ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 13ης Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-145/03
Κληρονόμοι της Annette Keller
κατά
Instituto Nacional de la Seguridad Social (INSS)
και
Instituto Nacional de Gestión Sanitaria (Ingesa),
πρώην Instituto Nacional de la Salud (Insalud)
(αίτηση του Juzgado de lo Social no 20 για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Social Judge n° 20, Μαδρίτη – Ερμηνεία των άρθρων 3, 19 και 22 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983 L 230, σ. 6) – Ασφάλιση κατά ασθενειών – Υποχρέωση του φορέα του αρμόδιου κράτους μέλους να αποδώσει τα έξοδα νοσηλείας που πραγματοποιήθηκε σε κράτος μη μέλος για τη διενέργεια της οποίας ελήφθη απόφαση από τον φορέα του κράτους μέλους διαμονής»
I – Εισαγωγή
1. Το βασικό ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι αν ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους, ο οποίος έχει εγκρίνει για μισθωτό ασφαλισμένο στο δημόσιο σύστημα ασφαλίσεως κατά ασθενειών την παροχή ιατρικής θεραπείας σε άλλο κράτος μέλος, υποχρεούται να αποδώσει τη δαπάνη επείγουσας, λόγω κινδύνου ζωής, θεραπείας όταν οι ιατρικές υπηρεσίες του δεύτερου κράτους μέλους αποφάσισαν ότι η θεραπεία αυτή μπορεί να παρασχεθεί μόνο σε νοσηλευτικό ίδρυμα που βρίσκεται σε χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
II – Σχετικές διατάξεις της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας
2. Οι σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας είναι τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 22, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, περίπτωση i, και γ΄, περίπτωση i, του κανονισμού (EOK) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός 1408/71) (2), και το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (EOK) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός 574/72) (3):
Άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
Άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71:
«1. Ο εργαζόμενος, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από την νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπ’ όψη ενδεχομένως οι διατάξεις του άρθρου 18, και:
α) του οποίου η κατάσταση απαιτεί άμεση χορήγηση παροχών κατά την διάρκεια διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους
[…]
ή
γ) ο οποίος έλαβε την έγκριση του αρμοδίου φορέα να μεταβεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, για να υποβληθεί [εκεί] στην κατάλληλη για την κατάστασή του θεραπεία, έχει δικαίωμα:
i) παροχών εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής, σύμφωνα με την νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν· η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών αυτών διέπεται πάντως από την νομοθεσία του αρμοδίου κράτους· […]»
Άρθρο 22 του κανονισμού 574/72:
«1. Για να λάβει παροχές εις είδος δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1, στοιχείο β΄, περίπτωση i, του κανονισμού, ο εργαζόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου κατοικίας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι του επιτρέπεται να διατηρήσει το δικαίωμα των εν λόγω παροχών. Η βεβαίωση αυτή, η οποία εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα αναγράφει, ιδίως όταν συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια, κατά την οποία οι παροχές εις είδος δύνανται ακόμη να παρέχονται κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους. Η βεβαίωση δύναται να εκδίδεται μετά την αναχώρηση και κατόπιν αιτήσεως του εργαζομένου, εφόσον δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί προηγουμένως, για λόγους ανώτερης βίας.
[…]
3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για την πραγματοποίηση των παροχών εις είδος στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, περίπτωση i, του κανονισμού.»
3. Η βεβαίωση που αναφέρεται στο άρθρο 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 574/72 είναι το έντυπο E 112. Τα πρόσωπα της περιπτώσεως του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 εφοδιάζονται με το έντυπο E 111 από τον αρμόδιο φορέα.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 4, του διατάγματος 2766/67, περί εφαρμογής του άρθρου 102, παράγραφος 3, του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, οι ασφαλισμένοι έχουν δικαίωμα επιστροφής των εξόδων που κατέβαλαν για ιατρικές υπηρεσίες που τους παρασχέθηκαν εκτός του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως σε περιπτώσεις επείγουσας καταστάσεως λόγω κινδύνου της ζωής τους, κατόπιν επαληθεύσεως από τον αρμόδιο φορέα ότι συνέτρεξε πράγματι η επείγουσα αυτή κατάσταση.
5. Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, του γερμανικού κώδικα κοινωνικής νομοθεσίας, Βιβλίο V (SGB V), όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1992, η γερμανική ασφάλεια κατά ασθενειών μπορεί να επιβαρυνθεί, εν όλω ή εν μέρει, με τη δαπάνη της απαραίτητης θεραπείας αν, ανάλογα με τον βαθμό γνώσεων της ιατρικής επιστήμης, η θεραπεία μπορεί να παρασχεθεί μόνο στο εξωτερικό.
III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
6. Η Annette Keller, γερμανικής ιθαγένειας, κάτοικος Ισπανίας, ήταν ασφαλισμένη στο ισπανικό γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά τη διάρκεια επισκέψεως για οικογενειακούς λόγους στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1994, η Keller εισήχθη στο νοσοκομείο του Gummersbach, που υπάγεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική της Κολωνίας. Εκεί διαγνώστηκε όγκος στη βάση του κρανίου τόσο σοβαρός που μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε στιγμή τον θάνατο της ασθενούς. Έχοντας ήδη στην κατοχή της το υποχρεωτικό έντυπο μετακινήσεως E 111, που κάλυπτε την περίοδο μεταξύ 15 Σεπτεμβρίου και 15 Οκτωβρίου 1994, η Keller έλαβε από την αρμόδια ισπανική αρχή (Insalud) το έντυπο E 112. Η ισχύς του εν λόγω εντύπου παρατάθηκε διαδοχικά καλύπτοντας το διάστημα μέχρι τον Ιούνιο του 1996, προκειμένου να καταστεί δυνατό να συνεχίσει να λαμβάνει την αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από τις γερμανικές δημόσιες ιατρικές υπηρεσίες, εφόσον δεν ενδεικνυόταν η μεταφορά της στην Ισπανία. Εξετάζοντας διάφορες θεραπευτικές δυνατότητες, οι γερμανικές ιατρικές υπηρεσίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Keller έπρεπε να χειρουργηθεί επειγόντως και ότι, λαμβανομένης υπόψη της απαιτούμενης για τον σκοπό αυτό εμπειρίας, το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου θα μπορούσε να γίνει η επέμβαση αυτή ήταν η πανεπιστημιακή κλινική της Ζυρίχης. Η Keller μεταφέρθηκε από τις γερμανικές ιατρικές υπηρεσίες στην κλινική αυτή όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Μετά την επέμβαση υποβλήθηκε σε θεραπευτική αγωγή ακτινοθεραπείας το διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 1994 και Φεβρουαρίου 1995.
7. Αφού κατέβαλε τα έξοδα της θεραπείας (87 030 CHF), η Keller ζήτησε από το Insalud την επιστροφή του ποσού αυτού. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι δεν είχε ζητήσει προηγούμενη έγκριση για την επέμβαση στην Ελβετία, όπως απαιτεί η ισπανική νομοθεσία, και το Insalud δεν ήταν σε θέση να ελέγξει αν συνέτρεξε επείγουσα κατάσταση λόγω κινδύνου της ζωής της. Η Keller άσκησε προσφυγή ενώπιον του Juzgado de lo Social n° 20 της Μαδρίτης κατά της αποφάσεως αυτής του Insalud. Στη δίκη προσεπικλήθηκε ως ομόδικος το INSS, διότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της προσφυγής της ο οργανισμός αυτός θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τη δαπάνη στην Keller. Η Keller αποβίωσε στις 30 Οκτωβρίου 2001. Η δίκη συνεχίσθηκε από τους γονείς της ως κληρονόμους της.
8. Το Juzgado de lo Social διαπίστωσε ότι αν η Keller ήταν ασφαλισμένη στο γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως θα είχε δικαίωμα επιστροφής του συνόλου των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για τη θεραπεία στην Ελβετία. Ενόψει του γεγονότος αυτού, έκρινε ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την απάντηση στα ακόλουθα δύο ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71, τα οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 234 ΕΚ:
«1) Ερωτάται αν το έντυπο Ε 111 και ειδικότερα το έντυπο Ε 112, των οποίων την έκδοση προβλέπουν τα άρθρα 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 και τα άρθρα 22, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 574/72 έχει δεσμευτική ισχύ για τον αρμόδιο φορέα που τα εκδίδει (στην προκειμένη περίπτωση, την ισπανική κοινωνική ασφάλιση) όσον αφορά τη διάγνωση στην οποία προέβη ο φορέας του τόπου κατοικίας (στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι γερμανικές δημόσιες υπηρεσίες υγείας), συγκεκριμένα, ως προς την αναγκαιότητα άμεσης χειρουργικής επεμβάσεως για την εργαζομένη ως μόνο θεραπευτικό μέσο προκειμένου να σωθεί η ζωή της και, επίσης, ως προς το γεγονός ότι η προαναφερθείσα επέμβαση μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο σε ένα νοσοκομειακό κέντρο χώρας η οποία δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συγκεκριμένα, στην Πανεπιστημιακή Κλινική της Ζυρίχης, στην Ελβετία, οπότε ο φορέας του τόπου κατοικίας μπορεί να μεταφέρει τον εργαζόμενο στο εν λόγω νοσοκομειακό κέντρο, χωρίς ο αρμόδιος φορέας να νομιμοποιείται να αξιώνει από τον εργαζόμενο να επιστρέψει προκειμένου να υποβληθεί στις ιατρικές εξετάσεις που ο φορέας θεωρεί σκόπιμες και να του προσφέρει τις επιλογές θεραπείας που είναι πρόσφορες για την ασθένεια από την οποία πάσχει ο εργαζόμενος;
2) Ερωτάται αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 ορίζοντας ότι οι εργαζόμενοι “[…] [απολαύουν] των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του”, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 19, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και 22, παράγραφος 1, περίπτωση i, του ίδιου κανονισμού, κατά τα οποία ο διακινούμενος στο εσωτερικό της Κοινότητας εργαζόμενος δικαιούται παροχές σε είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για τον φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να αναλάβει τα έξοδα που απορρέουν από την ιατρική θεραπεία που παρασχέθηκε από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όταν επιβεβαιώνεται ότι αν ο εργαζόμενος υπαγόταν ή ήταν ασφαλισμένος στον φορέα του τόπου κατοικίας θα είχε δικαίωμα στην προαναφερθείσα ιατρική παροχή –δηλαδή την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από ιδιωτικά κέντρα σε περίπτωση επείγοντος λόγω κινδύνου της ζωής του, περιλαμβανομένων και χωρών οι οποίες δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση– περιλαμβάνεται μεταξύ των παροχών που προβλέπει η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους;»
9. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, οι κυβερνήσεις της Ισπανίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας και η Επιτροπή. Εξαιρέσει της Βελγικής Κυβερνήσεως, οι ως άνω παρέστησαν και κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία της 9ης Νοεμβρίου 2004.
IV – Εκτίμηση
Εισαγωγική παρατήρηση
10. Το Insalud και η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Juzgado de lo Social είναι ανακριβή. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι η Keller γνώριζε ήδη την ασθένειά της όταν μετέβη στη Γερμανία και ότι με δική της πρωτοβουλία εγκατέλειψε την κλινική της Κολωνίας, παρά την αντίθετη γνώμη των Γερμανών ειδικών ιατρών, για να μεταβεί για πρόσθετη θεραπεία στη Ζυρίχη. Τα καθών εκτιμούν, επομένως, ότι τα προδικαστικά ερωτήματα βασίζονται σε καθαρά υποθετική περίπτωση και ότι, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτα από το Δικαστήριο.
11. Κατά πάγια νομολογία στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται αποκλειστικώς να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (4).
12. Εν προκειμένω, όπως και στην υπόθεση IKA, δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί ότι το Juzgado de lo Social εκτίμησε ορθά τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης. Τα ερωτήματα επομένως πρέπει να θεωρηθούν ως παραδεκτά.
Επί του πρώτου ερωτήματος
13. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να καθοριστεί αν ο φορέας που είναι αρμόδιος για την έκδοση των εντύπων E 111 και E 112, και, κατά συνέπεια, για την έγκριση μεταβάσεως του ασφαλισμένου σε άλλο κράτος μέλος, δεσμεύεται από τις αποφάσεις των ιατρικών υπηρεσιών του κράτους μέλους αυτού όσον αφορά τη διάγνωση της ασθένειας και τα θεραπευτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, όταν στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται επείγουσα, λόγω κινδύνου ζωής, επέμβαση σε χώρα που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, χωρίς ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους κατοικίας να νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εν λόγω εργαζόμενο να επιστρέψει προκειμένου να τον υποβάλει σε ιατρικές εξετάσεις και να προτείνει άλλες κατάλληλες μεθόδους θεραπείας.
14. Ένα ειδικότερο σημείο που πρέπει να αποσαφηνιστεί πριν εξετασθεί κατ’ ουσία το πρώτο ερώτημα είναι ποια διάταξη του κανονισμού 1408/71 πρέπει να εφαρμοστεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως. Επειδή η Keller βρισκόταν ήδη στη Γερμανία όταν έγινε η διάγνωση και ήταν κάτοχος του εντύπου E 111 το οποίο της παρείχε επαρκή στήριξη για να υποβληθεί σε θεραπεία στο κράτος μέλος αυτό, ανακύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο ήταν αναγκαίο να εφοδιαστεί, επιπροσθέτως, με το έντυπο E 112, το οποίο κανονικά εκδίδεται αφού γίνει η διάγνωση στο αρμόδιο κράτος μέλος και ακολούθως χορηγηθεί έγκριση στον ενδιαφερόμενο να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος για να υποβληθεί σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αν και αμφότερα τα έντυπα χορηγούν δικαίωμα στις ίδιες παροχές, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, το Δικαστήριο ζήτησε από τους παρεμβαίνοντες να αναφέρουν αν η διαφορά μεταξύ της περιπτώσεως του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και της περιπτώσεως του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, στις οποίες αντιστοιχούν τα έντυπα E 111 και E 112, μπορούσε να επηρεάσει την απάντηση σ’ αυτό το προδικαστικό ερώτημα. Όλα τα μέρη συμφώνησαν, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι η διαφορά αυτή δεν ασκεί επιρροή στην απάντηση επί του ερωτήματος αυτού ενόψει του γεγονότος ότι αμφότερα τα έντυπα επιτελούν την ίδια λειτουργία σε διαφορετικές περιπτώσεις και χορηγούν δικαίωμα για τις ίδιες παροχές σε είδος. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δίνει περισσότερη έμφαση στο έντυπο E 112 και στην έκταση της εγκρίσεως που δίδεται με αυτό, θα εξετάσω το παρόν ερώτημα από τη σκοπιά κυρίως του εγγράφου αυτού και των περιπτώσεων για τις οποίες χορηγείται, π.χ., την περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος σκοπεύει να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος για να υποβληθεί εκεί σε ιατρική θεραπεία. Οι παρατηρήσεις μου ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για το έντυπο E 111.
15. Στο ερώτημα αν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα το έντυπο E 112 υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως πρέπει να δοθεί απάντηση υπό το πρίσμα της λειτουργίας του στο σύστημα και σε σχέση με τους σκοπούς του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο αυτό αναφέρεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς που έχουν λάβει έγκριση από τον αρμόδιο φορέα να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος για να υποβληθούν στην προσήκουσα για την κατάστασή τους θεραπεία. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, περίπτωση i, σε παροχές σε είδος που παρέχονται για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, σύμφωνα με τα διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν. Η περίοδος κατά την οποία χορηγούνται οι παροχές αυτές διέπεται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους.
16. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 βασίζεται, όπως ανέφερε και η Ολλανδική Κυβέρνηση, σε μια σαφή κατανομή υποχρεώσεων μεταξύ των αρχών του αρμόδιου κράτους μέλους και του κράτους μέλους που παρέχει την ιατρική θεραπεία στον ενδιαφερόμενο. Αναφέροντας ότι οι παροχές σε είδος, π.χ., η ιατρική θεραπεία, πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με την εφαρμοστέα από τον φορέα του κράτους μέλους διαμονής ή κατοικίας νομοθεσία και ότι ο αρμόδιος φορέας καθορίζει μόνο τη διάρκεια της θεραπείας που έχει εγκριθεί, είναι εμφανές ότι αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία αυτή πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η ιατρική θεραπεία χωρίς καμία ανάμειξη των αρχών του αρμόδιου κράτους μέλους. Αφετέρου, εγκρίνοντας την υποβολή σε ιατρική θεραπεία σε άλλο κράτος μέλος εκτός του δικού του συστήματος, ο αρμόδιος φορέας αναλαμβάνει την ευθύνη να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της θεραπείας που παρέχεται από τους σχετικούς φορείς του οικείου κράτους μέλους. Η κατανομή αυτή υποχρεώσεων υπογραμμίσθηκε επίσης από το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Vanbraekel (5).
17. Το σύστημα του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 έχει ως σκοπό την προαγωγή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων αίροντας εμπόδια που μπορεί να προκύψουν από διαφορές μεταξύ δημόσιων εθνικών συστημάτων ασφαλίσεως (6). Συναφώς, το έντυπο E 112 εκπληρώνει δύο λειτουργίες. Αφενός, χρησιμεύει ως ιατρικό διαβατήριο, που βεβαιώνει στις αρχές του τόπου διαμονής ή κατοικίας ότι ο κάτοχός του έχει λάβει έγκριση να του παρασχεθεί ιατρική θεραπεία σε αυτό το κράτος μέλος. Αφετέρου, εξασφαλίζει στις αρχές αυτές ότι τα έξοδα της θεραπείας θα επιστραφούν από τον αρμόδιο φορέα. Δίνοντας την έγκρισή του, ο εν λόγω φορέας αναλαμβάνει τα συναφή έξοδα της ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως που παρέχεται σε άλλο κράτος μέλος.
18. Το σύστημα αυτό μπορεί να λειτουργήσει μόνο στη βάση της νόμιμης συνεργασίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των οικείων εθνικών αρχών, όπως απαιτεί το άρθρο 10 ΕΚ (7). Ο αρμόδιος φορέας πρέπει, επομένως, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζει και να αποδέχεται τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι υπηρεσίες του τόπου διαμονής ή κατοικίας όσον αφορά την ιατρική θεραπεία που πρόκειται να παρασχεθεί. Η παροχή της θεραπείας αυτής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από οποιαδήποτε προηγούμενη ή μεταγενέστερη έγκριση του αρμόδιου φορέα. Αν αυτό γινόταν δεκτό, θα στερούσε από το έντυπο E 112 τη βασική του λειτουργία και θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη συνολική λειτουργία του συστήματος. Όπως επισημάνθηκε από την Κυβέρνηση της Ολλανδίας, οι ασφαλισμένοι που είναι κάτοχοι του εντύπου E 112 πρέπει να μπορούν να βασίζονται σε αυτό για το ότι θα τους παρασχεθεί η προσήκουσα για την κατάστασή τους θεραπεία, όπως το εγγυάται το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71.
19. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκε ότι, κατά βάση, οι αποφάσεις που λαμβάνει ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας, όσον αφορά τον κάτοχο εντύπου E 112, σχετικά με τη διάγνωση και τα θεραπευτικά μέτρα στα οποία πρέπει να υποβληθεί δεσμεύουν τον αρμόδιο φορέα που εξέδωσε το έντυπο. Εφόσον εναπόκειται στον αρμόδιο φορέα να καθορίσει την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να παρασχεθεί θεραπεία σε άλλο κράτος μέλος, αυτό ισχύει για όσο χρόνο δεν ανακαλείται η έγκριση από τον φορέα αυτό (8).
20. Δεν μπορεί να αποκλειστεί, πάντως, ότι, παρά τον ανωτέρω βασικό κανόνα, μπορεί να προκύψει διαφωνία μεταξύ των οικείων εθνικών οργανισμών, όσον αφορά την καταλληλότητα της παρεχόμενης θεραπείας και την αποδοτέα δαπάνη. Στην περίπτωση αυτή, η διαφωνία πρέπει να αίρεται από τους ίδιους τους οργανισμούς χωρίς να εμπλέκεται ο ασφαλισμένος. Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με άλλα έντυπα που εκδίδονται δυνάμει του κανονισμού 1408/71, ειδικότερα το έντυπο E 101. Στην περίπτωση εκείνη το Δικαστήριο λαμβάνει ως βάση ότι, δεδομένου του σκοπού των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 1408/71, οι φορείς, κατ’ αρχήν, δεσμεύονται από τα έντυπα αυτά, αλλά ότι, αν ο φορέας του κράτους μέλους υποδοχής εκφράσει αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των γεγονότων στα οποία βασίζονται, αρμόδιος να επανεξετάσει τη ορθότητα της χορηγήσεως είναι ο φορέας που εξέδωσε το έντυπο. Τέλος, και οι δύο φορείς πρέπει να προσπαθήσουν να επιτευχθεί συμφωνία με πνεύμα καλόπιστης συνεργασίας, σε περίπτωση δε αποτυχίας η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Διοικητική Επιτροπή (9). Έχω τη γνώμη ότι η ίδια προσέγγιση πρέπει να εφαρμοστεί στα έντυπα που εκδίδονται στο πλαίσιο του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
21. Θεωρώντας ως αποδειχθέν ότι, μετά την έκδοση του εντύπου E 112, ο αρμόδιος φορέας δεσμεύεται από τις ιατρικής φύσεως αποφάσεις των υπηρεσιών του τόπου διαμονής ή κατοικίας, το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν το ίδιο ισχύει στην περίπτωση που οι ιατρικές υπηρεσίες του τόπου διαμονής ή κατοικίας καθορίζουν ότι η απαραίτητη θεραπεία μπορεί να παρασχεθεί μόνο σε χώρα που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Με άλλα λόγια, ισχύει η έκταση της δοθείσας εγκρίσεως και η υποχρέωση αποδόσεως των εξόδων και για τη θεραπεία που παρέχεται στον εργαζόμενο εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κατόπιν πρωτοβουλίας των ιατρικών υπηρεσιών του τόπου διαμονής ή κατοικίας;
22. Συναφώς, το Insalud και η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων περιορίζεται στην επικράτεια των κρατών μελών, οποιαδήποτε ιατρική θεραπεία που παρέχεται σε τρίτη χώρα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού και ότι οποιοδήποτε δικαίωμα παροχής τέτοιας θεραπείας διέπεται αποκλειστικά από την εθνική νομοθεσία. Παραθέτοντας τις ρητές διατάξεις του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, ο οποίος κατά την άποψή τους πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά, αναφέρουν ότι η έγκριση περιορίζεται σε παροχή θεραπείας στο κράτος μέλος διαμονής ή κατοικίας. Η Βελγική Κυβέρνηση, επίσης, παρατηρεί ότι, εξαιρέσει των περιπτώσεων κατεπείγοντος, η παρεχόμενη θεραπεία πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της διατυπώσεως της εγκρίσεως.
23. Όπως υπογράμμισα στο σημείο 16 ανωτέρω, από τη δομή του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι οι αποφάσεις για τον καθορισμό της κατάλληλης θεραπείας πρέπει να λαμβάνονται από τις υπηρεσίες του κράτους μέλους στο οποίο έχει μεταβεί ο κάτοχος του εντύπου E 112 για να υποβληθεί σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Κατά την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των οικείων φορέων ο αρμόδιος φορέας πρέπει, κατ’ αρχήν, να δεχθεί τις αποφάσεις που αφορούν τη διάγνωση της ασθένειας και τα θεραπευτικά μέτρα που κρίνονται αναγκαία και να αποδώσει τα συναφή έξοδα. Όταν οι οικείες ιατρικές υπηρεσίες αποφασίζουν, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία και εντός των ορίων της, ότι πρέπει να παρασχεθεί, εν όλω ή εν μέρει, θεραπεία σε νοσηλευτικό ίδρυμα εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους αυτού, περιλαμβανομένων και των χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η απόφαση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως αποτελούσα αναπόσπαστο μέρος της αποφάσεως που οι υπηρεσίες αυτές είναι αρμόδιες να λάβουν σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71. Στο μέτρο που η εν λόγω θεραπεία μπορεί να θεωρηθεί, με αντικειμενικά κριτήρια, ως κατάλληλη για την κατάσταση του ασθενούς (10), πρέπει να νοείται ως καλυπτόμενη από την έγκριση που χορήγησε ο αρμόδιος φορέας.
24. Ένα επιχείρημα κατά της ερμηνείας αυτής βρίσκεται στη διατύπωση του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, όπου ορίζεται ότι εγκρίνεται η μετάβαση του οικείου εργαζομένου στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για να υποβληθεί «εκεί» στην κατάλληλη για την κατάστασή του θεραπεία. Εάν η διάταξη αυτή ερμηνευθεί περιοριστικά, η λέξη «εκεί» υποδηλώνει ότι η θεραπεία πρέπει όντως να παρασχεθεί στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, η λέξη «εκεί» δεν πρέπει να απομονωθεί από το υπόλοιπο κείμενο της διατάξεως. Θεωρούμενο συνολικά, το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με την περίπτωση i της διατάξεως αυτής, υπογραμμίζει ότι η θεραπεία που θα παρασχεθεί πρέπει ταυτόχρονα να είναι «κατάλληλη» για την κατάσταση της υγείας του εργαζόμενου και να παρέχεται σύμφωνα με την ισχύουσα για τον αρμόδιο φορέα νομοθεσία. Σύμφωνα με αυτή την ουσιαστικότερη προσέγγιση της διατάξεως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι να έχουν ληφθεί οι ιατρικές αποφάσεις που αφορούν τον εργαζόμενο από τις ιατρικές υπηρεσίες του οικείου κράτους μέλους, αλλά η θεραπεία που πρόκειται να παρασχεθεί να εξαρτάται από τους όρους της νομοθεσίας που εφαρμόζεται από το κράτος μέλος αυτό. Όπως υπογραμμίστηκε ανωτέρω, εφόσον η νομοθεσία αυτή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, επιτρέπει την απόδοση της δαπάνης για θεραπεία που παρασχέθηκε εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους αυτού, το ίδιο πρέπει να ισχύει για τη θεραπεία που παρασχέθηκε σε εργαζόμενο που είχε λάβει έγκριση από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού.
25. Πράγματι, κατά τη γνώμη μου, από την άποψη της κατανομής εργασιών του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, ο τρόπος και ο τόπος παροχής στον εργαζόμενο της θεωρούμενης τελικά ως κατάλληλης για την κατάστασή του θεραπείας δεν ενδιαφέρει τόσο τον αρμόδιο φορέα. Στην περίπτωση της Keller είναι αδιάφορο για το Insalud, ως αρμόδιο ισπανικό φορέα, αν η θεραπεία παρασχέθηκε στη Γερμανία, σε άλλο κράτος μέλος ή σε χώρα μη μέλος, όπως η Ελβετία. Από την άποψη της διαχειρίσεως των εξόδων, αυτό που έχει σημασία είναι να έχει εγκρίνει ο αρμόδιος φορέας τη θεραπεία του ασφαλισμένου εκτός του δικού του συστήματος και κατά συνέπεια εκτός του ελέγχου του προϋπολογισμού του. Επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η θεραπεία που παρέχεται εκτός των ασφαλιστικών συστημάτων των κρατών μελών ή σε χώρες μη μέλη επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις όλως εξαιρετικές, όπως η περίπτωση της Keller, ενώ υπό κανονικές συνθήκες η θεραπεία αυτή παρέχεται στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών.
26. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η παροχή θεραπείας σε τρίτη χώρα βάσει του εντύπου E 112 δεν είναι δυνατή, διότι το κατά τόπο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και η διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που επιδιώκει αυτός περιορίζονται στην επικράτεια των κρατών μελών. Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι βασικός σκοπός του κανονισμού 1408/71 είναι να συμβάλει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας αίροντας τα εμπόδια που μπορούν να προκύψουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως μέσω της καθιερώσεως ενός επαρκούς επιπέδου συντονισμού μεταξύ των συστημάτων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία εργαζόμενος υποβλήθηκε σε θεραπεία σε τρίτη χώρα, δεν τίθεται θέμα τοπικής αναρμοδιότητας της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 εφόσον τόσο η απόφαση που εγκρίνει την παροχή σε εργαζόμενο ιατρικής θεραπείας εκτός του συστήματος του αρμόδιου φορέα όσο και η απόφαση για την υποβολή σε θεραπεία ελήφθησαν εντός του πλαισίου του συστήματος που προβλέπεται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71. Ο τόπος όπου παρασχέθηκε η θεραπεία αυτή δεν ασκεί επιρροή στο περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών.
27. Τέλος, ως προς το θέμα αυτό προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το να επιτραπεί σε πρόσωπα που έχουν λάβει έγκριση για παροχή ιατρικής θεραπείας σε άλλο κράτος μέλος η μετάβαση σε κράτος μη μέλος για να τους παρασχεθεί εκεί η θεραπεία αυτή ισοδυναμεί με εν λευκώ επιταγή. Επ’ αυτού πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει ορισμένους εγγενείς περιορισμούς. Ο πρώτος περιορισμός βρίσκεται στην έννοια της «κατάλληλης» για την κατάσταση του οικείου εργαζόμενου περιθάλψεως. Ο δεύτερος περιορισμός βρίσκεται στο γεγονός ότι ο εργαζόμενος δικαιούται την επιστροφή των εξόδων της θεραπείας αυτής μόνον εφόσον έχει εγκριθεί θεραπεία εκτός του οικείου εθνικού συστήματος και υπό τους όρους που τίθενται με την έγκριση. Τρίτον, ο αρμόδιος φορέας έχει την εξουσία να καθορίσει τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία μπορεί να παρασχεθεί θεραπεία.
28. Το τελευταίο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος αφορά το ζήτημα αν οι ιατρικές υπηρεσίες μπορούν να αποφασίσουν να στείλουν για θεραπεία εργαζόμενο που είναι κάτοχος του εντύπου E 112 σε κράτος μη μέλος μην παρέχοντας στον αρμόδιο φορέα τη δυνατότητα να αξιώσει την επιστροφή του εργαζομένου προκειμένου να μπορέσει να τον υποβάλει σε ιατρική εξέταση με σκοπό να του προσφέρει άλλες θεραπευτικές επιλογές. Έχοντας ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις σχετικά με την ιατρική θεραπεία που πρέπει να παρασχεθεί υπάγονται καθ’ ολοκληρία στην αρμοδιότητα των αρχών του κράτους μέλους στο οποίο ο εργαζόμενος έχει λάβει έγκριση να μεταβεί για θεραπεία, θα αντέβαινε στην κατανομή αρμοδιοτήτων η παραδοχή ότι ο αρμόδιος φορέας μπορεί να υποχρεώσει τον εργαζόμενο που έχει λάβει έγκριση να επιστρέψει για να υποβληθεί στην εξέταση αυτή θέτοντας τον όρο αυτό ως προϋπόθεση της αποδόσεως [της δαπάνης]. Το γεγονός αυτό θα αναιρούσε επίσης τη βασική λειτουργία του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 που είναι η διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Αυτό εξηγεί γιατί ο κανονισμός δεν περιλαμβάνει καμία σχετική ρητή διάταξη. Όπως επισήμανε η Keller και η Επιτροπή, το άρθρο 87 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει τον κατάλληλο μηχανισμό για την εξασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων του αρμόδιου φορέα. Η εφαρμογή του μηχανισμού αυτού πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των ενδιαφερομένων αρχών, όπως απαιτεί το άρθρο 10 ΕΚ.
29. Επομένως, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι τα έντυπα E 111 και E 112 που προβλέπονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 και από το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 574/72 δεσμεύουν τον αρμόδιο φορέα που τα εκδίδει όσον αφορά τη διάγνωση στην οποία προβαίνει ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας. Αυτό περιλαμβάνει την απόφαση μεταφοράς του οικείου εργαζομένου για θεραπεία σε νοσηλευτικό ίδρυμα σε κράτος μη μέλος, χωρίς ο αρμόδιος φορέας να μπορεί να αξιώνει να επιστρέψει ο εργαζόμενος για να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση.
Δεύτερο ερώτημα
30. Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα το Juzgado de Lo Social no 20 της Μαδρίτης ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παράγραφος 1, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, συνεπάγεται ότι ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να αναλάβει τα έξοδα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που παρασχέθηκε σε κράτος μη μέλος σε εργαζόμενο που είχε λάβει έγκριση για παροχή θεραπείας σε άλλο κράτος μέλος, όταν έχει αποδειχθεί ότι αν ο εργαζόμενος ήταν ασφαλισμένος στον φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας θα είχε δικαίωμα σε αυτές τις ιατρικές παροχές και όταν, επιπροσθέτως, η οικεία περίθαλψη περιλαμβάνεται στις απολαβές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.
31. Σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, ο εργαζόμενος που έλαβε την έγκριση να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος για να υποβληθεί σε θεραπεία έχει δικαίωμα να του παρασχεθεί η θεραπεία αυτή σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το κράτος μέλος αυτό, «σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτό». Από τη σαφή διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ο εργαζόμενος που έχει λάβει έγκριση και είναι κάτοχος του εντύπου E 111 ή του εντύπου E 112 έχει δικαίωμα να του παρασχεθεί η ίδια περίθαλψη που παρέχεται στους ασφαλισμένους του εθνικού συστήματος ασφαλίσεως του τόπου διαμονής ή κατοικίας. Όταν, όπως στην περίπτωση του γερμανικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, οι ασφαλισμένοι σε αυτό έχουν δικαίωμα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, επιστροφής των εξόδων θεραπείας που τους παρασχέθηκε σε κράτος μη μέλος, το αυτό πρέπει να ισχύει κατ’ ανάγκη για τα πρόσωπα που έχουν λάβει έγκριση να μεταβούν σε αυτό το κράτος μέλος για θεραπεία.
32. Η ένσταση του Insalud και της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν έχει εφαρμογή εκτός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν είναι επομένως βάσιμη, διότι την απόφαση για τη θεραπεία της Keller έλαβαν οι ιατρικές υπηρεσίες του κράτους μέλους όπου είχε εγκριθεί η μετάβασή της για ιατρική θεραπεία.
33. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί, επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παράγραφος 1, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, συνεπάγεται ότι ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να αναλάβει τα έξοδα της ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως που παρασχέθηκε σε χώρα μη μέλος σε εργαζόμενο που είχε λάβει έγκριση για παροχή θεραπείας σε άλλο κράτος μέλος, όταν επιβεβαιώνεται ότι αν ο εργαζόμενος ήταν ασφαλισμένος στον φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας θα είχε δικαίωμα στην προαναφερθείσα ιατρική παροχή και όταν, επιπροσθέτως, η ιατρική αυτή παροχή περιλαμβάνεται στις παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.
V – Πρόταση
34. Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το Juzgado de Lo Social no 20 της Μαδρίτης ως εξής:
«1) Το έντυπο Ε 111 και το έντυπο Ε 112, των οποίων την έκδοση προβλέπουν αντίστοιχα το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού 1408/71, και το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 574/72, έχουν δεσμευτική ισχύ για τον αρμόδιο φορέα που τα εκδίδει όσον αφορά τη διάγνωση στην οποία προέβη ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας, περιλαμβανομένης της αποφάσεως να μεταφερθεί ο εργαζόμενος προκειμένου να υποβληθεί σε επείγουσα, λόγω κινδύνου ζωής, εγχείρηση σε νοσοκομειακό κέντρο χώρας η οποία δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ελβετία), χωρίς ο αρμόδιος φορέας να νομιμοποιείται να αξιώνει από τον εργαζόμενο να επιστρέψει προκειμένου να υποβληθεί στις ιατρικές εξετάσεις που ο φορέας θεωρεί κατάλληλες και να του προσφέρει τις επιλογές θεραπείας που είναι πρόσφορες για την ασθένεια από την οποία πάσχει.
2) Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 19, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και 22, παράγραφος 1, περίπτωση i, του ίδιου κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να αναλάβει τα έξοδα που απορρέουν από την ιατρική θεραπεία που παρασχέθηκε από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όταν επιβεβαιώνεται ότι αν ο εργαζόμενος υπαγόταν ή ήταν ασφαλισμένος στον φορέα του τόπου κατοικίας θα είχε δικαίωμα στην προαναφερθείσα ιατρική παροχή, όταν, επιπροσθέτως, η ιατρική αυτή παροχή περιλαμβάνεται στις παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κωδικοποιημένο κείμενο, ΕΕ 1992 C 325.
3 – Κωδικοποιημένο κείμενο, ΕΕ 1992 C 325.
4 – Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, IKA ( Συλλογή 2003, σ. I‑1703, σκέψη 27).
5 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-368/98 ( Συλλογή 2001, σ. I‑5363, σκέψεις 32 έως 33).
6 – Ομοίως, σκέψη 32.
7 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση ΙΚΑ, σκέψη 51.
8 – Βλ., όσον αφορά το έντυπο E 101, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C-178/97, Banks κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2005, σκέψεις 42 και 46).
9 – Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-202/97, Fitzwilliam Executive Search (Συλλογή 2000, σ. I 883, σκέψεις 51 έως 57), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Banks κ.λπ. (σκέψεις 47, 51 και 52).
10 – Καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που έθεσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C-157/99, Smits και Peerbooms ( Συλλογή 2001, σ. I-5473, σκέψεις 94 έως 97 και 103 έως 107), και της 13ης Μαΐου 2003, C-385/99, Müller-Fauré (Συλλογή 2003, σ. I-4509, σκέψη 90).
Full & Egal Universal Law Academy