ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 28ης Οκτωβρίου 2004 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-128/03 και C-129/03
AEM SpA (C-128/03)
κατά
Autorità per l’energia elettrica e per il gas
και
Ministero delle Attività Produttive
και
Ministero dell’Economia e delle Finanze
με την παρουσία της: ENEL Produzione SpA
και
AEM Torino SpA (C-129/03)
κατά
Autorità per l’energia elettrica e per il gas
και
Ministero delle Attività Produttive
και
Ministero dell’Economia e delle Finanze
με την παρουσία της: ENEL Produzione SpA
[αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – Επιβολή προσαυξήσεως επί της αντιπαροχής για την πρόσβαση και τη χρήση του εθνικού δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος – Αντιστάθμιση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στο πλαίσιο του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας ως δηλωθείς σκοπός της προσαυξήσεως – Ορισμός των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων – Υπεραξία της παραχθείσας από υδροηλεκτρικές και γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις ηλεκτρικής ενέργειας – Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 87 ΕΚ – Αποτελεί η αντιστάθμιση ενός αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος κόστους ευνοϊκή μεταχείριση; – Υφιστάμενη σχέση μεταξύ χρηματοδοτήσεως και μέτρων ενισχύσεων – Άρθρα 7 και 8 της οδηγίας 96/92/ΕΚ – Απαγόρευση των διακρίσεων ως προς την πρόσβαση στο δίκτυο»
I – Εισαγωγή
1. Όπως στην υπόθεση C-17/03 (2), ζητείται εκ νέου από το Δικαστήριο να επιλύσει ζητήματα μεταβατικού δικαίου, που αφορούν τη μεταφορά της οδηγίας 96/92/ΕΚ (3) (στο εξής: οδηγία 96/92) στο εσωτερικό δίκαιο.
2. Η παρούσα υπόθεση αφορά την επιβολή, σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, προσαυξήσεως επί των αντιπαροχών για την πρόσβαση και τη χρήση του ιταλικού δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, αυτή η προσαύξηση αποσκοπεί στην αντιστάθμιση αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους σε σχέση με την ελευθέρωση της εθνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, διότι οι επιβαρυνόμενες επιχειρήσεις ακόμη και μετά την ελευθέρωση της αγοράς αυτής και την κατάργηση ορισμένων αντισταθμιστικών μηχανισμών μεταξύ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας θα εφάρμοζαν έναντι των διανομέων τιμές που θα ελάμβαναν υπόψη έξοδα που δεν φέρουν οι επιχειρήσεις αυτές.
3. Οι επιβαρυνόμενοι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας θεωρούν ότι η επιβολή της προσαυξήσεως αυτής δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις και αμφιβολίες από πλευράς δικαίου των ενισχύσεων. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι τα έσοδα από την προσαύξηση αυτή, αντίθετα προς ό,τι αναφέρεται στη διάταξη περί παραπομπής, επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση μέτρων κρατικών ενισχύσεων.
4. Στο μέτρο που υφίστανται πράγματι, μετά τη μεταφορά της οδηγίας 96/92 στο εσωτερικό δίκαιο, πλεονεκτήματα κόστους σε συνδυασμό με την ελευθέρωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, τίθεται κατ’ ουσίαν το ερώτημα κατά πόσον η αντιστάθμιση των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων με την επιβολή προσαυξήσεως επί ορισμένων αντιπαροχών είναι αντίθετη προς το άρθρο 87 ΕΚ ή τις απαγορεύσεις διακρίσεων που προβλέπουν τα άρθρα 7 και 8 της οδηγίας 96/92.
II – Το νομοθετικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
5. Σύμφωνα με το άρθρο 1, της οδηγίας 96/92, «η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινούς κανόνες που αφορούν την παραγωγή, τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Ορίζει τους κανόνες σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, την πρόσβαση στην αγορά, τα κριτήρια και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και τη χορήγηση αδειών καθώς και την εκμετάλλευση των δικτύων.»
6. Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 96/92 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη ορίζουν, ή ζητούν από επιχειρήσεις που είναι ιδιοκτήτριες των δικτύων μεταφοράς να ορίσουν, για τη χρονική περίοδο που θα καθορισθεί από τα κράτη μέλη βάσει κριτηρίων απόδοσης και οικονομικής ισορροπίας, διαχειριστή ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εκμετάλλευση, διασφάλιση της συντήρησης και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, ανάπτυξη του δικτύου μεταφοράς σε μια δεδομένη ζώνη, καθώς και των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα προκειμένου να εξασφαλίζεται ο εφοδιασμός.
[...]
5. Ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς αποφεύγει κάθε διάκριση μεταξύ των χρηστών ή των κατηγοριών χρηστών του δικτύου, και δη κάθε διάκριση υπέρ των θυγατρικών του επιχειρήσεων ή μετόχων του.»
7. Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 96/92, προβλέπει τα εξής:
«1. Ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς είναι υπεύθυνος για την κατανομή φορτίων στις εγκαταστάσεις παραγωγής που βρίσκονται στη ζώνη του και για τον καθορισμό της χρήσης των διασυνδέσεων με τα άλλα δίκτυα.
2. Με την επιφύλαξη της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας βάσει συμβατικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των απορρεουσών από τους όρους της πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, η κατανομή φορτίων στις εγκαταστάσεις παραγωγής και η χρήση των διασυνδέσεων γίνεται βάσει κριτηρίων που μπορεί να εγκρίνονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και τα οποία πρέπει να είναι αντικειμενικά, να δημοσιεύονται και να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις προκειμένου να εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Λαμβάνουν υπόψη την οικονομική προτεραιότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από διαθέσιμες εγκαταστάσεις παραγωγής ή από μεταφορές μέσω διασύνδεσης καθώς και τους τεχνικούς περιορισμούς του δικτύου.
3. Το κράτος μέλος δικαιούται να επιβάλει στο διαχειριστή, όταν κατανέμει τα φορτία στις εγκαταστάσεις παραγωγής, να δίδει προτεραιότητα στις εγκαταστάσεις παραγωγής που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή απορρίμματα ή που παράγουν συνδυασμένα ενέργεια και θερμότητα.»
8. Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/92 έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη, στα οποία οι υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν ή οι εγγυήσεις λειτουργίας που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας είναι δυνατόν να μην μπορούν να τηρηθούν λόγω των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, μπορούν να ζητήσουν να τύχουν μεταβατικού καθεστώτος, το οποίο θα μπορεί να τους παραχωρήσει η Επιτροπή, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τις διαστάσεις του σχετικού δικτύου, το επίπεδο διασύνδεσής του και τη διάρθρωση της ηλεκτροβιομηχανίας του. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη για τις εφαρμογές αυτές προτού λάβει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές της εμπιστευτικότητας. Η απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
9. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 96/92 διευκρινίζει όμως ότι οι αιτήσεις μεταβατικού καθεστώτος πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή το αργότερο ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας.
Β – Εθνικό δίκαιο
10. Η διάταξη περί παραπομπής εκθέτει ως εξής τα ουσιώδη σημεία του καθεστώτος του εθνικού δικαίου.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 10, του νομοθετικού διατάγματος (Decreto legislativo) 79, της 16ης Μαρτίου 1999, για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 96/92/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (4) (στο εξής: ΝΔ 79/99), για την πρόσβαση στο εθνικό δίκτυο μεταφοράς και για τη χρήση του δικτύου αυτού καταβάλλεται στο διαχειριστή του δικτύου ορισμένο τέλος, το οποίο καθορίζεται από την AEEG (Autorità per l’energia elettrica e per il gas, Αρχή για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο) ανεξάρτητα από τον τόπο στον οποίο βρίσκονται οι εγκαταστάσεις παραγωγής και οι τελικοί πελάτες, εν πάση δε περιπτώσει βάσει κριτηρίων που δεν δημιουργούν διακρίσεις.
12. Το άρθρο 3, παράγραφος 11, του ΝΔ 79/99 ορίζει ότι, με αποφάσεις που εκδίδει ο Ministro dell’industria, del commercio e dell’artigianato (Υπουργός Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας) από κοινού με τον Ministro del tesoro, del bilancio e della programmazione economica (Υπουργό Δημόσιου Θησαυρού, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Προγραμματισμού), κατόπιν προτάσεως της AEEG, καθορίζονται οι γενικές οικονομικές επιβαρύνσεις στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, στις οποίες εντάσσονται επίσης οι οικονομικές επιβαρύνσεις σχετικά με την έρευνα, με την αποξήλωση των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους και με την ολοκλήρωση του κύκλου του πυρηνικού καυσίμου, καθώς και οι συναφείς και συνακόλουθες δραστηριότητες. Επιπλέον, η ίδια διάταξη προβλέπει ότι η AEEG μεριμνά για την αντίστοιχη προσαρμογή, σύμφωνα με την παράγραφο 10, του ύψους των τελών προσβάσεως και χρησιμοποιήσεως του εθνικού δικτύου μεταφοράς.
13. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως που εξέδωσε ο Ministro dell’industria, del commercio e dell’artigianato από κοινού με τον Ministro del tesoro, del bilancio e della programmazione economica, κατόπιν προτάσεως της AEEG, στις 26 Ιανουαρίου 2000, για τον καθορισμό των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας (5) (στο εξής: ΥΑ) προβλέπει κατ’ ουσίαν «ότι αποτελούν γενικές οικονομικές επιβαρύνσεις στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας:
α) το ποσοστό του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο δεν αποδίδεται, κατόπιν της εφαρμογής της οδηγίας 96/92/ΕΚ, κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων που προβλέπει η εν λόγω υπουργική απόφαση·
β) τα αντισταθμιστικά ποσά για την κατόπιν της εφαρμογής της οδηγίας 96/92/ΕΚ υπεραξία που εμπεριέχεται στην ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρικές ή γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις που ανήκαν στις επιχειρήσεις παραγωγής-διανομής ή ήσαν στη διάθεση των επιχειρήσεων αυτών στις 19 Φεβρουαρίου 1997·
γ) το κόστος για την αποξήλωση των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους, για την ολοκλήρωση του κύκλου του πυρηνικού καυσίμου και για τις συναφείς και συνακόλουθες δραστηριότητες·
δ) το κόστος των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης νέων τεχνολογικών μεθόδων γενικού συμφέροντος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας·
ε) η εφαρμογή ευνοϊκών όρων για τα τέλη που καταβάλλονται για τις προμήθειες ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2.4, της απόφασης της AEEG 70/97 και η απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας, της 19ης Δεκεμβρίου 1995».
14. Σχετικά με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της ΥΑ, υπό τον τίτλο «Επιβαρύνσεις από την εφαρμογή της οδηγίας 96/92»:
«Προς τον σκοπό της μερικής έστω αντισταθμίσεως των γενικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, αποδίδεται, για μια επταετία από την 1η Ιανουαρίου 2000 και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5, αποκλειστικά και μόνον η υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από υδροηλεκτρικές και γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις και για την οποία δεν προβλέπεται καταβολή εισφορών σύμφωνα με τις αποφάσεις της διυπουργικής επιτροπής τιμών 15/12 Ιουλίου 1989, 34/14 Νοεμβρίου 1990 και 6/29 Απριλίου 1992, όπως οι αποφάσεις αυτές έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις των οποίων η ωφέλιμη ονομαστική ισχύς δεν υπερβαίνει τα 3 MW και στις υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας με άντληση.»
15. Το άρθρο 5, παράγραφος 9, της ΥΑ καθορίζει, τέλος, τη μέθοδο προσδιορισμού της υπεραξίας, η οποία πρέπει να αποδοθεί, ως εξής:
«Η υπεραξία που πρέπει να αποδοθεί κατά την περίοδο που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, ισούται, για το 2000, με το καθορισμένο μεταβλητό κόστος ανά μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε θερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν εμπορεύσιμα ορυκτά καύσιμα, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 6.5, της αποφάσεως 70/97 της AEEG, ενώ για τα επόμενα έτη η υπεραξία αυτή θα ισούται, για κάθε εγκατάσταση και κάθε δίμηνο, με ποσοστό της διαφοράς μεταξύ αφενός της μέσης σταθμισμένης αξίας των τιμών χονδρικής πωλήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας εντός της εγχώριας αγοράς κατά τις διάφορες χρονικές περιόδους του διμήνου, με γνώμονα τις ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν παραχθεί από την εγκατάσταση κατά τις διάφορες χρονικές περιόδους του διμήνου, και αφετέρου του μέσου παγίου κόστους ανά μονάδα της εγκαταστάσεως, όπως αυτό καθορίζεται ετησίως από την AEEG μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Το ποσοστό αυτό ισούται με 75 % για τα έτη 2001 και 2002, με 50 % για τα έτη 2003 και 2004 και με 25 % για τα έτη 2005 και 2006. Μετά το τελευταίο αυτό έτος το ποσοστό αυτό καθίσταται μηδενικό.»
16. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως υπ’ αριθ. 231/00 της AEEG, της 20ής Δεκεμβρίου 2000, για τον καθορισμό της εισφοράς επί της υπεραξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από υδροηλεκτρικές και γεωθερμοηλεκτικές εγκαταστάσεις για το έτος 2000 (6), η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται και διατίθεται στο δίκτυο από υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις χωρίς άντληση και γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις των οποίων η ωφέλιμη ονομαστική ισχύς υπερβαίνει τα 3 MW –οι οποίες στις 19 Φεβρουαρίου 1997 ανήκαν ή ήσαν στη διάθεση επιχειρήσεων οι οποίες, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία, παρείχαν την υπηρεσία διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που παρήγαν οι ίδιες εν όλω ή εν μέρει– υπόκειται σε «προσαύξηση του τέλους για τη χρήση του συστήματος προς κάλυψη των δυναμικών υπηρεσιών που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 13/99», με σκοπό την αντιστάθμιση της υπεραξίας υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000.
17. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως αριθ. 232/00 της AEEG, της 20ής Δεκεμβρίου 2000, για τον καθορισμό της εισφοράς επί της υπεραξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από υδροηλεκτρικές και γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις για τα έτη 2001 έως 2006 (7), η αναφερόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000 ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται και διατίθεται στο δίκτυο από υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις χωρίς άντληση και γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις των οποίων η ωφέλιμη ονομαστική ισχύς υπερβαίνει τα 3 MW –οι οποίες στις 19 Φεβρουαρίου 1997 ανήκαν ή ήσαν στη διάθεση επιχειρήσεων οι οποίες, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία, παρείχαν την υπηρεσία διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που παρήγαν οι ίδιες εν όλω ή εν μέρει– υπόκειται σε «αντιστάθμιση της υπεραξίας υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της αποφάσεως της 26ης Ιανουαρίου 2000». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 8, της αποφάσεως αριθ. 232/00, η προαναφερθείσα αντιστάθμιση πραγματοποιείται με «προσαύξηση του τέλους για τη χρήση του συστήματος προς κάλυψη των δυναμικών υπηρεσιών που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 13/99».
18. Κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 1, των δύο αποφάσεων, οι εισπράξεις από τις προσαυξήσεις των αναφερομένων στο άρθρο 2 των αποφάσεων αριθ. 231/00 και 232/00 καταβάλλονται από τον διαχειριστή του δικτύου στο Cassa conguaglio per il settore elettrico (Αντισταθμιστικό Ταμείο για τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας). Το άρθρο 3, παράγραφος 2, των δύο αποφάσεων που προαναφέρθηκαν προβλέπει ότι οι καταβολές αυτές τροφοδοτούν τον Conto per la gestione della compensazione della maggiore valorizzazione dell’energia elettrica nella transizione (λογαριασμό για τη διαχείριση του αντισταθμίσματος για την υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη μεταβατική φάση). Κατά το εκάστοτε άρθρο 3, παράγραφος 3, των ίδιων αποφάσεων, οι ενδεχομένως προκύπτουσες διαφορές από το προϊόν των προσαυξήσεων μετά την αφαίρεση των επιβαλλομένων επιβαρύνσεων μεταφέρονται στον Conto per nuovi impianti da fonti rinnovabili e assimilate (λογαριασμό για τις νέες εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες και εξομοιούμενες προς αυτές πηγές ενέργειας).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
19. Από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι οι AEM και AEM Torino άσκησαν ενώπιον του Tribunale Amministrativo Regionale per la Lombardia (Ιταλία) προσφυγές κατά των αποφάσεων αριθ. 231 και 232 καθώς και κατά «των προγενεστέρων, προαπαιτουμένων και συναφών πράξεων», μεταξύ των οποίων καταλέγεται η ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000.
20. Μετά την απόρριψη των προσφυγών αυτών, οι AEM και AEM Torino άσκησαν έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato, ζητώντας την εξαφάνιση των προσβαλλομένων δικαστικών αποφάσεων.
21. Το αιτούν Consiglio di Stato αναφέρει ότι η επιχειρηματολογία των AEM και AEM Torino έχει συνοπτικά ως εξής:
– η επίδικη πρόσθετη επιβάρυνση εμπίπτει πλήρως στο καθεστώς των επιδοτήσεων που προορίζονται για τη λειτουργία ορισμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής και οι οποίες χρηματοδοτούνται από εισφορές που επιβάλλονται επί των παραδόσεων στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρήσεις του οικείου τομέα, πράγμα που σημαίνει ότι πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, οι οποίες όμως χορηγούνται εν προκειμένω χωρίς να υπόκεινται στη διαδικασία που ρυθμίζει η ίδια η Συνθήκη·
– το γεγονός ότι προβλέφθηκε διαφοροποιημένο τέλος για την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς, οπότε επιβαρύνονται περισσότερο ορισμένες επιχειρήσεις, συνιστά παραβίαση μιας από τις θεμελιώδεις αρχές της οδηγίας 96/92, η οποία εγγυάται ότι όλοι ανεξαιρέτως θα έχουν πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς·
– η επιβολή αντισταθμιστικής εισφοράς επί της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις υπέρ της παραγωγής των επιχειρήσεων θερμοηλεκτρικής ενέργειας, των οποίων το επίπεδο εισπράξεων απειλείται από το επίπεδο τιμών που διαμορφώνονται εντός της ελεύθερης αγοράς υπό όρους ανταγωνισμού, συνιστά μέτρο κατάλληλο για την τεχνητή νόθευση των τιμών που διαμορφώνονται εντός της αγοράς·
– το αποτέλεσμα είναι τελικά να στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός τόσο μεταξύ των επιχειρήσεων που δρουν εντός της ίδιας αγοράς (των επιχειρήσεων που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια) όσο και μεταξύ των επιχειρήσεων που παράγουν το ίδιο προϊόν (ηλεκτρική και γεωθερμική ενέργεια), καθώς και, τέλος, ως προς τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των κρατών, αφού η Ιταλία είναι το μόνο κράτος που έχει προβλέψει την υποχρεωτική επιβολή εισφοράς επί ορισμένων προϊόντων των υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, με σκοπό τη χρηματοδότηση των δαπανών που συνεπάγεται η εφαρμογή της οδηγίας.
22. Το Consiglio di Stato διαπιστώνει σχετικά ότι, σύμφωνα με την όλη εξέταση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, η επίδικη προσαύξηση των τελών στηρίζεται στην ανάγκη αντισταθμίσεως των αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων και της ανατροπής της ισορροπίας ως προς τον ανταγωνισμό κατά την πρώτη περίοδο (μεταξύ 2000 και 2006) της ελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή της οδηγίας του 96/92.
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί αναγκαίο, πρώτον, να διευκρινιστεί αν η επίμαχη ρύθμιση αποτελεί κρατική ενίσχυση, η οποία διέπεται από τη ρύθμιση των άρθρων 87 ΕΚ επ. Το δικάζον τμήμα κλίνει υπέρ της αρνητικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, με το σκεπτικό ότι το προϊόν της προσαυξήσεως του τέλους για τη χρήση του δικτύου δεν εκτρέπεται υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων ή κατηγοριών επιχειρήσεων που δρουν εντός της αγοράς σύμφωνα με μια λογική σταυροειδών επιδοτήσεων, αλλά αποβλέπει στην αντιστάθμιση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας υπέρ των χρηστών (οι οποίοι ειδάλλως θα επιβαρύνονταν οικονομικά) και στην αποφυγή του ενδεχομένου να καταλήγει η είσπραξη των μεγαλύτερων ποσών, η οποία πραγματοποιείται προς κάλυψη εξόδων που δεν επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις παραγωγής-διανομής, σε βάρος των χρηστών, όσον αφορά την καταβολή των τελών. Επομένως, πρόκειται για γενικό μέτρο οικονομικής πολιτικής, σκοπός του οποίου δεν είναι η παροχή πλεονεκτήματος σε ορισμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής, αλλά, αντίθετα, η εξυπηρέτηση γενικού συμφέροντος, το οποίο αφορά την ανάγκη αποφυγής του ενδεχομένου να περιάγει η πραγματοποίηση κερδών σε μειονεκτική θέση τους καταναλωτές και να διαταράσσονται η ισορροπία και η λειτουργία της αγοράς. Συγκεκριμένα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν προβλέπουν, παρά την ύπαρξη ορισμένων στοιχείων που προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές πράξεις, τη χρησιμοποίηση των εν λόγω κερδών από την προσαύξηση των τελών υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρήσεων προς κάλυψη των λεγόμενων «χαμένων επενδύσεων» (stranded costs), αλλά τα κέρδη αυτά κατατίθενται, με σκοπό την αντιστάθμιση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων του όλου συστήματος, στον λογαριασμό για τη διαχείριση του αντισταθμίσματος για την υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη μεταβατική φάση (κατά την έννοια του άρθρου 4 της αποφάσεως 53/00). Οι αποφάσεις 231 και 232 του 2000 προβλέπουν επίσης, επικουρικά και μόνον, ότι το υπόλοιπο του προαναφερθέντος λογαριασμού, που δεν χρειάζεται, εμβάζεται στον λογαριασμό για τις νέες εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες και εξομοιούμενες προς αυτές πηγές ενέργειας, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 5 της αποφάσεως 70/97. Σε τελική ανάλυση, το δικάζον τμήμα κρίνει ότι ως ενίσχυση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η διάταξη της ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000, που προβλέπει ότι τα εν λόγω ποσά κατατίθενται γενικά σε ένα μόνο λογαριασμό που αποβλέπει στην κάλυψη των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων του συστήματος, αλλά ενδεχομένως η αυτοτελής και μεταγενέστερη απόφαση περί χρησιμοποιήσεως των ποσών αυτών, τα οποία πλέον είναι στη διάθεση των δημόσιων αρχών, υπέρ συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής, υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
23. Το δικάζον τμήμα κρίνει αναγκαίο να υποβάλει επίσης στο Δικαστήριο το ερμηνευτικό ζήτημα του συμβατού με τους κανόνες της οδηγίας 96/92, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της Συνθήκης περί ανταγωνισμού και περί ελεύθερης κυκλοφορίας στον τομέα της ελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ενός διοικητικού μέτρου (που επιβλήθηκε με την ΥΑ και εκτελέστηκε με τις αποφάσεις 231 και 232 του 2000), με το οποίο επιβάλλεται, για μια εξαετή μεταβατική περίοδο (από το 2000 μέχρι το 2006), εκτός της ρυθμίσεως του άρθρου 24 της οδηγίας 96/92, η καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς και για τη χρησιμοποίησή του, σε βάρος επιχειρήσεων που ωφελούνται από την ελευθέρωση τόσο σε σχέση με τις προμήθειες στη δεσμευμένη αγορά όσο και στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς.
24. Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει, κατά πόσον, ενόψει των γενικών αρχών και των κανόνων της οδηγίας 96/92, το μέτρο αυτό, το οποίο εκ πρώτης όψεως δημιουργεί διακρίσεις και στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, μπορεί να στηριχτεί στην ανωτέρω εκτεθείσα και προσηκόντως αιτιολογηθείσα με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ανάγκη αποφυγής αφενός ενός πλεονεκτήματος που θα οφειλόταν στην ουσιαστική πραγματοποίηση εσόδων, που υπερβαίνουν τα ισχύοντα τέλη, πράγμα που αποβαίνει σε βάρος των θερμοηλεκτρικών επιχειρήσεων που επιβαρύνονται με το κόστος του καυσίμου, και αφετέρου των αρνητικών επιπτώσεων για τους καταναλωτές, οι οποίοι καλούνται γενικώς να υποβάλλονται σε δαπάνες που αφορούν κόστος που δεν βαρύνει τις εν λόγω επιχειρήσεις.
25. Το Consiglio di Stato θεωρεί, περαιτέρω, απαραίτητο να ζητήσει από το Δικαστήριο τη διευκρίνιση του ζητήματος του συμβατού της προσαυξήσεως αυτής με τη διάταξη του άρθρου 7 της οδηγίας 96/92 και με την 25η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Ακόμη και σε σχέση με το τελευταίο αυτό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ της απαντήσεως ότι η προσαύξηση συμβιβάζεται με την κοινοτική ρύθμιση, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει τις ενέργειες του διαχειριστή του δικτύου που αποβαίνουν σε βάρος των χρηστών, ενώ η προκειμένη υπόθεση αφορά ορισμένες αποφάσεις του υπουργείου και της AEEG, οι οποίες, χωρίς να επηρεάζουν τη δυνατότητα προσβάσεως στο δίκτυο, καθορίζουν ένα κριτήριο για τη μεταβατική επιβολή ενός τέλους, το οποίο δεν προσκρούει στην κοινοτική ρύθμιση και κυρίως δεν δημιουργεί διακρίσεις, διότι αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της ανατροπής της ισορροπίας που έχει επέλθει υπέρ ορισμένων κατηγοριών χρηστών, οι οποίοι πραγματοποιούν έσοδα απλώς και μόνον λόγω της αλλαγής του κανονιστικού πλαισίου.
26. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο, στις δύο υποθέσεις, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1. Μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, υπό την έννοια των άρθρων 87 επ. της Συνθήκης, το διοικητικό μέτρο που επιβάλλει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής σχετικά με τον τρόπο επιβολής και τους σκοπούς του, σε ορισμένες επιχειρήσεις, που χρησιμοποιούν το δίκτυο μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας, την καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση και τη χρήση του δικτύου, με σκοπό τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας;
2. Έχουν οι γενικές αρχές που καθιερώνει η οδηγία 96/92, σχετικά με την ελευθέρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 7 και 8 που διέπουν τη διαχείριση του δικτύου μεταφοράς της ενέργειας, την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στο κράτος μέλος να θεσπίζει μέτρα μεταβατικής ισχύος με τα οποία επιβάλλεται σε ορισμένες επιχειρήσεις η καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς ενέργειας και για τη χρήση του δικτύου, με σκοπό την αντιστάθμιση της υπεραξίας της υδροηλεκτρικής και γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας που προκύπτει, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στο σκεπτικό, από την αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου και προορίζεται για τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας;»
IV – Νομική αξιολόγηση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
27. Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν υπό ποιες προϋποθέσεις εμπίπτει η επιβολή επιβαρύνσεως με τη μορφή της προσαυξήσεως των ανταποδοτικών τελών (8) για την αντιστάθμιση αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους που οφείλονται στην ελευθέρωση της αγοράς, στην έννοια της κρατικής ενισχύσεως κατά το άρθρο 87 ΕΚ.
28. Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν και κατά πόσον η επιβολή αυτή προσκρούει σε απαγορεύσεις διακρίσεων κατά την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς κατά τα άρθρα 7 και 8 της οδηγίας 96/92.
29. Δεδομένου ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί ενισχύσεων πρέπει κατ’ αρχήν να εφαρμόζονται μαζί με άλλες διατάξεις της Συνθήκης, και η οδηγία 96/92 είναι οδηγία ελευθερώσεως της αγοράς, τα δύο προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει εκ των προτέρων να παρατηρηθεί ότι το αιτούν δικαστήριο ρητώς δέχθηκε ότι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας δρουν εντός της ίδιας αγοράς, έτσι ώστε φαίνεται εύλογο, από ενδεχόμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού, αντίθετη προς το άρθρο 87 ΕΚ, να συναχθεί ως συνέπεια η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως κατά την έννοια της οδηγίας 96/92.
Β – Επί του άρθρου 87 ΕΚ
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
30. Το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει τις κρατικές ενισχύσεις, που ρυθμίζονται στη Συνθήκη ΕΚ, ως ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Κατά πάγια νομολογία, «η έννοια της κρατικής ενισχύσεως υπό την έννοια της διατάξεως αυτής είναι ευρύτερη από την έννοια της επιδοτήσεως διότι δεν περιλαμβάνει μόνον τις θετικές παροχές όπως είναι οι επιδοτήσεις, αλλά και τις παρεμβάσεις οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως» (9).
31. Από αυτή τη γενική περιγραφή της έννοιας της ενισχύσεως προκύπτει ότι στην έννοια αυτή μπορούν κατ’ αρχήν να εμπίπτουν και κρατικά μέτρα στον τομέα της άμεσης (10) ή της έμμεσης (11) φορολογίας και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως (12).
32. Προκειμένου να απαντηθεί το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
33. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για βοήθημα χορηγούμενο από το κράτος ή με κρατικούς πόρους.
34. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διοικητικά μέτρα, που φαίνεται ότι αναμφίβολα αποδίδονται στο κράτος. Όσον αφορά τη χρήση κρατικών πόρων πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιβολή προσαυξήσεως σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας –εν προκειμένω κατά την πρόσβαση και χρήση του δικτύου– οδηγεί κατ’ αρχάς σε αύξηση των κρατικών εσόδων (13). Σε περίπτωση επιβολής προσαυξήσεως σε ορισμένες μόνον επιχειρήσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενίσχυση το γεγονός ότι σε άλλες επιχειρήσεις δεν επιβάλλεται προσαύξηση, και στο μέτρο αυτό το κράτος παραιτείται από έσοδα, πράγμα που θα ισοδυναμούσε με χρήση κρατικών πόρων (14).
35. Δεύτερον, το κρατικό βοήθημα πρέπει να είναι ικανό να επηρεάσει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Σε κάθε περίπτωση, αφότου ελευθερώθηκαν οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και δημιουργήθηκε η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βάσει της οδηγίας 96/92, μια τέτοια επιρροή είναι σε κάθε περίπτωση πιθανή (15).
36. Τρίτον, η ενίσχυση πρέπει να μπορεί να θεωρηθεί ως πλεονέκτημα παρεχόμενο στη δικαιούχο επιχείρηση και, τέταρτον, το εν λόγω πλεονέκτημα πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
37. Όσον αφορά τη νόθευση του ανταγωνισμού, πρέπει εξαρχής να παρατηρηθεί ότι μια αντικειμενικά μη δικαιολογημένη άνιση μεταχείριση επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού, είναι κατ’ αρχήν ικανή να προκαλέσει νόθευση του ανταγωνισμού. Το αν υφίσταται εν προκειμένω τέτοια αντικειμενικά μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί άνιση μεταχείριση πρέπει να διαπιστωθεί σε σχέση με την ενδεχόμενη χορήγηση πλεονεκτημάτων.
38. Η προαναφερθείσα τρίτη προϋπόθεση αφορά τα στοιχεία του πραγματικού της επιλεκτικής χορηγήσεως πλεονεκτημάτων. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει ιδίως να ελεγχθεί σε ποιο μέτρο ο προσδιορισμός του κύκλου των υποχρέων σε προσαύξηση δημιουργεί διαφοροποιήσεις μη δυνάμενες να δικαιολογηθούν αντικειμενικά. Περαιτέρω σημαντικό είναι, όσον αφορά το πραγματικό της χορηγήσεως πλεονεκτημάτων, το κατά πόσον οι εισπράξεις από την προσαύξηση χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση μέτρων ενισχύσεως.
39. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί κατά πόσον η επιβολή της επίδικης προσαυξήσεως εμπίπτει στην έννοια της ενισχύσεως, στο μέτρο που αφορά ορισμένους μόνον παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, και κατά πόσον είναι σημαντική η χρησιμοποίηση των αντίστοιχων εισπράξεων.
2. Επί της χορηγήσεως πλεονεκτημάτων και της επιβολής προσαυξήσεως ως κρατικής ενισχύσεως
40. Στο μέτρο που η επίδικη προσαύξηση υπερβαίνει την οφειλόμενη αντιπαροχή για την πρόσβαση και τη χρήση του δικτύου, και εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να θεωρείται επιβάρυνση υπέρ τρίτων (16).
41. Το κατά πόσον μια φορολογική ρύθμιση χορηγεί επιλεκτικά πλεονεκτήματα εξαρτάται, κατά πάγια νομολογία, από το κατά πόσον το μέτρο απαλλάσσει επιχειρήσεις από επιβαρύνσεις που απορρέουν από την κανονική εφαρμογή του γενικού φορολογικού συστήματος, «χωρίς αυτή η απαλλαγή να δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του εν λόγω συστήματος» (17).
42. Το εθνικό «γενικό» φορολογικό σύστημα καθίσταται έτσι μέτρο ελέγχου, ενώ πρέπει να διαπιστωθεί τι μπορεί να ισχύσει ως «γενική» φορολογική ρύθμιση. Πρόκειται αναμφίβολα για ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, που απαιτεί, τουλάχιστον όσον αφορά τους άμεσους φόρους, εκτεταμένη ανάλυση των εθνικών φορολογικών διατάξεων (18).
43. Σε σχέση με προσαυξήσεις του εν λόγω είδους, η ανάλυση είναι ευκολότερη, στο μέτρο που αντικείμενο της αναλύσεως είναι όχι όλο το οικείο φορολογικό σύστημα, αλλά μόνον η ειδική φορολογική ρύθμιση. Πρέπει κατ’ αρχάς να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό οι ενδεχομένως ωφελούμενοι βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τους υπόχρεους σε καταβολή της επιβαρύνσεως. Ο γενικός εισαγγελέας Tizzano, στις προτάσεις του στην υπόθεση Ferring (19), αναφέρει σχετικά ότι «κάθε φόρος που θεσπίζεται σε βάρος μιας συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρηματιών μπορεί υποθετικά να θεωρηθεί ως πλεονέκτημα που χορηγείται σε όλους τους μη υποκείμενους στον φόρο αυτό επιχειρηματίες, οι οποίοι βρίσκονται σε περισσότερο ή λιγότερο στενή ανταγωνιστική σχέση με τους πρώτους». Ο γενικός εισαγγελέας Tizzano ορθώς τονίζει τη σημασία της αναλύσεως των ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ όλων των εμπλεκομένων και, κατά συνέπεια, ορθώς αποκλείει τη δυνατότητα γενικώς ισχύουσας απαντήσεως όσον αφορά την ύπαρξη χορηγήσεως πλεονεκτήματος, έτσι ώστε «η λύση πρέπει να αναζητηθεί κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως και συγκεκριμένα της υφιστάμενης ανταγωνιστικής σχέσεως των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, του λόγου υπάρξεως του φόρου και των αποτελεσμάτων του» (20).
44. Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως ρητώς τονίζει και το αιτούν δικαστήριο, όλοι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά. Στο μέτρο, συνεπώς, που το επίδικο διοικητικό μέτρο προβαίνει, όσον αφορά την επιβολή προσαυξήσεως, σε διαφοροποιήσεις μεταξύ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, θα έπρεπε να είναι κρίσιμο το κατά πόσον αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν μια τέτοια διαφοροποίηση.
45. Ως αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος θα μπορούσε εν προκειμένω να αναφερθεί η αντιστάθμιση αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους. Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί, κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις η αντιστάθμιση αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους με επιβολή προσαυξήσεως μπορεί να αναγνωριστεί ως αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη διαφοροποίηση που πραγματοποιείται με το αντίστοιχο διοικητικό μέτρο. Αυτό θα είχε ως συνέπεια ότι δεν θα αποτελούσε χορήγηση επιλεκτικού πλεονεκτήματος στις μη υποχρεούμενες σε προσαύξηση επιχειρήσεις η επιβολή προσαυξήσεως στις λοιπές επιχειρήσεις.
46. Είναι αναμφίβολη η συνάφεια της προβληματικής αυτής με εκείνη που απετέλεσε τη βάση των υποθέσεων Ferring (21), Altmark Trans (22) και Enirisorse (23). Οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν το ζήτημα εάν και κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν να αντισταθμίζουν τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την ανάθεση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, χωρίς να υπόκεινται στις διατάξεις της Συνθήκης, που αφορούν τις ενισχύσεις. Και στις τρεις αποφάσεις το Δικαστήριο δέχθηκε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την άποψη περί αντισταθμίσεως. Αυτό θα είχε ως συνέπεια να θεωρείται εν προκειμένω συνεπές να αναγνωριστεί κατ’ αρχήν –υπό όρους που θα πρέπει να καθοριστούν ειδικά– η δυνατότητα αντισταθμίσεως ορισμένων αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους, χωρίς αυτή η δυνατότητα αντισταθμίσεως να θεωρείται επιλεκτικό πλεονέκτημα υπό την έννοια της ενισχύσεως.
47. Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο δέχεται προφανώς την ύπαρξη αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους για τους υπόχρεους σε προσαύξηση και αναφέρει σχετικά ότι οι Ιταλοί παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας βρέθηκαν, μετά τη μεταφορά της οδηγίας 96/92 στο εσωτερικό δίκαιο, σε μη συγκρίσιμη θέση: Αιτία γι’ αυτό αποτελεί μια –τουλάχιστον όσον αφορά τους δεσμευόμενους πελάτες– αμετάβλητη γενική, εφαρμοζόμενη από όλους τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας στις σχέσεις τους με τις επιχειρήσεις διανομής, ρύθμιση τιμών που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα στοιχείο που καλύπτει τις δαπάνες καυσίμων. Είναι όμως προφανές ότι δεν βαρύνονται όλοι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας με δαπάνες καυσίμων, όπως π.χ. οι παραγωγοί υδροηλεκτρικής ή γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με τα προηγούμενα, πριν την ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, υπήρχε ένας αντισταθμιστικός μηχανισμός, ώστε οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας, που δεν βαρύνονταν με δαπάνες καυσίμων, να προωθούν τα έσοδα από το αντίστοιχο στοιχείο της τιμής στο Cassa conguaglio. Με την ελευθέρωση της αγοράς καταργήθηκε βέβαια αυτός ο αντισταθμιστικός μηχανισμός –όχι όμως η ρύθμιση των τιμών– πράγμα που πρέπει να οδήγησε σε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα κόστους για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας που δεν βαρύνονται με δαπάνες καυσίμων. Σύμφωνα με όσα αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, αυτή η ρύθμιση τιμών είναι σημαντική και στην ελεύθερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο μέτρο που οι χονδρικές τιμές πωλήσεως εντός της δεσμευμένης αγοράς θα αποτελούσαν σημείο αναφοράς για τις διμερείς συναλλαγές στην ελεύθερη αγορά.
48. Από αυτές τις αναφορές του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η ελευθέρωση της ιταλικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας οδήγησε σε αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα κόστους ορισμένων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, η κατάργηση των οποίων, με την επιβολή χρονικά περιορισμένης (24) προσαυξήσεως στις άνευ νομίμου αιτίας ευνοούμενες επιχειρήσεις –συγκεκριμένα στους παραγωγούς υδροηλεκτρικής ή γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας–, δεν μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρηθεί ως επιλεκτική εύνοια προς τους λοιπούς, μη υπόχρεους σε προσαύξηση, παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας.
49. Η αναγνώριση της αρχής της αντισταθμίσεως ως αντικειμενικού δικαιολογητικού λόγου προϋποθέτει όμως εν προκειμένω ότι, αφενός, ο κύκλος των υπόχρεων σε προσαύξηση αντιστοιχεί στον κύκλο των επιχειρήσεων που με την ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας απήλαυσαν πράγματι αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα κόστους, και, αφετέρου, ότι η αντιστάθμιση που επιχειρείται με την επιβολή της προσαυξήσεως δεν υπερβαίνει το απαραίτητο μέτρο για την κατάργηση της καλούμενης υπεραξίας της υδροηλεκτρικής και γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί οπωσδήποτε το γεγονός ότι η επίμαχη προσαύξηση θεσπίστηκε ως μεταβατικό μέτρο και το ύψος της ακολουθούσε φθίνουσα κλίμακα. Σε κάθε περίπτωση εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να προβεί στις αντίστοιχες τελικές διαπιστώσεις.
3. Επί της χορηγήσεως πλεονεκτημάτων και επί της χρηματοδοτήσεως κρατικών μέτρων ενισχύσεων με τα έσοδα της προσαυξήσεως
50. Υπήρξε περαιτέρω αντιδικία σχετικά με το κατά πόσον είναι κρίσιμη για τον χαρακτηρισμό του επίδικου διοικητικού μέτρου, από πλευράς δικαίου των ενισχύσεων, η χρησιμοποίηση των εσόδων της επίμαχης προσαυξήσεως.
51. Το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι, σε τελική ανάλυση, «ως ενίσχυση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η διάταξη της υπουργικής αποφάσεως του 2000 που προβλέπει ότι τα εν λόγω ποσά κατατίθενται γενικά σε λογαριασμό που αποβλέπει στην κάλυψη των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων του συστήματος, αλλά ενδεχομένως η αυτοτελής και μεταγενέστερη χρησιμοποίηση των ποσών αυτών, τα οποία πλέον είναι στη διάθεση των δημόσιων αρχών υπέρ συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής, υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης». Την άποψη αυτή συμμερίζεται, κατ’ ουσίαν και η Επιτροπή.
52. Κρίσιμη φαίνεται εν προκειμένω κατ’ αρχήν η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία όταν «μια ενίσχυση χρηματοδοτείται με φορολογία η οποία πλήττει ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους παραγωγικούς κλάδους, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να ερευνήσει, […] αν ο τρόπος της χρηματοδοτήσεώς της […] συνδυαζόμενος με την ενίσχυση που τροφοδοτεί, συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις άρθρων [87 ΕΚ και 88 ΕΚ]» (25). Ο κατ’ αρχήν κρίσιμος χαρακτήρας του τρόπου χρηματοδοτήσεως μιας ενισχύσεως επιβεβαιώθηκε τελευταία και στην απόφαση Enirisorse, με παραπομπές σε παλαιότερες αποφάσεις: «αυτή [η έννοια της κρατικής ενισχύσεως] περιλαμβάνει όχι μόνον ορισμένες επιβαρύνσεις υπέρ τρίτων, αναλόγως του τρόπου διαθέσεως του προϊόντος των επιβαρύνσεων αυτών (βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα απόφαση Lornoy κ.λπ., σκέψη 28), αλλά και αυτή καθεαυτή την επιβολή μιας συνιστώσας τέτοια επιβάρυνση εισφοράς (βλ. την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-72/92, Scharbatke, Συλλογή 1993, σ. I-5509, σκέψη 20).
Από την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, επίσης ότι, στην περίπτωση που ο τρόπος χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως, ιδίως μέσω υποχρεωτικών εισφορών, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μέτρου ενισχύσεως, η Επιτροπή, όταν εξετάζει το μέτρο ενισχύσεως, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τον εν λόγω τρόπο χρηματοδοτήσεως (βλ. την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2003, C‑261/01 και C-262/01, Van Calster κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. Ι-12249, σκέψη 49)» (26).
53. Στη νομολογία τονίζεται πάντοτε η αναγκαιότης αυτής της σχέσεως (27). Εντούτοις το Δικαστήριο ανέπτυξε την αναγκαιότητα λήψεως υπόψη της χρηματοδοτήσεως ενός μέτρου ενισχύσεως όσον αφορά τις υποχρεωτικά δεσμευτικές επιβαρύνσεις, στις οποίες είναι προφανές ότι η επιβάρυνση εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση του μέτρου ενισχύσεως (28).
54. Στην απόφαση Van Calster (29) το Δικαστήριο αναφέρεται σε «επιβάρυνση που προορίζεται ειδικά για τη χρηματοδότηση ενίσχυσης» (30) και περαιτέρω, όσον αφορά τον τρόπο χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως, στο «σύνολο του συστήματος ενισχύσεων» που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί με τον τρόπο αυτό (31). Σχετικά με την υποχρέωση κοινοποιήσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το κράτος μέλος οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτής, να κοινοποιήσει όχι μόνο το σχέδιο της κατά κυριολεξία ενίσχυσης, αλλά και τον τρόπο χρηματοδότησης εφόσον αυτός αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μελετωμένου μέτρου» (η υπογράμμιση δική μου) (32).
55. Η υπόθεση Enirisorse (33) αφορούσε, επίσης, επιβάρυνση, το προϊόν της οποίας χρησιμοποιείτο εν μέρει για τη χρηματοδότηση μέτρου ενισχύσεως. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο αναφέρθηκε, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της επιβολής επιβαρύνσεως και της χρησιμοποιήσεως του προϊόντος της, στην απόφαση Van Calster.
56. Από όλα τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως ενός μέτρου ενισχύσεως είναι κρίσιμος από πλευράς δικαίου των ενισχύσεων, όταν ο τρόπος αυτός αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σχεδιαζόμενου μέτρου. Στην περίπτωση όμως της κύριας δίκης ελλείπει τέτοια σχέση. Σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο της επιβολής της επίμαχης προσαυξήσεως έπρεπε να χρηματοδοτηθούν μόνο οι γενικές δαπάνες του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Δεδομένου ότι η χρηματοδότηση των γενικών δαπανών δεν μπορεί εξ ορισμού να αποτελεί επιλεκτική χορήγηση πλεονεκτήματος, παρέμεινε κατ’ αρχήν αμφίβολο αν στο πλαίσιο αυτό θα επρόκειτο για μέτρα ενισχύσεως, όπως για τη χρηματοδότηση «stranded costs» ή για την προώθηση ανανεώσιμων φορέων ενέργειας. Αντίστοιχες εξελίξεις του εθνικού νομοθετικού πλαισίου δεν μπορούν να δημιουργήσουν εκ των υστέρων σχέση μεταξύ της επιβολής της προσαυξήσεως και της χρησιμοποιήσεως του προϊόντος της προσαυξήσεως αυτής με τη μορφή χρηματοδοτήσεως ενδεχόμενων μέτρων ενισχύσεως, και, κατά συνέπεια, δεν είναι κρίσιμες εν προκειμένω.
57. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι στις προκείμενες υποθέσεις δεν έχει οριστικά διευκρινιστεί η χρησιμοποίηση του προϊόντος της επίμαχης προσαυξήσεως. Αναμφίβολο είναι μόνον ότι τα έσοδα από την εν λόγω προσαύξηση μεταφέρονται από τον διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς και κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στο Cassa conguaglio (34). Ο λογαριασμός αυτός προορίζεται για τη χρηματοδότηση των γενικών δαπανών του δικτύου, σύμφωνα με τον ορισμό τους στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000, και το ενδεχόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού, το προκύπτον μετά την κάλυψη των αναγκών των γενικών δαπανών, μεταφέρεται στον λογαριασμό για τις νέες εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες και εξομοιούμενες προς αυτές πηγές ενέργειας, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 5 της αποφάσεως 70/97.
58. Οι προσφεύγουσες τονίζουν βέβαια τη μη δυνάμενη, κατά την άποψή τους, να παραγνωρισθεί σχέση μεταξύ των εσόδων της επιδίκου προσαυξήσεως και της χρησιμοποιήσεως των εσόδων αυτών. Με τον τρόπο όμως αυτό προσπαθούν απλώς, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, να αποδείξουν ότι και η επιβολή της επιδίκου προσαυξήσεως εμπίπτει στην έννοια της ενισχύσεως, στο μέτρο που τα σχετικά έσοδα χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση μέτρων ενισχύσεως.
59. Ο ισχυρισμός αυτός των προσφευγουσών δεν είναι πειστικός.
60. Δεν μπορεί βέβαια να αρνηθεί κανείς ότι θα μπορούσε να υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ της επιδίκου προσαυξήσεως και της χρηματοδοτήσεως ενδεχόμενων μέτρων ενισχύσεως. Δεν υπάρχει όμως εν προκειμένω ανάγκη να ληφθεί απόφαση σχετικά με το κατά πόσον πρέπει τα έσοδα της επιδίκου προσαυξήσεως να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση των γενικών δαπανών σύμφωνα με την ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000 (35) ή και για τη χρηματοδότηση ενδεχόμενων μέτρων ενισχύσεως, όπως για την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (36). Τέτοιου είδους έρευνες για την πραγματική χρησιμοποίηση των εσόδων της επιδίκου προσαυξήσεως είναι πράγματι έργο του εθνικού δικαστή. Ανεξαρτήτως όμως της τελικής χρησιμοποιήσεως των σχετικών εσόδων, ελλείπει, κατά την άποψή μου, μια δυνάμενη επαρκώς να προσδιοριστεί, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, σχέση μεταξύ της διαδικασίας επιβολής και της χρησιμοποιήσεως των μέσων.
61. Προτείνεται συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, μία ρύθμιση όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία επιβάλλει σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας την καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση και τη χρήση του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με σκοπό τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, στο μέτρο που
– ο κύκλος των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που υποχρεούνται σε προσαύξηση αντιστοιχεί στον κύκλο εκείνων που, λόγω τροποποιήσεων του εθνικού νομοθετικού πλαισίου, απήλαυσαν αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα κόστους·
– η προσαύξηση υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε το ύψος της να μην υπερβαίνει το μέτρο που είναι απαραίτητο για την κατάργηση των αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους των οικείων παραγωγών.
Γ – Επί της οδηγίας 96/92
62. Όσον αφορά την οδηγία 96/92, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί προφανώς ότι η επιβολή της εν λόγω προσαυξήσεως είναι προβληματική από δύο απόψεις. Αφενός, όσον αφορά την επίδικη εθνική ρύθμιση, δεν έγινε αναγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 24 της οδηγίας σχετικά με τη χρηματοδότηση stranded costs, αφετέρου, η προσαύξηση θα μπορούσε να αποδειχθεί προβληματική στο μέτρο που συνδέεται με διαφορετική μεταχείριση παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας όσον αφορά την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς.
63. Στη συνέχεια θα εξεταστούν διαδοχικά τα δύο αυτά ζητήματα.
1. Επί της σχέσεως μεταξύ «stranded costs» και παρούσας διαδικασίας
64. Σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας, τα κράτη μέλη, στα οποία οι υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν ή οι εγγυήσεις λειτουργίας που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας είναι δυνατόν να μην μπορούν να τηρηθούν λόγω των διατάξεων της οδηγίας, «μπορούν να ζητήσουν να τύχουν μεταβατικού καθεστώτος, το οποίο θα μπορεί να τους παραχωρήσει η Επιτροπή, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τις διαστάσεις του σχετικού δικτύου, το επίπεδο διασύνδεσής του και τη διάρθρωση της ηλεκτροβιομηχανίας του».
65. Η διάταξη αυτή καθιστά δυνατή, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής, τη χρηματοδότηση των καλουμένων «stranded costs», δηλαδή των δαπανών από επενδύσεις που δεν έχουν ακόμη επαναχρηματοδοτηθεί, οι οποίες έγιναν στο παρελθόν με την πεποίθηση μακροπρόθεσμης χρησιμοποιήσεως και οι οποίες, επειδή άνοιξε η αγορά, δεν μπορούν πλέον να αξιοποιηθούν.
66. Το ερώτημα σχετικά με τη σχέση μεταξύ της επιδίκου εθνικής ρυθμίσεως και της προβληματικής των «stranded costs» τίθεται διότι η χρηματοδότηση των «stranded costs» στην Ιταλία αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς ακόμη διαδικασίας σχετικά με τις ενισχύσεις ενώπιον της Επιτροπής (37) και συνδέεται στενά με τις επίδικες διατάξεις περί αντισταθμίσεως της υπεραξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε υδροηλεκτρικές και γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις.
67. Αντικείμενο της ΥΑ της 26ης Ιανουαρίου 2000 είναι η χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της ΥΑ χαρακτηρίζει ως γενικές οικονομικές επιβαρύνσεις τόσο τα αντισταθμιστικά ποσά για την υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από υδροηλεκτρικές ή γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις, όσο και το ποσοστό του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο δεν αποδίδεται, κατόπιν της εφαρμογής της οδηγίας 96/92 –δηλαδή τα «stranded costs». Αυτή η ΥΑ αποτελεί, συνεπώς, την κοινή νομική βάση για τη χρηματοδότηση των δύο αυτών στοιχείων.
68. Η ιταλική κυβέρνηση αναγνώρισε επίσης (38) ότι τα αντισταθμιστικά ποσά για την υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από υδροηλεκτρικές ή γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις δεν έχουν σχέση με τα «stranded costs», στο μέτρο που η επιβολή της επιδίκου προσαυξήσεως δεν ερείδεται στο άρθρο 24 της οδηγίας 96/92 και το ζήτημα της χρησιμοποιήσεως των εσόδων από την προσαύξηση αποτελεί ζήτημα που πρέπει να διαχωριστεί από το δικαιολογητικό λόγο (39) των διατάξεων που αφορούν την επιβολή της προσαυξήσεως αυτής. Την άποψη αυτή συμμερίζεται προφανώς και η Επιτροπή, στο μέτρο που δεν συμπεριέλαβε τα προαναφερθέντα αντισταθμιστικά ποσά στη διαδικασία ελέγχου. Τίθεται, συνακόλουθα, το ερώτημα κατά πόσον η επίδικη προσαύξηση συμβιβάζεται ιδίως με τις διατάξεις της οδηγίας περί προσβάσεως στο δίκτυο μεταφοράς, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ερμηνείας του άρθρου 24 της οδηγίας 96/92.
2. Επί της ερμηνείας των άρθρων 7 και 8 της οδηγίας 96/92
69. Το άρθρο 7 της οδηγίας περιέχει γενικές αρχές σχετικά με τη διαχείριση του δικτύου μεταφοράς. Η διαχείριση αυτή ανατίθεται σε διαχειριστή, ο οποίος υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, να αποφεύγει κάθε διάκριση μεταξύ των χρηστών ή των κατηγοριών χρηστών του δικτύου. Το άρθρο 8 της οδηγίας 96/92 αναφέρει κατ’ ουσίαν τα εφαρμοστέα κριτήρια για την κατανομή φορτίων στις εγκαταστάσεις παραγωγής και για τον καθορισμό της χρήσης των διασυνδέσεων με τα άλλα δίκτυα.
70. Πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί ότι η εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν στην εκκρεμή υπόθεση C-17/03 (40). Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο πρέπει συγκεκριμένα να διευκρινίσει κατά πόσον η απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 5, περιορίζεται ή όχι σε διατάξεις τεχνικής φύσεως. Το εν λόγω διοικητικό μέτρο για την επιβολή της επιδίκου προσαυξήσεως δεν αποτελεί προφανώς τέτοια διάταξη τεχνικής φύσεως. Σύμφωνα με την πρότασή μου σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στην υπόθεση C-17/03, πρέπει, κατά την άποψή μου, και εν προκειμένω να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 96/92 δεν περιορίζεται σε διατάξεις τεχνικής φύσεως.
71. Η Επιτροπή εκφράζει ακόμη αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 7 και 8 της οδηγίας 96/92, διότι η επίδικη προσαύξηση δεν αποτελεί τελικώς επιβάρυνση ανταποδοτικού χαρακτήρα –όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντιπαροχής για την πρόσβαση και τη χρήση του δικτύου μεταφοράς– αλλά επιβάρυνση για ειδικούς σκοπούς (41), της οποίας σε κάθε περίπτωση δεν επωφελείται ο διαχειριστής του δικτύου (42).
72. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι ορθές, αλλά όμως δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το μέτρο της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 96/92 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη επιβάρυνση. Όπως καταδείχθηκε ήδη στο πλαίσιο της προβληματικής του δικαίου των ενισχύσεων (43), και σε σχέση με την πρόσβαση στο δίκτυο πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαφορετική μεταχείριση των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας –συνιστάμενη εν προκειμένω στην επιλεκτική επιβολή προσαυξήσεως– δεν είναι προβληματική μόνον όταν δικαιολογείται αντικειμενικά. Μια τέτοια διαφοροποίηση είναι πράγματι ιδιαίτερα ενδεδειγμένη για να καταστήσει λιγότερο ελκυστική ή να δυσχεράνει την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς και τη χρήση του δικτύου, πράγμα που αντιστρατεύεται τους σαφείς σκοπούς της οδηγίας 96/92 για άνοιγμα της αγοράς.
73. Όσον αφορά, συνεπώς, την προαναφερθείσα αντικειμενική δικαιολόγηση, αναφέρομαι στα ανωτέρω λεχθέντα (44). Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι, στο μέτρο που η μεταβολή των όρων του εθνικού νομικού πλαισίου οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα κόστους υπέρ ορισμένων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, η κατάργηση του πλεονεκτήματος αυτού δεν πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ως κρίσιμο από πλευράς δικαίου των ενισχύσεων πλεονέκτημα, έτσι ώστε, τελικώς, φαίνεται αντικειμενικά δικαιολογημένη η διαφορετική μεταχείριση υπό τους προαναφερθέντες όρους. Στο πλαίσιο αυτό παρέλκει να εξεταστεί κατά πόσον η επιλεκτική επιβολή της επιδίκου προσαυξήσεως συνιστά διαφορετική μεταχείριση παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση (45) ή αντικειμενικά δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση.
74. Προτείνεται συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ότι το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 96/92 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα μεταβατικής ισχύος, με τα οποία επιβάλλεται σε ορισμένες επιχειρήσεις η καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς ενέργειας και για τη χρήση του δικτύου, με σκοπό την αντιστάθμιση της υπεραξίας της υδροηλεκτρικής και γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας που προκύπτει από την αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου και προορίζεται για τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Προϋπόθεση όμως αποτελεί να αποδεικνύεται ότι κατά τη μεταβατική περίοδο υπήρξαν πράγματι αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα κόστους.
V – Πρόταση
75. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, μία ρύθμιση όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία επιβάλλει σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας την καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση και τη χρήση του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με σκοπό τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, στο μέτρο που
– ο κύκλος των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας που υποχρεούνται σε προσαύξηση αντιστοιχεί στον κύκλο εκείνων που, λόγω τροποποιήσεων του εθνικού νομοθετικού πλαισίου, απήλαυσαν αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα κόστους·
– η προσαύξηση υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε το ύψος της να μην υπερβαίνει το μέτρο που είναι απαραίτητο για την κατάργηση των αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων κόστους των οικείων παραγωγών.
2) Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 96/92 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα μεταβατικής ισχύος, με τα οποία επιβάλλεται σε ορισμένες επιχειρήσεις η καταβολή προσαυξημένου τέλους για την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς ενέργειας και για τη χρήση του δικτύου, με σκοπό την αντιστάθμιση της υπεραξίας της υδροηλεκτρικής και γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας, που προορίζεται για τη χρηματοδότηση των γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, υπό την προϋπόθεση ότι η υπεραξία αυτή αντιστοιχεί αποδεδειγμένα στα αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα κόστους των επιχειρήσεων αυτών συνεπεία μεταβολής των όρων του εθνικού κανονιστικού πλαισίου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της εκκρεμούς αυτής υποθέσεως, τις οποίες επίσης αναπτύσσω σήμερα.
3 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 27, σ. 20).
4 – GURI αριθ. 75 της 31ης Μαρτίου 1999.
5 – GURI αριθ. 27 της 3ης Φεβρουαρίου 2000.
6 – GURI, Supplemento ordinario, αριθ. 4 της 5ης Ιανουαρίου 2001.
7 – GURI, Supplemento ordinario, αριθ. 4 της 5ης Ιανουαρίου 2001.
8 – Για λόγους απλούστευσης, η εν λόγω προσαύξηση επί της οφειλόμενης από ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας αντιπαροχής για την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς και τη χρήση του δικτύου αυτού, θα χαρακτηρίζεται στο εξής ως «προσαύξηση», νοητά δε θα πρέπει πάντοτε να γίνεται διάκριση μεταξύ της οφειλόμενης από όλους τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας –και μη επίμαχης εν προκειμένω– (βασικής) «αντιπαροχής» και της επίμαχης εν προκειμένω –περιορισμένης σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας– σκοπουμένης αυξήσεως της αντιπαροχής αυτής.
9 – Βλ. προσφάτως την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C-276/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-8091, σκέψη 24), με πολυάριθμες περαιτέρω παραπομπές.
10 – Βλ. π.χ. τις εκκρεμείς υποθέσεις C-183/02 P, C-187/02 P και C-188/02 P (Territorio Histórico de Alava – Diputación Foral de Alava κ.λπ. κατά Επιτροπής).
11 – Βλ. π.χ. την απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-126/01, GEMO (Συλλογή 2003, σ. Ι‑13769).
12 – Βλ. π.χ. την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑5/01, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑11991) που όμως αφορά τις διατάξεις περί ενισχύσεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η υπόθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη μείωση ορισμένων εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως.
13 – Αυτό δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διαχειριστής του δικτύου, στον οποίο ανατίθεται, σύμφωνα με την επίμαχη ρύθμιση, η είσπραξη του τέλους, έχει νομική μορφή ιδιωτικού δικαίου, διότι οι εισπράξεις καταβάλλονται στο Cassa conguaglio (Αντισταθμιστικό Ταμείο), τα μέλη του οποίου διορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 6 της αποφάσεως 194/00 της AEEG (GURI της 3ης Νοεμβρίου 2000), από την AEEG σε συμφωνία με τον Υπουργό Οικονομικών. Στο μέτρο αυτό ορθώς η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I‑2099), σύμφωνα με την οποία περιλαμβάνονται στην έννοια της ενισχύσεως «τα πλεονεκτήματα που χορηγούνται απευθείας από το κράτος, καθώς και τα πλεονεκτήματα που χορηγούνται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς του οποίους έχει ορίσει ή ιδρύσει το κράτος αυτό».
14 – Βλ. σχετικά Jansen, Vorgaben des europäischen Beihilferechts für das nationale Steuerrecht, Baden-Baden 2003, σ. 126 επ.
15 – Αντίστοιχη επιρροή υφίσταται όταν η δικαιούχος επιχείρηση ασκεί οικονομική δραστηριότητα, που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Βλ. Jansen (παρατίθεται στην υποσημείωση 14), σ. 135.
16 – Σχετικά με την έννοια των επιβαρύνσεων υπέρ τρίτων, βλ. τις προτάσεις μου της 7ης Νοεμβρίου 2002 (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003) επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-34/01 έως C-38/01, Enirisorse (Συλλογή 2003, σ. Ι-14223, σημείο 167).
17 – Βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψεις 33/35). Βλ. και την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, C-143/99, Adria-Wien Pipeline (Συλλογή 2001, σ. I‑8365, σκέψη 42).
18 – Στο μέτρο που κατ’ αρχήν επιχειρήθηκε να διευκρινιστεί το μέτρο ελέγχου, υπό την έννοια ότι πρέπει να αναγνωριστεί ως γενική νομική αρχή η αρχή της αποδοτικότητας (έτσι π.χ. Jansen, που παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σ. 68 επ.), πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αρχή αυτή –ως απόρροια της αρχής της ισότητας– δεν καθιστά περιττή τη λεπτομερή εξέταση των ενδεχόμενων λόγων που δικαιολογούν τις γενόμενες διαφοροποιήσεις, έτσι ώστε η συμβολή της απόψεως αυτής από πλευράς ασφαλείας δικαίου είναι μάλλον περιορισμένη.
19 – Προτάσεις της 8ης Μαΐου 2001 στην υπόθεση C-53/00, σημείο 36 (απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. I‑9067).
20 – Όπ.π., αριθ. 39.
21 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 19.
22 – Θεμελιώδης απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark Trans (Συλλογή 2003, σ. I‑7747).
23 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 16.
24 – Από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι για τον καθορισμό της ενάρξεως της επιβολής λαμβάνεται υπόψη η γένεση του επίμαχου αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος κόστους. Περαιτέρω, όσον αφορά τη διάρκεια της –ως μεταβατικού μέτρου νοουμένης– επιβολής της επιβαρύνσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι η επίδικη επιβάρυνση καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2002.
25 – Επί της αρχής: απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970, 47/69, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 341, σκέψεις 11/14).
26 – Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 16 (σκέψεις 43 επ.).
27 – Αυτό είναι εύλογο αν αναλογιστεί κανείς ότι τα μέτρα ενισχύσεων εξ ορισμού χρηματοδοτούνται από κρατικά μέσα, πράγμα που δεν σημαίνει όμως ότι όλα τα έσοδα του οικείου λογαριασμού πρέπει να θεωρούνται αναπόσπαστο τμήμα του μέτρου.
28 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25 απόφαση.
29 – Παρατίθεται πιο πάνω, σημείο 52.
30 – Όπ.π., σκέψη 48.
31 – Όπ.π., σκέψη 49.
32 – Όπ.π., σκέψη 51.
33 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 16.
34 – Λογαριασμός για τη διαχείριση του αντισταθμίσματος για την υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη μεταβατική φάση, που προβλέπεται στο άρθρο 4 της αποφάσεως 53/00.
35 – Δεν αμφισβητείται ότι αυτή η Υ.Α. κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή –τουλάχιστον όσον αφορά τη χρηματοδότηση των stranded costs και την αντιστάθμιση της υπεραξίας της υδροηλεκτρικής και γεωθερμοηλεκτρικής ενέργειας.
36 – Ως προς αυτό, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι με αποφάσεις της ρυθμιστικής αρχής AEEG, ιδίως με την απόφαση 228/01, τροποποιήθηκε η χρησιμοποίηση των οικείων εσόδων κατά το ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν πρωταρχικά για την υποστήριξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
37 – Η Επιτροπή τονίζει σχετικά ότι οι ιταλικές αρχές παραιτήθηκαν από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 24 της οδηγίας 96/92 και αντ’ αυτού υποχρεώθηκαν να κοινοποιούν τα μέτρα ενισχύσεων κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
38 – Βλ. π.χ. την αναφερόμενη από το αιτούν δικαστήριο ανακοίνωση του Υπουργείου Παραγωγικών Δραστηριοτήτων της 25ης Ιουνίου 2002.
39 – Συγκεκριμένα την «εξουδετέρωση» ενός αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος κόστους των οικείων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.
40 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής, που παρατίθεται στην υποσημείωση 2.
41 – Συγκεκριμένα για την αντιστάθμιση της υπεραξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από υδροηλεκτρικές ή γεωθερμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις, δηλαδή για την εξουδετέρωση ενός αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος κόστους.
42 – Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η επίδικη επιβάρυνση εισπράττεται μεν από τον διαχειριστή του δικτύου, αλλά τα αντίστοιχα ποσά διαβιβάζονται στο Αντισταθμιστικό Ταμείο για τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και εκεί κατατίθενται σε ένα λογαριασμό για τη διαχείριση του αντισταθμίσματος για την υπεραξία της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη μεταβατική φάση.
43 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 44 επ.
44 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 45 επ.
45 – Το μη συγκρίσιμο θα ήταν απόρροια της υπάρξεως αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος κόστους υπέρ ορισμένων παραγωγών, δηλαδή του προφανώς μικρότερου κόστους παραγωγής τους.
Full & Egal Universal Law Academy