ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 3ης Μαρτίου 2005 (1)
Υπόθεση C-221/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελλιπής μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης – Έλλειψη προσδιορισμού των υδάτων που υφίστανται ρύπανση και των υδάτων που ενδέχεται να την υποστούν, καθώς και χαρακτηρισμού των αντιστοίχως ευπρόσβλητων ζωνών»
I – Εισαγωγή
1. Στην παρούσα διαδικασία, που κινήθηκε βάσει του άρθρου 226 EΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βέλγιο παρέλειψε να λάβει κατάλληλα μέτρα για την πλήρη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και τη δέουσα εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των άρθρων 4, 5 και 10 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (στο εξής: οδηγία για τα νιτρικά ιόντα) (2), ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας, και των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, και 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας. Η Επιτροπή επιδιώκει με την προσφυγή της να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν εφαρμόζει ορθώς την οδηγία για τα νιτρικά ιόντα και δεν έχει μέχρι τούδε συμμορφωθεί προς αυτήν.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα
2. Η οδηγία για τα νιτρικά ιόντα αποβλέπει στη μείωση της ρύπανσης των υδάτων που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και στην πρόληψη της περαιτέρω ρύπανσης αυτού του είδους (άρθρο 1). Ως ρύπανση νοείται η άμεση ή έμμεση απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προελεύσεως, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία, βλάβες στους ζώντες οργανισμούς και στα υδάτινα οικοσυστήματα ή ζημίες στις εγκαταστάσεις αναψυχής ή να παρακωλύονται άλλες θεμιτές χρήσεις του νερού (άρθρο 2, στοιχείο ι΄).
3. Η οδηγία για τα νιτρικά ιόντα επιβάλλει στα κράτη μέλη τρία είδη υποχρεώσεων. Πρώτον, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής της οδηγίας και σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος Ι, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τα ύδατα που υφίστανται ρύπανση και τα ύδατα που ενδέχεται να την υποστούν εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5. Δεύτερον, τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ευπρόσβλητες ζώνες όλες τις γνωστές περιοχές ξηράς που βρίσκονται στο έδαφός τους, των οποίων τα ύδατα απορρέουν στα ύδατα [τα οποία] έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 και οι οποίες συμβάλλουν στη ρύπανση. Τρίτον, το άρθρο 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα τους επιβάλλει την υποχρέωση να εκπονούν προγράμματα δράσης όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες ευπρόσβλητες περιοχές προκειμένου (σύμφωνα με τον αναφερόμενο στο άρθρο 1 της σκοπό) να αποφευχθούν ή να λυθούν τα προβλήματα της ρύπανσης των υδάτων που προκαλείται από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως.
4. Ο χαρακτηρισμός των ευπροσβλήτων ζωνών πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός προθεσμίας δύο ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα (άρθρο 3, παράγραφος 2) και πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή εντός προθεσμίας έξι μηνών. Η εκπόνηση προγραμμάτων δράσης για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 1, πρέπει να συντελεστεί εντός προθεσμίας δύο ετών από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 2, χαρακτηρισμό (άρθρο 5, παράγραφος 1).
5. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται εξάλλου να προβαίνουν σε αναθεώρηση του καταλόγου των ευπρόσβλητων ζωνών, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές και οι απρόβλεπτοι κατά τον αρχικό χαρακτηρισμό παράγοντες (άρθρο 3, παράγραφος 4). Με τον ίδιο τρόπο, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε αναθεώρηση των αρχικών προγραμμάτων δράσης (άρθρο 5, παράγραφος 7).
6. Επιπλέον, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα γενικό επίπεδο προστασίας όλων των υδάτων από τη ρύπανση τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, είναι υποχρεωμένα να θεσπίσουν, εντός προθεσμίας δύο ετών από την κοινοποίηση αυτής της οδηγίας, κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που θα εφαρμόζονται προαιρετικά από τους γεωργούς και να καταρτίσουν, όπου απαιτείται, προγράμματα που προβλέπουν την επιμόρφωση και ενημέρωση των τελευταίων, ώστε να προωθηθεί η εφαρμογή των εν λόγω κωδίκων.
7. Τέλος, το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα ορίζει ότι, σχετικά με την τετραετία που ακολουθεί την κοινοποίηση αυτής της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την προληπτική δράση για την αποφυγή της ρύπανσης των υδάτων, χάρτη των υδάτων που προσδιορίστηκαν με τον τρόπο αυτό και των ζωνών που έχουν χαρακτηριστεί ευπρόσβλητες, περίληψη των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης των ζωνών που καθορίστηκαν με τον τρόπο αυτό και τα προγράμματα δράσης που καταρτίζονται δυνάμει του άρθρου 5.
8. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός δύο ετών από την κοινοποίησή της. Δεδομένου ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 19 Δεκεμβρίου 1991, όφειλαν να την έχουν μεταφέρει στην εθνική τους έννομη τάξη το αργότερο ως τις 19 Δεκεμβρίου 1993.
Β – Η σχετική εθνική νομοθεσία
9. Στην Περιφέρεια της Φλάνδρας, η υλοποίηση του τρόπου επιτεύξεως της μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και της προλήψεως περαιτέρω ρυπάνσεως καθορίστηκε νομοθετικώς με το διάταγμα της 23ης Ιανουαρίου 1991, για την προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προκαλείται από λιπάσματα (στο εξής: διάταγμα για τα λιπάσματα) (3). Αυτό το διάταγμα για τα λιπάσματα τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως με διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1995. Βάσει αυτού, η Φλαμανδική Κυβέρνηση εξέδωσε μια σειρά εκτελεστικών αποφάσεων. Μια αποτίμηση του διατάγματος για τα λιπάσματα το 1998 αποτέλεσε την αφορμή για περαιτέρω τροποποίηση που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2000 (4).
10. Στην Περιφέρεια της Βαλλονίας η οδηγία για τα νιτρικά ιόντα μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με την απόφαση της 5ης Μαΐου 1994 της Βαλλονικής Κυβερνήσεως, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προελεύσεως (5).
11. Οι διατάξεις παρατίθενται, καθόσον ασκούν επιρροή.
III – Η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
Α – Διαδικασία 94/2239
12. Στις 18 Μαΐου 1995, η Επιτροπή απέστειλε στο Βασίλειο του Βελγίου έγγραφο οχλήσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας 94/2239 σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Κατόπιν εξετάσεως όλων των πληροφοριών που παρέσχε το Βασίλειο του Βελγίου, η Επιτροπή διαβίβασε στο Βασίλειο του Βελγίου συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως στις 28 Οκτωβρίου 1997. Με έγγραφο της 22ας Ιανουαρίου 1998, το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε στο συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως. Κατόπιν λεπτομερούς εξετάσεως της απαντήσεως του Βασιλείου του Βελγίου, η Επιτροπή απέστειλε στις 23 Νοεμβρίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ζήτησε από αυτό το κράτος μέλος να λάβει εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν. Με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή καταλήγει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 2, καθώς και των άρθρων 4, 5, 6 και 12 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Όσον αφορά τα άρθρα 3, παράγραφοι 2 και 6, η Επιτροπή παραπέμπει στη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους 97/4750. Οι βελγικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 1999. Στο έγγραφο αυτό εκτίθεται η άποψη της Περιφέρειας της Φλάνδρας για τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή αναφέρει ακόμη τα ακόλουθα έγγραφα:
Ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας
– Έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 1998, με το οποίο η Φλαμανδική Κυβέρνηση αναγγέλλει ένα νέο Mest Actieplan (MAP) [σχέδιο δράσεως υδαρής κοπριά]. Το έγγραφο περιέχει μια πρόταση τροποποιήσεως του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991 περί της προστασίας του περιβάλλοντος κατά της ρυπάνσεως που προκαλείται από λιπάσματα και για την τροποποίηση του διατάγματος της 28ης Ιουνίου 1985 για την περιβαλλοντική άδεια.
– Έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1999, με το οποίο ανακοινώνεται ότι, το αναφερθέν στο έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 1998 τροποποιητικό διάταγμα ψηφίσθηκε οριστικά από τη φλαμανδική Βουλή και κυρώθηκε και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου 1999.
– Έγγραφο της 4ης Σεπτεμβρίου 2002, με αντίγραφο της αποφάσεως της 14ης Ιουνίου 2002 της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως για την επιθεώρηση, την επανεξέταση και τη συμπλήρωση των ζωνών που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας των υδάτων κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφοι 3, 4 και 5 του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991 περί της προστασίας του περιβάλλοντος κατά της ρυπάνσεως που προκαλείται από λιπάσματα.
Ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας
– Έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2001 της Περιφέρειας της Βαλλονίας (μη προσκομισθέν), με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι τα απαιτούμενα από την οδηγία για τα νιτρικά ιόντα προγράμματα δράσεως δεν έχουν μέχρι τούδε εκπονηθεί όσον αφορά τις ευπρόσβλητες ζώνες Crétacé de Hesbaye (Haspengouw) και Sables Bruxelliens.
Β – Διαδικασία 97/4750
13. Εκτός της διαδικασίας 94/2239, η Επιτροπή κίνησε επίσης τη διαδικασία 97/4750. Με το έγγραφο οχλήσεως της 28ης Οκτωβρίου 1998 στο πλαίσιο της διαδικασίας 97/4750, η Επιτροπή αναλύει ορισμένες αιτιάσεις, όπως αυτές που αναφέρονται στο πλαίσιο της διαδικασίας 94/2239. Με το έγγραφο οχλήσεως της 28ης Οκτωβρίου 1998, η Επιτροπή καταλήγει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή των άρθρων 3, 5, 6, 10 και 12 της οδηγίας. Το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε διεξοδικώς με διάφορα έγγραφα σ’ αυτό το έγγραφο οχλήσεως. Στη συνέχεια, η Επιτροπή απέστειλε στις 9 Νοεμβρίου 1999 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ζήτησε να ληφθούν εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως τα αναγκαία μέτρα προς συμμόρφωση με αυτήν τη γνώμη. Το Βασίλειο του Βελγίου ζήτησε στις 23 Δεκεμβρίου 1999 προθεσμία ενός μήνα για να μπορέσει να απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη. Στις 18 Φεβρουαρίου 2000, οι βελγικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη όσον αφορά την κατάσταση της Περιφέρειας της Φλάνδρας. Στο πλαίσιο αυτής επίσης της διαδικασίας, η Επιτροπή αναφέρεται με το δικόγραφο της προσφυγής της στα έγγραφα που απέστειλε μεταγενεστέρως το Βασίλειο του Βελγίου, ήτοι:
Ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας
– Έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 2000, που αφορά δύο αποφάσεις της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως για την εφαρμογή του διατάγματος για τα λιπάσματα (MAP II).
– Έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2002, με το οποίο η Φλαμανδή Υπουργός Περιβάλλοντος και Γεωργίας ανακοινώνει ότι επί του παρόντος καταγράφει περαιτέρω επεκτάσεις όσον αφορά την οριοθέτηση ευπρόσβλητων ζωνών στο πλαίσιο της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
– Έγγραφο της 24ης Απριλίου 2002, που αφορά τη γαλλική απόδοση του διατάγματος για τα λιπάσματα και των σχετικών με αυτό αποφάσεων.
– Έγγραφο της 21ης Ιουνίου 2002, με την απόφαση για την οριοθέτηση των ευπρόσβλητων ζωνών και ένα σημείωμα για τη σχετική με τα λιπάσματα πολιτική στη Φλάνδρα.
– Έγγραφο της 4ης Σεπτεμβρίου 2002, που αφορά την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002 της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως για την επιθεώρηση, την επανεξέταση και τη συμπλήρωση των ζωνών που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας των υδάτων, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφοι 3, 4 και 5, του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991 περί της προστασίας του περιβάλλοντος κατά της ρυπάνσεως που προκαλείται από λιπάσματα.
– Έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, που αφορά την εφαρμογή της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, με προσαρτημένο τον κώδικα ορθών γεωργικών πρακτικών (θρεπτικές ουσίες, οπωροκηπευτικές καλλιέργειες υπαίθρου).
Ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας
– Έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2000, με προσαρτημένο ένα πρόγραμμα που αφορά τη συνεχή διαχείριση αζώτου στη γεωργία.
– Έγγραφα της 19ης Ιουνίου 2001 και της 5ης Σεπτεμβρίου 2001, με το προσχέδιο της αποφάσεως που αφορά τη συνεχή διαχείριση αζώτου στη γεωργία.
– Έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2002, με δύο αποφάσεις για την οριοθέτηση δύο ευπρόσβλητων ζωνών.
– Έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2002, με το σχέδιο της αποφάσεως που αφορά τη συνεχή διαχείριση αζώτου στη γεωργία.
– Έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 2002, με την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2002 της Βαλλονικής Κυβερνήσεως που αφορά τη συνεχή διαχείριση αζώτου στη γεωργία.
14. Δεδομένου ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι, παρά τα ανακοινωθέντα από τις βελγικές αρχές στοιχεία, η κατάσταση εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιητική, άσκησε στις 22 Μαΐου 2003 την υπό κρίση προσφυγή.
15. Η Επιτροπή και το Βέλγιο αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2005.
IV – Η προσφυγή
16. Η Επιτροπή διατύπωσε πέντε αιτιάσεις σε σχέση με τα ληφθέντα από την Περιφέρεια της Φλάνδρας μέτρα:
– Το Βασίλειο του Βελγίου, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, με καμία διάταξη δεν προσδιόρισε τα ύδατα που υφίστανται ρύπανση και τα ύδατα που ενδέχεται να την υποστούν. Ναι μεν οι αρμόδιες φλαμανδικές αρχές φέρονται να έχουν ήδη χαρακτηρίσει αυτά τα ύδατα με απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002 (6), πλην όμως ουδεμία περί τούτου ανακοίνωση έγινε προς την Επιτροπή. Εξάλλου, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν φαίνεται να πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την οδηγία.
– Το Βασίλειο του Βελγίου ουδόλως έλαβε υπόψη κατά τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών στη Φλάνδρα τη διαδικασία και τα κριτήρια που προβλέπονται από το άρθρο 3 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
– Ο φλαμανδικός κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής δεν πληροί τους όρους του άρθρου 4 και του παραρτήματος II της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
– Το φλαμανδικό πρόγραμμα δράσεως δεν πληροί τους όρους του άρθρου 5 και του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, δεδομένου ότι δεν ισχύει για όλες τις χαρακτηρισθείσες από την Περιφέρεια της Φλάνδρας ευπρόσβλητες ζώνες και είναι ελλιπές.
– Η αφορώσα την Περιφέρεια της Φλάνδρας έκθεση δεν περιλαμβάνει όλα τα έγγραφα και όλες τις πληροφορίες που πρέπει να αποτελούν μέρος της σύμφωνα με το άρθρο 10, σε συνδυασμό με το παράρτημα V της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
17. Η Επιτροπή διατύπωσε ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας τις ακόλουθες αιτιάσεις:
– Το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 12 της οδηγίας, δεδομένου ότι η Περιφέρεια της Βαλλονίας μόνο για ένα μέρος του εδάφους της, και μάλιστα πολύ αργά, προσδιόρισε τα ύδατα και χαρακτήρισε τις ευπρόσβλητες ζώνες, ο δε χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών είναι ελλιπής.
– Οι βαλλονικές αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας, ουδόλως έλαβαν υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ρύπανση και τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών, τη ρύπανση των παράκτιων και θαλάσσιων υδάτων.
– Το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη το άρθρο 5 της οδηγίας, διότι η Περιφέρεια της Βαλλονίας, αφού προέβη στον χαρακτηρισμό δύο ευπρόσβλητων ζωνών στο έδαφός της, παρέλειψε να εκπονήσει προγράμματα δράσεως εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας.
V – Το παραδεκτό της προσφυγής
18. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη μέτρα που ελήφθησαν στο Βέλγιο για την εφαρμογή της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, αφού παρήλθαν οι ταχθείσες με τις προαναφερθείσες αιτιολογημένες γνώμες προθεσμίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι οι προβαλλόμενες παραβάσεις ως προς την εφαρμογή της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα, τουλάχιστον εν μέρει.
19. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί αυτό το αίτημα, με το οποίο η Επιτροπή προφανώς επιδιώκει να απαλλαγεί του κόπου μιας άλλης πριν από την άσκηση προσφυγής διαδικασίας κατά του Βελγίου.
20. Η οδηγία για τα νιτρικά ιόντα προβλέπει μια σειρά διαδοχικών ενεργειών, στις οποίες πρέπει να προβούν τα κράτη μέλη προκειμένου να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι με αυτήν σκοποί. Οφείλουν να δημιουργήσουν στη νομοθεσία τους τα αναγκαία θεμέλια για την απαιτούμενη διοικητική δράση προς τον σκοπό εφαρμογής αυτής της οδηγίας. Στη συνέχεια, θα πρέπει να χαρακτηρίσουν τα ύδατα που έχουν υποστεί νιτρορύπανση, καθώς και τα ύδατα που απειλούνται από τέτοια ρύπανση. Κατόπιν, ακολουθεί ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών, των οποίων η καθοδική κίνηση των υδάτων συμβάλλει στην περαιτέρω επιβάρυνσή τους με νιτρικά ιόντα που έχουν χαρακτηρισθεί. Προς τον σκοπό μειώσεως της χρήσεως νιτρικών ιόντων στις ευπρόσβλητες ζώνες, θα πρέπει να εκπονηθούν και εφαρμοσθούν προς τούτο προγράμματα δράσεως. Τέλος, τα προγράμματα δράσεως θα πρέπει, υπό το φως μεταγενεστέρων εξελίξεων, περιλαμβανομένων των ευπρόσβλητων ζωνών που έχουν χαρακτηρισθεί, να αναθεωρούνται περιοδικώς. Αυτή η περιγραφόμενη λεπτομερέστερα ανωτέρω στα σημεία 2 έως 8 αλυσίδα μέτρων εφαρμογής συνοδεύεται με ορισμένες προθεσμίες, εντός των οποίων πρέπει να πραγματοποιούνται οι επί μέρους δράσεις, ως κρίκοι της αλυσίδας, καθώς και με υποχρέωση αναφοράς προς την Επιτροπή.
21. Από τους σκοπούς και την οικονομία της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα προκύπτει ότι αυτή συνεπάγεται μια σχεδόν συνεχή υποχρέωση των κρατών μελών να προβαίνουν σε κατάλληλες ενέργειες, υπό τη μορφή των προβλεπομένων από την οδηγία δράσεων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη μείωση της επιβαρύνσεως με νιτρικά ιόντα των υδάτων που έχουν υποστεί ρύπανση. Προς τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίος ο συνεπής έλεγχος των λαμβανόμενων ή σχεδιαζόμενων από τα κράτη μέλη μέτρων εφαρμογής.
22. Επειδή η μεταφορά της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα στο εσωτερικό δίκαιο από τα κράτη μέλη απαιτεί την εκ μέρους τους λήψη μιας σειράς διαδοχικών μέτρων, αυτά είναι δυνατόν ποικιλοτρόπως να ολιγωρήσουν κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ήτοι:
– δεν λαμβάνουν ή λαμβάνουν πολύ αργά τις απαιτούμενες από αυτά πρωτοβουλίες·
– οι αναλαμβανόμενες από αυτά δράσεις είναι ανεπαρκείς ή μη ορθές·
– ολιγωρούν κατά την εκτέλεση των μέτρων που έχουν ληφθεί ή διατηρούν τα ανεπαρκή έναντι των επιχειρηματιών για τους οποίους έχουν ληφθεί·
– δεν εκπληρώνουν, μετά την πάροδο εύλογου χρονικού διαστήματος, τις επιδιωκόμενες με την οδηγία για τα νιτρικά ιόντα υποχρεώσεις τους επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος.
23. Ακριβώς επειδή η οδηγία για τα νιτρικά ιόντα απαιτεί από τα κράτη μέλη ένα πλήρες πλέγμα δράσεων, που εκτείνονται σε μακρό χρονικό διάστημα, η σχετική με αυτές επιτήρηση της Επιτροπής είναι στενή. Διαφορετικά απ’ ό,τι συμβαίνει με πολυάριθμες άλλες οδηγίες, η εκτέλεση των οποίων από τα κράτη μέλη ολοκληρώνεται με την έγκαιρη μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο, η επιτήρηση της εφαρμογής της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα απαιτεί συνεχή έλεγχο σε όλα τα διαδοχικά στάδια της αλυσίδας των μέτρων εφαρμογής και αξιολόγηση των πράγματι επιτυγχανομένων με την εφαρμογή αποτελεσμάτων.
24. Στην αλληλουχία αυτή, μπορεί για λόγους σκοπιμότητας να είναι ελκυστικό για την Επιτροπή το να ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση που να αφορά όχι μόνον τη συμπεριφορά κράτους μέλους που προηγείται της περατώσεως της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, αλλά και να επεκτείνεται σε μετέπειτα πράξεις ενός κράτους μέλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πράγματι, καλύπτεται ένα μεγαλύτερο μέρος της αλυσίδας των μέτρων εφαρμογής και ενδεχομένως αποφεύγονται μεταγενέστερες διαδικασίες κατά του οικείου κράτους μέλους. Αυτό μπορεί ενδεχομένως να είναι ελκυστικό και για το κράτος μέλος, διότι του παρέχεται μεγαλύτερο στήριγμα για τις μελλοντικές του πράξεις.
25. Παρά ταύτα, φρονώ ότι υπό το φως της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου η οδός αυτή δεν είναι βατή. Κατά τη νομολογία αυτή, το ζήτημα αν και κατά πόσον ένα κράτος μέλος δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή παρουσιάζεται μετά το πέρας της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές (7).
26. Στη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει εκθέσει τους λόγους γι’ αυτήν την αυστηρή οριοθέτηση:
– διαδικαστική εγγύηση για το κράτος μέλος, το οποίο πρέπει να έχει τη δυνατότητα κατά το πριν από την άσκηση της προσφυγής στάδιο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του έναντι της Επιτροπής (8)·
– η αναγκαιότητα να μπορεί ακόμη το κράτος μέλος, κατόπιν συνεννοήσεως με την Επιτροπή, να λάβει τα αναγκαία μέτρα και να αποφευχθεί έτσι καταδίκη του από το Δικαστήριο (9)·
– η εξασφάλιση ότι στην ενδεχόμενη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου το αντικείμενο της διαφοράς μπορεί να περιγραφεί με σαφήνεια (10).
27. Επομένως, μια προσφυγή είναι απαράδεκτη, αυτό δε ισχύει και για την υπό κρίση, καθόσον αφορά αιτιάσεις οι οποίες δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο της πριν από την άσκησή της διαδικασίας.
28. Επί πλέον, η αυστηρή εφαρμογή αυτής της νομολογίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ως εκ τούτου δυσχεραίνεται σοβαρώς ο έλεγχος και ο εξαναγκασμός της τηρήσεως διατάξεων όπως της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Η Επιτροπή μπορεί πράγματι κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία να διευκρινίσει επακριβώς το περιεχόμενο των μέτρων εφαρμογής που το κράτος μέλος όφειλε να λάβει. Αν, στη συνέχεια, η άποψή της γίνει δεκτή από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, η απόφαση αυτή έχει συνέπειες και ως προς τι πρέπει ακόμη να πράξει το κράτος μέλος για να εκπληρώσει τις συνέπειες που απορρέουν από την οδηγία.
29. Ως προς την παρούσα διαδικασία, τα ανωτέρω σημαίνουν ότι είναι απαράδεκτες οι αιτιάσεις –ή μέρος αυτών– της Επιτροπής που δεν στηρίζονται στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, αυτό δε ισχύει για όλα τα μέτρα που ελήφθησαν στο Βέλγιο μετά την πάροδο της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας σε αμφότερες τις πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίες.
30. Ως εκ τούτου, κατά την εκτίμηση των επί μέρους αιτιάσεων κατωτέρω θα εξετάσω αν και κατά πόσον είναι παραδεκτές.
VI – Εκτίμηση
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση
31. Στην ομοσπονδιακή δομή του βελγικού κράτους, την ευθύνη για την εφαρμογή της οδηγίας από τα νιτρικά ιόντα φέρουν οι περιφέρειες. Ως εκ τούτου, κατά την εκτίμηση της παρούσας προσφυγής πρέπει συνεχώς να εξετάζεται ποια μέτρα έλαβαν οι επί μέρους περιφέρειες εντός της σφαίρας των αρμοδιοτήτων τους και αν τα μέτρα αυτά είναι επαρκή. Δεδομένου ότι έναντι της Κοινότητας το βελγικό κράτος εξακολουθεί να ευθύνεται για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, οποιαδήποτε διαπίστωση ότι η εκτέλεση της οδηγίας από τις Περιφέρειες είναι πολύ καθυστερημένη και/ή ελλιπής συνεπάγεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις του.
Β – Μη εκπλήρωση των κατά το άρθρο 3 υποχρεώσεων
Αιτιάσεις ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας
32. Η Επιτροπή εκθέτει καταρχάς ότι το Βέλγιο δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν προσδιόρισε τα ύδατα που υφίστανται ρύπανση και τα ύδατα που ενδέχεται να την υποστούν εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5. Περαιτέρω, η Επιτροπή φρονεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση παρέβη εν πάση περιπτώσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το παράρτημα I, μέρος A, σημείο 3, της οδηγίας, μη χαρακτηρίζοντας τα ύδατα της Βόρειας Θάλασσας ως ευτροφικά κατά την έννοια της οδηγίας. Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει ότι δεν της κοινοποιήθηκε τίποτε για την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002 (11) της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως. Εξάλλου, η μέθοδος προσδιορισμού των υδάτων δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, και τα κριτήρια του παραρτήματος I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
33. Η Βελγική Κυβέρνηση διευκρινίζει με το υπόμνημά της αντικρούσεως ότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας χαρακτήρισε αμέσως τις ευπρόσβλητες ζώνες βάσει των κριτηρίων του παραρτήματος I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, δεδομένου ότι θεώρησε ότι ήταν δυνατό να προβεί συγχρόνως στον προσδιορισμό βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, καθώς και στον χαρακτηρισμό βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2. Μολονότι τα ύδατα δεν χαρακτηρίσθηκαν επισήμως, η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν παρέλειψε το στάδιο του άρθρου 3, παράγραφος 1. Πριν χαρακτηρισθούν οι ευπρόσβλητες ζώνες, πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις στα ύδατα και οι μετρήσεις αυτές χρησίμευσαν κατά τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών.
34. Επί πλέον, κατά την Επιτροπή, η φλαμανδική ρύθμιση δεν πληροί τους όρους του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Διάφορες ζώνες κακώς εξαιρούνται από την έννοια ευπρόσβλητη ζώνη και επί πλέον τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων περιοχών δεν συμφωνούν πλήρως προς αυτά του άρθρου 3 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Περαιτέρω, μια ανάλυση των προσκομισθέντων αποτελεσμάτων μετρήσεως δείχνει ότι πολλές ζώνες δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητες, μολονότι τα ύδατα αυτών των ζωνών απορρέουν στα ύδατα που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και συμβάλλουν στη ρύπανση.
35. Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών, η Περιφέρεια της Φλάνδρας κάνει διάκριση μεταξύ τεσσάρων κατηγοριών, ήτοι ζωνών που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας ύδατος (άρθρο 15, παράγραφος 6, του διατάγματος για τα λιπάσματα), των ευπρόσβλητων ζωνών γεωργικών περιοχών οικολογικού ενδιαφέροντος (άρθρο 15 bis του διατάγματος για τα λιπάσματα), των ευπρόσβλητων ζωνών περιοχών φυσικού πλούτου (άρθρο 15 ter του διατάγματος για τα λιπάσματα) και περιοχών κορεσμένων με φωσφορικό άλας (άρθρο 15 quater του διατάγματος για τα λιπάσματα).
36. Πρώτον, κατά την Επιτροπή, χαρακτηρίζονται βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, του διατάγματος για τα λιπάσματα μόνον ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας ύδατος ζώνες, οι οποίες προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για τη συλλογή πόσιμου ύδατος. Η πρακτική αυτή αντιβαίνει τόσο προς το γράμμα όσο και προς το πνεύμα του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και προς τα κριτήρια του παραρτήματος I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, όπως έχουν περιληφθεί στο άρθρο 15, παράγραφοι 4 και 5, του διατάγματος για τα λιπάσματα. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει πράγματι ότι κατά τον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ρύπανση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα υπόγεια ύδατα και όχι μόνον τα υπόγεια ύδατα που προορίζονται για κατανάλωση από ανθρώπους. Η συνέπεια αυτής της πρακτικής είναι ότι στη Φλάνδρα έχουν χαρακτηρισθεί μόνο ζώνες που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας ύδατος εντός ζωνών που προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για τη συλλογή πόσιμου ύδατος. Αυτό επιβεβαιώνεται από την απάντηση της Περιφέρειας της Φλάνδρας στο έγγραφο οχλήσεως. Στην απάντηση αυτή διευκρινίζεται ότι: «Έχουμε τη γνώμη ότι προσωρινώς αρκεί να χαρακτηρίζονται τα επιφανειακά ύδατα που μπορούν να προορίζονται ή να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή πόσιμου ύδατος».
37. Δεύτερον, κριτήρια για τον χαρακτηρισμό ευπρόσβλητων ζωνών στις κατηγορίες «ευπρόσβλητες ζώνες γεωργικών περιοχών οικολογικού ενδιαφέροντος» και «ευπρόσβλητες ζώνες περιοχών φυσικού πλούτου και περιοχών κορεσμένων με φωσφορικό άλας» δεν έχουν, κατά την Επιτροπή, καμία (άμεση) σχέση με τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, και του παραρτήματος I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι πάρα πολλές ζώνες δεν έχουν χαρακτηρισθεί, μολονότι τα ύδατα αυτών των ζωνών απορρέουν στα ύδατα που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και συμβάλλουν στη ρύπανση. Στοιχεία προσκομισθέντα από την Περιφέρεια της Φλάνδρας δείχνουν ότι εκτάσεις μεταξύ 70 και 80 % της Φλάνδρας έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητες ζώνες.
38. Τρίτον, κατά την Επιτροπή, ο χαρακτηρισμός ευπρόσβλητων ζωνών όπως αναφέρονται στην απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002 (12) της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως δεν είναι σύμφωνος προς το άρθρο 3 και προς τα κριτήρια του παραρτήματος I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
39. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οριοθέτηση των ζωνών ύδατος δεν περιορίζεται μόνο στον χαρακτηρισμό ζωνών που προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για τη συλλογή πόσιμου ύδατος, αλλά. και άλλες ζώνες που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας του ύδατος έχουν χαρακτηρισθεί προς εκτέλεση της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Στις ευπρόσβλητες ζώνες που έχουν οριοθετηθεί βάσει του άρθρου 15 bis, ήτοι στις γεωργικές ζώνες οικολογικού ενδιαφέροντος, και του άρθρου 15 ter, ήτοι στις ζώνες ευπρόσβλητων περιοχών φυσικού πλούτου, εφαρμόζονται υποχρεωτικώς συμπληρωματικά μέτρα που υπερβαίνουν κατά πολύ τα μέτρα που ισχύουν στο έδαφος της Φλάνδρας. Τα μέτρα αυτά έχουν τον ίδιο σκοπό με αυτόν της οδηγίας, χωρίς οι ευπρόσβλητες αυτές περιοχές να έχουν χαρακτηρισθεί ως ζώνες που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας του ύδατος κατά την έννοια της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Ο χαρακτηρισμός αυτών των ευπρόσβλητων ζωνών δεν στηρίζεται στα κριτήρια της εν λόγω οδηγίας.
40. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση τόνισε ότι η πολιτική της έναντι της Φλάνδρας τείνει στο να καταστεί υπεύθυνος κάθε γεωργός σε επίπεδο αγρού. Με την πολιτική αυτή επιτυγχάνεται αποτελεσματική συμβολή στη μείωση της καθοδικής κινήσεως των νιτρικών ιόντων, ώστε να καταστεί δυνατή η επίτευξη των προδιαγραφών της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα σε επίπεδο αγρών.
Αιτιάσεις ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας
41. Κατά την Επιτροπή, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 12 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, δεδομένου ότι για ένα μέρος μόνον του εδάφους του προσδιόρισε τα ύδατα και χαρακτήρισε τις ευπρόσβλητες ζώνες. Επί πλέον, ο χαρακτηρισμός δεν έγινε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο δε χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών παραμένει μέχρι σήμερα ελλιπής.
42. Η Επιτροπή αναφέρεται στην έκθεση που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα με έγγραφο της 20ής Σεπτεμβρίου 1996, από την οποία προκύπτει ότι για ένα μέρος μόνο του εδάφους της περιφέρειας προσδιορίστηκαν εμπροθέσμως, όπως προβλέπεται από την οδηγία για τα νιτρικά ιόντα, δοθέντος ότι κατά την κατάρτιση της εν λόγω εκθέσεως διενεργούνταν ακόμη μελέτες για τρεις υποπεριφέρειες, ήτοι την περιοχή του Herve, τον Δήμο Comines-Warneton και το Condroz. Οι υποπεριφέρειες αυτές έπρεπε, κατά την Επιτροπή, να είχαν χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητες ζώνες πριν από τις 20 Δεκεμβρίου 1993. Στις 19 Μαρτίου 2002 χαρακτηρίσθηκαν τελικώς ως ευπρόσβλητες ζώνες ο Δήμος Comines-Warneton και το Sud namurois (τμήμα του Condroz). Πάντως, το δυτικό τμήμα του Sud namurois, η περιοχή μεταξύ του Samber και του Maas, εν μέρει μόνο χαρακτηρίσθηκε ως ευπρόσβλητη ζώνη, ενώ από τη μελέτη Environmental resources management (13) προκύπτει ότι το ποσοστό σε νιτρικά ιόντα είναι εκεί υψηλότερο απ’ ό,τι στο ανατολικό τμήμα. Περαιτέρω, η περιοχή του Herve δεν έχει μέχρι σήμερα χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητη περιοχή. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια όχι επαρκώς μεγάλη περιοχή του Crétacé de Hesbaye χαρακτηρίσθηκε ως ευπρόσβλητη ζώνη, το δε δυτικό τμήμα θα έπρεπε σύμφωνα με τη μελέτη Environmental resources management να έχει επίσης χαρακτηρισθεί.
43. Η Βελγική Κυβέρνηση αντικρούει τον ισχυρισμό ότι ο χαρακτηρισμός δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας και υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, έχει εφαρμογή το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι τα κράτη μέλη επανεξετάζουν και, εφόσον είναι αναγκαίο, αναθεωρούν ή συμπληρώνουν τον κατάλογο των ευπρόσβλητων ζωνών, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον δε ανά τετραετία, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές και οι απρόβλεπτοι κατά τον προηγούμενο χαρακτηρισμό παράγοντες. Πράγματι, η ύπαρξη των ανωτέρω προβληματικών ζωνών προέκυψε ήδη από μια πρώτη έρευνα περί το 1994 βάσει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, αλλά οι μελέτες δεν είχαν τότε ακόμη ολοκληρωθεί και κατά συνέπεια ο Δήμος Comines-Warneton και το Sud namurois χαρακτηρίσθηκαν ως ευπρόσβλητες ζώνες στις 19 Μαρτίου 2002 βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4. Το Βασίλειο του Βελγίου δεν προσυπέγραψε στα συμπεράσματα της μελέτης της Επιτροπής, με την οποία αυτή επιδιώκει να καταδείξει ότι η περιοχή μεταξύ του Samber και του Maas πρέπει επίσης να χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητη ζώνη. Ο χαρακτηρισμός του Sud namurois στηρίχθηκε σε αποτελέσματα μετρήσεων του ποσοστού σε νιτρικά ιόντα και ανταποκρίνεται στα κριτήρια του άρθρου 3 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
44. Σε απάντηση στη μομφή της Επιτροπής ότι η περιοχή του Herve δεν έχει χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητη ζώνη, το Βέλγιο επισημαίνει το ειδικό καθεστώς που δόθηκε σ’ αυτή την περιοχή. Τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα μέτρα δεν είναι τα πιο αποτελεσματικά για την καταπολέμηση της νιτρορυπάνσεως και, επομένως, εφαρμόζονται ειδικά μέτρα σ’ αυτή τη ζώνη.
45. Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση απορρίπτει τη μομφή της Επιτροπής ότι χαρακτηρίσθηκε ως ευπρόσβλητη ζώνη μια ανεπαρκής από απόψεως μεγέθους περιοχή του Crétacé de Hesbaye. Μετρήσεις του ποσοστού σε νιτρικά ιόντα δείχνουν ότι το δυτικό τμήμα του Crétacé de Hesbaye δεν έχει υποστεί μόλυνση.
46. Η Επιτροπή ισχυρίζεται τελικά ότι οι βαλλονικές αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, ουδόλως έλαβαν υπόψη κατά τον προσδιορισμό των υδάτων που υφίστανται ρύπανση και τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών τη μόλυνση των παράκτιων και θαλάσσιων υδάτων. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ίδιο το Βέλγιο ανέφερε στις επιφορτισμένες με την εφαρμογή των Συνθηκών του Όσλο και των Παρισίων επιτροπές ένα πρόβλημα ευτροφισμού κατά μήκος της βελγικής ακτής και στις εκβολές του Εσκώ. Δεδομένου ότι τα βελγικά παράκτια και θαλάσσια ύδατα είναι ευτροφικά λόγω της προσκομίσεως θρεπτικών ουσιών από υδάτινες μάζες που έχουν υποστεί νιτρορύπανση προερχόμενη από γεωργικές δραστηριότητες, οι αρμόδιες περιφερειακές αρχές οφείλουν να χαρακτηρίσουν ως ευπρόσβλητες ζώνες τις περιοχές ξηράς των οποίων τα ύδατα απορρέουν στη Βόρεια Θάλασσα και συμβάλλουν στη ρύπανση.
47. Η Βελγική Κυβέρνηση αντιτείνει ότι η συμβολή θρεπτικών ουσιών με υδάτινες μάζες που έχουν υποστεί νιτρορύπανση προερχόμενη από γεωργικές δραστηριότητες δεν είναι σημαντική όσον αφορά το τμήμα της Βαλλονίας.
Γ – Εκτίμηση
Το παραδεκτό
48. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής που αφορούν την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2002 της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως, καθώς και η αιτίαση της Επιτροπής ότι χαρακτηρίσθηκε ως ευπρόσβλητη ζώνη μια ανεπαρκής από απόψεως μεγέθους περιοχή του Crétacé de Hesbaye πρέπει να θεωρηθούν ότι διατυπώνονται παρατύπως, δεδομένου ότι πρόκειται για διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς σε σχέση με την αιτιολογημένη γνώμη (14).
49. Επομένως, οι σχετικές με το σημείο αυτό αιτιάσεις της Επιτροπής είναι απαράδεκτες.
Επί της ουσίας
50. Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα επιβάλλει στα κράτη μέλη να εκπληρώσουν το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 1993 τις ακόλουθες ιδιαίτερες υποχρεώσεις:
– Οφείλουν να προσδιορίσουν τα ύδατα τα οποία υφίστανται ρύπανση από αζωτούχες ενώσεις γεωργικής προελεύσεως και τα ύδατα που ενδέχεται να την υποστούν, αν δεν ληφθεί κανένα μέτρο για τη μείωση της επιβαρύνσεως από άζωτο γεωργικής προελεύσεως.
– Προς τον σκοπό αυτόν, πρέπει να χαρακτηρίζουν ως ευπρόσβλητες ζώνες τις γεωργικές περιοχές των οποίων τα ύδατα απορρέουν σε ύδατα ως προς τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι είναι κορεσμένα με αζωτούχες ενώσεις ή απειλούνται με κορεσμό.
51. Τα ύδατα που (ενδέχεται να) υφίστανται ρύπανση χαρακτηρίζονται με τη βοήθεια των κριτηρίων του παραρτήματος I. Σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ύδατα που υφίστανται ρύπανση τα γλυκά επιφανειακά ύδατα, ιδιαίτερα δε εκείνα που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται για τη λήψη πόσιμου ύδατος, που υπερβαίνουν ή θα μπορούσαν να υπερβαίνουν, εάν δεν ληφθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5, την περιεκτικότητα που καθορίζει η οδηγία 75/440/ΕΟΚ (15). Το ίδιο ισχύει για υπόγεια ύδατα που περιέχουν ή θα μπορούσαν να περιέχουν περισσότερο από 50 mg/l νιτρικά ιόντα εάν δεν ληφθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5 και για φυσικές λίμνες γλυκού νερού, άλλους χώρους γλυκού νερού, εκβολές ποταμών, παράκτια και θαλάσσια ύδατα που διαπιστώνεται ότι είναι ή ότι μπορεί να γίνουν ευτροφικά στο προσεχές μέλλον εάν δεν ληφθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 5.
52. Κατά την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης υπόψη τα φυσικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των υδάτων και του εδάφους, τις τρέχουσες γνώσεις σχετικά με τη συμπεριφορά των αζωτούχων ενώσεων στο περιβάλλον (νερό και έδαφος) και, τέλος, τις τρέχουσες γνώσεις για τις επιπτώσεις των δράσεων που αναλαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 5.
53. Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου αναγνώρισε ότι στην Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν έχουν προσδιορισθεί ρητώς τα ύδατα που (ενδέχεται να) υφίστανται ρύπανση. Αυτό έχει συνέπειες για τον χαρακτηρισμό κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Ο χαρακτηρισμός των ευπρόσβλητων ζωνών μπορεί να διενεργηθεί ορθώς μόνον αν έχει ολοκληρωθεί προηγουμένως ο προσδιορισμός. Επομένως, το Βασίλειο του Βελγίου δεν εκπλήρωσε μέχρι τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής προθεσμίας τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
54. Είναι σαφές ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, δεδομένου ότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας εν μέρει μόνον έχει χαρακτηρίσει τις ευπρόσβλητες ζώνες. Όπως εκτέθηκε, για την εφαρμογή της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα σημασία έχουν αποκλειστικώς οι ζώνες που είναι ευπρόσβλητες, διότι συνεπεία της καθοδικής κινήσεως νιτρικών ιόντων επιβαρύνονται τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα. Βεβαίως, χαρακτηρίσθηκαν δυνάμει του διατάγματος για τα λιπάσματα ζώνες που είναι ευπρόσβλητες βάσει άλλων θεωρήσεων, όπως της αξίας τους από απόψεως οικολογίας ή φυσικού πλούτου, πλην όμως κατ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό εφαρμόζονται διαφορετικά κριτήρια από αυτά που ορίζονται στο άρθρο 3 και στο παράρτημα I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Επομένως, ο χαρακτηρισμός αυτός, ως έχει, δεν πληροί τους όρους που θέτει η εν λόγω οδηγία. Θεωρώ ανεπαρκές το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι οι ζώνες αυτές χαρακτηρίσθηκαν υπό το φως επίσης των σκοπών της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Πράγματι, το είδος του ευπρόσβλητου είναι καθοριστικό για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου αυτό να μειωθεί. Ως εκ τούτου, η επίκληση της αποφάσεως Standley (16) είναι εν προκειμένω αλυσιτελής. Πράγματι, κατά την απόφαση αυτή, τα κράτη μέλη έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος I. Εντούτοις, δεν μπορούν να αγνοούν αυτά τα κριτήρια κατά τον χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών.
55. Όσον αφορά ειδικότερα την οριοθέτηση των ζωνών που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας ύδατος, επισημαίνω ότι το άρθρο 15, παράγραφος 6, του διατάγματος για τα λιπάσματα περιορίζει την εφαρμογή της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Βάσει αυτού του άρθρου, χαρακτηρίζονται στην Περιφέρεια της Φλάνδρας τρεις κατηγορίες ευπρόσβλητων ζωνών από απόψεως ποιότητας ύδατος:
1. Περιοχές συλλογής ύδατος και ζώνες προστασίας τύπου I, II και III ως προς τα υπόγεια ύδατα, οριοθετούμενες κατ’ εφαρμογήν του διατάγματος της 24ης Ιανουαρίου 1984, περί μέτρων για τη διαχείριση των υπογείων υδάτων.
2. Οι χαρακτηρισθείσες από τη Φλαμανδική Κυβέρνηση ευαίσθητες περιοχές, όπου είναι αναγκαία δραστικότερη κανονιστική δράση στις υπο-υδρογραφικές λεκάνες επιφανειακών υδάτων που προορίζονται για την παρασκευή πόσιμου ύδατος, οριοθετηθείσες κατ’ εφαρμογήν του νόμου της 26ης Μαρτίου 1971, περί της προστασίας των επιφανειακών υδάτων από ρύπανση.
3. Οι περιοχές με ευαίσθητα στα νιτρικά ιόντα εδάφη, όπου είναι αναγκαία δραστικότερη κανονιστική δράση, όπως καθορίσθηκαν από τη Φλαμανδική Κυβέρνηση και οριοθετήθηκαν κατ’ εφαρμογήν του διατάγματος της 24ης Ιανουαρίου 1984, περί μέτρων για τη διαχείριση των υπογείων υδάτων.
56. Οι περιοχές που είναι εκτός αυτών των κατηγοριών, των οποίων όμως τα ύδατα απορρέουν κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στα ύδατα ως προς τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι είναι κορεσμένα με αζωτούχες ενώσεις ή απειλούνται με κορεσμό, διατηρούνται εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Το γεγονός αυτό είναι καθεαυτό ασυμβίβαστο προς την οδηγία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Βελγική Κυβέρνηση υπερβαίνει και από αυτήν την άποψη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που της παρέχει η οδηγία.
57. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας είναι ομοίως βάσιμες. Έως τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής προθεσμίας, το Βέλγιο δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να προσδιορίσει όλα τα ύδατα σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα και να χαρακτηρίσει τις ευπρόσβλητες ζώνες βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2. Από την απάντηση ήδη της Περιφέρειας της Βαλλονίας στο έγγραφο οχλήσεως προκύπτει ότι η περιοχή του Herve έφθασε κατ’ επανάληψη στο όριο των 50mg NO3/l και, επί πλέον, ότι σπάνιες ήταν οι ζώνες στις οποίες δεν καταμετρήθηκε καμία υπέρβαση. Στον Δήμο Commines-Warneton, οι μετρήσεις ποίκιλλαν μεταξύ 63 και 92mg NO3/l, στο δε Condroz μερικές μετρήσεις έδειξαν υπέρβαση του ορίου των 50mg NO3/l. Με την ίδια απάντηση, η Περιφέρεια της Βαλλονίας κάνει λόγο για σοβαρή ρύπανση της περιοχής μεταξύ Sambre και Maas με αποτελέσματα μετρήσεως άνω των 50mg NO3/l. Το επιχείρημα επομένως της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι μελέτες για τις οικίες περιοχές δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 3. Ούτε η επίκληση του άρθρου 3, παράγραφος 4, από τη Βελγική Κυβέρνηση είναι λυσιτελής, δεδομένου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, αφορά την αναθεώρηση του καταλόγου ευπρόσβλητων ζωνών και όχι τον αρχικό χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών.
58. Τέλος, βάσιμες είναι και οι αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς αμφότερες τις περιφέρειες που αφορούν την έλλειψη προσδιορισμού των παράκτιων και θαλάσσιων υδάτων βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, και τον συνακόλουθο χαρακτηρισμό των ευπρόσβλητων ζωνών σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, στην οποία αναφέρεται ρητώς η προστασία της Βόρειας Θάλασσας μεταξύ των λόγων που υπαγόρευσαν την έκδοση της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, δεν επιτρέπει ερμηνεία και εφαρμογή αυτής της οδηγίας κατά τρόπο που να μη λαμβάνεται υπόψη η συμβολή των προερχομένων από γεωργικές δραστηριότητες υδάτινων μαζών που έχουν υποστεί ρύπανση στον ευτροφισμό της Βόρειας Θάλασσας.
59. Κατά συνέπεια, οι εν προκειμένω εξετασθείσες αιτιάσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες.
Δ – Ανεπαρκή αποτελέσματα του κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής
Αιτιάσεις ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας
60. Κατά την Επιτροπή, στον κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής που κατάρτισε η Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν περιλαμβάνονται τα ακόλουθα τέσσερα σημεία του παραρτήματος II της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα:
– οι περίοδοι που δεν είναι κατάλληλοι για τη διασπορά λιπασμάτων στο έδαφος·
– οι προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε επικλινή εδάφη·
– οι προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων σε εδάφη κορεσμένα με νερό, πλημμυρισμένα, παγωμένα ή σκεπασμένα με χιόνι·
– οι προϋποθέσεις διασποράς λιπασμάτων στο έδαφος κοντά σε υδάτινα ρεύματα.
61. Η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρεται με το υπόμνημά της αντικρούσεως στο άρθρο 17 του διατάγματος για τα λιπάσματα και στις κατ’ εκτέλεσή του αποφάσεις που ρυθμίζουν διάφορες πτυχές ζητημάτων που προβλέπονται στην οδηγία για τα νιτρικά ιόντα ως προς τον κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής. Το άρθρο αυτό υπέστη κατά τη διάρκεια των ετών διάφορες τροποποιήσεις και οι υποχρεώσεις ανακοινώθηκαν στους γεωργούς στη Φλάνδρα με το φυλλάδιο «Mestgids – Wegwijs in het Vlaamse beleid december 2000» [οδηγός για τα λιπάσματα – προσανατολισμοί αφορώντες τη φλαμανδική πολιτική, Δεκέμβριος 2000].
Εκτίμηση
62. Η Περιφέρεια της Φλάνδρας αναγνώρισε με την απάντησή της της 19ης Φεβρουαρίου 1999 στην αιτιολογημένη γνώμη ότι τα αναφερθέντα τέσσερα σημεία δεν περιλαμβάνονται στον κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής και ότι σύντομα θα πραγματοποιηθεί προσαρμογή του κώδικα ως προς τα προπαρατεθέντα τέσσερα σημεία. Δεδομένου ότι το τροποποιηθέν μεταγενεστέρως από τη Βελγική Κυβέρνηση διάταγμα για τα λιπάσματα δεν εκδόθηκε πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν αυτό συνιστά ορθή εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παράρτημα III της οδηγίας. Πράγματι, η Επιτροπή διατύπωσε αυτή την αιτίαση στο πλαίσιο της διαδικασίας 94/2239 και απέστειλε στις 23 Νοεμβρίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία ζήτησε από αυτό το κράτος μέλος να λάβει εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν. Κατά συνέπεια, το τροποποιηθέν διάταγμα της 1ης Ιανουαρίου 2000 για τα λιπάσματα εκδόθηκε εκτός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
63. Επομένως, αυτός ο λόγος προσφυγής της Επιτροπής είναι βάσιμος.
Ε – Προγράμματα δράσεως
Αιτιάσεις ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας
64. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα ορίζει ότι εντός διετίας μετά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 2, αρχικό χαρακτηρισμό, ή εντός ενός έτους μετά από κάθε χαρακτηρισμό προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη εκπονούν προγράμματα δράσης όσον αφορά τις ευπρόσβλητες περιοχές, οι οποίες, εξάλλου, πρέπει να έχουν χαρακτηρισθεί εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας. Δεδομένου ότι η κοινοποίηση της οδηγίας πραγματοποιήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1991, οι ευπρόσβλητες ζώνες έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 1993 και τα προγράμματα δράσεως έπρεπε να έχουν εκπονηθεί το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 1995.
65. Η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς τη μη δικαιολογούμενη αντινομία που συνίσταται στο ότι τα προγράμματα δράσεως, που κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα έπρεπε να εφαρμοσθούν στις ευπρόσβλητες ζώνες, εν μέρει μόνον έχουν εφαρμογή. Η με το παράρτημα III, σημείο 2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα επιβαλλόμενη προδιαγραφή, ότι η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος δεν υπερβαίνει ανά εκτάριο 170 kg άζωτο, δεν έχει εφαρμογή:
– στις ευπρόσβλητες ζώνες γεωργικών περιοχών οικολογικού ενδιαφέροντος (άρθρο 15 bis και άρθρο 14 του διατάγματος για τα λιπάσματα, βλ. το σημείο 14),
– για επιχειρήσεις σε ευπρόσβλητες λόγω του φυσικού τους πλούτου ζώνες που τυγχάνουν της απαλλαγής του άρθρου 15 ter, παράγραφος 2, σημεία 1 και 2, και παράγραφος 3 (άρθρο 15 ter, παράγραφος 8, του διατάγματος για τα λιπάσματα),
– στις κορεσμένες με φωσφορικό άλας περιοχές (άρθρο 15 quater, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος για τα λιπάσματα, βλ. το σημείο 16).
66. Δεύτερον, η Επιτροπή προσάπτει στη Βελγική Κυβέρνηση ότι τα μέτρα που κοινοποιήθηκαν από την Περιφέρεια της Φλάνδρας ως αναπόσπαστο μέρος του προγράμματός της δράσεως δεν περιέχουν καμία διάταξη που να καθιστά δυνατή την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι τα προγράμματα δράσεως περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα υποχρεωτικά μέτρα του παραρτήματος ΙΙΙ. Τα μέτρα αυτά περιέχουν διατάξεις που αφορούν:
1. τις περιόδους κατά οποίες απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων·
2. τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς. Η χωρητικότητα αυτή πρέπει να υπερβαίνει […].
67. Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει επί πλέον ότι δεν τηρήθηκε ο όρος του παραρτήματος III, σημείο 1.3. Η Βελγική Κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη κατά τον καθορισμό των μέτρων προς περιορισμό της διασποράς λιπασμάτων στο έδαφος την ποσότητα αζώτου που διατίθεται για τις καλλιέργειες από το έδαφος. Από την επιστημονική αιτιολόγηση των προταθέντων κανόνων, όπως προσκομίσθηκε από τη Βελγική Κυβέρνηση, προκύπτει ότι ο κανόνες αυτοί δεν λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά αποθέματα του εδάφους σε άζωτο.
68. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν τηρήθηκε ο όρος του παραρτήματος III, σημείο 2, κατά τον οποίο τα μέτρα αυτά εξασφαλίζουν ότι, για κάθε γεωργική ή κτηνοτροφική μονάδα, η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος, είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα ζώα, δεν υπερβαίνει τα 170 kg άζωτο ανά εκτάριο. Πράγματι, ο όρος αυτός δεν ισχύει για τις ευπρόσβλητες ζώνες γεωργικών περιοχών οικολογικού ενδιαφέροντος, για τις ευπρόσβλητες ζώνες περιοχών φυσικού πλούτου και για τις κορεσμένες περιοχές με φωσφορικό άλας.
69. Η Βελγική Κυβέρνηση αντιτείνει ως προς την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής ότι για τις ευπρόσβλητες περιοχές έχουν εφαρμογή μέτρα που υπερβαίνουν κατά πολύ τα μέτρα που είναι υποχρεωτικά βάσει του παραρτήματος III της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, ακόμη και όσον αφορά τον κανόνα των 170 kg άζωτο ανά εκτάριο. Το ότι ο κανόνας των 170 kg άζωτο ανά εκτάριο δεν έχει εφαρμογή σε επιχειρήσεις που κείνται σε ευπρόσβλητες λόγω του φυσικού τους πλούτου ζώνες που τυγχάνουν της απαλλαγής του άρθρου 15 ter, παράγραφος 2, σημεία 1 και 2, και παράγραφος 3 δεν έχει εν προκειμένω σημασία, δεδομένου ότι στις οικείες ζώνες δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου των 50 mg/l σε περιεκτικότητα νιτρικών ιόντων. Όλα τα άλλα μέτρα, όπως το πρόγραμμα δράσεως και ο κώδικας ορθών γεωργικών πρακτικών, αρκούν για την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Στις κορεσμένες επίσης περιοχές με φωσφορικό άλας έχουν εφαρμογή μέτρα που υπερβαίνουν κατά πολύ τα μέτρα που εφαρμόζονται στις ζώνες που δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως ευπρόσβλητες. Στις περιοχές αυτές η χρησιμοποίηση λιπασμάτων περιορίζεται σε 40 kg πεντοξείδιο του φωσφόρου ανά εκτάριο και ανά έτος.
70. Η Βελγική Κυβέρνηση αναγνωρίζει με το υπόμνημά της αντικρούσεως ως προς τη δεύτερη αιτίαση ότι η φλαμανδική ρύθμιση δεν πληρούσε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας τους όρους του παραρτήματος ΙΙΙ, σημεία 1.1 και 1.2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
71. Η Βελγική Κυβέρνηση τονίζει ως προς την τρίτη αιτίαση ότι, όσον αφορά τους κανόνες για τη λίπανση, ελήφθησαν υπόψη τα κατά μέσον όρο αποθέματα στο έδαφος που θεωρήθηκαν ότι είναι τα ίδια για όλους τους αγρούς. Ο κανόνας αυτός, που εφαρμόζεται σε συνάρτηση με τις υφιστάμενες ποσότητες αζώτου κατά το τέλος του έτους, εξασφαλίζει την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας.
Αιτιάσεις ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας
72. Η Επιτροπή φρονεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση παρέβη το άρθρο 5 της οδηγίας, δεδομένου ότι η Περιφέρεια της Βαλλονίας, αφού χαρακτήρισε δύο ευπρόσβλητες ζώνες στο έδαφός της, όφειλε εντός της ταχθείσας προθεσμίας να εκπονήσει προγράμματα δράσεως, πράγμα που δεν έγινε.
73. Η Περιφέρεια της Βαλλονίας χαρακτήρισε, μέσω δύο υπουργικών αποφάσεων της 28ης Ιουλίου 1994, το Crétacé de Hesbaye και το Sables Bruxelliens ως ευπρόσβλητες ζώνες. Επομένως, η περιφέρεια όφειλε να εκπονήσει τα απαιτούμενα από την οδηγία για τα νιτρικά ιόντα προγράμματα δράσεως το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 1995. Η υποχρέωση αυτή περιελήφθη μάλιστα στο άρθρο 3 και των δύο βαλλονικών αποφάσεων με τις οποίες χαρακτηρίσθηκαν οι εν λόγω ευπρόσβλητες ζώνες. Το άρθρο αυτό προβλέπει την κατάρτιση, από την αρμόδια αρχή, εφαρμοστέων στις χαρακτηρισθείσες ζώνες προγραμμάτων δράσεως, τα οποία έπρεπε να εκπονηθούν το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 1995 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος). Εντούτοις, η Περιφέρεια της Βαλλονίας, αφού χαρακτήρισε δύο ευπρόσβλητες ζώνες στο έδαφός της, δεν εκπόνησε κανένα πρόγραμμα δράσεως.
74. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει εκπονήσει από το 1996 προγράμματα δράσεως σε τοπικό επίπεδο για το Crétacé de Hesbaye και το Sables Bruxelliens για να προληφθεί και να μειωθεί η ρύπανση των υδάτων που προκαλείται ή επέρχεται συνεπεία νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως που είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρές συνέπειες.
75. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται προαιρετικά από τους γεωργούς και ότι δεν εφαρμόζονται στο σύνολο των ευπρόσβλητων ζωνών.
76. Δεύτερον, η Επιτροπή προσάπτει στη Βελγική Κυβέρνηση ότι η απόφαση της Βαλλονικής Κυβερνήσεως, της 10ης Οκτωβρίου 2002, που αφορά τη συνεχή διαχείριση αζώτου στη γεωργία και ανακοινώθηκε από την Περιφέρεια της Βαλλονίας ως πρόγραμμα δράσεως, δεν περιέχει καμία διάταξη που να καθιστά δυνατή την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
Εκτίμηση
– Το παραδεκτό
77. Η αιτίαση της Επιτροπής, που αφορά την απόφαση της Βαλλονικής Κυβερνήσεως, της 10ης Οκτωβρίου 2002, για τη συνεχή διαχείριση αζώτου στη γεωργία, πρέπει να θεωρηθεί ότι διατυπώνεται απαραδέκτως, δεδομένου ότι συνιστά διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς σε σχέση με το αντικείμενο που εκτίθεται στην αιτιολογημένη γνώμη.
78. Επομένως, αυτή η αιτίαση της Επιτροπής είναι απαράδεκτη.
– Επί της ουσίας
79. Τα κράτη μέλη οφείλουν δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα να εκπονήσουν προγράμματα δράσης προκειμένου να προληφθεί και να μειωθεί στις χαρακτηρισμένες σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 4, ευπρόσβλητες περιοχές η ρύπανση των υδάτων που προκαλείται ή επέρχεται συνεπεία νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως.
80. Ένα κράτος μέλος μπορεί να εκπονήσει πρόγραμμα δράσεως που να αφορά όλες τις ευπρόσβλητες ζώνες στο έδαφός του ή διάφορα προγράμματα για διάφορες ευπρόσβλητες ζώνες ή τμήματα αυτών στο έδαφός του.
81. Τα προγράμματα δράσης εφαρμόζονται εντός τετραετίας από την κατάρτισή τους και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα υποχρεωτικά μέτρα του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Τα μέτρα αυτά πρέπει να περιέχουν κανόνες που αναφέρονται λεπτομερώς σ’ αυτό το παράρτημα, σχετικούς με τις περιόδους κατά τις οποίες απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων, τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς και τον περιορισμό της ποσότητας λιπάσματος που επιτρέπεται να διασπείρεται στο έδαφος, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εν λόγω ευπρόσβλητης ζώνης προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι, για κάθε γεωργική ή κτηνοτροφική μονάδα, η ποσότητα κοπριάς που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος δεν υπερβαίνει μια καθορισμένη ποσότητα ανά εκτάριο.
82. Τα προγράμματα δράσεως αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη μείωση της εισροής αζώτου στο έδαφος. Έτσι, μειώνεται η πιθανότητα να απορρέουν από το έδαφος οι μη απορροφούμενες από τα φυτά αζωτούχες ενώσεις και να συγκεντρώνονται τελικώς στα ήδη κορεσμένα ή απειλούμενα από αυτές επιφανειακά ύδατα.
83. Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Βελγική Κυβέρνηση αναγνώρισε ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας ότι η φλαμανδική ρύθμιση δεν πληρούσε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας τους όρους του παραρτήματος ΙΙΙ, σημεία 1.1 και 1.2, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Η Βελγική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε επίσης με τα έγγραφά της ότι η εν λόγω ρύθμιση λαμβάνει υπόψη όχι τα πραγματικά αποθέματα στο έδαφος, αλλά τα κατά μέσον όρο αποθέματα. Αυτό αντιβαίνει προς τους όρους του παραρτήματος III, σημείο 1.3.
84. Οι λοιπές αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας αφορούν την ανεπαρκή εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα στις ευπρόσβλητες ζώνες γεωργικών περιοχών οικολογικού ενδιαφέροντος, στις ευπρόσβλητες ζώνες περιοχών φυσικού πλούτου και στις κορεσμένες περιοχές με φωσφορικό άλας. Είναι απολύτως βέβαιο ότι τα ληφθέντα από τη Βελγική Κυβέρνηση μέτρα δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς τα προγράμματα δράσεως αφορούν ζώνες οι οποίες, όπως προέκυψε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν καταρτίσθηκαν τελικώς βάσει της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα (βλ. το σημείο 53). Επομένως, η Περιφέρεια της Φλάνδρας χαρακτήρισε βάσει άλλων, πλην των οριζομένων από το άρθρο 3 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, κριτηρίων ευπρόσβλητες ζώνες στις οποίες εφαρμογή έχουν κριτήρια άλλα πλην των οριζομένων από το άρθρο 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Επί πλέον, η Περιφέρεια της Φλάνδρας κακώς δεν χαρακτήρισε ως ευπρόσβλητες ζώνες μεγάλα τμήματα του εδάφους της, με συνέπεια να μην εφαρμόζεται κανένα πρόγραμμα γι’ αυτές τις ζώνες. Επομένως, καταλήγω ότι το Βασίλειο του Βελγίου έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του, διότι η Περιφέρεια της Φλάνδρας παρέλειψε να λάβει επαρκή μέτρα για την πλήρη και δέουσα εφαρμογή των, διαδοχικώς, άρθρων 3 και 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
85. Η αιτίαση της Επιτροπής ως προς την Περιφέρεια της Βαλλονίας είναι ομοίως βάσιμη. Πράγματι, προγράμματα επί προαιρετικής βάσεως που μπορούν, ανάλογα με τις οικείες περιοχές, να διαφέρουν και να τυγχάνουν άλλης εφαρμογής και τα οποία δεν συνιστούν ένα οργανωμένο και συνεκτικό σύστημα προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προγράμματα δράσεως κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα.
86. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι και οι αιτιάσεις αυτές, που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, είναι βάσιμες.
ΣΤ – Ανεπαρκής έκθεση
Αιτιάσεις ως προς την Περιφέρεια της Φλάνδρας
87. Το άρθρο 10 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα ορίζει ότι, σχετικά με την τετραετία που ακολούθησε την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας και με κάθε επόμενη τετραετία, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση με τις πληροφορίες που καθορίζονται στο παράρτημα V. Κάθε έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή μέσα σε έξι μήνες από το τέλος της περιόδου στην οποία αναφέρεται.
88. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η γνωστοποιηθείσα από το Βασίλειο του Βελγίου εξ ονόματος της Περιφέρειας της Φλάνδρας έκθεση δεν ανταποκρίνεται στο παράρτημα V ως προς τα ακόλουθα σημεία:
– χάρτης όπου εμφαίνονται τα ύδατα που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το παράρτημα Ι και όπου αναφέρονται, για κάθε περίπτωση, τα κριτήρια του παραρτήματος Ι που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό αυτό·
– περίληψη των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, στην οποία θα συμπεριλαμβάνεται αναφορά των λόγων για τους οποίους χαρακτηρίστηκε κάθε ευπρόσβλητη ζώνη, καθώς και των λόγων για τους οποίους τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν οι χαρακτηρισμοί αυτοί·
– περίληψη των αποτελεσμάτων των προγραμμάτων παρακολούθησης που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 6·
– εκτιμήσεις των κρατών μελών σχετικά με τις πιθανολογούμενες προθεσμίες μέσα στις οποίες είναι δυνατό να αναμένεται ότι τα ύδατα που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, θα ανταποκριθούν στα μέτρα που προβλέπει το πρόγραμμα δράσης, καθώς και αναφορά του βαθμού αβεβαιότητας των εκτιμήσεων αυτών.
89. Η Περιφέρεια της Φλάνδρας επισημαίνει με το υπόμνημά της αντικρούσεως ότι στη Φλάνδρα άμεσα ευπρόσβλητες περιοχές έχουν χαρακτηρισθεί βάσει των κριτηρίων του παραρτήματος I της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Στην απάντησή της προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Περιφέρεια της Φλάνδρας επισύναψε έναν χάρτη στον οποίο εμφαίνονται οι ευπρόσβλητες ζώνες για το Βασίλειο του Βελγίου.
90. Κατά τα λοιπά, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τις αιτιάσεις της Επιτροπής.
Εκτίμηση
91. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα υποβληθέντα, στις 9 Ιανουαρίου 1997, από τις βελγικές αρχές στην Επιτροπή έγγραφα που αφορούν την Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν περιέχουν κανέναν χάρτη των προσδιορισθέντων σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το παράρτημα I υδάτων, όπως προβλέπεται στο παράρτημα V, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Ο χάρτης, στον οποίο αναφέρεται η Περιφέρεια της Φλάνδρας, προβλέπεται στο άρθρο 10, σε συνδυασμό με το παράρτημα V, σημείο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα. Επί πλέον, ελλείπουν τα έγγραφα που προβλέπονται στο παράρτημα V, σημεία 3, 4, στοιχεία δ΄ και ε΄, της εν λόγω οδηγίας.
92. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου, υποβάλλοντας στην Επιτροπή ελλιπή έκθεση κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας για τα νιτρικά ιόντα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
VII – Πρόταση
93. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέλειψε, όσον αφορά την Περιφέρεια της Φλάνδρας, να λάβει μέτρα για την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και για τη δέουσα εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, 4, 5 και 10 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης.
2) Να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέλειψε, όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας, να λάβει μέτρα για την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και για τη δέουσα εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφοι 1 και 2, και 5 της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης.
3) Κατά τα λοιπά, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.
4) Να καταδικάσει τη Βελγική Κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 375, σ. 1.
3 – BelgischStaatsblad της 28ης Φεβρουαρίου 1991.
4 – Διάταγμα της 11ης Μαΐου 1999 για την τροποποίηση του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991 περί της προστασίας του περιβάλλοντος κατά της ρυπάνσεως που προκαλείται από λιπάσματα και για την τροποποίηση του διατάγματος της 28ης Ιουνίου 1985 για την περιβαλλοντική άδεια (BelgischStaatsblad της 20ής Αυγούστου 1999).
5 – Απόφαση της Βαλλονικής Κυβερνήσεως της 5ης Μαΐου 1994 για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προελεύσεως (BelgischStaatsblad της 28ης Ιουνίου 1994).
6 – Απόφαση της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως, της 14ης Ιουνίου 2002, για την επιθεώρηση, την επανεξέταση και τη συμπλήρωση των ζωνών που είναι ευπρόσβλητες από απόψεως ποιότητας των υδάτων κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφοι 3, 4 και 5, του διατάγματος της 23ης Ιανουαρίου 1991 περί της προστασίας του περιβάλλοντος κατά της ρυπάνσεως που προκαλείται από λιπάσματα.
7 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1998, C-214/96, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1998, σ. I-7661, σκέψη 25), της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1996, σ. I-4405, σκέψη 20), και της 11ης Ιουνίου 1998, C-232/95 και C-233/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1998, σ. I-3343, σκέψη 38).
8 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1993, C-306/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1993, σ. I-2133, σκέψη 22).
9 – Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, C-392/99, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2003, σ. I-3373, σκέψη 133).
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1988, 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψη 10), και της 25ης Απριλίου 1996, C-274/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1996, σ. I-2019, σκέψη 11).
11 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
12 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
13 – Rapport ERM pour la Commission européenne (fevrier 2000) sur les zones vulnérables en Belgique [έκθεση ERM για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Φεβρουάριος 2000) για τις ευπρόσβλητες ζώνες στο Βέλγιο).
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 25ης Μαΐου 2000, C-384/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. I-3823, σκέψη 35), και της 10ης Μαΐου 2001, C-152/98, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. I-3463, σκέψη 21).
15 – Οδηγία 75/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί της απαιτουμένης ποιότητος των υδάτων επιφάνειας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 80)
16 – Βλ. την απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C-293/97, Standley (Συλλογή 1999, σ. I-2603, σκέψη 39).
Full & Egal Universal Law Academy