ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 6ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-123/03 P
Greencore Group plc
«Αίτηση αναιρέσεως – Εκτέλεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε με απόφαση αφορώσα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης – Άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους επί του επιστραφέντος ποσού»
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής κατά διατάξεως του Πρωτοδικείου (2) με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά προσφυγής που άσκησε η Greencore Group plc (στο εξής: Greencore) με αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως –κατά την άποψη της Greencore– της Επιτροπής.
Ιστορικό
2. Το 1997, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο στην Irish Sugar plc, θυγατρική της Greencore, βάσει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82 ΕΚ) (3). Μετά την άσκηση προσφυγής από την Irish Sugar, το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο κατά 916 674 ευρώ (4).
3. Τον Οκτώβριο του 1999, λίγο μετά την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η Greencore γνωστοποίησε στην Επιτροπή, με τηλεομοιοτυπία, τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο ζητούσε να κατατεθεί το επιστρεπτέο ποσό. Το εν λόγω κείμενο κατέληγε ως εξής:
«Σας παρακαλούμε επίσης να μας επιβεβαιώσετε ότι η Επιτροπή θα καταβάλει τόκους επί του επιστρεπτέου ποσού για το διάστημα μεταξύ της καταβολής από την Irish Sugar plc και της εξοφλήσεως. Σας παρακαλούμε, τέλος, να μας γνωστοποιήσετε το ποσό των τόκων.»
4. Στις 4 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή κατέθεσε το ποσό του επιστρεπτέου προστίμου στον υποδειχθέντα λογαριασμό χωρίς να καταβάλει και τόκους.
5. Τον Οκτώβριο του 2001, το Πρωτοδικείο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Corus (5), με την οποία έκρινε ότι, στην περίπτωση που εκδίδεται απόφαση που ακυρώνει ή μειώνει το πρόστιμο που επιβλήθηκε σε επιχείρηση λόγω παραβάσεως των κανόνων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, η Επιτροπή οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (6), όχι μόνο να επιστρέψει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό του προστίμου αλλά και τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού (7).
6. Τον Νοέμβριο του 2001, η Greencore, επικαλούμενη την απόφαση Corus, ζήτησε από την Επιτροπή να καταβάλει στην Irish Sugar το ποσό των 154 892 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους τόκους επί του ποσού του αχρεωστήτως καταβληθέντος προστίμου.
7. Με το από 11 Φεβρουαρίου 2002 έγγραφό της, η Επιτροπή απάντησε ως εξής:
«Η καταβολή του ποσού του προστίμου άνευ τόκων, στις 4 Ιανουαρίου 2000, εμπεριείχε την άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους υπερημερίας. Δεν προσβάλατε την απόφαση αυτή περί μη καταβολής τόκων εντός της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 230 ΕΚ. Αντ’ αυτού, επιλέξατε να αναμείνετε την έκβαση της υποθέσεως “Corus” προτού ανακινήσετε το ζήτημα.
[…]
Κατά συνέπεια, δεν έχετε πλέον τη δυνατότητα να επικαλεστείτε προς όφελός σας την απόφαση “Corus”, αφού αποδεχθήκατε προηγουμένως την καταβολή του ποσού του προστίμου άνευ τόκων.»
8. Τον Απρίλιο του 2002, η Greencore άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, με αντικείμενο την ακύρωση της κατά την άποψή της αποφάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, ισχυριζόμενη ότι η επιστολή της δεν μετέβαλε κατ’ ουδένα τρόπο τη νομική κατάσταση της Greencore, καθότι απλώς την πληροφορούσε ότι η Επιτροπή θεωρούσε ότι η Greencore δεν προσέβαλε εμπρόθεσμα την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Ιανουαρίου 2000 και, ως εκ τούτου, η αξίωσή της είχε παραγραφεί. Δεδομένου ότι η επιστολή είχε απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα, δεν υπέκειτο σε ακύρωση με βάση το άρθρο 230 ΕΚ. Η Greencore αντέτεινε ότι ουδέποτε εκδόθηκε κατά το παρελθόν απόφαση σχετικά με τους τόκους και ότι, επομένως, η επιστολή δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι είχε απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα.
9. Με τη διάταξή του της 7ης Ιανουαρίου 2003, το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή δεχόμενο ότι:
«[…] Η επιστολή της Επιτροπής της 11ης Φεβρουαρίου 2002, όχι μόνο δεν είχε απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα αλλά, όπως είναι προφανές από την ίδια τη διατύπωσή της […], εκφράζει σαφώς την άρνηση του εν λόγω οργάνου να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που ζήτησε η προσφεύγουσα για λογαριασμό της θυγατρικής της εταιρείας. Ως αιτία της αρνήσεως αυτής προβλήθηκε ότι η προσφεύγουσα απώλεσε το δικαίωμά της να απαιτήσει την καταβολή τόκων, δεδομένου ότι δεν έθεσε το ζήτημα όταν επεστράφη το ποσό του προστίμου, στις 4 Ιανουαρίου 2000.
Το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 6 της αποφάσεώς του της 26ης Μαΐου 1982, 44/8, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής(Συλλογή 1982, σ. 1855), ότι οσάκις ένα κοινοτικό όργανο, αρνούμενο να καταβάλει χρηματικό ποσό, αθετεί προγενέστερη υποχρέωσή του ή αρνείται την ύπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως, προβαίνει σε πράξη, η οποία, ενόψει των εννόμων συνεπειών της, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια τού άρθρου 230 ΕΚ. Αν η προσφυγή αυτή καταλήξει σε ακύρωση της αρνήσεως καταβολής, το δικαίωμα του προσφεύγοντος θα έχει αναγνωρισθεί και θα εναπόκειται στο οικείο όργανο να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ, στην καταβολή την οποία αρνήθηκε παρανόμως να πραγματοποιήσει στο παρελθόν. Αν, εξάλλου, το οικείο όργανο δεν απαντήσει σε μία αίτηση καταβολής, το ίδιο αποτέλεσμα δύναται να επιτευχθεί μέσω του άρθρου 232 ΕΚ.
Η νομολογία αυτή βρίσκει εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση, όπου το κοινοτικό όργανο, αρνούμενο να προβεί στην σχετική καταβολή, αρνείται την ύπαρξη υποχρεώσεως που του επιβάλλει διάταξη της Συνθήκης.» (8)
10. Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου. Ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα απορρίπτοντας την ένσταση απαραδέκτου και, ιδίως, ότι παρέβη το άρθρο 230 ΕΚ κρίνοντας παραδεκτή προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως που δεν μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, καθότι δεν επιφέρει καμία ουσιώδη αλλαγή στη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας.
11. Η Greencore επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ως πραγματικό δεδομένο ότι η επιστολή «εκφράζει σαφώς την άρνηση του εν λόγω οργάνου να καταβάλει τόκους υπερημερίας» και ότι δεν είχε υπάρξει άρνηση και, δεύτερον, ότι το εν λόγω δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το έγγραφο της Επιτροπής συνιστούσε πράξη υποκείμενη σε προσφυγή, καθότι στερούσε στην Greencore τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά της εκ του άρθρου 233 ΕΚ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε στην απόφαση Corus.
Σκεπτικό
12. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται στο πλαίσιο της εξεταζομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αν το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε ορθώς την επιστολή της Επιτροπής ως πράξη υποκείμενη σε προσφυγή ακυρώσεως.
13. Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό της Greencore ότι ο χαρακτηρισμός από το Πρωτοδικείο της εν λόγω επιστολής ως πράξεως αυτής της κατηγορίας συνιστά κρίση επί πραγματικού ζητήματος και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ελεγχθεί κατ’ αναίρεση. Μολονότι κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων έχει αποφανθεί το Πρωτοδικείο, κατά πάγια πλέον νομολογία, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ελέγχει τον νομικό χαρακτηρισμό των εν λόγω πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο και τα νομικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση τα περιστατικά αυτά (9). Στην προκειμένη περίπτωση, ο νομικός χαρακτηρισμός της επιστολής και το νομικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε βάσει αυτού το Πρωτοδικείο βρίσκονται να αποτελούν τον πυρήνα της αποφάσεώς του.
14. Το Πρωτοδικείο στήριξε τον νομικό του χαρακτηρισμό της επιστολής στην υπόθεση ότι η εν λόγω επιστολή «εκφράζει σαφώς την άρνηση του εν λόγω οργάνου να καταβάλει τους ζητηθέντες τόκους υπερημερίας». Το μόνο χωρίο της επιστολής που θα μπορούσε να στηρίξει ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι η ακόλουθη φράση:
«Η καταβολή του ποσού του προστίμου άνευ τόκων, στις 4 Ιανουαρίου 2000, εμπεριείχε την άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους υπερημερίας.»
15. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η δήλωση αυτή εμπεριέχει πράγματι άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους υπερημερίας, η νομική φύση της και οι νομικές της συνέπειες εξαρτώνται από τον ορθό χαρακτηρισμό της καταβολής από την Επιτροπή του ποσού του προστίμου άνευ τόκων, στις 4 Ιανουαρίου 2000. Αν η επιστολή συνιστά απλή επιβεβαίωση της αρνήσεως καταβολής τόκων, που είχε ήδη διατυπωθεί με πράξη υποκείμενη σε προσφυγή που δεν μπορούσε πλέον να προσβληθεί λόγω παρελεύσεως της σχετικής αποκλειστικής προθεσμίας, προφανώς δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί και αυτή με προσφυγή. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο δεν υπεισήλθε καν στο ζήτημα αυτό.
16. Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε εξετάσει το εν λόγω ζήτημα. Διαπίστωσε ως γεγονός ότι, ενώ η Επιτροπή κατέθεσε στον λογαριασμό της Greencore το ποσό του επιστρεπτέου προστίμου, «δεν έκανε δεκτό το αίτημα περί καταβολής τόκων» (10). Εφόσον η Επιτροπή δεν έκανε δεκτό το αίτημα, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι το απέρριψε. Το Πρωτοδικείο, επομένως, θα έπρεπε να είχε κρίνει ότι η καταβολή από την Επιτροπή του ποσού του προστίμου χωρίς τόκους συνιστούσε στην πραγματικότητα σιωπηρή άρνηση καταβολής των ζητηθέντων τόκων υπερημερίας. Μολονότι, κατά κανόνα, η σιωπή ενός κοινοτικού οργάνου δεν μπορεί να εξομοιώνεται με έμμεση άρνηση (11), σαφώς δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση που το κοινοτικό όργανο απαντά στο υποβληθέν αίτημα με συγκεκριμένη ενέργεια μη ικανοποιούσα το αίτημα αυτό (12). Μια σιωπηρή απόφαση μπορεί κατ’ αρχήν να προσβληθεί δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ (13).
17. Το άρθρο 230 ΕΚ καθιερώνει το δικαίωμα υποβολής σε δικαστικό έλεγχο της συμπεριφοράς των κοινοτικών οργάνων. Αν η συμπεριφορά αυτή δεν συνιστά απόφαση δεκτική δικαστικού ελέγχου στα πλαίσια του εν λόγω άρθρου, το άρθρο 232 ΕΚ προβλέπει ότι το οικείο όργανο μπορεί να κληθεί να ενεργήσει. Καθένα από τα άρθρα αυτά επιβάλλει συγκεκριμένη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος που παρέχει. Είναι σαφές ότι αυτό το σύστημα δικαστικής προστασίας θα υπονομευόταν αν κάποιος, που θεωρεί ότι θίγεται από τη συμπεριφορά ενός οργάνου και, παρά ταύτα, δεν ασκεί κανένα από τα παρεχόμενα δικαιώματα εντός της τασσομένης προθεσμίας, είχε εντούτοις τη δυνατότητα να προσβάλει την εν λόγω συμπεριφορά και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής.
18. Αν η άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τόκους συνιστά, κατά την ορθή όπως φρονώ ερμηνεία, απόφαση περί μη καταβολής, η μεταγενέστερη επιστολή δεν μπορεί να αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, απόφαση υποκείμενη σε προσφυγή κατά το άρθρο 230 ΕΚ, δεδομένου ότι απλώς επιβεβαίωσε την προγενέστερη αυτή απόφαση. Κατά πάγια νομολογία, είναι απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως η οποία απλώς επιβεβαιώνει προηγούμενη απόφαση μη προσβληθείσα εμπροθέσμως, και είναι αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως απόφαση η οποία δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προηγούμενη πράξη και δεν προηγήθηκε αυτής επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της προγενέστερης αυτής πράξεως (14). Ειδικότερα, η τηλεομοιοτυπία με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να επανεξετάσει προγενέστερη απόφασή της δεν συνιστά νέα απόφαση (15). Αντίθετα, συνάντηση μεταξύ του αποδέκτη της προγενέστερης πράξης και του οργάνου που αρνήθηκε να του καταβάλει το ποσό που αυτός θεωρεί ότι του οφείλεται, κατά την οποία συζητείται η άρνηση αυτή καταβολής, θα πρέπει να θεωρείται ότι συνιστά επανεξέταση κατά την έννοια της εν λόγω νομολογίας (16).
19. Στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής, τη μόνη υπόθεση στην οποία το Πρωτοδικείο στηρίζει τη θέση του επί του επιμάχου ζητήματος, η Γερμανία ζητούσε την καταβολή ενισχύσεως που είχε εγκριθεί προηγουμένως από την Επιτροπή. Τον Ιούλιο του 1980, η Επιτροπή πληροφόρησε τη Γερμανία ότι δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει το αίτημά της επειδή ήταν εκπρόθεσμο. Τον Αύγουστο του 1980, στην απάντησή της, η Γερμανία αμφισβήτησε την ορθότητα της θέσεως της Επιτροπής και της ζήτησε να εξηγήσει την άποψή της. Το αίτημα αυτό έγινε επίσημα δεκτό από την Επιτροπή και ακολούθησε συνάντηση κατά την οποία η Επιτροπή συμφώνησε να μελετήσει την άποψη της Γερμανίας. Τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 1980, η Γερμανία επικοινώνησε και πάλι εγγράφως με την Επιτροπή ζητώντας την καταβολή του αιτουμένου ποσού. Τον Δεκέμβριο του 1980, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την άρνησή της. Το γεγονός ότι η Επιτροπή συμφώνησε να επανεξετάσει το ζήτημα και στη συνέχεια το επανεξέτασε με τον περιγραφέντα τρόπο, μετά την αρχική άρνησή της να προβεί στην καταβολή του οφειλομένου κατά την αιτούσα ποσού, αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να στηρίξει την άποψη ότι η υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής διαφέρει σαφώς από την παρούσα υπόθεση (17).
20. Με την απόφαση Corus, το Πρωτοδικείο καθιέρωσε την αρχή του δικαιώματος εισπράξεως τόκων επί παντός καταβληθέντος προστίμου που στη συνέχεια ακυρώθηκε ή μειώθηκε. Η Greencore επισημαίνει ορθώς ότι η ερμηνεία αυτή ενός κανόνα του κοινοτικού δικαίου από τον αρμόδιο κοινοτικό δικαστή «αποσαφηνίζει και οριοθετεί την έννοια και το πεδίο εφαρμογής του κανόνα αυτού, όπως θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται από της θέσεώς του σε ισχύ» (18). Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι αυτό μπορεί να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την εκτίμηση περί του παραδεκτού της προσφυγής της Greencore, ή να απαλλάξει την Greencore από την προβλεπόμενη στο άρθρο 230 ΕΚ υποχρέωση για άσκηση της προσφυγής της εντός δύο μηνών από της σιωπηρής αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία το κοινοτικό όργανο αρνήθηκε να καταβάλει τόκους, σε συνέχεια της αρχικής υποβολής του σχετικού αιτήματος. Είναι προφανές ότι η μεταγενέστερη έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο δεν σηματοδοτεί την έναρξη νέας προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, στην περίπτωση που έχει παρέλθει η αρχική προθεσμία.
21. Επισημαίνεται ότι, αν το Δικαστήριο απέρριπτε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η απόφασή του αυτή θα είχε ως συνέπεια να μη μπορεί πλέον η Επιτροπή να επικαλεστεί την παραγραφή του άρθρου 230 ΕΚ κατά οποιασδήποτε επιχειρήσεως στην οποία, οποτεδήποτε κατά το παρελθόν, επιβλήθηκε από την Επιτροπή πρόστιμο το οποίο στη συνέχεια μειώθηκε ή ακυρώθηκε από τον κοινοτικό δικαστή. Όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία, η καθιέρωση της εν λόγω προθεσμίας βασίζεται ιδίως στην ιδέα ότι οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου, αποκλείοντας τη δυνατότητα αμφισβητήσεως επ’ άπειρον του κύρους κοινοτικών μέτρων που παράγουν έννομα αποτελέσματα (19). Προφανώς, το ανωτέρω αποτέλεσμα μιας αποφάσεως που θα απέρριπτε την εξεταζόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν θα εξυπηρετούσε την ανάγκη αυτή.
22. Ας προστεθεί, τέλος, ότι αν η Greencore, όταν της καταβλήθηκε το ποσό του προστίμου ατόκως από την Επιτροπή, θεώρησε ότι η καταβολή άνευ τόκων δεν συνιστούσε πράξη υποκείμενη σε προσφυγή κατά το άρθρο 230 ΕΚ, η κατάλληλη αντίδραση θα ήταν να καλέσει την Επιτροπή να ενεργήσει σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 232 ΕΚ. Το γεγονός ότι η Greencore, όπως ανέφερε στην προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου, «επέλεξε να μην κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής» δεν μπορεί να επηρεάσει το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής που αποφάσισε να ασκήσει μεταγενέστερα με βάση το άρθρο 230 ΕΚ.
23. Με βάση τα προεκτεθέντα, η διάταξη του Πρωτοδικείου πρέπει να αναιρεθεί και η προσφυγή ακυρώσεως κατά της «αποφάσεως» της Επιτροπής πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, βάσει του άρθρου 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
Συμπέρασμα
24. Κατά συνέπεια, προτείνω το Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 7ης Ιανουαρίου 2003, T-135/02, Greencore Group κατά Επιτροπής·
2) να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Greencore κατά της «αποφάσεως» της Επιτροπής της 11ης Φεβρουαρίου 2002·
3) να καταδικάσει την Greencore στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Διάταξη της 7ης Ιανουαρίου 2003, T-135/02, Greencore Group κατά Επιτροπής.
3 – Απόφαση της Επιτροπής 97/624/EC, της 14ης Μαΐου 1997, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 258, σ. 1).
4 – Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1999, T-228/97, Irish Sugar κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-2969).
5 – Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2001, T-171/99, Corus UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-2967).
6 – Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται όπως και το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 233 ΕΚ (βλ. σκέψη 51 της αποφάσεως), που επιβάλλει στο όργανο του οποίου η πράξη ακυρώθηκε από τον κοινοτικό δικαστή να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση.
7 – Σκέψεις 52 και 53 της αποφάσεως.
8 – Σκέψεις 14 έως 16.
9 – Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψεις 48 και 49).
10 – Σκέψη 5 της διατάξεως.
11 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1999, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-190/95 και T-45/96, Sodima κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑3617, σκέψη 32).
12 – Βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, T-271/94, Branco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-749, σκέψη 48).
13 – Βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση της 25ης Μαΐου 2000, C-359/98 P, Ca’ Pasta κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-3977, σκέψη 32).
14 – Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-83/99, T‑84/99 και T-85/99, Ripa di Meana κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II-3493, σκέψη 33, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
15 – Απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1997, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-121/96 και T-151/96, Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1355, σκέψη 48).
16 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1997, T-331/94, IPK-München κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1665, σκέψεις 25 και 26).
17 – Βλ. επίσης τις προτάσεις στην υπόθεση Oliveira κατά Επιτροπής (απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-304/89, Συλλογή 1991, σ. I-2283) όπου ο γενικός εισαγγελέας Darmon επικαλείται την απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής ως νομολογιακό προηγούμενο μη αναγνωρίσεως ως αποφάσεως της θέσεως ενός κοινοτικού οργάνου την οποία αυτό δεσμεύεται να επανεξετάσει: σκέψη 12 των προτάσεων.
18 – Σημείο 26 της απαντήσεως της Greencore.
19 – Βλ., προσφάτως, την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 2002, C‑241/01, Νational Farmers’ Union (Συλλογή 2002, σ. I-9079, σκέψη 34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy