ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-226/03 P
José Martí Peix, SA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Αλιεία – Μεικτές εταιρίες – Παραγραφή – Διαρκής παρατυπία»
1. Αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης είναι η αίτηση αναιρέσεως που έχει υποβάλει η εταιρία José Martí Peix, SA, κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου της 13ης Μαρτίου 2003 στην υπόθεση T-125/01, José Martí Peix κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-865, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της εταιρίας αυτής, που είχε ως αίτημα την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 19ης Μαρτίου 2001, με την οποία μειώθηκε η χρηματοδοτική συνδρομή που είχε χορηγηθεί για ένα σχέδιο συστάσεως μεικτής εταιρίας στον τομέα της αλιείας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής) (2).
I – Νομικό πλαίσιο
Οι κανονισμοί 4028/86 και 1956/91
2. Η Κοινότητα έχει θεσπίσει διάφορα μέτρα για τη μείωση του κοινοτικού αλιευτικού στόλου, με σκοπό την προστασία των κοινοτικών αλιευτικών πόρων από την υπερβολική εκμετάλλευση.
3. Για την παρούσα υπόθεση ιδιαίτερη σημασία έχει το μέτρο που θεσπίστηκε με τον καταργηθέντα στη συνέχεια κανονισμό 4028/86 του Συμβουλίου (στο εξής: κανονισμός 4028/86») (3) και που συνίστατο στη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής στις εταιρίες που ίδρυαν κoινoτικoί εφoπλιστές μαζί με υπηκόους τρίτων χωρών (στις λεγόμενες «μεικτές εταιρίες»), με σκoπό την εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων των τρίτων αυτών χωρών μέσω αλιευτικών σκαφών που έπλεαν με σημαία κράτους μέλους και ήσαν καταχωρισμένα σε νηολόγια της Κοινότητας, αλλά μεταφέρθηκαν οριστικά σε νηολόγια των τρίτων αυτών χωρών (άρθρα 21α και 21β, παράγραφος 2).
4. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, οι προϋποθέσεις και οι τρόποι χορηγήσεως της συνδρομής αυτής ρυθμίζονταν από τον επίσης καταργηθέντα στη συνέχεια κανονισμό 1956/91 της Επιτροπής (στο εξής: κανονισμός 1956/91) (4).
5. Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, οι αιτήσεις χορηγήσεως συνδρομής έπρεπε να υποβάλλονται στην Επιτροπή μέσω των αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, οι οποίες ήσαν υποχρεωμένες να διατυπώνουν την άποψή τους για το σχέδιο ιδρύσεως μεικτής εταιρίας και να τηρούν τα αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία (άρθρο 1).
6. Η συνδρομή αυτή μπορούσε να έχει διάφορες μορφές. Ειδικότερα, μπορούσε να συνίσταται σε επιδότηση κεφαλαίου καταβαλλόμενη σε δύο δόσεις: μια πρώτη δόση, που δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 80 % του συνολικού ποσού της συνδρομής, και μια δεύτερη δόση για το υπόλοιπο ποσό (άρθρο 5).
7. Οι αποδέκτες της συνδρομής ήσαν υποχρεωμένοι να υποβάλλουν στην Επιτροπή κάθε δώδεκα μήνες και κατά τη διάρκεια τριών διαδοχικών ετών περιοδική έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της μεικτής εταιρίας, συνοδευόμενη από αντίγραφο των ισολογισμών και των επίσημων εγγράφων για τις αλιευτικές δραστηριότητες, τις εκφορτώσεις και τις μεταφορτώσεις (άρθρο 6).
Ο κανονισμός 2988/95
8. Το Συμβούλιο, για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας σε όλους τους τομείς της κοινοτικής πολιτικής (τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη), εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 (στο εξής: κανονισμός 2988/95) (5), ο οποίος περιέχει «γενικούς κανόνες σχετικά με ομοιογενείς ελέγχους, καθώς και με διοικητικά μέτρα και κυρώσεις για τις παρατυπίες βάσει του κοινοτικού δικαίου» (άρθρο 1, παράγραφος 1).
9. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:
«Παρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.»
10. Το άρθρο 3 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Η προθεσμία παραγραφής της δίωξης (6) είναι τετραετής από τη διάπραξη της παρατυπίας που ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1. Ωστόσο, οι τομεακοί κανόνες μπορούν να προβλέπουν μικρότερη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών ετών.
Για τις διαρκείς ή επαναλαμβανόμενες παρατυπίες, η παραγραφή τρέχει από την ημέρα που έπαυσε η παρατυπία. Για τα πολυετή προγράμματα η προθεσμία παραγραφής συνεχίζεται σε κάθε περίπτωση ως την τελική ολοκλήρωση του προγράμματος.
Η παραγραφή της δίωξης (7) διακόπτεται από κάθε πράξη που φέρεται εις γνώσιν του ενδιαφερόμενου, προέρχεται από την αρμόδια αρχή και αποσκοπεί στη διερεύνηση ή τη δίωξη της παρατυπίας. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει και πάλι να τρέχει μετά από κάθε διακοπή της.
Εντούτοις, η παραγραφή επέρχεται το αργότερο κατά τη λήξη χρονικού διαστήματος ίσου τουλάχιστον του διπλασίου της προθεσμίας παραγραφής, εφόσον η αρμόδια αρχή δεν έχει επιβάλει κάποια κύρωση, εκτός από τις περιπτώσεις που η διοικητική διαδικασία ανεστάλη σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1.
2. Η προθεσμία εκτέλεσης της απόφασης που καθορίζει τη διοικητική ποινή είναι τριετής. Ως έναρξη της προθεσμίας αυτής υπολογίζεται η ημέρα κατά την οποία η απόφαση κατέστη οριστική.
Οι περιπτώσεις διακοπής και αναστολής ρυθμίζονται από τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου.
3. Τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια εφαρμογής προθεσμίας μεγαλύτερης από την προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 και 2 αντιστοίχως.»
II – Περιστατικά και διαδικασία
Ιστορικό της διαφοράς
11. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το ιστορικό της διαφοράς περιγράφεται ως εξής:
«11 Τoν Οκτώβριo τoυ 1991, η εταιρία José Martí Peix, SA (στo εξής: πρoσφεύγoυσα), υπέβαλε στην Επιτρoπή, μέσω των ισπανικών αρχών, αίτηση κoινoτικής χρηματoδoτικής συνδρoμής βάσει τoυ κανoνισμoύ 4028/86 στo πλαίσιo ενός σχεδίoυ συστάσεως μεικτής ισπανικής και αγκoλέζικης αλιευτικής εταιρίας. Τo σχέδιo αυτό πρoέβλεπε τη μεταβίβαση, εν όψει ασκήσεως αλιείας, τριών σκαφών, ήτoι τoυ Pondal, τoυ Periloja και τoυ Sonia Rosal, στη μεικτή εταιρία πoυ συνέστησαν η πρoσφεύγoυσα, η πoρτoγαλική εταιρία Iberpesca - Sociedades de Pesca Ltda και ένας Αγκoλέζoς εταίρoς, o Empromar N’Gunza.
12 Με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίoυ 1991 (στo εξής: απόφαση περί χoρηγήσεως), η Επιτρoπή παρέσχε για τo σχέδιo πoυ μνημoνεύεται στην πρoηγoύμενη σκέψη (σχέδιo SM/ESP/17/91, στo εξής: σχέδιo) κoινoτική συνδρoμή ανωτάτoυ ύψoυς 1 349 550 ECU. […]
13 Τoν Νoέμβριo τoυ 1992, η μεικτή εταιρία, με την επωνυμία Ibermar Empresa de Pesca Ltda, συστάθηκε και νηoλoγήθηκε στη Λoυάντα της Αγκόλας, [όπου και καταχωρίστηκε στα σχετικά μητρώα]. Τoν Δεκέμβριo τoυ 1992, τα τρία σκάφη της μεικτής εταιρίας νηoλoγήθηκαν στoν λιμένα της Λoυάντα.
[…]
15 Στις 18 Μαΐoυ 1993, η Επιτρoπή έλαβε, μέσω των ισπανικών αρχών, αίτηση πληρωμής της πρώτης δόσεως της συνδρoμής με ημερoμηνία 10 Μαΐoυ 1993. Η αίτηση αυτή συνoδευόταν με μια σειρά εγγράφων και πιστoπoιητικών σχετικών με τη σύσταση της μεικτής εταιρίας, τη νηoλόγηση των σκαφών στoν λιμένα της Λoυάντα, τη διαγραφή τoυς από τo κoινoτικό νηoλόγιo και τη λήψη των απαιτoυμένων αδειών.
16 Στις 24 Ioυνίoυ 1993, η Επιτρoπή κατέβαλε τo 80 % της συνδρoμής.
17 Στις 20 Μαΐoυ 1994 η πρoσφεύγoυσα υπέβαλε στις ισπανικές αρχές αίτηση πληρωμής τoυ υπoλoίπoυ της συνδρoμής. Η αίτηση αυτή συνoδευόταν από την πρώτη περιoδική έκθεση πoυ κάλυπτε τo χρoνικό διάστημα δραστηριότητας πoυ περιλαμβάνεται μεταξύ της 20ής Απριλίoυ 1993 και της 20ής Απριλίoυ 1994. Στην έκθεση αυτή αναφέρoνταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλoυθα: “Οι μακρoπρόθεσμoι στόχoι μας έπρεπε να τρoπoπoιηθoύν λόγω τoυ ναυαγίoυ τoυ Pondal στις 20 Ioυλίoυ 1993.[…]”.
18 Η Επιτρoπή […] πρoέβη στην πληρωμή τoυ υπoλoίπoυ της συνδρoμής στις 14 Σεπτεμβρίoυ 1994.
19 Στις 6 Νoεμβρίoυ 1995, η Επιτρoπή έλαβε τη δεύτερη περιoδική έκθεση, με ημερoμηνία 19 Ioυνίoυ 1995, πoυ κάλυπτε τo χρoνικό διάστημα δραστηριότητας τo oπoίo περιλαμβάνεται μεταξύ της 20ής Μαΐoυ 1994 και της 20ής Μαΐoυ 1995. Η έκθεση αυτή μνημόνευε τo ναυάγιo τoυ Pondal στις 20 Ioυλίoυ 1993 και ανέφερε τις δυσκoλίες αντικαταστάσεως αυτoύ τoυ σκάφoυς λόγω ενδoιασμών των αρχών της Αγκόλας.
[…]
25 Τoν Σεπτέμβριo τoυ 1997, η τρίτη περιoδική έκθεση δραστηριότητας, πoυ κάλυπτε τo χρoνικό διάστημα μεταξύ της 20ής Μαΐoυ 1995 και της 20ής Μαΐoυ 1996, περιήλθε στην Επιτρoπή. Στην έκθεση αυτή αναφέρoνταν πράξεις συμπεριφoράς τoυ Αγκoλέζoυ εταίρoυ πoυ εμπόδισαν την κανoνική συνέχιση των αλιευτικών δραστηριoτήτων. Η έκθεση εξέθετε ότι oι τελευταίες εκφoρτώσεις ψαριών πρoελεύσεως Αγκόλας ανάγoνταν στoν Μάρτιo τoυ 1995 και ότι, εν όψει των δυσχερειών πoυ συνδέoνταν με τις ανωτέρω πράξεις συμπεριφoράς, oι κoινoτικoί εταίρoι απoφάσισαν να πωλήσoυν τα μερίδιά τoυς της μεικτής εταιρίας στoν Αγκoλέζo εταίρo και να εξαγoράσoυν τα πλoία πoυ είχαν διατεθεί στo σχέδιo. Η έκθεση μνημόνευε ότι, μετά την εξαγoρά τoυς, τα πλoία μεταφέρθηκαν από την πρoσφεύγoυσα σε λιμένα της Νιγηρίας, όπoυ υπoβλήθηκαν σε επισκευές τo 1996» (όλες οι υπογραμμίσεις δικές μου).
Η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής και η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής
12. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή, με επιστoλή της 26ης Ioυλίoυ 1999 πρoς την πρoσφεύγoυσα και νυν αναιρεσείουσα και τις ισπανικές αρχές, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή της να μειώσει, σύμφωνα με το άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86, τη συνδρoμή πoυ είχε χoρηγηθεί αρχικά για τo σχέδιo. Ο λόγος ήταν ότι, «σε αντίθεση πρoς τoυς όρoυς πoυ καθoρίζoνται από τoν εν λόγω κανoνισμό και από τoν κανoνισμό 1956/91, η μεικτή εταιρία δεν είχε εκμεταλλευτεί επί τρία έτη τoυς αλιευτικoύς πόρoυς της τρίτης χώρας πoυ μνημoνεύεται στην απόφαση περί χoρηγήσεως της συνδρoμής» (8).
13. Συγκεκριμένα, από τα παραληφθέντα έγγραφα προέκυπτε ότι το πλοίο Pondal «είχε ασκήσει τις δραστηριότητές τoυ από τις 20 Απριλίoυ μέχρι τις 20 Ioυλίoυ 1993, ημερoμηνία τoυ ναυαγίoυ τoυ, ήτoι επί τρεις μήνες», ενώ τα πλoία Periloja και Sonia Rosal «είχαν ασκήσει τις δραστηριότητές τoυς στα ύδατα της Αγκόλας για λoγαριασμό της μεικτής εταιρίας μεταξύ της 20ής Απριλίoυ 1993 και της 20ής Απριλίoυ 1994 καθώς και μεταξύ της 20ής Μαΐoυ 1994 και της 3ης Φεβρoυαρίoυ 1995, ημερoμηνίας πωλήσεως από την πρoσφεύγoυσα των μεριδίων της στην εν λόγω εταιρία, ήτoι για συνoλικό χρoνικό διάστημα 21 μηνών» (9).
14. Στις 5 Οκτωβρίoυ 1999 η αναιρεσείoυσα απηύθυνε στην Επιτρoπή τις παρατηρήσεις της επί τoυ εγγράφoυ αυτού και προσκόμισε ορισμένα νέα έγγραφα.
15. Από τα συνημμένα έγγραφα αυτά προέκυπτε ότι «τo ναυάγιo τoυ Pondal επήλθε στις 13 Iανoυαρίoυ 1993 και όχι στις 20 Ioυλίoυ 1993, όπως είχε εκθέσει μέχρι τoύδε η πρoσφεύγoυσα» (10).
16. Στις 19 Μαρτίoυ 2001 η Επιτρoπή εξέδωσε συνεπώς την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία:
– υπενθύμισε ότι είχε χορηγήσει στην εταιρία «José Martí Peix SA […] κοινοτική ενίσχυση ύψους 1 349 550 ECU για το σχέδιο συστάσεως μεικτής εταιρίας στην Αγκόλα» που αφορούσε τα πλοία «Pondal», «Periloja» και «Sonia Rosal» (πρώτη αιτιολογική σκέψη),
– διαπίστωσε ότι «το πλοίο Pondal […] είχε ναυαγήσει στις 13 Ιανουαρίου 1993» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη),
– έκρινε ότι ο αποδέκτης της ενίσχυσης, μη ενημερώνοντας την Επιτροπή για το ναυάγιο του Pondal κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης για την καταβολή της πρώτης δόσης της χρηματοδοτικής συνδρομής και αναφέροντας στη συνέχεια, με την πρώτη περιοδική έκθεση, ότι το ναυάγιο είχε συμβεί στις 20 Ιουλίου 1993, είχε διαπράξει σοβαρή παρατυπία (ένατη αιτιολογική σκέψη),
– τόνισε ότι τα πλοία Sonia Rosal και Periloja «είχαν αναχωρήσει από την Αγκόλα και είχαν διαγραφεί από τα νηολόγια της Αγκόλας τον Μάρτιο του 1995». Τα πλοία αυτά «δεν είχαν ασκήσει καμία δραστηριότητα κατά τα έτη 1995 και 1996» και στη συνέχεια είχαν μεταφερθεί «στο Καμερούν, χωρίς προηγούμενη άδεια της Επιτροπής, αλλά η ημερομηνία της μεταφοράς δεν μπορούσε να προσδιοριστεί» (πέμπτη αιτιολογική σκέψη),
– μείωσε συνεπώς τη χρηματοδοτική συνδρομή που είχε χορηγήσει από 1 349 550 ECU σε 710 030 ευρώ και διέταξε τον αποδέκτη της συνδρομής αυτής να αποδώσει στην Επιτροπή εντός τριών μηνών το ποσό των 639 520 ευρώ που του είχε καταβληθεί αχρεωστήτως (άρθρα 1 και 2).
Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
17. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 8 Ιουνίου 2001, η εταιρία José Martí Peix SA (στο εξής: «Peix» ή «προσφεύγουσα» ή «αναιρεσείουσα») ζήτησε από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την απόφαση για τη μείωση του προστίμου. Το αίτημα αυτό αντέκρουσε προφανώς η Επιτροπή.
18. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η προσφεύγουσα «επικαλείται τέσσερις λόγoυς πρoς στήριξη της πρoσφυγής της», και συγκεκριμένα: i) την «παραγραφή» των περιστατικών που επικρίνονται με την απόφαση, ii) «παραβίαση των αρχών της επιμέλειας και της χρηστής διoικήσεως», iii) «πλάνη εκτιμήσεως και εσφαλμένη ερμηνεία τoυ κανoνισμoύ 4028/86» και iv) «παραβίαση της αρχής της αναλoγικότητας» (11).
19. Για τους σκοπούς της παρούσας δίκης, ιδιαίτερη σημασία έχει ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι «κατά τo χρoνικό σημείo της εκδόσεως της [προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής] τα γεγoνότα πoυ υπαγόρευσαν τη μείωση της συνδρoμής είχαν υπoπέσει σε παραγραφή» (12).
20. Κατά την αξιολόγηση της αιτίασης αυτής το Πρωτοδικείο διαπίστωσε καταρχάς ότι, «όσον αφορά τo άρθρo 3 τoυ κανoνισμoύ 2988/95, […] στην παράγραφo 1 αυτoύ oρίζεται o χρόνoς παραγραφής των διώξεων “τετραετής από τη διάπραξη της παρατυπίας”», ο οποίος «καλύπτει τόσo τις εκ πρoθέσεως παρατυπίες ή αυτές πoυ πρoκλήθηκαν από αμέλεια και oι oπoίες μπoρoύν, σύμφωνα με τo άρθρo 5 αυτoύ τoυ κανoνισμoύ, να επιφέρoυν διoικητική κύρωση, όσo και τις παρατυπίες πoυ δικαιoλoγoύν απλώς τη λήψη διoικητικoύ μέτρoυ πρoβλεπόμενoυ από τo άρθρo 4 τoυ κανoνισμoύ». Το Πρωτοδικείο αναγνώρισε συνεπώς ότι «στις επίδικες στην παρoύσα υπόθεση παρατυπίες έχει εφαρμoγή» η εν λόγω προθεσμία παραγραφής (13).
21. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο εξέτασε αν για τα περιστατικά σχετικά με το πλοίο Pondal και με τα πλοία Periloja και Sonia Rosal είχε πράγματι παρέλθει ο χρόνος παραγραφής.
22. Αρχίζοντας με το πλοίο Pondal, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε καταρχάς ότι «η, oρθώς, διαπιστωθείσα παρατυπία στην πρoσβαλλόμενη απόφαση συνίσταται στo γεγoνός ότι η πρoσφεύγoυσα απέκρυψε, σ’ ένα πρώτo στάδιo, τo συμβάν αυτoύ τoυ ναυαγίoυ και, σ’ ένα δεύτερo στάδιo, ανακoίνωσε εσφαλμένη ημερoμηνία ως πρoς αυτό» (14).
23. Κατά το Πρωτοδικείο, οι πράξεις αυτές «συνιστoύν διαρκή παρατυπία, κατά την έννoια τoυ άρθρoυ 3, παράγραφoς 1, δεύτερo εδάφιo, τoυ κανoνισμoύ 2988/95, καθώς είχαν ένα πανoμoιότυπo αντικείμενo, ήτoι παράβαση εκ μέρoυς της πρoσφεύγoυσας τoυ καθήκoντός της πληρoφoρήσεως και εντιμότητας όσoν αφoρά αυτό τo ναυάγιo» (15).
24. Κατά συνέπεια, «o χρόνoς παραγραφής άρχισε να τρέχει “από την ημέρα πoυ έπαυσε η παρατυπία”», δηλαδή από τις «5 Οκτωβρίου 1999», όταν η προσφεύγουσα «ανέφερε, για πρώτη φoρά, στην Επιτρoπή την ακριβή ημερoμηνία αυτoύ τoυ ναυαγίoυ, ήτoι την 13η Iανoυαρίoυ 1993» (16).
25. Το Πρωτοδικείο, βάσει των ανωτέρω σκέψεων, κατέληξε ότι «η πρoσφεύγoυσα δεν μπoρεί, υπό τις συνθήκες αυτές, να πρoβάλει την παραγραφή των γεγoνότων πoυ διαπιστώθηκαν στην πρoσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με […] τo πλoίo [Pondal]» (17).
26. Εξετάζοντας στη συνέχεια την περίπτωση των πλοίων Periloja και Sonia Rosal, το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε καταρχάς «τo βάσιμο της με την πρoσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωθείσας παρατυπίας σε σχέση με τα πλoία Periloja και Sonia Rosal», καθόσον «τα πλoία [αυτά] δεν αλίευσαν επί τρία έτη στα ύδατα της Αγκόλας, σε αντίθεση πρoς τoν όρo πoυ τίθεται με την απόφαση περί χoρηγήσεως» (18).
27. Κατά το Πρωτοδικείο, οι πράξεις αυτές συνιστoύσαν επίσης «διαρκή παρατυπία, κατά την έννoια τoυ άρθρoυ 3, παράγραφoς 1, δεύτερo εδάφιo, τoυ κανoνισμoύ 2988/95, η oπoία διήρκεσε μέχρι τις 20 Μαΐoυ 1996, ημερoμηνία πoυ αντιστoιχεί […] στo πέρας τoυ υπoχρεωτικoύ τριετoύς χρoνικoύ διαστήματoς δραστηριότητας της εν λόγω εταιρίας και κατά την oπoία η παρατυπία έλαβε oριστικά την φερόμενη με την πρoσβαλλόμενη απόφαση μoρφή, ήτoι την έλλειψη δραστηριότητας των ανωτέρω δύo πλoίων στα ύδατα της Αγκόλας επί 15 από τoυς 36 μήνες πoυ συνιστoύν τo ανωτέρω χρoνικό διάστημα». Επομένως, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση η προθεσμία παραγραφής είχε αρχίσει να τρέχει «από την ημέρα πoυ έπαυσε η παρατυπία», δηλαδή από τις 20 Μαΐoυ 1996 (19).
28. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το έγγραφο της 26ης Ιουλίου 1999, με το οποίο η Επιτροπή πληροφόρησε την προσφεύγουσα «για την κίνηση διαδικασίας μειώσεως συνδεόμενης με παρατυπίες πoυ αφoρoύν, μεταξύ άλλων, την δραστηριότητα των πλoίων Periloja και Sonia Rosal», αποτελούσε «πράξη διακόπτoυσα την παραγραφή κατά την έννoια τoυ άρθρoυ 3, παράγραφoς 1, τρίτo εδάφιo, τoυ κανoνισμoύ 2988/95» (20).
29. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επομένως ότι, «ακόμα και αν θεωρηθεί, βάσει τoυ γράμματoς τoυ άρθρoυ 3, παράγραφoς 1, πρώτo εδάφιo, τoυ κανoνισμoύ 2988/95, ότι o χρόνoς παραγραφής των τεσσάρων ετών πoυ oρίζεται σ’ αυτή τη διάταξη αρχίζει να τρέχει, πρoκειμένoυ περί διαρκoύς παρατυπίας, από την ημέρα κατά την oπoία έπαυσε η εν λόγω παρατυπία, μoλoνότι η αρμόδια αρχή, όπως εν πρoκειμένω, έλαβε αργότερα γνώση αυτής της παρατυπίας, […] η απoστoλή τoυ έγγράφoυ της 26 Ioυλίoυ 1999, πoυ πραγματoπoιήθηκε πριν από τη λήξη τoυ χρoνικoύ διαστήματoς των τεσσάρων ετών πoυ άρχισε να τρέχει στις 20 Μαΐoυ 1996, διέκoψε τo εν λόγω χρoνικό διάστημα και είχε ως απoτέλεσμα την έναρξη νέoυ χρoνικoύ διαστήματoς τεσσάρων ετών από τις 26 Ioυλίoυ 1999». Κατά συνέπεια, «κατά τo χρoνικό σημείo της εκδόσεως της πρoσβαλλoμένης απoφάσεως, τα περιστατικά πoυ συνιστoύν την παρατυπία σε σχέση με τα πλoία Periloja και Sonia Rosal δεν είχαν υπoκύψει στην παραγραφή» (21).
30. Το Πρωτοδικείο, κατόπιν των σκέψεων που παρατίθενται ανωτέρω, απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που αφορούσε την παραγραφή. Κατά συνέπεια, αφού έκρινε αβάσιμους και τους άλλους λόγους ακυρώσεως, απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
31. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 22 Μαΐου 2003, η Peix ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
32. Σε σχέση με τα αιτήματα αυτά η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως σύμφωνα με το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
33. Οι διάδικοι αγόρευσαν στη συνέχεια κατά την επ’ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Ιουνίου 2004.
III – Η άποψή μου επί της υποθέσεως
34. Η Peix προβάλλει ένα και μοναδικό λόγο αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95 λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της έννοιας «διαρκής» παρατυπία.
35. Κατά την ανάπτυξη του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα πραγματεύτηκε χωριστά την παρατυπία που αφορά το πλοίο Pondal από την παρατυπία που αφορά τα πλοία Periloja και Sonia Rosal. Το ίδιο έπραξε και η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως. Συνεπώς, για λόγους σαφήνειας της ανάλυσής μου, θα ακολουθήσω και εγώ το ίδιο σχήμα.
Επί του ζητήματος αν η παρατυπία σχετικά με το πλοίο Pondal ήταν διαρκής
36. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε διαρκή την παρατυπία σχετικά με το πλοίο Pondal. Κατά την άποψή της, η ανακοίνωση εσφαλμένου στοιχείου από τον αποδέκτη κοινοτικής συνδρομής αποτελεί συγκεκριμένη παρατυπία, η οποία ολοκληρώνεται κατά τη διαβίβαση του στοιχείου στην Επιτροπή και όχι, όπως δέχτηκε το Πρωτοδικείο, κατά τον μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο διαπίστωσε την ανακρίβεια του στοιχείου η ίδια η Επιτροπή.
37. Κατά την Peix, η ερμηνεία που δέχτηκε το Πρωτοδικείο όχι μόνο είναι αντίθετη με τη νομολογία του Δικαστηρίου που θα εκθέσω κατωτέρω (βλ. παρακάτω σημείο 48), αλλά αντιβαίνει επίσης στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, την ισχύ της οποίας διασφαλίζουν ακριβώς οι κανόνες περί παραγραφής. Συγκεκριμένα, αν ο χρόνος παραγραφής άρχιζε να τρέχει μόνο από το σημείο κατά το οποίο η Επιτροπή διαπιστώνει την παρατυπία, οι προθεσμίες που έχει καθορίσει ο νομοθέτης θα παρατείνονταν επ’ αόριστον, αφού προηγουμένως θα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί η Επιτροπή για να εξετάσει αν τα στοιχεία που έχει λάβει είναι ακριβή.
38. Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι, κατά την Peix, αντιφατική. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο, αναφερόμενο, με τη σκέψη 94, στην περίπτωση των πλοίων Periloja και Sonia Rosal, αναγνώρισε ότι ο χρόνος παραγραφής μπορεί να αρχίσει να τρέχει ακόμη και αν η αρμόδια αρχή αγνοεί την ύπαρξη της παρατυπίας που έχει διαπράξει ο επιχειρηματίας.
39. Η Peix, εφαρμόζοντας την παραπάνω αρχή στην προκείμενη περίπτωση, ισχυρίζεται ότι ως σημείο ενάρξεως της παραγραφής πρέπει να καθοριστεί η 20ή Μαΐου 1994, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία η ίδια πληροφόρησε την Επιτροπή για το ναυάγιο του Pondal, και όχι –όπως αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο– η 5η Οκτωβρίου 1999, όταν η Επιτροπή διαπίστωσε την ακριβή ημερομηνία του γεγονότος.
40. Κατά την αναιρεσείουσα συνεπώς, το έγγραφο της 26ης Ιουλίου 1999, με το οποίο η Επιτροπή τής γνωστοποίησε την έναρξη της διαδικασίας για τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής, αποστάλθηκε μετά την εκπνοή της τετραετούς προθεσμίας και είναι επομένως άκυρο, οπότε άκυρη είναι και η μεταγενέστερη απόφαση για τη μείωση της συνδρομής, η οποία βασίστηκε στα στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή κατόπιν του εγγράφου αυτού.
41. Ακριβώς αντίθετο είναι το συμπέρασμα της Επιτροπής, η οποία τονίζει ότι η εκ μέρους της Peix παράβαση της υποχρέωσης έντιμης πληροφόρησης δεν ολοκληρώθηκε στις 20 Μαΐου 1994, με την πρώτη ανακριβή γνωστοποίηση του ναυαγίου του Pondal, αλλά συνεχίστηκε, όπως ορθά έκρινε το Πρωτοδικείο, μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1999, μέχρις ότου δηλαδή η Peix αποκάλυψε τελικά την ακριβή ημερομηνία του ναυαγίου αυτού και επομένως έθεσε τέρμα στην παρατυπία της. Κατά την Επιτροπή δηλαδή, το Πρωτοδικείο, χαρακτηρίζοντας την παρατυπία αυτή ως διαρκή, ούτε παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου ούτε αγνόησε τη νομολογία του Δικαστηρίου.
42. Όσον αφορά άλλωστε τον ισχυρισμό ότι το έγγραφο της 26ης Ιουλίου 1999 ήταν άκυρο, η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς ένσταση απαραδέκτου του ισχυρισμού αυτού, διότι προβάλλεται για πρώτη φορά κατά την αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, ο ισχυρισμός αυτός είναι, κατά την Επιτροπή, αβάσιμος, καθόσον το εν λόγω έγγραφο είχε αποσταλεί πριν από τη λήξη της τετραετούς προθεσμίας, η οποία άρχισε να τρέχει στις 5 Οκτωβρίου 1999.
43. Πριν εξετάσω τις ανωτέρω απόψεις, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής:
– Η αίτηση καταβολής της πρώτης δόσης της χρηματοδοτικής συνδρομής, την οποία παρέλαβε η Επιτροπή στις 18 Μαΐου 1993, δεν περιείχε καμία πληροφορία για το ναυάγιο του Pondal, μολονότι το ναυάγιο αυτό είχε συμβεί ήδη στις 13 Ιανουαρίου 1993.
– Η πρώτη περιοδική έκθεση, την οποία υπέβαλε η Peix στις 20 Μαΐου 1994, ανέφερε ότι «το ναυάγιο του Pondal [είχε συμβεί] στις 20 Ιουλίου 1993».
– Η ίδια πληροφορία περιεχόταν επίσης στη δεύτερη έκθεση, της 19ης Ιουνίου 1995, στην οποία γινόταν και πάλι λόγος για το «ναυάγιο του Pondal στις 20 Ιουλίου 1993».
– Τελικά στις 5 Οκτωβρίου 1999 η Peix υπέβαλε τα έγγραφα από τα οποία προέκυπτε ότι στην πραγματικότητα «το ναυάγιο του Pondal είχε συμβεί στις 13 Ιανουαρίου 1993, και όχι στις 20 Ιουλίου 1993» (22).
44. Κατόπιν όσων εξέθεσα ανωτέρω, θα ήθελα ευθύς εξαρχής να πω ότι το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε ορθά, κατά τη γνώμη μου, ως «διαρκή» παρατυπία την παράβαση από την Peix, στην οποία είχε χορηγηθεί κοινοτική συνδρομή, της υποχρέωσής της να παρέχει «στην Επιτροπή αξιόπιστες πληροφορίες, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να την παραπλανήσουν», ώστε η Επιτροπή να μπορεί να πραγματοποιεί «τον έλεγχο της προσήκουσας χρήσεως των κοινοτικών κεφαλαίων» που έχουν καταβληθεί στη μεικτή εταιρία (23).
45. Πράγματι, η Peix παρέβη την ανωτέρω υποχρέωση με επανειλημμένες πράξεις της (μνεία εσφαλμένης ημερομηνίας για το ναυάγιο) και, κυρίως, με παραλείψεις της (μη αναγραφή της πραγματικής ημερομηνίας του ναυαγίου), οι οποίες άρχισαν πριν ακόμα αρχίσει η μεικτή εταιρία τις αλιευτικές δραστηριότητές της στην Αγκόλα και συνεχίστηκαν μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1999, δηλαδή μέχρι να διαβιβάσει η προσφεύγουσα και νυν αναιρεσείουσα τα έγγραφα από τα οποία προέκυπτε η ακριβής ημερομηνία του ναυαγίου του Pondal. Επομένως, η παρατυπία τερματίστηκε κατά την ημερομηνία αυτή, οπότε άρχισε να τρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95, η τετραετής προθεσμία παραγραφής.
46. Εξάλλου, δεν νομίζω ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας αναιρούν την ορθότητα του συμπεράσματος αυτού.
47. Καταρχάς δεν νομίζω ότι έχει καμία σημασία για την παρούσα διαδικασία η απόφαση Strawson (24), στην οποία παραπέμπει η αναιρεσείουσα.
48. Στην υπόθεση εκείνη ετίθετο το ζήτημα αν η δημόσια αρχή που είχε διενεργήσει έλεγχο το 1997 και, κατόπιν του ελέγχου αυτού, είχε διαπιστώσει ότι μεταξύ 1993 και 1997 είχαν τελεστεί διάφορες παρατυπίες μπορούσε να επιβάλει κυρώσεις μόνο για την παρατυπία που είχε τελεστεί κατά το έτος του ελέγχου ή και για τις παρατυπίες των προηγούμενων ετών.
49. Το Δικαστήριο, στο οποίο υποβλήθηκε το ανωτέρω ζήτημα, αποφάνθηκε ότι οι αρμόδιες αρχές είχαν την εξουσία να επιβάλλουν κυρώσεις ακόμη και για τις παρατυπίες που αφορούσαν «τα έτη που προηγούνταν εκείνου κατά τη διάρκεια του οποίου αποκαλύφθηκαν οι παρατυπίες αυτές, με την επιφύλαξη [πάντως] των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 2988/95 προθεσμιών παραγραφής» (25).
50. Το Δικαστήριο δηλαδή διευκρίνισε απλώς ότι η εξουσία των αρχών να επιβάλλουν κυρώσεις υπόκειται στον χρονικό περιορισμό που συνίσταται στην εν λόγω τετραετή παραγραφή. Αντίθετα, δεν αποφάνθηκε επί της επίμαχης εν προκειμένω έννοιας της «διαρκούς» παρατυπίας. Όπως δηλαδή τόνισε ορθά η Επιτροπή, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να λάβει καμία τέτοια απόφαση, διότι όλες οι ενέργειες που καταλογίζονταν στον επιχειρηματία είχαν λάβει χώρα μεταξύ 1993 και 1997 (που ήταν το έτος διενέργειας του ελέγχου), άρα εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου της τετραετίας που προβλέπει ο κανονισμός 2988/95.
51. Δεν μπορεί εξάλλου να υποστηριχθεί ότι, αν ο χρόνος παραγραφής άρχιζε να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία ο αποδέκτης της κοινοτικής επιδοτήσεως εκτελεί την υποχρέωσή του για έντιμη ενημέρωση και έτσι θέτει τέρμα στην παρατυπία, θα θιγόταν η «λειτουργία που συνίσταται στην τήρηση της ασφαλείας δικαίου» (26).
52. Συγκεκριμένα, όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, η έναρξη της παραγραφής κατά την ημερομηνία άρσεως της παρατυπίας όχι μόνο προβλέπεται ρητά από τον κανονισμό 2988/95, αλλά και είναι απόλυτα σύμφωνη με τη λειτουργία αυτή.
53. Κατά την άποψή μου δηλαδή, η εν λόγω αρχή δεν προστατεύει τους ιδιώτες που έχουν παραβεί υποχρέωση επιβαλλόμενη από το κοινοτικό δίκαιο παρά μόνο εφόσον έχει αρθεί η παράβαση και όχι εφόσον εξακολουθούν να παρανομούν. Όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, στον αποδέκτη της επιδότησης απόκειται επομένως να αποφασίσει αν θα εξακολουθήσει να παρανομεί, διατρέχοντας τον κίνδυνο παρατάσεως του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο μπορούν να παρέμβουν οι ελεγκτικές αρχές, ή, αντίθετα, αν θα τηρήσει τις υποχρεώσεις εντιμότητας και ενημέρωσης, εξασφαλίζοντας έτσι ότι μετά από τέσσερα έτη δεν θα μπορεί να ληφθεί εναντίον του κανένα μέτρο και δεν θα μπορεί να του επιβληθεί καμία κύρωση.
54. Επιπλέον, όπως είναι γνωστό, η εν λόγω αρχή έχει θεσπιστεί με σκοπό την προστασία των ιδιωτών, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να μπορεί «η Επιτροπή να καθυστερήσει επ’ αόριστον την άσκηση των καθηκόντων της» (27). Είναι όμως προφανές ότι η αρχή αυτή προϋποθέτει ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά της αυτά. Τούτο βέβαια δεν συμβαίνει στην περίπτωση που οι αποδέκτες των κοινοτικών επιδοτήσεων, παραβαίνοντας σαφή υποχρέωσή τους, διαβιβάζουν αναξιόπιστες πληροφορίες ή, εν πάση περιπτώσει, πληροφορίες που μπορούν να περιαγάγουν τα κοινοτικά όργανα σε πλάνη σχετικά με ουσιώδη στοιχεία των χρηματοδοτούμενων σχεδίων.
55. Όσον αφορά τέλος τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική, καθόσον στις παραγράφους που αφορούν τα πλοία Periloja και Sonia Rosal προβαίνει σε διαφορετική αντιμετώπιση, επιφυλάσσομαι να αποδείξω παρακάτω ότι δεν υπάρχει τέτοια αντίφαση (βλ. παρακάτω τα σημεία 66 επ.).
56. Για τους λόγους που εξέθεσα παραπάνω φρονώ επομένως ότι το Πρωτοδικείο, χαρακτηρίζοντας τα περιστατικά που αφορούν το πλοίο Pondal ως «διαρκή» παρατυπία και καθορίζοντας συνεπώς ως σημείο ενάρξεως της παραγραφής την 5η Οκτωβρίου 1999, την ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία έπαυσε η παρατυπία αυτή, δεν παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95.
57. Κατά συνέπεια, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθώ επί του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η αιτίαση της αναιρεσείουσας σχετικά με ενδεχόμενη ακυρότητα του εγγράφου της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 1999 είναι προδήλως αβάσιμη. Αντίθετα από ό,τι υποστήριξε η αναιρεσείουσα, το έγγραφο αυτό αποστάλθηκε όχι μόνο πριν από τη λήξη της παραγραφής, αλλά πριν καν αρχίσει να τρέχει η παραγραφή.
58. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, καθόσον αφορά το πλοίο Pondal, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ζητήματος αν η παρατυπία σχετικά με τα πλοία Periloja και Sonia Rosal ήταν διαρκής
59. Κατά την αναιρεσείουσα, η παρατυπία σχετικά με τα πλοία Periloja και Sonia Rosal ήταν μεμονωμένη και όχι διαρκής, όπως αντίθετα έκρινε το Πρωτοδικείο, διότι έπαυσε με την απομάκρυνση των πλοίων αυτών από τα ύδατα της Αγκόλας τον Φεβρουάριο του 1995. Η Peix επικρίνει εξάλλου την αντιφατικότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και επαναλαμβάνει ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 94, απομακρυνόμενο από τις εκτιμήσεις στις οποίες είχε ήδη καταλήξει σχετικά με το πλοίο Pondal, αναγνώρισε ότι η παραγραφή μπορεί να αρχίσει να τρέχει ακόμη και αν η αρμόδια αρχή αγνοεί την ύπαρξη της παρατυπίας που έχει τελέσει ο επιχειρηματίας.
60. Αντίθετη άποψη υποστηρίζει πάντως η Επιτροπή, κατά την οποία η παρατυπία που διέπραξε η Peix, δηλαδή η μεταφορά των εν λόγω πλοίων στο Καμερούν χωρίς να ζητηθεί προηγουμένως καμία άδεια και η μη εκμετάλλευση των υδάτων της Αγκόλας κατά τα έτη 1995 και 1996, έχει χαρακτήρα διαρκούς παρατυπίας, καθόσον συνεχίστηκε καθ’ όλη την περίοδο κατά την οποία τα εν λόγω πλοία δεν χρησιμοποιήθηκαν στην Αγκόλα.
61. Θα πρέπει να αναγνωρίσω και εγώ ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν είναι απόλυτα σαφής επί του σημείου αυτού. Συγκεκριμένα, η συλλογιστική που ακολούθησε το Πρωτοδικείο κατά τον καθορισμό και τον χαρακτηρισμό των παρατυπιών σχετικά με τα πλοία Periloja και Sonia Rosal φαίνεται κάπως να λοξοδρομεί.
62. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο:
– Καταρχάς, επικεντρώνοντας την εξέτασή του σε μία μόνο από τις παραβάσεις που διαπίστωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφασή της (πέμπτη αιτιολογική σκέψη, βλ. παραπάνω σημείο 17), τονίζει ότι «τα πλοία Periloja και Sonia Rosal δεν αλίευσαν επί τρία έτη στα ύδατα της Αγκόλας, σε αντίθεση προς τον όρο που τίθεται με την απόφαση περί χορηγήσεως» (σκέψη 88).
– Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι η παράβαση που διαπιστώθηκε συνιστά διαρκή παρατυπία, η οποία έπαυσε μόλις στις 20 Μαΐου 1996, ημερομηνία που αντιστοιχεί στο πέρας της υποχρεωτικής τριετούς δραστηριότητας στην Αγκόλα (σκέψη 91).
– Τέλος, το Πρωτοδικείο, χρησιμοποιώντας υποθετικό λόγο, διαπιστώνει ότι «ακόμα και αν θεωρηθεί […] ότι ο χρόνος παραγραφής των τεσσάρων ετών […] αρχίζει να τρέχει, προκειμένου περί διαρκούς παρατυπίας, από την ημέρα κατά την οποία έπαυσε η εν λόγω παρατυπία, μολονότι η αρμόδια αρχή, όπως εν προκειμένω έλαβε αργότερα γνώση αυτής της παρατυπίας» (28), η τετραετής παραγραφή οπωσδήποτε δεν θα είχε λήξει, αφού είχε προηγηθεί στις 26 Ιουλίου 1999 πράξη διακοπής της (σκέψη 94).
63. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την ορθότητα του προσδιορισμού της παρατυπίας από το Πρωτοδικείο (δηλαδή τη μη πραγματοποίηση αλιείας στα ύδατα της Αγκόλας κατά την τριετή υποχρεωτική περίοδο), αλλά μόνο την ορθότητα του χαρακτηρισμού της παρατυπίας αυτής ως διαρκούς.
64. Η αιτίαση αυτή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή. Όπως ορθά διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, η παρατυπία αυτή άρχισε τον Φεβρουάριο του 1995, όταν τα εν λόγω πλοία έφυγαν από την Αγκόλα, και συνεχίστηκε αναμφισβήτητα μέχρι τις 20 Μαΐου 1996, όταν έληξε η υποχρεωτική περίοδος αλιείας στη χώρα αυτή. Η Peix δεν παρέβη συνεπώς στιγμιαία μια μεμονωμένη υποχρέωση, αλλά αγνόησε κατ’ εξακολούθηση μια υποχρέωση που όφειλε να τηρήσει μέχρι την παραπάνω ημερομηνία.
65. Κατά την άποψή μου, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική. Θεωρώ δηλαδή ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 94, απλώς θέλησε, χρησιμοποιώντας έστω μια ατυχή φράση, να τονίσει ότι, ακόμη και αν το σημείο ενάρξεως του χρόνου παραγραφής καθοριζόταν κατά τρόπο ευνοϊκότερο για την αναιρεσείουσα, δηλαδή γινόταν δεκτό ότι είχε αρχίσει να τρέχει πριν από το σημείο κατά το οποίο η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στην Επιτροπή τα γεγονότα σχετικά με τα πλοία Periloja και Sonia Rosal και κατά το οποίο επομένως η Επιτροπή έλαβε γνώση των γεγονότων αυτών, δεν είχε λήξει ούτως ή άλλως ο χρόνος παραγραφής, καθόσον είχε εκδοθεί πράξη της Επιτροπής που διέκοπτε την παραγραφή.
66. Πρόκειται επομένως για σκέψη του Πρωτοδικείου που προστέθηκε τελείως υποθετικά και που οπωσδήποτε δεν αποσκοπεί να ανασκευάσει τα άλλα χωρία της απόφασης, με τα οποία το Πρωτοδικείο, αναφερόμενο στο πλοίο Pondal, καθιστά σαφέστατο ότι, σε περίπτωση παραβάσεως από τον αποδέκτη κοινοτικής επιδότησης της υποχρέωσης έντιμης ενημέρωσης, η παραγραφή αρχίζει να τρέχει από το σημείο κατά το οποίο ο αποδέκτης αυτός γνωστοποίησε προσηκόντως στην Επιτροπή την ύπαρξη επιγενόμενων γεγονότων που επηρέασαν ουσιώδη στοιχεία του χρηματοδοτούμενου σχεδίου.
67. Εξάλλου, νομίζω ότι η ορθότητα της ερμηνείας που δίνω στην απόφαση του Πρωτοδικείου επιβεβαιώνεται από ορισμένα χωρία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που παρατίθενται μετά από τις σκέψεις που αφορούν την παραγραφή.
68. Συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο που αφορά την αιτίαση για την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το Πρωτοδικείο τονίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι, όσον αφορά τα πλοία Periloja και Sonia Rosal, η Peix διέπραξε «σοβαρές παραβάσεις ουσιωδών υποχρεώσεων για τη λειτουργία του συστήματος κοινοτικών χρηματοδοτικών συνδρομών στον τομέα της αλιείας», που συνίσταντο όχι μόνο στο ότι δεν υπήρξε «εκμετάλλευση, από τα δύο εν λόγω πλοία, των αλιευτικών πόρων της Αγκόλας επί τρία έτη», αλλά και στο γεγονός ότι «η προσφεύγουσα απέκρυψε, επί περίπου δύο έτη, το γεγονός ότι τα πλοία αυτά είχαν εγκαταλείψει τα ύδατα της Αγκόλας» (29). Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα και νυν αναιρεσείουσα «μόλις με την τρίτη περιοδική έκθεση δραστηριότητας, που διαβίβασε στην Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 1997, εξέθεσε σαφώς ότι οι τελευταίες εκφορτώσεις ψαριών προελεύσεως Αγκόλας ανάγονταν στον Μάρτιο του 1995 […] και ότι […] τα πλοία μεταφέρθηκαν από την προσφεύγουσα σε λιμένα της Νιγηρίας, όπου υποβλήθηκαν σε επισκευές μέχρι το 1996» (30).
69. Φρονώ συνεπώς ότι οι αιτιολογίες του Πρωτοδικείου σχετικά με τον χαρακτηρισμό της παρατυπίας που αφορά τα πλοία Periloja και Sonia Rosal ως «διαρκούς», έστω και αν είναι διατυπωμένες έμμεσα και με υποθετικές φράσεις, δεν αντιφάσκουν προς τα χωρία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το πλοίο Pondal.
70. Για τους λόγους που παρέθεσα παραπάνω, φρονώ συνεπώς ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προς το μέρος που αφορά τα πλοία Periloja και Sonia Rosal.
Τελικές παρατηρήσεις
71. Δεδομένου ότι ο μόνος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Peix είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμος, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναλύσω τις παρατηρήσεις που υπέβαλε επικουρικά η Επιτροπή σχετικά με τη μη δυνατότητα εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 του κανονισμού 2988/95 παραγραφής στα μέτρα αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος και σχετικά με τη διακοπή της παραγραφής λόγω της αποστολής του εγγράφου της 26ης Φεβρουαρίου 1998 από τις ισπανικές αρχές.
72. Καταλήγοντας, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
73. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του ίδιου αυτού κανονισμού, φρονώ, κατόπιν του συμπεράσματός μου ότι πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ότι η Peix πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V – Πρόταση
74. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– να καταδικάσει την José Martí Peix, SA, στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 2001, για τη μείωση της συνδρομής που χορηγήθηκε στην εταιρία José Martí Peix, SA, με την απόφαση της Επιτροπής C(91) 2874 τελ./11, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής C(93) 1131 τελ./4, της 12ης Μαΐου 1993, για ένα σχέδιo συστάσεως μεικτής εταιρίας στoν τoμέα της αλιείας.
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ L 376, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3944/90 τoυ Συμβoυλίoυ, της 20ής Δεκεμβρίoυ 1990 (ΕΕ L 380, σ. 1), τoν κανoνισμό (ΕΟΚ) 2794/92 τoυ Συμβoυλίoυ, της 21ης Σεπτεμβρίoυ 1992 (ΕΕ L 282, σ. 3), και τoν κανoνισμό (ΕΟΚ) 3946/92 τoυ Συμβoυλίoυ, της 19ης Δεκεμβρίoυ 1992 (ΕΕ L 401, σ. 1). Ο κανονισμός 4028/86 και οι κανονισμοί που προβλέπουν τους τρόπους εφαρμογής του καταργήθηκαν με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2080/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το χρηματοδοτικό μέσο προσανατολισμού της αλιείας (ΕΕ L 193, σ. 1).
4 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1956/91 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1991, για λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ενέργειες ενθάρρυνσης για τη σύσταση μεικτών εταιρειών (ΕΕ L 181, σ. 1). Όσον αφορά την κατάργηση, βλ. την υποσημείωση 3.
5 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).
6 – [Αυτή η υποσημείωση αφορά μόνο το ιταλικό κείμενο των προτάσεων.]
7 – [Αυτή η υποσημείωση αφορά μόνο το ιταλικό κείμενο των προτάσεων.]
8 – Σκέψη 28.
9 – Σκέψη 28 (η υπογράμμιση δική μου).
10 – Σκέψη 32 (η υπογράμμιση δική μου).
11 – Σκέψη 44.
12 – Σκέψη 67.
13 – Σκέψεις 78 και 79.
14 – Σκέψη 81.
15 – Σκέψη 81.
16 – Σκέψεις 81 και 82.
17 – Σκέψη 82.
18 – Σκέψη 88.
19 – Σκέψη 91.
20 – Σκέψη 93.
21 – Σκέψη 94.
22 – Σκέψεις 15-32 (όλες οι υπογραμμίσεις δικές μου).
23 – Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-500/99 P, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-867, σκέψη 100).
24 – Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2002, C-304/00, Strawson (Συλλογή 2002, σ. I‑10737, σκέψη 49).
25 – Προπαρατεθείσα απόφαση Strawson, σκέψη 52.
26 – Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 19), και απoφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 1991, T-26/89, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1991, σ. II-781, σκέψη 68), της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-126/96 και T-127/96, BFM και EFIM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-3437, σκέψη 67), και της 17ης Σεπτεμβρίου 2003, T-137/01, Neuss κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-3103, σκέψη 123).
27 – Βλ. απoφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69, Geigy κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 189, σκέψεις 20 και 21), της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-74/00 P και C‑75/00 P, Falck SpA και Acciaierie di Bolzano SpA κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-7869, σκέψη 140), και της 29ης Απριλίου 2004, C‑298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-4087, σκέψη 90).
28 – Η υπογράμμιση δική μου.
29 – Σκέψη 130.
30 – Σκέψη 128.
Full & Egal Universal Law Academy