ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 6ης Σεπτεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-230/03
Mehmet Sedef
κατά
Freie und Hansestadt Hamburg
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως – Σύστημα προοδευτικής χορηγήσεως δικαιωμάτων – Αναγκαιότητα συνεχούς ασκήσεως εργασίας – Τούρκος εργαζόμενος απασχολούμενος ως ναυτικός σε σκάφη με σημαία κράτους μέλους – Δεν ασκούν επιρροή οι ιδιομορφίες του επαγγέλματος»
1. Το Bundesverwaltungsgericht (γερμανικό ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234 ΕΚ δύο προδικαστικά ερωτήματα για την ερμηνεία του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας (στο εξής: απόφαση 1/80) (2).
2. Η διάταξη αυτή παρέχει στους Τούρκους εργαζομένους ορισμένα δικαιώματα, το περιεχόμενο των οποίων εξαρτάται από τη διάρκεια της εργασίας που άσκησαν σε ένα από τα κράτη μέλη.
3. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρονται στα αποτελέσματα ορισμένων διακοπών του επαγγελματικού βίου ενός ναυτικού στον υπολογισμό των περιόδων εργασίας που είναι αναγκαίες προκειμένου αυτός να απολαύει ελεύθερης προσβάσεως σε κάθε μισθωτή δραστηριότητα.
I – Το εφαρμοστέο δίκαιο
4. Οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση ποικίλλουν ανάλογα με τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της δεδομένης στιγμής (3), ενώ το νομικό πλαίσιο παραμένει αμετάβλητο (4).
Η Συμφωνία Συνδέσεως
5. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1963, υπογράφηκε στην Άγκυρα η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (5) (στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).
6. Όπως ανέπτυξα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Öztür εφεξής (6), η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο μερών και τη διασφάλιση της ταχείας αναπτύξεως της τουρκικής οικονομίας καθώς και την ανύψωση του επιπέδου της απασχολήσεως και των συνθηκών ζωής στη χώρα αυτή. Στο προοίμιο επισημαίνεται ότι η υποστήριξη που θα παρασχεθεί από την Κοινότητα στις προσπάθειες του τουρκικού λαού για τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου θα διευκολύνει μεταγενέστερα την ένταξη του εν λόγω κράτους (7).
7. Για να πραγματοποιηθούν αυτές οι επιδιώξεις, η Συμφωνία Συνδέσεως κάνει διάκριση μεταξύ μιας προπαρασκευαστικής φάσεως, επιτρέπουσας στη Δημοκρατία της Τουρκίας να ενισχύσει την οικονομία της με τη βοήθεια της Κοινότητας (άρθρο 3), μιας μεταβατικής φάσεως, αποβλέπουσας στη βαθμιαία σύσταση τελωνειακής ενώσεως (8), και στην προσέγγιση των οικονομικών πολιτικών (άρθρο 4), καθώς και μιας οριστικής φάσεως, η οποία συνεπάγεται την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών (άρθρο 5).
8. Για να εξασφαλιστεί η βαθμιαία ανάπτυξη του καθεστώτος της συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη συνέρχονται στο πλαίσιο συμβουλίου, το οποίο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται από τη Συμφωνία Συνδέσεως (άρθρο 6) και έχει εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την πραγματοποίηση των καθοριζόμενων στόχων και στις προβλεπόμενες περιπτώσεις (άρθρο 22).
9. Η δεύτερη φάση συνεπαγόταν την εξέταση της προοδευτικής ελευθερώσεως της κυκλοφορίας των εργαζομένων (9), για την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη στηρίζονταν στα άρθρα 48, 49 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ και 40 ΕΚ) και 50 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 41 ΕΚ) (άρθρο 12) (10).
Το πρόσθετο πρωτόκολλο
10. Η μεταβατική φάση ολοκληρώθηκε το 1970 με την προσθήκη ενός πρόσθετου πρωτοκόλλου (11), το οποίο άρχισε να ισχύει το 1973, στη Συμφωνία Συνδέσεως (άρθρο 62) με τη σκέψη ότι έπρεπε να διευκρινισθούν οι όροι, ο τρόπος και ο ρυθμός εφαρμογής της επόμενης φάσεως (άρθρο 1).
11. Ο τίτλος ΙΙ ρυθμίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών, το δε πρώτο κεφάλαιο, που αφιερώνεται στους εργαζομένους, περιλαμβάνει το άρθρο 36, κατά το οποίο η ελευθερία αυτή θα εγκαθιδρυθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως, μεταξύ της λήξεως του δωδέκατου και του εικοστού δεύτερου έτους μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας (12). Το Συμβούλιο Συνδέσεως θα αποφασίσει περί των αναγκαίων για τον σκοπό αυτό διαδικασιών.
12. Το άρθρο 37 παρέχει στους Τούρκους εργαζομένους εντός της Κοινότητας ίση μεταχείριση με τους υπηκόους των κρατών μελών ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής.
Η απόφαση 1/80
13. Κατόπιν της αποφάσεως 2/76, της 20ής Δεκεμβρίου 1976, για την εφαρμογή του άρθρου 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως, το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε στις 19 Σεπτεμβρίου 1980 την απόφαση 1/80 (13).
14. Το άρθρο 6 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΙΙ που φέρει τον τίτλο «Κοινωνικές διατάξεις», μέρος 1, επιγραφόμενο ως «Ζητήματα σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων». Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους,
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος στο κράτος αυτό, δικαιούται ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, να αποδεχθεί, κατ’ επιλογή του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.
2. Οι ετήσιες άδειες και οι απουσίες λόγω μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή ασθενείας μικρής διαρκείας εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως. Οι προσηκόντως διαπιστωμένες από τις αρμόδιες αρχές περίοδοι ακούσιας ανεργίας και οι απουσίες λόγω ασθενείας μακράς διαρκείας, χωρίς να εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως, δεν θίγουν τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει της προηγούμενης περιόδου απασχολήσεως.
[…]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
15. Ο Sedef, Τούρκος υπήκοος, γεννηθείς τo 1952, εργαζόταν από τo 1977 ως ναυτικός σε διαφoρετικoύς Γερμανούς εργoδότες, για τον λόγο δε αυτό χρειαζόταν όχι άδεια εργασίας, αλλά άδεια διαμονής, την οποία ελάμβανε διαδοχικά, διότι η ισχύς της ήταν περιορισμένη σε συνάρτηση με κάθε σχέση εργασίας. Από τις 18 Ιανουαρίου 1993, έχει αναγνωρισθεί για λόγους υγείας ανίκανος γι’ αυτό το επάγγελμα.
16. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της ενάρξεως παροχής των υπηρεσιών του και της διαπιστώσεως της ανικανότητάς του προς εργασία μπορεί να κατανεμηθεί, όπως πράττει το αιτούν δικαστήριο, σε τέσσερις κατηγορίες:
1. απασχόληση, περιλαμβανομένων των ετησίων αδειών, όπου πρέπει να σημειωθεί ότι απασχολήθηκε από τον ίδιο εργοδότη πλέον του έτους, ουδέποτε όμως επί τρία έτη (14)·
2. ανεργία, όπου λαμβάνονται υπόψη μόνον τα χρονικά διαστήματα που διαπιστώθηκαν από τις αρχές και ποικίλλουν από ένα μήνα και μερικές ημέρες έως σχεδόν οκτώ μήνες (15)·
3. διακοπές λόγω ασθενείας, ορισμένες σύντομης και άλλες μακράς διάρκειας, που, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερβαίνουν το έτος (16), και
4. άλλα χρονικά διαστήματα, περιλαμβανομένων αυτών που ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος χαρακτηρίζει ως «άδειες άνευ αποδοχών» και ανέρχονται σε δεκαεπτά, ποικίλλουν δε από μία έως εβδομήντα ημέρες και αντιστοιχούν σε περίπου δεκατρείς μήνες επί κατά προσέγγιση δεκαπέντε έτη (7,2 %) (17).
17. Τo 1992, ζήτησε άδεια διαμονής μη περιοριζόμενη σε επαγγελματική δραστηριότητα στoν τομέα των θαλασσίων μεταφορών, ώστε να μπoρέσει να παράσχει εξαρτημένη εργασία στην ξηρά. Το ομόσπονδο κράτος Freie und Hansestadt Hamburg απέρριψε αυτή την αίτηση.
18. Το Verwaltungsgericht (διοικητικό δικαστήριο) του Αμβούργου, ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο ενδιαφερόμενος, διέταξε, βάσει του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80, να χορηγηθεί η άδεια.
19. Η καθής διοίκηση άσκησε έφεση ενώπιον του Oberverwaltungsgericht (διοικητικό εφετείο) του Αμβούργου, το οποίο έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από την προπαρατεθείσα διάταξη προϋποθέσεις.
20. Κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως του Sedef, το Bundesverwaltungsgericht, θεωρώντας ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται άδειας, κατά τις εθνικές διατάξεις (18), και ότι θα είχε αυτό το δικαίωμα μόνο δυνάμει των ευρωπαϊκών κανόνων, ανέστειλε τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει τo άρθρo 6, παράγραφoς 1, τρίτη περίπτωση, και παράγραφoς 2, της απoφάσεως 1/80 της 19ης Σεπτεμβρίoυ 1980 τoυ Συμβoυλίoυ Συνδέσεως πoυ συστάθηκε με τη συμφωνία συνδέσεως μεταξύ της ΕΟΚ και της Τoυρκίας την έννοια ότι Τoύρκoς εργαζόμενος, o οποίoς από τo 1977 απασχολούνταν νομίμως στη νόμιμη αγορά εργασίας θαλασσίων μεταφορών ενός κράτους μέλους σε διαφορετικούς εργoδότες, χωρίς να απαιτείται άδεια εργασίας, για διάστημα μεγαλύτερo των 15 ετών, και σε αυτό τo διάστημα συγκέντρωσε τις προϋποθέσεις τoυ άρθρου 6, παράγραφoς 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, αποκτά δικαίωμα χoρηγήσεως άδειας διαμονής, όταν η απασχόλησή τoυ στoν τομέα των θαλασσίων μεταφορών ?εκτός διαφόρων διακοπών λόγω ασθενείας και εκτός από περιόδoυς ανεργίας, η oπoία έχει διαπιστωθεί από τις αρμόδιες αρχές ότι ήταν ανυπαίτια? διεκόπη, μεταξύ δύo σχέσεων εργασίας, 17 φoρές για διάστημα από μία έως 70 ημέρες (συνολικά περίπου για 13 μήνες), και o Τούρκος εργαζόμενος ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια των μακρότερων διαστημάτων διακοπής της απασχολήσεως μετέβαινε στην οικογένειά τoυ στην Τουρκία, χωρίς να έχει διαπιστωθεί ανυπαίτια ανεργία για αυτά τα διαστήματα; Έχει σημασία συναφώς αν τέτοιες διακοπές είναι χαρακτηριστικές τoυ επαγγέλματος (εν προκειμένω: τoυ επαγγέλματος τoυ ναυτικού);
2. Προϋποθέτει η ύπαρξη απαιτήσεως για τη χορήγηση άδειας παραμονής σύμφωνα με τo άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, ότι o Τούρκος εργαζόμενος πληροί τις προϋποθέσεις τoυ άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80; Έχει σημασία συναφώς εάν η αλλαγή τoυ εργοδότη πριν από την πάροδο τριών ετών είναι χαρακτηριστική τoυ επαγγέλματος (εν προκειμένω: τoυ επαγγέλματος τoυ ναυτικού);»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εντός της τασσόμενης από το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προθεσμίας, το Freie und Hansestadt Hamburg, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
22. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιουνίου 2005, παρέστησαν, προκειμένου να αναπτύξουν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους, ο εκπρόσωπος του Sedef και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής.
IV – Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
23. Εφόσον τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80, ενδείκνυται, πριν τα εξετάσω, να διατυπώσω μερικές γενικές σκέψεις ως προς το περιεχόμενο αυτής της διατάξεως σε σχέση με τα περιστατικά της υποθέσεως. Πρέπει επίσης να εξετασθεί η επίδραση που ασκεί το γεγονός ότι ο Sedef ήταν ναυτικός.
Το νομικό καθεστώς κατά το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80
24. Η απόφαση 1/80 δεν εξομοιώνει τους Τούρκους εργαζομένους προς τους κοινοτικούς εργαζομένους, διότι δεν απολαύουν των δυνατοτήτων που απορρέουν από την ελεύθερη κυκλοφορία ούτε του δικαιώματος εγκαταστάσεως ούτε του δικαιώματος διαμονής. Απολαύουν μόνον ορισμένων δικαιωμάτων στη χώρα υποδοχής, στο έδαφος της οποίας έχουν εισέλθει νομίμως (19). Ούτε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους υπηκόους τρίτων χωρών (20).
25. Το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 απαιτεί να «είναι ενταγμένος [ο εργαζόμενος] στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους» ως αναγκαία προϋπόθεση για την πρόσβαση, ανάλογα με τη διάρκεια αυτής της εντάξεως, σε διάφορα δικαιώματα.
1. Η ένταξη στη νόμιμη αγορά εργασίας
26. Αυτή η βασική προϋπόθεση συνεπάγεται την ύπαρξη σχέσεως εργασίας εντός του κοινοτικού χώρου ή στενώς συνδεδεμένης με αυτόν, η οποία πρέπει επί πλέον να συνιστά «νόμιμη» απασχόληση.
27. Προς επαλήθευση της πρώτης από αυτές τις προϋποθέσεις, η νομολογία χρησιμοποιεί κριτήρια ανάλογα προς αυτά που εφαρμόζει στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (21), όπου η ύπαρξη του συνδέσμου διαπιστώνεται από την άσκηση, υπέρ άλλου προσώπου και υπό την καθοδήγησή του, πραγματικής και ουσιαστικής οικονομικής δραστηριότητας έναντι της οποίας λαμβάνει αμοιβή (22). Το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται για την επαλήθευση του εδαφικού συνδέσμου, όπου λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπόψη οι τόποι προσλήψεως και ασκήσεως της μισθωτής δραστηριότητας, αλλά και η εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται στους τομείς του εργατικού δικαίου και του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως (23).
28. Η νόμιμη ένταξη στην αγορά εργασίας προϋποθέτει μια σταθερή και όχι πρόσκαιρη κατάσταση (24), καθώς και ότι ο εργαζόμενος συμμορφώθηκε προς τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του κράτους υποδοχής και έχει επομένως το δικαίωμα να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός του (25).
2. Τα παρεχόμενα δικαιώματα
29. Το σύστημα της σταδιακής ενσωματώσεως παρέχει διάφορα πλεονεκτήματα τα οποία υπόκεινται σε προϋποθέσεις που ποικίλλουν ανάλογα με τη διάρκεια της απασχολήσεως (26).
30. Στις τρεις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, το οποίο, κατά πάγια νομολογία, έχει άμεσο αποτέλεσμα (27), απαριθμούνται άλλα είδη τέτοιων δικαιωμάτων που αποκτώνται διαδοχικώς με την παράταση της απασχολήσεως στο κράτος μέλος και συνεπάγονται δικαίωμα διαμονής (28).
31. Αν η νόμιμη απασχόληση διαρκεί πλέον του έτους, παρέχεται η δυνατότητα ανανεώσεως της ισχύος της άδειας εργασίας στον αρχικό εργοδότη. Όταν διαρκεί δύο ακόμη έτη, είναι δυνατή η αλλαγή του εργοδότη, όχι όμως του επαγγέλματος ή της χώρας. Τέλος, μετά ένα ακόμη έτος, παρέχεται πρόσβαση σε κάθε μισθωτή δραστηριότητα εντός της ίδιας χώρας.
32. Άπαξ επιτευχθεί το τελευταίο επίπεδο, τα κτηθέντα πλεονεκτήματα χάνονται μόνο σε περίπτωση οριστικής εγκαταλείψεως της αγοράς εργασίας για οποιαδήποτε αιτία (29), ή υπερβάσεως του εύλογου χρόνου προς σύναψη νέας σχέσεως εργασίας κατόπιν ενός χρονικού διαστήματος προσωρινής αεργίας (30).
3. Ο υπολογισμός του χρόνου
33. Η γένεση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στις σχετικές περιπτώσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 εξαρτάται από την προϋπόθεση ασκήσεως εργασίας επί ένα, τρία ή τέσσερα έτη «συνεχώς». Κατά συνέπεια, αν η εργασία παύσει να παρέχεται, διακόπτεται η σχετική με το χρονικό διάστημα προϋπόθεση, οπότε, όταν επαναρχίσει, ο υπολογισμός δεν συνεχίζεται, αλλά αρχίζει εκ νέου.
34. Δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω αρχή θα προκαλούσε ορισμένες αδικίες, η παράγραφος 2 απαριθμεί διάφορες εξαιρέσεις, κάνοντας διάκριση, ανάλογα με το είδος και τη διάρκεια των διακοπών εργασίας, μεταξύ αυτών που παράγουν θετικά αποτελέσματα, ως εκ του ότι ο διαδραμών χρόνος εξομοιώνεται προς αυτόν της νόμιμης εργασίας (ετήσιες άδειες, μητρότητα και εργατικά ατυχήματα ή ασθένειες σύντομης διάρκειας), και αυτών που εμποδίζουν την επέλευση αρνητικών αποτελεσμάτων, διότι δεν θίγουν τα προηγουμένως κτηθέντα δικαιώματα (ακούσια ανεργία προσηκόντως διαπιστωμένη και ασθένεια μακράς διάρκειας).
35. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, όποιος έχει διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα για έναν από τους αναφερθέντες λόγους απαλλάσσεται του εκ νέου υπολογισμού του χρόνου ως εάν ουδέποτε είχε απασχοληθεί νομίμως στο κράτος υποδοχής (31).
36. Οι ιδιομορφίες σε σχέση με τη συνέχιση της παροχής εργασίας καθίστανται ανεφάρμοστες, όταν ο Τούρκος εργαζόμενος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, προκειμένου να τύχει της ανεπιφύλακτης ελευθερίας που του παρέχει αυτή η διάταξη (32), και, επί πλέον, δικαιούται να διακόψει την ένταξή του στην αγορά εργασίας, εφόσον είναι ήδη νομίμως ενταγμένος σ’ αυτήν (33). Δεν πρέπει να συγχέεται αυτή η περίπτωση, κατά την οποία ορισμένες διακοπές στερούνται σημασίας, με τις προηγούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες αυτό για το οποίο πρόκειται είναι η απόκτηση των δικαιωμάτων.
37. Πρέπει επίσης να υπογραμμισθεί ότι, μολονότι οι μνημονευθείσες προϋποθέσεις πρέπει να νοούνται στενά (34), διότι, διαφορετικά, θα αλλοιωνόταν ο υπολογισμός, είναι αναγκαίο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λαμβάνονται υπόψη διαφορετικά χρονικά διαστήματα γενικώς σύντομης διάρκειας (35).
Η ερμηνεία του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 και το επάγγελμα του ναυτικού
38. Στο τέλος καθενός από τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι ιδιομορφίες της ασκήσεως του επαγγέλματος του ναυτικού θα μπορούσαν εν προκειμένω να ασκήσουν επιρροή.
39. Η ναυτιλία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι συνιστά ένα τομέα ο οποίος, από τις απαρχές του, συνεπάγεται πολυάριθμους κινδύνους και μεγάλες δυσκολίες, διότι η δραστηριότητα διεξάγεται σε εχθρικό και αδυσώπητο περιβάλλον (36), μολονότι οι συνθήκες υπό τις οποίες εξελίσσεται έχουν μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου. «Για εμάς τους ναυτικούς της ανοιχτής θάλασσας, η θάλασσα είναι κυρίως ένας δρόμος, σχεδόν αποκλειστικά μια πορεία. Αλλά τι πορεία! Ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που διέσχισα τον ωκεανό. Το ιστιοφόρο δέσποζε ακόμα τον κόσμο. Τι εποχή κι αυτή! Δεν λέω ότι η θάλασσα ήταν τότε καλύτερη, όχι. Αλλά ήταν πιο ποιητική, πιο μυστηριώδης, πιο άγνωστη. Σήμερα, η θάλασσα βιομηχανοποιείται συνεχώς. Ο ναυτικός, στο χαλύβδινο σκάφος του, ξέρει πότε φεύγει, πότε θα κάνει σκάλα. Γνωρίζει επακριβώς τις μέρες, τις ώρες… Παλιά, όχι. Πήγαινε στο άγνωστο, ανάλογα με την τύχη, τον ούριο άνεμο […] σήμερα, η θάλασσα έχει αλλάξει, έχει αλλάξει το σκάφος και έχει επίσης αλλάξει ο ναυτικός.» Έτσι έβαζε τον ήρωά του να μιλάει ένας γνωστός ισπανός συγγραφέας της γενιάς του 1898 (37).
40. Η δραστηριότητα αυτή, τόσο πριν όσο και τώρα, εμφανίζει σημαντικές διαφορές απ’ όλες τις άλλες. Οι σκληρές συνθήκες και οι ιδιομορφίες της ζωής και της εργασίας των θαλασσινών ελήφθησαν υπόψη από το διεθνές δίκαιο (38), από το δίκαιο των κρατών μελών (39) και από το κοινοτικό ευρωπαϊκό δίκαιο.
41. Επί κοινοτικού επιπέδου, μπορεί να επισημανθεί, παραδείγματος χάριν, η οδηγία 1999/63/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών, που σύναψαν η ένωση εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και η ομοσπονδία των ενώσεων εργαζομένων στις μεταφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (FST) (40) και η οδηγία 1999/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την επιβολή των διατάξεων περί των ωρών εργασίας των ναυτικών επί των πλοίων που καταπλέουν σε κοινοτικούς λιμένες (41).
42. Όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς, όπως στις μεταφορές (42), οι ιδιομορφίες της εργασίας των ναυτικών αποτυπώθηκαν σε κανόνες, ιδίως όσον αφορά την προστασία και την ασφάλεια.
43. Η ύπαρξη κατ’ ιδίαν ρυθμίσεως δείχνει ότι, οσάκις κρίνεται χρήσιμο, λαμβάνονται υπόψη οι ιδιομορφίες ενός επαγγέλματος.
44. Στην απόφαση 1/80 δεν υπάρχει καμία αναφορά σε συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, οπότε οι κανόνες της διέπουν αδιακρίτως όλους τους εργαζομένους, όποιο κι αν είναι το επάγγελμά τους.
45. Αυτό δεν αναιρείται από το άρθρο 12, που παρέχει στα κράτη μέλη και στην Τουρκία τη δυνατότητα να μην προβαίνουν προσωρινώς στην αυτόματη εφαρμογή των άρθρων 6 και 7, όταν εμφανίζονται ή προβλέπονται σοβαρές διαταραχές επί βιοτικού ή εργασιακού επιπέδου σε μια περιφέρεια, σε ένα κλάδο δραστηριότητας ή σε ένα επάγγελμα, διότι η τελευταία αυτή αναφορά έχει γενικό χαρακτήρα και εξηγείται από τον εξαιρετικό και εφήμερο χαρακτήρα της καταστάσεως.
46. Επί πλέον, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι η διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, είναι γενική και ανεπιφύλακτη, καθόσον δεν δίδει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να στερούν ορισμένες κατηγορίες Τούρκων εργαζομένων από τα δικαιώματα τα οποία η διάταξη αυτή τους παρέχει απευθείας (43). Το δόγμα αυτό μπορεί να επεκταθεί σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες επιδιώκεται να υπογραμμισθεί ο ειδικός χαρακτήρας μιας συγκεκριμένης απασχολήσεως.
47. Κατά συνέπεια, οι χαρακτηριστικές συνθήκες μιας δραστηριότητας, θεωρούμενης ευρέως, δεν έχουν σημασία για την ερμηνεία της παρατεθείσας διατάξεως, το ενιαίο της οποίας θα διακυβευόταν, αν γίνονταν δεκτές εξαιρέσεις και αν η εφαρμογή των κανόνων διαμορφωνόταν ανάλογα με τις ασκούμενες εργασίες, διότι τότε τίποτε δεν θα εμπόδιζε άλλες κατηγορίες των εργαζομένων να αποβλέπουν επίσης σε προνομιακή μεταχείριση. Αυτό θα δημιουργούσε έδαφος για μια κατά περίπτωση νομολογία που θα έβλαπτε τη συνοχή του συστήματος και την κοινωνική ασφάλιση, αν και τίποτε δεν εμποδίζει, όταν πρόκειται για τα δικαιώματα που αναγνωρίζει αυτή η διάταξη, να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
48. Η βασική αμφιβολία του αιτούντος δικαστηρίου αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, και 2, της αποφάσεως 1/80, προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις στην αναγνώριση της ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση από τις διακοπές που δεν οφείλονται ούτε σε προσηκόντως διαπιστωθείσες καταστάσεις ανεργίας ούτε σε παύση εργασίας λόγω ασθένειας, καθώς και οι επιπτώσεις από το ότι η μεταβολή εργοδότη είναι χαρακτηριστική του επαγγέλματος. Το τελευταίο αυτό ζήτημα, κοινό και στο άλλο υποβαλλόμενο ερώτημα, το πραγματεύθηκα ανωτέρω.
49. Το πρόβλημα ανακύπτει εν προκειμένω, διότι ο Sedef εργάστηκε πλέον των δεκαπέντε ετών σε γερμανικά πλοία με διαφορετικούς εργοδότες, αλλά, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που παρέχει το Bundesverwaltungsgericht, εργάστηκε χωρίς διακοπή μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για να αποκτήσει το δικαίωμα που αφορά η πρώτη περίπτωση της παρατεθείσας διατάξεως, δηλαδή της ανανεώσεως της άδειας εργασίας με τον πρώτο επιχειρηματία.
50. Αν προστίθενταν τα διαλείμματα, που ποικίλλουν από μία έως 70 ημέρες, τα οποία ο ενδιαφερόμενος χαρακτηρίζει ως «άδειες άνευ αποδοχών», θα προέκυπτε ο αριθμός που ορίζεται για την πρόσβαση στο μέγιστο επίπεδο το οποίο προβλέπεται στην τρίτη περίπτωση της διατάξεως, υπό τον όρον όμως ότι τα χρονικά αυτά διαστήματα μπορούν να υπαχθούν στην παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως.
51. Συναφώς, φαίνεται σαφές ότι δεν ενδείκνυται η εξομοίωσή τους προς τις ετήσιες άδειες ή προς τις ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας σύντομης διάρκειας, που μπορούν επακριβώς να υπολογισθούν, έτσι δε το αντιλαμβάνεται και το δικαστήριο που υπέβαλε τα ερωτήματα.
52. Δεν μπορεί επίσης να εξομοιωθούν προς τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο ενδιαφερόμενος είχε προβλήματα υγείας μεγαλύτερης διάρκειας και έχουν αναφερθεί σε άλλο μέρος.
53. Όσον αφορά την εξομοίωση με τις περιπτώσεις ακούσιας ανεργίας, η εν λόγω διάταξη αναφέρει μόνον αυτές που έχουν προσηκόντως διαπιστωθεί από τις αρμόδιες αρχές. Η πιστοποίηση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τον σκοπό που την υπαγορεύει, δηλαδή να αποφεύγονται εξαπατήσεις, μέσω της διευκολύνσεως του ελέγχου των εργαζομένων από το κράτος, διότι η έλλειψη επίσημης εγγραφής θα επηρέαζε τη νομιμότητα της καταστάσεως (44).
54. Από τις πληροφορίες όμως που παρέχει η διάταξη του Bundesverwaltungsgericht προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος μπορούσε θεμιτώς να παραιτηθεί από την εγγραφή του ως αναζητούντος εργασία ενόψει των προοπτικών να ανεύρει εργασία σε σύντομο χρονικό διάστημα (45), πράγμα που συνέβη κατ’ επανάληψη, ενώ επίσης διαπιστώνεται ότι ασκούσε, συνήθως χωρίς μεγάλα προβλήματα, μισθωτή δραστηριότητα μετά την επιστροφή του στη Γερμανία (46), όπου, εξάλλου, δεν απαιτείται άδεια εργασίας για την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού, δεδομένου ότι αρκεί προς τούτο η άδεια διαμονής.
55. Κατά συνέπεια, οι σύντομες διακοπές θα έπρεπε να εξομοιωθούν με τα χρονικά διαστήματα προσηκόντως διαπιστωμένης ακούσιας ανεργίας, διότι δεν θίγεται η ένταξη στην αγορά εργασίας μιας κοινοτικής χώρας και δεν αλλοιώνεται ο σκοπός της επίσημης διαπιστώσεως της ανεργίας (47).
56. Η σκέψη αυτή είναι επίσης δικαιολογημένη, διότι, όπως μνημόνευσα ανωτέρω, το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, θέτοντας ως προϋπόθεση τη συνέχιση της ασκήσεως ενός επαγγέλματος, περίσταση επαρκώς αποδεικνυόμενη στην περίπτωση του Sedef.
57. Στηρίζεται επίσης στην απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, Kandiman (48), που μνημονεύθηκε από την Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της. Η απόφαση αυτή, μολονότι αναφέρεται στο άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80, που έχει ως αντικείμενο τη συγκέντρωση των μελών της οικογενείας του Τούρκου εργαζομένου, όταν κατοικούν «συνεχώς» επί τρία έτη στο κράτος υποδοχής, δέχεται «[ο] ενδιαφερόμενο[ς] να απουσιάσει από την κοινή κατοικία επί ένα εύλογο χρονικό διάστημα και για θεμιτούς λόγους, παραδείγματος χάριν ευρισκόμενος σε διακοπές ή επισκεπτόμενος την οικογένειά του στη χώρα καταγωγής του» (σκέψη 48).
58. Ορισμένα από τα επίμαχα χρονικά διαστήματα ανάγονται στην τελευταία αυτή περίπτωση, όχι όμως αυτά που παρατάθηκαν υπερβολικώς, διότι η προσφορά εργασίας καθυστέρησε να λάβει συγκεκριμένη μορφή ή διότι η επίσκεψη στους συγγενείς διήρκεσε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
59. Εν πάση περιπτώσει, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να οριοθετήσει τις περιόδους που αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80, διότι θα υπεισερχόταν στις αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου. Επομένως, οφείλει να περιορισθεί να παράσχει σ’ αυτό τις αναγκαίες κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου το κοινοτικό δίκαιο να καλύψει τη διαφορά της κύριας δίκης.
60. Οι προηγούμενες σκέψεις με ωθούν να προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80 περιλαμβάνει τις διακοπές στη σχέση εργασίας, όπως τις εν προκειμένω, με εξαίρεση αυτές που παρατείνονται υπερμέτρως, διότι η προσφορά εργασίας καθυστερεί να λάβει συγκεκριμένη μορφή ή διότι η επίσκεψη στους συγγενείς διαρκεί περισσότερο απ’ όσο πρέπει, ο δε χαρακτηρισμός τους εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
61. Το Bundesverwaltungsgericht ερωτά επίσης αν για την απόκτηση του δικαιώματος που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 είναι αναγκαίο να πληρούνται εκ των προτέρων οι όροι που θέτει η δεύτερη περίπτωση αυτής της διατάξεως.
62. Οι περιπτώσεις της παρατεθείσας διατάξεως παρέχουν διαδοχικώς όλο και ευρύτερα δικαιώματα για την ελεύθερη πρόσβαση ανάλογα με τη διάρκεια μιας νόμιμης απασχολήσεως. Αν ληφθεί υπόψη μόνον η χρονική πτυχή της σχέσεως εργασίας, είναι δυνατή μια αυτοτελής εκτίμηση των όρων που αντιστοιχούν σε κάθε στάδιο, υπό την έννοια ότι το υψηλότερο επίπεδο επικαλύπτει τα χαμηλότερα ?τέσσερα και τρία έτη έναντι τριών και ενός, αντιστοίχως.
63. Η δυσκολία ανακύπτει, όταν εξετάζεται αν η σύμβαση εργασίας συνήφθη με έναν ή με περισσότερους εργοδότες, διότι μόνο μετά τη συμπλήρωση τριών ετών συνεχούς εργασίας επέρχεται υπέρβαση της δεύτερης περιπτώσεως της διατάξεως, με τη δυνατότητα, από αυτό το χρονικό σημείο, αποδοχής προσφορών εργοδοτών διαφορετικών από τον αρχικό εργοδότη.
64. Το σύστημα σταδιακής ενσωματώσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 προϋποθέτει ότι για να επιτευχθεί το μέγιστο όριο δικαιωμάτων πρέπει να διανυθούν ένα προς ένα όλα τα διάφορα κλιμάκια, χωρίς, επομένως, να επιτρέπεται η πρόσβαση στο τελευταίο με ένα άλμα.
65. Υπό μορφή σχεδιαγράμματος, μπορούν να νοηθούν τέσσερις ομόκεντροι κύκλοι. Στον μικρότερο υπάρχουν μόνο προσδοκίες, αλλά, όταν κάποιος εργασθεί επί ένα έτος στον ίδιο εργοδότη εισέρχεται στον δεύτερο, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να ανανεώσει την άδεια εργασίας. Στην περίπτωση κατά την οποία έχουν παρέλθει τρία έτη στην απασχόληση –υποτίθεται με τον αρχικό επιχειρηματία–, πραγματοποιείται είσοδος στον τρίτο κύκλο, στον οποίο, ενώ διατηρείται το ίδιο επάγγελμα, επιτρέπεται η αλλαγή εργοδότη. Άπαξ παρέλθουν τέσσερα έτη σε πανομοιότυπη εργασία, στην ελευθερία επιλογής αντισυμβαλλομένου προστίθεται η ελευθερία επιλογής οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας.
66. Συναφώς, πρέπει να αναφερθεί το δόγμα που έχει ως βάση την παρατεθείσα απόφαση Eroglu, όπου εκτίθεται ότι η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 έχει εφαρμογή, όταν ο εργαζόμενος ζητεί παράταση της άδειας εργασίας «για να συνεχίσει να εργάζεται στην υπηρεσία του ιδίου εργοδότη πέραν της αρχικής περιόδου ενός έτους νόμιμης απασχολήσεως» (σκέψη 13), χωρίς το πεδίο της εφαρμογής να επεκτείνεται μέχρι του σημείου να μπορεί να αλλάξει εργοδότη «πριν παρέλθει η προβλεπόμενη στη δεύτερη περίπτωσή της προθεσμία τριών ετών», πράγμα που, επί πλέον, «θα στερούσε από τους εργαζομένους των κρατών μελών την προτεραιότητα που τους χορηγείται δυνάμει της περιπτώσεως αυτής όταν ο Τούρκος εργαζόμενος αλλάζει εργοδότη» (σκέψη 14).
67. Με το ίδιο πνεύμα, στην απόφαση της 29ης Μαΐου 1997, Eker (49), εκτίθεται ότι «η συνοχή του συστήματος της βαθμιαίας ενσωματώσεως [...] θα διαταρασσόταν αν ο ενδιαφερόμενος είχε το δικαίωμα να εισέλθει στην υπηρεσία άλλου εργοδότη, χωρίς να πληροί την προϋπόθεση της νόμιμης εργασίας ενός έτους που προβλέπει η πρώτη περίπτωση της παραγράφου 1 [διότι] μόνον ύστερα από τη συμπλήρωση τριών ετών νόμιμης εργασίας εντός του οικείου κράτους μέλους παρέχεται στον Τούρκο εργαζόμενο η δυνατότητα να εισέλθει στην υπηρεσία άλλου εργοδότη [...]» (σκέψη 23).
68. Οι προεκτεθέντες λόγοι συνιστούν την αφετηρία για την απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, πλην όμως δεν πρέπει να νοηθούν με έναν αυτοματισμό που αγνοεί άλλες περιστάσεις, τη σημασία των οποίων υπογράμμισε ρητώς το κράτος μέλος, κρίνοντας τις αιτήσεις που υπέβαλε ο Τούρκος εργαζόμενος. Αν αμελούνταν αυτές οι ιδιομορφίες, ο κανόνας θα εφαρμοζόταν κατά το γράμμα του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το πνεύμα και ο σκοπός που τον υπαγόρευσαν και χωρίς οποιαδήποτε προσέγγιση προς την ιδέα της δικαιοσύνης, η οποία, εντούτοις, υλοποιείται μέσω τελολογικής και δογματικής ερμηνείας των αιτημάτων της.
69. Πράγματι, από τα δεδομένα της διατάξεως περί παραπομπής καθίσταται φανερό ότι οι γερμανικές αρχές χορήγησαν στον Sedef, χωρίς καμία αντίρρηση, τις άδειες διαμονής που χρειαζόταν για να εργασθεί ως ναυτικός, ακόμη κι όταν τις ζητούσε για να συνάψει συμβάσεις με διαφορετικούς εφοπλιστές, μολονότι ουδέποτε διατήρησε σχέση εργασίας με τον ίδιο εργοδότη πλέον των τριών ετών –υπερέβη μόνον το ένα έτος κατά περίπτωση (50). Επομένως, υπήρξε απομάκρυνση από το αυστηρό γράμμα του κανόνα, ληφθέντων υπόψη όλων των υπαρχόντων στοιχείων, προκειμένου να εναρμονισθεί το πνεύμα της διατάξεως προς τις ιδιομορφίες της περιπτώσεως του Sedef. Μόνο για την αναζήτηση εργασίας στην ξηρά απαιτείται η αυστηρή τήρηση των περιπτώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1 (51).
70. Με αυτό το πνεύμα, η προπαρατεθείσα απόφαση Ertanir, που παρέθεσε και η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, επιβάλλει «να λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό των περιόδων νόμιμης απασχολήσεως που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, οι μικρής διάρκειας περίοδοι κατά τις οποίες ο Τούρκος εργαζόμενος δεν διέθετε εντός του κράτους μέλους υποδοχής ισχύουσα άδεια παραμονής ή εργασίας και οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, όταν οι αρμόδιες αρχές δεν αμφισβήτησαν για τον λόγο αυτόν τη νομιμότητα της παραμονής του εργαζομένου στην εθνική επικράτεια αλλά, αντιθέτως, του χορήγησαν νέα άδεια παραμονής ή εργασίας» (σκέψη 69).
71. Υπό το φως αυτού του δόγματος, μπορεί να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, οι πράξεις των εθνικών δημοσίων αρχών, που διήρκεσαν πλέον των 16 ετών, δημιούργησαν την εντύπωση ότι η κατάσταση του ενδιαφερομένου ήταν νόμιμη, δεδομένης της ελαστικής ερμηνείας των προϋποθέσεων των περιπτώσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της αποφάσεως. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, ενώ είχε αποκτήσει μόνον το δικαίωμα που μνημονεύεται στην πρώτη περίπτωση της διατάξεως, το οποίο του επιτρέπει να συνεχίσει να είναι συμβεβλημένος με τον αρχικό του εργοδότη, του χορηγήθηκαν στη συνέχεια, διαδοχικώς και επανειλημμένως, άδειες για να εργασθεί σε άλλες επιχειρήσεις του τομέα, ήτοι δικαίωμα που προβλέπεται από τη δεύτερη περίπτωση της διατάξεως και για το οποίο απαιτείται σχέση εργασίας πλέον των τριών ετών με τον ίδιο εφοπλιστή.
72. Σ’ αυτά τα δεδομένα προστίθεται η διαπίστωση της εντάξεως στη νόμιμη αγορά εργασίας στη Γερμανία και σταθερότητας στην εργασία, από της ενάρξεως της εργασίας του ως ναυτικού το 1977 μέχρι της επελεύσεως της ανικανότητάς του παροχής των υπηρεσιών το 1993 (52).
73. Τα χαρακτηριστικά της εν προκειμένω υποθέσεως, η πρακτική αποτελεσματικότητα που έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στην απόφαση 1/80 (53), καθώς και ο σκοπός της Συμφωνίας Συνδέσεως, θεωρούμενης σε συνδυασμό με τις λοιπές εφαρμοστέες διατάξεις, που αποβλέπουν στην προοδευτική πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, συνηγορούν, υπό περιστάσεις όπως οι εκτεθείσες, υπέρ της διενέργειας αυτοτελούς εξετάσεως των προϋποθέσεων της τρίτης περιπτώσεως της παραγράφου 1 της διατάξεως, χωρίς να εξετασθούν προηγουμένως αυτές της δεύτερης περιπτώσεως.
V – Πρόταση
74. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesverwaltungsgericht, αποφαινόμενο ως ακολούθως:
«1. Το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας, περιλαμβάνει διακοπές στη σχέση εργασίας όπως τις εν προκειμένω, με εξαίρεση αυτές που παρατείνονται υπερμέτρως, διότι η προσφορά εργασίας καθυστερεί να λάβει συγκεκριμένη μορφή ή διότι η επίσκεψη στους συγγενείς διαρκεί περισσότερο απ’ όσο πρέπει, ο δε χαρακτηρισμός τους εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο.
2. Για τη χορήγηση άδειας διαμονής βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, πρέπει καταρχάς να πληρούνται οι προϋποθέσεις της δεύτερης περιπτώσεως αυτής της διατάξεως, πλην όμως σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως αυτές των εν προκειμένω συμβάσεων εργασίας, η εξέταση των προϋποθέσεων της εν λόγω τρίτης περιπτώσεως μπορεί να διενεργείται αυτοτελώς.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Ελλείψει επίσημης δημοσιεύσεως, το κείμενο μπορεί να αναζητηθεί στο Συμφωνία Συνδέσεως και Πρωτόκολλα ΕΟΚ-Τουρκία και άλλα βασικά κείμενα, Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 1992, σ. 327 επ. Ως προς τις διαπραγματεύσεις και τη διαδικασία καταρτίσεως της Συμφωνίας, Ananiades, L.C., L'AssociationauxCommunautéseuropéennes, LibrairieGénéraledeDroitetJurisprudence, París, 1967, σ. 50 έως 59, και Lesort, G., «L'Association avec la Turquie», L'Association à laCommunauté EconomiqueEuropéenne. Aspectsjuridiques, Presses Universitaires de Bruxelles, Βρυξέλλες, 1970, σ. 89 έως 111.
3 – Núñez Villaverde, J.A., «Turquía y la UE: una carrera de obstáculos sin fin», Política Exterior, 1998, αριθ. 63, σ. 65 επ.
4 – Olesti Rayo, A., «El Acuerdo de Asociación con Turquía y el régimen jurídico de los trabajadores de nacionalidad turca en la Unión Europea», Revista de Derecho Comunitario Europeo, αριθ. 7, Ιανουάριος-Ιούνιος 2000, σ. 51.
5 – ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48.
6 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 2004, C-373/02 (Συλλογή 2004, σ. I-3605).
7 – Κατά το άρθρο 28, όταν η λειτουργία της συνδέσεως επιτρέψει να θεωρηθεί ότι η Τουρκία αποδέχεται πλήρως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ, τα συμβαλλόμενα μέρη θα εξετάσουν τη δυνατότητα της προσχωρήσεως.
8 – Hartler, C., και Laura, S., «The EU model and Turkey. A case for Thanksgiving», Journal of World Trade, 1999, αριθ. 3, σ. 147 επ.
9 – Η ανταλλαγή εγγράφων που πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 μεταξύ των προέδρων των δύο αντιπροσωπειών (JO 1964, 217, σ. 3701) κατέστησε δυνατό στο Συμβούλιο Συνδέσεως να μελετήσει από την πρώτη κιόλας φάση τα προβλήματα που έχουν σχέση με το εργατικό δυναμικό στην Τουρκία.
10 – Ομοίως, όπως τα άρθρα 52 έως 56 και 58 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρα 43 έως 46 ΕΚ και 48 ΕΚ) αποτελούν πηγή εμπνεύσεως για τη σταδιακή πραγματοποίηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως (άρθρο 13), τα άρθρα 55, 56 και 58 έως 65 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρα 45 ΕΚ, 46 ΕΚ και 48 έως 54 ΕΚ) αποτελούν πηγή εμπνεύσεως για την υλοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
11 – Υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 23 Νοεμβρίου 1970 και εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149). Την ίδια ημερομηνία, υπογράφηκε ένα χρηματοδοτικό πρωτόκολλο που επισυνάφθηκε στη Συμφωνία Συνδέσεως.
12 – Όπως προκύπτει από την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 23), ούτε το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως ούτε το άρθρο 36 του πρωτοκόλλου έχουν άμεσο αποτέλεσμα, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει, από της εκδόσεως των αποφάσεων της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I-3461, σκέψη 2), της 26ης Νοεμβρίου 1998, C-1/97, Birden (Συλλογή 1998, σ. I-7747, σκέψη 52), και της 8ης Μαΐου 2003, C-171/01, Wählergruppe Gemeinsam (Συλλογή 2003, σ. I-4301, σκέψη 64), αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως, που πραγματοποιούν, σε συγκεκριμένα σημεία, τα προβλεπόμενα από τη Συμφωνία προγράμματα, να έχουν αυτό το αποτέλεσμα.
13 – Όπως επισημαίνεται στην απόφαση της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93, Bozkurt (Συλλογή 1995, σ. I-1475, σκέψη 24), η απόφαση 2/76 συνιστά το πρώτο βήμα για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που συνεχίζεται με την απόφαση 1/80. Η ίδια αντίληψη εκφράζεται, επί πλέον της προπαρατεθείσας αποφάσεως Birden, σκέψη 52, στις αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-171/95, Tetik (Συλλογή 1997, σ. I‑329, σκέψη 20), της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, C-36/96, Günaydin κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-5143, σκέψεις 20 και 21), και C-98/96, Ertanir (Συλλογή 1997, σ. I-5179, σκέψεις 20 και 21), της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-340/97, Nazli (Συλλογή 2000, σ. I-957, σκέψη 52), της 19ης Νοεμβρίου 2002, C-188/00, Kurz (Συλλογή 2002, σ. I-10691, σκέψη 40) και της 2ας Ιουνίου 2005, C-136/03, Dörr y Ünal (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66).
14 – Συγκεκριμένα: από 31.8.1977 έως 20.11.1977, από 28.11.1977 έως 10.2.1978, από 7.3.1978 έως 12.9.1978, από 17.11.1978 έως 14.6.1979, από 16.8.1979 έως 21.6.1980, από 27.7.1980 έως 9.11.1981, από 4.12.1981 έως 13.4.1982, από 7.8.1982 έως 27.10.1983, από 2.11.1983 έως 18.5.1984, από 16.7.1984 έως 23.7.1985, από 21.10.1986 έως 22.2.1987, από 22.11.1988 έως 14.3.1989, από 14.4.1989 έως 24.6.1989, από 3.7.1989 έως 23.9.1989, από 2.1.1990 έως 31.1.1990, από 7.2.1990 έως 26.2.1991 και από 15.2.1992 έως 10.9.1992.
15 – Από 23.6.1982 έως 6.8.1982, από 13.6.1984 έως 14.7.1984, από 1.8.1986 έως 20.10.1986, από 7.4.1987 έως 20.6.1988, από 18.8.1988 έως 21.11.1988, από 3.4.1991 έως 30.11.1991 και από 2.12.1991 έως 13.1.1992.
16 – Από 11.2.1978 έως 23.2.1978, από 19.6.1980 έως 6.7.1980, από 13.6.1985 έως 31.7.1986, από 16.2.1987 έως 31.3.1987, από 24.9.1989 έως 1.1.1990, από 27.2.1991 έως 2.4.1991 και από 11.9.1992 έως 18.1.1993.
17 – Από 21.11.1977 έως 27.11.1977, από 24.2.1978 έως 6.3.1978, από 13.9.1978 έως 16.11.1978, από 15.6.1979 έως 15.8.1979, από 7.7.1980 έως 26.7.1980, από 10.11.1981 έως 3.12.1981, από 14.4.1982 έως 22.6.1982, από 28.10.1983 έως 1.11.1983, από 19.5.1984 έως 12.6.1984, στις 15.7.1984, από 1.4.1987 έως 6.4.1987, από 21.6.1988 έως 17.8.1988, από 15.3.1989 έως 13.4.1989, από 25.6.1989 από02.7.1989, από 1.2.1990 έως 6.2.1990, την 1.12.1991 και από 14.1.1992 έως 14.2.1992.
18 – Άρθρο 10 του Ausländergesetz (νόμου περί αλλοδαπών) της 9ης Ιουλίου 1990 (BGBl. I, σ. 1354), σε συνδυασμό με την Arbeitsaufenthaltsverordnung (κανονιστική πράξη περί αδειών εργασίας) της 18ης Δεκεμβρίου 1990 (BGBl. I, σ. 2994).
19 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Tetik, σκέψη 29 και Günaydin κ.λπ., σκέψη 22. Στην επιστήμη γίνεται διάκριση, από την άποψη του περιεχομένου τους, μεταξύ της «ελεύθερης κυκλοφορίας συνδέσεως» και της «κοινοτικής ελεύθερης κυκλοφορίας»: Krück, H., «Die Freizügigkeit der Arbeitnehmer nach dem Assoziierungsabkommen EG/Türkei», EuR, 1984, σ. 292 επ., και Rumpf, C., «La αlibre circulation des travailleurs turcs et l'association entre la Communauté européenne et la Turquie: de Demirel à Kus en passant par Sevince», Actualitésdudroit, αριθ. 2, 1994, σ. 271.
20 – Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, οι Τούρκοι εργαζόμενοι έχουν προτεραιότητα έναντι των εργαζομένων άλλων τρίτων χωρών, όταν η προσφορά απασχολήσεως στην Κοινότητα δεν μπορεί να καλυφθεί από το εργατικό δυναμικό που είναι διαθέσιμο εντός των κρατών μελών.
21 – Πράγματι, στους Τούρκους εργαζομένους που απολαύουν των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται με την απόφαση 1/80 εφαρμόζονται οι αρχές που εμπεριέχονται στα άρθρα 39 ΕΚ, 40 ΕΚ και 41 ΕΚ (προπαρατεθείσες αποφάσεις Birden, σκέψη 23, και Kurz, σκέψεις 30 και 31).
22 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Günaydin κ.λπ., σκέψη 31, και Ertanir, σκέψη 43.
23 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Bozkurt, σκέψη 23, Günaydin κ.λπ., σκέψη 29, Ertanir, σκέψη 39, Birden, σκέψη 33, και Kurz, σκέψη 37.
24 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Sevince, σκέψη 30, και Bozkurt, σκέψη 26.
25 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Birden, σκέψη 51, Nazli, σκέψεις 31 και 32, και Kurz, σκέψη 39. Επίσης, μολονότι δεν δέχονται τη νομιμότητα της απασχολήσεως υπό τις εξετασθείσες περιστάσεις, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus (Συλλογή 1992, σ. I‑6781, σκέψη 18), και της 5ης Ιουνίου 1997, C-285/95, Kol (Συλλογή 1997, σ. I-3069, σκέψη 29), και προπαρατεθείσα Sevince, σκέψη 31. Στην επιστήμη, Gutmann, R., «Die aufenthaltsrechtliche Bedeutung des Beschlusses Nr. 1/80 des Assoziationsrats EWG-Türkei», Assoziierungsabkommen der EU mit Drittstaaten, Βιένη, 1998, σ. 66.
26 – Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-355/93, Eroglu (Συλλογή 1994, σ. I-5113, σκέψη 12), και Tetik, σκέψη 23, Günaydin κ.λπ., σκέψη 25, και Ertanir, σκέψη 25, προπαρατεθείσες.
27 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Sevince, σκέψη 26, Eroglu, σκέψη 11, Tetik, σκέψη 22, Günaydin κ.λπ., σκέψη 24, και Kurz, σκέψη 26.
28 – Αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2002, C-37/98, Savas (Συλλογή 2002, σ. I-2927, σκέψη 60), και Sevince, σκέψη 29, Kus, σκέψη 33, Eroglu, σκέψη 20, Bozkurt, σκέψη 28, Günaydin κ.λπ., σκέψη 26, Ertanir, σκέψη 26, Nazli, σκέψη 28, Kurz, σκέψη 27, και Dörr και Ünal, σκέψη 66, προπαρατεθείσες.
29 – Απόφαση Bozkurt, σκέψη 39, προπαρατεθείσα.
30 – Απόφαση Nazli, σκέψη 44, προπαρατεθείσα.
31 – Προπαρατεθείσα απόφαση Tetik, σκέψεις 39 και 40.
32 – Προπαρατεθείσα απόφαση Nazli, σκέψη 35, και απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, C-383/03, Dogan (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 16). Επομένως, κατά τη νομολογία, κάθε περίπτωση απουσίας δεν συνεπάγεται αυτόματα την απώλεια των δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, εφόσον γι’ αυτό απαιτείται η οριστική αποχή από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (απόφαση Nazli, σκέψεις 36 έως 39).
33 – Προπαρατεθείσα απόφαση Nazli, σκέψη 40. Ο ίδιος προσδιορισμός χρησιμοποιείται, παραδείγματος χάριν, στις επίσης παρατεθείσες αποφάσεις Birden, σκέψεις 37 και 64, καθώς και διατακτικό, και Ertanir, σκέψη 62, καθώς και διατακτικό, ως προς το χρονικό διάστημα του ενός έτους, και στις αποφάσεις Günaydin κ.λπ., σκέψη 55, καθώς και διατακτικό, και, προσφάτως, Ertanir, σκέψη 38, όσον αφορά τα τρία έτη.
34 – Ο Rumpf., «Wann erlischt das Aufenthaltsrecht nach Art. 6 I des Beschlusses Nr. 1/80 des Assoziationsrates EWG-Türkei?», NeueZeitschriftfürVerwaltungrecht, 1994, σ. 1189, θεωρεί ότι οι περιπτώσεις της παραγράφου 2 αποτελούν αποκλειστική απαρίθμηση και ότι ακόμη και μικρής διάρκειας διακοπές επιφέρουν την απώλεια των κτηθέντων δικαιωμάτων. Το Bundesverwaltungsgericht, επίσης, εκθέτει στη διάταξή του περί παραπομπής ότι η νομολογία του, μέχρι τούδε, θεωρεί ότι η απαρίθμηση είναι αποκλειστική.
35 – Προπαρατεθείσα απόφαση Ertanir, σκέψη 69.
36 – Σύμφωνα με τις στατιστικές που προσκομίσθηκαν στη Ναυτική Συνεδρίαση της Διεθνούς Συνδιασκέψεως Εργασίας του 1996, μεταξύ του 1994 και του 1996 ναυάγησαν 180 πλοία των πλέον των 500 τόνων, που κόστισαν τη ζωή σε περισσότερα από 1 200 άτομα, περιλαμβανομένων επιβατών και πληρωμάτων.
37 – Baroja, P., Las inquietudes de Shanti Andía, col. Austral, Espasa Calpe, 8η έκδοση, Μαδρίτη, 1970, σ. 13 και 15. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε σ’ αυτή την πραγματικότητα, εκθέτοντας ότι «Οι νέοι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να παραμείνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη θάλασσα μακριά από τους συγγενείς, τα παιδιά και τους φίλους τους. Ακόμη και οι ελκυστικές πλευρές της δουλειάς τους, όπως η δυνατότητα να εξερευνούν τον κόσμο και να επισκέπτονται εξωτικά μέρη, έχουν μάλλον εκλείψει με τις σύγχρονες μεθόδους πλοήγησης, τα δε πλοία παραμένουν στα λιμάνια για τις εμπορικές τους δραστηριότητες είτε για πολύ λίγο είτε μένουν έξω από το λιμάνι. Επίσης, τα σύγχρονα πλοία έχουν ολιγάριθμο πλήρωμα, πολύ συχνά διαφόρων εθνικοτήτων και διαφορετικών γλωσσών, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση.» –Σημείο 1.2.2 της ανακοινώσεως της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εκπαίδευση και την πρόσληψη ναυτικών [COM(2001) 188 τελικό].
38 – Σημειώνεται ο μεγάλος αριθμός συμβάσεων που, θωρώντας ως πρωτεύοντα πρόσωπα τους «θαλασσινούς», υπογράφηκαν στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, μεταξύ άλλων: 7 και 58, για την κατώτατη ηλικία (ναυτική εργασία), του 1920 και του 1936, 8, για τις αποζημιώσεις λόγω αεργίας (ναυάγιο), του 1920, 9, για τη διαμεσολάβηση για την εξεύρεση εργασίας ναυτικών, του 1920, 16, για την ιατρική εξέταση παίδων και νέων (ναυτική εργασία), του 1921, 22, για τη σύμβαση ναυτολογήσεως, του 1926, 23, για τον επαναπατρισμό των ναυτικών, του 1926, 54 και 72, για τις άδειες μετ’ αποδοχών, του 1936 και του 1946, 55, για τις υποχρεώσεις του εφοπλιστή στην περίπτωση ασθενείας ή ατυχήματος, του 1936, 56, για την ασφάλιση ασθενείας, του 1936, 57, για τις ώρες εργασίας στο πλοίο και το δυναμικό πληρωμάτων, του 1936, 68, για τη διατροφή και την υπηρεσία τραπεζοκόμων (πληρώματα πλοίων), του 1946, 70, για την κοινωνική ασφάλιση, του 1946, 71, για τις συντάξεις, του 1946, 76, 93 και 109, για τους μισθούς, τις ώρες εργασίας και το δυναμικό πληρωμάτων, του 1946, του 1949 και του 1958, 134, για την πρόληψη των ατυχημάτων, του 1970, 145, για τη συνέχιση της απασχολήσεως, του 1976, 147, για το εμπορικό ναυτικό (ελάχιστοι κανόνες), του 1976, 163, για την κοινωνική πρόνοια των ναυτικών, του 1987, 166, για τον επαναπατρισμό, του 1987, 179, για τη διαμεσολάβηση για την εξεύρεση εργασίας και την πρόσληψη των εργαζομένων της θάλασσας, του 1996, και 180, για τις ώρες εργασίας στο πλοίο και το δυναμικό πληρωμάτων των πλοίων, του 1996. Στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών υπάρχουν επίσης διάφορες κανονιστικές ρυθμίσεις όπως η Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας του 1982.
39 – Ως προς την Ισπανία, παραδείγματος χάριν, μπορούν να μνημονευθούν το Decreto 2864/1974, της 30ής Αυγούστου, περί εγκρίσεως του πλήρως τροποποιηθέντος κειμένου των νόμων 116/1969, της 30ής Δεκεμβρίου, και 24/1972, της 21ης Ιουνίου 1972, περί ειδικού καθεστώτος της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων της θάλασσας (BOE αριθ. 243, της 10ης Οκτωβρίου 1972), το Real Decreto 1561/1995, της 21ης Σεπτεμβρίου 1995, για τα ειδικά ωράρια, ως προς την εκτέλεση εργασίας κατά τον πλούν (BOE αριθ. 230, της 26ης Σεπτεμβρίου 1995), όπως έχει τροποποιηθεί με το Real Decreto 285/2002, της 22ας Μαρτίου 2002 (BOE αριθ. 82, της 5ης Απριλίου 2002), ή το Real Decreto 258/1999, της 12ης Φεβρουαρίου 1999, περί των ελαχίστων προϋποθέσεων για την προστασία της υγείας και της ιατρικής φροντίδας των εργαζομένων της θάλασσας (BOE αριθ. 47, της 24ης Φεβρουαρίου).
40 – ΕΕ L 167, σ. 33.
41 – ΕΕ 2000, L 14, σ. 29.
42 – Οδηγία 2002/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών (ΕΕ L 80, σ. 35).
43 – Προπαρατεθείσα απόφαση Ertanir, σκέψη 31. Tezcan, E., «Le droit du travail et le droit de séjour des travailleurs turcs dans l'Union Européenne à la lumière des arrêts récents de la Cour de Justice des Communautés Européennes», Revue du Marché commun et de l'Union européenne, αριθ. 445, Φεβρουάριος 2001, σ. 124 και 125.
44 – Η ίδια αυτή αντίληψη τυγχάνει αποδοχής στη σκέψη 41 της παρατεθείσας αποφάσεως Tetik σε σχέση με τον εργαζόμενο που έχει απασχοληθεί νομίμως για περισσότερα από τέσσερα έτη, διότι η νομότυπη ένταξη στην αγορά εργασίας επιτυγχάνεται, καταρχήν, «εφόσον ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος καθίσταται άνεργος, υποβάλλεται σε όλες τις ενδεχομένως επιβαλλόμενες διατυπώσεις εντός του οικείου κράτους μέλους, για παράδειγμα εγγράφεται ως άνεργος και παραμένει στη διάθεση του οργανισμού απασχολήσεως στο κράτος μέλος αυτό κατά το απαιτούμενο χρονικό διάστημα».
45 – Από την εν λόγω διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι συγχωρείται η μη εγγραφή ως ανέργου του ναυτικού, στον οποίο έχει προσφερθεί μια νέα εργασία σε πλοίο που δεν έχει ακόμη φθάσει στο λιμάνι και, επί πλέον, φθάνει ενδεχομένως με καθυστέρηση σε σχέση με την ημερομηνία της προβλεπόμενης αφίξεως.
46 – Στην ίδια διάταξη αναγνωρίζεται ότι «μετά τo πέρας των “αδειών άνευ αποδοχών” o προσφεύγων, γενικώς και ταχέως, συνήπτε χωρίς προβλήματα νέα σχέση εργασίας».
47 – Αυτό συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, με την περίοδο 23 Ιουνίου 1982 έως 20 Ιουνίου 1988, κατά τη διάρκεια της οποίας οι «άδειες άνευ αποδοχών» περιλαμβάνουν το χρονικό διάστημα μεταξύ της 28ης Οκτωβρίου και της 1ης Νοεμβρίου 1983, της 19ης Μαΐου και της 12ης Ιουνίου 1984 –έναρξη αεργίας ήταν η επομένη 13 Ιουνίου–, της 15ης Ιουλίου 1984 και της 1ης και 6ης Απριλίου 1987.
48 – C-351/95 (Συλλογή 1997, σ. I-2133).
49 – C-386/95 (Συλλογή 1997, σ. I-2697).
50 – Βλ. την απόφαση του Verwaltungsgericht του Αμβούργου, της 10ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 4 επ.
51 – Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αλλαγή στάσεως οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά τη γερμανική νομοθεσία, η άδεια διαμονής αρκεί για να προσληφθεί ένα πρόσωπο ως ναυτικός, δεδομένου ότι η άδεια εργασίας είναι απαραίτητη μόνο για εργασία στην ξηρά, πλην όμως η εξήγηση αυτή στερείται σημασίας για τους σκοπούς της αποφάσεως 1/80, στο πλαίσιο της οποίας σημασία έχει, αφενός, η ένταξη στην νόμιμη αγορά εργασίας και, αφετέρου, η θεμιτή απασχόληση, για την οποία παράλληλα καθορίζεται συγκεκριμένος τύπος άδειας.
52 – Συναφώς, είναι αξιοπαρατήρητο το σχεδιάγραμμα που κατέθεσε με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Γερμανία, στο οποίο κάθε έτος αντιστοιχεί σε μια στήλη, όπου εμφαίνονται με διαφορετικά χρώματα οι περίοδοι εργασίας, ασθενείας, ανεργίας προσηκόντως διαπιστωμένης και των «αδειών άνευ αποδοχών».
53 – Στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Tetik, σκέψη 31, Günaydin, σκέψη 38, Birden, σκέψη 37, και Kurz, σκέψη 68.
Full & Egal Universal Law Academy