ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 16ης Ιουνίου 20051(1)
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-138/03, C-324/03 και C-431/03
Ιταλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαρθρωτικά Ταμεία – Συγχρηματοδότηση – Κανονισμός (EΚ) 1260/1999 και κανονισμός (EΚ) 1685/2000 – Κανόνες για την επιλεξιμότητα προκαταβολών που καταβάλλονται από εθνικούς φορείς στο πλαίσιο κρατικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων – Απόδειξη της εκ μέρους των μεμονωμένων ληπτών χρησιμοποιήσεως ποσών – Πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν με προσφυγή ακυρώσεως – Έννομο συμφέρον – Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο τρεις προσφυγές ακυρώσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον τομέα των διαρθρωτικών ταμείων. Ουσιαστικώς, οι προσφυγές αυτές σκοπούν στη διευκρίνιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορούν να κριθούν επιλέξιμες από τα διαρθρωτικά ταμεία πληρωμές των κρατών μελών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο κρατικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ για τους εκάστοτε λήπτες ενισχύσεων (τους αποκαλούμενους μεμονωμένους λήπτες).
2. Ενώπιον του Πρωτοδικείου εκκρεμούν μερικές άλλες προσφυγές ακυρώσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, οι οποίες αφορούν το ίδιο ζήτημα (2). Σε τρεις από αυτές τις υποθέσεις, μέχρι τούδε, το Πρωτοδικείο έχει αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία, έως ότου το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του στην υπό κρίση διαφορά (3).
II – Νομικό πλαίσιο
3. Το νομικό πλαίσιο αυτής της διαδικασίας καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, με γενικές διατάξεις για τα διαρθρωτικά ταμεία (4) (στο εξής: κανονισμός 1260/1999 ή βασικός κανονισμός), καθώς και από τον κανονισμό (ΕΚ) 1685/2000 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία (5) (στο εξής: κανονισμός 1685/2000 ή εκτελεστικός κανονισμός).
Α – Ο βασικός κανονισμός
4. Το άρθρο 32 του κανονισμού 1260/1999, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πληρωμές», έχει στην παράγραφο 1, πρώτο και τρίτο εδάφιο, και στην παράγραφο 2 αυτού, αποσπασματικώς, ως ακολούθως:
«1. Η πληρωμή από την Επιτροπή της συμμετοχής των Ταμείων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό και απευθύνεται στην αρχή πληρωμής, που ορίζεται στο άρθρο 9, στοιχείο ιε΄).
[…]
Η πληρωμή μπορεί να λαμβάνει τη μορφή πληρωμών έναντι, ενδιάμεσων πληρωμών ή καταβολής του τελικού υπολοίπου. Οι ενδιάμεσες πληρωμές ή οι πληρωμές του υπολοίπου αφορούν δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί και πρέπει να αντιστοιχούν σε πληρωμές που έχουν εκτελεστεί από τους τελικούς δικαιούχους και δικαιολογούνται με εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά στοιχεία ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας.
[…]
2. Κατά την πρώτη ανάληψη υποχρέωσης, η Επιτροπή καταβάλλει στην αρχή πληρωμής μια πληρωμή έναντι. Αυτή η πληρωμή έναντι είναι το 7 % της συμμετοχής των Ταμείων στη σχετική παρέμβαση. […]
[…]»
5. Στο άρθρο 30, παράγραφος 3, αυτού του κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα:
«Οι συναφείς εθνικοί κανόνες εφαρμόζονται στις επιλέξιμες δαπάνες, εκτός εάν η Επιτροπή θεσπίσει, εφόσον χρειαστεί, κοινούς κανόνες επιλεξιμότητας των δαπανών, σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 53, παράγραφος 2.»
6. Κατά τους εννοιολογικούς ορισμούς του άρθρου 9 του ίδιου κανονισμού, νοούνται ως
«ι) “μέτρο”: το μέσο με το οποίο υλοποιείται ένας άξονας προτεραιότητας σε πολυετή βάση και το οποίο επιτρέπει τη χρηματοδότηση των πράξεων. Κάθε καθεστώς ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης και κάθε χορήγηση ενισχύσεων από φορείς που έχουν ορισθεί από τα κράτη μέλη ή κάθε ομάδα καθεστώτων ενισχύσεων ή χορηγουμένων ενισχύσεων του τύπου αυτού ή ακόμα και συνδυασμός τους, που έχουν τον ίδιο σκοπό, ανάγονται στην έννοια του μέτρου·
ια) “πράξη”: κάθε έργο ή δράση που εκτελείται από τους τελικούς δικαιούχους των παρεμβάσεων·
ιβ) “τελικοί δικαιούχοι”: οι φορείς και οι επιχειρήσεις του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση των πράξεων. Στην περίπτωση καθεστώτων ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης και στην περίπτωση χορήγησης ενισχύσεων από φορείς που έχουν ορισθεί από τα κράτη μέλη, οι τελικοί δικαιούχοι είναι οι φορείς που χορηγούν τις ενισχύσεις·
[…]
ιε) “αρχή πληρωμής”: μία ή περισσότερες εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές ή φορείς που ορίζονται από τα κράτη μέλη για τους σκοπούς της κατάρτισης και υποβολής των αιτήσεων πληρωμών και την είσπραξη των πληρωμών από την Επιτροπή. Το κράτος μέλος καθορίζει όλες τις λεπτομέρειες της σχέσης του με την αρχή πληρωμής καθώς και τη σχέση της αρχής πληρωμής με την Επιτροπή.»
7. Στην αιτιολογική σκέψη 43 του κανονισμού 1260/1999 εκτίθενται τα εξής:
«[…] είναι αναγκαίο να εισαχθούν εγγυήσεις χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, με την υποχρέωση δικαιολόγησης και απόδειξης των δαπανών […]».
Β – Ο εκτελεστικός κανονισμός
8. Ο κανονισμός 1685/2000 στηρίζεται στο άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999. Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1685/2000: «για ορισμένες κατηγορίες ενεργειών, η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία τη θέσπιση κοινών κανόνων επιλεξιμότητας των δαπανών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη και δίκαιη λειτουργία των διαρθρωτικών ταμείων σε ολόκληρη την Κοινότητα.»
9. Αυτοί οι κανόνες επιλεξιμότητας περιέχονται στο παράρτημα του κανονισμού 1685/2000. Ο «κανόνας αριθ. 1 – Δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί» (στο εξής: κανόνας επιλεξιμότητας αριθ. 1) περιείχε στην αρχική του διατύπωση, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους
1.1. Οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τελικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (στο εξής: “γενικός κανονισμός“) γίνονται σε μετρητά, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που αναφέρονται στο σημείο 1.4.
1.2. Στην περίπτωση των καθεστώτων ενισχύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 87 της Συνθήκης και των ενισχύσεων που χορηγούνται από φορείς που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη, ως “πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους” νοούνται οι ενισχύσεις που καταβάλλονται στους μεμονωμένους λήπτες από τους οργανισμούς που χορηγούν τις ενισχύσεις. Οι πληρωμές ενισχύσεων που πραγματοποιούνται από τελικούς δικαιούχους πρέπει να δικαιολογούνται από τους όρους και τους στόχους των ενισχύσεων.
1.3. Σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο σημείο 1.2, ως “πληρωμές που πραγματοποιούνται από τελικούς δικαιούχους” νοούνται οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους φορείς ή τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις των κατηγοριών που ορίζονται στο συμπληρωματικό προγραμματισμό σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του γενικού κανονισμού και ευθύνονται άμεσα για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης.
[…]
2. Αποδεικτικά δαπανών
Κατά κανόνα, οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους συνοδεύονται από εξοφλημένα τιμολόγια. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, οι πληρωμές συνοδεύονται από λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος.»
10. Κατόπιν της επελθούσας αναδρομικώς από τις 5 Αυγούστου 2000 τροποποιήσεως με τον κανονισμό (ΕΚ) 448/2004 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 2004 (στο εξής: κανονισμός 448/2004) (6), το σημείο 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1 έχει, αποσπασματικώς, ως ακολούθως:
«Αποδεικτικά δαπανών
2.1. Κατά γενικό κανόνα, οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους και δηλώνονται ως ενδιάμεσες πληρωμές ή πληρωμές τελικού υπολοίπου, συνοδεύονται από εξοφλημένα τιμολόγια. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, οι πληρωμές συνοδεύονται από λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος. […]
[…]»
Κατά τα λοιπά, ο κανονισμός 448/2004 δεν τροποποίησε ουσιωδώς από απόψεως περιεχομένου τις εν προκειμένω σχετικές διατάξεις των κανόνων επιλεξιμότητας (7).
III – Περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Α – Ιστορικό
11. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2001, η Επιτροπή διαβίβασε στα κράτη μέλη, επομένως και στην Ιταλική Δημοκρατία (8), ένα σημείωμα των υπηρεσιών της αναφορικά με το άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999, στο οποίο εκτίθενται οι απόψεις της για την ερμηνεία των χρησιμοποιούμενων στη διάταξη αυτή όρων «δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί» και «πληρωμές που έχουν εκτελεστεί από τους τελικούς δικαιούχους» (στο εξής: σημείωμα του 2001).
12. Η πεμπτουσία του σημειώματος του 2001 είναι, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι, κατά την άποψη των υπηρεσιών της Επιτροπής, ενδεχόμενες πληρωμές έναντι που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων από τον χορηγούντα την ενίσχυση εθνικό φορέα (καλούμενο επίσης τελικό δικαιούχο (9)) προς τον λήπτη της ενισχύσεως (που χαρακτηρίζεται επίσης ως μεμονωμένος λήπτης (10)) δεν είναι καταρχήν επιλέξιμες, δηλαδή δεν τίθεται θέμα συμμετοχής των Διαρθρωτικών Ταμείων σε τέτοιες δαπάνες, κατά τη γνώμη των υπηρεσιών της Επιτροπής. Αντιθέτως, στο σημείωμα αναγνωρίζεται η επιλεξιμότητα τέτοιων πληρωμών μόνο στην περίπτωση κατά την οποία μπορεί να αποδειχθεί από τον μεμονωμένο λήπτη η χρησιμοποίηση των πληρωμών έναντι για πληρωμές που έχουν εκτελεστεί. Προς τούτο, είναι αναγκαία η προσκόμιση εξοφλημένων τιμολογίων ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, λογιστικών στοιχείων ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας.
13. Στη συνέχεια, πάντως, κατόπιν μακράς και διεξοδικής αλληλογραφίας, η Επιτροπή φάνηκε πρόθυμη να δημιουργήσει για το μέλλον, μέσω τροποποιήσεως του εκτελεστικού κανονισμού, την –κατά τη γνώμη της μη προβλεπόμενη ακόμη– επιλεξιμότητα τέτοιων πληρωμών. Προς τούτο, υπέβαλε στους αντιπροσώπους των κρατών μελών, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της επιτροπής για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών (11), στα τέλη του 2002 πρόταση (12) για την τροποποίηση των κανόνων περί επιλεξιμότητας που περιέχονται στο παράρτημα του κανονισμού 1685/2000, μεταξύ άλλων στα σημεία 1.2 και 2 του κανόνα αριθ. 1. Εν τούτοις, δεν έλαβε την προς τούτο αναγκαία έγκριση της επιτροπής για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών και, κατόπιν αυτού, δήλωσε κατά την 73η συνεδρίαση αυτής της επιτροπής, στις 19 Φεβρουαρίου 2003, ότι εγκαταλείπει την πρότασή της τροποποιήσεως και δεν θα αναλάβει πλέον καμία πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.
14. Ο επίτροπος Barnier, αρμόδιος για την περιφερειακή πολιτική, ενημέρωσε σχετικώς τον ιταλό Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Tremonti με το έγγραφο 26777, της 14ης Μαΐου 2003 (13). Ο επίτροπος πρόσθεσε ότι η Επιτροπή εμμένει στην αρχική της νομική άποψη για τη μη προβλεπόμενη επιλεκτικότητα των επίμαχων πληρωμών έναντι. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ενδεχομένως υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, η Επιτροπή αποφάσισε παρά ταύτα να αναγνωρίσει ως επιλέξιμες τις πληρωμές έναντι που είχαν εγκριθεί έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003, επομένως έως την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων στην επιτροπή για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών, μέσω οριστικής αποφάσεως ή στο πλαίσιο διαδικασίας υποβολής προσφορών, περατωθείσας έως αυτή την ημερομηνία.
15. Με άλλο έγγραφο υπ’ αριθ. 26777 bis, της 29ης Ιουλίου 2003, διορθώθηκε ένα μεταφραστικό σφάλμα στο αρχικό έγγραφο 26777, της 14ης Μαΐου 2003. Αμφότερα τα έγγραφα διαφέρουν μόνον κατά ένα μέρος μιας φράσεως που περιέχει τις λεπτομέρειες για την επιλεξιμότητα πληρωμών έναντι που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003: Ενώ στο αρχικό κείμενο απαντούν οι λέξεις «procedura di gara conclusasi entro la stessa data» (14), στο νέο κείμενο γίνεται λόγος για «procedura di gara, laddove il relativo bando sia stato chiuso entro la stessa data» (15). Στο συνοδευτικό έγγραφο της Επιτροπής τονίζεται ότι το νέο αυτό έγγραφο αντικαθιστά το αρχικό αναδρομικώς από τις 14 Μαΐου 2003 (16).
Β – Υποθέσεις C-324/03 και C-431/03
16. Η Ιταλική Δημοκρατία στρέφεται κατά των δύο αυτών τελευταίων εγγράφων του επιτρόπου Barnier στις υποθέσεις C-324/03 και C-431/03.
17. Με την ασκηθείσα στις 25 Ιουλίου 2003 προσφυγή της στην υπόθεση C‑324/03, η Ιταλική Δημοκρατία βάλλει κατά του εγγράφου 26777 του επιτρόπου Barnier (17) και ζητεί την ακύρωσή του, καθόσον αρνείται να δεχθεί την επιλεξιμότητα των πληρωμών έναντι που καταβλήθηκαν από τα κράτη μέλη μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003 στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.
18. Με την ασκηθείσα στις 9 Οκτωβρίου 2003 προσφυγή της στην υπόθεση C‑431/03, η Ιταλική Δημοκρατία βάλλει κατά του εγγράφου 26777 bis του επιτρόπου Barnier (18) και ζητεί την ακύρωσή του, καθόσον αρνείται να δεχθεί την επιλεξιμότητα των πληρωμών έναντι που καταβλήθηκαν από τα κράτη μέλη μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003 στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.
19. Σε αμφότερες τις υποθέσεις η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί επί πλέον να ακυρωθούν όλες οι νομικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται αυτά τα έγγραφα ή είναι συναφείς με αυτά, καθώς και να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20. Η Επιτροπή, εξάλλου, ζητεί και στις δύο υποθέσεις να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη, επικουρικώς δε ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Γ – Υπόθεση C-138/03
21. Ενώ στις υποθέσεις C-324/03 και C-431/03 διατυπώνονται εκατέρωθεν οι απόψεις των διαδίκων για την επιλεξιμότητα εθνικών πληρωμών έναντι ανεξάρτητα από κάποια συγκεκριμένη αίτηση πληρωμής, η αντιδικία των διαδίκων στην υπόθεση C-138/03 ανάγεται σε μια τέτοια αίτηση πληρωμής των ιταλικών αρχών.
22. Συγκεκριμένα, οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή με το έγγραφο 38413 του Υπουργείου τους Οικονομίας και Οικονομικών της 23ης Δεκεμβρίου 2002, στο πλαίσιο ενός, όπως αποκαλείται, λειτουργικού προγράμματος με τίτλο «Ricerca Scientifica, Sviluppo Tecnologico, Alta Formazione» (19), την αίτηση για ενδιάμεση πληρωμή από τα διαρθρωτικά ταμεία. Με την αίτηση αυτή ζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, επιχορηγήσεις για τις πραγματοποιηθείσες από τις ιταλικές αρχές πληρωμές σε μεμονωμένους λήπτες στο πλαίσιο μιας εθνικής ρυθμίσεως περί ενισχύσεων.
23. Με το έγγραφο 100629, η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ιταλικές αρχές, την 20ή Ιανουαρίου 2003 (20), ότι το ζήτημα της επιλεκτικότητας πληρωμών έναντι στο πλαίσιο ρυθμίσεων περί ενισχύσεων δεν έχει ακόμη λυθεί οριστικώς. Εντούτοις, η Γενική Διεύθυνση Περιφερειακή Πολιτική αποφάσισε εφεξής να αφαιρεί τα αντίστοιχα ποσά στην περίπτωση αιτήσεων πληρωμής. Κατά συνέπεια, οι ιταλικές αρχές κλήθηκαν να υπολογίσουν με αριθμητικά στοιχεία τις πραγματοποιηθείσες από αυτές πληρωμές έναντι, η δε εξέταση της αιτήσεώς τους πληρωμής αναστέλλεται μέχρι νεωτέρας.
24. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανακοίνωσε επί πλέον στις ιταλικές αρχές με το έγγραφο 102627 της 3ης Μαρτίου 2003 (21) ότι οι ύψους 3 163 570,18 ευρώ πληρωμές τους έναντι δεν αναγνωρίσθηκαν ως επιλέξιμες και ως εκ τούτου αφαιρέθηκαν.
25. Η ασκηθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία στις 27 Μαρτίου 2003 προσφυγή στην υπόθεση C‑138/03 στρέφεται κατά των ανωτέρω εγγράφων 100629 και 102627. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί να ακυρωθούν τα δύο αυτά έγγραφα, καθώς και όλες οι νομικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται τα εν λόγω έγγραφα ή είναι συναφείς με αυτά, και να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26. Εντούτοις, μετά από την άσκηση αυτής της προσφυγής, η Επιτροπή ανακοίνωσε την 23η Μαΐου 2003 στις ιταλικές αρχές (22) ότι έχει πλέον δώσει εντολή για την πληρωμή του επίδικου ποσού και, επομένως, «ακυρώνεται» η περιεχόμενη σε αμφότερα τα έγγραφά της 100629 και 102627 απόφαση περί μη αναγνωρίσεως. Προς αιτιολόγηση, η Επιτροπή αναφέρεται στο εν τω μεταξύ αποσταλέν έγγραφο 26777 του επιτρόπου Barnier της 14ης Μαΐου 2003 (23), κατά το οποίο για πραγματοποιηθείσες έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003 πληρωμές έναντι μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
27. Πράγματι, η Επιτροπή προέβη στη συνέχεια, στις 5 Ιουνίου 2003, στην εκ των υστέρων πληρωμή ύψους 3 163 570,18 ευρώ.
28. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Επιτροπή ζητεί τη διαγραφή της υποθέσεως C‑138/03.
Δ – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
29. Με διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2004, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων C-138/03, C-324/03 και C-431/03 προς διευκόλυνση της ενδεχόμενης προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
30. Η από κοινού επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 21 Απριλίου 2005. Επ’ ευκαιρία, συζητήθηκε επίσης το ζήτημα αν παρέλκει η έκδοση αποφάσεως στην υπόθεση C-138/03 (άρθρο 91, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας).
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Υπόθεση C-138/03
31. Στην υπόθεση C-138/03 η Επιτροπή «ζήτησε» απλώς και μόνον τη διαγραφή της υποθέσεως.
32. Δεν είναι δυνατόν να ζητηθεί η απλώς και μόνο διαγραφή μιας υποθέσεως. Η προς τούτο εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου αποτελεί μόνον τη διαδικαστική συνέπεια μιας εξώδικης συμφωνίας για το αντικείμενο της δίκης (άρθρο 77 του Κανονισμού Διαδικασίας) ή παραιτήσεως από τη δίκη (άρθρο 78 του Κανονισμού Διαδικασίας).
33. Εν προκειμένω, εντούτοις, δεν κατατέθηκε καμία δήλωση των διαδίκων ότι επιτεύχθηκε εξώδικη συμφωνία, ούτε υπήρξε παραίτηση από τη δίκη. Αντιθέτως, η Ιταλική Δημοκρατία διατηρεί την προσφυγή της και εμμένει στα αιτήματά της. Επομένως, ελλείπουν οι προϋποθέσεις διαγραφής της υποθέσεως.
34. Αν το «αίτημα» της Επιτροπής ερμηνευθεί σύμφωνα με την έννοια και τον σκοπό του, μπορεί να θεωρηθεί ως παρότρυνση προς το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Πράγματι, όπως συνάγεται από τους προφορικούς και γραπτούς της ισχυρισμούς, η Επιτροπή φρονεί ότι η διαφορά έχει εν τω μεταξύ καταστεί άνευ αντικειμένου.
35. Πράγματι, στις 23 Μαΐου 2003, η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ιταλικές αρχές ότι έχει δώσει πλέον εντολή για την πληρωμή του επίδικου ποσού και ότι οι περιεχόμενες σε αμφότερα τα έγγραφά της 100629 και 102627 αποφάσεις περί μη αναγνωρίσεως «ακυρώνονται», στη συνέχεια, το επίδικο ποσό καταβλήθηκε εκ των υστέρων. Επομένως, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως.
36. Πάντως, η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει με το υπόμνημά της απαντήσεως στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής, καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, την ανάγκη να διευκρινισθούν πλήρως και οριστικώς τα ανακύπτοντα νομικά ζητήματα, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να λάβει η Επιτροπή στο μέλλον αποφάσεις παρόμοιες προς τις εν προκειμένω προσβαλλόμενες, δηλαδή αποφάσεις με τις οποίες αρνείται τη συγχρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία όσον αφορά πληρωμές στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων (24). Επισημαίνει ότι εξακολουθεί να υφίσταται αβεβαιότητα δικαίου ως προς την επιλεξιμότητα τέτοιων πληρωμών (25).
37. Κατά λογική συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει επίσης ότι, παρά την εκ των υστέρων καταβολή του επίδικου ποσού, εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την προσφυγή της, ιδίως διότι σε σχέση με τις μελλοντικές της αιτήσεις πληρωμών υφίσταται κίνδυνος επαναλήψεως σε περιπτώσεις παρόμοιας φύσεως.
38. Συναφώς, επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί της Ιταλικής Δημοκρατίας για το ότι εξακολουθεί να υφίσταται έννομο συμφέρον δεν προβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Πράγματι, από το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι είναι δυνατή η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια επίσης της δίκης, αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας περιήλθε πράγματι στο Δικαστήριο στις 27 Μαρτίου 2003. Μόνον κατόπιν, στις 23 Μαΐου 2003, μετέβαλε η Επιτροπή με το έγγραφο 106837 την άποψή της και, στις 5 Ιουλίου 2003, πραγματοποιήθηκε η εκ των υστέρων πληρωμή του επίδικου ποσού. Κατά συνέπεια, η ως εκ τούτου μεταβολή της καταστάσεως επήλθε μετά την άσκηση της προσφυγής και επομένως μόλις με το υπόμνημά της απαντήσεως μπορούσε η Ιταλική Δημοκρατία να τη λάβει υπόψη.
39. Επί της ουσίας, τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει κατ’ επανάληψη ότι μπορεί να υφίσταται ακόμη συμφέρον για την ακύρωση νομικών πράξεων, οι οποίες ναι μεν δεν έχουν καταργηθεί ρητώς, πλην όμως το αρχικό τους αντικείμενο έχει πλέον εκλείψει. Για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες σε συγκεντρώσεις επιχειρήσεων μπορούν επίσης να ασκήσουν ή να διατηρήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεων της Επιτροπής που επιβάλλουν απαγόρευση, ακόμη και όταν η απαγόρευση αυτή τους ώθησε σε παραίτηση από το κοινοποιηθέν σχέδιο συγχωνεύσεως. Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος σε τέτοιες ή παρόμοιες περιπτώσεις μπορεί να προκύπτει, παραδείγματος χάριν, από τον κίνδυνο επαναλήψεως της (φερόμενης ως) παράνομης πράξεως ενός κοινοτικού οργάνου (26). Παράλληλα, μια προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για μεταγενέστερη αγωγή αποζημιώσεως (27). Περαιτέρω, στη νομολογία τονίζεται επίσης η ανάγκη δικαστικού ελέγχου των πράξεων των κοινοτικών οργάνων σε μια κοινότητα δικαίου (28).
40. Η υπό κρίση περίπτωση, πάντως, χαρακτηρίζεται από μια ιδιομορφία: Η Επιτροπή όχι μόνον κατέβαλε εκ των υστέρων το επίδικο χρηματικό ποσό, αλλ’ επίσης κατάργησε η ίδια ρητώς («ακύρωσε») με το έγγραφό της 106837 της 23ης Μαΐου 2003 τις προβαλλόμενες αποφάσεις. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς τα μνημονευθέντα ανωτέρω παραδείγματα, όπως αυτό του ελέγχου της συγχωνεύσεως, οι προσβαλλόμενες εν προκειμένω νομικές πράξεις δεν υφίστανται πλέον. Επομένως, δεν υφίσταται πλέον καμία νομική πράξη που θα μπορούσε ακόμη να αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
41. Επίσης, η Ιταλική Δημοκρατία έχει πλέον πετύχει τον επιδιωκόμενο με την προσφυγή ακυρώσεως σκοπό, ήτοι την κατάργηση της προσβαλλόμενης νομικής πράξεως. Περαιτέρω έννομη προστασία δεν μπορεί το Δικαστήριο να της παράσχει στο πλαίσιο διαδικασίας κατά το άρθρο 230 ΕΚ. Δεν δύναται ιδίως στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας να επιλύει ανακύπτοντα νομικά ζητήματα, αποσυνδέοντάς τα από δυνάμενη να προσβληθεί νομική πράξη. Αυτό θα ισοδυναμούσε στην πράξη με γνωμοδότηση προς διευκρίνιση αφηρημένου νομικού ζητήματος, για το οποίο το Δικαστήριο, σύμφωνα με το σύστημα παροχής εννόμου προστασίας της Συνθήκης ΕΚ με τα αποκλειστικώς απαριθμούμενα είδη προσφυγών, δεν είναι αρμόδιο. Μόνον αν η Επιτροπή απέρριπτε εκ νέου στο μέλλον (εν μέρει) αίτηση των ιταλικών αρχών για απόδοση των δαπανών, θα μπορούσε η Ιταλική Δημοκρατία να επιτύχει μέσω της προσφυγής ακυρώσεως τη διευκρίνιση των νομικών ζητημάτων που ανάγονται στην ένδικη διαφορά (29).
42. Με βάση αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι, εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον στη διατήρηση της προσφυγής της ακυρώσεως. Με την εκ μέρους της Επιτροπής ρητή κατάργηση («ακύρωση») των προσβαλλομένων εγγράφων, η προσφυγή στην υπόθεση C-138/03 κατέστη άνευ αντικειμένου, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας (30).
Β – Υποθέσεις C-324/03 και C-431/03
1. Παραδεκτό των προσφυγών
43. Όσον αφορά τις υποθέσεις C-324/03 και C-431/03, η Επιτροπή αντιτάσσει σε αμφότερες το απαράδεκτο της προσφυγής.
α) Υπόθεση C-324/03
44. Στην υπόθεση C-324/03, η Επιτροπή φρονεί ότι το έγγραφο 26777 του επιτρόπου Barnier, της 14ης Μαΐου 2003, που αποτελεί τη βάση της προσφυγής, ουδόλως αποτελεί δυνάμενη να προσβληθεί νομική πράξη, αυτό δε για δύο λόγους: Αφενός μεν πρόκειται για απλή έκφραση γνώμης, αφετέρου δε με το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνεται μόνον ό,τι προκύπτει ήδη από το σημείωμα του 2001 (31).
45. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε μέτρο που παράγει έννομα αποτελέσματα τα οποία είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα τού προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ (32). Προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα μέτρο συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, είναι αναγκαίο να εξετασθεί η ουσία του, η μορφή υπό την οποία το μέτρο λαμβάνεται είναι, καταρχήν, αδιάφορη (33).
46. Ως προς το περιεχόμενό του, το προσβαλλόμενο έγγραφο του επιτρόπου Barnier μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο μέρος, η Επιτροπή δηλώνει ότι –μετά την αποτυχία των διαβουλεύσεων στην επιτροπή για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών– εμμένει στη μέχρι τούδε νομική της άποψη ότι καταρχήν δεν είναι δυνατή χρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία για τις πληρωμές έναντι που πραγματοποιήθηκαν από εθνικούς φορείς στο πλαίσιο ρυθμίσεων περί ενισχύσεων. Στη συνέχεια, στο δεύτερο μέρος, το έγγραφο περιέχει την προμνημονευθείσα κατ’ εξαίρεση ρύθμιση, κατά την οποία πληρωμές έναντι κατά το χρονικό διάστημα έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003 εξακολουθούν να αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες για λόγους δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
47. Η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν αφορά την αμέσως ανωτέρω μνημονευθείσα αναγνώριση πληρωμών κατά το χρονικό διάστημα έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003. Δεν αμφισβητεί ούτε την επιλογή της συγκεκριμένης καταληκτικής ημερομηνίας. Αντιθέτως, βασικός σκοπός της προσφυγής είναι να ακυρωθεί το εν λόγω έγγραφο, καθόσον εξακολουθεί και στησυνήθη περίπτωση, δηλαδή πέραν της περί καταληκτικής ημερομηνίας ρυθμίσεως, να αρνείται την επιλεξιμότητα πληρωμών έναντι που πραγματοποιούν εθνικοί φορείς (34). Επομένως, με άλλα λόγια, οι επικρίσεις δεν αφορούν τη νεοθεσπισθείσα και ευνοϊκή για την προσφεύγουσα κατ’ εξαίρεση ρύθμιση, αλλά την επανειλημμένως επιβεβαιωθείσα και δυσμενή για την προσφεύγουσα γενική νομική άποψη της Επιτροπής ότι καταρχήν –επομένως και μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003– πραγματοποιούμενες από εθνικούς φορείς πληρωμές έναντι δεν είναι επιλέξιμες. Ουσιαστικώς, επομένως, η Ιταλική Δημοκρατία βάλλει όχικατά του δεύτερου, αλλά κατά του πρώτου μέρους του εγγράφου του επιτρόπου Barnier.
48. Εντούτοις, προσφυγή με τέτοιο αντικείμενο είναι απαράδεκτη, διότι δεν στρέφεται κατά πράξεως που μπορεί να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
49. Πράγματι, το πρώτο μέρος του εγγράφου του επιτρόπου Barnier, το οποίο στην πραγματικότητα βάλλεται, εκφράζει απλώς και πάλι την –προδήλως εριζόμενη– νομική άποψη της Επιτροπής για την ερμηνεία υφισταμένων διατάξεων (35). Τελικώς, όπως και στο σημείωμα του 2001, πρόκειται προ πάντων για την ερμηνεία των αορίστων νομικών εννοιών «δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί» και «πληρωμές που έχουν εκτελεστεί από τους τελικούς δικαιούχους». Επομένως και με αυτό το έγγραφο επιβεβαιώνεται για πολλοστή φορά ότι, κατά την αντίληψη της Επιτροπής, πληρωμές έναντι από εθνικούς φορείς στο πλαίσιο ρυθμίσεων περί ενισχύσεων δεν μπορούν καταρχήν να συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία, εκτός αν προσκομισθούν αποδείξεις για τη χρησιμοποίησή τους στο επίπεδο των τελικών ληπτών.
50. Τέτοιου είδους διευκρινίσεις για την ερμηνεία υφισταμένων διατάξεων αποτελούν απλώς εκφράσεις γνώμης που δεν έχουν τον χαρακτήρα αποφάσεως (36). Δεν παρήχθησαν, πολλώ δε μάλλον ούτε επιδιώχθηκαν, έννομα αποτελέσματα τα οποία είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα της Ιταλικής Δημοκρατίας, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική της κατάσταση. Με το έγγραφο δεν σκοπείται η μεταβολή της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας, για παράδειγμα να στερηθεί ενός δικαιώματος επιχορηγήσεως από τα διαρθρωτικά ταμεία, ή και να καταστεί δυσχερέστερη η ικανοποίησή του μέσω πρόσθετων όρων (37). Το έγγραφο στηρίζεται αντιθέτως στην εκδοχή ότι ουδέποτε υπήρξε μια τέτοια νομική κατάσταση και ένα τέτοιο δικαίωμα.
51. Ομοίως, η αναγραφή της καταληκτικής ημερομηνίας της 19ης Φεβρουαρίου 2003 ουδόλως έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή μιας μη δεσμευτικής εκφράσεως γνώμης σε απόφαση με δεσμευτικές έννομες συνέπειες. Δεν μπορεί μάλιστα να αμφισβητηθεί ότι με την καταληκτική ημερομηνία βελτιώθηκε η νομική θέση της προσφεύγουσας για το χρονικό διάστημα έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003, διότι ως προς αυτό εφαρμογή έχει η νεοθεσπισθείσα κατ’ εξαίρεση ρύθμιση (38). Αντιθέτως, για τον εν προκειμένω έχοντα σημασία χρόνο μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003, η νομική θέση της προσφεύγουσας παραμένει αμετάβλητη: Η Επιτροπή έχει κρίνει μέχρι τούδε ως καταρχήν μη επιλέξιμες πληρωμές έναντι που πραγματοποιήθηκαν μετά το χρονικό αυτό σημείο, όπως και εξακολουθεί να τις θεωρεί. Η υφιστάμενη εφεξής καταληκτική ημερομηνία ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση.
52. Με το προσβαλλόμενο έγγραφο, η Επιτροπή αναγγέλλει απλώς (για πολλοστή φορά) ποια στάση σκέπτεται να τηρήσει κατά την άσκηση των εξουσιών της (39), δηλαδή πώς προτίθεται να αποφασίζει στο μέλλον, όταν της υποβάλλονται αιτήσεις πληρωμής. Μόνον όταν η αναγγελία της υλοποιείται με συγκεκριμένες ατομικές αποφάσεις επί αιτήσεων πληρωμής εκ μέρους των κρατών μελών, παράγονται γι αυτά δεσμευτικές έννομες συνέπειες (40).
53. Βεβαίως, μια τέτοια αναγγελία μπορεί ενδεχομένως να αρκεί για να επέρχεται αυτοδέσμευση της διοικήσεως και να δημιουργείται διοικητική πρακτική (41). Όμως, και μια διοικητική πρακτική μπορεί να υποβληθεί στον δικαστικό έλεγχο μόνο σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της σε μια ατομική περίπτωση. Δεν μπορεί αποσυνδεδεμένη από ατομικές αποφάσεις να αποτελέσει αφηρημένα αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (42).
54. Όμως, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι το έγγραφο του επιτρόπου Barnier δεν συνιστά απλή έκφραση γνώμης και αναγγελία της Επιτροπής, αλλά νομικώς δεσμευτική απόφαση κατά την οποία οι μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003 πραγματοποιούμενες πληρωμές έναντι εξακολουθούν να μην αναγνωρίζονται πλέον, ούτε αυτό συνεπάγεται κατ’ ανάγκην εκ των προτέρων δυνατότητα προσβολής αυτού του μέρους του εγγράφου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως, η οποία απλώς επιβεβαιώνει προηγουμένη απόφαση μη προσβληθείσα εμπροθέσμως, είναι απαράδεκτη (43). Μια απόφαση επιβεβαιώνει απλώς προηγουμένη απόφαση αν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προηγούμενη πράξη και δεν προηγήθηκε αυτής επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της προγενέστερης αυτής πράξεως (44).
55. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω: Η δήλωση της Επιτροπής στο προσβαλλόμενο πρώτο μέρος του εγγράφου, ότι πληρωμές έναντι στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων καταρχήν δεν είναι επιλέξιμες, δεν είναι νέα. Υπήρχε ήδη στο σημείωμα του 2001, το οποίο διαβιβάσθηκε, μεταξύ άλλων, και στην προσφεύγουσα (45), επί πλέον δε και στο έγγραφό της 100629 της 20ής Ιανουαρίου 2003 (46). Αν επομένως γινόταν αποδεκτό –σε αντίθεση προς την εδώ υποστηριζόμενη άποψη–ότι μια τέτοια δήλωση έχει χαρακτήρα αποφάσεως, θα έπρεπε να θεωρηθεί κατά συνέπεια ότι η δυνάμενη να προσβληθεί πράξη συνίσταται στο τότε σημείωμα του 2001 και όχι τώρα στο εν προκειμένω επίδικο έγγραφο του επιτρόπου Barnier, το οποίο απλώς επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει εκείνη τη δήλωση.
56. Βεβαίως, το δεύτερο μέρος του εγγράφου του επιτρόπου Barnier υπό τη μορφή τής κατ’ εξαίρεση ρυθμίσεως με καταληκτική ημερομηνία εμπεριέχει αναντιρρήτως κάτι το νέο. Συναφώς, όμως, πρόκειται για σαφώς οριοθετημένη ιδιαίτερη διάταξη για παλαιές περιπτώσεις, δηλαδή για πραγματοποιηθείσες έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003 πληρωμές των κρατών μελών. Ένα «νέο στοιχείο» για την εκτίμηση του εν προκειμένω μόνου επίμαχου ζητήματος της επιλεξιμότητας πληρωμών κατά τον μετάτις 19 Φεβρουαρίου 2003 χρόνο δεν περιέχεται σ’ αυτή. Η συνεπεία αυτού νομική κατάσταση των κρατών μελών, όσον αφορά τις πραγματοποιούμενες μετά την καταληκτική αυτή ημερομηνία πληρωμές, ούτε βελτιώνεται ούτε χειροτερεύει· παραμένει αμετάβλητη.
57. Επίσης, δεν υπάρχουν στοιχεία για το ότι κατά τα προηγηθέντα της διαβιβάσεως του προσβαλλόμενου εγγράφου η νομική κατάσταση υποβλήθηκε σε εκ νέου έλεγχο και ότι η Επιτροπή επενεξέτασε τη μέχρι τούδε άποψή της. Αντιθέτως, από της διαβιβάσεως του σημειώματός της του 2001, η Επιτροπή ενέμεινε σταθερά στη νομική της άποψη, ότι δηλαδή σύμφωνα με την υφιστάμενη νομική κατάσταση πληρωμές έναντι εκ μέρους εθνικών φορέων στο πλαίσιο ρυθμίσεων περί ενισχύσεων δεν είναι καταρχήν επιλέξιμες. Μολονότι η Επιτροπή προσπάθησε εν τω μεταξύ, ανεπιτυχώς, να επιφέρει μεταβολή της νομικής αυτής καταστάσεως για το μέλλον (47), ουδέποτε, καθόσον διαφαίνεται, έθεσε εν προκειμένω εν αμφιβόλω την ίδια της την άποψη ως προς την ερμηνεία της υφιστάμενης νομικής καταστάσεως.
58. Επίσης, ουδόλως το ίδιο το προσβαλλόμενο έγγραφο του επιτρόπου Barnier αποτελεί ένδειξη για το ότι η Επιτροπή έθεσε γενικώς εν αμφιβόλω τη μέχρι τούδε άποψή της. Με το δεύτερο μέρος αυτού του εγγράφου προβλέπεται απλώς μια στενώς οριοθετημένη κατ’ εξαίρεση ρύθμιση για παλαιές περιπτώσεις, δηλαδή για πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003. Εξάλλου, εντούτοις, όπως προκύπτει από το πρώτο μέρος του εγγράφου, επιβεβαιώνεται και πάλι ρητώς η μέχρι τούδε νομική άποψη της Επιτροπής.
59. Επομένως, ακόμη κι αν από το έγγραφο του επιτρόπου Barnier μπορούσε να υποτεθεί –σε αντίθεση προς την υποστηριζόμενη εδώ άποψη– ότι το πρώτο μέρος του παράγει έννομες συνέπειες, το εν λόγω έγγραφο περιέχει το πολύ επιβεβαίωση αυτού που ούτως ή άλλως προέκυπτε από το σημείωμα του 2001. Επομένως, το έγγραφο δεν μπορεί να προσβληθεί ως προς αυτό το σημείο.
60. Ούτε οι παρατεθείσες από την Ιταλική Δημοκρατία δικαστικές αποφάσεις με οδηγούν σε διαφορετική εκτίμηση.
61. Όσον αφορά καταρχάς την απόφαση Herpels (48), η υπόθεση εκείνη εμφανίζει μεν με την υπό κρίση κάποια παραλληλία, καθόσον τόσον εκεί όσο κι εδώ υιοθετήθηκε για λόγους επιεικείας μια κατ’ εξαίρεση ρύθμιση: Όπως η Επιτροπή χορήγησε τότε στον προσφεύγοντα υπάλληλο «ad personam» εξισωτική αποζημίωση μισθού, έτσι κι εδώ προέβη για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε μια κατ’ εξαίρεση ρύθμιση για επιχορηγήσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία. Σημαντικότερες, εντούτοις, είναι οι διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων: Αφενός, στην υπόθεση Herpels, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, διενεργήθηκε επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών, αυτό δε σε πολλά στάδια, πράγμα που αντανακλάται σε πολλά αλληλοδιαδόχως αποσταλέντα στον προσφεύγοντα έγγραφα διαφορετικού περιεχομένου. Στην υπό κρίση περίπτωση, αντιθέτως, δεν υφίσταται, όπως κατέδειξα, κανένα στοιχείο για το ότι η Επιτροπή σε κάποιο χρονικό σημείο αναθεώρησε ριζικώς την άποψή της ως προς την ερμηνεία της υφιστάμενης νομικής καταστάσεως. Ενέμεινε σταθερά στην άποψή της επί μακρό χρονικό διάστημα και την υποστήριξε στην αλληλογραφία της, τελικώς δε, την εξέθεσε και στο εν προκειμένω προσβαλλόμενο έγγραφο του επιτρόπου Barnier. Αφετέρου, στην υπόθεση Herpels η παρασχεθείσα νέα, «ad personam», εξισωτική αποζημίωση κατέλαβε άνευ υποκαταστάσεως τη θέση του μέχρι τότε επιδόματος αποδημίας, οπότε η αφαίρεση του επιδόματος αποδημίας και η χορήγηση της εξισωτικής αποζημιώσεως τελούσαν υπό στενή αλληλεξάρτηση, όπως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Διαφορετική είναι η κατάσταση στην υπό κρίση περίπτωση: Όπως μνημονεύθηκε, το προσβαλλόμενο έγγραφο ουδόλως αντικαθιστά γενικώς τη μέχρι τούδε άποψη της Επιτροπής με μια νέα, αλλά υιοθετεί απλώς μια στενώς οριοθετημένη κατ’ εξαίρεση ρύθμιση για παλαιές περιπτώσεις. Όσον αφορά το μέλλον, η Επιτροπή παραμένει στη μέχρι τούδε άποψή της ότι πληρωμές έναντι δεν είναι καταρχήν επιλέξιμες.
62. Ούτε οι τέσσερις αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (49), τις οποίες επικαλέσθηκε η Ιταλική Δημοκρατία, συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας προσβολής του εγγράφου του επιτρόπου Barnier. Πράγματι, ανεξαρτήτως του ότι στις αποφάσεις αυτές ο έλεγχος του παραδεκτού κατά μάλλον ατυχή τρόπο συνάπτεται με τον έλεγχο της ουσίας, οι υποθέσεις που αυτές αφορούν διαφέρουν επίσης σημαντικότατα, ως προς το περιεχόμενο, από την υπό κρίση. Για να το εκφράσω με τις λέξεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro, οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν πράξεις, που «μαρτυρ[ούν] σαφώς τη βούληση δεσμεύσεως των αποδεκτών» (50), όπως για παράδειγμα με τη μορφή ενός κώδικα συμπεριφοράς με συγκεκριμένες υποχρεώσεις και προθεσμίες για εθνικές αρχές. Αντιθέτως, το προσβαλλόμενο έγγραφο του επιτρόπου Barnier στην υπό κρίση υπόθεση C‑324/03 στηριζόταν εκ των προτέρων προδήλως στην εκδοχή της Επιτροπής ότι οπωσδήποτε ουδέποτε υπήρξε για τις επίδικες πληρωμές δικαίωμα επιχορηγήσεων από τα διαρθρωτικά ταμεία. Κατά συνέπεια, το έγγραφο αυτό, όπως προεκτέθηκε, ουδέποτε είχε ως σκοπό την αφαίρεση ενός τέτοιου δικαιώματος ή τη μέσω πρόσθετων όρων παρακώλυση της ικανοποιήσεώς του. Το έγγραφο δεν συνεπάγεται κανενός είδους μεταβολή της νομικής απόψεως της Επιτροπής (51).
63. Επομένως, συμφωνώ τελικά με την Επιτροπή ότι η προσφυγή στην υπόθεση C-324/03 είναι απαράδεκτη.
β) Υπόθεση C-431/03
64. Στην υπόθεση C-431/03, η Επιτροπή ενίσταται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, διότι έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας με το ίδιο ένδικο αντικείμενο στην υπόθεση C-324/03. Επί πλέον, η Επιτροπή επαναλαμβάνει τις περί του παραδεκτού αιτιάσεις της που έχει προβάλει στην υπόθεση C‑324/03.
65. Από το συνοδευτικό έγγραφο του επιτρόπου Barnier προκύπτει ότι το πνεύμα και ο σκοπός του εγγράφου του 26777 bis της 29ης Ιουλίου 2003 ήταν αποκλειστικά η διόρθωση ενός μεταφραστικού σφάλματος στο προηγούμενο έγγραφό του 26777 της 14ης Μαΐου 2003.
66. Η πρόθεση αυτή δεν αποκλείει εκ των προτέρων το ενδεχόμενο το νέο έγγραφο να περιέχει μια δυνάμενη να προσβληθεί νομική πράξη, δηλαδή πράξη με χαρακτήρα αποφάσεως, που παράγει δεσμευτικές έννομες συνέπειες. Πράγματι, είναι απολύτως νοητό, υπό το κάλυμμα της διορθώσεως ενός μεταφραστικού σφάλματος, να προσδίδεται σε μια προηγούμενη νομική πράξη με χαρακτήρα αποφάσεως ένα περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από αυτό που γνωστοποιήθηκε αρχικώς. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα ένδικης προστασίας κατά του νέου περιεχομένου της αποφάσεως. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο, όταν το διορθωθέν χωρίο, όπως εν προκειμένω, συνιστά ένα από τα αποφασιστικότερα σημεία του εγγράφου με τα οποία διαμορφώνεται λεπτομερέστερα η νέα κατ’ εξαίρεση ρύθμιση για πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κατά το μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου 2003 χρονικό διάστημα.
67. Πάντως, μπορεί τελικώς στην υπό κρίση περίπτωση να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα αν θα μπορούσε να προσβληθεί η καθεαυτή διόρθωση στη διατύπωση του επίμαχου χωρίου. Πράγματι, όπως και στην υπόθεση C-324/03, ούτε στην υπόθεση C-431/03 αυτό το μέρος του εγγράφου αποτελεί οπωσδήποτε αντικείμενο της προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας. Οι εν προκειμένω προσφυγές, με πανομοιότυπη διατύπωση, δεν αφορούν πράγματι τη νέα και σαφώς ευνοϊκή για την Ιταλική Δημοκρατία κατ’ εξαίρεση ρύθμιση, καθώς και το συγκεκριμένο περιεχόμενό της, αλλ’, αντιθέτως, την κατ’ επανάληψη επιβεβαιωθείσα και δυσμενή για την Ιταλία γενική νομική άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία πληρωμές έναντι εκ μέρους εθνικών φορέων δεν είναι καταρχήν επιλέξιμες. Επομένως, η προσφυγή στην υπόθεση C-431/03 στρέφεται αποκλειστικώς κατά του μέρους του εγγράφου 26777 bis, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το αρχικό έγγραφο 26777 και δεν μεταβλήθηκε.
68. Κατά συνέπεια, τα λεχθέντα ανωτέρω για την υπόθεση C‑324/03 (52) ισχύουν αντιστοίχως για την περίπτωση της υποθέσεως C‑431/03: Η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας είναι απαράδεκτη, αν μη τι άλλο, για τον λόγο ότι δεν έχει ως αντικείμενο απόφαση με δεσμευτικές έννομες συνέπειες, αλλά αφορά απλώς και μόνο μια έκφραση γνώμης ή αναγγελία της Επιτροπής, η οποία δεν μπορεί να συνιστά δυνάμενη να προσβληθεί πράξη κατά την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ. Ακόμη όμως κι αν υποτεθεί ότι το έγγραφο του επιτρόπου Barnier έχει ενδεχομένως δεσμευτικές έννομες συνέπειες, θα μπορούσε απλώς να πρόκειται για μια (περαιτέρω) επιβεβαίωση του σημειώματος του 2001, το οποίο άλλωστε, ως απλώς επαναληπτική διάταξη, δεν μπορεί να προσβληθεί.
69. Όπως, εξάλλου, ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η προσφυγή είναι επί πλέον απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως διαπιστώσει ότι μεταγενέστερη προσφυγή είναι απαράδεκτη, όταν αφορά του ίδιους διάδικους, στηρίζεται στους ίδιους λόγους ακυρώσεως και σκοπεί την ακύρωση της ίδιας νομικής πράξεως, όπως μια ήδη εκκρεμούσα προγενέστερη προσφυγή (53).
70. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω: οι προσφυγές της Ιταλικής Δημοκρατίας στις υποθέσεις C-324/03 και C-431/03 αφορούν τους ίδιους διαδίκους, στηρίζονται στους ίδιους λόγους (οι οποίοι μάλιστα έχουν πανομοιότυπη διατύπωση) (54) και σκοπούν στην ακύρωση του ίδιου, μη μεταβληθέντος, μέρους ενός εγγράφου του επιτρόπου Barnier. Επομένως, το παραδεκτό της προσφυγής στην υπόθεση C-431/03 προσκρούει στην εκκρεμοδικία της υποθέσεως C-324/03.
71. Επομένως, συμφωνώ τελικά με την Επιτροπή ότι και στην υπόθεση C‑431/03 η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
1. Το βάσιμο των προσφυγών
72. Κατ’ ουσίαν, σε αμφότερες τις υποθέσεις (C-324/03 και C‑431/03) προβάλλεται προ πάντων παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 1260/1999, καθώς και των σημείων 1 και 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1 (55). Μεταξύ των διαδίκων ερίζεται αν και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατές επιχορηγήσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία της Κοινότητας και για τις εκ μέρους εθνικών φορέων πραγματοποιούμενες πληρωμές έναντι. Κατ’ ακριβέστερη διατύπωση, πρόκειται για το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά ενδιάμεσες πληρωμές ή πληρωμές του υπολοίπου που ζητούν τα κράτη μέλη (άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1260/1999) από αποδείξεις για τη χρησιμοποίηση εθνικών πληρωμών έναντι. Η Ιταλική Δημοκρατία φρονεί ότι αυτό αντιβαίνει προς τις παρατεθείσες διατάξεις του βασικού κανονισμού και του εκτελεστικού κανονισμού.
73. Δεδομένου του, όπως διαπιστώθηκε, απαραδέκτου αμφοτέρων των προσφυγών, θα περιοριστώ κατωτέρω στην εξέταση μόνον αυτού του ζητήματος. Ευθύς εξαρχής υπογραμμίζω ότι εκτιμώ την άποψη της Επιτροπής πειστικότερη από αυτή της Ιταλικής Δημοκρατίας.
74. Βεβαίως, κατά το γράμμα του άρθρου 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999, ουδόλως καταρχήν αποκλείεται να είναι επιλέξιμες προς επιχορήγηση από τα διαρθρωτικά ταμεία και οι εκ μέρους των τελικών δικαιούχων (56) πληρωμές έναντι προς τους μεμονωμένους λήπτες. Πράγματι, κατά τη δεύτερη περίοδο αυτής της διατάξεως αρκεί τα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή δαπάνες προς επιχορήγηση, όπου οι δαπάνες αυτές πρέπει να αντιστοιχούν στις πληρωμές που έχουν εκτελεσθεί από τους τελικούς δικαιούχους. Οι έννοιες «πληρωμές» και «δαπάνες» μπορούν να νοούνται ευρέως. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός νομοθέτης αντιλαμβάνεται τη λέξη «πληρωμές» ως γενική έννοια, η οποία περιλαμβάνει ιδίως και πληρωμές έναντι (57).
75. Όπως, πάντως, προκύπτει και από το άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1260/1999, μόνο δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί από εθνικούς φορείς είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο των ενδιάμεσων πληρωμών ή της καταβολής του τελικού υπολοίπου από την Επιτροπή, αυτό δε μάλιστα μόνον αν τέτοιες δαπάνες δικαιολογούνται με εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά στοιχεία ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας. Στο σημείο 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1, η διάταξη αυτή διευκρινίζεται περαιτέρω. Κατά το εν λόγω σημείο 2, πρέπει κατά κανόνα να προσκομίζονται εξοφλημένα τιμολόγια. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, μπορούν να υποβάλλονται λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος.
76. Η περιγραφόμενη μέθοδος στηρίζεται στην αρχή της αποδόσεως των δαπανών (58). Από τα διαρθρωτικά ταμεία της Κοινότητας είναι ενδεχομένως καταρχήν επιλέξιμες μόνο δαπάνες εθνικών φορέων για τη χρησιμοποίηση των οποίων έχει προσκομισθεί απόδειξη. Επομένως, δεν αρκεί ένας εθνικός φορέας (ο τελικός δικαιούχος) να έχει οπωσδήποτε εκτελέσει πληρωμές, αλλ’ αντιθέτως πρέπει επίσης να μπορεί να αποδειχθεί για ποιον σκοπό διατέθηκαν συγκεκριμένως οι κατ’ αυτόν τον τρόπο καταβληθείσες επιχορηγήσεις.
77. Η οικονομία και ο σκοπός της αρχής της αποδόσεως των δαπανών συνίστανται στην ελαχιστοποίηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας. Επιδιώκεται η αποτροπή του ενδεχόμενου καταβολής κοινοτικών επιχορηγήσεων από τα διαρθρωτικά ταμεία, η επιστροφή των οποίων αργότερα, σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως αντίθετης προς τον σκοπό τους, ουδόλως ή μόνο με δυσκολίες μπορεί να επιτευχθεί. Τελικώς, με αυτόν τον τρόπο, θα λαμβάνεται υπόψη η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως (άρθρο 274 ΕΚ). Αυτός ο στενός σύνδεσμος μεταξύ της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και του όρου της προσκομίσεως αποδείξεων περί δαπανών (και τελικά, επομένως, αποδείξεων περί της χρησιμοποιήσεως) καθίσταται ιδιαιτέρως σαφής στην αιτιολογική σκέψη 43 του κανονισμού 1260/1999.
78. Όπως είναι αυτονόητο, οι εθνικοί φορείς παραμένουν ελεύθεροι να πραγματοποιούν από τους δικούς τους πόρους πληρωμές έναντι στους μεμονωμένους λήπτες, δηλαδή πληρωμές ως προς τη χρησιμοποίηση των οποίων δεν υπάρχει ακόμη καμία συγκεκριμένη απόδειξη. Ορθώς η Ιταλική Δημοκρατία εξέθεσε ότι η χρηματοοικονομική αδυναμία των μεμονωμένων ληπτών επιβάλλει συχνά τέτοιες πληρωμές έναντι προκειμένου να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη έναρξη της υλοποιήσεως επιχορηγούμενων σχεδίων (59). Όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, το εκάστοτε κράτος μέλος και όχι η Κοινότητα φέρει τον κίνδυνο τα καταβαλλόμενα εκ των προτέρων ποσά επιχορηγήσεως να μη χρησιμοποιηθούν ενδεχομένως σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό και, ως εκ τούτου, να πρέπει αργότερα να αναζητηθούν. Πράγματι, μόνον οι εθνικοί φορείς μπορούν κατά το χρονικό σημείο μιας πληρωμής έναντι να κρίνουν αν ο μεμονωμένος λήπτης παρέχει την εγγύηση ότι τα ποσά της επιχορηγήσεως θα χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό. Κατά συνέπεια, οι εθνικοί φορείς κι όχι η Κοινότητα θα πρέπει να φέρουν τον κίνδυνο αποτυχίας και να υφίστανται τις συνέπειες ενδεχόμενης αξιώσεως επιστροφής των σχετικών ποσών. Εν πάση περιπτώσει, επιχορηγήσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία της Κοινότητας μπορούν, κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1260/1999, να παρέχονται μόνον, αν υφίστανται εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά στοιχεία ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας, δηλαδή όταν τα εκ των προτέρων καταβληθέντα από τους εθνικούς φορείς ποσά επιχορηγήσεως διατέθηκαν προς υλοποίηση συγκεκριμένου σκοπού και δύνανται να προσκομιστούν τα αποδεικτικά στοιχεία.
79. Ενώ, επομένως, τα κράτη μέλη έχουν σε μεγαλύτερη έκταση την ευχέρεια να προβαίνουν προς μεμονωμένους λήπτες σε πληρωμές έναντι από εθνικούς πόρους, η ίδια η Κοινότητα παρεκκλίνει κατά τη διαχείριση των διαρθρωτικών της ταμείων μόνο σε πολύ περιορισμένη έκταση από την αρχή της (εκ των υστέρων) αποδόσεως δαπανών. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 32, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/1999, η Επιτροπή μπορεί να καταβάλει στα κράτη μέλη από τους πόρους των διαρθρωτικών ταμείων πληρωμές έναντι μόνον έως το 7 % της συμμετοχής των ταμείων στη σχετική παρέμβαση. Επομένως, μόνο σ’ αυτή την έκταση αναλαμβάνει επίσης ο κοινοτικός προϋπολογισμός τον κίνδυνο πόροι από τα διαρθρωτικά ταμεία να μη χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό και, ως εκ τούτου, να πρέπει αργότερα να ζητηθεί ενδεχομένως η επιστροφή τους. Επίσης, μόνο για τέτοιες πληρωμές έναντι επιτρέπει ο βασικός κανονισμός στην Επιτροπή να διαθέτει πόρους από τα διαρθρωτικά ταμεία, χωρίς συγχρόνως να ζητεί αποδείξεις για τη χρησιμοποίησή τους. Για όλες τις άλλες πληρωμές, ιδίως για την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω παροχή επιχορηγήσεων μέσω ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμών του υπολοίπου από τα διαρθρωτικά ταμεία, ισχύει αντιθέτως χωρίς εξαίρεση το άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1260/1999 και, επομένως, η αρχή της αποδόσεως δαπανών έναντι αποδείξεως του τρόπου χρησιμοποιήσεώς τους.
80. Αν επιτρεπόταν να χορηγεί επίσης η Κοινότητα, στο πλαίσιο των εκ μέρους της ενδιάμεσων πληρωμών ή των πληρωμών του υπολοίπου, επιχορηγήσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία για δαπάνες εθνικών φορέων, για τις οποίες δεν υφίστανται εισέτι αποδεικτικά στοιχεία για τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των σχετικών ποσών, το αποτέλεσμα θα ήταν η καταστρατήγηση του άρθρου 32, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1260/1999 και της προβλέψεως αυτής της διατάξεως ότι το περιθώριο κινδύνου για τον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν πρέπει να υπερβαίνει το 7 % της συμμετοχής των ταμείων στη σχετική παρέμβαση.
81. Τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία, για να υποστηρίξει ότι για τη συγχρηματοδότηση πληρωμών έναντι σε τελικούς δικαιούχους στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων ουδόλως είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται η χρησιμοποίηση των πόρων, δεν με πείθουν.
82. Βεβαίως, αληθεύει ότι ο βασικός κανονισμός, καθόσον έχει εν προκειμένω σημασία, κάνει διάκριση μεταξύ δύο δυνατοτήτων διαθέσεως πόρων για επιχορηγήσεις: αφενός μεν των αποκαλούμενων πράξεων, την εκτέλεση των οποίων παραγγέλλουν οι ίδιοι οι τελικοί δικαιούχοι (60), αφετέρου δε των αποκαλούμενων μέτρων, στα οποία περιλαμβάνονται ιδίως και ρυθμίσεις περί ενισχύσεων (61).
83. Επίσης, κατ’ επιφανειακή θεώρηση, προκύπτει ότι και στις δύο περιπτώσεις διαφέρουν οι προϋποθέσεις για την απόδειξη πληρωμών που πραγματοποιούν εθνικοί φορείς. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση πράξεων, πρέπει να αποδεικνύονται έναντι της Επιτροπής οι πληρωμές, στις οποίες προβαίνουν οι τελικοί δικαιούχοι προς τις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν αναθέσει την εκτέλεση της πράξεως (σημείο 1.3 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1), στη δε περίπτωση εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων, αντιθέτως, πρέπει να δικαιολογούνται οι πληρωμές ενισχύσεων που πραγματοποιούν οι τελικοί δικαιούχοι προς τους μεμονωμένους λήπτες (σημείο 1.2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1).
84. Κατ’ εγγύτερη θεώρηση, πάντως, προκύπτει ότι και για τα δύο είδη πληρωμών (τόσο πληρωμών στο πλαίσιο πράξεων όσο και πληρωμών στο πλαίσιο ρυθμίσεων περί ενισχύσεων) ισχύει εξίσου η αρχή της αποδόσεως δαπανών και, επομένως, τελικώς ο όρος ότι πρέπει να αποδεικνύεται ο τρόπος χρησιμοποιήσεως των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1 –κατά την οικονομία της, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή σε αμφότερα τα είδη διαρθρωτικών επιδοτήσεων–, τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση απαιτούνται κατά κανόνα εξοφλημένα τιμολόγια ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατό, λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος (62).
85. Βεβαίως, κατά κανόνα, δεν υπάρχουν ακόμη εξοφλημένα τιμολόγια και λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος στην περίπτωση μέτρων επιχορηγήσεως στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων στο στάδιο των σχέσεων μεταξύ τελικών δικαιούχων και μεμονωμένων ληπτών, αλλά μόνο στο μεταγενέστερο στάδιο των σχέσεων μεταξύ μεμονωμένων ληπτών και περαιτέρω τρίτων, για τις υπηρεσίες των οποίων οι μεμονωμένοι λήπτες καταβάλλουν τελικώς τα ποσά των επιχορηγήσεων. Σε αντίθεση, εντούτοις, προς την άποψη της Ιταλικής Δημοκρατίας, κατά το πνεύμα και τον σκοπό του συστήματος ακριβώς είναι επίσης αναγκαία η προσκόμιση δικαιολογητικών που προέρχονται από τη σχέση μεταξύ των μεμονωμένων ληπτών και των περαιτέρω τρίτων. Πράγματι, κατά το σημείο 1.2, δεύτερη περίοδος, του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1, οι καταβολές ενισχύσεων στις οποίες προβαίνουν τελικοί δικαιούχοι πρέπει να δικαιολογούνται από τους όρους και τους σκοπούς των ενισχύσεων. Προς τούτο, δεν αρκεί η απόδειξη ότι μια πληρωμή πραγματοποιήθηκε προς ένα μεμονωμένο λήπτη, αλλ’ αντιθέτως απαιτείται και απόδειξη για τη συγκεκριμένη χρησιμοποίηση των πόρων επιχορηγήσεως από τον μεμονωμένο λήπτη. Η απόδειξη αυτή πρέπει κατά κανόνα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, να παρέχεται μέσω εξοφλημένων τιμολογίων και επικουρικώς μέσω λογιστικών εγγράφων ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος (σημείο 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1).
86. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Δημοκρατία, κατόπιν σχετικής μου ερωτήσεως, εξέθεσε επί πλέον ότι δεν θέτει γενικώς εν αμφιβόλω την ανάγκη προσκομίσεως αποδείξεων για τον τρόπο χρησιμοποιήσεως ποσών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων, Αντιθέτως, αυτό που την ενδιαφέρει είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να προσκομίζονται αυτές οι αποδείξεις.
87. Σ’ αυτή την αλληλουχία, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι με την αρχή της αποδόσεως των δαπανών σκοπείται ακριβώς η άρση του κινδύνου επιχορηγήσεως, με πόρους προερχόμενους από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, δαπανών, για τις οποίες δεν υπάρχουν ακόμη αποδεικτικά στοιχεία. Μόνο μετά τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων χρησιμοποιήσεως των πληρωμών στις οποίες προέβησαν στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων, μπορούν τα κράτη μέλη να υποβάλλουν συναφώς αιτήσεις επιχορηγήσεως από τα διαρθρωτικά ταμεία, δηλαδή αιτήσεις για ενδιάμεσες πληρωμές ή πληρωμές του υπολοίπου από την Επιτροπή. Πριν από το χρονικό αυτό σημείο, τα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν χρήση μόνο των –περιοριζομένων από απόψεως ύψους στο 7 % της συμμετοχής των ταμείων– ποσών που η Επιτροπή θέτει στη διάθεσή τους ως πληρωμές έναντι των οποίων η ανάληψη, από τη φύση τους, είναι δυνατή χωρίς αποδείξεις για τη χρησιμοποίησή τους (άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του κανονισμού 1260/1999).
88. Με βάση αυτά τα δεδομένα, θεωρώ συνολικώς ότι η Επιτροπή συμπεριφέρεται συννόμως, εξαρτώντας την παροχή επιχορηγήσεων για πληρωμές έναντι που πραγματοποιούνται από εθνικούς φορείς στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων από την προσκόμιση αποδείξεων για τη χρησιμοποίησή τους. Επομένως, οι προσφυγές της Ιταλικής Δημοκρατίας είναι όχι μόνον απαράδεκτες, αλλά και αβάσιμες.
V – Δικαστικά έξοδα
89. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε στις υποθέσεις C-324/03 και C-431/03, πρέπει να καταδικασθεί αντιστοίχως στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
90. Αντιθέτως, όσον αφορά την υπόθεση C-138/03, στην οποία παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, το Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, διότι με την αρχική της συμπεριφορά προκάλεσε την προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας και μόνο μετά την άσκηση της προσφυγής κατάργησε τις δύο αποφάσεις και κατέβαλε εκ των υστέρων το επίδικο χρηματικό ποσό.
VI – Πρόταση
91. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
– Στην υπόθεση C-138/03 να κρίνει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
– Στις υποθέσεις C-324/03 και C-431/03 να απορρίψει αντιστοίχως τις προσφυγές και να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Bλ. ιδίως τις υποθέσεις T-207/04, T-223/04 (προηγουμένως C-401/03), T‑345/04, T-443/04, T-26/05, T-82/05, T-83/05 και T-140/05.
3 – Διατάξεις του Πρωτοδικείου της 16ης Μαρτίου 2005 στις υποθέσεις T-207/04, T-223/04 και T-345/04.
4 – ΕΕ L 161, σ. 1. Τροποποιήθηκε τελευταία με το παράρτημα ΙΙ, τμήμα 15, παράγραφος 2, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 658).
5 – ΕΕ L 193, σ. 39.
6 – ΕΕ L 72, σ. 66. Ταυτόσημη τροποποίηση του σημείου 2 του κανόνα 1 είχε ήδη επέλθει με τον κανονισμό (ΕΚ) 1145/2003 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2003, με αναδρομική ισχύ επίσης από τις 5 Αυγούστου 2000· η τροποποίηση αυτή, όμως, εβαρύνετο με διαδικαστική πλημμέλεια και, για τον λόγο αυτό, χρειάστηκε να εισαχθεί εκ νέου (βλ σχετικώς τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 448/2004).
7 – Χάριν πληρότητας σημειώνεται ότι με τον κανονισμό 448/2004 το σημείο 1.3 κατέστη σημείο 1.4. Δεδομένου εντούτοις ότι όλα τα προσκομισθέντα στη διαδικασία έγγραφα αναφέρονται στο αρχικό κείμενο των κανόνων επιλεξιμότητας, ως έχουν κατά τον κανονισμό 1685/2000, θα λαμβάνονται στη συνέχεια υπόψη αποκλειστικώς το αρχικό κείμενο και αρίθμηση.
8 – Το διατυπωμένο στην ιταλική γλώσσα έγγραφο του γενικού γραμματέα για την περιφερειακή πολιτική προς τον μόνιμο αντιπρόσωπο της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αριθμό πρωτοκόλλου 108098 και φέρει την ένδειξη εσωτερικής χρήσεως Regio/A2/JW/cs D(2001) 220852.
9 – Βλ. τον εννοιολογικό ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 9, στοιχείο ιβ΄, του κανονισμού 1260/1999.
10 – Βλ. το σημείο 1.2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1.
11 – Πρόκειται για την επιτροπή για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών κατά την έννοια των άρθρων 47, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και 48 του κανονισμού 1260/1999, η οποία ως επιτροπή διαχειρίσεως έχει δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, μεταξύ άλλων, κατά τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων σύμφωνα με τα άρθρα 30, παράγραφος 3, και 53, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού (βλ. το άρθρο 47, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999).
12 – Σημείωμα του Gray, Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής της Επιτροπής, προς τα μέλη της επιτροπής για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών, με ημερομηνία 27 Νοεμβρίου 2002, ένδειξη εσωτερικής χρήσεως: REGIO/G2/BS D(2002) 821054.
13 – Το διατυπωμένο στην ιταλική κείμενο έχει ένδειξη εσωτερικής χρήσεως D(2003) – BLB/hk 26777.
14 – Το οποίο σημαίνει: «έως αυτή την ημερομηνία ολοκληρωθείσα διαδικασία συνάψεως συμβάσεως έργου».
15 – Το οποίο σημαίνει: «διαδικασία συνάψεως έργου, ως προς το οποίο η υποβολή προσφορών έχει ολοκληρωθεί έως αυτή την ημερομηνία».
16 – Το διατυπωμένο στην αγγλική συνοδευτικό έγγραφο του επιτρόπου Barnier, της 29ης Ιουλίου 2003 προς τον υπουργό Tremonti έχει ως ακολούθως: «It has come to my attention that there were errors in translation in the letter sent to you dated 14 May 2003 on the eligibility of advances. These errors have now been corrected and the correct version of the letter is enclosed. Please note that the enclosed letter replaces the letter sent on 14 May, although this version still takes effect from 14 May 2003.» Το συνοδευτικό έγγραφο και το παράρτημα έχουν κάθε φορά την ένδειξη εσωτερικής χρήσεως D(2003) – 26777 bis – BLB/hk.
17 – Βλ. το σημείο 14 αυτών των προτάσεων.
18 – Βλ. το σημείο 15 αυτών των προτάσεων.
19 – «Επιστημονική έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη, ανωτάτη εκπαίδευση». Αυτό το πρόγραμμα, που ισχύει για το χρονικό διάστημα 2000–2006, εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 8 Αυγούστου 2000 ως μέρος του κοινοτικού πλαισίου στηρίξεως στις διαρθρωτικές παρεμβάσεις της Κοινότητας στις εντός της Ιταλίας υπαγόμενες στον στόχο Ι περιφέρειες Campania, Calabria, Puglia, Basilicata, Sicilia και Sardegna [έγκριση κοινοποιηθείσα με αριθμό φακέλου C(2000) 2343, κωδικός αριθμός του προγράμματος: CCI N.1999 IT 16 1 PO 003].
20 – Το συνταχθέν στην ιταλική γλώσσα έγγραφο του αρμόδιου για την Ιταλία προϊσταμένου διοικητικής μονάδας της Γενικής Διευθύνσεως Περιφερειακή Πολιτική Engwegen πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 100629 και με την ένδειξη εσωτερικής χρήσεως Regio/E2 AP/gd D(2003) 620034.
21 – Το συνταχθέν στην ιταλική γλώσσα έγγραφο του αρμόδιου για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Περιφερειακή Πολιτική Meadows πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 102627 και με την ένδειξη εσωτερικής χρήσεως Regio/E2 ap/gd D(2003) 620188.
22 – Το συνταχθέν στην ιταλική γλώσσα έγγραφο του αρμόδιου για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Περιφερειακή Πολιτική Meadows πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 106837 και με την ένδειξη εσωτερικής χρήσεως Regio/E/2/ – ap/(2003) 620701.
23 – Βλ., συναφώς, ανωτέρω το σημείο 14 αυτών των προτάσεων.
24 – Σημείο 16 επ., ιδίως σημείο 20, του υπομνήματος απαντήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας.
25 – Σημεία 17 και 19 του υπομνήματος απαντήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας.
26 – Αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2004, T-310/00, MCI κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 55 και 63), της 14ης Οκτωβρίου 1999, T-191/96 και T-106/97, CAS Succhi di Frutta κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-3181, σκέψη 63), και της 6ης Μαρτίου 1979, 92/78 Simmenthal κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ Ι, σ. 407, σκέψη 32).
27 – Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1980, 76/79, Koenecke κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 349, σκέψη 9), και της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94 και C-30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-1375, σκέψη 74).
28 – Έτσι, ρητώς, η απόφαση MCI κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψεις 46 και 61). Σε παρόμοια εκτίμηση στηρίζεται τελικά η απόφαση CAS Succhi di Frutta κατά Επιτροπής, T-191/96 και T-106/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 63).
Βλ. επίσης, βασικά, την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, την αποκαλούμενη «AETR» (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψη 40), κατά την οποία η προσφυγή του άρθρου 230 ΕΚ «αποσκοπεί να εξασφαλίσει,σύμφωνα προς τις επιταγές του [άρθρου 220, πρώτο εδάφιο ΕΚ], την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης», και την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23), κατά την οποία «ούτε τα κράτη μέλη της [Κοινότητας] ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς το βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη». Ως προς την ανάγκη δικαστικού ελέγχου σε μία κοινότητα δικαίου, βλ. επίσης προσφάτως την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002 C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores (Συλλογή 2002, σ. I-6677, σκέψη 38).
29 – Αυτό συνέβη σε μερικές από τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 2 υποθέσεις.
30 – Ως προς το ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως στην περίπτωση κατά την οποία μια νομική πράξη έχει άλλως καταργηθεί, βλ. παραδείγματος χάριν την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. 3679, σκέψεις 33 έως 38), καθώς και τις διατάξεις της 4ης Μαρτίου 1997, C-46/96, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-1189, ιδίως τη σκέψη 6), και της 8ης Μαρτίου 1993, C-123/92, Lezzi Pietro κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑809, ιδίως τις σκέψεις 8 έως 11).
31 – Επί του σημειώματος του 2001, βλ. τα σημεία 11 και 12 αυτών των προτάσεων.
32 – Αποφάσεις Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 62), AETR (παρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 42) και Les Verts κατά Κοινοβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 24), περαιτέρω αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9), της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-308/95, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-6513, σκέψη 26), της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑249/02, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35), και της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C-123/03 P, Επιτροπή κατά Greencore (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 44).
33 – Απόφαση Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 63). Με το ίδιο πνεύμα, βλ. τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 32, αποφάσεις IBM κατά Επιτροπής (σκέψη 9), Πορτογαλία κατά Επιτροπής (σκέψη 35) και Επιτροπή κατά Greencore (σκέψη 39), την παρατεθείσα στην υποσημείωση 28 AETR (σκέψη 42), καθώς και τη διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2004 στην υπόθεση C-164/02, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, Ι-1177, σκέψη 19).
34 – Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί να ακυρωθεί το έγγραφο, καθόσον δεν δέχεται την επιλεξιμότητα πληρωμών έναντι που πραγματοποιούν κράτη μέλη μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003 στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.
35 – Βασικός κανονισμός και εκτελεστικός κανονισμός περιέχοντες κανόνες για την επιλεξιμότητα.
36 – Βλ., συναφώς, την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1959, 20/58, Phoenix-Rheinrohr κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 327, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική), με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή που ασκήθηκε κατά ενός εγγράφου, με το οποίο η Ανωτάτη Αρχή «σκόπευε απλώς να επιβεβαιώσει αρχές που καλώς ή κακώς θεωρούσε ότι προέκυπταν λογικά από [τις ισχύουσες διατάξεις].»
37 – Αυτό το τελευταίο υποστηρίζει όμως η Ιταλική Δημοκρατία στο σημείο 5 του υπομνήματός της απαντήσεως.
38 – Η κατ’ εξαίρεση ρύθμιση έχει επομένως τον χαρακτήρα αποφάσεως. Αυτό εμφαίνεται επίσης στη διατύπωση του δεύτερου μέρους του εγγράφου: «La Commissione ha deciso di considerare ammissibili […]» και «La presente decisione si riferisce […]», δηλαδή κατά μετάφραση: «Η Επιτροπή αποφάσισε, […] να αναγνωρίσει ως επιλέξιμες […]» και «Η απόφαση αυτή αφορά […]» (η υπογράμμιση δική μου). Το αν η Επιτροπή μπορούσε ή όφειλε καν να αναγνωρίσει κατ’ ουσίαν, βάσει της υφιστάμενης νομικής καταστάσεως, ως επιλέξιμες τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν έως τις 19 Φεβρουαρίου 2003 δεν έχει σημασία για την εκτίμηση του χαρακτήρα του εγγράφου της ως αποφάσεως: πράγματι, ακόμη κι αν η ρύθμιση αυτή ήταν παράνομη, μπορεί παρά ταύτα να έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως.
39 – Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1998, C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-2265, σκέψη 28) και της 6ης Απριλίου 2000, C-443/97, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-2415, σκέψη 34), όπως επίσης την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, C-114/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. I-5289, σκέψεις 12 και 13).
40 – Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, T-81/97, Regione Toscana κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-2889, σκέψεις 22 και 23). Βλ., με το ίδιο πνεύμα, και τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 39 αποφάσεις Ισπανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 33 και 34) και C-114/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (σκέψη 13).
41 – Ως προς την αυτοδέσμευση της Επιτροπής με τις ανακοινώσεις της, κατευθυντήριες γραμμές κ.λπ. βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 2002, C-382/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-5163, σκέψη 24) και της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-8031, σκέψη 53), περαιτέρω δε τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Απριλίου 2003, T-114/02, BaΒyliss κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-1279, σκέψη 143), και T-119/02, Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-1433, σκέψη 242), καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 1991, T-7/89, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-1711, σκέψη 53).
42 – Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-159/96, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-7379, σκέψη 24, πρώτη περίοδος).
43 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Greencore (παρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 39) και C‑180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 28). Πρβλ. επίσης τις αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική), της 15ης Δεκεμβρίου 1988, 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473, σκέψη 16), της 11ης Ιανουαρίου 1996, C-480/93 P, Zunis Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-1, σκέψη 14), και την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1990, C-12/90, Infortec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-4265, σκέψη 10).
44 – Διατάξεις της 4ης Μαΐου 1998, T-84/97, BEUC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-795, σκέψη 52), και της 7ης Δεκεμβρίου 2004, C-521/03 P, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47).
45 – Βλ. τα σημεία 11 και 12 αυτών των προτάσεων.
46 – Σ’ αυτό το έγγραφο 100629, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως C‑138/03 (πρβλ. το σημείο 23 αυτών των προτάσεων), εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια Γενική Διεύθυνση αποφάσισε εφεξής στις περιπτώσεις αιτήσεων πληρωμής να αφαιρεί τα αντίστοιχα ποσά.
47 – Βλ. το σημείο 13 αυτών των προτάσεων.
48 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 233, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική, σκέψεις 11 έως 15).
49 – Αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88 (Συλλογή 1990, σ. I-3571, σκέψεις 7 έως 12 και 23), της 13ης Νοεμβρίου 1991, C-303/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5315, σκέψεις 7 έως 11 και 25), της 16ης Ιουνίου 1993, C-325/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑3283, σκέψεις 8 έως 11 και 23), και της 20ής Μαρτίου 1997, C-57/95 (Συλλογή 1997, σ. I-1627, σκέψεις 6 έως 10 και 23).
50 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 19ης Σεπτεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-303/90, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5328, σημείο 11). Παρόμοιες διατυπώσεις περιέχονται επίσης στις προτάσεις του Tesauro για τις άλλες υποθέσεις που παρατίθενται στην υποσημείωση 49.
51 – Βλ. το σημείο 50 αυτών των προτάσεων.
52 – Βλ., συναφώς, τα σημεία 48 έως 63 αυτών των προτάσεων.
53 – Αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1985, 172/83 και 226/83, Hoogovens Groep κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2831, σκέψη 9), της 27ης Οκτωβρίου 1987, 146/85 και 431/85, Diezler κατά WSA (Συλλογή. 1987, σ. 4283, σκέψεις 13 έως 16), και της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 358/85 και 51/86, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4821, σκέψη 12). Πρβλ. επίσης τις παλαιότερες αποφάσεις της 26ης Μαΐου 1971, 45/70 και 49/70, Bode κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 835, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική, σκέψη 11), καθώς και της 17ης.Μαΐου 1973, 58/72 και 75/72, Perinciolo κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1973, σ. 543, σκέψη 5).
54 – Σε αμφότερες τις περιπτώσεις ζητείται η ακύρωση του εγγράφου, καθόσον δεν δέχεται την επιλεξιμότητα πληρωμών έναντι που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη μετά τις 19 Φεβρουαρίου 2003 στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων. Οι αντίστοιχες προσφυγές στηρίζονται σε δύο λόγους ακυρώσεως: Έλλειψη αιτιολογήσεως (άρθρο 253 ΕΚ) και παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 1260/1999, καθώς και των σημείων 1 και 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1.
55 – Η υπόθεση, επίσης, C-138/03, ως προς την οποία κρίθηκε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, αφορούσε ουσιαστικώς αυτό το νομικό πρόβλημα.
56 – Για την έννοια του τελικού δικαιούχου, βλ. το άρθρο 9, στοιχείο ιβ΄, του κανονισμού 1260/1999.
57 – Αυτό καθίσταται ιδιαιτέρως σαφές από το άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1260/1999. Βεβαίως, η διάταξη αυτή αφορά πληρωμές όχι από εθνικούς φορείς, αλλά από την Επιτροπή. Εντούτοις, η χρησιμοποιούμενη ορολογία είναι η ίδια.
58 – Νοείται η εκ των υστέρων απόδοση δαπανών.
59 – Εξάλλου, η Επιτροπή προβαίνει επίσης τακτικά σε τέτοιες πληρωμές έναντι, καθόσον –για παράδειγμα στο πλαίσιο της αφορώσας την έρευνα πολιτικής ή της γεωργικής πολιτικής– καταβάλλει η ίδια απ’ ευθείας στις επιχειρήσεις επιχορηγήσεις. πρβλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις σχετικές με την πολιτική της έρευνας εκδοθείσες αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 2005, C-294/02, Επιτροπή κατά AMI Semiconductor κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33), και της 24ης Φεβρουαρίου 2005, C-279/03, Επιτροπή κατά Implants (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 13), καθώς και για τη γεωργική πολιτική τις προτάσεις μου της 3ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-240/03 P, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 12 και 14).
60 – Άρθρο 9, στοιχείο ι΄, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το στοιχείο ια΄ του κανονισμού 1260/1999.
61 – Άρθρο 9, στοιχείο ι΄, του κανονισμού 1260/1999. Αντί να εκτελούν οι ίδιοι πράξεις, μπορούν οι τελικοί δικαιούχοι (εθνικοί φορείς) να περιορίζονται στη συγχρηματοδότηση ορισμένων σχεδίων στο πλαίσιο εθνικών ρυθμίσεων περί ενισχύσεων, όπου την ευθύνη για τα ίδια τα σχέδια φέρουν τρίτοι, οι αποκαλούμενοι μεμονωμένοι λήπτες. Παραδείγματος χάριν, πανεπιστήμια ή ερευνητικά κέντρα μπορούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να λαμβάνουν επιχορηγήσεις για τα ερευνητικά τους προγράμματα, τις οποίες διαχειρίζονται με δική τους ευθύνη.
62 – Η νέα διατύπωση του σημείου 2 του κανόνα επιλεξιμότητας αριθ. 1 με τον κανονισμό 448/2004 δεν επέφερε εν προκειμένω καμία ουσιαστική μεταβολή. Το γερμανικό κείμενο με τη νέα αυτή διατύπωση («die von den Endbegünstigten als Zwischenzahlungen und Restzahlungen getätigten Zahlunge») είναι παραπλανητικό, εφόσον δημιουργεί την εντύπωση ότι μόνον ενδιάμεσες πληρωμές και πληρωμές τελικού υπολοίπου, εξακολουθούν να πρέπει να αποδεικνύονται από εξοφλημένα τιμολόγια ή από λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος, όχι δε πλέον και οι εκ μέρους των τελικών δικαιούχων προς τους μεμονωμένους λήπτες πληρωμές έναντι. Από τις περισσότερες όμως των άλλων γλωσσικών αποδόσεων καθίσταται σαφές ότι εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος εξακολουθούν να πρέπει να προσκομίζονται για όλες τις πληρωμές των τελικών δικαιούχων, επομένως και για τις πληρωμές έναντι που αυτοί πραγματοποιούν, στην περίπτωση κατά την οποία τέτοιες πληρωμές δηλώνονται στην Επιτροπή για τις ενδιάμεσες πληρωμές ή πληρωμές τελικού υπολοίπου στις οποίες αυτή προβαίνει από τα διαρθρωτικά ταμεία. Αυτό διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στη γαλλική γλωσσική απόδοση με τη φράση «[…] les paiements effectués par les bénéficiaires finals et déclarés au titre des paiements intermédiaires et de solde».
Full & Egal Universal Law Academy