων τις οποίες αριθμεί εξαντλητικώς το εν λόγω άρθρο. Αντιθέτως, φρονώ ότι η επίδικη διάταξη επιτρέπει επιπλέον παρεκκλίσεις ή, εν πάση περιπτώσει, έχει πολύ πιο αόριστη διατύπωση από την αντίστοιχη διάταξη της οδηγίας (18). Επί παραδείγματι, προβλέπει ότι «οι απαγορεύσεις […] δεν αφορούν τις ενέργειες οι οποίες σχετίζονται με τη χρήση του εδάφους για σκοπούς γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας […]», ενώ το άρθρο 16, στοιχείο β΄, της οδηγίας δέχεται παρεκκλίσεις στους εν λόγω τομείς δραστηριοτήτων μόνο προκειμένου «να [προληφθούν] σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής».
55. Κατά συνέπεια, το άρθρο 43, παράγραφος 4, του νέου νόμου (πρώην άρθρο 20f, παράγραφος 3, του BNatSchG) δεν συνιστά αρκούντως σαφή και ακριβή μεταφορά της προαναφερθείσας διατάξεως της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, όπως ήδη επισημάνθηκε (ανωτέρω στοιχείο 40), αντιθέτως προς τις επιταγές της πάγιας νομολογίας.
56. Ως εκ τούτου, ο τέταρτος ισχυρισμός της Επιτροπής πρέπει επίσης να γίνει δεκτός.
Επί της πέμπτης αιτιάσεως
57. Με την πέμπτη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Pflanzenschutzgesetz (νόμου για την προστασία των φυτικών ειδών), το οποίο της κοινοποίησε η Γερμανία ως μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη την προστασία των ζωικών και φυτικών ειδών, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας, όσον αφορά τη χρήση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
58. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει, κατ’ ουσίαν, ότι τα εν λόγω προϊόντα υπόκεινται, από την ημερομηνία εγκρίσεώς τους, σε ελέγχους όσον αφορά ενδεχόμενες επιβλαβείς συνέπειές τους στην υγεία του ανθρώπου και των ζώων, καθώς και «στην ισορροπία της φύσεως», γεγονός που, κατά την άποψή της, καθιστά δυνατή την εκπλήρωση των σκοπών της οδηγίας περί οικοτόπων.
59. Πρέπει, ωστόσο, να συμφωνήσω με την Επιτροπή ως προς το ότι η επίδικη διάταξη, αναφέροντας τις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαγορεύεται η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όχι μόνο δεν παραπέμπει στην οδηγία περί οικοτόπων, αλλά, κυρίως, δεν προσδιορίζει σαφώς και επακριβώς τις προβλεπόμενες στα άρθρα 12 και 13 απαγορεύσεις επιβλαβών παρεμβάσεων στα προστατευόμενα είδη. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχουν εκπληρωθεί οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που επιβάλλει σχετικώς η οδηγία.
60. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι επικρίσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες.
Επί της έκτης αιτιάσεως
61. Η Επιτροπή επικαλείται, τέλος, παράβαση των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας, στο μέτρο που i) η Γερμανία δεν της κοινοποίησε τις κρίσιμες στον τομέα της αλιείας διατάξεις της νομοθεσίας οκτώ ομόσπονδων κρατών (19) και ii) οι διατάξεις που ισχύουν σε τρία άλλα ομόσπονδα κράτη (20) δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές της οδηγίας όσον αφορά τις απαγορεύσεις αλιείας.
62. Η Γερμανική Κυβέρνηση, μολονότι αναγνωρίζει ότι ορισμένες διατάξεις των ομόσπονδων κρατών στον τομέα της αλιείας δεν συνάδουν πλήρως προς την οδηγία, όπως π.χ. η κανονιστική ρύθμιση του ομόσπονδου κράτους της Βρέμης, αντιτάσσει ότι δεν υπείχε υποχρέωση κοινοποιήσεως των διατάξεών της, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις προϋποθέτουν, εν πάση περιπτώσει, την τήρηση της ομοσπονδιακής νομοθεσίας καθώς και του κοινοτικού δικαίου.
63. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμίσω εκ νέου (βλ. ανωτέρω σημείο 40) ότι, κατά πάγια κοινοτική νομολογία, η μεταφορά των διατάξεων μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει «να παράγει αναμφισβητήτως δεσμευτικά αποτελέσματα, να εξειδικεύει το αντικείμενό τους και να έχει την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται προκειμένου να τηρείται η αρχή περί ασφάλειας δικαίου» (21). Αυτό ισχύει, ειδικότερα, πάντα κατά πάγια νομολογία, όταν πρόκειται περί διατάξεων όπως οι εξεταζόμενες, οι οποίες αναθέτουν τη «διαχείριση της κοινής κληρονομιάς […] στα κράτη μέλη όσον αφορά το έδαφος του καθενός» (22).
64. Επομένως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις των ομόσπονδων κρατών στον τομέα της αλιείας συνάδουν προς την ομοσπονδιακή νομοθεσία και το κοινοτικό δίκαιο, η αναφορά στις γενικές αρχές της υπεροχής του εν λόγω δικαίου και της σύμφωνης ερμηνείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σαφής και συγκεκριμένος τρόπος μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Αντιθέτως, η σύγκρουση κανόνων, την οποία αναγνωρίζει η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, τουλάχιστον ως προς ορισμένα ομόσπονδα κράτη, μάλλον προκαλεί, σε ορισμένα σημεία, αμφισημία δυνάμενη να θίξει την αποτελεσματική τήρηση των απαγορεύσεων αλιείας.
65. Ως εκ τούτου, δεν χωρεί, κατά την άποψή μου, αμφιβολία ως προς το ότι η Γερμανία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12 και 16, όσον αφορά το καθεστώς αλιείας.
66. Φρονώ, συνεπώς, ότι όλες οι αιτιάσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες και, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
67. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και το κράτος αυτό ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
68. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να μεταφέρει πλήρως και ορθώς τα άρθρα 6, παράγραφοι 3 και 4, 12, 13 και 16 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 206, σ. 7.
3 – BGBl. 1998 I, σ. 823.
4 – BGBl. 2002 Ι, σ. 1193.
5 – Δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις ταυτίζονται, οι διάδικοι παραπέμπουν, με τα υπομνήματά τους, τόσο στις διατάξεις του νέου νόμου όσο και σε εκείνες του BNatSchG. Θα εφαρμόσω την ίδια πρακτική κατά την εξέταση της προσφυγής.
6 – BGBl. 1998 Ι, σ. 971.
7 – Πράγματι, με την προσφυγή της, η Επιτροπή παραπέμπει σε διατάξεις του νέου νόμου μόνον εφόσον συμπίπτουν με τις αντίστοιχες του προγενέστερου νόμου.
8 – Αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1998, C-214/96, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-7661, σκέψη 25), της 25ης Μαΐου 2000, C-384/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. Ι-3823, σκέψη 35) και της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C-417/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2004, σ. I-7973, σκέψη 22).
9 – Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2005, C-221/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39).
10 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 39, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
11 – Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 1985, L 175, σ. 40), με τον όρο πρόγραμμα νοούνται τα εξής: i) η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων, ii) άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή στο τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους.
12 – Η υπογράμμιση δική μου.
13 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Απριλίου 2000, C-256/98, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-2487, σκέψη 39), η οποία αφορούσε γαλλικό κανόνα βάσει του οποίου από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεων απαλλάσσονταν τα προγράμματα το συνολικό κόστος των οποίων ήταν κατώτερο των 12 εκατομμυρίων FRF και εκείνα που αφορούσαν τους τομείς του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και των τηλεπικοινωνιακών δικτύων.
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, C-262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 9), της 30ής Μαΐου 1991, C-59/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I-2607, σκέψεις 18 και 24), της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-38/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. Ι-10941, σκέψη 53) και της 17ης Μαΐου 2001, C-159/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. Ι-4007, σκέψη 32).
15 – GMBl. 1986, σ. 95.
16 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί οικοτόπων.
17 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C-6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή), με την οποία το Δικαστήριο επισήμανε ότι «το Ηνωμένο Βασίλειο [είχε αναγνωρίσει] ότι η εφαρμοστέα στο Γιβραλτάρ νομοθεσία, απαγορεύοντας μόνον την ηθελημένη υποβάθμιση ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης των οικείων ειδών, δεν πληρο[ύσε] τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄» και ότι, συνεπώς, «αυτό το σκέλος του λόγου της προσφυγής [έπρεπε] να θεωρηθεί βάσιμο» (σκέψη 79).
18 – Επί της αναγκαιότητας στενής ερμηνείας του άρθρου 16 της οδηγίας, βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 111 και 112.
19 – Πρόκειται για τα ομόσπονδα κράτη του Βερολίνου, του Αμβούργου, του Μεκλεμβούργου-Πρόσω Πομερανίας, της Κάτω Σαξονίας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, του Σάαρλαντ, της Σαξονίας και της Σαξονίας-Άνχαλτ.
20 – Ειδικότερα, στη Βαυαρία, βάσει του Verordnung zur Ausfuhrung des Fischereigesetzes (διατάγματος για την εκτέλεση του νόμου περί αλιείας της 4ης Νοεμβρίου 1997, GVBl. 1997, σ. 404, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα της 3ης Δεκεμβρίου 1998, GVBl. 1998, σ. 982), το είδος Coregonus oxyrhynchus δεν συγκαταλέγεται στα προστατευόμενα καθόλη τη διάρκεια του έτους είδη· στο ομόσπονδο κράτος του Βρανδεμβούργου, βάσει του Fischereiordnung (κώδικα περί αλιείας, της 14ης Νοεμβρίου 1997, GVBl. II/97, σ. 867, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα της 22ας Δεκεμβρίου 1998, GVBl. II/99, σ. 25), τα είδη Coregonus oxyrhynchus και Unio crassus δεν προστατεύονται· στο ομόσπονδο κράτος της Βρέμης, τέλος, το Binnenfischereiverordnung (διάταγμα περί εσωτερικής αλιείας της 10ης Μαρτίου 1992, GBl. 1992, σ. 51) δεν περιλαμβάνει στον κατάλογο των απαγορεύσεων αλιείας κανένα από τα τρία είδη (Acipenser sturio, Coregonus oxyrhynchus και Unio crassus) που πρέπει να προστατεύονται στο εν λόγω ομόσπονδο κράτος, ενώ επιτρέπει ρητώς την αλιεία των ειδών Acipenser sturio και Coregonus oxyrhynchus.
21 – Βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, C-159/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. Ι‑4007, σκέψη 32 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 – Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 9) και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-38/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. Ι‑10941, σκέψη 53). Όσον αφορά, ειδικότερα, την οδηγία περί οικοτόπων, βλ., τέλος, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 25 και 26).
Full & Egal Universal Law Academy