ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 15ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-124/03
1. Artrada (Freezone) NV
2. Videmecum BV
3. Jac. Meisner Internationaal Expeditiebedrijf BV
κατά
Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees
[Αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία των άρθρων 2, σημεία 2 και 4, και 22 της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ – Υγειονομικοί κανόνες για την παραγωγή και την εμπορία νωπού γάλακτος, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα – Έννοιες “γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα” και “προϊόντα με βάση το γάλα” – Προϊόν αποτελούμενο από μείγμα ζάχαρης, σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και κακάο, εισαγόμενο από τις Ολλανδικές Αντίλλες και χρησιμοποιούμενο για την παρασκευή σοκολατούχου γάλακτος»
1. Στο πλαίσιο διαφοράς που αφορά μια απόφαση με την οποία δεν επιτράπηκε η εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μιας παρτίδας μείγματος ζάχαρης, σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος και κακάο προοριζόμενου για την παρασκευή σοκολατούχου γάλακτος, το College van Beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικό δικαστήριο επί εμπορικών και βιομηχανικών υποθέσεων) απηύθυνε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση των υγειονομικών κανόνων για την παραγωγή και την εμπορία νωπού γάλακτος, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα (2). Τα ερωτήματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των εννοιών «γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα» και «προϊόντα με βάση το γάλα», οι οποίες είναι καθοριστικές για το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική ρύθμιση
2. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, η οδηγία 92/46 «θεσπίζει τους υγειονομικούς κανόνες για την παραγωγή και την εμπορία νωπού γάλακτος, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος προς πόσιν, γάλακτος που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα, και προϊόντων με βάση το γάλα, τα οποία προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση».
3. Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 92/46, για τους σκοπούς της οδηγίας νοείται ως «“γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα”: είτε το νωπό γάλα που προορίζεται για μεταποίηση, είτε το υγρό ή κατεψυγμένο γάλα, που λαμβάνεται από νωπό γάλα, το οποίο έχει ή δεν έχει υποστεί επιτρεπόμενη φυσική επεξεργασία, όπως θερμική επεξεργασία ή θέρμισμα, και του οποίου έχει ή δεν έχει τροποποιηθεί η σύνθεση, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις περιορίζονται στην προσθήκη ή/και την αφαίρεση φυσικών συστατικών του γάλακτος». Το σημείο 4 του ίδιου άρθρου 2 ορίζει τα «προϊόντα με βάση το γάλα» ως «τα γαλακτοκομικά προϊόντα, δηλαδή τα προϊόντα που παράγονται αποκλειστικά από γάλα στο οποίο είναι δυνατόν να προστίθενται οι απαραίτητες ουσίες για την παρασκευή τους, εφόσον οι ουσίες αυτές δεν χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν, εν όλω ή εν μέρει, κάποιο συστατικό του γάλακτος, και τα προϊόντα που αποτελούνται από γάλα, δηλαδή τα προϊόντα των οποίων κανένα συστατικό δεν υποκαθιστά ή δεν αποσκοπεί να υποκαταστήσει κάποιο συστατικό του γάλακτος και των οποίων το γάλα ή ένα γαλακτοκομικό προϊόν αποτελεί ουσιαστικό συστατικό, είτε λόγω ποσότητας, είτε λόγω των χαρακτηριστικών που προσδίδει στο προϊόν».
4. Το άρθρο 22 της οδηγίας 92/46, που αποτελεί μέρος του κεφαλαίου III, το οποίο αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, ορίζει ότι «[ο]ι προϋποθέσεις για τις εισαγωγές, από τρίτες χώρες, νωπού γάλακτος, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ για την κοινοτική παραγωγή». Για να εξασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή αυτής της διατάξεως, η οδηγία προβλέπει ότι στην Κοινότητα μπορούν να εισάγονται μόνον γάλα ή προϊόντα με βάση το γάλα «που προέρχονται από τρίτη χώρα που περιλαμβάνεται σε κατάλογο που θα καταρτιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, στοιχείο α΄» και «συνοδεύονται από υγειονομικό πιστοποιητικό, σύμφωνο προς υπόδειγμα που θα καταρτιστεί με τη διαδικασία του άρθρου 31, το οποίο υπογράφεται από την αρμόδια αρχή της χώρας εξαγωγής και το οποίο πιστοποιεί ότι το γάλα αυτό και τα προϊόντα αυτά με βάση το γάλα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, πληρούν τους τυχόν πρόσθετους όρους ή παρέχουν τις ισοδύναμες εγγυήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και προέρχονται από εγκαταστάσεις που παρέχουν τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα Β» (άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄) (3).
5. Τέλος, η οδηγία 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, καθόρισε τις αρχές οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες (4).
Β – Η εθνική ρύθμιση
6. Η οδηγία 92/46 μεταφέρθηκε στην έννομη τάξη των Κάτω Χωρών με το Warenwetbesluit Zuivel (νομοθετικό διάταγμα περί των γαλακτοκομικών προϊόντων) (5), το άρθρο 4 του οποίου προβλέπει ότι η παρασκευή, επεξεργασία και εμπορία γάλακτος που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα πραγματοποιούνται υπό υγιεινές συνθήκες.
7. Το άρθρο 16 της Warenwetregeling Zuivelbereiding (ρυθμίσεως περί γαλακτοκομικής παραγωγής) (6) ορίζει ότι θα μπορούν να εισάγονται στις Κάτω Χώρες μόνο το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα που προέρχονται από μία από τις τρίτες χώρες που απαριθμούνται στον κατάλογο της αποφάσεως 95/340 και συνοδεύονται από το υγειονομικό πιστοποιητικό σύμφωνα με το υπόδειγμα της αποφάσεως 95/343.
8. Κατά το άρθρο 4 της Warenwetregeling Veterinaire controles (derde landen) [κανονιστικής ρυθμίσεως περί κτηνιατρικών ελέγχων (τρίτες χώρες)], αρμόδια υπηρεσία για την πραγματοποίηση των ελέγχων που προβλέπονται από την οδηγία 97/78 είναι η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees (κρατική υπηρεσία ελέγχου των ζώων και του κρέατος). Τέλος, το Warenwetbesluit Invoer levensmiddelen uit derde landen (νομοθετικό διάταγμα περί εισαγωγής τροφίμων από τρίτες χώρες) (7) θέτει τους κανόνες που εφαρμόζονται στα τρόφιμα και τα ποτά που προέχονται από τρίτες χώρες και για τα οποία δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση. Τα εμπορεύματα αυτά μπορούν να εισάγονται στις Κάτω Χώρες μόνον αν είναι κατάλληλα από υγειονομικής απόψεως για ανθρώπινη κατανάλωση.
Γ – Τα περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9. Η διαφορά της κύριας δίκης υφίσταται μεταξύ, αφενός, των εταιριών Artrada (Freezone) NV (στο εξής: «Artrada»), Videmecum BV και Jac. Meisner International Expeditiebedrijf BV και, αφετέρου, της Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees.
10. Η Artrada εκμεταλλεύεται ένα εργοστάσιο στην Αρούμπα για την παραγωγή, μεταξύ άλλων, μειγμάτων ζάχαρης, σκόνης γάλακτος και κακάο. Η Videmecum BV είναι κατά 100 % θυγατρική της Artrada, για την οποία ποραγματοποιεί όλες τις εργασίες μεταφοράς. Η Jac. Meisner International Expeditiebedrijf BV είναι εκτελωνίστρια η οποία διενεργεί την υποβολή διασαφήσεων εισαγωγής για τη διάθεση σε κατανάλωση εντός της Ερωπαϊκής Κοινότητας των προϊόντων της Artrada επ’ ονόματι της Videmecum BV.
11. Στις 26 Ιανουαρίου 2001, η Jac. Meisner International Expeditiebedrijf BV υπέβαλε δύο διασαφήσεις εισαγωγής από την Αρούμπα για διάθεση στην κατανάλωση μιας παρτίδας 167 475 χιλιογράμμων ενός μείγματος αποτελούμενου από κατά 75,75 % ζάχαρη, 15,15 % αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη και 9,1 % κακάο. Τα συστατικά αυτού του προϊόντος δεν μπορούν διαχωρισθούν. Το προϊόν χρησιμεύει ως πρώτη ύλη για την παρασκευή σοκολατούχου γάλακτος στα εργοστάσια που βρίσκονται στη Γερμανία και το Βέλγιο.
12. Με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2001, η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees αρνήθηκε να παράσχει την έγκριση για διάθεση στην κατανάλωση της επίδικης παρτίδας για τον λόγο ότι περιείχε συστατικό ζωικής προελεύσεως και δεν συνοδευόταν από κτηνιατρικό πιστοποιητικό.
13. Οι εφεσείουσες άσκησαν διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον της VWS-commissie bezwaarschriften Awb (αρμόδιας επί διοικητικών προσφυγών επιτροπής του Υπουργείου Υγείας, Ευεξίας και Αθλητισμού). Με απόφαση της 2ας Αυγούστου 2001, η επιτροπή αυτή έκρινε απαράδεκτη τη διοικητική προσφυγή όσον αφορά τις δύο τελευταίες εταιρίες που αναφέρονται στο σημείο 10 και την απέρριψε όσον αφορά την Artrada. Ως προς την οδηγία 92/46, η VWS-commissie bezwaarschriften Awb έκρινε ότι η σκόνη γάλακτος που υπάρχει στο μείγμα έπρεπε να θεωρηθεί ως «γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, και έπρεπε κατά συνέπεια να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία. Δεδομένου ότι οι Ολλανδικές Αντίλλες και η Αρούμπα δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τρίτων χωρών που προβλέπεται από αυτή, η επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν δυνατό να επιτρέψει την εισαγωγή του επίδικου μείγματος.
14. Ασκήθηκε τότε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του rechtbank te Rotterdam, το οποίο, με απόφαση της 4ης Μαρτίου 2002, δέχθηκε το σχετικό αίτημα και ακύρωσε την επίδικη απόφαση για τον λόγο ότι δεν εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή, διατήρησε όμως τα έννομα αποτελέσματά της. Ερμηνεύοντας την οδηγία 92/46 υπό το φως ενός εγγράφου εργασίας της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής (VI/8972/93), το rechtbank έκρινε ότι το μείγμα, που είναι ημιεπεξεργασμένο προϊόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «προϊόν με βάση το γάλα» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, αυτής, διατάξεως που αναφέρεται μόνο στα τελικά προϊόντα. Αντιθέτως, έκρινε ότι το γάλα σε σκόνη που υπάρχει σ’ αυτό το μείγμα είναι «γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η λύση αυτή είναι πλέον σύμφωνη προς την προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία είναι ο κύριος στόχος της οδηγίας. Αποφάσισε ότι η εισαγωγή του μείγματος δεν μπορούσε να επιτραπεί, διότι αυτό προερχόταν από χώρα που δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των τρίτων χωρών.
15. Οι Artrada, Videmecum BV και Jac. Meisner International Expeditiebedrijf BV προσέβαλαν τότε αυτή την απόφαση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο την κήρυξε απαράδεκτη ως προς τις δύο τελευταίες εταιρίες –κρίνοντας ότι δεν είχαν άμεσο συμφέρον σ’ αυτή τη δίκη– και το οποίο, αφού εξέθεσε και εκτίμησε την άποψη των διαδίκων, απηύθυνε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. α) Έχει ο όρος “γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα” στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ την έννοια ότι περιλαμβάνει (επίσης) γαλακτοκομικά συστατικά ενός προϊόντος το οποίο συγχρόνως περιέχει άλλα, δηλαδή μη γαλακτοκομικά, συστατικά και όπου το γαλακτοκομικό συστατικό δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα μη γαλακτοκομικά συστατικά;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α, έχει το άρθρο 22 της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ την έννοια ότι στην περίπτωση εισαγωγής από τρίτες χώρες η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή μόνο στο γαλακτοκομικό συστατικό ενός προϊόντος και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή στο προϊόν του οποίου αυτό αποτελεί συστατικό;
2. α) Αφορά η έννοια “προϊόντα με βάση το γάλα” στο άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ αποκλειστικώς τα τελικά προϊόντα ή και τα ημικατεργασμένα προϊόντα τα οποία πρέπει ακόμη να υποστούν επεξεργασία, πριν καταστεί δυνατή η πώλησή τους στον καταναλωτή;
β) Στην περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ αφορά τα ημικατεργασμένα προϊόντα: Βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει να κρίνεται αν το γάλα ή το γαλακτοκομικό προϊόν αποτελεί ουσιαστικό συστατικό ενός προϊόντος είτε λόγω της ποσότητας είτε λόγω των χαρακτηριστικών που προσδίδει στο προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ;»
16. Η Artrada, η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Ιουνίου 2004.
II – Εκτίμηση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
17. Είναι προ πάντων σημαντικό να υπενθυμισθεί ότι, για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας 92/46, η Aruba είναι τρίτο κράτος, μολονότι περιλαμβάνεται στις συνδεδεμένες «χώρες και εδάφη» που αναφέρονται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ (8).
18. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τα ερωτήματα που απευθύνονται στο Δικαστήριο δεν αφορούν το σύστημα που εφαρμόζεται στα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών, αλλά έχουν σχέση με το προκαταρκτικό ζήτημα του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, η οποία αφορά τόσο τα κοινοτικά προϊόντα όσο και τα μη κοινοτικά. Αυτά που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της εφαρμογής δεν χρειάζεται να ανταποκρίνονται στις διατάξεις της (9). Το επίδικο μείγμα θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις της μόνον αν η οδηγία έχει εφαρμογή σ’ αυτό.
Β – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
19. Το αιτούν δικαστήριο, η Artrada, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι το επίδικο μείγμα δεν είναι «γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 92/46. Η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees, εξ ετέρου, υποστηρίζει ότι το μείγμα ανταποκρίνεται στον ορισμό αυτής της διατάξεως, διότι η σκόνη γάλακτος που υπάρχει σ’ αυτό προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα, θεωρώντας ότι η ερμηνεία της είναι προτιμότερη από απόψεως προστασίας της δημόσιας υγείας και της πρόληψης της απάτης (η σκόνη γάλακτος που εισάγεται χωριστά είναι προϊόν με βάση το γάλα, αλλά αρκεί να εισαχθεί στη σύνθεση του μείγματος για να παύσει η οδηγία να εφαρμόζεται).
20. Φρονώ ότι ο ορισμός «γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα» του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας δεν καλύπτει ένα μείγμα όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι δεν έχει τροποποιηθεί θεμελιωδώς η σύνθεση του γάλακτος και δεν επιτρέπει την προσθήκη άλλων συστατικών, όπως έχει γίνει εν προκειμένω. Επί πλέον, μια τόσο ευρεία ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 2, θα καθιστούσε κενό περιεχομένου τον ορισμό «προϊόντα με βάση το γάλα» που περιέχεται στο σημείο 4, ο οποίος αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τα προϊόντα στα οποία το γάλα ή ένα προϊόν με βάση το γάλα δεν αποτελεί ουσιώδες συστατικό. Αν ένα σύνθετο προϊόν μπορεί να θεωρηθεί ως γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα από το γεγονός και μόνον ότι περιέχει σκόνη γάλακτος, κάθε προϊόν που περιέχει γάλα θα ενέπιπτε στον ορισμό, οπότε ο περιορισμός που τίθεται με το άρθρο 2, σημείο 4, θα ήταν χωρίς αποτέλεσμα.
21. Δεν θα δεχθώ το τελολογικό επιχείρημα που επικαλείται η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees, διότι δεν μπορεί να υπερισχύσει των επιχειρημάτων που στηρίζονται στο γράμμα και την οικονομία της ρυθμίσεως, όπως προεξέθεσα. Από τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 92/46 προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής της όλα τα προϊόντα που περιέχουν οποιαδήποτε ποσότητα γάλακτος ή ενός προϊόντος με βάση το γάλα. Η ερμηνεία υπέρ της οποίας τάσσεται η Rijksdienst εξασφαλίζει ίσως καλύτερη προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά δεν ευσταθεί κατόπιν αναλύσεως του γράμματος και της οικονομίας της οδηγίας.
22. Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι στην έννοια «γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα» του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 92/46 δεν περιλαμβάνονται τα συστατικά με βάση το γάλα ενός προϊόντος που περιέχει άλλα συστατικά που δεν έχουν ως βάση το γάλα και στο οποίο το γαλακτικό συστατικό δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τα μη γαλακτικά συστατικά.
23. Η απάντηση αυτή καθιστά περιττή την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος.
Γ – Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
24. Η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46 καλύπτει τόσο τα τελικά προϊόντα όσο και τα ημιεπεξεργασμένα. Η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees, εξ ετέρου, η οποία υιοθετεί μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας, θεωρεί ότι η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικώς τα τελικά προϊόντα. Η Artrada ισχυρίζεται ότι το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας αφορά μόνον τα τελικά προϊόντα, πράγμα που ανταποκρίνεται στη λογική των σημείων 1 και 4 αυτού του άρθρου το οποίο αναφέρεται διαδοχικά στο γάλα, στο γάλα που προορίζεται για την επεξεργασία προϊόντων με βάση το γάλα, στο γάλα προς πόσιν και στα προϊόντα με βάση το γάλα.
25. Φρονώ ότι το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας αφορά ομοίως και τα ημιεπεξεργασμένα προϊόντα. Πριν απ’ οτιδήποτε άλλο, οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διατύπωσή του δεν καθιστούν αντιφατική μια τέτοια ερμηνεία, διότι τα ημιεπεξεργασμένα προϊόντα είναι προϊόντα με βάση το γάλα, μολονότι η επεξεργασία που έχουν υποστεί δεν είναι οριστική. Επί πλέον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη στην οδηγία ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει τέτοια προϊόντα από το πεδίο εφαρμογής της. Πολλώ δε μάλλον, το να περιλαμβάνονται αυτά στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας συμφωνεί περισσότερο προς τον υγειονομικό σκοπό της. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, «η οδηγία 92/46 διέπει όλα τα στάδια της διαδικασίας από την παραγωγή του γάλακτος μέχρι τη μεταφορά των προϊόντων στα διάφορα σημεία πωλήσεως» (10). Αυτό δείχνει ότι τα ημιεπεξεργασμένα προϊόντα περιλαμβάνονται καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
26. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η έννοια «προϊόντα με βάση το γάλα» του άρθρου 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46 περιλαμβάνει ομοίως και τα ημιεπεξεργασμένα προϊόντα που πρέπει να υποστούν μεταγενέστερη μεταποίηση πριν καταστεί δυνατή η πώλησή τους στον καταναλωτή.
Δ – Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
27. Κατά την Επιτροπή, το γάλα αποτελεί ουσιώδες συστατικό του προϊόντος κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 4, της οδηγίας, διότι εμφανίζεται εντός αυτού σε σημαντική ποσότητα (σε αναλογία πλέον του 50 %) και διότι χαρακτηρίζει το τελικό προϊόν. Δεδομένου ότι το μείγμα χρησιμεύει για την παρασκευή του σοκολατούχου γάλακτος, η Επιτροπή θεωρεί ότι το γάλα έχει ως αποτέλεσμα να προσδίδει στο προϊόν το ουσιώδες χαρακτηριστικό του. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, από ποσοτικής απόψεως, το κυριαρχούν συστατικό του μείγματος είναι αυτό ακριβώς που αποτελεί το ουσιώδες συστατικό του και ότι, από την άποψη των χαρακτηριστικών του, η γεύση είναι το χαρακτηριστικό του στοιχείο. Δοθέντος ότι το μείγμα περιέχει πολύ κακάο, θα έχει γεύση κακάο και όχι γάλακτος, οπότε δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 2, σημείο 4. Η Artrada εκθέτει ότι η παρουσία της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος δεν είναι ουσιώδης από ποσοτικής απόψεως και δεν χαρακτηρίζει το προϊόν, διότι το ουσιώδες αυτού είναι το ζαχαρούχο κακάο: για να μεταποιηθεί σε σοκολατούχο γάλα αρκεί να προστεθεί γάλα μετά την εισαγωγή του στο έδαφος της Κοινότητας και όχι νερό, όπως ισχυρίσθηκε η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees. Η υπηρεσία αυτή θεωρεί ότι το γάλα χαρακτηρίζει το τελικό προϊόν, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ως προϊόν με βάση το γάλα, διότι το μείγμα θα χρησιμεύει για την παρασκευή του σοκολατούχου γάλακτος.
28. Πρέπει προ πάντων να επισημανθεί ότι ένα ημιεπεξεργασμένο προϊόν όπως το επίδικο μείγμα δεν καλύπτεται από την οδηγία 92/46 παρά μόνον αν ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 4, αυτής, δηλαδή αν το γάλα ή το προϊόν με βάση το γάλα είναι «ουσιαστικό συστατικό» του προϊόντος, «είτε λόγω ποσότητας, είτε λόγω των χαρακτηριστικών που προσδίδει στο προϊόν». Ως εκ της ασάφειας των κριτηρίων που επέλεξε ο νομοθέτης, το ζήτημα δεν είναι απλό.
29. Όσον αφορά την ποσότητα, δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής και της Ελληνικής Κυβερνήσεως, οι οποίες θεωρούν ότι το ουσιώδες συστατικό είναι αυτό που αντιστοιχεί σε πλέον του 50 % της συνθέσεως του προϊόντος ή το από ποσοτικής απόψεως πλέον σημαντικό συστατικό. Πολυάριθμες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας αναφέρονται σε «ουσιαστικό συστατικό» (γαλλική, πορτογαλική, ιταλική, γερμανική και αγγλική απόδοση· μεταξύ των αποδόσεων που έλαβα υπόψη μόνον η ισπανική απόδοση κάνει λόγο για «το ουσιαστικό συστατικό»), πράγμα που αποτελεί ένδειξη ότι ένα προϊόν μπορεί να έχει περισσότερα ουσιώδη μέρη. Επομένως, αυτό που είναι ουσιώδες συστατικό λόγω της ποσότητάς του πρέπει να ορίζεται αρνητικώς και σε σχέση με τα άλλα συστατικά, και όχι σε συνάρτηση με ένα απόλυτο ποσοστό. Παραδείγματος χάριν, αν το μείγμα περιείχε 33 % σκόνη γάλακτος, 33 % ζάχαρη, 33 % κακάο και 1 % αλεσμένα αμύγδαλα, τα αλεσμένα αμύγδαλα δεν θα αποτελούσαν ουσιώδες συστατικό από ποσοτικής απόψεως, ενώ τα άλλα τρία συστατικά θα ήταν. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το γαλακτικό συστατικό θα πρέπει να θεωρείται ουσιώδες, αν δεν είναι σαφώς δευτερεύον από ποσοτικής απόψεως σε σχέση με τα άλλα συστατικά του προϊόντος, ερμηνεία που υπηρετεί άριστα τον υγειονομικό σκοπό της οδηγίας. Μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, θεωρώ ότι σε ένα προϊόν που περιέχει 75,75 % ζάχαρη, 15,15 % σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος και 9,1 % κακάο, το γαλακτικό στοιχείο δεν είναι προδήλως δευτερεύον. Επί πλέον, η σημασία της σκόνης γάλακτος σε σχέση με τα άλλα στοιχεία ασφαλώς θα καταστεί μεγαλύτερη με την προσθήκη του αναγκαίου υγρού για την παρασκευή του σοκολατούχου γάλακτος.
30. Όσον αφορά το συστατικό που προσδίδει στο προϊόν το χαρακτηριστικό του, θεωρώ ότι, στην περίπτωση ημιεπεξεργασμένων προϊόντων, αυτό πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τον τελικό προορισμό του, τον οποίον ο εισαγωγέας πρέπει να γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές. Ο ουσιώδης σκοπός της οδηγίας 92/46 είναι η προστασία της δημόσιας υγείας, πλην όμως ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της τα προϊόντα τα οποία περιέχουν ένα συστατικό με βάση το γάλα που δεν είναι ουσιώδες συστατικό αυτών είτε λόγω ποσότητας είτε λόγω των χαρακτηριστικών που προσδίδει στο προϊόν. Η εφαρμογή του τελευταίου αυτού κριτηρίου μπορεί να έχει σε σημαντικό βαθμό ανακόλουθα αποτελέσματα, διότι ένα ημιεπεξεργασμένο προϊόν θα θεωρείται ανάλογα με τον προορισμό του αν είναι ή όχι προϊόν με βάση το γάλα, η ανακολουθία αυτή όμως είναι το αποτέλεσμα του κριτηρίου της οδηγίας (11). Το συστατικό θα προσδίδει στο προϊόν το χαρακτηριστικό του, αν αυτό είναι τελικό προϊόν με βάση το γάλα, πράγμα που καταδεικνύει ότι το γαλακτικό στοιχείο που περιέχεται στο ημιεπεξεργασμένο προϊόν χαρακτηρίζει το τελικό προϊόν. Το τελικό προϊόν θα είναι ένα προϊόν με βάση το γάλα είτε λόγω της ποσότητας του γαλακτικού του συστατικού, είτε λόγω των χαρακτηριστικών που του προσδίδονται, πράγμα που, ως προς τα χαρακτηριστικά, θα πρέπει να εκτιμάται υπό το φως ενός συνόλου κριτηρίων, όπως της γεύσεως, της ονομασίας, της εμφανίσεως ή της υφής. Είναι πρόδηλο εν προκειμένω ότι το σοκολατούχο γάλα είναι προϊόν με βάση το γάλα. Επομένως, το επίδικο μείγμα καλύπτεται από το άρθρο 2, σημείο 4, ανεξαρτήτως του αν αρκεί η προσθήκη νερού για την παρασκευή του ή αν αντιθέτως είναι αναγκαία και η προσθήκη γάλακτος.
31. Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46 έχει την έννοια ότι το γάλα ή ένα προϊόν με βάση το γάλα πρέπει να θεωρείται ως ουσιώδες συστατικό ενός ημιεπεξεργασμένου προϊόντος λόγω της ποσότητάς του, όταν δεν είναι προδήλως δευτερεύον σε σχέση με τα άλλα συστατικά του προϊόντος, και θα πρέπει να είναι ουσιώδες συστατικό λόγω του ότι προσδίδει στο προϊόν τα χαρακτηριστικά του, όταν το τελικό προϊόν, για την παρασκευή του οποίου προορίζεται το ημιεπεξεργασμένο προϊόν, είναι προϊόν με βάση το γάλα ως εκ της ποσότητας του γαλακτικού στοιχείου που περιέχει ή ως εκ του ότι προσλαμβάνει από αυτό τα χαρακτηριστικά του, πράγμα που θα πρέπει να εκτιμάται υπό το φως ενός συνόλου στοιχείων, όπως της γεύσεως, της ονομασίας, της εμφανίσεως ή της υφής.
III – Πρόταση
32. Λαμβανομένων υπόψη όλων των σκέψεων που εξέθεσα αμέσως πιο πάνω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του College van Beroep voor het bedrijfsleven ως ακολούθως:
«1) Η έννοια “γάλα που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων με βάση το γάλα” του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 92/46/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση των υγειονομικών κανόνων για την παραγωγή και την εμπορία νωπού γάλακτος, θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα δεν περιλαμβάνει τα με βάση το γάλα συστατικά ενός προϊόντος το οποίο συγχρόνως περιέχει άλλα όχι με βάση το γάλα συστατικά και όπου το γαλακτικό συστατικό δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα μη γαλακτικά συστατικά.
2) Η έννοια “προϊόντα με βάση το γάλα” του άρθρου 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46 περιλαμβάνει επίσης τα ημιεπεξεργασμένα προϊόντα τα οποία πρέπει μεταγενεστέρως να υποστούν επεξεργασία, πριν καταστεί δυνατή η πώλησή τους στον καταναλωτή.
3) Το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 92/46 έχει την έννοια ότι το γάλα ή ένα προϊόν με βάση το γάλα θα πρέπει να θεωρείται ως ουσιώδες συστατικό ενός ημιεπεξεργασμένου προϊόντος λόγω της ποσότητάς του, όταν δεν είναι προδήλως δευτερεύον σε σχέση με τα άλλα συστατικά του προϊόντος, και θα πρέπει να είναι ουσιώδες συστατικό λόγω του ότι προσδίδει στο προϊόν τα χαρακτηριστικά του, όταν το τελικό προϊόν, για την παρασκευή του οποίου προορίζεται το ημιεπεξεργασμένο προϊόν, είναι προϊόν με βάση το γάλα ως εκ της ποσότητας του γαλακτικού στοιχείου που περιέχει ή ως εκ του ότι προσλαμβάνει από αυτό τα χαρακτηριστικά του, πράγμα που θα πρέπει να εκτιμάται υπό το φως ενός συνόλου στοιχείων, όπως της γεύσεως, της ονομασίας, της εμφανίσεως ή της υφής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – ΕΕ L 268, σ. 1.
3 – Ο κατάλογος των τρίτων χωρών και το υπόδειγμα υγειονομικού πιστοποιητικού καταρτίσθηκαν με την απόφαση 95/340/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1995, για την κατάρτιση προσωρινού καταλόγου τρίτων χωρών από τις οποίες τα κράτη μέλη επιτρέπουν τις εισαγωγές γάλακτος και προϊόντων με βάση το γάλα και για την κατάργηση της οδηγίας 94/70/ΕΚ (ΕΕ L 200, σ. 38) και με την απόφαση 95/343/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1995, σχετικά με τα υποδείγματα υγειονομικού πιστοποιητικού για εισαγωγές γάλακτος θερμικά επεξεργασμένου, προϊόντων με βάση το γάλα και νωπού γάλακτος που πρόκειται να γίνουν δεκτά σε κέντρο συλλογής ή τυποποίησης ή σε μονάδα επεξεργασίας ή μεταποίησης, που προέρχονται από τρίτες χώρες και προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση (ΕΕ L 200, σ. 52).
4 – ΕΕ 1998, L 24, σ. 9.
5 – Stbl. 1994, σ. 813.
6 – Stcrt. 1994, σ. 243.
7 – Stbl. 1993, σ. 698.
8 – Όπως προκύπτει από την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C–106/97, DADI και Douane-Agenten (Συλλογή 1999, σ. I-5983, σκέψεις 30 έως 46).
9 – Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση DADI και Douane-Agenten, «οι διατάξεις που θεσπίζει έχουν εφαρμογή σε όλα τα προϊόντα τα οποία αφορά και τα οποία παράγονται ή διατίθενται στην αγορά εντός της Κοινότητας» (σκέψη 33).
10 – Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-294/01, Granarolo (Συλλογή 2003, σ. Ι‑13429, σκέψη 42).
11 – Ο νομοθέτης θα μπορούσε να υιοθετήσει πιο ακριβή κριτήρια. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η οδηγία δεν έχει προφανώς εφαρμογή στα αποκλειόμενα προϊόντα (παραδείγματος χάριν, μια πίτσα που περιέχει 2 % τυρί), διότι το γαλακτικό συστατικό θεωρείται ότι ανταποκρίνεται εν πάση περιπτώσει στα κριτήρια της οδηγίας 92/46, πράγμα που ελαχιστοποιεί τον από υγειονομικής απόψεως κίνδυνο. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών, τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι το χρησιμοποιούμενο γάλα είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της οδηγίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να εφαρμόζονται οι κατά τα λοιπά ισχύουσες εθνικές διατάξεις, πράγμα που θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια εκτροπές των εμπορικών ρευμάτων και κίνδυνο κατακερματισμού της αγοράς. Θα μπορούσε τότε να είναι αναγκαία η επέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι υγειονομικές προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται τα μη κοινοτικά προϊόντα είναι πάντοτε ισοδύναμες προς αυτές στις οποίες υπόκεινται τα κοινοτικά προϊόντα. Τέλος, είναι κατανοητό το ότι ο νομοθέτης δεν περιέλαβε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας όλα τα προϊόντα που περιέχουν μια ελάχιστη ποσότητα γάλακτος, διότι αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει πολυάριθμα εμπόδια και συγκρούσεις στο εμπόριο. Παρά ταύτα, τα κριτήρια που θέτει η οδηγία για να εξακριβωθεί αν βρισκόμαστε ή όχι προ ενός προϊόντος με βάση το γάλα μπορούν να έχουν στην πράξη αντιφατικές συνέπειες και προφανώς δεν στηρίζονται σε επιστημονικές μελέτες για τους πραγματικούς κινδύνους που υφίστανται για τη δημόσια υγεία.
Full & Egal Universal Law Academy