ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 18ης Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-165/03
Mathias Längst
κατά
SABU Schuh & Marketing GmbH κ.λπ.
«Οδηγία 69/335/ΕΟΚ – Έμμεσοι φόροι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων – Δικαιώματα και τέλη εισπραττόμενα από συμβολαιογράφο έχοντα την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο προδικαστικό ερώτημα το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, από το Landgericht Stuttgart (Γερμανία) και αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (3) (στο εξής: οδηγία).
2. Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν οι αρχές που προκύπτουν από τη διάταξη επί της υποθέσεως Gründerzentrum (4), σχετικά με τη δραστηριότητα των συμβολαιογράφων της περιφέρειας του Oberlandesgericht της Καρλσρούης (στο εξής: OLG της Καρλσρούης), τυγχάνουν εφαρμογής και σε υπόθεση με αντικείμενο τους έχοντες ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφους της περιφέρειας του Oberlandesgericht της Στουτγάρδης (στο εξής: OLG της Στουτγάρδης).
II – Το νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
3. Η οδηγία έχει σκοπό να προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, η οποία θεωρείται βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας οικονομικής ενώσεως με χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανάλογα προς εκείνα μιας εσωτερικής αγοράς (πρώτη αιτιολογική σκέψη). Η επιδίωξη του σκοπού αυτού προϋποθέτει την εναρμόνιση των έμμεσων φόρων που επιβάλλονται επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (δεύτερη αιτιολογική σκέψη)·
4. Δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας:
«1. Υπόκεινται στον φόρο εισφοράς οι ακόλουθες πράξεις:
α) σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας·
β) η μετατροπή σε κεφαλαιουχική εταιρία μιας εταιρίας, ενώσεως προσώπων ή νομικού προσώπου, που δεν είναι κεφαλαιουχική εταιρία·
γ) η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας δι’ εισφορών σε είδος, οποιασδήποτε μορφής·
δ) η αύξηση της εταιρικής περιουσίας μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας δι’ εισφορών σε είδος, οποιασδήποτε μορφής, αμειβομένων όχι διά μεριδίων αντιπροσωπευτικών του εταιρικού κεφαλαίου ή της εταιρικής περιουσίας, αλλά δια δικαιωμάτων της ιδίας φύσεως προς εκείνα των εταίρων, όπως το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ή στο εκκαθαριστικό υπόλοιπο·
[…]
2. Δύνανται να υπαχθούν στον φόρο εισφοράς οι κατωτέρω πράξεις:
α) η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας διά της κεφαλαιοποιήσεως κερδών, αποθεματικών ή προβλέψεων·
β) η αύξηση της εταιρικής περιουσίας μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας διά παροχών πραγματοποιουμένων από ένα εταίρο, οι οποίες δεν επιφέρουν αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, αλλά έχουν ως αντιπαροχή μεταβολή των εταιρικών δικαιωμάτων ή δύνανται να επιφέρουν αύξηση της αξίας των εταιρικών μεριδίων·
[…]
3. Δεν θεωρείται σύσταση κατά την έννοια της παραγράφου 1, περίπτωση α΄, οποιαδήποτε μεταβολή της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας […]».
5. Η οδηγία προβλέπει εξάλλου, σύμφωνα με την τελευταία αιτιολογική της σκέψη, την κατάργηση των λοιπών έμμεσων φόρων που παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον φόρο εισφοράς. Οι φόροι αυτοί, των οποίων απαγορεύεται η είσπραξη, απαριθμούνται στο άρθρο 10 το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Πλην του φόρου εισφοράς, τα κράτη μέλη δεν εισπράττουν, όσον αφορά τις εταιρίες, ενώσεις προσώπων ή νομικά πρόσωπα, που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς, κανένα φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή:
α) για τις πράξεις, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 4·
β) για τις εισφορές, δάνεια ή παροχές, που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των πράξεων των αναφερομένων στο άρθρο 4·
γ) για την καταχώριση ή για οποιαδήποτε άλλη διατύπωση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση μιας δραστηριότητος και στην οποία μία εταιρία, ένωση προσώπων ή νομικό πρόσωπο, που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς, δύναται να υπόκειται λόγω της νομικής της μορφής.»
6. Τέλος, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, ορίζει ότι:
«1. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 10 και 11, τα κράτη μέλη δύνανται να εισπράξουν:
[…]
ε) φόρους, οι οποίοι έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα·
[…]».
Εθνικό δίκαιο
7. Σύμφωνα με τα άρθρα 2 επ. και 53, παράγραφος 2, του Gesetz betreffend die Gesellschaften mit beschränkter Haftung (γερμανικού νόμου περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης), για την τροποποίηση του καταστατικού μιας GmbH (εταιρίας περιορισμένης ευθύνης) απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη (5).
8. Από το άρθρο 116 του Bundesnotarordnung (ομοσπονδιακού κώδικα συμβολαιογράφων, στο εξής: BNotO) (6), σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Landesgesetz über die freiwillige Gerichtsbarkeit (νόμου του ομόσπονδου κράτους περί εκουσίας δικαιοδοσίας) (7), προκύπτει ότι, εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης –αντιθέτως προς ό,τι ισχύει στο τμήμα του ομόσπονδου κράτους που ανήκει στην περιφέρεια του OLG της Καρλσρούης–, το επάγγελμα του συμβολαιογράφου μπορεί να ασκείται τόσο από συμβολαιογράφους έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου όσο και από συμβολαιογράφους ελεύθερους επαγγελματίες.
9. Τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα και τέλη καθορίζονται από τον Gesetz über die Kosten in Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit (8) (Kostenordnung) (ομοσπονδιακό νόμο περί δαπανών για την κατάρτιση πράξεων), όπως τροποποιήθηκε με τον Drittes Gesetz zur Änderung der Bundesnotarordnung und anderer Gesetze (9) (τρίτο νόμο περί τροποποιήσεως του ομοσπονδιακού κώδικα συμβολαιογράφων και διαφόρων άλλων νόμων, στο εξής: KostO). Τα εν λόγω δικαιώματα και τέλη υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη τη γερμανική επικράτεια για όλους τους συμβολαιογράφους, τόσο για τους έχοντες την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία όσο και για τους έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.
10. Σύμφωνα με τα άρθρα 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, και 14, παράγραφος 1, του Landesjustizkostengesetz (νόμου του ομόσπονδου κράτους περί δικαστικών εξόδων, στο εξής: LJKG), αντιθέτως προς τους έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφους της περιφέρειας του OLG της Καλσρούης, οι συμβολαιογράφοι της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου είναι οι ίδιοι δανειστές των δικαιωμάτων και τελών που οφείλονται για την κατάρτιση του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Ακολούθως, βάσει της νομοθεσίας του οικείου ομόσπονδου κράτους (Land), οι εν λόγω συμβολαιογράφοι οφείλουν να καταβάλλουν ένα εφάπαξ μέρος των ως άνω δικαιωμάτων και τελών στο δημόσιο ταμείο. Δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του LJKG, το δημόσιο ταμείο δικαιούται να προβεί το ίδιο σε είσπραξη των εν λόγω τελών μόνον εάν αυτά εξακολουθούν να μην έχουν καταβληθεί μολονότι έγινε σχετική όχληση.
11. Σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα κατά του πίνακα συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων και τελών για την κατάρτιση συγκεκριμένης πράξεως, το άρθρο 156, παράγραφος 1, της KostO προβλέπει:
«1. Αντιρρήσεις κατά της εκκαθαρίσεως των δαπανών, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν την υποχρέωση καταβολής και την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου, προβάλλονται με ανακοπή ενώπιον του Landgericht στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συμβολαιογράφος. Πριν αποφανθεί, το δικαστήριο πρέπει να ακούσει τους ενδιαφερομένους και την ιεραρχικώς προϊσταμένη αρχή του συμβολαιογράφου. Εάν ο υπόχρεος αμφισβητεί την εκκαθάριση των δαπανών στην οποίαν προέβη ο συμβολαιογράφος, ο τελευταίος μπορεί να ζητήσει από το Landgericht να επιλύσει τη διαφορά.
[…]»
12. Τέλος, το άρθρο 156, παράγραφος 6, της KostO προβλέπει:
«6. Η αρχή, στην οποία υπόκειται ο συμβολαιογράφος, δύναται, εν πάση περιπτώσει, να του δώσει εντολή να προκαλέσει απόφαση του Landgericht καθώς και να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής. Η εκδιδομένη ακολούθως δικαστική απόφαση δύναται επίσης να επιδικάζει υψηλότερες συμβολαιογραφικές δαπάνες».
III – Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Ο M. Längst (συμβολαιογράφος έχων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου στην περιφέρεια του OLG της Στουτγάρδης), ενεργώντας ως συμβολαιογράφος, περιέβαλε με συμβολαιογραφικό τύπο ορισμένες αποφάσεις της εταιρίας SABU Schuh & Marketing GmbH (στο εξής: SABU), οι οποίες είχαν ως αντικείμενο τη συνένωση εταιρικών μεριδίων σε ενιαίο μερίδιο, την μετατροπή σε ευρώ του εταιρικού κεφαλαίου και των εταιρικών μεριδίων, την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου με την ενσωμάτωση στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας και την αλλαγή επωνυμίας της εταιρίας.
14. Κατόπιν αυτού, ο M. Längst, με πράξη εκκαθαρίσεως που εξέδωσε, ζήτησε από τη SABU να καταβάλει 2 892,46 ευρώ ως δικαιώματα, τέλη και έξοδα για την κατάρτιση των συμβολαιογραφικών εγγράφων. Το ποσόν αυτό περιλαμβάνει τέλος πράξεως ανερχόμενο σε 1 584 ευρώ καθαρά –το οποίο υπολογίστηκε επί συνολικής αξίας 484 007 ευρώ– για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και για την τροποποίηση του καταστατικού. Από το ως άνω ποσό το Δημόσιο δικαιούται 1 183,83 ευρώ και ο συμβολαιογράφος 400,17 ευρώ.
15. Λαμβάνοντας υπόψη τη διάταξη του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Gründerzentrum, ο Πρόεδρος του Landgericht της Στουτγάρδης, ιεραρχικώς προϊστάμενος του συμβολαιογράφου, έκρινε ότι ο καθορισμός των συμβολαιογραφικών δαπανών αντιβαίνει εν μέρει προς την οδηγία 69/335 εφόσον, κατά την άποψή του, τα δικαιώματα και τέλη που ζητήθηκαν για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και την τροποποίηση του καταστατικού αποτελούν έμμεσους φόρους που απαγορεύονται από την οδηγία αυτή. Κατά συνέπεια, έδωσε εντολή στον M. Längst να μειώσει τα δικαιώματα και τέλη, τα οποία επιβλήθηκαν στη SABU, στο ποσόν των 1 465,66 ευρώ και να ζητήσει από το Landgericht Stuttgart, δυνάμει του άρθρου 156, παράγραφος 6, της KostO, να αποφανθεί επί της νομιμότητας της επίμαχης πράξεως εκκαθαρίσεως.
16. Ο M. Längst συμμορφώθηκε προς την εντολή να υποβάλει προς έλεγχο τον φάκελο στο αρμόδιο τμήμα του Landgericht Stuttgart, μολονότι φρονεί ότι η εκκαθάριση των δαπανών, στην οποία είχε ο ίδιος προβεί, είναι καθ’ όλα βάσιμη.
17. Ως εκ τούτου, το Landgericht Stuttgart, έχοντας υπόψη τις διιστάμενες αυτές απόψεις και διατηρώντας και το ίδιο αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της προπαρατεθείσας διατάξεως του Δικαστηρίου, αποφάσισε, με διάταξη της 31ης Μαρτίου 2003, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει, κατ’ αντιδιαστολή προς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απετέλεσαν τη βάση της διατάξεως του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 2002, C-264/00, Gründerzentrum, να θεωρηθούν ως φόρος κατά την έννοια της οδηγίας 69/335, όπως τροποποιήθηκε, τα δικαιώματα και τέλη καταρτίσεως συμβολαιογραφικού εγγράφου από συμβολαιογράφο έχοντα ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου, για δικαιοπραξία εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής αυτής της οδηγίας, στο πλαίσιο νομικού συστήματος όπως αυτό της Βυρτεμβέργης εντός του ομόσπονδου κράτους (Land) της Βάδης-Βυρτεμβέργης (περιφέρεια του Oberlandesgericht της Στουτγάρδης), κατά το οποίο συνυπάρχουν συμβολαιογράφοι έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και συμβολαιογράφοι ελεύθεροι επαγγελματίες και, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι συμβολαιογράφοι είναι δανειστές των δικαιωμάτων και τελών, όταν πρόκειται για συμβολαιογράφο έχοντα την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αυτός υποχρεούται, δυνάμει νόμου του ομόσπονδου κράτους, να καταβάλει ένα εφάπαξ μέρος των δικαιωμάτων και τελών στο Δημόσιο, το οποίο είναι ο εργοδότης αυτής της κατηγορίας συμβολαιογράφων και χρησιμοποιεί τα εν λόγω έσοδα για τη χρηματοδότηση των σκοπών του;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παύουν τα εν λόγω δικαιώματα και τέλη να θεωρούνται φόρος, κατά την έννοια της οδηγίας 69/335, σε περίπτωση που το Δημόσιο παραιτηθεί από τη διεκδίκηση του μεριδίου του εκ της δικαιοπραξίας και, επομένως, δεν εφαρμόζει πλέον τη διάταξη του ομόσπονδου κράτους δυνάμει της οποίας μέρος των δικαιωμάτων και τελών πρέπει να αποδίδεται στο Δημόσιο;».
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
18. Στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
19. Κατά τη διερεύνηση της υποθέσεως, το Δικαστήριο ζήτησε από το Landgericht Stuttgart ορισμένες διευκρινίσεις, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 5 του Κανονισμού Διαδικασίας, για την εξέλιξη και τη φύση της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
20. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Νοεμβρίου 2004, αγόρευσαν ο M. Längst, ο Πρόεδρος του Landgericht της Στουτγάρδης και ο Bezirkrevisor ενώπιον του Landgericht Stuttgart, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
V – Νομική εκτίμηση
A – Επί του παραδεκτού της παραπομπής
21. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εκφράστηκαν αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη διαφοράς εκκρεμούς ενώπιον του Landgericht Stuttgart και ως προς τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί από το αιτούν δικαστήριο, κατά συνέπεια δε, ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω εν συντομία το ζήτημα αυτό, πριν αναπτύξω τις προτάσεις μου επί της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων.
22. Οι αμφιβολίες απορρέουν κυρίως εκ του γεγονότος ότι η διαδικασία κινήθηκε από τον M. Längst, κατόπιν εντολής του ιεραρχικώς προϊσταμένου του, προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα της πράξεως εκκαθαρίσεως των δαπανών την οποία είχε εκδώσει ο ίδιος. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν επελήφθη μιας πραγματικής διαφοράς, όπως επί παραδείγματι αυτής μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη των συμβολαιογραφικών δαπανών, αλλά ενός καθαρώς «εσωτερικού» στη δημόσια διοίκηση ζητήματος το οποίο δεν οδηγεί σε κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία.
23. Πρώτον, υπενθυμίζω συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, «από το άρθρο 234 ΕΚ προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιον αυτών διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας προορισμό να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα» (10). Επομένως, όπως επίσης έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, έχει καθοριστική σημασία να υποβάλλονται τα προδικαστικά ερωτήματα από δικαστήριο που καλείται «να επιλύσει διαφορά» (11), και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν η υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, «συζητείται ή όχι κατ’ αντιδικία» (12).
24. Εν προκειμένω, κατά την άποψή μου, η ύπαρξη διαφοράς συνάγεται ευχερώς από την ίδια τη φύση της κύριας δίκης. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 156 της KostO μπορεί να κινηθεί μόνον σε περίπτωση αμφισβητήσεως της νομιμότητας και/ή του ποσού των οφειλομένων δαπανών για συμβολαιογραφική πράξη. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ρυθμίζει το μοναδικό μέσον με το οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί μία πράξη εκκαθαρίσεως συμβολαιογραφικών δαπανών. Κατά συνέπεια, η κύρια δίκη έχει ακριβώς ως αντικείμενο την επίλυση διαφοράς.
25. Δεν νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω εκ του γεγονότος ότι, εν προκειμένω, ο ιεραρχικώς προϊστάμενος του συμβολαιογράφου και όχι ο οφειλέτης των επίμαχων συμβολαιογραφικών δαπανών προέβαλε αντιρρήσεις κατά της αμοιβής που ζήτησε ο M. Längst. Πράγματι, ο εν λόγω συμβολαιογράφος και ο ιεραρχικώς προϊστάμενός του αναπτύσσουν επιχειρήματα και προτείνουν διαφορετικές λύσεις ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, την εφαρμογή της διατάξεως Gründerzentrum εν προκειμένω. Όπως ήδη εκτέθηκε, ο Πρόεδρος του Landgericht της Στουτγάρδης φρονεί ότι μέρος των συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων και τελών, τα οποία ζητήθηκαν, αποτελεί έμμεσο φόρο απαγορευμένο από την οδηγία, ενώ ο συμβολαιογράφος αποκρούει την άποψη αυτή. Επομένως, ελέγχοντας τη νομιμότητα της επίμαχης αμοιβής, το αιτούν δικαστήριο καλείται να επιλέξει μεταξύ δύο πλήρως διιστάμενων απόψεων.
26. Δεύτερον, η απόφαση, την οποίαν πρέπει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο, εμφανίζει σαφώς, κατά την άποψή μου, τα χαρακτηριστικά «δικαιοδοτικής αποφάσεως». Συγκεκριμένα, όπως τονίσθηκε με τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο, η απόφαση αυτή θα έχει εκτελεστό χαρακτήρα στις σχέσεις μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη των επίμαχων συμβολαιογραφικών δαπανών και δύναται να τελεσιδικήσει. Εξάλλου, η εν λόγω απόφαση μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του OLG της Στουτγάρδης, αλλά μόνον για νομικά σφάλματα και εφόσον έχει επιτραπεί η άσκηση του σχετικού ενδίκου βοηθήματος.
27. Κατόπιν των προεκτεθέντων, κρίνω ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως τα οποία θα εξετάσω αμέσως.
B – Επί της ουσίας
Επί του πρώτου ερωτήματος
28. Όπως παρατηρήθηκε, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν, υπό το πρίσμα της διατάξεως Gründerzentrum σχετικά με τη συμβολαιογραφική δραστηριότητα εντός της περιφέρειας του OLG της Καρλσρούης, τα δικαιώματα και τέλη για την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου από συμβολαιογράφο έχοντα την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, για δικαιοπραξία εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει να θεωρηθούν ως φόρος.
29. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται εκ προοιμίου η υπόμνηση ότι, με την παρατεθείσα από το αιτούν δικαστήριο διάταξη, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας πάγια νομολογία (13), έκρινε, όσον αφορά τα στοιχεία που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ότι τα δικαιώματα και τέλη για την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου που αφορά πράξη εμπίπτουσα στην οδηγία, στο πλαίσιο ενός συστήματος του οποίου χαρακτηριστικά είναι ότι i) οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και ii) τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα και τέλη περιέρχονται εν μέρει στο Δημόσιο το οποίο τα διαχειρίζεται και τα χρησιμοποιεί προς χρηματοδότηση του έργου του, συνιστούν φόρο κατά την έννοια της οδηγίας (14).
30. Το Δικαστήριο έκρινε ακολούθως ότι τα δικαιώματα και τέλη, τα οποία εισπράττονται υπό τις συνθήκες αυτές για την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου που αφορά τη σύσταση εταιρίας, αποτελούν έμμεσο φόρο, κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, ο οποίος απαγορεύεται καθόσον: i) η εν λόγω πράξη πρέπει να περιβληθεί υποχρεωτικώς στον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου· ii) τα εισπραττόμενα δικαιώματα και τέλη δεν έχουν τον χαρακτήρα αντιπαροχής της ως άνω πράξεως, εφόσον «δεν έχ[ουν] […] σχέση με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε συγκεκριμένα η διοικητική αρχή που προσέφερε αυτήν την υπηρεσία» (15).
31. Ωστόσο, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η λύση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Η νομική κατάσταση των συμβολαιογράφων, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και ασκούν τα καθήκοντά τους εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, διαφέρει διττώς από αυτήν των συναδέλφων τους της περιφέρειας του OLG της Καρλσρούης.
32. Αφενός, εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, αντιθέτως προς ό,τι ισχύει στην περιφέρεια του OLG της Καρλσρούης, ο δικαιοπρακτών μπορεί να απευθυνθεί όχι μόνο σε συμβολαιογράφους έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά και σε συμβολαιογράφους ελεύθερους επαγγελματίες. Αυτή η δυνατότητα επιλογής αποκλείει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του φόρου. Συγκεκριμένα, εφόσον οι ιδιώτες έχουν την ιδιότητα να απευθυνθούν σε συμβολαιογράφους ελεύθερους επαγγελματίες, τα δικαιώματα που οφείλονται για την κατάρτιση των συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν εισπράττονται κατ’ ανάγκην από το Δημόσιο.
33. Αφετέρου, ενώ, εντός της περιφέρειας του OLG της Καρλσρούης, δανειστής των τελών είναι πάντοτε το δημόσιο ταμείο, οι δε έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφοι λαμβάνουν αμοιβή που αντιστοιχεί σε ποσοστό των εισπραχθέντων δικαιωμάτων και τελών για τα έγγραφα που κατάρτισαν, στην περιφέρεια, περί της οποίας πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, η αμοιβή εισπράττεται κατ’ αρχήν απευθείας από τον συμβολαιογράφο ο οποίος ακολούθως καταβάλλει εφάπαξ ποσόν στο Δημόσιο. Επομένως, υπ’ αυτό το πρίσμα, η κατάσταση του συμβολαιογράφου, ο οποίος έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και ασκεί τα καθήκοντά του εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, προσομοιάζει με αυτήν του ελεύθερου επαγγελματία.
34. Επομένως, προβάλλοντας τις δύο αυτές μόνες διαφορές, το αιτούν δικαστήριο και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι τα δικαιώματα και τέλη, τα οποία εισπράττουν οι έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφοι εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, δεν αποτελούν φόρο κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας.
35. Δηλώνω εκ προοιμίου ότι δεν συμφωνώ με αυτήν την άποψη. Πράγματι, όπως η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, φρονώ ότι οι προεκτεθείσες διαφορές στην κατάσταση των εχόντων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφων των δύο περιφερειών δεν δικαιολογούν διαφορετική λύση όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων δικαιωμάτων και τελών ως φόρου.
36. Καταρχάς, σχετικά με τη συνύπαρξη, εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, συμβολαιογράφων που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και συμβολαιογράφων ελεύθερων επαγγελματιών, επισημαίνω ότι παρόμοια κατάσταση περιλαμβανόταν ήδη στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη Gründerzentrum. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω διάταξη, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «από το άρθρο 20 του BNotO, προκύπτει ότι στη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου μπορεί να προβεί οποιοσδήποτε συμβολαιογράφος, είτε είναι δημόσιος υπάλληλος είτε είναι ελεύθερος επαγγελματίας, εφόσον ασκεί τα καθήκοντά του εντός της γερμανικής επικράτειας, οπότε το συντασσόμενο κατά τα ανωτέρω έγγραφο αναγνωρίζεται σε όλη τη γερμανική επικράτεια» (16). Με άλλα λόγια, αντιθέτως προς όσα προβάλλουν το αιτούν δικαστήριο και η Γερμανική Κυβέρνηση, στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε επίσης δυνατότητα επιλογής, μεταξύ των δύο κατηγοριών συμβολαιογράφων. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να αποφανθεί, όπως είδαμε, ότι τα δικαιώματα και τέλη, τα οποία εισπράττουν οι έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφοι του OLG της Καρλσρούης, αποτελούν φόρους.
37. Τούτο εξηγείται εκ του γεγονότος ότι το ζήτημα του χαρακτηρισμού της συμβολαιογραφικής αμοιβής ως φόρου τίθεται μόνον σε σχέση με τους συμβολαιογράφους που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, ανεξαρτήτως του εάν ο δικαιοπρακτών έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφους ελεύθερους επαγγελματίες. Το εν λόγω ζήτημα τίθεται πάντοτε οσάκις το Δημόσιο εισπράττει τέλη, μέσω των οργάνων του, για πράξεις που εμπίπτουν στην οδηγία. Εν κατακλείδι, για την εφαρμογή της οδηγίας, ιδίως δε της απαγορεύσεως εκ του άρθρου 10, έχει σημασία μόνον το γεγονός ότι το επάγγελμα του συμβολαιογράφου ασκείται από δημοσίους υπαλλήλους.
38. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η κατάσταση, η οποία υφίσταται εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, συμπίπτει ακριβώς με αυτήν της υποθέσεως Gründerzentrum. Συγκεκριμένα, σε αμφότερες τις περιφέρειες, δημόσιοι υπάλληλοι επιτρέπεται να ασκούν το συμβολαιογραφικό επάγγελμα και εισπράττουν δικαιώματα και τέλη για πράξεις εμπίπτουσες στην οδηγία.
39. Ακολούθως, δεν νομίζω ότι το δεύτερο στοιχείο, στο οποίο αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο, ήτοι ότι οι έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφοι της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης είναι οι δανειστές της αμοιβής τους, μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του νομικού χαρακτηρισμού της αμοιβής αυτής.
40. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το μοναδικό κριτήριο που ασκεί επιρροή εν προκειμένω είναι ότι η συμβολαιογραφική αμοιβή, η οποία βαρύνει τους δικαιοπρακτούντες ιδιώτες, «καταβάλλ[εται] [τουλάχιστον] μερικώς στο οικείο κράτος προς χρηματοδότηση δημοσίων δαπανών» (17). Επομένως, είναι άνευ σημασίας εάν η προς το Δημόσιο καταβολή γίνεται απευθείας, όπως στην περιφέρεια του OLG της Καρλσρούης, ή εμμέσως, όπως στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, αυτό που έχει σημασία είναι ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, μέρος της εισπραττομένης αμοιβής καταβάλλεται στο δημόσιο ταμείο, όπως προκύπτει από την περί παραπομπής διάταξη.
41. Εν κατακλείδι, νομίζω ότι μπορώ να συμπεράνω ότι η κατάσταση των συμβολαιογράφων που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου είναι όμοια σε αμφότερες τις εν λόγω περιφέρειες, κατά συνέπεια δε ότι οι αρχές, τις οποίες έθεσε το Δικαστήριο με τη διάταξη Gründerzentrum, μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, διαπιστώνω ότι η Επιτροπή, ακριβώς λόγω αυτής της ομοιότητας, όπως διευκρίνισε η ίδια κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας για τη νομοθεσία που εφαρμόζει στους έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφους του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης στο σύνολό της, ήτοι τόσο στους συμβολαιογράφους της περιφέρειας του OLG της Καρλσρούης όσο και σε αυτούς της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης.
42. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ότι η οδηγία του Συμβουλίου 69/335/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Συμβουλίου 85/335, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο συστήματος όπως αυτό της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, τα δικαιώματα και τέλη καταρτίσεως συμβολαιογραφικού εγγράφου, για δικαιοπραξία εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αποτελούν φόρο κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, εφόσον, αφενός, οι συμβολαιογράφοι έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και, αφετέρου, τα δικαιώματα και τέλη καταβάλλονται εν μέρει στο Δημόσιο για τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
43. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν αίρεται ο φορολογικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων και τελών, τα οποία εισπράττουν οι έχοντες της ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφοι, σε περίπτωση που το Δημόσιο παραιτούνταν από το μερίδιο συμβολαιογραφικής αμοιβής που του αναλογεί, μη εφαρμόζοντας τη διάταξη του οικείου ομόσπονδου κράτους η οποία προβλέπει την καταβολή μέρους των ως άνω δικαιωμάτων και τελών στο δημόσιο ταμείο.
44. Υποβάλλοντας το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε ειδικότερα σε εγκύκλιο του Υπουργού Δικαιοσύνης του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης, της 22ας Μαΐου 2002, κατόπιν της Gründerzentrum, με την οποία ζητήθηκε από τους συμβολαιογράφους να μην εισπράττουν τα δικαιώματα και τέλη τα οποία θεωρούνται φόρος κατά την έννοια της οδηγίας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το δημόσιο ταμείο μπορεί ενδεχομένως να παραιτηθεί, δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως, από την είσπραξη του μεριδίου των δικαιωμάτων και τελών που του αναλογεί εάν θεωρηθεί ότι αυτά αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο.
45. Συναφώς, υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής, και επομένως της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην αυτονόητη ανάγκη αποτελεσματικής επιλύσεως μιας ένδικης διαφοράς» (18).
46. Υπό τις συνθήκες αυτές, αρκεί η επισήμανση ότι το παρόν ερώτημα στηρίζεται επί υποθετικού και αβέβαιου γεγονότος, ήτοι επί της απλής εικασίας ότι οι αρχές του οικείου ομόσπονδου κράτους θα αποφασίσουν να παραιτηθούν από τα επίμαχα δικαιώματα και τέλη. Με άλλα λόγια, πρόκειται για απλή υπόθεση της οποίας η πραγματοποίηση εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της δημόσιας διοικήσεως.
47. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει καν πρόθεση των αρχών των ομόσπονδου κράτους να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας. Εξάλλου, όπως δήλωσε η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών δεν υπήρχε ρύθμιση που να προβλέπει παραίτηση του Δημοσίου από τα δικαιώματα αυτά, αλλά μόνον σχέδιο νόμου με τέτοιο περιεχόμενο.
48. Όπως ευχερώς διαπιστώνεται, η εγκύκλιος, στην οποία αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο, αφορά άλλο ζήτημα από το εν προκειμένω κρίσιμο. Συγκεκριμένα, η εν λόγω εγκύκλιος αφορά αποκλειστικώς την είσπραξη αμοιβής από τους έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφους και εντέλλεται αυτούς να μη ζητούν την καταβολή δικαιωμάτων και τελών αντίθετων προς την οδηγία. Ωστόσο, εν προκειμένω, η καταβολή αυτή, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, ζητήθηκε.
49. Συνεπώς, κατά την άποψή μου, το παρόν ερώτημα δεν είναι χρήσιμο στην επίλυση της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ένδικης διαφοράς και, επομένως, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποφανθεί επ’ αυτού.
50. Εντούτοις, σε περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να απαντήσει στο παρόν ερώτημα, φρονώ ότι η εκ μέρους του Δημοσίου παραίτηση από την είσπραξη του μεριδίου της συμβολαιογραφικής αμοιβής, η οποία του αναλογεί, δεν θα αρκούσε καθεαυτή για να παύσουν τα εν λόγω δικαιώματα και τέλη να θεωρούνται φόρος κατά την έννοια της οδηγίας.
51. Συγκεκριμένα, εφόσον ο συμβολαιογράφος έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, είναι ενταγμένος στη διοικητική ιεραρχία και αμείβεται από το Δημόσιο για την άσκηση δημόσιας λειτουργίας, τα εισπραττόμενα από αυτόν δικαιώματα και τέλη καταβάλλονται εν πάση περιπτώσει, τουλάχιστον εμμέσως, προς το Δημόσιο και αποτελούν, επομένως, φόρο.
VI – Πρόταση
52. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Landgericht Stuttgart:
«Η οδηγία του Συμβουλίου 69/335/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Συμβουλίου 85/335/EOK, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο νομικού συστήματος όπως αυτό που ισχύει εντός της περιφέρειας του OLG της Στουτγάρδης, τα δικαιώματα και τέλη καταρτίσεως συμβολαιογραφικού εγγράφου, για δικαιοπραξία εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αποτελούν φόρο κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, εφόσον, αφενός, οι συμβολαιογράφοι έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και, αφετέρου, τα εν λόγω δικαιώματα και τέλη καταβάλλονται εν μέρει προς το Δημόσιο για τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – EE ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20.
3 – EE L 156, σ. 23.
4 – Διάταξη της 21ης Μαρτίου 2004, C-264/00, Gründerzentrum-Betriebs-GmbH (Συλλογή 2004, σ. I-3333).
5 – Νόμος της 20ής Απριλίου 1892 περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης, RGBl, σ. 477, όπως δημοσιεύθηκε στις 20 Μαΐου 1898 (RGBl, σ. 846).
6 – Της 24ης Φεβρουαρίου 1961 (BGBl., σ. 98).
7 – Της 12ης Φεβρουαρίου 1975 (GBl. σ. 116).
8 – Της 26ης Ιουλίου 1957, BGBl. I, σ. 960.
9 – Της 31ης Αυγούστου 1998 (BGBl. I, σ. 2585).
10– Βλ. τις αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-111/94, Job Centre, αποκαλούμενη «Job Centre I» (Συλλογή 1995, σ. I-3361, σκέψη 9)· της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-134/97, Victoria Film (Συλλογή 1998, σ. I-7023, σκέψη 14), και της 14ης Ιουνίου 2001, C-178/99, Salzmann (Συλλογή 2001, σ. I-4421, σκέψη 14), καθώς και τη διάταξη της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-447/00, Holto (Συλλογή 2002, σ. I-735, σκέψη 17). Οι πλάγιοι χαρακτήρες τέθηκαν από μένα.
11– Βλ. ιδίως την προπαρατεθείσα απόφαση Job Centre I, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale di Milano, κρίνοντας ότι το αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας «giurisdizione volontaria» με αντικείμενο αίτηση περί εγκρίσεως του καταστατικού εταιρίας με σκοπό την εγγραφή της στο μητρώο επιχειρήσεων, «ενεργεί ως διοικητική αρχή χωρίς, συγχρόνως, να καλείται να επιλύσει μια διαφορά» (σκέψη 11). Οι πλάγιοι χαρακτήρες τέθηκαν από εμένα.
12– Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974, 162/73, Birra Dreher (Συλλογή τόμος 1974, σ. 111). Βλ. επίσης τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1998, C-266/96, Corsica Ferries France (Συλλογή 1998, σ. I-3949, σκέψη 23), και της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-182/00, Lutz (Συλλογή 2002, σ. I-547, σκέψη 13).
13– Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1999, C-56/98, Modelo SGPS (Συλλογή 1999, σ. I-6427), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-19/99, Modelo Continente SGPS (Συλλογή 2000, σ. I-7213).
14– Προπαρατεθείσα διάταξη Gründerzentrum, σκέψεις 27 και 28.
15 – Προπαρατεθείσα διάταξη Gründerzentrum, σκέψεις 29 έως 33.
16 – Προπαρατεθείσα διάταξη Gründerzentrum, σκέψη 13. Οι πλάγιοι χαρακτήρες τέθηκαν από εμένα. Εξάλλου, στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, ένας από τους διαδίκους (ο Bezirks revisor ενώπιον του Landgericht Freiburg) υποστήριξε ότι τα εισπραττόμενα δικαιώματα και τέλη δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συνιστούν φόρο κατά την έννοια της οδηγίας, ιδίως επειδή «το εθνικό νομικό σύστημα στο οποίο αναφέρεται η […] υπόθεση Modelo διαφέρει σαφώς από αυτό που ισχύει στη Γερμανία, δεδομένου ότι στο πλαίσιο του δευτέρου, παράλληλα με τους έχοντες την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφους, υπάρχουν και δύο άλλες κατηγορίες συμβολαιογράφων, οι οποίοι εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες» (σκέψη 22).
17 – Αποφάσεις Modelo I, προπαρατεθείσα, σκέψη 22 και Modelo II, προπαρατεθείσα, σκέψη 22. Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, στην υπόθεση Modelo, όπως και εντός του συστήματος που εφαρμόζεται στην περιφέρεια του OLG της Στουτγάρδης, η συμβολαιογραφική αμοιβή εισπραττόταν από έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συμβολαιογράφους, ακολούθως δε καταβαλλόταν από αυτούς εν μέρει στο Δημόσιο. Βλ. επίσης τη διάταξη Gründerzentrum, σκέψη 28.
18– Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia κατά Novello (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 18)· της 15ης Ιουνίου 1995, C-422/93 έως C-424/93, Zabala Erasun κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-1567, σκέψη 29), και της 12ης Μαρτίου 1998, C-314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I-1149, σκέψη 19).
Full & Egal Universal Law Academy