ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 24ης Φεβρουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-199/03
Ιρλανδία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο – Προσφυγή ακυρώσεως – Μείωση χρηματοδοτικής συνδρομής – Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών – Αναλογικότητα – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
I – Εισαγωγή
1. Με προσφυγή της 13ης Μαΐου 2003, η Ιρλανδία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 EΚ, την ακύρωση της αποφάσεως C(2003) 99 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, περί μειώσεως της συνδρομής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής: ΕΚΤ) για τρία λειτουργικά προγράμματα που αφορούν, αντιστοίχως, την ανάπτυξη των ανθρωπίνων πόρων, τον τουρισμό και τη βιομηχανική ανάπτυξη (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
II – Νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (2), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (3) (στο εξής: κανονισμός 2052/88), ορίζει τα εξής:
«Η κοινοτική δράση θεωρείται ως συμπλήρωμα ή συμβολή στις αντίστοιχες δράσεις των κρατών μελών. Αυτό επιτυγχάνεται με τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Επιτροπή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς –συμπεριλαμβανομένων, στα πλαίσια των διαδικασιών που παρέχονται από τους θεσμικούς κανόνες και την πρακτική κάθε κράτους μέλους, των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων– που ορίζονται από το κράτος μέλος σε εθνικό περιφερειακό, τοπικό ή άλλο επίπεδο· όλα τα μέρη αποτελούν εταίρους κατά την επιδίωξη ενός κοινού σκοπού. Η συνεργασία αυτή καλείται στο εξής “εταιρική σχέση”. Η εταιρική σχέση καλύπτει την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την εκ των προτέρων εκτίμηση, την παρακολούθηση και την εκ των υστέρων αξιολόγηση των ενεργειών.
Η εταιρική σχέση οργανώνεται με πλήρη τήρηση των αντίστοιχων θεσμικών, νομικών και δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων καθενός των εταίρων».
3. Το άρθρο 13, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού καθορίζει, εν συνεχεία, το ανώτατο όριο της κοινοτικής συμμετοχής στο πλαίσιο των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων σε ποσοστό 75 % του συνολικού κόστους των δημοσίων δαπανών για τα μέτρα υπέρ των περιφερειών που μπορούν να λάβουν ενίσχυση στο πλαίσιο του «στόχου αριθ. 1» (4). Κατά την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999, η Ιρλανδία είχε δικαίωμα να λάβει τέτοιου είδους ενίσχυση.
4. Επιβάλλεται, εν συνεχεία, η αναφορά στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988 (5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (6) (στο εξής: κανονισμός 4253/88), ο οποίος περιλαμβάνει διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88, σχετικά με τον συντονισμό μεταξύ των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων, αφενός, και μεταξύ των παρεμβάσεων αυτών των ταμείων και των παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, αφετέρου.
5. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Η χρηματοδοτική συμμετοχή των ταμείων υπολογίζεται ή σε σχέση με το συνολικό επιλέξιμο κόστος ή σε σχέση με το σύνολο των δημόσιων ή εξομοιούμενων επιλέξιμων δαπανών (εθνικών, περιφερειακών ή τοπικών και κοινοτικών) για κάθε ενέργεια (λειτουργικό πρόγραμμα, καθεστώς ενισχύσεων, συνολική επιχορήγηση, σχέδιο, τεχνική βοήθεια ή μελέτη)».
6. Ο τίτλος VΙ («Χρηματοδοτικές διατάξεις») του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνει κανόνες σχετικούς με τον δημοσιονομικό έλεγχο (άρθρο 23) και τη μείωση, αναστολή και κατάργηση της συνδρομής (άρθρο 24).
7. Το άρθρο 23 ορίζει:
«1. Για να εξασφαλίζεται η επιτυχία των δράσεων που εκτελούν δημόσιοι ή ιδιωτικοί επιχειρηματικοί φορείς, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά την υλοποίηση των δράσεων, τα αναγκαία μέτρα ώστε:
– να εξακριβώνεται τακτικά ότι οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα έχουν εκτελεσθεί σωστά,
– να προλαμβάνονται και να διώκονται οι παρατυπίες,
– να ανακτώνται τα απολεσθέντα κεφάλαια λόγω κατάχρησης ή παράλειψης. Το κράτος μέλος ευθύνεται επικουρικά για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, εκτός αν το κράτος μέλος και/ή ο ενδιάμεσος και/ή ο επιχειρηματικός φορέας αποδείξουν ότι δεν ευθύνονται για την κατάχρηση ή την παράλειψη [...].
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα μέτρα που λαμβάνονται για τον σκοπό αυτό και, κυρίως, κοινοποιούν στην Επιτροπή την περιγραφή των συστημάτων ελέγχου και διαχείρισης που θεσπίζονται για να εξασφαλιστεί αποτελεσματική υλοποίηση των ενεργειών. Ενημερώνουν την Επιτροπή για την πορεία των διοικητικών και νομικών διώξεων. Τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλες τις κατάλληλες εθνικές εκθέσεις σχετικά με τον έλεγχο των μέτρων που προβλέπονται στα σχετικά προγράμματα ή ενέργειες.
[...]
2. Με την επιφύλαξη των ελέγχων που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και με την επιφύλαξη του άρθρου 206 της Συνθήκης και κάθε ελέγχου που διεξάγεται δυνάμει του άρθρου 209, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης, μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να ασκούν επιτόπιους ελέγχους, ιδίως με δειγματοληψία, των ενεργειών που χρηματοδοτούν τα διαρθρωτικά ταμεία και των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.
Πριν τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου, η Επιτροπή ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ώστε να της παράσχει κάθε αναγκαία βοήθεια. Η χωρίς προειδοποίηση διενέργεια ενδεχόμενων επιτόπιων ελέγχων από την Επιτροπή διέπεται από συμφωνίες που συνάπτονται βάσει του δημοσιονομικού κανονισμού στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης. Στον έλεγχο μπορούν να πάρουν μέρος μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι του κράτους μέλους
Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο για να διαπιστώσει την κανονικότητα της αίτησης πληρωμής. Στους ελέγχους αυτούς μπορούν να συμμετέχουν μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής. Η συμμετοχή τους είναι υποχρεωτική, εφόσον το ζητήσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος
Η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι έλεγχοι που διενεργεί να πραγματοποιούνται με συντονισμένο τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η επανάληψη των ελέγχων για το ίδιο θέμα και κατά τη διάρκεια της ιδίας χρονικής περιόδου. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή κοινοποιούν αμοιβαία, χωρίς καθυστέρηση, όλες τις προσήκουσες πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των διεξαχθέντων ελέγχων.
3. Επί τρία έτη μετά την τελευταία πληρωμή για μια δράση, ο αρμόδιος οργανισμός και αρχές τηρούν στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα τα σχετικά με τις δαπάνες και τους ελέγχους που αφορούν την εν λόγω δράση».
8. Το άρθρο 24 ορίζει τα εξής
«1. Αν η υλοποίηση δράσης ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περίπτωσης στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις λοιπές αρμόδιες αρχές που αυτό ορίζει για την υλοποίηση της δράσης να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός τακτής προθεσμίας.
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή [να] αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή το σχετικό μέτρο, αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή της φύσης ή των συνθηκών υλοποίησης της δράσης ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
3. Κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαίτησης ως αχρεωστήτως καταβληθέν πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή.
[...]».
9. Επιβάλλεται, περαιτέρω, να υπομνησθεί ο κανονισμός (ΕΚ) 2064/97 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 1997, για τον καθορισμό των λεπτομερών διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, όσον αφορά τον δημοσιονομικό έλεγχο των δράσεων που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία ο οποίος διενεργείται από τα κράτη μέλη (7) (στο εξής: κανονισμός 2064/97).
10. Ειδικότερα, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι τα συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου των κρατών μελών πρέπει να «παρέχουν επαρκή διαδρομή ελέγχου», ήτοι μια σαφή και συγκεκριμένη διαδικασία μέσω της οποίας τα κράτη μέλη να μπορούν να «παρακολουθ[ούν] τα στοιχεία από την είσοδό τους μέσα σε ένα σύστημα διαχειρίσεως και εσωτερικού ελέγχου μέχρι την έξοδό τους» (8).
11. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, η διαδρομή ελέγχου είναι επαρκής όταν επιτρέπει:
«α) [να εξακριβώνεται η] συμφωνία των συνολικών ποσών που πιστοποιήθηκαν στην Επιτροπή με τις μεμονωμένες εγγραφές δαπανών και τα δικαιολογητικά έγγραφα στα διάφορα επίπεδα διαχείρισης και στους τελικούς δικαιούχους·
β) την επαλήθευση της κατανομής και των μεταφορών των διαθέσιμων κοινοτικών και εθνικών πόρων».
12. Τέλος, επιβάλλεται η μνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1866/90 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1990 (9), περί ρυθμίσεων σχετικά με τη χρησιμοποίηση του Ecu στην εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων (στο εξής: κανονισμός 1866/90). Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη που υποβάλλουν τις δηλώσεις τους δαπανών σε Ecu, μετατρέπουν σε Ecu τα ποσά των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε εθνικό νόμισμα, χρησιμοποιώντας την τιμή συναλλάγματος που ισχύει κατά τον μήνα στη διάρκεια του οποίου οι εν λόγω δαπάνες έχουν καταχωρ[ιστεί] στα λογιστικά βιβλία των οργανισμών που είναι υπεύθυνοι για τη χρηματοδοτική διαχείριση των προγραμμάτων. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή ενημερώνει κάθε μήνα τα κράτη μέλη σχετικά με τον συντελεστή που εφαρμόζεται».
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
13. Με την απόφαση 94/626/ΕΚ της 13ης Ιουλίου 1994, η Επιτροπή θέσπισε το κοινοτικό πλαίσιο στήριξης για τις κοινοτικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στις ιρλανδικές περιφέρειες τις οποίες αφορά ο στόχος αριθ. 1, ήτοι στο σύνολο της ιρλανδικής επικράτειας (10), για την περίοδο προγραμματισμού από 1η Ιανουαρίου 1994 έως 31 Δεκεμβρίου 1999.
14. Κατ’ εφαρμογή του μέτρου αυτού και με τρεις διαφορετικές αποφάσεις, η Επιτροπή χορήγησε το 1994, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΚΤ συνολικού ύψους 1 897 206 226 ευρώ για λειτουργικά προγράμματα που αφορούσαν την ανάπτυξη των ανθρωπίνων πόρων (11), τον τουρισμό (12) και τη βιομηχανική ανάπτυξη (13) .
15. Η αρχή διαχειρίσεως στην οποία η Ιρλανδία είχε αναθέσει την υλοποίηση των συγχρηματοδοτούμενων από το ΕΚΤ σχεδίων ήταν το Departement of Enterprise, Trade and Employement (στο εξής: DETE).
16. Κατά το διάστημα από 6 έως 10 Νοεμβρίου και από 4 έως 6 Δεκεμβρίου 2000, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, επιτόπιους ελέγχους και έρευνες στο Δουβλίνο σχετικά με τις συγχρηματοδοτηθείσες από το ΕΚΤ δράσεις για την περίοδο 1994- 1998. Οι έλεγχοι αυτοί αφορούσαν, ειδικότερα, τις δράσεις που είχαν αναλάβει το National Training and Development Institute (στο εξής: NTDI) και η Central Remedial Clinic, υπό την ευθύνη του National Rehabilitation Board. Κατά τους ελέγχους αυτούς, η Επιτροπή εξέτασε επίσης την παρασχεθείσα από το DETE «διαδρομή ελέγχου», προκειμένου να επαληθεύσει την αντιστοιχία μεταξύ των καταβληθέντων από την Επιτροπή ποσών και του ποσού που είχαν ζητήσει οι διάφοροι τελικοί δικαιούχοι που μετείχαν στα τρία επίμαχα λειτουργικά προγράμματα.
17. Κατόπιν αυτών των ελέγχων, η Επιτροπή διαπίστωσε ορισμένες παρατυπίες στις αιτήσεις χρηματοοικονομικής συνδρομής του ΕΚΤ για τα τρία λειτουργικά προγράμματα.
18. Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι:
α) Το NTDI δεν είχε δηλώσει –στο πλαίσιο του λειτουργικού προγράμματος για την ανάπτυξη των ανθρωπίνων πόρων– το σύνολο των πραγματικώς διαθέσιμων εθνικών πόρων, αλλά μόνον τους πόρους που κάλυπταν το 25 % του συνολικού κόστους της χρηματοδοτήσεως, ήτοι το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής εθνικών ταμείων το οποίο απαιτείται προκειμένου να είναι δυνατή η συγχρηματοδότηση από το ΕΚΤ υπό το καθεστώς του «στόχου 1». Η εν λόγω παρατυπία είχε οδηγήσει, ως εκ τούτου, στην υποβολή αιτήσεως για υπερβολικά υψηλή κοινοτική συμμετοχή στο σχέδιο.
β) Το DETE –αφού εφάρμοσε ορθώς τον μηχανισμό μετατροπής σε Ecu του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1866//90– προέβη σε διορθώσεις των ποσών που είχαν προκύψει από τη μετατροπή αυτή, μεταφέροντας ένα τμήμα των μη συγχρηματοδοτούμενων δημοσίων δαπανών στις συγχρηματοδοτούμενες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μεγιστοποίησε την αρχικώς προβλεφθείσα συμμετοχή του ΕΚΤ στα τρία λειτουργικά προγράμματα, προβαίνοντας, ως εκ τούτου, στην υποβολή αιτήσεων για υπερβολικά υψηλές συγχρηματοδοτήσεις.
γ) Οι προαναφερθείσες παρατυπίες είχαν αμφότερες ως αποτέλεσμα –στο πλαίσιο των δράσεων τις οποίες είχαν αναλάβει το NTDI και το DETE– αλλοιώσεις της «διαδρομής ελέγχου», καθόσον δεν επέτρεπαν τον έλεγχο της αντιστοιχίας μεταξύ των πραγματοποιηθεισών δαπανών και των συγχρηματοδοτήσεων για τις οποίες είχαν υποβληθεί αιτήσεις.
19. Βάσει αυτών των διαπιστώσεων, η Επιτροπή κατάρτισε έκθεση λογιστικού ελέγχου –αντίγραφο της οποίας απέστειλε στις ιρλανδικές αρχές στις 13 Φεβρουαρίου 2001– και κάλεσε το DETE να υποβάλει συναφώς τις παρατηρήσεις του.
20. Το DETE, κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε επί των παρατυπιών για τις οποίες έκανε λόγο η ως άνω έκθεση, γνωστοποίησε με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2001 τη θέση του επί των αιτιάσεων της Επιτροπής.
21. Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι έρευνες αυτές δεν προσέφεραν κανένα νέο στοιχείο, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88 και, με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 2002, κοινοποίησε την απόφασή της στις ιρλανδικές αρχές, καλώντας τις να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
22. Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 2002, το περιεχόμενο του οποίου συμπληρώθηκε με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 2002, το DETE επισήμανε τα εξής:
α) Οι αρχικές αιτήσεις για συγχρηματοδότηση από το ΕΚΤ τις οποίες είχε υποβάλει το NTDI δεν ήταν σύμφωνες με την ορθή διαχειριστική πρακτική του ΕΚΤ και για τον λόγο αυτόν είχαν υποβληθεί εκ νέου κατόπιν λεπτομερών ελέγχων, όσον αφορά τουλάχιστον τα έτη 1998 και 1997. Αντιθέτως, δεν είχε καταστεί δυνατή η διενέργεια ελέγχων με τον ίδιο βαθμό ακριβείας για τα προ του 1997 έτη, κυρίως λόγω της αλλαγής του πληροφορικού συστήματος προϋπολογισμού του NTDI, η οποία είχε προκαλέσει την απώλεια πολλών δεδομένων. Για την ανασύνθεση του χρηματοοικονομικού πλαισίου της περιόδου 1994-1996, η Ιρλανδία είχε καταφύγει ως εκ τούτου, σε μεθόδους γενικεύσεως οι οποίες, ωστόσο, επέτρεπαν την εξακρίβωση του συννόμου των εγκριθεισών χρηματοδοτήσεων.
β) Μολονότι ο εφαρμοσθείς από το DETE μηχανισμός διορθώσεως των αιτήσεων συγχρηματοδοτήσεως του ΕΚΤ δεν ήταν ο προσήκων, δεν υπήρξε, εν πάση περιπτώσει, καμία αχρεώστητη ή καταχρηστική χορήγηση κοινοτικής χρηματοδοτήσεως.
γ) Από τους ελέγχους των ιρλανδικών αρχών είχε προκύψει ότι όλες οι αιτήσεις χρηματοδοτήσεως ανταποκρίνονταν σε επιλέξιμες δαπάνες και, ως εκ τούτου, θεραπεύονταν οι διαπιστωθείσες από την Επιτροπή ακούσιες παραποιήσεις της «διαδρομής ελέγχου».
23. Τέλος, στις 27 Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή, αφού εξέτασε την απάντηση των ιρλανδικών αρχών, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία μείωσε κατά 15 614 261 ευρώ το συνολικό ποσό της χορηγηθείσας από το ΕΚΤ συνδρομής για τα τρία λειτουργικά προγράμματα, λόγω των παρατυπιών που είχαν εντοπιστεί στην εκτέλεση των συγκεκριμένων προγραμμάτων και στις σχετικές αιτήσεις χρηματοδοτήσεως.
24. Με προσφυγή που άσκησε στις 13 Μαΐου 2003, η Ιρλανδία ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή αντιτάχθηκε βεβαίως στα αιτήματα αυτά, ζητώντας την απόρριψη της προσφυγής ως εν όλω αβάσιμης και την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
25. Mετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, κατά την οποία υποβλήθηκαν επίσης υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως, οι διάδικοι αγόρευσαν κατά την προφορική διαδικασία της 13ης Ιανουαρίου 2005.
IV – Νομική ανάλυση
1) Επί του προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως
26. Mε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, επιβάλλοντας την επίμαχη χρηματοοικονομική διόρθωση, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα και σε νομική πλάνη.
27. Ειδικότερα, η εν λόγω Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διαπιστωθείσες από την Επιτροπή παρατυπίες συνιστούν στην πραγματικότητα λάθη αμιγώς «τεχνικής» ή «διαδικαστικής» φύσεως τα οποία δεν είχαν κανέναν ουσιώδη αντίκτυπο στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ειδικότερα, οι εν λόγω «πλημμέλειες» δεν θα έπρεπε να εξομοιωθούν με κατά κυριολεξία «παρατυπίες», οι οποίες θα δικαιολογούσαν τη μείωση της κοινοτικής συνδρομής.
28. Οι ιρλανδικές αρχές ισχυρίζονται, τέλος, ότι η Επιτροπή αρνήθηκε αδικαιολόγητα να λάβει υπόψη τις εξηγήσεις και τους διορθωτικούς υπολογισμούς που παρουσίασαν προκειμένου να αποδείξουν ότι οι διαπιστωθείσες παρατυπίες δεν οδήγησαν σε αχρεώστητη ή καταχρηστική χρηματοδότηση από το ΕΚΤ.
29. Πρέπει, εκ προοιμίου, να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως δεν είναι πειστικά.
30. Η Επιτροπή αποφάσισε, πράγματι, να μειώσει τη χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΚΤ βάσει μιας εκθέσεως λογιστικού ελέγχου (14) η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατέδειξε τρία είδη παρατυπιών κατά την εκτέλεση των λειτουργικών προγραμμάτων (βλ., ανωτέρω, σημείο 17). Εντούτοις, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, οι ιρλανδικές αρχές δεν αμφισβήτησαν ούτε την ύπαρξη ούτε τον συστηματικό χαρακτήρα αυτών των παρατυπιών, αλλά προσπάθησαν απλώς να αποδείξουν τον περιορισμένο αντίκτυπό τους επί των χρηματοδοτικών συνδρομών.
31. Επομένως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα Κυβέρνηση δέχθηκε τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων από την Επιτροπή ελέγχων. Είναι, εν πάση περιπτώσει, βέβαιο ότι η Επιτροπή, διαπιστώνοντας συστηματικές παραλείψεις κατά την εκτέλεση των ως άνω προγραμμάτων, δεν υπέπεσε σε σφάλμα, καθόσον, επαναλαμβάνω, οι ίδιες οι ιρλανδικές αρχές αναγνώρισαν ρητώς τις παραλείψεις αυτές.
32. Όπως όμως έχει επανειλημμένως υπενθυμίσει το Δικαστήριο, οσάκις η Επιτροπή διαπιστώνει παρατυπίες στην εκ μέρους κράτους μέλους διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, «υποχρεούται να προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών που υποβάλλει το κράτος μέλος» (15). Πρόκειται, εξάλλου, για τη ρητή επιταγή της αρχής της «χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως» του άρθρου 274 ΕΚ και, ειδικότερα, του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, το οποίο ρυθμίζει τη «μείωση, αναστολή και ακύρωση» των συνδρομών σε περίπτωση διαπιστώσεως παρατυπιών.
33. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση εστιάζει, εντούτοις, την άμυνά της στον «τεχνικό» χαρακτήρα των επίμαχων παραλείψεων. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή της, εφόσον οι εν λόγω παραλείψεις δεν προκάλεσαν χρηματοοικονομικές ζημίες στο ΕΚΤ, δεν μπορεί να γίνει εν προκειμένω λόγος για «παρατυπία» κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88.
34. Εντούτοις, φρονώ ότι, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των αναπτυχθέντων από την Ιρλανδία επιχειρημάτων επί της περιορισμένης εκτάσεως των «παραλείψεών της,» τα οποία άλλωστε συνίστανται κατ’ ουσίαν σε απλές εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, αρκεί η επισήμανση ότι η προτεινόμενη από την Ιρλανδία ερμηνεία του άρθρου 24 δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα ή στον σκοπό της εν λόγω διατάξεως.
35. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει, συγκεκριμένα, ότι η Επιτροπή μπορεί να μειώσει, να αναστείλει ή να καταργήσει κοινοτικές χρηματοδοτήσεις σε περίπτωση «παρατυπία[ς] ή σημαντική[ς] αλλαγής της φύσης ή των συνθηκών υλοποίησης της δράσης ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής». Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν προβαίνει συναφώς σε καμία διάκριση σε συνάρτηση με τη «χρηματοοικονομική αξία» της επίμαχης παρατυπίας ή αλλαγής.
36. Είναι, εξάλλου, γνωστό, σύμφωνα και με την πλούσια επί του ζητήματος αυτού κοινοτική νομολογία (16), ότι ακόμη και παραλείψεις ή ανακρίβειες (επί παραδείγματι στις διαδικασίες διαχειρίσεως και ελέγχου των κονδυλίων) οι οποίες δεν έχουν συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό αντίκτυπο μπορούν να πλήξουν σοβαρά τα χρηματοοικονομικά συμφέροντα της Ένωσης καθώς και να διακυβεύσουν την τήρηση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου· για τον λόγο αυτόν οι εν λόγω παραλείψεις δικαιολογούν την επιβολή χρηματοοικονομικών διορθώσεων εκ μέρους της Επιτροπής. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, όταν όπως στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για συστηματικές παραβάσεις των εφαρμοστέων κανόνων, όπως, μεταξύ άλλων, για ανακριβείς δηλώσεις και εκ των υστέρων αμοιβαίες προσαρμογές των δαπανών που μπορούν να συγχρηματοδοτηθούν και των δαπανών που δεν μπορούν να συγχρηματοδοτηθούν, παραβάσεις οι οποίες δύναται εκ φύσεως να θέσουν σε κίνδυνο τη διαφάνεια των χρηματοδοτικών ροών και το σύννομο των δράσεων και, επομένως, εν τέλει, την ορθή λειτουργία του συστήματος στο σύνολό του.
37. Η προσφεύγουσα Κυβέρνηση υποστηρίζει, τέλος, ότι η Επιτροπή εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τις διορθώσεις τις οποίες επέφεραν οι ιρλανδικές αρχές το 2001, κατόπιν των αιτιάσεων που διατυπώθηκαν με την έκθεση λογιστικού ελέγχου, στις αιτήσεις χρηματοδοτήσεως που είχαν υποβάλει για τα τρία λειτουργικά προγράμματα. Σκοπός των διορθώσεων αυτών ήταν κυρίως να καταδειχθεί ότι οι διαπιστωθείσες από την Επιτροπή παρατυπίες δεν είχαν οδηγήσει σε αιτήσεις αχρεώστητης ή καταχρηστικής χρηματοδοτήσεως, καθόσον το ύψος του ποσού που ζητείτο δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο συγχρηματοδοτήσεως του ΕΚΤ (εν προκειμένω, το 75 %).
38. Ανεξαρτήτως του ζητήματος της αξιοπιστίας των υπολογισμών στους οποίους προέβησαν οι ιρλανδικές αρχές (17), εκτιμώ ότι η Επιτροπή βασίμως αντιτείνει ότι οι διορθώσεις αυτές ήταν απαράδεκτες ως εκπρόθεσμες. Πράγματι, εφόσον εντοπίστηκαν δαπάνες και/ή εθνικοί πόροι συγχρηματοδοτήσεως που δεν είχαν προηγουμένως δηλωθεί, οι εν λόγω διορθώσεις συνεπάγονταν κατ’ ανάγκην αναπρογραμματισμό των υποχρεώσεων του ΕΚΤ, οι οποίες είχαν καθοριστεί βάσει των ετήσιων δηλώσεων των ιρλανδικών αρχών κατά την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999. Εντούτοις, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση (18), καμία τροποποίηση των χρηματοοικονομικών σχεδίων δεν ήταν δυνατή μετά την 31η Δεκεμβρίου 1999, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που είχε ταχθεί για τη διάθεση κοινοτικών χρηματοδοτήσεων στο πλαίσιο των τριών επίμαχων λειτουργικών προγραμμάτων. Με άλλα λόγια, μετά την ημερομηνία αυτή, τα χρηματοδοτικά προγράμματα θεωρούνταν ολοκληρωθέντα και δεν χωρούσε πλέον τροποποίησή τους προκειμένου να ληφθούν ενδεχομένως υπόψη οι υποβαλλόμενες από την Ιρλανδία διορθώσεις.
39. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή, μειώνοντας την επίμαχη χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΚΤ, δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και ότι, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
2) Επί της παραβάσεως των σχετικών με την εφαρμογή της Συνθήκης κανόνων δικαίου
40. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή παράβαση τριών διατάξεων του παράγωγου δικαίου στον τομέα των διαρθρωτικών ταμείων.
41. α) Καταρχάς, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, καθόσον:
– εν αντιθέσει προς τις επιταγές της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή δεν εξέδωσε τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα στον τομέα του δημοσιονομικού ελέγχου προ της ενάρξεως ισχύος του εν λόγω κανονισμού (3 Αυγούστου 1993), αλλά μόλις τον Απρίλιο του 1997, με τον κανονισμό 2064/97·
– η προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζει αναδρομικά τον κανονισμό 2064/97 και, ειδικότερα, την έννοια «διαδρομή ελέγχου» του άρθρου 2 στα προγράμματα συγχρηματοδοτήσεως του ΕΚΤ για τα έτη 1994-1997, μολονότι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως η έννοια αυτή δεν είχε ακόμη προσδιοριστεί (ανωτέρω, σημείο 10).
42. Ως προς το πρώτο ζήτημα, φρονώ, ωστόσο, ότι πρέπει να συνταχθώ με την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η καθυστερημένη έκδοση των εκτελεστικών διατάξεων του κανονισμού 4253/88 μπορούσε να προσβληθεί μόνο με προσφυγή κατά παραλείψεως, δυνάμει του άρθρου 232 EΚ, ή, έστω, με προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού 2064/97, η οποία μπορούσε να ασκηθεί δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ εντός δύο μηνών από της εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού. Αντιθέτως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν μπορεί να βάλει κατά της καθυστερημένης αυτής εκδόσεως με προσφυγή η οποία αποσκοπεί, όπως εν προκειμένω, στην ακύρωση αποφάσεως περί μειώσεως του ύψους κοινοτικής χρηματοδοτήσεως.
43. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αναδρομικής εφαρμογής του κανονισμού 2064/97, επιβάλλεται, εξαρχής, η επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραπέμπει σε καμία διάταξη του εν λόγω κανονισμού.
44. Ειδικότερα, ως προς την έννοια της «επαρκούς διαδρομής ελέγχου», πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι η έννοια αυτή τυποποιήθηκε μόλις το 1997 δεν σημαίνει ότι προ του χρονικού αυτού σημείου ένα κράτος μέλος μπορούσε να υλοποιεί λειτουργικά προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα από διαρθρωτικά ταμεία χωρίς να καθορίζει μια σαφή και συγκεκριμένη διαδικασία η οποία να επιτρέπει στα κράτη μέλη να «παρακολουθ[ούν] τα στοιχεία από την είσοδό τους μέσα σ’ ένα σύστημα διαχειρίσεως και εσωτερικού ελέγχου μέχρι την έξοδό τους» (19) και, επομένως, να αξιολογούν την ορθή δημοσιονομική διαχείριση των οικείων προγραμμάτων. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 16 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήδη πριν από τον Απρίλιο του 1997 οποιοσδήποτε μηχανισμός δεν επέτρεπε την εξακρίβωση της αντιστοιχίας μεταξύ των συνολικών ποσών για τα οποία είχαν υποβληθεί αιτήσεις στην Επιτροπή και των διαφόρων δικαιολογητικών εγγράφων σχετικά με τις δαπάνες, καθώς και τον έλεγχο του συνόλου των σχετικών με τη χορήγηση της κοινοτικής συνδρομής χρηματοδοτικών ροών εθεωρείτο αντίθετος προς τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 2052/88, καθώς και προς το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88.
45. Επομένως, όλες αυτές οι διατάξεις, οι οποίες ίσχυαν προ του 1997, απαιτούσαν από το κράτος μέλος να εξασφαλίζει την ακριβή αντιστοιχία μεταξύ των πραγματικών δαπανών στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων από τα διαρθρωτικά ταμεία προγραμμάτων και των σχετικών αιτήσεων χορηγήσεως κοινοτικών συνδρομών και αποτελούσαν αυτοτελή και επαρκή νομική βάση για την επιβολή κυρώσεων για τις παρατυπίες των ιρλανδικών αρχών.
46. β) Δεύτερον, κατά την άποψη της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 24, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 4253/88, καθόσον:
– δεν προέβη σε προσήκουσα εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τις διορθώσεις που είχαν επέλθει στις αιτήσεις κοινοτικής συγχρηματοδοτήσεως·
– οι διαπιστωθείσες παρατυπίες δεν ήταν τόσο σοβαρές, ώστε να δικαιολογούν μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής.
47. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό συνιστά απλή επανάληψη των απόψεων που η Ιρλανδική Κυβέρνηση διατυπώνει με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως περί του αντικτύπου των παρατυπιών που της προσάπτονται. Για τον λόγο αυτό, παραπέμπω στις προεκτεθείσες επί του εν λόγω ζητήματος εκτιμήσεις (βλ., ανωτέρω, σημεία 29 έως 32).
48. γ) Η Ιρλανδία υποστηρίζει, τέλος, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της εταιρικής σχέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88.
49. Πρέπει, εντούτοις, να επισημανθεί ότι η προσφεύγουσα ουδόλως αιτιολογεί αυτή την αιτίαση. Επομένως, εκτιμώ, όπως η Επιτροπή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, καθόσον προσκρούει στο άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και στο άρθρο 40 του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά τα οποία με το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει πάντα να εκτίθενται συνοπτικώς οι προβαλλόμενοι λόγοι, προκειμένου ο καθού να είναι σε θέση να προετοιμάσει την υπεράσπισή του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχο (20).
50. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος.
3) Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
51. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον προέβη σε μείωση της συνδρομής του ΕΚΤ, ενώ μπορούσε να υιοθετήσει μια επιεικέστερη θέση, δεχόμενη τις εξηγήσεις και τις διορθώσεις των ιρλανδικών αρχών που αποσκοπούσαν στην κατάδειξη της αμιγώς «τεχνικής» φύσεως και του περιορισμένου αντικτύπου των επίμαχων παραλείψεων. Η Επιτροπή όφειλε, εξάλλου, να λάβει υπόψη τη φύση των δικαιούχων των χρηματοδοτήσεων, καθώς το NTDI αποτελεί οργανισμό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, όπως επίσης και το γεγονός ότι η εκτέλεση των τριών λειτουργικών προγραμμάτων ήταν ανέκαθεν η προσήκουσα και ανταποκρινόταν σε όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το κοινοτικό δίκαιο.
52. Συναφώς, πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση η προσφεύγουσα Κυβέρνηση περιορίζεται κυρίως στην επανάληψη επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν ήδη στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη φύση και την έκταση των «πλημμελειών» κατά τη διαχείριση και εκτέλεση των προγραμμάτων. Συναφώς, ωστόσο, έχω διατυπώσει την άποψή μου (βλ., ανωτέρω, σημεία 28 έως 32).
53. Όσον αφορά, ειδικότερα, την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, κρίνεται σκόπιμη η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, είναι σύμφωνες με την εν λόγω αρχή οι μειώσεις κοινοτικών συνδρομών οι οποίες «συνδέονται άμεσα με τις διαπιστωθείσες παρατυπίες και έχουν σκοπό να αποκλείσουν την [απόδοση] αποκλειστικά και μόνο των παράνομων ή περιττών δαπανών» (21).
54. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει όμως με σαφήνεια ότι η επιβληθείσα εν προκειμένω μείωση αντιστοιχεί ακριβώς στα ποσά της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως επί των οποίων, κατά τους υπολογισμούς της Επιτροπής, είχαν αντίκτυπο οι διαπιστωθείσες παρατυπίες, την ύπαρξη των οποίων, επαναλαμβάνω, δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα Κυβέρνηση.
55. Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
4) Επί της παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της ασφάλειας δικαίου
56. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, κατά την επικοινωνία που είχε το 2001 και το 2002, με τις υπηρεσίες της Επιτροπής κατόπιν των διενεργηθέντων από αυτές ελέγχων, οι εν λόγω υπηρεσίες ζήτησαν από τις ιρλανδικές αρχές να ελέγξουν τις αιτήσεις χρηματοδοτήσεως που αποτελούσαν αντικείμενο των εν λόγω ερευνών. Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η ενέργεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει στις ιρλανδικές αρχές δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε δεχθεί τις διευκρινίσεις και τους διορθωτικούς υπολογισμούς και ότι δεν θα προέβαινε σε μείωση της συνδρομής του ΕΚΤ. Η δικαιολογημένη αυτή εμπιστοσύνη ενισχύθηκε, εξάλλου, από τη διαφορετική και λιγότερο αυστηρή προσέγγιση της Επιτροπής κατά την αξιολόγηση των λογιστικών πρακτικών στο πλαίσιο προηγούμενων ελέγχων ως προς την εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων από το ΕΚΤ προγραμμάτων στην Ιρλανδία.
57. Η προσφεύγουσα Κυβέρνηση προσθέτει ότι η Επιτροπή, διαψεύδοντας αυτές τις προσδοκίες, παραβίασε επίσης την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Κατά την εν λόγω Κυβέρνηση, πρόσθετη παραβίαση της εν λόγω αρχής συνιστά το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόσθηκαν κανόνες που δεν προβλέπονταν από την ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών νομοθεσία, καθώς έγινε δεκτό ότι οι λογαριασμοί του ΕΚΤ είχαν κλείσει οριστικά στις 31 Δεκεμβρίου 1999 και ότι, επομένως, μετά την ημερομηνία αυτή δεν μπορούσε να επέλθει καμία διόρθωση.
58. Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι, κατά την κοινοτική νομολογία, επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορεί να γίνει μόνον από ιδιώτη «που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική διοίκηση, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες» (22).
59. Από τα έγγραφα όμως που προσκόμισε η ίδια η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν μπορεί να συναχθεί κάποιου είδους διαβεβαίωση εκ μέρους της Επιτροπής ως προς τη μη ύπαρξη παρατυπιών στις επίμαχες χρηματοδοτικές και λογιστικές πρακτικές και/ή τη μη μείωση της κοινοτικής συνδρομής. Αντιθέτως, με την προμνησθείσα έκθεση λογιστικού ελέγχου οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν καταλήξει σαφέστατα στο συμπέρασμα ότι οι διαπιστωθείσες παρατυπίες είχαν οδηγήσει σε καταχρηστική αίτηση συγχρηματοδοτήσεως του ΕΚΤ, η οποία έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδοτικής διορθώσεως.
60. Περαιτέρω, εν αντιθέσει προς την άποψη της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα θεμελιώσεως δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν είχαν διαπιστώσει, κατά τους προηγούμενους ελέγχους στην Ιρλανδία, παρατυπίες στη διαχείριση των συνδρομών του ΕΚΤ. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «το γεγονός ότι η Επιτροπή ανέχθηκε παραλήψεις για λόγους επιείκειας δεν σημαίνει ότι το κράτος μέλος αποκτά δικαίωμα να απαιτεί την ίδια συμπεριφορά για τις παραλήψεις του επόμενου οικονομικού έτους βάσει της αρχής της ασφαλείας δικαίου ή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης» (23). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή δεν είχε εντοπίσει το επίμαχο είδος παρατυπιών κατά τους προηγούμενους ελέγχους (24).
61. Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
62. Όσον αφορά, τέλος, την αρχή της ασφάλειας δικαίου, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι «οι [σχετικοί] κανόνες δικαίου είναι σαφείς και επακριβείς» και, αφετέρου, ότι η αρχή αυτή «αποβλέπει [...] στο να εξασφαλίζει το προβλέψιμο των καταστάσεων και των εννόμων σχέσεων που διέπει το κοινοτικό δίκαιο» (25). Δεν αντιλαμβάνομαι, συνεπώς, πώς εν προκειμένω μπορεί να υφίσταται παραβίαση της η εν λόγω αρχής, αφού, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση προέβλεπε σαφώς, αφενός, τη δυνατότητα μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής σε περίπτωση διαπιστώσεως παρατυπιών του είδους που εντόπισε εν προκειμένω η Επιτροπή στη διαχείριση των διαρθρωτικών ταμείων (βλ., ανωτέρω, σημεία 30-36 και 44-45) και, αφετέρου, ότι καμία τροποποίηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 31η Δεκεμβρίου 1999, εφόσον, όπως επισημάνθηκε με το σημείο 38, μετά την ημερομηνία αυτή τα προγράμματα αυτά θεωρούνταν οριστικώς περατωθέντα.
63. Φρονώ, συνεπώς, ότι και ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η προσφυγή στο σύνολό της.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
64. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω προτάσεως περί απορρίψεως της προσφυγής, φρονώ ότι το αίτημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό.
VI – Πρόταση
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2– ΕΕ L 185, σ. 9. Ο κανονισμός αυτός δεν ισχύει πλέον και έχει αντικατασταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1).
3– ΕΕ L 193, σ. 5.
4– Στο άρθρο 1 του κανονισμού 2052/88 ο στόχος αυτός ορίζεται ως εξής: «προώθηση της ανάπτυξης και [της] διαρθρωτικής προσαρμογής των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών».
5– ΕΕ L 374, σ. 1. Ο κανονισμός αυτός δεν ισχύει πλέον και έχει αντικατασταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1).
6– ΕΕ L 193, σ. 20.
7– ΕΕ L 290, σ. 1. Ο κανονισμός αυτός δεν ισχύει πλέον και έχει αντικατασταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 438/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των παρεμβάσεων των διαρθρωτικών ταμείων (ΕΕ L 63, σ. 21).
8– Αυτός είναι ο ορισμός της έννοιας «διαδρομή ελέγχου» τον οποίο διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο των ΕΚ (Γλωσσάριο για τον εξωτερικό έλεγχο των δημόσιων οικονομικών, Ελεγκτικό Συνέδριο των ΕΚ, 1989).
9 – ΕΕ L 170, σ. 36. Ο κανονισμός αυτός δεν ισχύει πλέον και έχει αντικατασταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 643/2000 της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2000, για τον τρόπο χρησιμοποίησης του ευρώ κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων (ΕΕ L 78, σ. 4).
10– ΕΕ L 250, σ.12.
11– C(94) 3226 της 29ης Νοεμβρίου 1994.
12– C(94) 1972 της 29ης Ιουλίου 1994.
13– C(94) 2613 της 15ης Νοεμβρίου 1994.
14– Το κείμενο της εκθέσεως, το οποίο αποτελεί παράρτημα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιλαμβάνεται στο παράρτημα 4 του δικογράφου της προσφυγής.
15– Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-4813, σκέψη 67) (η υπογράμμιση δική μου).
16– Η κοινοτική νομολογία έχει αναγνωρίσει την εξουσία της Επιτροπής να μειώνει ή να καταργεί μια κοινοτική συνδρομή, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία η χρήση των κονδυλίων δεν είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή της «χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως» [βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-142/97, Branco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-3567, σκέψη 66)], στην περίπτωση παραβάσεως «της υποχρεώσεως πληροφορήσεως και τηρήσεως της νομιμότητας έναντι της Επιτροπής» [απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, Τ-186/00, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-719, σκέψη 50)] και στην περίπτωση ακαταλληλότητας ή ανεπάρκειας των εθνικών συστημάτων ελέγχου [βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-346/00, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-9293, σκέψεις 35 έως 37)].
17– Επισημαίνεται, επί παραδείγματι, ότι για τα έτη 1994-1996 οι υπολογισμοί αυτοί πραγματοποιήθηκαν με την εφαρμογή μεθόδων γενικεύσεως και όχι βάσει συγκεκριμένων στοιχείων.
18– Βλ. το κοινοτικό πλαίσιο στήριξης 1994-1999: Ιρλανδία-Στόχος 1, σημείο 19, πρώτη περίπτωση, που παρατίθεται σε παράρτημα της αποφάσεως 94/626 της Επιτροπής· Κατευθυντήριες γραμμές περί λογιστικής ολοκληρώσεως των λειτουργικών παρεμβάσεων (1994-1999) των διαρθρωτικών ταμείων, SEC (1999) 1316 τελικό, σημείο 6.1, και αποφάσεις της Επιτροπής C(94) 3226, άρθρο 5, C(94) 1975, άρθρο 5, και C(94) 2613, άρθρο 6.
19– Ελεγκτικό Συνέδριο των ΕΚ (βλ., ανωτέρω, Γλωσσάριο για τον εξωτερικό έλεγχο των δημόσιων οικονομικών).
20– Βλ., επίσης, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 25ης Μαΐου 2004, Τ-154/01, Distilleria Palma κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 58)· της 5ης Μαρτίου 2003, Τ-293/01, Ineichen κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ. Υπ. 2003, σ. Ι-Α-83, II-441, σκέψη 84)· της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Τ-191/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 281).
21– Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-142/97, Branco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-03567, σκέψη 110). Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα να επιβληθεί ως κύρωση, σε περίπτωση σοβαρών παρατυπιών, «όχι η μείωση της συνδρομής ανάλογα προς το αντιστοιχούν στην παρατυπία αυτή ποσό, αλλά η ολοκληρωτική κατάργηση της συνδρομής», καθόσον το μέτρο αυτό είναι το μόνο που μπορεί «να εξασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που είναι αναγκαίο για τη χρηστή διαχείριση» των κοινοτικών πόρων (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-500/99 P, Conserve Italia, Συλλογή 2002, σ. I-867, σκέψη 101).
22– Απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Μαρτίου 1999, Τ-76/98, Hamptaux κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ. Υπ. 1999, σ. I-A 59, II-303, σκέψη 47) (η υπογράμμιση δική μου).
23– Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-339/00, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-11757, σκέψη 81), και της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-35, σκέψη 12).
24– Βλ. προμνησθείσα απόφαση Ιρλανδία κατά Επιτροπής, σκέψη 81.
25– Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-63/93, Duff κ λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-569, σκέψη 20).
Full & Egal Universal Law Academy