ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 1ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-177/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 7 και 8 της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες»
I – Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή, που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 141 EA, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 5, 6, 7 και 8 της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες (2) (στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
II – Η οδηγία
2. Σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει ότι παρέχονται στον πληθυσμό που ενδέχεται να πληγεί ή πλήττεται πράγματι σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες οι πληροφορίες που περιέχονται στα παραρτήματα της εν λόγω οδηγίας. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να γνωστοποιούνται στον πληθυσμό που ενδέχεται να πληγεί σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες χωρίς να χρειάζεται να υποβληθεί σχετικό αίτημα (άρθρο 5). Σε περίπτωση περιστατικού εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, πρέπει να παρέχονται «χωρίς καθυστέρηση» στον πραγματικά πληττόμενο πληθυσμό οι προβλεπόμενες στην οδηγία πληροφορίες (άρθρο 6). Τα πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να συμμετέχουν στην παροχή βοήθειας σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τους κινδύνους που διατρέχει η υγεία τους λόγω της παρέμβασής τους (άρθρο 7). Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, πρέπει να διευκρινίζεται ποιες αρχές είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή των μέτρων έκτακτης ανάγκης (άρθρο 8). Το αντικείμενο των υποχρεώσεων αυτών ενημερώσεως οριοθετείται από την έννοια της «περιπτώσεως εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες», το περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται στα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας. Οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας παρατίθενται κατωτέρω, στο πλαίσιο της συνοπτικής παρουσίασης των αιτιάσεων της Επιτροπής. Η προθεσμία για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο έληξε στις 27 Νοεμβρίου 1991.
III – Διαδικασία
3. Μετά από ανταλλαγή επιστολών με την Γαλλική Κυβέρνηση, σχετικά με τα μέτρα που θέσπισε η εν λόγω κυβέρνηση για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, και αφού εξέτασε μια σειρά σχεδιαζομένων μέτρων, τα οποία της κοινοποίησε η Γαλλική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 3, ΕΑ, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οδηγία δεν είχε ενσωματωθεί στο σύνολό της στο γαλλικό δίκαιο. Κατόπιν αυτού, στις 27 Ιουλίου 2000, απηύθυνε στη Γαλλική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης. Μετά από αίτηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε για ένα μήνα, δηλαδή μέχρι τις 27 Οκτωβρίου 2000. Θεωρώντας ότι τα μέτρα που είχε θεσπίσει η Γαλλική Κυβέρνηση μέχρι την ημερομηνία αυτή εξακολουθούσαν να είναι ανεπαρκή, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 16 Απριλίου 2003.
IV – Αιτιάσεις της Επιτροπής
4. Η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής αφορά την ελλιπή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο του ορισμού της εννοίας της «περιπτώσεως έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες», όπως διατυπώνεται στο άρθρο 2 της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως «περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες» νοείται κάθε κατάσταση:
1) που είναι συνέπεια:
α) ατυχήματος που έχει συμβεί στο έδαφος κράτους μέλους σε εγκαταστάσεις ή στα πλαίσια δραστηριοτήτων από τις αναφερόμενες στο σημείο 2 και έχει προκαλέσει ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει σημαντική διαρροή ραδιενεργών υλών ή
β) της διαπίστωσης, μέσα ή έξω από το έδαφός του, αφύσικων επιπέδων ραδιενέργειας, τα οποία είναι πιθανό να είναι επιβλαβή για τη δημόσια υγεία στο εν λόγω κράτος μέλος ή
γ) άλλων ατυχημάτων, εκτός αυτών που ορίζονται στο στοιχείο α), που έχουν συμβεί σε εγκαταστάσεις ή στα πλαίσια δραστηριοτήτων από τις αναφερόμενες στο σημείο 2 και έχουν προκαλέσει ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν σημαντική διαρροή ραδιενεργών υλών ή
δ) άλλων ατυχημάτων από τα οποία προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί σημαντική διαρροή ραδιενεργών υλών·
2) που οφείλεται στις εγκαταστάσεις και δραστηριότητες που αναφέρονται στο σημείο 1, στοιχεία α΄ και γ΄, και που είναι οι εξής:
α) οποιοσδήποτε πυρηνικός αντιδραστήρας, όπου και αν βρίσκεται,
β) οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση που έχει σχέση με τον κύκλο των πυρηνικών καυσίμων,
γ) οποιαδήποτε εγκατάσταση διαχείρισης ραδιενεργών καταλοίπων,
δ) μεταφορά και αποθήκευση πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών καταλοίπων,
ε) κατασκευή, χρησιμοποίηση, αποθήκευση, διάθεση και μεταφορά ραδιοϊσοτόπων για γεωργικούς, βιομηχανικούς, ιατρικούς και συναφείς προς αυτούς επιστημονικούς και ερευνητικούς σκοπούς και
στ) χρησιμοποίηση ραδιοϊσοτόπων για παραγωγή ενέργειας σε διαστημικά οχήματα.»
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το εύρος των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που θέσπισε η Γαλλική Δημοκρατία είναι πιο περιορισμένο από το εύρος των διατάξεων της οδηγίας. Κατ’ αρχάς, δεν καλύπτουν όλες τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία δ΄, ε΄ και στ΄, της οδηγίας. Δεύτερον, τα εν λόγω μέτρα αφορούν μόνο πυρηνικούς αντιδραστήρες θερμικής ισχύος άνω των 10 MW, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας σαφώς αφορά οποιονδήποτε πυρηνικό αντιδραστήρα. Τρίτον, σε αντίθεση με τα οριζόμενα στην οδηγία, τα μέτρα μεταφοράς στο γαλλικό δίκαιο αφορούν μόνον περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που έχουν σχέση με εγκαταστάσεις και δραστηριότητες εντοπιζόμενες στο γαλλικό έδαφος.
5. Η δεύτερη αιτίαση αφορά τη μη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο του άρθρου 3 της οδηγίας, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, οι όροι «σημαντική διαρροή ραδιενεργών υλών» και «αφύσικα επίπεδα ραδιενέργειας τα οποία είναι πιθανό να είναι επιβλαβή για τη δημόσια υγεία» καλύπτουν τις καταστάσεις που ενδέχεται να επιφέρουν έκθεση του κοινού σε ποσότητες ακτινοβολίας υπερβαίνουσες τα όρια που προβλέπουν οι οδηγίες οι οποίες καθορίζουν τις βασικές κοινοτικές προδιαγραφές ασφαλείας στον τομέα της προστασίας από ακτινοβολίες.»
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η γαλλική νομοθεσία δεν περιέχει ορισμό των εννοιών «σημαντική διαρροή ραδιενεργών υλών» και «αφύσικα επίπεδα ραδιενέργειας τα οποία είναι πιθανό να είναι επιβλαβή για τη δημόσια υγεία». Με βάση τις έννοιες αυτές, σε συνδυασμό με την έννοια «περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολία», προσδιορίζεται υπό ποιες περιστάσεις υφίστανται οι υποχρεώσεις ενημερώσεως. Επομένως, οι εν λόγω ορισμοί επιβάλλεται να περιέχονται στα εθνικά μέτρα μεταφοράς των διατάξεων της οδηγίας.
6. Η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι συναφής με τις δύο προηγούμενες αιτιάσεις και αφορά τη μεταφορά του άρθρου 5, σύμφωνα με το οποίο:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο πληθυσμός που ενδέχεται να πληγεί σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες να ενημερώνεται για τα μέτρα προστασίας της υγείας που εφαρμόζονται στην περίπτωσή του και για τη συμπεριφορά που θα πρέπει να ακολουθήσει σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες.
2. Οι παρεχόμενες πληροφορίες αφορούν τουλάχιστον τα σημεία που περιέχονται στο παράρτημα Ι.
3. Οι πληροφορίες αυτές γνωστοποιούνται στον πληθυσμό για τον οποίο γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 χωρίς να χρειάζεται να το ζητήσει.
4. Τα κράτη μέλη αναπροσαρμόζουν τις πληροφορίες και τις γνωστοποιούν σε τακτά χρονικά διαστήματα καθώς και όποτε επέρχονται σημαντικές αλλαγές στα περιγραφόμενα μέτρα. Οι πληροφορίες αυτές είναι διαρκώς προσιτές στο κοινό.»
Συνεπεία του ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας δεν μεταφέρθηκαν πλήρως στο γαλλικό δίκαιο, οι διατάξεις που θεσπίστηκαν για τη μεταφορά του άρθρου 5 δεν ισχύουν για όλες τις εγκαταστάσεις και δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 2. Τούτο σημαίνει ότι ορισμένες ομάδες του πληθυσμού που ενδέχεται να πληγούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες δεν καλύπτονται από τα εθνικά μέτρα μεταφοράς των διατάξεων της οδηγίας.
7. Η τέταρτη αιτίαση αφορά την μεταφορά του άρθρου 6, σύμφωνα με το οποίο:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, μόλις συμβεί περιστατικό εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, να ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση ο πραγματικά πληττόμενος πληθυσμός σχετικά με τα δεδομένα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, τη συμπεριφορά που θα πρέπει να ακολουθήσει και τα μέτρα που θα επιβληθούν, ανάλογα με την περίπτωση, για την προστασία της υγείας του.
2. Η διάδοση των πληροφοριών αφορά, ανάλογα με την περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες, τα σχετικά σημεία που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ.»
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6 της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε ορθά στο εθνικό δίκαιο, καθότι τα θεσπισθέντα από τη Γαλλική Δημοκρατία μέτρα δεν εξασφαλίζουν τη «χωρίς καθυστέρηση» ενημέρωση του πληθυσμού που πλήττεται πραγματικά από το περιστατικό έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες. Κατά τις σχετικές διατάξεις του διατάγματος 90-394 περί των μέτρων συναγερμού και έκτακτης ανάγκης, ο πληθυσμός ενημερώνεται εντός των προθεσμιών που ορίζει ο υπουργός ή ο νομάρχης.
8. Η πέμπτη αιτίαση αφορά την μεταφορά του άρθρου 7, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα που δεν ανήκουν στο προσωπικό των εγκαταστάσεων ή/και δεν συμμετέχουν στις δραστηριότητες οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 2, σημείο 2, αλλά τα οποία ενδέχεται να συμμετέχουν στην οργάνωση της βοήθειας σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες, να λαμβάνουν κατάλληλες πληροφορίες, τακτικά προσαρμοζόμενες στα νέα δεδομένα, σχετικά με τους κινδύνους που διατρέχει η υγεία τους λόγω της παρέμβασης και τα προληπτικά μέτρα που πρέπει να λάβουν στην περίπτωση αυτή· η ενημέρωση αυτή λαμβάνει υπόψη τις διάφορες περιπτώσεις εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες που είναι δυνατό να ανακύψουν.
2. Οι προαναφερόμενες πληροφορίες συμπληρώνονται, μόλις συμβεί περιστατικό εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, με κατάλληλες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη περίπτωση.»
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 7 δεν μεταφέρθηκε εξ ολοκλήρου στο γαλλικό δίκαιο. Μία εγκύκλιος που εκδόθηκε το 1987 δεν επαρκεί για να επιτευχθούν οι στόχοι της εν λόγω διατάξεως, καθότι δεν εξασφαλίζει την τήρηση της αρχής της ασφαλείας δικαίου που έχει καθιερωθεί και παγιωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου.
9. Η έκτη και τελευταία αιτίαση της Επιτροπής αφορά τη μεταφορά του άρθρου 8, σύμφωνα με το οποίο:
«Στις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6 και 7 περιλαμβάνονται και οι αρχές οι οποίες είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των μέτρων που περιγράφονται στα άρθρα αυτά.»
Η Επιτροπή δέχεται ότι το άρθρο 8 μεταφέρθηκε ορθά το 2002, κατά το μέρος που αφορά τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5, αλλά όχι και κατά το μέρος που αφορά τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 6 και 7. Η συνήθως ακολουθούμενη στη Γαλλία πρακτική να περιέχεται στο πληροφοριακό υλικό (π.χ. έντυπες ανακοινώσεις) γνωστοποίηση των εκάστοτε αρμοδίων αρχών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επαρκεί στην προκειμένη περίπτωση.
V – Τα επιχειρήματα που αντιτείνει η Γαλλική Δημοκρατία
10. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται μια σειρά μέτρων που θεσπίστηκαν με σκοπό τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο γαλλικό δίκαιο. Όλα αυτά τα μέτρα υιοθετήθηκαν μετά τις 27 Οκτωβρίου 2000, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας που όρισε η Επιτροπή στην από 27 Ιουλίου 2000 αιτιολογημένη γνώμη της και της μεταγενέστερης παράτασης. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τη βασιμότητα της πέμπτης αιτιάσεως και δηλώνει ότι προτίθεται να τροποποιήσει το άρθρο R.1333-85 του Κώδικα περί προστασίας της δημόσιας υγείας, προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως με το άρθρο 7 της οδηγίας.
11. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι ο ορισμός της εννοίας της «περιπτώσεως εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες» ενσωματώθηκε εν τω μεταξύ στον Κώδικα περί προστασίας της δημόσιας υγείας, με το διάταγμα 2003-295, της 31ης Μαρτίου 2003, και ότι οι εγκαταστάσεις και οι δραστηριότητες τις οποίες αφορά αντιστοιχούν στις εγκαταστάσεις και δραστηριότητες που απαριθμούνται στην οδηγία, όπως αποδεικνύεται από το διάταγμα 2002-367, της 20ής Μαρτίου 2002, με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα 88-622, περί σχεδίων για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης μεταφορά της οδηγίας. Ενώ το εν λόγω διάταγμα προβλέπει (στο άρθρο 6) την κατάρτιση ειδικών σχεδίων επέμβασης [plans particuliers d'intervention] (στο εξής: «PPI») σε σχέση με ορισμένες εγκαταστάσεις, το άρθρο 12 του εν λόγω διατάγματος συμπληρώνει τη διάταξη αυτή προβλέποντας την κατάρτιση εξειδικευμένων σχεδίων για την παροχή βοήθειας [plans de secours spécialisés ή (PSS)] για την αντιμετώπιση κινδύνων τεχνολογικής αιτιολογίας, οι οποίοι δεν καλύπτονται από σχέδιο PPI. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης πρόσφατες ρυθμίσεις που περιέχονται σε κανονιστική απόφαση (arrêté) της 2ας Ιουνίου 2003.
12. Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο R.43-71 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο R.1333-76) του Κώδικα περί προστασίας της δημόσιας υγείας, το οποίο θεσπίστηκε με το διάταγμα 2003-295, της 31ης Μαρτίου 2003, και το άρθρο 16 της κανονιστικής αποφάσεως της 2ας Ιουνίου 2003. Και οι δύο αυτές διατάξεις κάνουν λόγο, με μικρές διαφορές στη διατύπωση, για «σημαντική εκπομπή ραδιενεργών υλών» και για «ασυνήθη επίπεδα ραδιενέργειας που είναι πιθανό να είναι επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία».
13. Απαντώντας στην τρίτη αιτίαση, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, κατά τα άρθρα 9 και 12 του διατάγματος 88-622 περί σχεδίων για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως τροποποιήθηκε το 2002, καλύπτονται πλέον όλες οι εγκαταστάσεις, γεγονός που εξασφαλίζει την ενημέρωση του πληθυσμού και τη λήψη μέτρων σύμφωνα με την οδηγία. Επιπλέον, στο άρθρο L.125-2 του κώδικα περί προστασίας του περιβάλλοντος, αναγνωρίζεται το δικαίωμα των πολιτών να ενημερώνονται σχετικά με τους μείζονες κινδύνους τεχνολογικής αιτιολογίας στους οποίους υπόκεινται σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές και σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας που ισχύουν στην περίπτωσή τους.
14. Όσον αφορά την τέταρτη αιτίαση, η Γαλλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι μία κανονιστική απόφαση (arrêté) της 30ής Νοεμβρίου 2001 προβλέπει την εγκατάσταση συστημάτων συναγερμού (σειρήνων) γύρω από τις πυρηνικές μονάδες για τις οποίες ισχύουν σχέδια PPI. Δεδομένου ότι η ενεργοποίηση των σειρήνων σε περίπτωση καταστάσεως έκτακτης ανάγκης θέτει σε κίνηση τη διαδικασία εφαρμογής του σχεδίου PPI, θεωρεί ότι, σε γενικές γραμμές, τηρείται η υποχρέωση για ενημέρωση «χωρίς καθυστέρηση» του πληθυσμού που πλήττεται πράγματι από την κατάσταση εκτάκτου κινδύνου. Επικαλείται, επίσης, το διάταγμα 2001-368, της 25ης Απριλίου 2001, με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα 90-394 περί των μέτρων συναγερμού και έκτακτης ανάγκης, το οποίο μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 6 της οδηγίας, προβλέποντας την παροχή στον πληθυσμό τριών διαφορετικών τύπων πληροφοριών σε περίπτωση συναγερμού.
15. Όσον αφορά, τέλος, την έκτη αιτίαση της Επιτροπής, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 της οδηγίας έχει πλέον μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο με κανονιστική απόφαση (arrêté) της 21ης Φεβρουαρίου 2002.
VI – Εκτίμηση
16. Όπως προεκτέθηκε, όλα τα βασικά μέτρα που προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση ως μέτρα αποσκοπούντα στην ολοκλήρωση της μεταφοράς των διατάξεων της οδηγίας στο γαλλικό δίκαιο θεσπίστηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2000. Δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, μετά από τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, οι διατάξεις της οδηγίας έχουν μεταφερθεί πλέον πλήρως στο εθνικό δίκαιο, με το υπόμνημά της απαντήσεως, καταλήγει ότι η Επιτροπή πρέπει να αποσύρει την προσφυγή της και όχι ότι το Δικαστήριο πρέπει να την απορρίψει. Από το γεγονός αυτό μπορεί μάλλον να συναχθεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τη βασιμότητα των αιτιάσεων της Επιτροπής. Ωστόσο, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, ζητεί την απόρριψη των κατ’ ιδίαν αιτιάσεων (με εξαίρεση την πέμπτη από αυτές), παρά το γεγονός ότι, εν κατακλείδι, δηλώνει ότι εμμένει στα συμπεράσματα του υπομνήματος αντικρούσεως στο σύνολό τους, δηλαδή στο ότι η Επιτροπή πρέπει να αποσύρει την προσφυγή της.
17. Η Επιτροπή τονίζει ότι τα μέτρα που επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση τέθηκαν σε ισχύ μετά την παρέλευση της προθεσμίας που οριζόταν στην αιτιολογημένη γνώμη της. Μολονότι το γεγονός αυτό και μόνον αρκεί για να θεμελιώσει την εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας παράβαση της υποχρεώσεώς της για πλήρη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα εκπροθέσμως ληφθέντα μέτρα εξακολουθούν να είναι ανεπαρκή. Κατά συνέπεια, χρησιμοποιεί το υπόμνημά της απαντήσεως για να σχολιάσει τα εν λόγω μέτρα, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να ωθήσει τη Γαλλική Κυβέρνηση να συμμορφωθεί πλήρως και με τον κατάλληλο τρόπο με τις διατάξεις της οδηγίας.
18. Από τα κανονιστικά κείμενα και τα λοιπά έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε κάποια πρόοδος κατά τη διάρκεια των τριών ετών που μεσολάβησαν αφότου έληξε η προθεσμία που τέθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι το γεγονός αυτό αναγνωρίστηκε από την Επιτροπή. Χωρίς να κρίνεται αν η πρόοδος αυτή ήταν επαρκής ή όχι για να εξασφαλίσει την πλήρη συμμόρφωση με την οδηγία, φαίνεται ότι η διάσταση απόψεων μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής έχει περιοριστεί σημαντικά. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της μη συμμορφώσεως με την οδηγία σταδιακά εκλείπει. Μολονότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να αποφασίσει αν θα κινήσει ή όχι τη διαδικασία της προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους και αν θα τη συνεχίσει, φρονώ ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται με τρόπο που εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του εκάστοτε λαμβανομένου μέτρου σε σχέση με το υφιστάμενο πρόβλημα. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, δεν είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι η τυπική διαπίστωση από το Δικαστήριο του γεγονότος ότι η καθής δεν συμμορφώθηκε με την οδηγία μέχρι τις 27 Οκτωβρίου 2000 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, εκτός εάν πρόκειται να αποτελέσει το έρεισμα για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ.
19. Σε κάθε περίπτωση, κατά πάγια νομολογία, αν ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη πρέπει να κρίνεται με βάση την κατάσταση που υφίσταται στο εν λόγω κράτος μέλος κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται στην αιτιολογημένη γνώμη και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπ’ όψη τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές (3). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στη συζήτηση μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής όσον αφορά την επάρκεια των μέτρων που θεσπίστηκαν μετά τις 27 Οκτωβρίου 2000. Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση της παρούσας υποθέσεως.
20. Εφόσον είναι προφανές ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίστηκε στην αιτιολογημένη γνώμη και στη συνέχεια παρατάθηκε κατά ένα μήνα, η γαλλική νομοθεσία δεν είχε εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση, στη Γαλλική Δημοκρατία, των υποχρεώσεων πληροφόρησης που προβλέπει η οδηγία, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής για τη διαπίστωση παραβάσεως εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας.
VII – Συμπέρασμα
21. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 7 και 8 της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και
– να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 357, σ. 31.
3 – Βλ. ιδίως την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑384/99 (Συλλογή 2000, σ. I-10633, σκέψη 16).
Full & Egal Universal Law Academy