ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 8ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-117/03
Società Italiana Dragaggi SpA κ.λπ.
κατά
Ministero delle Infrastrutture e dei Trasporti κ.λπ.
και
Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia
«Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα και χλωρίδα – Προταθέντες τόποι κοινοτικής σημασίας»
I – Εισαγωγή
1. Εν προκειμένω το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (2) (στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων). Οι ιταλικές αρχές ακύρωσαν την ανάθεση, κατόπιν διαγωνισμού, έργων βυθοκορήσεως εντός λιμένος, επειδή ο προβλεπόμενος χώρος εναποθέσεως των υλικών εκσκαφής ευρισκόταν εντός τόπου τον οποίον η Ιταλία πρότεινε ως ειδική ζώνη διατηρήσεως βάσει της οδηγίας περί οικοτόπων. Αμφισβητείται εάν οι ιταλικές αρχές μπορούν, εν προκειμένω, να επικαλεσθούν τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων, μολονότι η προβλεπομένη στην οδηγία διαδικασία χαρακτηρισμού του τόπου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
2. Δυνάμει του άρθρου 191, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, η οδηγία περί οικοτόπων τέθηκε σε ισχύ στις 10 Ιουνίου 1992 (3), οπότε κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει τη δημιουργία συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών, επονομαζομένου «Natura 2000». Το «Natura 2000» αποτελείται, αφενός, από τις ζώνες ειδικής προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (4) (στο εξής: οδηγία περί πτηνών), και, αφετέρου, από τόπους κοινοτικής σημασίας οι οποίοι ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 και το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας περί οικοτόπων.
3. Οι τόποι κοινοτικής σημασίας περιλαμβάνουν ορισμένους τύπους φυσικών οικοτόπων και ζωικών και φυτικών ειδών, που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας περί οικοτόπων. Σε μερίδα των εν λόγω τύπων οικοτόπων και ειδών αποδίδεται προτεραιότητα, επειδή η Κοινότητα φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για τη διατήρησή τους λόγω του μεγέθους του τμήματος της φυσικής κατανομής τους που περιλαμβάνεται στο ευρωπαϊκό έδαφος της Κοινότητας.
4. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 4 της οδηγίας περί οικοτόπων, τα κράτη μέλη πρέπει, καταρχάς, βασιζόμενα στα επιστημονικά κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1), να προτείνουν στην Επιτροπή εντός τριών ετών –ήτοι μέχρι τις 10 Μαΐου 1995– όλους τους τόπους οι οποίοι, λόγω της παρουσίας τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών των παραρτημάτων Ι και ΙΙ, λαμβάνονται υπόψη προς ένταξη στο δίκτυο «Natura 2000». Ακολούθως, η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ (στάδιο 2), πρέπει, εντός περαιτέρω τριών ετών –ήτοι μέχρι την 10η Μαΐου 1998–, να καταρτίσει κοινοτικό κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας που περιλαμβάνονται στο «Natura 2000».
5. Τα ασκούντα επιρροή χωρία του άρθρου 4 της οδηγίας περί οικοτόπων έχουν ως ακολούθως:
«1. Κάθε κράτος μέλος, βασιζόμενο στα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και στις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, προτείνει έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II απαντώνται στους εν λόγω τόπους. […]
Ο κατάλογος διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέσα σε μια τριετία από τη γνωστοποίηση της παρούσας οδηγίας ταυτόχρονα με τις πληροφορίες για κάθε τόπο. […]
2. Η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος III (στάδιο 2) και στα πλαίσια μιας από τις πέντε βιογεωγραφικές περιοχές που αναφέρονται στο στοιχείο γ΄, σημείο iii, του άρθρου 1 και του συνόλου του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας όπου καθίστανται πρόδηλοι οι τόποι στους οποίους απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας.
Τα κράτη μέλη των οποίων οι τόποι με τύπους φυσικών οικοτόπων και είδη που έχουν προτεραιότητα αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 5 % του εθνικού εδάφους μπορούν, σε συμφωνία με την Επιτροπή, να ζητήσουν ελαστικότερη εφαρμογή των κριτηρίων που απαριθμούνται στο παράρτημα III (στάδιο 2) για την επιλογή του συνόλου των τόπων κοινοτικής σημασίας στο έδαφός τους.
Ο κατάλογος των τόπων των επιλεγμένων ως τόπων κοινοτικής σημασίας, στον οποίο καταδεικνύονται οι τόποι όπου απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας, καταρτίζεται από την Επιτροπή με την διαδικασία του άρθρου 21.
3. Ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 2 κατάλογος καταρτίζεται μέσα σε μια εξαετία από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας.
4. […]
5. Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6.»
6. Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν οι τόποι που περιλαμβάνονται στους εθνικούς καταλόγους έχουν κοινοτική σημασία, το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 2) προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Όλες οι περιοχές που έχουν αναγνωριστεί από τα κράτη μέλη στο στάδιο 1, οι οποίες παρέχουν προστασία σε τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή/και σε είδη προτεραιότητας θεωρούνται ως περιοχές [τόποι] κοινοτικής σημασίας.
2. Κατά την αξιολόγηση της κοινοτικής σημασίας των άλλων περιοχών που περιλαμβάνονται στους καταλόγους των κρατών μελών, δηλαδή κατά την αξιολόγηση της συμβολής τους στη διατήρηση ή στην αποκατάσταση, υπό ευνοϊκές συνθήκες διατήρησης, ενός φυσικού οικοτόπου του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II ή/και της συμβολής τους στη συνοχή του Natura 2000, θα λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
α) η σχετική αξία της περιοχής σε εθνικό επίπεδο·
β) η γεωγραφική θέση της περιοχής σε σχέση προς τις μεταναστευτικές οδούς ειδών του παραρτήματος II καθώς και προς το ενδεχόμενο να αποτελεί μέρος ενός οικοσυστήματος χαρακτηριζόμενου από συνοχή το οποία να ευρίσκεται εκατέρωθεν εσωτερικών συνόρων της Κοινότητας·
γ) η συνολική έκταση της περιοχής·
δ) ο αριθμός τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και ειδών του παραρτήματος II που είναι παρόντα στην περιοχή·
ε) η συνολική οικολογική αξία της περιοχής για την ή τις συγκεκριμένες ευρύτερες βιογεωγραφικές περιοχές ή/και για το σύνολο του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2, τόσο από την άποψη της χαρακτηριστικής ή της μοναδικής φύσης των στοιχείων από τα οποία συντίθεται η περιοχή, όσο και από την άποψη του συνδυασμού τους.»
7. Οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, ορίζουν το καθεστώς προστασίας των τόπων κοινοτικής σημασίας. Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τους στόχους της οδηγίας. Οι παράγραφοι 3 και 4 διέπουν την έγκριση σχεδίων. Τα σχέδια, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά έναν τόπο κοινοτικής σημασίας, υπόκεινται σε εκτίμηση ως προς τις επιπτώσεις τους, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεως του εν λόγω τόπου. Εάν η εν λόγω εκτίμηση επιπτώσεων καταλήξει σε αρνητικά συμπεράσματα, η έγκριση μπορεί να χορηγηθεί μόνον κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 4. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, ένα σχέδιο μπορεί να πραγματοποιηθεί για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις και εφόσον το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο, ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του «Natura 2000».
Β – Εθνικό δίκαιο
8. Την οδηγία περί οικοτόπων η Ιταλία μετέφερε στο εσωτερικό της δίκαιο με το προεδρικό διάταγμα 357 της 8ης Σεπτεμβρίου 1997. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, πρόκειται, κατά βάσει, για ακριβή μεταφορά της οδηγίας (5), με την οποία συμπίπτει σχεδόν κατά γράμμα, με μοναδική ιδιαιτερότητα ότι η διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων κατά το άρθρο 5 του προεδρικού διατάγματος 357 αφορά μόνον τα σχέδια που υπόκεινται σε εκτίμηση επιπτώσεων σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο περιφέρειας, σε περίπτωση υπερβάσεως των ορίων για τη διενέργεια μελέτης επιπτώσεων. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του προεδρικού διατάγματος 357 συνδέει την εφαρμογή του προστατευτικού καθεστώτος με την εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατάρτιση του καταλόγου των τόπων.
9. Μετά τα περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στη διαφορά της κύριας δίκης, η Ιταλία εισήγαγε, με το προεδρικό διάταγμα 120 της 12ης Μαρτίου 2003, την κατηγορία των προταθέντων τόπων κοινοτικής σημασίας. Τα σχέδια, τα οποία επηρεάζουν τους εν λόγω τόπους, πρέπει επίσης να εκτιμώνται ως προς τις επιπτώσεις τους.
III – Τα πραγματικά περιστατικά
10. Η Ιταλία πρότεινε στην Επιτροπή την περιοχή «Foce del Timavo» (στόμιο του Timavo) ως τόπο κοινοτικής σημασίας. Ο εν λόγω τόπος παρέχει προστασία, μεταξύ άλλων, σε οικοτόπους προτεραιότητας κατά την έννοια του παραρτήματος Ι της οδηγίας περί οικοτόπων. Μέχρι τούδε η Επιτροπή δεν αποφάσισε για τη συμπερίληψη του τόπου αυτού στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων. Εν πάση περιπτώσει, μέχρι τούδε η Επιτροπή κατήρτισε τους καταλόγους μόνον για την αλπική (6) και τη μακαρονησιωτική (7) βιογεωγραφική περιοχή. Ο επίδικος τόπος ευρίσκεται εντός της ηπειρωτικής βιογεωγραφικής περιοχής.
11. Οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της κυρίας δίκης επιχειρήσεις (στο εξής: Dragaggi) ανταποκρίθηκαν ως κοινοπραξία σε πρόσκληση υποβολής προσφορών για τη διενέργεια εργασιών βυθοκορήσεως του λιμένος του Monfalcone. Με το πρακτικό αναθέσεως η σύμβαση τούς ανετέθη. Είχε προβλεφθεί τα προερχόμενα από την εκσκαφή υλικά να εναποτίθενται σε χώρους επιχωματώσεως εντός του τόπου «Foce del Timavo».
12. Ωστόσο, το ιταλικό Υπουργείο Περιβάλλοντος δεν ενέκρινε την ανάθεση. Ο διαγωνισμός ακυρώθηκε εκ των υστέρων με το σκεπτικό ότι οι εν λόγω χώροι επιχωματώσεως πρέπει να θεωρηθούν ως τόπος κοινοτικής σημασίας. Ως εκ τούτου, η εναπόθεση των υλικών έπρεπε να υποβληθεί σε εκτίμηση των επιπτώσεων κατά την έννοια του προεδρικού διατάγματος 357. Κατά το υπουργείο, το σχέδιο, που αποτελεί αντικείμενο αυτής της διαδικασίας, αποκλείεται να μπορεί να εγκριθεί.
13. Οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της κύριας δίκης θεωρούν παράνομη την ακύρωση του διαγωνισμού, καθόσον το προστατευτικό καθεστώς για τόπους κοινοτικής σημασίας εφαρμόζεται μόνον αφού η Επιτροπή έχει συμπεριλάβει τον οικείο τόπο στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας.
14. Κατά συνέπεια, το Consiglio di Stato υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/43/EOK, της 21ης Μαΐου 1992, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 6, ιδίως δε η παράγραφος 3 του άρθρου 6, της εν λόγω οδηγίας είναι υποχρεωτικά για τα κράτη μέλη μόνον μετά την οριστική έγκριση, εκ μέρους των κοινοτικών αρχών, του καταλόγου των τόπων κατά το άρθρο 21 ή μήπως, αντιθέτως, υπό την έννοια ότι, πέραν του καθορισμού του χρονικού σημείου από του οποίου τίθενται συνήθως σε ισχύ τα μέτρα διατηρήσεως, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εγγραφών που έχουν διαπιστωτικό χαρακτήρα και εκείνων που έχουν συστατικό χαρακτήρα (περιλαμβανομένων, στις πρώτες, και εκείνων που αφορούν τους τόπους προτεραιότητας) και ότι, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας η οποία αποβλέπει στη διατήρηση των οικοτόπων, πρέπει να θεωρηθεί, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δήλωσε τόπο κοινοτικής σημασίας ο οποίος παρέχει προστασία σε τύπους φυσικών οικοτόπων ή ειδών προτεραιότητας, ότι υφίσταται υποχρέωση να διενεργηθεί εκτίμηση των στοιχείων ή προγραμμάτων που επηρεάζουν σημαντικά τον εν λόγω τόπο, ακόμη και πριν από την κατάρτιση εκ μέρους της Επιτροπής του σχεδίου καταλόγου των τόπων ή της οριστικής θεσπίσεως του εν λόγω καταλόγου σύμφωνα με το άρθρο 21 της οδηγίας, κατ’ ουσίαν δε από της καταρτίσεως του εθνικού καταλόγου;»
IV – Νομική εκτίμηση
15. Το ερώτημα του Consiglio di Stato θέτει, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα εάν και, ενδεχομένως, υπό ποίες προϋποθέσεις τα κράτη μέλη οφείλουν να προστατεύουν τους ενδεχόμενους τόπους κοινοτικής σημασίας σύμφωνα με την οδηγίας περί οικοτόπων, πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής κατάρτιση του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας. Μολονότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων επιβάλλει την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, μόνον αφού η Επιτροπή συμπεριλάβει μία περιοχή στον κοινοτικό κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας, η διοικητική περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να υπαγάγουν τους προταθέντες τόπους, οι οποίοι περιλαμβάνουν στοιχεία προτεραιότητας, στις εν λόγω προστατευτικές διατάξεις ήδη προ της συμπεριλήψεώς τους στον ως άνω κατάλογο. Η Σουηδική Κυβέρνηση φρονεί ότι τέτοια υποχρέωση υφίσταται ως προς όλους τους προταθέντες τόπους. Η Επιτροπή προχωρεί ακόμη περισσότερο, καθόσον επιθυμεί την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων σε όλους τους τόπους, οι οποίοι, λόγω των ιδιοτήτων τους, θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στον κοινοτικό κατάλογο.
16. Αντιθέτως, η Dragaggi, επικαλουμένη το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 5, αποκλείει υποχρέωση προστασίας δυνάμει της οδηγίας περί οικοτόπων εφόσον η Επιτροπή δεν έχει εγγράψει έναν τόπο στον κοινοτικό κατάλογο. Η Γαλλική Κυβέρνηση συμφωνεί με την άποψη της Dragaggi ως προς την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων σε τόπους οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται ακόμη στον κοινοτικό κατάλογο. Εντούτοις, η κυβέρνηση αυτή αφορμάται από την άποψη ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποτρέψουν την επί τα χείρω μεταβολή των τόπων, προκειμένου να μη διακυβευθεί σοβαρά η πραγμάτωση των σκοπών της οδηγίας.
Α – Επί της άμεσης εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων
17. Η Ιταλία θα είχε υποχρέωση να προστατεύσει τον τόπο «Foce del Timavo» εάν οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας ετύγχαναν απευθείας εφαρμογής επί των τόπων κοινοτικής σημασίας πριν από τη θέσπιση του κοινοτικού καταλόγου. Καταρχήν, διατάξεις οδηγίας οι οποίες δεν μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο ή οι οποίες μεταφέρθηκαν πλημμελώς μπορούν να τύχουν απευθείας εφαρμογής μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς, εάν και εφόσον οι ιδρυόμενες με αυτές υποχρεώσεις είναι, από άποψη περιεχομένου, απηλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς (8). Η οδηγία περί οικοτόπων έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 10 Ιουνίου 1994.
18. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, η εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων στους τόπους κοινοτικής σημασίας εξαρτάται από την αίρεση –όπως επισημαίνουν η Dragaggi και η Γαλλική Κυβέρνηση– να έχει συμπεριλάβει η Επιτροπή τον οικείο τόπο στον κοινοτικό κατάλογο. Η αίρεση αυτή αποκλείει την άμεση εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων. Άμεση εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα προκατελάμβανε ανεπιτρέπτως την επιλογή της Επιτροπής. Όπως προβάλλει η Dragaggi, μόνον η Επιτροπή μπορεί, καταρχήν, να αποφανθεί, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 2) της οδηγίας περί οικοτόπων, εάν ένας τόπος πρέπει να συμπεριληφθεί στον κοινοτικό κατάλογο, επειδή μόνον αυτή διαθέτει συνολική εποπτεία του ευρωπαϊκού εδάφους των κρατών μελών επί του οποίου τυγχάνει εφαρμογής η Συνθήκη ΕΚ (9). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει τις προτάσεις των κρατών μελών σε πολύπλοκη επιστημονική εκτίμηση του τόπου σε σύγκριση με άλλους τόπους, όταν καταρτίζει τον κοινοτικό κατάλογο. Προκειμένου περί των τόπων οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν τύπους φυσικών οικοτόπων ή είδη προτεραιότητας, τούτο προκύπτει ήδη από τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ (στάδιο 2), σημείο 2.
19. Είναι μεν αληθές ότι οι προτεινόμενοι τόποι, οι οποίοι περιλαμβάνουν στοιχεία προτεραιότητας, θεωρούνται αυτομάτως ως τόποι κοινοτικής σημασίας δυνάμει του παραρτήματος ΙΙΙ (στάδιο 2) σημείο 1. Ωστόσο, η αυτόματη αυτή υπαγωγή δεν χωρεί πλέον, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη των οποίων οι τόποι με τύπους φυσικών οικοτόπων και είδη που έχουν προτεραιότητα αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 5 % του εθνικού εδάφους μπορούν, σε συμφωνία με την Επιτροπή, να ζητήσουν ελαστικότερη εφαρμογή των κριτηρίων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 2) για την επιλογή του συνόλου των τόπων κοινοτικής σημασίας στο έδαφός τους. Η ελαστικότητα αυτή μπορεί ευλόγως να καλύψει επίσης τους τόπους με στοιχεία προτεραιότητας, δεδομένου ότι τα κριτήρια επιλογής άλλων τόπων αφήνουν, εν πάση περιπτώσει, επαρκή περιθώρια ελαστικότητας.
20. Σε αυτό το πλαίσιο, το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο η μη ολοκλήρωση της καταρτίσεως του κοινοτικού καταλόγου οφείλεται μόνον στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν διεβίβασαν επαρκή αριθμό προτάσεων, δεν συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, αλλά στρέφεται εναντίον της. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση αμφιβολίας, μόνον αφού έχει υποβληθεί το σύνολο των προτάσεων του οικείου κράτους μέλους είναι δυνατόν να κριθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελαστικότερης εφαρμογής.
21. Η ανάλογη εφαρμογή, την οποία προτείνουν η διοικητική περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, της νομολογίας περί ζωνών ειδικής προστασίας για τα άγρια πτηνά οι οποίες δεν έχουν χαρακτηρισθεί πρέπει επίσης να απορριφθεί. Συναφώς, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ζώνες, οι οποίες δεν έχουν καταταγεί ως ζώνες ειδικής προστασίας, μολονότι τούτο ήταν επιβεβλημένο, πρέπει να προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (10). Η Dragaggi και η Γαλλική Κυβέρνηση αντιτείνουν ορθώς ότι οι ζώνες ειδικής προστασίας των αγρίων πτηνών καθορίζονται αποκλειστικώς από τα κράτη μέλη, ενώ οι τόποι κοινοτικής σημασίας προτείνονται μεν από τα κράτη μέλη, επιλέγονται δε από την Επιτροπή.
22. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω αποκλείεται άμεση εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων.
Β – Επί ενδεχόμενης προσωρινής απαγορεύσεως μεταβολής επί το δυσμενέστερον
23. Εντούτοις, οι παραλείψεις των κρατών μελών και της Επιτροπής κατά την εφαρμογή της οδηγίας δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να ματαιωθεί εντέλει η επιδιωκόμενη με αυτήν προστασία. Επιπλέον, από τη γενική αρχή του δικαίου «venire contra factum proprium» και από την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας απορρέει τουλάχιστον προσωρινή απαγόρευση μεταβολής επί τα χείρω.
1) Επί του ερείσματος της προσωρινής απαγορεύσεως μεταβολής επί το δυσμενέστερον
24. Όπως επισημαίνουν η Σουηδική Κυβέρνηση και η διοικητική περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, θα ήταν αντιφατικό τα κράτη μέλη, αφενός μεν, να προτείνουν τόπους για το «Natura 2000», αφετέρου δε, να αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά ένεκα των οποίων οι εν λόγω τόποι εντάσσονται σε αυτό το δίκτυο (11). Τέτοια συμπεριφορά θα ήταν ασύμβατη με την απαγόρευση του «venire contra factum proprium».
25. Η απαγόρευση του «venire contra factum proprium» έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της διαδικασίας καταρτίσεως του κοινοτικού καταλόγου, καθόσον οποιαδήποτε βλάβη ή υποβάθμιση των προταθέντων τόπων θα έθετε επίσης εν αμφιβόλω την εύρυθμη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και, κατά συνέπεια, θα παρεβίαζε την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας. Η Επιτροπή μπορεί να επιλέξει τους καλύτερους τόπους με πλήρη επίγνωση μόνον εάν οι κατάλογοι, τους οποίους διαβιβάζουν τα κράτη μέλη, περιγράφουν επακριβώς την κατάσταση των εν λόγω τόπων. Αντιθέτως, εάν ορισμένοι τόποι υπέστησαν εν τω μεταξύ αλλοιώσεις ή υποβαθμίστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, θα διαστρεβλωνόταν η βάση της αποφάσεως της Επιτροπής. Στην πράξη, το πρόβλημα είναι ακόμη οξύτερο, καθόσον τα κράτη μέλη πρότειναν τόπους με μεγάλη καθυστέρηση (12), οι δε προτάσεις τους, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν ανταποκρίνονται μέχρι τούδε στις απαιτήσεις της οδηγίας (13). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, από κοινού με τα κράτη μέλη, προέβη σε ενδιάμεση αξιολόγηση των προτάσεων (14), ώστε να αντιμετωπίσει ενδεχόμενες ελλείψεις. Σε περίπτωση μεταβολής επί τα χείρω των ήδη προταθέντων τόπων, τα αποτελέσματα της ενδιάμεσης αυτής αξιολογήσεως θα ετίθεντο επίσης εν αμφιβόλω.
26. Η υποχρέωση προστασίας απορρέει, εξάλλου, από την απαγόρευση μέτρων δυναμένων να ματαιώσουν την πραγμάτωση των σκοπών της Συνθήκης. Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2, ΕΚ, το οποίο επικαλούνται επίσης η διοικητική περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, τα κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης. Η έννοια των σκοπών της Συνθήκης περιλαμβάνει τους σκοπούς του παραγώγου δικαίου και, ιδίως, των οδηγιών. Όπως επισημαίνουν η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο συνήγαγε ειδικότερα από το άρθρο 10, παράγραφος 2, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ, ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη τους, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα (15).
27. Η οδηγία περί οικοτόπων επιδιώκει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία δικτύου αποτελουμένου από τους εκ μέρους της Επιτροπής αναγνωρισμένους τόπους κοινοτικής σημασίας. Συναφώς, η Επιτροπή πρέπει να στηριχθεί σε πλήρη καταγραφή των τόπων που παρουσιάζουν, σε εθνικό επίπεδο, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας τον οποίον επιδιώκει η οδηγία (16). Εάν δεν υφίστατο υποχρέωση προστασίας, θα υπήρχε ο κίνδυνος, μέχρι την κατάρτιση των κοινοτικών καταλόγων, να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα και να απολεσθούν οριστικώς αναντικατάστατα στοιχεία της κοινής ευρωπαϊκής φυσικής κληρονομιάς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο σκοπός της οδηγίας περί οικοτόπων και η πρακτική της αποτελεσματικότητα –στην οποίαν αναφέρονται η διοικητική περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή– θα διακυβεύονταν επίσης σοβαρά.
28. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση ενεργειών δυναμένων να ματαιώσουν την πραγμάτωση των σκοπών της Συνθήκης αποκλείει επίσης οποιαδήποτε βλάβη ή υποβάθμιση των προταθέντων τόπων, εφόσον κατ’ αυτόν τον τρόπο θα ετίθετο εν αμφιβόλω η μελλοντική υλοποίηση του δικτύου «Natura 2000». Τούτο θα συνέβαινε εάν οι οικείοι τόποι δεν λαμβάνονταν πλέον υπόψη για ένταξη στο δίκτυο «Natura 2000» ή εάν μειωνόταν η συμβολή τους στο εν λόγω δίκτυο. Εν προκειμένω, απομένει να εξετασθεί εάν –αντιθέτως προς τους λοιπούς προεκτεθέντες λόγους που συνηγορούν υπέρ της υποχρεώσεως προστασίας– η απαγόρευση ενεργειών δυναμένων να ματαιώσουν την πραγμάτωση των σκοπών της Συνθήκης επιβάλλει επίσης την προστασία μη προταθέντων τόπων, οι οποίοι, λόγω των χαρακτηριστικών τους, θα έπρεπε προδήλως να συμπεριληφθούν στο δίκτυο «Natura 2000». Ως γνωστόν, η Ιταλία πρότεινε τον μόνο εν προκειμένω επίδικο τόπο «Foce del Timavo» ως τόπο κοινοτικής σημασίας.
29. Κατά συνέπεια, συμπεριφορά των κρατών μελών συνισταμένη σε βλάβη ή με οποιοδήποτε τρόπο υποβάθμιση, πριν από την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής, των εκ μέρους τους προταθέντων τόπων δεν συνάδει προς την οδηγία περί οικοτόπων, την απαγόρευση του «venire contra factum proprium» σε συνδυασμό με την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής –ιδίως υπό το πρίσμα εύρυθμης διαδικασίας λήψεως αποφάσεων– καθώς και προς την απαγόρευση ενεργειών δυναμένων να ματαιώσουν την πραγμάτωση των σκοπών της Συνθήκης.
2) Επί της εκτάσεως της προσωρινής απαγορεύσεως μεταβολής επί το δυσμενέστερον
30. Η διάρκεια της προσωρινής απαγορεύσεως μεταβολής επί το δυσμενέστερον, η οποία επιβάλλεται στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να είναι απεριόριστη μετά την υποβολή της προτάσεως, διότι η απαγόρευση αυτή αφορά τη μεταβατική περίοδο μέχρι της καταρτίσεως του κοινοτικού καταλόγου. Από το χρονοδιάγραμμα του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας περί οικοτόπων προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της τρία έτη από της υποβολής των προτάσεων των κρατών μελών, προκειμένου να αποφανθεί επί της καταρτίσεως του κοινοτικού καταλόγου. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει μόνον αφού τα κράτη μέλη συμμορφωθούν πλήρως προς την υποχρέωσή τους να υποβάλουν προτάσεις, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, επειδή η Επιτροπή μόνον επ’ αυτής της βάσεως μπορεί να αποφασίσει με πλήρη επίγνωση ποιοι τόποι πρέπει να συμπεριληφθούν στον κοινοτικό κατάλογο. Τα κράτη μέλη έχουν συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή τους, εάν διαβιβάσουν στην Επιτροπή πλήρη καταγραφή των τόπων που παρουσιάζουν, σε εθνικό επίπεδο, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας τον οποίον επιδιώκει η οδηγία (17).
31. Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως προστασίας απορρέει από τον σκοπό της οδηγίας –τη διατήρηση του δικτύου «Natura 2000», σε στάθμιση με άλλα συμφέροντα (18). Προς επίτευξη αυτού του σκοπού, οι ουσιαστικού δικαίου ρυθμίσεις του καθεστώτος προστασίας πρέπει ήδη να αναπτύξουν τα αποτελέσματά τους. Επομένως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποτρέπουν την επί τα χείρω μεταβολή και τις σοβαρές ενοχλήσεις, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων. Εξάλλου, μπορούν να επιτρέπουν σχέδια τα οποία είναι δυνατόν να επηρεάσουν τον τόπο ως τέτοιον μόνον κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, ήτοι για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων (19). Κατά την ενσωμάτωση των μέτρων, τα οποία ενδεχομένως απαιτούνται για να εξασφαλισθεί η συνοχή του «Natura 2000», η βάση εκτιμήσεως της Επιτροπής παραμένει εντέλει αμετάβλητη. Τέλος, απαιτείται η συμμόρφωση προς την εκεί προβλεπομένη υποχρέωση πληροφορήσεως, προκειμένου η Επιτροπή να λαμβάνει γνώση των μεταβολών στη βάση εκτιμήσεώς της. Αντιθέτως, δεν φαίνεται επιβεβλημένη αναλογική εφαρμογή των λοιπών διαδικαστικών διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων (20).
32. Επομένως, εν προκειμένω, πρέπει να συναχθεί ότι ο προταθείς από την Ιταλία τόπος «Foce del Timavo» πρέπει να τύχει προστασίας έναντι μεταβολής επί τα χείρω, εάν η τριετής προθεσμία από της υποβολής επαρκών προτάσεων της Ιταλίας προς την Επιτροπή δεν έχει εκπνεύσει ακόμη (21). Ωστόσο, από την απαγόρευση δυσμενούς μεταβολής δεν συνάγεται κατ’ ανάγκη ότι η εκτέλεση της ανατεθείσας συμβάσεως είναι ασύμβατη προς την εν λόγω υποχρέωση προστασίας. Κατά τούτο, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί των αιτιάσεων της Dragaggi, σύμφωνα με την οποία δεν είναι εφικτή η οριοθέτηση του χώρου «Foce del Timavo» όσον αφορά τα τεχνητά αναχώματα, στα αναχώματα δε αυτά δεν ανευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας και είδη προτεραιότητας τα οποία θα μπορούσαν να επηρεασθούν. Συναφώς, επιβάλλεται όμως η επισήμανση ότι πρέπει να αποφεύγεται και οποιαδήποτε βλάβη ειδών και τύπων οικοτόπων, κατά την έννοια της οδηγίας, άλλων από τα είδη και τους οικοτόπους προτεραιότητας, περιλαμβανομένων των ειδών που είναι χαρακτηριστικά γι’ αυτούς τους τύπους οικοτόπων (22).
3) Το συναγόμενο μέχρι στιγμής συμπέρασμα
33. Εν ολίγοις επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα κράτη μέλη, δυνάμει της οδηγίας περί οικοτόπων σε συνδυασμό, ιδίως, με την αρχή της κοινοτικής πίστεως, υποχρεούνται, μέχρι της παρόδου τριετίας από την υποβολή πλήρους καταγραφής των τόπων που παρουσιάζουν, σε εθνικό επίπεδο, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας κατά την έννοια της οδηγίας, να αποτρέπουν μεταβολή επί τα χείρω των από αυτά προταθέντων τόπων.
Γ – Επί της τριτενεργείας
34. Κατόπιν των προεκτεθέντων, οι ιταλικές αρχές υποχρεούνται προσωρινώς να προστατεύουν τον τόπο «Foce del Timavo» έναντι δυσμενούς μεταβολής. Ερωτάται εάν η υποχρέωση αυτή ισχύει επίσης έναντι των ιδιωτών, εν προκειμένω της Dragaggi.
35. Κατά πάγια νομολογία, μία οδηγία, αυτή καθεαυτή, δεν γεννά υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ’ αυτού (23). Η νομολογία αυτή αφορούσε, αφενός μεν, την εφαρμογή των οδηγιών στις αστικού δικαίου σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (24), αφετέρου δε τις υποχρεώσεις των ιδιωτών έναντι του κράτους, ιδιαιτέρως στο πεδίο του ποινικού δικαίου (25). Εξάλλου, από την απόφαση Busseni (26), η οποία αφορούσε την κατάταξη απαιτήσεως της Κοινότητας εντός του πίνακα πτωχευτικών απαιτήσεων, μπορεί να συναχθεί ότι οδηγίες τυγχάνουσες άμεσης εφαρμογής δεν μπορούν να θέσουν σε αμφισβήτηση έννομες καταστάσεις προστατευόμενες από το κοινοτικό δίκαιο. Οι αρχές αυτές πρέπει επίσης να τύχουν εφαρμογής στην απαγόρευση μεταβολής επί το δυσμενέστερον η οποία αναπτύχθηκε εν προκειμένω σε σύνδεση με διάταξη οδηγίας περιλαμβάνουσα αίρεση.
36. Στην προκειμένη υπόθεση, μόνον έννομη κατάσταση της Dragaggi, απολαύουσα προστασίας από το κοινοτικό δίκαιο, όσον αφορά την ανάθεση της επίδικης συμβάσεως, μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή της απαγορεύσεως μεταβολής επί το δυσμενέστερον. Το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων παρέχει ερείσματα στην άποψη ότι οι ιταλικές αρχές μπορούσαν να συμμορφωθούν με την υποχρέωσή τους περί προστασίας ακυρώνοντας τον διαγωνισμό. Οι κοινοτικές διατάξεις περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, των οποίων η δυνατότητα εφαρμογής, ελλείψει περαιτέρω στοιχείων, δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί εν προκειμένω, δεν συνεπάγονται την υποχρέωση της αναθέτουσας δημόσιας αρχής να ολοκληρώνει τη διαδικασία αναθέσεως της συμβάσεως (27). Το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ακόμη ότι η διαδικασία αναθέσεως μπορεί να διακόπτεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίων λόγων (28).
37. Εάν η Dragaggi ευρισκόταν ήδη σε έννομη κατάσταση απολαύουσα προστασίας από το κοινοτικό δίκαιο, οι ιταλικές αρχές θα υπείχαν τουλάχιστον την υποχρέωση να εξαντλήσουν όλες τις λοιπές δυνατότητες προς αποτροπή επί τα χείρω μεταβολής του τόπου. Θα μπορούσαν να επικαλεσθούν δικαιώματα καταγγελίας της συμβάσεως ή να επιδιώξουν την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσεως, παραδείγματος χάριν για να αποτραπεί η έγερση αγωγών αποζημιώσεως σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως.
V – Πρόταση
38. Κατά συνέπεια, προτείνω να απαντηθεί ως ακολούθως το προδικαστικό ερώτημα:
«Δυνάμει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, σε συνδυασμό, ιδίως, με την αρχή της κοινοτικής πίστεως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, μέχρι την πάροδο τριετίας από της υποβολής πλήρους καταγραφής των τόπων που παρουσιάζουν, σε εθνικό επίπεδο, ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον σκοπό της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία, να αποτρέπουν μεταβολή επί το δυσμενέστερον των προταθέντων από αυτά τόπων.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 206, σ. 7.
3 – Ημερομηνία βάσει της CELEX. Προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1997, C-329/96, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1997, σ. I-3749, σκέψη 2), και της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C-83/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I-7191, σκέψη 2), έλαβε ως βάση κοινοποίηση με ημερομηνία5 Ιουνίου 1992.
4 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
5 – Βλ., ωστόσο, την απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003, C-143/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-2877), ως προς την πλημμελή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 5, 6 και 7 της οδηγίας περί οικοτόπων.
6 – Απόφαση 2004/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας για την αλπική βιογεωγραφική περιοχή, δυνάμει της οδηγίας 92/42(ΕΕ 2004, L 14, σ. 21).
7 – Απόφαση 2002/11/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Δεκεμβρίου 2001, για θέσπιση του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για τη μακαρονησιωτική βιογεωγραφική περιφέρεια, δυνάμει της οδηγίας 92/43 (ΕΕ 2002, L 5, σ. 16).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C-62/00, Marks & Spencer (Συλλογή 2002, σ. I-6325, σκέψη 25), και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2000, C-371/98, First Corporate Shipping (Συλλογή 2000, σ. I-9235, σκέψη 23), της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, C-67/99, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2001, σ. I-5757, σκέψη 35), C-71/99, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2001, σ. I-5811, σκέψη 28) και C-220/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-5831, σκέψη 32).
10 – Αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C-355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας [Santoña] (Συλλογή 1993, σ. I-4221, σκέψη 22), και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας [Basses Corbières] (Συλλογή 2000, σ. I-10799, σκέψη 49).
11 – Βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα και την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας [Leybucht] (Συλλογή 1991, σ. I-883, σκέψη 20).
12 – Για τον λόγο αυτόν εκδόθηκαν ήδη οι παρατεθείσες στην υποσημείωση 9 αποφάσεις επί των διαδικασιών λόγω παραβάσεως κατά της Ιρλανδίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας.
13 – Σύμφωνα με το βαρόμετρο Natura της Επιτροπής, κατά την ημερομηνία της 12ης Μαΐου 2004, στον δικτυακό τόπο (τον οποίον επισκέφθηκα στις 4 Ιουλίου 2004) , μόνον οι Κάτω Χώρες παρουσίασαν κατάλογο προτάσεων ο οποίος περιγράφεται ως «largely complete/largement complète», ενώ για τα λοιπά παλαιά κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της Ιταλίας, η διαπίστωση είναι «substantial but still incomplete/substantielle mais encore incomplète».
14 – Βλ., για την ηπειρωτική βιογεωγραφική περιοχή, European Commission Directorate-General-Environment and European Environmental Agency/European Topic Center on Nature Protection and Biodiversity, Continental Region, Conclusions on representativity within pSCI of habitat types and species, Doc. Cont./C/ rev.2 του Δεκεμβρίου 2002, στον δικτυακό τόπο (τον οποίο επισκέφθηκα στις 4 Ιουλίου 2004) .
15 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45), της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL (Συλλογή 2003, σ. I-4431, σκέψη 58) και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-157/02, Rieser Internationale Transporte (Συλλογή 2004, σ. Ι‑1477,σκέψη 66).
16 – Βλ. τις παρατεθείσες με την υποσημείωση 9 αποφάσεις First Corporate Shipping, σκέψη 22, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 34, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 27, και Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 31.
17 – Βλ. τις παραπομπές της υποσημειώσεως 16.
18 – Βλ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-44/95, Royal Society for the Protection of Birds [Lappel Bank] (Συλλογή 1996, σ. I-3805, σκέψεις 37 επ.).
19 – Επί του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, βλ. τις προτάσεις μου της 30ής Ιανουαρίου 2004, C-127/02, Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenzee (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. Ι-7409, σημεία 116 επ.).
20 – Πρακτικοί λόγοι συνηγορούν υπέρ της συνολικής εφαρμογής του προστατευτικού καθεστώτος, το οποίο προβλέπεται για τους τόπους κοινοτικής σημασίας, ήδη στους προταθέντες τόπους. Ορισμένα κράτη μέλη –μεταξύ των οποίων, εν τω μεταξύ, και η Ιταλία– θέσπισαν και διατάξεις με ανάλογο περιεχόμενο.
21 – Σύμφωνα με το βαρόμετρο Natura, περί του οποίου έγινε λόγος στην υποσημείωση 13, η Επιτροπή φρονεί ότι οι ιταλικές προτάσεις είναι ουσιώδεις, αλλά όχι ακόμη πλήρεις.
22 – Βλ. το άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας περί οικοτόπων.
23 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48), της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salò κατά X (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 19) και της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψεις 20 επ.).
24 – Αποφάσεις Faccini Dori και Marshall, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 23.
25 – Αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψεις 6 επ.), και Pretore di Salò, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23.
26 – Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, (Συλλογή 1990, σ. I-495, σκέψεις 23 επ.).
27 – Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, C-92/00, HI (Συλλογή 2002, σ. I-5553, σκέψη 41).
28 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-27/98, Fracasso και Leitschutz (Συλλογή 1999, σ. I‑5697, σκέψη 23).
Full & Egal Universal Law Academy