ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 14ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-109/03
KPN Telecom BV
κατά
Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit (OPTA)
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Τηλεπικοινωνίες – Ανοικτό δίκτυο στη φωνητική τηλεφωνία – Παροχή πληροφοριών καταλόγου – Έννοια των “σχετικών πληροφοριών” του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ – Καθορισμός της τιμής»
1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του College van Beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικού δικαστηρίου εμπορικών υποθέσεων) (Κάτω Χώρες) υποβλήθηκε στο πλαίσιο υποθέσεως αφορώσας την ελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας. Το αιτούν δικαστήριο εγείρει ζητήματα σχετικά με την έκταση της υποχρεώσεως εταιριών φωνητικής τηλεφωνίας να παρέχουν πληροφορίες προκειμένου για τη σύνταξη καθολικών τηλεφωνικών καταλόγων. Από το Δικαστήριο ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/ΕΚ (2). Ωστόσο, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης καθιστούν απαραίτητη την εξέταση της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ.
I – Το σχετικό με τις υπηρεσίες καταλόγων κοινοτικό νομικό πλαίσιο, ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών
2. Οι οδηγίες που περιέχουν ειδικές διατάξεις για τον τομέα των τηλεφωνικών υπηρεσιών καταλόγου και ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της παρούσας διαφοράς είναι οι ακόλουθες τρεις: η 98/10/EΚ, η 97/66/EΚ (3) και η 96/19/EΚ (4).
3. Η οδηγία 98/10/EΚ εκδόθηκε βάσει του πρώην άρθρου 100A της Συνθήκης ΕΚ και αφορά την εναρμόνιση των όρων που εξασφαλίζουν την ελεύθερη και αποτελεσματική πρόσβαση στα σταθερά δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα και στις σταθερές δημόσιες τηλεφωνικές υπηρεσίες σε περιβάλλον ανοικτών και ανταγωνιστικών αγορών, σύμφωνα με τις αρχές της παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) (5). Σκοπός της είναι η «εξασφάλιση της διαθεσιμότητας, σε κοινοτική κλίμακα, σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών καλής ποιότητας και ο καθορισμός του συνόλου υπηρεσιών στις οποίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, στα πλαίσια της καθολικής υπηρεσίας, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή» (6).
4. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, της οδηγίας ορίζει την καθολική υπηρεσία ως το καθορισμένο ελάχιστο σύνολο υπηρεσιών δεδομένης ποιότητας το οποίο προσφέρεται σε όλους τους χρήστες ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση και, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή.
5. Η οδηγία εντάσσει την παροχή γενικών υπηρεσιών καταλόγου στο καθορισμένο σύνολο υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πλαίσιο της καθολικής υπηρεσίας. Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα και στην έβδομη αιτιολογική σκέψη, η οποία έχει ως εξής: «η παροχή υπηρεσιών καταλόγου είναι δραστηριότητα σε ανταγωνιστικό περιβάλλον· […] οι χρήστες και οι καταναλωτές επιθυμούν εκτεταμένους καταλόγους και υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου που να περιλαμβάνουν όλους τους καταχωρημένους τηλεφωνικούς συνδρομητές και τους αριθμούς τους (συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, κινητών και προσωπικών τηλεφωνικών αριθμών)· […] με την παρούσα οδηγία, δεν επηρεάζεται η κατάσταση κατά την οποία ορισμένοι τηλεφωνικοί κατάλογοι και υπηρεσίες καταλόγου παρέχονται στο χρήστη κατά τρόπο ώστε να θεωρείται ότι η παροχή γίνεται ατελώς».
6. Το άρθρο 6 της οδηγίας 98/10/EΚ ορίζει:
«1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής, όπως η οδηγία 95/46/ΕΚ και η οδηγία 97/66/ΕΚ.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:
α) οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα να καταχωρούνται σε δημόσια διατιθέμενους καταλόγους, καθώς και να ελέγχουν και, εάν είναι απαραίτητο, να διορθώνουν ή να ζητούν τη διαγραφή της σχετικής καταχώρησης·
β) κατάλογοι όλων των συνδρομητών που δεν έχουν διατυπώσει αντίρρηση για την καταχώρησή τους, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, των κινητών και των προσωπικών αριθμών, διατίθενται στους χρήστες υπό μορφή εγκεκριμένη από την εθνική κανονιστική αρχή, είτε έντυπη είτε ηλεκτρονική είτε αμφότερες, και ενημερώνονται τακτικά·
γ) σε όλους τους χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών κοινόχρηστων τηλεφώνων, διατίθεται μία τουλάχιστον υπηρεσία πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου η οποία καλύπτει όλους τους καταχωρημένους συνδρομητικούς αριθμούς·
3. Για να εξασφαλιστεί η παροχή των υπηρεσιών των αναφερομένων στην παράγραφο 2, στοιχεία β΄ και γ΄, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι οργανισμοί που παραχωρούν τηλεφωνικούς αριθμούς σε συνδρομητές ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για διάθεση, υπό συμφωνημένη μορφή, των σχετικών πληροφοριών υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί που παρέχουν τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 στοιχεία β΄ και γ΄, υπηρεσίες, τηρούν την αρχή της αμεροληψίας κατά την επεξεργασία και παρουσίαση των πληροφοριών που τους παρέχονται.»
7. Η οδηγία 97/66/EΚ αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα. Το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας αφορά τους «τηλεφωνικο[ύς] κατ[αλόγους] συνδρομητών». Η παράγραφος 1 έχει ως εξής:
«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στους έντυπους ή ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδρομητών, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή μπορούν να ληφθούν μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, πρέπει να περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας συγκεκριμένου συνδρομητή, εκτός εάν ο συνδρομητής έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του για τη δημοσίευση συμπληρωματικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο συνδρομητής δικαιούται, άνευ επιβαρύνσεως και εφόσον το ζητεί, να μην συμπεριλαμβάνεται σε έντυπο ή ηλεκτρονικό κατάλογο, να δηλώνει ότι δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των προσωπικών του στοιχείων για απευθείας εμπορική προώθηση, να ζητά να παραλείπεται η διεύθυνσή του εν μέρει και να μην επιτρέπει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό.»
8. Το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 96/19/EΚ της Επιτροπής (που τροποποιεί το άρθρο 4 της οδηγίας 90/388/EΟΚ (7)) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την κατάργηση όλων των αποκλειστικών δικαιωμάτων όσον αφορά την εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών καταλόγου, που περιλαμβάνουν τόσο τη δημοσίευση καταλόγων όσο και την παροχή πληροφοριών καταλόγου, στην επικράτειά τους.
[…]»
9. Οι προαναφερθείσες οδηγίες –που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης– δεν ισχύουν πλέον. Μια διάταξη παρεμφερής προς το άρθρο 11 της οδηγίας 97/66/EΚ περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα εισήχθη στην οδηγία 2002/58/EΚ, ενώ διατάξεις σχετικές με τις υπηρεσίες τηλεφωνικού καταλόγου περιελήφθησαν στο νέο κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (8). Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2002/22/EΚ (9), τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν τη διάθεση στους τελικούς χρήστες ενός τουλάχιστον πλήρους καταλόγου συνδρομητών, σε εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή μορφή, είτε έντυπη είτε ηλεκτρονική είτε σε αμφότερες τις μορφές, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά (τουλάχιστον μία φορά ετησίως). Το άρθρο 25, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/22/EΚ ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όλες οι επιχειρήσεις που χορηγούν αριθμούς τηλεφώνου σε συνδρομητές, ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για τη διάθεση, στο πλαίσιο της παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου και καταλόγων, των σχετικών πληροφοριών σε συμφωνημένη μορφή και κατά τρόπο δίκαιο, αντικειμενικό, κοστοστρεφή και αμερόληπτο».
II – Τα πραγματικά περιστατικά, το εθνικό δίκαιο και τα προδικαστικά ερωτήματα
10. Η ΚΡΝ Τelecom BV (στο εξής: ΚPN) είναι η εταιρία που παρέχει καθολικές υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας στις Κάτω Χώρες. Η εν λόγω εταιρία υπέχει από τον νόμο Telecommunicatiewet (νόμος περί τηλεπικοινωνιών) υποχρέωση δημοσιεύσεως πλήρους τηλεφωνικού οδηγού. Η KPN αναθέτει, κατ’ ουσίαν, τη δημοσίευση και τη διανομή του καταλόγου αυτού στην Telefoongids Media BV.
11. Η εταιρία Denda Multimedia BV, παρεμβαίνουσα της κύριας δίκης (στο εξής: Denda), και η εταιρία Topware CD-Service AG (στο εξής: Topware), επιδιώκοντας να δημοσιεύσουν ανταγωνιστικούς τηλεφωνικούς καταλόγους σε CD-ROM και στο Διαδίκτυο, ζήτησαν από την KPN να τους παράσχει τα βασικά στοιχεία όλων των συνδρομητών της (ήτοι όνομα, διεύθυνση, πόλη, αριθμό τηλεφώνου, ταχυδρομικό κώδικα και τη διευκρίνιση αν ο αριθμός χρησιμοποιείται αποκλειστικώς ως γραμμή τηλεομοιοτυπίας) καθώς και όλες τις πρόσθετες πληροφορίες –πλην των διαφημιστικών μηνυμάτων– που δημοσιεύει η KPN στις «λευκές σελίδες» της (ήτοι αριθμό κινητού τηλεφώνου, επάγγελμα, καταχώριση με άλλο όνομα ή σε άλλους δήμους).
12. Η KPN αρνήθηκε να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες. Αρνήθηκε επίσης να διαθέσει τα βασικά στοιχεία έναντι ποσού κατώτερου του 0,85 NLG (0,39 ευρώ) ανά στοιχείο.
13. Το 1997 οι εταιρίες Denda και Topware προσέφυγαν κατά της KPN ενώπιον της Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit [ανεξάρτητης ολλανδικής αρχής αρμόδιας για τα ταχυδρομεία και τις τηλεπικοινωνίες (στο εξής: OPTA)], υποστηρίζοντας ότι η άρνηση της KPN να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες και η τιμή που χρέωνε για την παροχή των βασικών στοιχείων αντέβαιναν στον νόμο περί τηλεπικοινωνιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 43 του διατάγματος ONP για τις μισθωμένες γραμμές και την τηλεφωνία (Besluit ONP huurlijnen en telefonie, στο εξής: BOHT) (10).
14. Το άρθρο 43 του ΒΟHT προβλέπει ότι όποιος παραχωρεί προς χρήση αριθμούς σταθερών, κινητών και προσωπικών τηλεφώνων «κατόπιν αιτήσεως, υπό συμφωνημένη μορφή και με δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους, καθιστά διαθέσιμους τους αριθμούς αυτούς καθώς και τις συναφείς πληροφορίες», προκειμένου για τη σύνταξη τηλεφωνικών καταλόγων και την εξασφάλιση της υπηρεσίας παροχής πληροφοριών από τηλεφώνου στην οποία αναφέρεται το διάταγμα Besluit universele dienstverlening (διάταγμα για την παροχή καθολικών υπηρεσιών). Το άρθρο 43 του διατάγματος BOHT μεταφέρει στο ολλανδικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ.
15. Με απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1999, η ΟΡΤA έκρινε ότι η KPN ήταν υποχρεωμένη να παράσχει μόνον τα βασικά στοιχεία των συνδρομητών της. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι το ποσό που χρέωνε η KPN για τη γνωστοποίηση των εν λόγω στοιχείων δεν έπρεπε να υπερβαίνει το οριακό κόστος της πραγματικής παροχής των βασικών στοιχείων, αυξημένο ενδεχομένως με ένα εύλογο περιθώριο κέρδους. Συγκεκριμένα, η KPN έπρεπε να χρεώνει λιγότερο από 0,005 NLG (0,23 ευρώ) ανά στοιχείο. Η KPN, η Denda και η Topware προσέφυγαν κατά της εν λόγω αποφάσεως.
16. Με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2000, η OPTA μεταρρύθμισε την απόφασή της του Σεπτεμβρίου 1999 και έκρινε ότι η KPN υπείχε υποχρέωση παροχής όλων των «άμεσα χρησιμοποιήσιμων» («kant en klaar») πληροφοριών που λαμβάνει από τους συνδρομητές της. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τα εξής στοιχεία: τον τηλεφωνικό αριθμό της συνδέσεως, το όνομα και τα αρχικά, την ενδεχόμενη επωνυμία εταιρίας, την πλήρη διεύθυνση, συμπεριλαμβανομένου του ταχυδρομικού κώδικα, την ενδεχόμενη καταχώριση του τηλεφωνικού αριθμού με άλλο όνομα, τη διευκρίνιση αν η σύνδεση χρησιμοποιείται (αποκλειστικώς) ως γραμμή τηλεομοιοτυπίας, την πρόσθετη καταχώριση αριθμού/ών κινητού τηλεφώνου, την πρόσθετη καταχώριση του επαγγέλματος και πρόσθετες καταχωρίσεις σε άλλους δήμους. Η ΟΡΤΑ επιβεβαίωσε την αρχική απόφασή της όσον αφορά την επιτρεπόμενη τιμή χρεώσεως ανά στοιχείο.
17. Η KPN άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της OPTA ενώπιον του Arrondissementsrechtbank του Rotterdam. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 21ης Ιουνίου 2001. Η KPN άσκησε στη συνέχεια έφεση ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven. Το College, εκτιμώντας ότι το άρθρο 43 του διατάγματος BOΗT μεταφέρει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ στο εσωτερικό δίκαιο, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Πρέπει κατά την ερμηνεία των λέξεων “σχετικών πληροφοριών” στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/ΕΚ […] να θεωρηθεί ότι με αυτές νοούνται μόνον οι χορηγούμενοι από τους οικείους οργανισμούς αριθμοί με όνομα, διεύθυνση, τόπο κατοικίας και ταχυδρομικό κώδικα αυτών στους οποίους χορηγείται ο αριθμός καθώς και με την ενδεχόμενη ένδειξη ότι ο αριθμός χρησιμοποιείται (αποκλειστικά) ως γραμμή φαξ, ή εμπίπτουν στις “σχετικές πληροφορίες” και άλλα στοιχεία τα οποία διαθέτουν οι οργανισμοί, όπως επιπλέον καταχωρίσεις επαγγέλματος, άλλου ονόματος, άλλου δήμου ή αριθμών κινητής τηλεφωνίας;
2. Έχει η έκφραση “ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για διάθεση [...] υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους”, της αναφερόμενης στο ερώτημα 1 διατάξεως την έννοια ότι:
α) οι αριθμοί με όνομα, διεύθυνση, τόπο κατοικίας και ταχυδρομικό κώδικα αυτού στον οποίο χορηγείται ο αριθμός πρέπει να είναι διαθέσιμοι [έναντι] αμοιβής που καλύπτει μόνον το οριακό κόστος το οποίο συνεπάγεται η πραγματική διάθεσή τους, και
β) πρέπει άλλα στοιχεία πλην των αναφερομένων στο στοιχείο α΄ να είναι διαθέσιμα [έναντι] αμοιβής που καλύπτει το κόστος το οποίο ο παρέχων τα στοιχεία αυτά αποδεικνύει ότι είχε προκειμένου να αποκτήσει ή να παράσχει τα εν λόγω στοιχεία;»
III – Εκτίμηση
A – Ποιες πληροφορίες θεωρούνται ως «σχετικές» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ;
18. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιες πληροφορίες θεωρούνται ως «σχετικές» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της επίμαχης οδηγίας.
19. Το γράμμα της οδηγίας 98/10/EΚ δεν παρέχει συγκεκριμένες ενδείξεις όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας των «σχετικών πληροφοριών» του άρθρου 6, παράγραφος 3. Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και ο σκοπός που επιδιώκει η οδηγία (11).
20. Όπως επισημάνθηκε, σκοπός της οδηγίας είναι η εξασφάλιση, σε κοινοτική κλίμακα, σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου και ο καθορισμός των υπηρεσιών στις οποίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, σε προσιτή τιμή. Είναι προφανές ότι η επιδίωξη καθορισμού και εναρμονίσεως των καθολικών τηλεφωνικών υπηρεσιών, ιδίως των υπηρεσιών καταλόγου, αποτελεί παρακολούθημα της ελευθερώσεως των αγορών φωνητικής τηλεφωνίας. Αν, λόγω του μεγάλου αριθμού των παρεχόντων υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, οι σχετικές με τους συνδρομητές πληροφορίες ήταν διασκορπισμένες σε διάφορους καταλόγους, οι καταναλωτές θα αντιμετώπιζαν πρακτικά προβλήματα. Ομοίως, η στροφή του καταναλωτή σε άλλη εταιρία παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας θα ήταν λιγότερο ελκυστική αν συνεπαγόταν τον ακούσιο αποκλεισμό του από τους τηλεφωνικούς καταλόγους. Τα εν λόγω μειονεκτήματα για τους τελικούς καταναλωτές θα μπορούσαν ακόμη να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην αγορά των υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας. Συνεπώς, το άρθρο 6 της οδηγίας εξασφαλίζει την ύπαρξη καθολικών τηλεφωνικών υπηρεσιών καταλόγου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο να μην τις περιλαμβάνει η αγορά. Το άρθρο αυτό διευκολύνει στην πραγματικότητα τη σύνταξη πλήρων τηλεφωνικών καταλόγων, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ώστε όλες οι εταιρίες τηλεφωνίας να έχουν στη διάθεσή τους τις αναγκαίες για τη σύνταξη καταλόγου πληροφορίες. Η έννοια των «σχετικών πληροφοριών», ως μέρος της διατάξεως αυτής, πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του κύριου σκοπού που επιδιώκει η οδηγία, ήτοι της προστασίας των καταναλωτών.
21. Οι προτάσεις ερμηνείας της έννοιας των «σχετικών πληροφοριών» που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ήταν τρεις. Σύμφωνα με την ερμηνεία της KPN, με τον όρο «σχετικές» νοούνται οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εγκατάσταση και διατήρηση μιας τηλεφωνικής συνδέσεως. Η KPN υποστηρίζει ότι στην έννοια των «σχετικών πληροφοριών» εμπίπτουν μόνον οι πληροφορίες τις οποίες παρέχουν οι συνδρομητές προκειμένου να δημοσιευθούν σε τηλεφωνικό κατάλογο και που συνδέονται, συγχρόνως, άρρηκτα με την παροχή υπηρεσιών σταθερού τηλεφώνου.
22. Η δεύτερη ερμηνεία, την οποία προτείνουν η OPTA και η Denda, συνδέει τον όρο «σχετικές» με τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη δημιουργία ανταγωνισμού στην αγορά υπηρεσιών καταλόγου. Κατά την OPTA και την Denda, η έννοια των «σχετικών πληροφοριών» περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που δημοσιεύει η ίδια η KPN στον δικό της τηλεφωνικό κατάλογο. Η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται από την ανάγκη αντισταθμίσεως του πλεονεκτήματος που απέκτησε η KPN στην αγορά τηλεφωνικών υπηρεσιών καταλόγου συνεπεία του γεγονότος ότι αποτελούσε την κύρια –και μέχρι προσφάτως την αποκλειστική– εταιρία παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και δημοσιεύσεως τηλεφωνικών καταλόγων στις Κάτω Χώρες. Για να μπορέσουν οι ανταγωνιστές να δημοσιεύσουν τηλεφωνικό κατάλογο δυνάμενο να ανταγωνιστεί ουσιαστικώς τον κατάλογο της KPN, πρέπει οπωσδήποτε να έχουν στη διάθεσή τους όλες τις πληροφορίες που περιέχει ο εν λόγω κατάλογος.
23. Κατά την τρίτη εναλλακτική ερμηνεία, την οποία προτείνει η Επιτροπή, «σχετικές» είναι οι πληροφορίες που απαιτούνται για την παροχή καθολικών υπηρεσιών καταλόγου.
24. Μόνον η τρίτη ερμηνεία είναι σύμφωνη προς τον σκοπό της οδηγίας 98/10/EΚ. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, με τον όρο «σχετικές» δεν νοούνται οι πληροφορίες που καθιστούν δυνατό τον ουσιαστικό ανταγωνισμό στην αγορά των καθολικών υπηρεσιών καταλόγων, αλλά εκείνες που εξασφαλίζουν την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Η οδηγία, σύμφωνη προς το άρθρο 6 της οδηγίας 96/19/EΚ της Επιτροπής, αναγνωρίζει ότι η παροχή υπηρεσιών καταλόγου είναι ανταγωνιστική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, διευκολύνει την έκδοση πλειόνων πλήρων τηλεφωνικών καταλόγων, με την προϋπόθεση να συνταχθεί τουλάχιστον ένας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σκοπός της είναι η προώθηση του ανταγωνισμού στην αγορά υπηρεσιών καταλόγου, αντί της διατηρήσεως μιας καθολικής υπηρεσίας συγκεκριμένης ποιότητας.
25. Από τον σκοπό της οδηγίας 98/10/EΚ προκύπτει επίσης ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της KPN, η έννοια των «σχετικών πληροφοριών» δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στις πληροφορίες που συνδέονται άρρηκτα με την παροχή υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας. Το καθήκον των παρεχόντων υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας να παρέχουν «σχετικές πληροφορίες» για τη σύνταξη καθολικού καταλόγου περιλαμβάνει και την υποχρέωση συλλογής των πληροφοριών αυτών, ακόμη και αν αυτή η ενέργεια δεν είναι απολύτως αναγκαία για την παροχή της φωνητικής τηλεφωνίας (12). Προφανώς, το καθήκον των παρεχόντων την εν λόγω υπηρεσία να συλλέγουν σχετικές πληροφορίες καταλόγου δεν προσβάλλει το δικαίωμα των συνδρομητών να μη γνωστοποιούν προσωπικά τους στοιχεία ή να μην επιτρέπουν τη δημοσίευση των στοιχείων αυτών σε καθολικούς τηλεφωνικούς καταλόγους.
26. Δεδομένου ότι η οδηγία 98/10/EΚ δεν περιλαμβάνει σαφή ορισμό και ότι η έννοια της καθολικής υπηρεσίας επηρεάζεται από την εξέλιξη της αγοράς και τις διαφορές που εμφανίζει η ζήτηση των χρηστών σε εθνικό επίπεδο, στα κράτη μέλη απόκειται να προσδιορίζουν το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας των «σχετικών πληροφοριών» υπό το πρίσμα των ειδικών εθνικών συνθηκών (13). Ωστόσο, κάθε ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία.
27. Πρώτον, οι «σχετικές πληροφορίες» θα έπρεπε τουλάχιστον να περιλαμβάνουν τον κατάλογο των αριθμών σταθερών, κινητών και προσωπικών τηλεφώνων καθώς και το όνομα, τη διεύθυνση και την πόλη κατοικίας των ατόμων στα οποία αντιστοιχούν οι εν λόγω αριθμοί. Πρόκειται για τα ελάχιστα στοιχεία που οι χρήστες τηλεφωνικών καταλόγων πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους όσον αφορά τους συνδρομητές των οποίων τους αριθμούς αναζητούν. Αυτές οι πληροφορίες πρέπει, συνεπώς, να θεωρούνται ως «σχετικές» υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ.
28. Δεύτερον, όπως προανέφερα, η έννοια των «σχετικών πληροφοριών» του άρθρου 6, παράγραφος 3, αφορά τις πληροφορίες που σχετίζονται με την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Προκειμένου για τον καθορισμό των σχετικών πληροφοριών –πέραν των ελάχιστων στοιχείων–, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις απαιτήσεις που έχει ο μέσος χρήστης από ένα τηλεφωνικό κατάλογο, οι οποίες ενδεχομένως διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να λάβουν υπόψη τα στοιχεία που παραδοσιακώς αναζητούν οι χρήστες σε ένα τηλεφωνικό κατάλογο –για παράδειγμα, επάγγελμα, ιδιότητα κ.λπ.· δεν χωρεί αμφιβολία ότι μια επιχείρηση που κατέχει επί μακρόν αποκλειστικό δικαίωμα παροχής υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τις απαιτήσεις και τις επιθυμίες των χρηστών, όπως εξάλλου επισήμανε η ΟΡΤΑ με τις γραπτές παρατηρήσεις της. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει αυτομάτως δεκτό ότι όλες οι πληροφορίες που δημοσίευσε ή πρόκειται να δημοσιεύσει στους καταλόγους της η εν λόγω επιχείρηση πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται ως «σχετικές» κατά την έννοια της οδηγίας. Στο πλαίσιο της ολλανδικής πρακτικής, αυτή η αντιμετώπιση συνεπάγεται ότι οι βασικοί κανόνες για τις καθολικές υπηρεσίες καταλόγου και η υποχρέωση των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας να συλλέγουν και να παρέχουν σχετικές πληροφορίες εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τα στοιχεία που η KPN αποφασίζει να δημοσιεύσει στον τηλεφωνικό κατάλογό της. Ούτε το περιεχόμενο ούτε ο σκοπός του άρθρου 6 συνηγορούν υπέρ της ενδεχόμενης αυτής ερμηνείας (14).
29. Η OPTA υποστήριξε ότι το άρθρο 43 του διατάγματος BOHT επιβάλλει στην KPN την υποχρέωση να παρέχει όλες τις αναγκαίες για την έκδοση καταλόγου πληροφορίες που διαθέτει, ακόμη και αν η KPN δεν έχει καθήκον να συλλέξει τις εν λόγω πληροφορίες. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην οδηγία. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, επιβάλλει σε όλους τους παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας την ίδια υποχρέωση συλλογής και παροχής πληροφοριών καταλόγου, χωρίς διάκριση βάσει της δομής της αγοράς ή της υπάρξεως έννομης υποχρεώσεως δημοσιεύσεως πλήρους τηλεφωνικού καταλόγου. Η KPN δεν μπορεί να υποχρεωθεί να συλλέξει ή να παράσχει περισσότερες πληροφορίες από άλλες εταιρίες φωνητικής τηλεφωνίας αποκλειστικώς βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας.
30. Επιπλέον, όπως τονίζεται με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η παροχή υπηρεσιών καταλόγου αποτελεί ανταγωνιστική δραστηριότητα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των παρεχόντων υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας είναι δυνατόν να αφορά και το περιεχόμενο των καταλόγων. Οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας μπορούν προφανώς να συλλέξουν περισσότερες από τις σχετικές, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, πληροφορίες, στον βαθμό που δεν προσβάλλονται οι διατάξεις περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων. Οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας είναι εξίσου ελεύθεροι να δημοσιεύουν, είτε απευθείας είτε με τη μεσολάβηση άλλων, καταλόγους περιέχοντες περισσότερες από τις «σχετικές» πληροφορίες. Το ότι ορισμένοι τηλεφωνικοί κατάλογοι περιέχουν περισσότερες πληροφορίες από άλλους δεν θίγει τη διαθεσιμότητα των καθολικών υπηρεσιών καταλόγου, στον βαθμό που οι χρήστες διατηρούν τη δυνατότητα να αναζητήσουν τις πληροφορίες που κατά κανόνα θεωρούνται ως σχετικές.
31. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο ανταγωνισμός ως προς το περιεχόμενο καταλόγων νοθεύεται αν η ΚΡΝ είναι σε θέση να αρνηθεί την πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των καταλόγων. Συναφώς, είναι σκόπιμη η επισήμανση ότι οι γενικοί κανόνες ανταγωνισμού μπορούν να εφαρμοστούν παράλληλα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες που προβλέπουν οι οδηγίες 98/10/EΚ και 96/19/EΚ. Αν θεωρηθεί ότι η KPN υποχρεούται να παράσχει περισσότερες πληροφορίες από αυτές που θεωρούνται ως σχετικές, η υποχρέωση αυτή δεν απορρέει από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, αλλά από την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ.
Εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ
32. Οι εταιρίες OPTA και Denda υποστηρίζουν ότι οι σχετικές με τους συνδρομητές πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στον κατάλογο της KPN αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για όσους επιθυμούν να συντάξουν τηλεφωνικό κατάλογο ικανό να ασκήσει ουσιαστικό ανταγωνισμό στον κατάλογο της ΚΡΝ. Από τη σχετική με το άρθρο 82 ΕΚ νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η άρνηση παροχής πληροφοριών μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, όταν η άρνηση αυτή παρεμποδίζει την είσοδο ενός προϊόντος σε ανταγωνισμό, στη δευτερογενή αγορά, με το προϊόν που παράγει η δεσπόζουσα στην εν λόγω αγορά επιχείρηση (15). Κατόπιν της αναλύσεως της οδηγίας, θα εξετάσω την ενδεχόμενη εφαρμογή της εν λόγω νομολογίας [που είναι γνωστή ως «essential facilities doctrine» (θεωρία των βασικών διευκολύνσεων)] (16) στην εκκρεμή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υπόθεση. Δεν θα εξετάσω όλες τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ, αλλά θα ασχοληθώ με το αν η άρνηση ενός παρέχοντος υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες για τους συνδρομητές μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση (17).
33. Με την απόφαση RTE και ITP κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άσκηση αποκλειστικού δικαιώματος εκ μέρους του κατόχου του μπορεί να αποτελέσει καταχρηστική συμπεριφορά. Στην υπόθεση εκείνη, τρεις εταιρίες μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών επικαλέστηκαν το αποκλειστικό δικαίωμά τους να αρνηθούν να παράσχουν σχετικές με τα τηλεοπτικά προγράμματά τους πληροφορίες σε εκδότη που επρόκειτο να δημοσιεύσει εβδομαδιαίο τηλεοπτικό οδηγό. Οι εν λόγω εταιρίες, αρνούμενες την πρόσβαση στις βασικές πληροφορίες που απαιτούνται για τη δημοσίευση του οδηγού αυτού, μονοπωλούσαν τη δευτερογενή αγορά εβδομαδιαίων τηλεοπτικών περιοδικών, αποκλείοντας τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά. Η άρνησή τους αποτέλεσε, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως εκείνης, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 82 ΕΚ) (18).
34. Η κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Magill επιβεβαιώθηκε με την απόφαση Bronner (19), μολονότι στην τελευταία αυτή απόφαση η άρνηση προσβάσεως σε σύστημα κατ’ οίκον διανομής εφημερίδων δεν χαρακτηρίσθηκε ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ .
35. Με την προδικαστική απόφαση της 29ης Απριλίου 2004 IMS Health, το Δικαστήριο, έχοντας στηριχθεί στις αποφάσεις Magill και Bronner, έκρινε ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεωρηθεί ως καταχρηστική η άρνηση εταιρίας κατέχουσας αποκλειστικό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας να εξασφαλίσει πρόσβαση σε προϊόν ή υπηρεσία απαραίτητη για την άσκηση συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας συνοψίζονται ως εξής: α) η άρνηση πρέπει να μπορεί να αποκλείσει τον ανταγωνισμό σε δευτερογενή αγορά, β) πρέπει να παρακωλύει την εμφάνιση νέου προϊόντος για το οποίο υπάρχει δυνητική ζήτηση και γ) δεν πρέπει να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους (20).
36. Εξαρχής, για να απαγορευθεί η άρνηση παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 82 ΕΚ, πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως ικανής να παράσχει στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση τη δυνατότητα να παρακωλύσει τον ανταγωνισμό στη δευτερογενή αγορά. Είναι, επομένως, απαραίτητο να προσδιοριστεί μια πρωτογενής αγορά με τα προς καταχώριση στοιχεία και μια δευτερογενής αγορά για την οποία τα εν λόγω στοιχεία είναι απαραίτητα (21).
37. Με την απόφαση Magill, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εβδομαδιαία προγράμματα πληροφοριών αποτελούσαν ειδική αγορά, η οποία δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με την αγορά πληροφοριών επί των τηλεοπτικών προγραμμάτων εν γένει (22). Αυτός ο στενός ορισμός της εν λόγω αγοράς προϊόντων στηριζόταν στο ότι οι πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους οι εταιρίες μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικώς με άλλες πληροφορίες επί τηλεοπτικών προγραμμάτων. Ως εκ τούτου, οι εταιρίες μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών είναι η μοναδική πηγή πληροφοριών για τα τηλεοπτικά προγράμματά τους και, κατά συνέπεια, κατέχουν de facto μονοπώλιο στις εν λόγω πληροφορίες (23). Ομοίως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας κατέχουν de facto μονοπώλιο στις σχετικές με τους συνδρομητές τους πληροφορίες, στον βαθμό που οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να υποκατασταθούν από άλλες και είναι απαραίτητες για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας σε δευτερογενή αγορά.
38. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να εξεταστεί αν η πρακτική της KPN να μη γνωστοποιεί τις σχετικές με τους συνδρομητές πληροφορίες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ είναι ικανή να αποτρέψει την ύπαρξη ουσιαστικού ανταγωνισμού προς τον δικό της τηλεφωνικό κατάλογο. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, πρέπει να αποδειχθεί ότι ένας ανταγωνιστής βρίσκεται σε πραγματική ή εύλογη αδυναμία να συλλέξει και να ενημερώνει τις απαιτούμενες πληροφορίες για τους συνδρομητές, αυτές καθαυτές –π.χ. να αποδειχθεί ότι η δημοσίευση ενός καταλόγου χωρίς τις απαιτούμενες πληροφορίες ή η συλλογή των πληροφοριών αυτών με άλλα μέσα δεν αποφέρει κέρδη (24).
39. Ωστόσο, η προβλεπόμενη από το άρθρο 82 ΕΚ υποχρέωση μιας επιχειρήσεως να βοηθήσει τους ανταγωνιστές της δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται επιφανειακώς, η δε άρνηση παροχής πληροφοριών σε ανταγωνιστή δεν θεωρείται αυτομάτως καταχρηστική μόνο διότι τα οικεία στοιχεία προς καταχώριση είναι αναγκαία για την άσκηση ανταγωνισμού στη δευτερογενή αγορά. Είναι απαραίτητη η στάθμιση του συμφέροντος διατηρήσεως ή δημιουργίας συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού σε συγκεκριμένη αγορά και του συμφέροντος προστασίας μιας επενδύσεως ή μιας καινοτομίας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της επιταγής οι καρποί της εμπορικής επιτυχίας να μοιράζονται μεταξύ ανταγωνιστών.
40. Για παράδειγμα, ελλείψει αντικειμενικής αιτιολογίας, η άρνηση διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών αναγκαίων για την άσκηση ουσιαστικού ανταγωνισμού στο προϊόν της επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε δευτερογενή αγορά μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, όταν συνεπάγεται παύση παροχών προς πελάτη (25), αλληλοεξαρτώμενη διάθεση προϊόντων (26), όταν μια κατέχουσα νομίμως μονοπώλιο επιχείρηση εισάγει δυσμενείς διακρίσεις κατά αλλοδαπών ανταγωνιστών (27), ή, στο πλαίσιο δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, όταν η άρνηση παροχών παρακωλύει την ανάδειξη νέου προϊόντος για το οποίο υπάρχει δυνητική ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών (28).
41. Η άρνηση παροχής προϊόντων ή υπηρεσιών από κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως στην περίπτωση προσφάτως ελευθερωθείσας βιομηχανίας στην οποία τα αναγκαία για την άσκηση δραστηριότητας σε δευτερογενή αγορά στοιχεία συγκέντρωσε μια επιχείρηση ως αποτέλεσμα του προηγούμενου μονοπωλίου που νομίμως κατείχε και στο πλαίσιο της οποίας η πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία δεν ρυθμίζεται από ειδικούς τομεακούς κανόνες. Υπό τις συνθήκες αυτές, όταν ο παρέχων υπηρεσίες απολαύει πλεονεκτήματος στη δευτερογενή αγορά, το οποίο απέκτησε διότι ουδέποτε στο παρελθόν αντιμετώπισε ανταγωνισμό, οι ενδεχόμενες βλαπτικές για τις επενδύσεις συνέπειες και οι καινοτομίες που προέκυψαν από την επιβολή υποχρεώσεως παροχής είναι ελάχιστες και μπορούν να αντισταθμιστούν από τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται ο αυξανόμενος ανταγωνισμός. Όπως επισήμανε ένας σχολιαστής, τα μέτρα για την ελευθέρωση τομέων της βιομηχανίας «θα ήταν επουσιώδη αν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες κατέχουν δεσπόζουσα θέση στον τομέα τους» είχαν τη δυνατότητα να προωθήσουν την ένταξή τους στην αγορά και να εισαγάγουν διακρίσεις προς ενίσχυση των επόμενων δραστηριοτήτων τους» (29).
42. Συναφώς, επισημαίνω ότι είναι δυνατό να επιβραβευθούν καταλλήλως οι επενδύσεις και καινοτομίες με την παροχή, εκ μέρους του αγοραστή, δίκαιου αντισταθμίσματος για την απόκτηση των αναγκαίων στοιχείων. Ακόμη και όταν η άρνηση παροχής των στοιχείων αυτών θεωρείται καταχρηστική, ο καθορισμός των όρων παροχής πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σταθμίσεως, πράγμα που σημαίνει ότι οι εν λόγω όροι πρέπει να είναι δίκαιοι, να μην εισάγουν διακρίσεις και να λαμβάνουν υπόψη, αφενός, ένα εύλογο αντιστάθμισμα αναγκαίο για την επιβράβευση των επενδύσεων και καινοτομιών υπό το πρίσμα των περιστάσεων κάθε υποθέσεως, και, αφετέρου, τη σπουδαιότητα της ενισχύσεως του ανταγωνισμού στην οικεία δευτερογενή αγορά.
43. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να εξεταστεί αν η ΚΡΝ πληροί τις προϋποθέσεις ώστε η άρνηση παροχής των σχετικών με τους συνδρομητές πληροφοριών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/ΕΚ να μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση υπό την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ.
44. Συνοψίζοντας, πέραν των βασικών στοιχείων που εμπίπτουν στην έννοια των «σχετικών πληροφοριών», τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίζουν, υπό το πρίσμα των ειδικών συνθηκών που επικρατούν σε εθνικό επίπεδο, τις πληροφορίες που είναι σχετικές με την παροχή καθολικών υπηρεσιών καταλόγου. Οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας έχουν υποχρέωση –περιοριζόμενη μόνον από τα δικαιώματα των συνδρομητών τους– συλλογής των πληροφοριών αυτών από τους συνδρομητές τους και εκπληρώσεως όλων των εύλογων αιτημάτων προκειμένου οι εν λόγω πληροφορίες να είναι στη διάθεση όσων πρόκειται να δημοσιεύσουν πλήρη τηλεφωνικό κατάλογο. Στο μέτρο που η KPN υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες περισσότερες από όσες πρέπει να θεωρηθούν ως σχετικές για την παροχή καθολικής υπηρεσίας καταλόγου, η υποχρέωσή της αυτή δεν απορρέει από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ, αλλά, πιθανότατα, από εφαρμογή του άρθρου 82 EΚ. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν η KPN, μη παρέχοντας τις σχετικές με τους συνδρομητές πληροφορίες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ, είναι σε θέση να παρεμποδίσει τον ουσιαστικό ανταγωνισμό προς τον δικό της τηλεφωνικό κατάλογο.
Β – Ο υπολογισμός του κόστους της παροχής πληροφοριών σχετικών με τους συνδρομητές τηλεφωνικών υπηρεσιών
45. Με το δεύτερο ερώτημα, που αφορά την ίδια διάταξη της οδηγίας 98/10/ΕΚ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να ερμηνευθεί η φράση «ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για διάθεση [...] υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους», προκειμένου να προσδιοριστεί ο τρόπος καθορισμού της τιμής που η KPN επιτρέπεται να χρεώνει για τη γνωστοποίηση των προαναφερθέντων στοιχείων. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποια είναι τα σχετικά με τις δραστηριότητες συλλογής, ενημερώσεως και παροχής υπηρεσιών έξοδα που μπορούν να ενσωματωθούν στην τιμή.
46. Είναι προφανές ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας επιβαρύνονται με τα έξοδα συλλογής, ενημερώσεως και παροχής υπηρεσιών σχετικών με τους συνδρομητές. Το ίδιο συμβαίνει με τις μη καταχωρισμένες πληροφορίες, π.χ. με τις πληροφορίες που οι συνδρομητές δεν επιθυμούν να αναγράφονται σε τηλεφωνικό κατάλογο. Ακόμη και αν οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι απολύτως αναγκαίες για την παροχή της υπηρεσίας φωνητικής τηλεφωνίας, από τα άρθρα 6, παράγραφος 3, και 3 της οδηγίας 98/10/EΚ προκύπτει ότι όλοι οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας υποχρεούνται να διαθέτουν κατάλογο των πελατών που δεν επιθυμούν την καταχώρισή τους.
47. Η κατανομή των εξόδων που σχετίζονται με τους καταλόγους μη καταχωρισμένων πληροφοριών ήταν ένα από τα ζητήματα που έθιξε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας (30). Η υπόθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, ένα εθνικό σύστημα κατανομής των καθαρών εξόδων που σχετίζονται με την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας. Το σύστημα αυτό περιελάμβανε τη διατήρηση καταλόγου μη καταχωρισμένων πληροφοριών ως στοιχείο των εξόδων παροχής της καθολικής υπηρεσίας συντάξεως πλήρους τηλεφωνικού καταλόγου. Ωστόσο, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διατήρηση καταλόγου μη καταχωρισμένων πληροφοριών σχετίζεται μάλλον με τη διαχείριση των συνδρομητών της παρέχουσας υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας επιχειρήσεως, αυτής καθαυτή, παρά με την καθολική υπηρεσία τηλεφωνικού καταλόγου (31). Κατά την άποψή μου, το ίδιο ισχύει για τις σχετικές με τους συνδρομητές πληροφορίες.
48. Προκειμένου να κατανέμονται τα έξοδα, η διατήρηση βάσεως δεδομένων με τις σχετικές για τη σύνταξη καταλόγου πληροφορίες καθώς με τις μη καταχωρισμένες πληροφορίες πρέπει καταρχάς και κυρίως να θεωρείται ως δραστηριότητα σχετική με την παροχή υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και όχι ως χωριστή δραστηριότητα που συνεπάγεται επιπλέον έξοδα για τη δημοσίευση πλήρων τηλεφωνικών καταλόγων. Εξάλλου, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τον παρέχοντα υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας να είναι καταχωρισμένοι οι συνδρομητές του σε τηλεφωνικούς καταλόγους, διότι αυτό ενισχύει την εκ μέρους των καταναλωτών χρήση των υπηρεσιών του.
49. Όταν το άρθρο 6, παράγραφος 3, κάνει λόγο για παροχή των «σχετικών πληροφοριών» υπό κοστοστρεφείς όρους, αυτό σημαίνει ότι η κάλυψη των εξόδων για τη συλλογή και ενημέρωση της βάσεως δεδομένων που περιέχει τις εν λόγω πληροφορίες δεν μπορεί να περιληφθεί στους όρους αυτούς. Τα εν λόγω έξοδα βαρύνουν τους παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας και έχουν ήδη περιληφθεί στα έξοδα και έσοδα μιας κοινής υπηρεσίας φωνητικής τηλεφωνίας. Η μεταφορά των εξόδων αυτών σε άτομα που ζητούν πληροφορίες καταλόγου, είτε πραγματοποιείται με αναδρομική διανομή είτε με άλλο τρόπο, συνεπάγεται υπερκάλυψη των εξόδων, η οποία δεν συμβιβάζεται με τις επιταγές και τον σκοπό του άρθρου 6, παράγραφος 3.
50. Η πρόταση της KPN να συνδεθεί η τιμή παροχής των «σχετικών πληροφοριών» με τον αριθμό των τελικών χρηστών τηλεφωνικών καταλόγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κοστοστρεφής κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας. Το κόστος συλλογής και ενημερώσεως των εν λόγω πληροφοριών σχετίζεται με τον αριθμό των συνδρομητών υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και όχι με τον αριθμό των πλήρων τηλεφωνικών καταλόγων ή των χρηστών των καταλόγων αυτών.
51. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική μόνον αν ο παρέχων υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας μπορούσε να αποδείξει ότι επιβαρύνεται με επιπλέον ειδικά έξοδα για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του περί συλλογής των σχετικών πληροφοριών καταλόγου και παροχής τους σε εκδότες πλήρων τηλεφωνικών καταλόγων καθώς και ότι δεν θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα αυτά στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των συνδρομών των δικών του πελατών. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι αυτό των εξόδων που σχετίζονται με τη διαβίβαση των σχετικών με τους συνδρομητές πληροφοριών σε τρίτο εκδότη. Η κατ’ άρθρο 6, παράγραφος 3, έννοια των ίσων και κοστοστρεφών όρων επιτάσσει τα εν λόγω έξοδα να βαρύνουν τους εκδότες τηλεφωνικών καταλόγων.
52. Η συνηθέστερη συνέπεια του άρθρου 6, παράγραφος 3, είναι ότι οι τελικοί χρήστες των υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας επιβαρύνονται με τα έξοδα συλλογής και ενημερώσεως των αναγκαίων για την έκδοση καταλόγων υπηρεσιών (32), ενώ οι τελικοί χρήστες τηλεφωνικού καταλόγου επιβαρύνονται με τα έξοδα παροχής των εν λόγω πληροφοριών στον εκδότη του «δικού τους» καταλόγου (33).
53. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η έννοια των «κοστοστρεφών» όρων σημαίνει ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας μπορούν να αναζητήσουν από τον εκδότη πλήρους τηλεφωνικού καταλόγου τα πραγματικά έξοδα της μεταφοράς των σχετικών πληροφοριών στον εν λόγω εκδότη. Τα λοιπά έξοδα μπορούν να συνεκτιμηθούν αν ο παρέχων υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας αποδείξει ότι επιβαρύνθηκε με τα εν λόγω έξοδα προκειμένου να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να συλλέξει και να παράσχει σχετικές πληροφορίες καταλόγου καθώς και ότι δεν θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα αυτά στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των συνδρομών των δικών του πελατών.
54. Αντιθέτως, οι όροι που διέπουν την παροχή σχετικών με τους συνδρομητές πληροφοριών οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, αλλά θα έπρεπε να παρασχεθούν βάσει του άρθρου 82 της Συνθήκης, μπορούν να περιλαμβάνουν μια εύλογη ανταμοιβή για τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν με σκοπό τη συλλογή και την ενημέρωση των εν λόγω πληροφοριών.
55. Εντούτοις, σύμφωνα τόσο με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας όσο και με το άρθρο 82 ΕΚ, οι όροι παροχής των εν λόγω πληροφοριών δεν πρέπει να εισάγουν δυσμενή διάκριση. Συνεπώς, οι εν λόγω όροι παροχής δεν πρέπει να περιάγουν τους εκδότες τηλεφωνικών καταλόγων, χωρίς αντικειμενική αιτιολογία, σε μειονεκτική θέση έναντι ενός ανταγωνιστή συνεργαζόμενου με παρέχοντα υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας από τον οποίο ζητούνται οι σχετικές με τους συνδρομητές πληροφορίες.
IV – Πρόταση
56. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο College van Beroep voor het Bedrijfsleven την εξής απάντηση:
«1) Σχετικές κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι οι πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται σε τηλεφωνικό κατάλογο στο πλαίσιο της παροχής καθολικών υπηρεσιών καταλόγου, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών που επικρατούν σε εθνικό επίπεδο. Στις πληροφορίες αυτές συγκαταλέγονται τα βασικά στοιχεία τα οποία χρειάζονται κατά κανόνα οι χρήστες τηλεφωνικών καταλόγων για να προσδιορίσουν τους συνδρομητές στους οποίους ανήκουν οι αριθμοί που αναζητούν.
2) Όσον αφορά την παροχή “σχετικών πληροφοριών” υπό “δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους” όρους, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/EΚ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα έξοδα της πραγματικής παροχής των εν λόγω πληροφοριών, καθώς και τα έξοδα στα οποία ο παρέχων υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας μπορεί να αποδείξει ότι έπρεπε να προβεί προκειμένου να εκπληρώσει την υποχρέωσή του περί συλλογής και παροχής των σχετικών πληροφοριών που απαιτούνται για την έκδοση καταλόγου και στα οποία δεν θα προέβαινε στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των συνδρομών των δικών του πελατών.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – Οδηγία 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ 1998, L 101, σ. 24). Η οδηγία αυτή αντικατέστησε την οδηγία 95/62/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία (ΕΕ 1995, L 321, σ. 6).
3 – Οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα (ΕΕ 1998, L 24, σ. 1).
4– Οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά το πλήρες άνοιγμα των αγορών τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό (ΕΕ 1996, L 74, σ. 13).
5 – Βλ. επίσης την οδηγία του 1995 για τη φωνητική τηλεφωνία, η οποία εφαρμόζει τις αρχές της ONP στη φωνητική τηλεφωνία, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2.
6 – Άρθρο 1, παράγραφος 1.
7 – Οδηγία 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ 1990, L 192, σ. 10).
8 – Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ 2002, L 201, σ. 37) και οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33).
9 – Οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 51).
10 – Staatsblad 1998, σ. 639.
11 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro (Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11)· της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster (Συλλογή 2000, σ. I-6917, σκέψη 43), και της 6ης Φεβρουαρίου 2003, C-245/00, SENA (Συλλογή 2003, σ. I-1251, σκέψη 23).
12 – Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση του καταλόγου που περιέχει πληροφορίες επί των συνδρομητών που δεν επιθυμούν την καταχώριση των στοιχείων τους σε τηλεφωνικό κατάλογο. Ακόμη και αν αυτές οι πληροφορίες δεν είναι απολύτως αναγκαίες για την παροχή της υπηρεσίας φωνητικής τηλεφωνίας, οι παρέχοντες την εν λόγω υπηρεσία υποχρεούνται να διατηρούν κατάλογο των πελατών τους που δεν επιθυμούν την καταχώριση των στοιχείων τους.
13 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/10/EΚ.
14 – Τίθεται επίσης το ζήτημα αν η οδηγία 98/10 απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους παρέχοντες υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας την υποχρέωση να γνωστοποιούν άλλα στοιχεία των συνδρομητών, πλην αυτών που είναι αναγκαία για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας πληροφοριών καταλόγου. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά αναμφισβήτητα συνάδουν με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, φρονώ ότι καμία από τις διατάξεις της οδηγίας, αυτής καθαυτής, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν τέτοια περαιτέρω υποχρέωση.
15 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 1974, 6/73 και 7/73, Istituto Chemioterapico Italiano S.p.A. και Commercial Solvents Corporation κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 223), της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, Telemarketing (Συλλογή 1985, σ. 3261), της 6 Απριλίου 1995, C-241/91 P και C-242/91, RTE και ITP κατά Επιτροπής («Magill») (Συλλογή 1995, σ. I-743), και το σημείο 43 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-7/97, Oscar Bronner (Συλλογή 1998, σ. I-7791). Ο όρος «δευτερογενής αγορά» απαντά ενίοτε ως «συγγενής αγορά» ή «παράγωγη αγορά».
16 – Η κεντρική ιδέα είναι ότι η εξάλειψη του ανταγωνισμού σε μια δευτερογενή αγορά επιτυγχάνεται με την άρνηση παροχής απαραίτητων στοιχείων ή ουσιαστικής διευκολύνσεως. Θεωρήθηκε επίσης ότι δεν πρόκειται «περί θεωρίας, αλλά μάλλον περί χαρακτηρισμού από τον οποίο προκύπτουν εξαιρέσεις από το δικαίωμα του δημιουργού να μη διαθέτει το έργο του, το περιεχόμενο των οποίων όμως δεν διευκρινίζεται» (Areeda, P. «Essential Facilities: An Epithet in Need of Limiting Principles», AntitrustLawJournal, τόμος 58, 1990, σ. 841.) Διεξοδική ανάλυση της πρόσφατης σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου μπορεί να αναζητηθεί στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Τizzano, της 2ας Οκτωβρίου 2003, στην υπόθεση C-418/01, IMS Health. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs συνόψισε τη σχετική νομολογία και πρακτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ με τα σημεία 35 έως 53 των προτάσεών του της 28ης Μαΐου 1998 στην προπαρατεθείσα υπόθεση Oscar Bronner. Όσον αφορά το παρόν στάδιο των υποθέσεων που αφορούν τις βασικές διευκολύνσεις στο πλαίσιο του δικαίου των ΗΠΑ, βλ. την απόφαση του Supreme Court of the United States στην υπόθεση Verizon Communications Inc. κατά Law Offices of Curtis V. Trinko, της 13ης Ιανουαρίου 2004, 540 U.S. (2004). Το Supreme Court of the United States ούτε αναγνωρίζει ούτε απορρίπτει τη θεωρία των βασικών διευκολύνσεων «την οποία διατύπωσαν ορισμένα κατώτερα δικαστήρια».
17 – Τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο δεν καθιστούν αναγκαία μια διεξοδικότερη ανάλυση, υπό το πρίσμα του άρθρου 82 ΕΚ, στο πλαίσιο της οποίας θα λαμβάνονταν κανονικά υπόψη οι συνέπειες στο διακρατικό εμπόριο και η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως σε σημαντικό μέρος της κοινής αγοράς.
18 – Σκέψεις 46 έως 57 της εν λόγω αποφάσεως.
19 – Προπαρατεθείσα απόφαση Bronner, σκέψεις 41 έως 47).
20 – Προπαρατεθείσα απόφαση IMS Health, σκέψη 38.
21 – Ακόμη και σε περίπτωση ενδεχόμενης υπάρξεως των εν λόγω αγορών. Βλ. σημεία 57 και 59 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Τizzano στην προαναφερθείσα υπόθεση IMS Health.
22 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1991, T-69/89, RTE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-485, σκέψη 61).
23 – Σκέψη 47 της προπαρατεθείσας αποφάσεως RTE και ITP κατά Επιτροπής. Βλ., επίσης, σκέψεις 33 έως 35 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bronner.
24 – Για να καθοριστεί αν μια δραστηριότητα αποφέρει κέρδη, δεν αρκεί ο ισχυρισμός ότι οι δυνητικοί ανταγωνιστές στη δευτερογενή αγορά μπορούν ή θα μπορέσουν να αποκτήσουν την οικονομική ισχύ που απαιτείται για να χρηματοδοτηθούν οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις που σχετίζονται με την απόκτηση θέσεως αντίστοιχης προς εκείνη ενός επιχειρηματία που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην πρωτογενή αγορά.
25 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 1974, 6/73 και 7/73, Commercial Solvents Corporation κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 113, σκέψη 25).
26 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, CΒΕΜ (Συλλογή 1985, σ. 3261, σκέψη 26)· απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, GB-Inno-BM SA (Συλλογή 1991, σ. Ι-5941, σκέψεις 18-19).
27 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, EΡT (Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 37).
28 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις RTE και ITP κατά Επιτροπής, σκέψη 54, και IMS Health, σκέψη 38.
29 – Temple Lang, J. «Defining legitimate competition: companies’ duties to supply competitors and access to essential facilities», Fordham International Law Journal, Vol. 18 (1994), σ. 437 έως 524, σ. 483.
30 – C-146/00 (Συλλογή 2001, σ. I-9767).
31 – Σκέψη 68.
32 – Ομοίως, οι τελικοί χρήστες υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας φέρουν τα έξοδα συλλογής και ενημερώσεως των πληροφοριών που απαιτούνται για την κατάρτιση του καταλόγου των συνδρομητών που δεν επιθυμούν την καταχώρισή τους σε πλήρη κατάλογο. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/66/EΚ ορίζει ότι οι συνδρομητές δικαιούνται, άνευ επιβαρύνσεως, να μην περιλαμβάνονται σε κατάλογο. Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να επιβαρύνονται με τα έξοδα συλλογής και ενημερώσεως των μη καταχωρισμένων πληροφοριών οι συνδρομητές που έχουν ζητήσει τη μη καταχώρισή τους. Εντούτοις, μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα έξοδα ενημερώσεως τόσο των καταχωρισμένων όσο και των μη καταχωρισμένων σε πλήρη κατάλογο πληροφοριών μεταβιβάζονται στους τελικούς χρήστες των υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και όχι στους τελικούς χρήστες των τηλεφωνικών καταλόγων.
33 – Πρέπει ωστόσο να γίνει δεκτό ότι η τελική ανάθεση των εξόδων μπορεί να καταστεί πολυπλοκότερη, για παράδειγμα διότι χρησιμοποιήθηκαν άλλες πηγές εσόδων προς κάλυψη των εν λόγω εξόδων (π.χ. έσοδα από διαφημίσεις), ή διότι μια επιχείρηση είναι συγχρόνως παρέχων υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και εκδότης πλήρους τηλεφωνικού καταλόγου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο παρέχων θα μπορούσε –εφόσον το επιτρέπουν οι κανόνες περί ανταγωνισμού– να αποφασίσει να κατανείμει τα έξοδα μεταξύ των δύο κατηγοριών τελικών χρηστών. Ωστόσο, το ενδεχόμενο πολλαπλής χρηματοδοτήσεως των δραστηριοτήτων μιας επιχειρήσεως δεν επηρεάζει την εκτίμηση των δίκαιων και κοστοστρεφών όρων όσον αφορά την παροχή των σχετικών πληροφοριών σε άλλη επιχείρηση.
Full & Egal Universal Law Academy