ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ
JULIANE KOKOTT
της 15ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-153/03
Caisse nationale des prestations familiales
κατά
Ursula Weide, συζύγου Schwarz
(αίτηση του Cour de Cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οικογενειακές παροχές – Επίδομα ανατροφής – Αναστολή του δικαιώματος απολήψεως παροχών εντός του κράτους απασχολήσεως – Δικαίωμα για ιδίας φύσεως παροχές εντός του κράτους κατοικίας»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αρνητική σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Η Ursula Weide, σύζυγος Schwarz, (2) εργαζόταν στο Λουξεμβούργο, αλλά ζούσε με την οικογένειά της στη Γερμανία. Διέκοψε την επαγγελματική της δραστηριότητα για να ασχοληθεί με τα παιδιά της. Οι γερμανικές υπηρεσίες τής αρνήθηκαν το επίδομα ανατροφής, ενώ οι λουξεμβουργιανές τής χορήγησαν μόνον τη διαφορά μεταξύ του γερμανικού επιδόματος ανατροφής (Erziehungsgeld) και του υψηλότερου λουξεμβουργιανού βοηθήματος ανατροφής (Erziehungsbeihilfe). Εν προκειμένω ερωτάται σε ποιο κράτος εναπόκειται πρωταρχικώς, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/7 (3) και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 (4), να της χορηγήσει το επίδομα ανατροφής.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
2. Στο πλαίσιο της δίκης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Cour de Cassation του Λουξεμβούργου, η U. Weide επιδιώκει να της καταβληθεί το λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής.
3. Η U. Weide αντιδικεί με τον αρμόδιο λουξεμβουργιανό φορέα, το Caisse nationale des prestations familiales (CNPF), επί του ζητήματος εάν δικαιούται να λάβει το λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής στο σύνολό του. Το CNPF τής καταβάλλει μόνον τη διαφορά μεταξύ του γερμανικού επιδόματος ανατροφής και του υψηλοτέρου λουξεμβουργιανού βοηθήματος ανατροφής. Δύο λουξεμβουργιανές δικαιοδοσίες αποφάνθηκαν υπέρ της U. Weide στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς. Δέχθηκαν την άποψη ότι η αξίωση της U. Weide απορρέει από τα άρθρα 13 και 73 του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 δεν επιτρέπει στο CNPF να αναστείλει την παροχή μέχρι του ποσού του αντιστοίχου γερμανικού επιδόματος, διότι η U. Weide, δυνάμει τελεσιδίκων αποφάσεων δύο γερμανικών δικαστηρίων, δεν δικαιούται την εν λόγω γερμανική παροχή.
4. Ωστόσο, η τρίτη λουξεμβουργιανή δικαιοδοσία, το Cour de Cassation, αμφιβάλλει για την ορθότητα αυτής της ερμηνείας του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 και υποβάλλει προς το Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει το άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, την έννοια ότι καλύπτει μόνον την περίπτωση κατά την οποία ο διακινούμενος εργαζόμενος δικαιούται οικογενειακές παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους απασχολήσεως και της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας των μελών της οικογενείας του;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα: Μπορούν οι φορείς του κράτους απασχολήσεως να αναστείλουν το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών, εάν θεωρούν ότι η άρνηση χορηγήσεως των οικογενειακών παροχών εντός του κράτους κατοικίας δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο;
3. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Παρέχει το προμνημονευθέν άρθρο 76 στο κράτος απασχολήσεως τη δυνατότητα εφαρμογής του κανόνα περί μη σωρεύσεως των δικαιωμάτων για παροχές, σε περίπτωση που ο/η σύζυγος του/της διακινούμενου/διακινούμενης εργαζομένου/-νης λαμβάνει ή δικαιούται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας των μελών της οικογενείας, ίδιας φύσεως οικογενειακές παροχές;»
5. Ωστόσο, η διαβιβασθείσα από το Cour de Cassation δικογραφία και οι ισχυρισμοί των διαδίκων καταδεικνύουν ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως χρήζει συμπληρώσεως.
6. Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η U. Weide εργάσθηκε στο Λουξεμβούργο από το 1993, αλλά ζει στη Γερμανία, όπου εργάζεται επίσης ο σύζυγός της. Στις 11 Μαΐου 1998 γεννήθηκε ο υιός της. Μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας και βραχείας περιόδου άδειας άνευ αποδοχών, η U. Weide διέκοψε την εργασιακή της σχέση από την 1η Οκτωβρίου 1998 έως τις 15 Μαΐου 2000, προκειμένου να αφιερωθεί στην ανατροφή των τέκνων της. Σύμφωνα με το άρθρο 171, ψηφίο 7, του λουξεμβουργιανού «Code des assurances sociales» (Κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων), το χρονικό αυτό διάστημα ανατροφής τέκνων αναγνωρίσθηκε ως περίοδος ασφαλίσεως για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος.
7. Πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι οι αρμόδιοι φορείς καθώς και δύο δικαστήρια στη Γερμανία αρνήθηκαν στην ενδιαφερομένη το επίδομα ανατροφής, μολονότι αυτή πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της γερμανικής νομοθεσίας. Οι αποφάσεις αυτές απέρρεαν από την πεποίθηση ότι η U. Weide δυνάμει του περί προσδιορισμού της εφαρμοστέας διαδικασίας κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, υπάγεται μόνον στη λουξεμβουργιανή νομοθεσία. Ακόμη και εάν η γερμανική νομοθεσία ετύγχανε επίσης εφαρμοστέα, θα υπερίσχυε η αξίωση για το λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72 περί μη σωρεύσεως δικαιωμάτων για παροχές.
III – Νομικό πλαίσιο
8. Στην παρούσα υπόθεση ετύγχαναν αρχικώς εφαρμοστέοι ο κανονισμός 1408/71 και ο κανονισμός 574/72, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 1223/98 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1998 (5). Αμφότεροι οι κανονισμοί τροποποιήθηκαν ακολούθως με τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (6), τον κανονισμό (ΕΚ) 307/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1999 (7), και τον κανονισμό (ΕΚ) 1399/1999 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1999 (8). Εντούτοις, ούτε αυτές ούτε οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις ασκούν επιρροή επί της προκειμένης υποθέσεως.
Α – Επί του δικαιώματος για γερμανικό επίδομα ανατροφής
9. Στη Γερμανία, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος ανατροφής διέπονται από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του «Gesetz zum Erziehungsgeld und zur Elternzeit» (νόμου περί επιδόματος ανατροφής και περί γονικής αδείας):
«Το επίδομα ανατροφής δικαιούται όποιος
1. έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στη Γερμανία,
2. έχει την επιμέλεια τέκνου, το οποίο ζει μαζί του υπό την αυτή στέγη,
3. ασχολείται ο ίδιος με την εποπτεία και την ανατροφή του εν λόγω τέκνου, και
4. δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα πλήρους απασχολήσεως».
10. Για τους μεθοριακούς εργαζομένους, οι οποίοι απασχολούνται στο έδαφος ενός κράτους μέλους αλλά κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ο κανόνας συγκρούσεως του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 γ΄, και 14 στ΄, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.
2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:
α) Το πρόσωπο, που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους […]·»
Β – Επί του δικαιώματος για λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής
11. Το λουξεμβουργιανό επίδομα ανατροφής χορηγείται σε κάθε πρόσωπο, το οποίο έχει τη νόμιμη κατοικία του στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, κατοικεί πράγματι εκεί και ανατρέφει υπό τη στέγη του ένα ή περισσότερα τέκνα, για τα οποία καταβάλλονται στον αιτούντα ή στον σύζυγό του οικογενειακά επιδόματα. Το βοήθημα καταβάλλεται από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί τη λήξη της άδειας μητρότητας ή από τη λήξη της περιόδου κατά την οποία η μητέρα δικαιούται επίδομα μητρότητας, παύει δε να χορηγείται την πρώτη ημέρα του μηνός, εντός του οποίου το τέκνο γίνεται δύο ετών. Το βοήθημα συνίσταται σε σταθερό ποσόν, ανεξαρτήτως του αριθμού των τέκνων που ανατρέφονται υπό την αυτή στέγη.
12. Δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, η προϋπόθεση κατοικίας στο Λουξεμβούργο δεν έχει εφαρμογή στους μεθοριακούς εργαζομένους. Η εν λόγω διάταξη ορίζει:
«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, δικαιούται, για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού […].»
Γ – Οι διατάξεις περί μη σωρεύσεως
13. Οι περί μη σωρεύσεως διατάξεις του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72 έχουν σκοπό να αποτρέψουν την αθέμιτη σώρευση οικογενειακών παροχών.
14. Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 έχει ως ακολούθως:
«1. Όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο, και για το ίδιο μέλος της οικογένειας λόγω άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους τα μέλη της οικογένειας, αναστέλλεται το δικαίωμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 73 και 74, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.
2. Εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέλη της οικογενείας, ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις της παραγράφου 1, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές στο πρώτο κράτος μέλος.»
15. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72 προβλέπει:
«α) Το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων, που οφείλονται κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, σύμφωνα με την οποία η κτήση αυτού του δικαιώματος παροχών ή επιδομάτων δεν εξαρτάται από όρους ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας, αναστέλλεται όταν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και για το ίδιο μέλος της οικογενείας, οφείλονται παροχές είτε δυνάμει μόνον της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους είτε κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 73, 74, 77 ή 78 του κανονισμού, και τούτο μέχρι του ποσού των παροχών αυτών.
β) Πάντως, εάν έχει ασκηθεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους:
i) στην περίπτωση των παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνον της εθνικής νομοθεσία άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των άρθρων 73 ή 74 του κανονισμού, από το άτομο που έχει δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή από το άτομο στο οποίο έχουν αυτές χορηγηθεί, το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνον της εθνικής νομοθεσίας αυτού του άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των εν λόγω άρθρων, αναστέλλεται μέχρι του ποσού των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το μέλος της οικογενείας. Οι παροχές που καταβάλλονται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί το μέλος της οικογενείας βαρύνουν το κράτος μέλος αυτό·
[…]»
Δ – Διατάξεις περί χειρισμού των διιστάμενων εκτιμήσεων ως προς την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71
16. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ δύο κρατών μελών ως προς την αρμοδιότητα για τη χορήγηση παροχών, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 114 του κανονισμού 574/72:
«Σε περίπτωση αμφισβητήσεως μεταξύ των φορέων ή των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών για το θέμα είτε της εφαρμοστέας νομοθεσίας δυνάμει του τίτλου II του κανονισμού είτε του προσδιορισμού του φορέα που καλείται να χορηγεί παροχές, ο ενδιαφερόμενος ο οποίος θα ηδύνατο να απαιτήσει παροχές, εάν δεν υπήρχε αμφισβήτηση, λαμβάνει προσωρινά τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποίαν εφαρμόζει ο φορέας του τόπου κατοικίας ή, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος ενός των σχετικών κρατών μελών, τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποίαν εφαρμόζει ο φορέας στον οποίον υπεβλήθη αρχικά η αίτηση.»
17. Δυνάμει του άρθρου 81, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, τα κράτη μέλη έχουν περαιτέρω τη δυνατότητα να υποβάλουν στη διοικητική επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, η οποία υπάγεται στην Επιτροπή, όλα τα διοικητικά θέματα ή τα θέματα ερμηνείας που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό, από μεταγενέστερους κανονισμούς ή από οποιαδήποτε συμφωνία ή ρύθμιση στο πλαίσιο των κανονισμών αυτών. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται με την επιφύλαξη του δικαιώματος των ενδιαφερομένων αρχών, φορέων και προσώπων να προσφεύγουν στα δικαστήρια και σε διαδικασίες που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών, από τον κανονισμό αυτόν και από τη συνθήκη.
IV – Νομική εκτίμηση
A – Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και επί της ερμηνείας της
18. Τα στοιχεία που υπέβαλε το Cour de Cassation αρκούν ήδη για να θεωρηθεί παραδεκτή η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (9). Οι παρατηρήσεις των διαδίκων καταδεικνύουν ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί της παρούσας διαδικασίας επί τη βάσει της αποφάσεως περί παραπομπής (10). Οι παρατηρήσεις αυτές και η έκθεση ακροατηρίου περιλαμβάνουν, περαιτέρω, επαρκή στοιχεία, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε άλλους διαδίκους, ενδεχομένως ενδιαφερομένους κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού, να διατυπώσουν παρατηρήσεις, κατά την προφορική διαδικασία, επί όλων των ασκούντων επιρροή ζητημάτων (11).
19. Ωστόσο, ενδείκνυται, όπως εν μέρει υπαινίσσονται επίσης το CNPF, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, να αναδιατυπωθούν τα ερωτήματα υπό το φως των στοιχείων για τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, τα οποία παρασχέθηκαν με τη δικογραφία και με τις παρατηρήσεις των διαδίκων (12). Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το γερμανικό επίδομα ανατροφής δεν έχει ως προϋπόθεση την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι ενδεχομένη σώρευση με δικαιώματα εντός άλλου κράτους μέλους κατά το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα όχι του άρθρου 76 του εν λόγω κανονισμού, αλλά του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72.
20. Εξ αυτού απορρέουν τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1. Αποκλείει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 το ενδεχόμενο να γεννηθεί, υπέρ μεθοριακής εργαζομένης, δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών τόσο εντός του κράτους απασχολήσεως όσο και εντός του κράτους κατοικίας;
2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Ποιο κράτος είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, εάν ο σύζυγος μεθοριακής εργαζομένης εργάζεται εντός του κράτους κατοικίας;
3. Δύναται το κράτος απασχολήσεως να αρνηθεί να καταβάλει το σύνολο της οικογενειακής παροχής, εάν το κράτος κατοικίας είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο αλλά αρνείται να καταβάλει την παροχή;»
Β – Επί των επιδίκων δικαιωμάτων
21. Δεν αμφισβητείται ότι τόσο το λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής όσο και το γερμανικό επίδομα ανατροφής αποτελούν οικογενειακές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού 1408/71. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η U. Weide, ως μισθωτή ασφαλισμένη στο λουξεμβουργιανό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, δικαιούται, δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού, το λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής, μολονότι ζει με την οικογένειά της στη Γερμανία.
22. Αντιθέτως, ερίζεται εάν το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 αποκλείει τη γένεση παραλλήλου δικαιώματος για το γερμανικό επίδομα ανατροφής. Με τον εν λόγω κανόνα συγκρούσεως σκοπείται η αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών και των εντεύθεν δυναμένων να προκύψουν περιπλοκών –περιλαμβανομένης της σωρεύσεως δικαιωμάτων (13). Στην περίπτωση, κατά την οποία, παρά την ύπαρξη κανόνα συγκρούσεως, γεννώνται δικαιώματα δυνάμει αμφοτέρων των εννόμων τάξεων, οι διάδικοι αντιδικούν και επί του ζητήματος ποιο από τα δύο κράτη υπέχει κατά προτεραιότητα υποχρέωση καταβολής της παροχής. Το ζήτημα αυτό πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων περί μη σωρεύσεως –εν προκειμένω, του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72. Με τις διατάξεις περί μη σωρεύσεως σκοπείται η αποτροπή αδικαιολογήτου πλουτισμού των διακινούμενων εργαζομένων (14), εφόσον οι κανόνες συγκρούσεως δεν επιτυγχάνουν τον σκοπό τους –ήτοι, να αποτρέψουν τη γένεση πλειόνων ιδίας φύσεως δικαιωμάτων.
23. Η απόφαση McMenamin (15) φαίνεται να διευκρινίζει αμφότερα τα επίδικα ζητήματα. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείει το δικαίωμα λήψεως παροχών εντός του κράτους κατοικίας. Επίσης, δυνάμει του άρθρου 10, στοιχείου β΄, i) του κανονισμού 574/72, υποχρέωση καταβολής οικογενειακής παροχής υπέχει κατά προτεραιότητα το κράτος κατοικίας της οικογενείας, εάν, σε περίπτωση γενέσεως παραλλήλου δικαιώματος εντός του κράτους απασχολήσεως ενός γονέως, ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς που έχει την επιμέλεια του τέκνου εργάζεται εντός του κράτους κατοικίας. Ειδικότερα:
1. Επί του κανόνα συγκρούσεως του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71
24. Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, τα πρόσωπα, για τα οποία ισχύει ο εν λόγω κανονισμός, υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι το πρόσωπο, που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και εάν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
25. Ως εκ τούτου, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η U. Weide υπόκειται μόνον στη λουξεμβουργιανή νομοθεσία. Το σύστημα των κανόνων συγκρούσεως αποκλείει ένα πρόσωπο να υπόκειται στις νομοθεσίες πλειόνων κρατών μελών. Κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η σώρευση δικαιωμάτων σε παροχές, η οποία θα είχε ως συνέπεια την εφαρμογή των διατάξεων κατά της σωρεύσεως, ιδίως δε του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72.
26. Αντιθέτως, οι λοιποί διάδικοι λαμβάνουν ως βάση την αρχή ότι, παρά την εφαρμογή του κανόνα συγκρούσεως του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71, τυγχάνουν εφαρμοστέες η γερμανική και η λουξεμβουργιανή νομοθεσία, οπότε είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων κατά της σωρεύσεως. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει ότι, στον τομέα των οικογενειακών παροχών, χωρεί παρέκκλιση από το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 υπέρ της αρχής της απεριόριστης ασκήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας. Η Επιτροπή, από την πλευρά της, φρονεί ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται η νομοθεσία δύο κρατών απασχολήσεως, καθόσον ο ένας εκ των συζύγων εργάζεται στη Γερμανία και ο έτερος στο Λουξεμβούργο. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη της, δεν τίθεται εν αμφιβόλω η αρχή ότι κάθε εργαζόμενος υπόκειται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους.
27. Η απόφαση McMenamin επιβεβαιώνει εν τέλει τη δεύτερη αυτήν άποψη. Στο πλαίσιο της εν λόγω αποφάσεως ήταν κρίσιμο το ζήτημα ποιο κράτος οφείλει να καταβάλλει επίδομα τέκνου σε περίπτωση που η μητέρα, δικαιούχος εντός του κράτους κατοικίας, μπορεί επίσης, ως μεθοριακή εργαζομένη, να προβάλει αξίωση έναντι του κράτους απασχολήσεως, ο δε σύζυγός της εργάζεται εντός του κράτους κατοικίας της οικογενείας. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κανόνας του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με τον οποίο ο εργαζόμενος υπόκειται στη νομοθεσία μόνον του κράτους απασχολήσεως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες παροχές να διέπονται από ειδικότερες διατάξεις του ιδίου κανονισμού. Ως εκ τούτου, η υπόθεση McMenamin πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων κατά της σωρεύσεως (16).
28. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτείνει συναφώς ότι οι διατάξεις κατά της σωρεύσεως μπορούν να τύχουν εφαρμογής μόνον εάν τα δικαιώματα, των οποίων απολαύει μία οικογένεια, γεννώνται υπέρ διαφόρων προσώπων. Τούτο μπορεί να συμβαίνει, ιδίως, με το επίδομα τέκνων, εάν τα δικαιώματα δεν συντρέχουν υπέρ ενός προσώπου, αλλά γεννώνται υπέρ εκάστου των γονέων, επειδή αυτοί εργάζονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Ωστόσο, εν τοις πράγμασι, τα δικαιώματα γεννήθηκαν υπέρ ενός προσώπου –ήτοι, της μητέρας.
29. Έχει καθοριστική σημασία το γεγονός ότι, κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία κανόνες ευνοϊκότεροι και από αυτούς του κοινοτικού δικαίου, εφόσον οι ούτω θεσπιζόμενοι κανόνες συνάδουν με το κοινοτικό δίκαιο (17). Ειδικότερα, καμία διάταξη του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να στερήσει από ένα πρόσωπο δικαίωμα που του παρέχεται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (18). Ως εκ τούτου, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 περιορίζει την αποκλειστική εφαρμογή μιας νομοθεσίας στις παροχές, οι οποίες έχουν ως προϋπόθεση την ιδιότητα του μισθωτού. Η νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως τυγχάνει αποκλειστικώς εφαρμοστέα επί παροχών τέτοιας φύσεως. Αντιθέτως, ουδόλως κωλύει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, στην περίπτωση που τα κράτη μέλη χορηγούν προς τους κατοίκους τους παροχές οι οποίες δεν έχουν ως προϋπόθεση την ιδιότητα του μισθωτού (19).
30. Ο κανόνας συγκρούσεως του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείει, επομένως, μεθοριακή εργαζομένη να λαμβάνει οικογενειακές παροχές εντός του κράτους κατοικίας, εάν οι παροχές αυτές δεν έχουν ως προϋπόθεση την ιδιότητα του μισθωτού.
2. Επί της κατά της σωρεύσεως διατάξεως του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72
31. Το άρθρο 10 του κανονισμού 574/72 καταλαμβάνει ορισμένες μορφές σωρεύσεως δικαιωμάτων σε οικογενειακές παροχές. Εν προκειμένω, κρίσιμη είναι η περίπτωση, κατά την οποία οφείλονται παροχές απορρέουσες, αφενός, από τη νομοθεσία κράτους μέλους, δυνάμει της οποίας το δικαίωμα στις εν λόγω παροχές ή επιδόματα δεν εξαρτάται από προϋπόθεση ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας –τέτοια είναι η περίπτωση του δικαιώματος στο γερμανικό επίδομα ανατροφής–, και, αφετέρου, από το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 –όπως συμβαίνει εν προκειμένω με το δικαίωμα στο λουξεμβουργιανό βοήθημα ανατροφής.
32. Σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 10, στοιχείο α΄, του κανονισμού 574/72 προβλέπει κανονικώς ότι το δικαίωμα, το οποίο απορρέει εκ του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 έναντι του κράτους απασχολήσεως, κατισχύει του δικαιώματος έναντι του κράτους κατοικίας. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα έναντι του κράτους κατοικίας αναστέλλεται μέχρι του ποσού του δικαιώματος έναντι του κράτους απασχολήσεως.
33. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 10, στοιχείο β΄, i), του κανονισμού 574/72, το δικαίωμα έναντι του κράτους κατοικίας υπερισχύει στην περίπτωση που το πρόσωπο, το οποίο δικαιούται τις οικογενειακές παροχές ή προς το οποίο αυτές καταβάλλονται, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα εντός του κράτους αυτού. Σε αυτήν την περίπτωση, το δικαίωμα έναντι του κράτους απασχολήσεως αναστέλλεται μέχρι του ποσού του δικαιώματος έναντι του κράτους κατοικίας.
34. Στην προκειμένη υπόθεση, εάν ακολουθηθεί γραμματική ερμηνεία, πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 10, στοιχείο α΄, του κανονισμού 574/72, καθόσον η U. Weide, ήτοι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται τις οικογενειακές παροχές και προς το οποίο αυτές πρέπει να καταβληθούν, δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα εντός του κράτους κατοικίας, τη Γερμανία.
35. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό θα προσέκρουε στη βασική ιδέα των διατάξεων κατά της σωρεύσεως, ήτοι ότι το κράτος κατοικίας της οικογενείας έχει προτεραιότητα σε περίπτωση που ασκείται επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του. Σε αυτήν την περίπτωση, οι δεσμοί της οικογενείας προς το κράτος κατοικίας είναι ισχυρότεροι από αυτούς που τη συνδέουν με το κράτος απασχολήσεως του μεθοριακού εργαζομένου (20). Σε αυτήν την ιδέα στηρίζεται η ερμηνεία που δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση McMenamin. Επί της υποθέσεως αυτής το Δικαστήριο εφήρμοσε το άρθρο 10, στοιχείο β΄, i), του κανονισμού 574/72, μολονότι δεν ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα εντός του κράτους κατοικίας η δικαιούχος μεθοριακή εργαζομένη, αλλά ο σύζυγός της.
36. Με την απόφαση McMenamin το Δικαστήριο στηρίχθηκε στις σκέψεις που οδήγησαν τον νομοθέτη να εισαγάγει τη διατύπωση «τον δικαιούχο οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων ή το πρόσωπο στο οποίο αυτές οι παροχές καταβάλλονται». Με την τροποποίηση αυτή επιδιωκόταν να διευρυνθεί η κατηγορία των προσώπων, που εμπίπτουν στη ρύθμιση, έναντι της παλαιότερης διατυπώσεως, η οποία αναφερόταν μόνον στον σύζυγο. Αφορμή για την τροποποίηση παρέσχαν υποθέσεις, κατά τις οποίες ο διαζευγμένος σύζυγος του κατά το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 δικαιούχου εργαζόταν στο έδαφος του κράτους κατοικίας (21). Αντιθέτως, δεν εσκοπείτο περιορισμός στο πρόσωπο του δικαιούχου (22), ο οποίος θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα (23) και σε αντιφάσεις μεταξύ του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72 (24).
37. Εν τέλει, το Δικαστήριο εξήγγειλε την αρχή ότι το δικαίωμα επί των παροχών, οι οποίες οφείλονται από το κράτος απασχολήσεως δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, αναστέλλεται στην περίπτωση που πρόσωπο, το οποίο έχει την επιμέλεια των τέκνων, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα εντός του κράτους κατοικίας των τέκνων αυτών (25).
38. Η αρχή αυτή εξακολουθεί να ισχύει και αντανακλάται επίσης στη στηριγμένη επί της πρόσφατης νομολογίας (26) άποψη του CNPF, των Κυβερνήσεων Λουξεμβούργου και Αυστρίας, καθώς και της Επιτροπής, που θεωρούν ότι για την εφαρμογή των κανόνων κατά της σωρεύσεως δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη κεχωρισμένως οι δικαιούχοι, αλλά η οικογένεια στο σύνολό της.
39. Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι η διατύπωση του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72 δεν συμπίπτει πλέον με εκείνη, η οποία απετέλεσε αντικείμενο ερμηνείας με την απόφαση McMenamin (27), πλην όμως οι επελθούσες τροποποιήσεις δεν οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Τούτο καταδεικνύεται, ιδίως, από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, ήδη με την απόφαση McMenamin, έλαβε ρητώς υπόψη τις τροποποιήσεις αυτές, χωρίς να θέσει εν αμφιβόλω το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε συναφώς (28). Επίσης, ούτε οι ελάσσονες τροποποιήσεις στη διατύπωση κατόπιν της ενημερώσεως με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 (29) οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα.
40. Εν κατακλείδι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δυνάμει της περί σωρεύσεως διατάξεως του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, το κράτος κατοικίας είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο για τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών, εάν απασχολείται στο έδαφός του ο σύζυγος μεθοριακής εργαζομένης η οποία είναι η ίδια δικαιούχος των παροχών.
Γ – Επί των συνεπειών της παράνομης αρνήσεως του κράτους κατοικίας να χορηγήσει παροχή
41. Επί τη βάσει των σκέψεων που αναπτύχθηκαν, εναπόκειται κατά προτεραιότητα στη Γερμανία να καταβάλει την επίδικη οικογενειακή παροχή. Ανεξαρτήτως της διαπιστώσεως αυτής, οι γερμανικές αρχές –όπως ορθώς επισημαίνουν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή– υπείχαν τουλάχιστον την υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 114 του κανονισμού 574/72, να χορηγήσουν προσωρινώς την εν λόγω παροχή. Το CNPF και η Αυστριακή Κυβέρνηση συνάγουν εξ αυτού ότι οι λουξεμβουργιανές αρχές δικαιούνται να αρνηθούν την καταβολή της παροχής μέχρι του ποσού που προβλέπεται για τη γερμανική παροχή. Αντιθέτως, η Επιτροπή αποκρούει τη μονομερή άρνηση καταβολής κοινωνικών παροχών.
42. Από τη διατύπωση του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, βάσει του οποίου αναστέλλεται το δικαίωμα έναντι του επικουρικώς αρμοδίου κράτους μέλους, μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν υποχρεούται να καταβάλει την οικογενειακή παροχή. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό προσκρούει στην ερμηνεία των διατάξεων κατά της σωρεύσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου. Κατά την προγενέστερη νομολογία, το δικαίωμα έναντι του επικουρικώς αρμοδίου κράτους μέλους αναστελλόταν μόνον εάν επληρούντο όλες οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις εντός του κατά προτεραιότητα αρμοδίου κράτους μέλους, περιλαμβανομένης της ενδεχομένως απαιτουμένης υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση παροχής (30). Στην πράξη, οι δικαιούχοι μπορούσαν να επιλέξουν το κράτος μέλος από το οποίο θα ζητούσαν την παροχή, ενδεχομένως αποφεύγοντας να υποβάλουν αίτηση προς το κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος. Το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της νομολογίας αυτής για την περίπτωση που ο δικαιούχος δεν υπέβαλε αίτηση προς το κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος μέλος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ως εάν χορηγούνταν παροχές στο πρώτο κράτος μέλος.
43. Συναφώς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτακτικός κανόνας προτεραιότητας, διότι τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των διευκολύνσεων που παρέχονται στους διακινουμένους εργαζομένους δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο 76 δεν έχει όμως σκοπό να περιορίσει τις διευκολύνσεις αυτές, αλλά μόνον να αποτρέψει την εν τοις πράγμασι σώρευση παροχών (31).
44. Οι σκέψεις αυτές πρέπει να εφαρμοσθούν κατ’ αναλογία στο πλαίσιο του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και από τους σκοπούς του άρθρου 42 ΕΚ προκύπτει ότι ένας κανόνας, που αποσκοπεί στην αποτροπή της σωρεύσεως οικογενειακών επιδομάτων, δεν εφαρμόζεται παρά μόνον κατά το μέτρο που δεν αποστερεί χωρίς λόγο τους ενδιαφερομένους από δικαίωμα επί παροχών που βασίζεται στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους (32).
45. Εν προκειμένω, η U. Weide υπέβαλε τις απαιτούμενες αιτήσεις στη Γερμανία και μάλιστα –πέραν της υποχρεώσεώς της εκ του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71– προσέφυγε σε δύο δικαστήρια.
46. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η U. Weide κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορεί πλέον να πραγματώσει το δικαίωμά της στη Γερμανία, διότι επ’ αυτού έχουν ήδη εκδοθεί αποφάσεις με ισχύ δεδικασμένου. Βεβαίως, δεν αποκλείεται εκ των προτέρων να μπορεί να καμφθεί, δυνάμει της νομολογίας Kühne und Heitz (33), η ισχύς δεδικασμένου των εν λόγω αποφάσεων ή να καταβληθεί αποζημίωση ίση προς τις μη καταβληθείσες παροχές (περιλαμβανομένων των εξόδων διαδικασίας) σύμφωνα με την απόφαση Köbler (34). Εντούτοις, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν είναι βέβαιο ότι μία εκ των διαδικασιών αυτών θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο.
47. Ως εκ τούτου, θα υπερέβαινε τους σκοπούς των διατάξεων κατά της σωρεύσεως να επιτραπεί στις λουξεμβουργιανές αρχές, στις σχέσεις τους με την U. Weide, να μην λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις των γερμανικών αρχών και να συνυπολογίζουν τις γερμανικές παροχές, οι οποίες στην πράξη δεν καταβάλλονται.
48. Το Λουξεμβούργο δεν θα υποχρεωνόταν τελικώς να υποστεί επιβάρυνση, την οποίαν, δυνάμει των διατάξεων κατά της σωρεύσεως, οφείλει να φέρει η Γερμανία. Επιπλέον, όπως ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ρυθμίζουν τις διαφορές τους εις βάρος των διακινούμενων εργαζομένων, αλλά έχουν υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ και του άρθρου 84 του κανονισμού 1408/71, να συνεργάζονται. Η υποχρέωση αυτή τονίζεται επίσης από το άρθρο 114 του κανονισμού 574/72, το οποίο προβλέπει προσωρινή καταβολή των κοινωνικών παροχών μέχρις άρσεως των αμφισβητήσεων αυτών μεταξύ κρατών.
49. Αυτή η μεταξύ κρατών διευθέτηση διαφοράς δεν περιορίζεται στις διμερείς επαφές –τις οποίες οι λουξεμβουργιανές αρχές, κατά δήλωση της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως και του CNPF, επεχείρησαν χωρίς αποτέλεσμα. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι λουξεμβουργιανές αρχές είχαν επίσης τη δυνατότητα, βάσει του άρθρου 81, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, να προσφύγουν στη διοικητική επιτροπή. Για λόγους πληρότητας, αναφέρω επίσης τη δυνατότητα προσφυγής επί παραβάσει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 227 ΕΚ, προς επίτευξη οριστικής λύσεως (35). Ποσά ενδεχομένως καταβληθέντα αχρεωστήτως θα έπρεπε να ανακτηθούν κατ’ εφαρμογήν της αρχής της κοινοτικής πίστεως ή, τουλάχιστον, κατόπιν διαδικασίας επί παραβάσει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 228, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
50. Εν κατακλείδι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το κράτος απασχολήσεως δεν δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της οικογενειακής παροχής στο σύνολό της, σε περίπτωση που το κράτος κατοικίας είναι μεν κατά προτεραιότητα αρμόδιο αλλά αρνείται την καταβολή.
V – Πρόταση
51. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως:
1. Ο κανόνας συγκρούσεως του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν αποκλείει μεθοριακή εργαζομένη να λάβει οικογενειακές παροχές εντός του κράτους κατοικίας, εάν αυτές δεν έχουν ως προϋπόθεση την ιδιότητα του μισθωτού.
2. Δυνάμει της περί σωρεύσεως διατάξεως του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, το κράτος κατοικίας είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, εάν εργάζεται στο έδαφός του ο σύζυγος μεθοριακής εργαζομένης η οποία είναι δικαιούχος ιδίω ονόματι.
3. Το κράτος απασχολήσεως δεν δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της οικογενειακής παροχής στο σύνολό της, εάν το κράτος κατοικίας είναι μεν κατά προτεραιότητα αρμόδιο, αρνείται δε την καταβολή.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Η υποσημείωση αυτή αφορά μόνον τη γερμανική απόδοση των προτάσεων. [Κείμενο της υποσημειώσεως: Μολονότι, κατά τις κρατούσες στη Γερμανία συνήθειες, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το επώνυμο συζύγου Schwarz, χρησιμοποιείται στα επόμενα το προ του γάμου επώνυμο Weide, προς αποφυγή παρανοήσεων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και μεταξύ των διαδίκων.]
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/01, σ. 73) όπως ίσχυε τότε –στο εξής: ο κανονισμός 1408/71.
4 – Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/1, σ. 138), όπως ίσχυε τότε –στο εξής: ο κανονισμός 574/72.
5 – ΕΕ L 168, σ. 1.
6 – ΕΕ L 209, σ. 1.
7 – ΕΕ L 38, σ. 1.
8 – ΕΕ L 164, σ. 1.
9 – Για τις απαιτήσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να θεωρηθεί παραδεκτή, βλ. την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 επί των υποθέσεων (Testa και Modesti, Συλλογή 1998, σ. I-2181, σκέψη 5) και της 8ης Ιουλίου 1998 επί της υποθέσεως C-9/98 (Agostini, Συλλογή 1998, σ. I-4261, σκέψη 4).
10 – Βλ. την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004 επί της υποθέσεως (Kapper, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
11 – Βλ. τις αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 2002 επί της υποθέσεως (Brentjens’, Συλλογή 1999, σ. I-6025, σκέψη 42).
12 – Βλ. ανωτέρω, σκέψεις 5 επ.
13 – Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998 επί της υποθέσεως (Kuusijärvi, Συλλογή 1998, σ. I-3419, σκέψη 28).
14 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1990 επί της υποθέσεως (Kracht, Συλλογή 1990, σ. I-2781, σκέψη 15).
15 – Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1992 επί της υποθέσεως (Συλλογή 1992, σ. I-6393).
16 – Απόφαση McMenamin (παρατεθείσα με την υποσημείωση 15), σκέψεις 14 επ.
17 – Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2002 επί της υποθέσεως (Kaske, Συλλογή 2002, σ. I-1261, σκέψη 37 με περαιτέρω παραπομπές).
18 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989 επί της υποθέσεως 168/88 (Dammer, Συλλογή 1989, σ. 4553, σκέψη 22).
19 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 25ης Μαΐου 2004 επί της υποθέσεως (Effing, μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 37).
20 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Darmon της 1ης Ιουλίου 1992 επί της υποθέσεως McMenamin (Συλλογή 1992, σ. I-6393, σκέψεις 87 επ.).
21 – Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983 επί της υποθέσεως 149/82 (Robards, Συλλογή 1983, σ. 171).
22 – Απόφαση McMenamin (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψεις 20 επ.
23 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Darmon επί της υποθέσεως McMenamin (παρατεθείσες στην υποσημείωση 20), σκέψεις 79 επ.
24 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon επί της υποθέσεως McMenamin (παρατεθείσες στην υποσημείωση 20), σκέψεις 81 επ.
25 – Απόφαση McMenamin (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 26.
26 – Βλ. τις αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2002 επί της υποθέσεως C-255/99 (Humer, Συλλογή 2002, σ. Ι-1205, σκέψη 50) και της 10ης Οκτωβρίου 1996 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-245/94 και C-312/94 (Hoever και Zachow, Συλλογή 1996, σ. Ι-4895, σκέψη 37), σύμφωνα με τις οποίες οι οικογενειακές παροχές, από την ίδια τους τη φύση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι οφείλονται σε ένα άτομο ανεξάρτητα από την οικογενειακή του κατάσταση.
27 – Άρθρο 2, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1249/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (ΕΕ L 136, σ. 28).
28 – Απόφαση McMenamin (παρατεθείσα με την υποσημείωση 15), σκέψη 26.
29 – Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για τροποποίηση και ενημέρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
30 – Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1984 επί της υποθέσεως 191/83 (Salzano, Συλλογή 1984, σ. 3741), της 23ης Απριλίου 1986 επί της υποθέσεως 153/84 (Ferraioli, Συλλογή 1986, σ. 1401, σκέψεις 14 επ.) και Kracht (παρατεθείσα με την υποσημείωση 14, σκέψεις 11 επ.).
31 – Απόφαση Kracht (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψεις 15 επ.
32 – Αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1979 επί της υποθέσεως 100/78 (Rossi, Συλλογή 1979/Ι, σ. 451, σκέψεις 15 επ.), της 19ης Φεβρουαρίου 1981 επί της υποθέσεως 104/80 (Beeck, Συλλογή 1981, σ. 503, σκέψη 12) και της 4ης Ιουλίου 1985 επί της υποθέσεως 104/84 (Kromhout, Συλλογή 1985, σ. 2205, σκέψη 21).
33 – Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004 επί της υποθέσεως (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή).
34 – Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 επί της υποθέσεως (Συλλογή 2003, σ. Ι-10239).
35 – Βλ. την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000 επί της υποθέσεως (Fitzwilliam, Συλλογή 2000, σ. I-883, σκέψεις 56 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy