ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 30ής Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-168/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 89/655/ΕΟΚ– Ασφάλεια και προστασία της υγείας κατά τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού κατά την εργασία – Χρησιμοποιούμενος ήδη εξοπλισμός»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας παραβάσεως κράτους μέλους είναι το ζήτημα αν το Βασίλειο της Ισπανίας, προβλέποντας, κατά τη μεταφορά στο ισπανικό δίκαιο της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (2) (στο εξής: οδηγία), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/63/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1995, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/655/ΕΟΚ σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (3) (στο εξής: τροποποιητική οδηγία), μια πρόσθετη περίοδο προσαρμογής για τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούνταν ήδη πριν τεθούν σε ισχύ οι ισπανικές διατάξεις στις 27 Αυγούστου 1998, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:
«Κανόνες σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή/και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος:
α) εάν τίθεται για πρώτη φορά στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992, να ανταποκρίνεται: […]
ii) στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα Ι […]
β) εάν έχει ήδη τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 1992, να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα, τέσσερα το πολύ έτη μετά την ημερομηνία αυτή.»
3. Η τροποποιητική οδηγία πρόσθεσε στο σημείο 1 (Προκαταρκτική παρατήρηση) του παραρτήματος I της οδηγίας το εξής εδάφιο:
«Οι κάτωθι απαριθμούμενες ελάχιστες προδιαγραφές, εφόσον ισχύουν για εξοπλισμούς εργασίας που χρησιμοποιούνται, δεν συνεπάγονται αναγκαστικά τα ίδια μέτρα με τις βασικές απαιτήσεις που ισχύουν για καινουργείς εξοπλισμούς εργασίας.»
Τα σημεία 2 και 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας περιέχουν γενικές και ειδικές ελάχιστες προδιαγραφές για τους εξοπλισμούς εργασίας.
Β – Το εθνικό δίκαιο
4. Η Μόνη μεταβατική διάταξη του Βασιλικού Διατάγματος 1215/1997, της 18ης Ιουλίου 1997, για τον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (4) (στο εξής: Β.Δ.), περιέχει μια μεταβατική ρύθμιση για τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού που χρησιμοποιούνταν ήδη πριν από την έναρξη εφαρμογής του Β.Δ. στις 27 Αυγούστου 1997.
5. Η παράγραφος 1, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, προβλέπουν ότι οι δημόσιες αρχές απασχολήσεως εγκρίνουν τα σχέδια προσαρμογής του εξοπλισμού στις επιταγές του παραρτήματος Ι της οδηγίας (στο εξής: σχέδια προσαρμογής), εφόσον σε ορισμένους κλάδους δεν είναι δυνατή, λόγω ιδιαίτερων αντικειμενικών δυσκολιών, η εντός δωδεκαμήνου (5) από την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. προσαρμογή του εξοπλισμού που εμπίπτει στην οδηγία προς τις απαιτήσεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας.
6. Προϋπόθεση για την έγκριση αυτή είναι η υποβολή σχετικής αιτιολογημένης αιτήσεως από τις αντιπροσωπευτικότερες στον οικείο τομέα εργοδοτικές οργανώσεις. Επιπλέον, ζητείται η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, της Επιθεωρήσεως Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως και του Εθνικού Ινστιτούτου Ασφάλειας και Υγιεινής στους Χώρους Εργασίας. Η απόφαση επί της αιτήσεως εγκρίσεως σχεδίου προσαρμογής λαμβάνεται με γνώμονα τη δυσκολία και τα αποτελέσματα των τεχνικών προβλημάτων προσαρμογής και την ύπαρξη εναλλακτικών μέτρων για την επίτευξη ανάλογης προστασίας της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. Η έγκριση μπορεί να αφορά είτε το σύνολο είτε μέρος του σχεδίου. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός εννεαμήνου από την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. και η απόφαση πρέπει να ληφθεί εντός των επόμενων τριών μηνών. Η διάρκεια του σχεδίου προσαρμογής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει την πενταετία. Οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορά το σχέδιο μπορούν, βάσει του σχεδίου, να ζητήσουν την εφαρμογή του και η αίτηση αυτή εξετάζεται εκ νέου από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες μπορούν, με νέα διοικητική πράξη, είτε να την απορρίψουν εν όλω ή εν μέρει είτε να τη δεχθούν επιβάλλοντας ορισμένες προϋποθέσεις.
III – Το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής και η προσφυγή
7. Με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996 (6), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας εμπρόθεσμα τις διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό του δίκαιο, παρέβη την οδηγία αυτή. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε το 1997 το Β.Δ. με σκοπό τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο.
8. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η μεταβατική ρύθμιση την οποία περιλαμβάνει το Β.Δ. για τους εξοπλισμούς που χησιμοποιούνταν ήδη πριν από την έναρξη εφαρμογής του αντιβαίνει στην οδηγία και κατόπιν αυτού κίνησε το 2000 κατά του Βασιλείου της Ισπανίας διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους. Αφού παρέσχε δε στο κράτος αυτό τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, εξέδωσε την 1η Ιουλίου 2002 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία το κάλεσε να θεσπίσει εντός δύο μηνών τα μέτρα προσαρμογής της ισπανικής νομοθεσίας προς την οδηγία. Η Ισπανική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 31ης Ιουλίου 2002, με το οποίο αμφισβήτησε την ύπαρξη παραβάσεως.
9. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή, με δικόγραφο της 10ης Απριλίου 2003, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 11 Απριλίου 2003, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή κατά του Βασιλείου της Ισπανίας.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, προβλέποντας στην παράγραφο 1 της μόνης μεταβατικής διατάξεως του βασιλικού διατάγματος 1215/1997, της 18ης Ιουλίου 1997, με το οποίο θεσπίζονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και προστασίας της υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους, μια πρόσθετη περίοδο προσαρμογής για τον εξοπλισμό που είχε ήδη τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στην οικεία επιχείρηση και/ή εγκατάσταση πριν από τις 27 Αυγούστου 1997, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/655/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/63/ΕΚ, της 5ης Δεκεμβρίου 1995,
2) να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV – Επί της παραβάσεως της Συνθήκης
Α – Οι κυριότεροι ισχυρισμοί των διαδίκων
10. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η δυνατότητα που προβλέπουν οι ισπανικές διατάξεις σχετικά με τα σχέδια προσαρμογής συνεπάγεται μια περίοδο προσαρμογής που υπερβαίνει τη μεταβατική περίοδο που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, διότι παρέχεται η δυνατότητα να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ο παλαιός εξοπλισμός που δεν είναι σύμφωνος με την οδηγία ακόμη και μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1996, ενδεχομένως δε μέχρι τις 27 Αυγούστου 2003. Η ρύθμιση αυτή δεν καλύπτεται ούτε από την προκαταρκτική παρατήρηση που πρόσθεσε η τροποποιητική οδηγία στο παράρτημα Ι της οδηγίας, διότι η προκαταρκτική αυτή παρατήρηση δεν επιτρέπει την παράταση της μεταβατικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
11. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ισπανικές διατάξεις σχετικά με τα σχέδια προσαρμογής δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Η κυβέρνηση αυτή επισημαίνει καταρχάς ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις θα παύσουν ουσιαστικά να έχουν σημασία από τις 27 Αυγούστου 2003. Η Ισπανική Κυβέρνηση πάντως τονίζει κυρίως ότι η ρύθμιση σχετικά με τα σχέδια προσαρμογής δεν συνεπάγεται καμία παράταση της μεταβατικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Πρόκειται αντίθετα για τη μεταφορά στην ισπανική νομοθεσία της δυνατότητας που προστέθηκε με την τροποποιημένη προκαταρκτική παρατήρηση στο παράρτημα Ι της οδηγία, δηλαδή για τη δυνατότητα να ισχύσουν για τον ήδη χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις από τις προβλεπόμενες στα σημεία 2 και 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας.
Β – Η άποψή μου επί της υποθέσεως
12. Οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο σχετικά με τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο προκύπτουν, αφενός, άμεσα από την ίδια την οδηγία και, αφετέρου, από τα άρθρα 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και 10 ΕΚ. Εν προκειμένω τίθεται συγκεκριμένα το ζήτημα αν οι ισπανικές διατάξεις σχετικά με τα σχέδια προσαρμογής συνιστούν παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
13. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως σχετικά με την παύση της ισχύος της μόνης μεταβατικής διατάξεως του Β.Δ. στις 27 Αυγούστου 2003, θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι η κρίσιμη για τη διαπίστωση της υπάρξεως μιας παραβάσεως ημερομηνία είναι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ημερομηνία της εκπνοής της προθεσμίας που έχει ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη (7). Η προθεσμία αυτή εξέπνευσε την 1η Σεπτεμβρίου 2002. Κατά την ημερομηνία αυτή τα σχέδια προσαρμογής, των οποίων η ισχύς μπορούσε καταρχήν να επιτραπεί να διαρκέσει μέχρι τις 27 Αυγούστου 2003, εξακολουθούσαν ενδεχομένως να εφαρμόζονται, πράγμα που σημαίνει ότι υφίστατο ακόμη η νομική κατάσταση που επέκρινε η Επιτροπή.
14. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των διαδίκων που αφορούν τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας και της τροποποιημένης προκαταρκτικής παρατηρήσεως του παραρτήματος Ι της οδηγίας, επιβάλλονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις:
15. Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας προκύπτει ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνταν ήδη στα κράτη μέλη στις 31 Δεκεμβρίου 1992 (στο εξής: παλαιός εξοπλισμός) μπορούσε οπωσδήποτε, δηλαδή ανεξάρτητα από τον βαθμό επικινδυνότητάς του για τους εργαζόμενους, να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996. Σύμφωνα όμως με το αρχικό κείμενο της οδηγίας, ο παλαιός αυτός εξοπλισμός θα επιτρεπόταν να χρησιμοποιείται μετά από την 1η Ιανουαρίου 1997 μόνον αν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του παραρτήματος Ι, σημεία 2 και 3, της οδηγίας.
16. Προηγουμένως όμως άρχισε να ισχύει στις 19 Ιανουαρίου 1996 (8) η τροποποιητική οδηγία. Επειδή το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας παραπέμπει, μετά την τροποποίησή του, στο «παράρτημα Ι» της οδηγίας, το Βασίλειο της Ισπανίας είχε πλέον την εξουσία να θεσπίσει, λαμβάνοντας υπόψη την προκαταρκτική παρατήρηση που είχε προστεθεί με την τροποποιητική οδηγία, εθνικές διατάξεις για τον παλαιό εξοπλισμό. Η τροποποιημένη προκαταρκτική παρατήρηση επιτρέπει έκτοτε στα κράτη μέλη να μην απαιτούν για τους ήδη χρησιμοποιούμενους εξοπλισμούς εργασίας «αναγκαστικά τα ίδια μέτρα με τις βασικές απαιτήσεις που ισχύουν για καινουργείς εξοπλισμούς εργασίας».
17. Αφού τα κράτη μέλη μπορούσαν, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, υπό την αρχική μορφή της, να επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση παλαιού εξοπλισμού για καθορισμένο χρονικό διάστημα, έστω και αν δεν πληρούσε καθόλου τις απαιτήσεις του παραρτήματος Ι, άρα μπορούσαν οπωσδήποτε να επιτρέψουν επίσης, σύμφωνα πάντα με το αρχικό κείμενο της οδηγίας, τον παλαιό εξοπλισμό που ανταποκρινόταν εν μέρει μόνο στις απαιτήσεις που ίσχυαν για τους καινούριους εξοπλισμούς εργασίας, αφού για τους εξοπλισμούς αυτούς δεν απαιτούνταν «αναγκαστικά τα ίδια μέτρα».
18. Η προκαταρκτική παρατήρηση που προστέθηκε με την τροποποιητική οδηγία στο παράρτημα Ι της οδηγίας δεν μπορεί επομένως παρά να έχει την έννοια ότι τροποποιεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας και επιτρέπει δηλαδή στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις κατά τις οποίες ο παλαιός εξοπλισμός που –φυσικά– δεν πληροί «αναγκαστικά τις ίδιες» απαιτήσεις όπως οι καινούριοι εξοπλισμοί μπορεί να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ακόμη και μετά την 31η Δεκεμβρίου 1996, και μάλιστα, από ό,τι φαίνεται, χωρίς καταρχήν κανένα χρονικό περιορισμό. Ο παλαιός εξοπλισμός πάντως που δεν πληροί από καμία άποψη τις απαιτήσεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται μετά την 1η Ιανουαρίου 1997.
19. Από τη φράση «δεν συνεπάγονται αναγκαστικά» δεν συνάγεται πάντως κανένα στοιχείο σχετικά με τον βαθμό προστασίας των παλαιών εξοπλισμών εργασίας. Από τη φράση αυτή θα μπορούσε το πολύ να συναχθεί η γενική αρχή ότι το ζήτημα αν επιτρέπεται η χρήση παλαιού εξοπλισμού εξαρτάται μέχρι ορισμένο βαθμό από το περιεχόμενο του παραρτήματος Ι της οδηγίας. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να τίθενται ιδιαίτερα μεγάλες απαιτήσεις σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας.
20. Επομένως, το σύστημα των σχεδίων προσαρμογής φαίνεται να ανταποκρίνεται, από άποψη περιεχομένου, στις απαιτήσεις της τροποποιημένης προκαταρκτικής παρατηρήσεως του παραρτήματος Ι της οδηγίας:
Η έγκριση των σχεδίων προσαρμογής υπόκειται ρητά στην προϋπόθεση ότι ο παλιός εξοπλισμός διασφαλίζει την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων στον τόπο εργασίας. Την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων εξυπηρετεί επίσης το γεγονός ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια και την υγιεινή στον χώρο εργασίας εμπλέκονται και αυτές στο σύστημα των εν λόγω σχεδίων. Εξάλλου, η έγκριση δεν παρέχεται εφάπαξ, αλλά οι παλαιοί εξοπλισμοί εξετάζονται, πριν επιτραπεί η χρησιμοποίησή τους, σε δύο φάσεις (σχέδια προσαρμογής και ατομικές εγκρίσεις, ενδεχομένως με την επιβολή προϋποθέσεων), σε καθεμία από τις οποίες πραγματοποιείται η στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Τέλος, η ρύθμιση για τα σχέδια προσαρμογής που αφορούν τους παλαιούς εξοπλισμούς έχει περιορισμένη χρονική ισχύ.
21. Εν πάση περιπτώσει, το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τα σχέδια προσαρμογής δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
22. Η τροποποιημένη προκαταρκτική παρατήρηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας μπορεί δηλαδή να τροποποιεί το περιεχόμενο της ρυθμίσεως για τη συνέχιση της χρησιμοποιήσεως του παλαιού εξοπλισμού, αλλ’ όχι τη ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας για την ημερομηνία βάσει της οποίας καθορίζεται ποιος είναι «παλαιός» εξοπλισμός που εμπίπτει επομένως στην εξαίρεση. Ως παλαιός εξοπλισμός νοείται, όπως και πριν από την τροποποίηση, μόνο ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνταν ήδη στις 31 Δεκεμβρίου 1992 (9).
23. Το Β.Δ. καλύπτει όμως κάθε παλαιό εξοπλισμό που χρησιμοποιούνταν στις 27 Αυγούστου 1997. Επομένως, κατά την ισπανική νομοθεσία, είναι καταρχήν δυνατό να εγκριθούν σχέδια προσαρμογής που αφορούν ακόμη και εξοπλισμούς εργασίας που άρχισαν να χρησιμοποιούνται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992 και που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτουν τα σημεία 2 και 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας.
24. Κατά συνέπεια, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, σε συνδυασμό με την προκαταρκτική παρατήρηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την τροποποιητική οδηγία, διότι το Β.Δ. επιτρέπει να μην πληρούν τις προϋποθέσεις των σημείων 2 και 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας ακόμη και οι εξοπλισμοί εργασίας που άρχισαν να χρησιμοποιούνται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992.
V – Πρόταση
25. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, προβλέποντας στην παράγραφο 1 της μόνης μεταβατικής διατάξεως του βασιλικού διατάγματος 1215/1997, της 18ης Ιουλίου 1997, με το οποίο θεσπίζονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και προστασίας της υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζόμενους κατά την εργασία, μια πρόσθετη περίοδο προσαρμογής ακόμη και για τον εξοπλισμό που είχε τέθηκε στη διάθεση των εργαζομένων στην οικεία επιχείρηση ή εγκατάσταση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σε συνδυασμό με την προκαταρκτική παρατήρηση του παραρτήματος Ι, της οδηγίας 89/655/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/63/ΕΚ, της 5ης Δεκεμβρίου 1995.
2) Να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 393, σ. 13.
3 – ΕΕ L 335, σ. 28.
4 – BOE [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ισπανίας] αριθ. 188, της 7ης Αυγούστου 1997, σ. 24063.
5 – Η Επιτροπή θεώρησε μεν αρχικά, με την αιτιολογημένη γνώμη, την πρώτη αυτή γενική δωδεκάμηνη μεταβατική περίοδο (παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Β.Δ.) ως αυτοτελή παράβαση, αλλά στη συνέχεια, με το δικόγραφο της προσφυγής, περιορίστηκε ρητά στην αιτίαση σχετικά με τις διατάξεις για τα σχέδια προσαρμογής.
6 – Απόφαση C-79/95, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1996, σ. I-4679).
7 – Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-384/99, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2000, σ. I-10633, σκέψη 16).
8 – Άρχισε δηλαδή να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 191, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 254, παράγραφος 2, ΕΚ), την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο ισπανικό φύλλο η δημοσίευση πραγματοποιήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1995).
9 – Για καθαρά πρακτικούς λόγους, αυτή η συνέχιση της χρησιμοποιήσεως παλαιού εξοπλισμού θα χάνει φυσικά ολοένα και περισσότερο τη σημασία της, λόγω αποσβέσεως, φυσικής φθοράς κ.λπ.
Full & Egal Universal Law Academy