ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 17ης Μαρτίου 2005 (1)
Υπόθεση C-244/03
Γαλλική Δημοκρατία
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Προσφυγή – Ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/15/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Φεβρουαρίου 2003 (ΕΕ 2003 L 66, σ. 26), στο μέτρο που εισάγει νέο άρθρο 4α στην οδηγία 76/768/EΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145), περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή που άσκησε βάσει του άρθρου 230 ΕΚ η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/15/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, στο μέτρο που εισάγει νέο άρθρο 4α στην οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (2).
II – Νομοθετικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία περί καλλυντικών προϊόντων και η προσβαλλομένη διάταξη
Νομοθετικό ιστορικό
2. Οι εθνικές νομοθεσίες περί καλλυντικών προϊόντων εναρμονίστηκαν με την οδηγία 76/768 που είχε ως στόχο να καθορίσει «στο κοινοτικό επίπεδο τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται σχετικά με τη σύνθεση, την επισήμανση και τη συσκευασία των καλλυντικών προϊόντων». Η οδηγία αυτή δεν περιείχε αρχικά διατάξεις σχετικά με πειράματα σε ζώα (3).
3. Η οδηγία 93/35/ΕΟΚ εισήγαγε νέο άρθρο 4, παράγραφος 1, ι΄ στην οδηγία 76/768 βάσει του οποίου τα κράτη μέλη όφειλαν να απαγορεύσουν από 1ης Ιανουαρίου 1998 την εμπορία καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν συστατικά τα οποία δοκιμάστηκαν σε ζώα προκειμένου να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής (4). Στη συνέχεια η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μέχρι τις 30 Ιουνίου 2000 και περαιτέρω στις 30 Ιουνίου 2002 δεδομένου ότι δεν αναπτύχθηκαν επιστημονικώς επικυρωμένες ικανοποιητικές εναλλακτικές μέθοδοι. (5).
4. Η νομοθετική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης διάταξης ήταν η ακόλουθη.
5. Το Απρίλιο 2000 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση έβδομης τροποποίησης της οδηγίας 76/768 (6). Δεδομένου ότι η νομική βάση της προτάσεως αυτής ήταν το άρθρο 95 ΕΚ, η νομοθετική διαδικασία που ακολούθησε ήταν της συναποφάσεως, του άρθρου 251 EΚ.
6. Στην πρότασή της η Επιτροπή προτείνει μεταξύ άλλων την εισαγωγή μόνιμης και οριστικής απαγόρευσης της διενέργειας πειραμάτων σε ζώα για τελικά καλλυντικά προϊόντα στο έδαφος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον η Επιτροπή πρότεινε την άρση της απαγόρευσης εμπορίας από την οδηγία.
7. Στην κοινή θέση του Φεβρουαρίου 2002 επί της προτάσεως τροποποιήσεως, το Συμβούλιο επανέλαβε την απαγόρευση εμπορίας των καλλυντικών προϊόντων στην περίπτωση που το τελικό προϊόν ή τα συστατικά του δοκιμάστηκαν σε ζώα, αλλά εξάρτησε την εφαρμογή της απαγορεύσεως από την ύπαρξη εναλλακτικών δοκιμαστικών μεθόδων που γίνονται δεκτές στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ) και έχουν εγκριθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Η κοινή θέση δεν περιέλαβε προθεσμίες για την εφαρμογή της απαγόρευσης εμπορίας (7).
8. Τον Ιούνιο 2002, το Κοινοβούλιο έλαβε την απόφασή του επί της κοινής θέσεως του Συμβουλίου. Μεταξύ των τροποποιήσεων που πρότεινε ήταν η επιβολή της απαγορεύσεως εμπορίας αν και μόλις υπάρξουν εναλλακτικές μέθοδοι, με καταληκτική ημερομηνία μετά την οποία δεν θα διατίθενται στο εμπόριο προϊόντα που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα ανεξαρτήτως του αν υπάρχουν επικυρωμένες εναλλακτικές μέθοδοι κατά τον χρόνο εκείνο (8).
9. Τον Ιούλιο 2002 η Επιτροπή εξέδωσε τη γνωμοδότησή της επί των τροποποιήσεων του Κοινοβουλίου στην κοινή θέση του Συμβουλίου, με την οποία απορρίπτει την επανεισαγωγή της απαγόρευσης εμπορίας που πρότεινε το Κοινοβούλιο (9).
10. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν δέχθηκε πλήρως τις τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου στην κοινή θέση του, συγκλήθηκε η επιτροπή συνδιαλλαγής τον Οκτώβριο 2002. Συμφωνία επί της επίμαχης διάταξης επετεύχθη στη δεύτερη συνεδρίαση της Επιτροπής συνδιαλλαγής τον Νοέμβριο του 2002, μετά την πρώτη συνεδρίαση στην οποία απέτυχαν οι προσπάθειες συμφωνίας (10). Στη συνέχεια το κοινό κείμενο εγκρίθηκε από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο και συνιστά συμβιβασμό μεταξύ των θέσεων εκάστου των δύο οργάνων.
Η επίμαχη διάταξη
11. Δοκιμές και απαγόρευση εμπορίας. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/15 τροποποιεί την οδηγία 76/768 μεταξύ άλλων με την παρεμβολή ενός νέου άρθρου 4α που επιβάλλει απαγόρευση των δοκιμών και της διάθεσης στο εμπόριο για καλλυντικά προϊόντα και συστατικά τους που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα, που θα αρχίζει να ισχύει από συγκεκριμένη ημερομηνία. Η απαγόρευση αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, που είναι το ακόλουθο:
«Υπό την επιφύλαξη των γενικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 2, τα κράτη μέλη απαγορεύουν:
α) τη διάθεση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων η τελική σύνθεση των οποίων, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, έχει αποτελέσει αντικείμενο δοκιμών σε ζώα με χρήση μεθόδου διαφορετικής από εναλλακτική μέθοδο, μετά την επικύρωση και την υιοθέτηση της εν λόγω εναλλακτικής μεθόδου σε κοινοτικό επίπεδο, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάπτυξης επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ·
β) τη διάθεση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών τα οποία, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, έχουν αποτελέσει αντικείμενο δοκιμών σε ζώα με χρήση μεθόδου διαφορετικής από εναλλακτική μέθοδο, μετά την επικύρωση και την υιοθέτηση της εν λόγω εναλλακτικής μεθόδου σε κοινοτικό επίπεδο, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάπτυξης επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ·
γ) τη διενέργεια, στο έδαφός τους, δοκιμών σε ζώα που αφορούν τελικά καλλυντικά προϊόντα (11), προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας·
δ) τη διενέργεια, στο έδαφός τους, δοκιμών σε ζώα που αφορούν συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, το αργότερο την ημερομηνία κατά την οποία οι δοκιμές αυτές απαιτείται να αντικατασταθούν από μια ή περισσότερες επικυρωμένες εναλλακτικές μεθόδους που απαριθμούνται στο παράρτημα V της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967 […] (12).»
12. Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/768 στο οποίο παραπέμπει η επίμαχη διάταξη διατυπώνει μια από τις θεμελιώδεις αρχές της οδηγίας: «Καλλυντικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά εντός της Κοινότητος δεν πρέπει να δύνανται να προκαλέσουν βλάβη στην ανθρώπινη υγεία, όταν χρησιμοποιούνται υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως».
13. Με λίγα λόγια, το άρθρο 4α προβλέπει απαγόρευση των δοκιμών και της διάθεσης στο εμπόριο που θα αρχίσει να ισχύει έξι χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας, για την πλειονότητα των μεθόδων δοκιμών ενώ η Επιτροπή θα καταρτίσει χρονοδιάγραμμα για σταδιακή λήξη των διαφόρων τύπων δοκιμών μέχρι το 2009 το αργότερο. Η επικύρωση και η έγκριση των εναλλακτικών μεθόδων δοκιμών θα γίνει σε κοινοτικό επίπεδο και θα ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ.
14. Χρονοδιαγράμματα. Το άρθρο 4α, παράγραφος 2, ορίζει ότι η Επιτροπή θα καταρτίσει χρονοδιαγράμματα για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4α, παράγραφος 1α, β και δ που θα διατίθενται στο κοινό, το αργότερο στις 11 Σεπτεμβρίου 2004. Αυτά τα χρονοδιαγράμματα θα καταρτισθούν μετά διαβούλευση με την επιστημονική επιτροπή για τα καλλυντικά προϊόντα και τα μη εδώδιμα προϊόντα που προορίζονται για τον καταναλωτή (SNCCFP) και το ευρωπαϊκό κέντρο επικυρώσεως εναλλακτικών μεθόδων (ECVAM) και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάπτυξη επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ (13). Το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, που απαγορεύει τις δοκιμές σε ζώα για τελικά καλλυντικά προϊόντα πρέπει να εφαρμοστεί μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 2004, ενώ το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχεία α΄, β΄, και δ΄, πρέπει να εφαρμοστούν μέχρι τον Μάρτιο 2000. Όσον αφορά τις δοκιμές σχετικά με την τοξικότητα από πολλαπλές δόσεις, την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή και την τοξικοκινητική για τις οποίες δεν υπάρχουν προς το παρόν εναλλακτικές δυνατότητες, το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ πρέπει να εφαρμοστεί μέχρι το 2013 (14).
15. Το άρθρο 4α, παράγραφος 2.2 ορίζει ότι η Επιτροπή εξετάζει ενδεχόμενες τεχνικές δυσκολίες συμμόρφωσης με την απαγόρευση που αφορά τις δοκιμές για τις οποίες δεν εξετάζονται προς το παρόν εναλλακτικές δυνατότητες. Οι πληροφορίες σχετικά με τα προσωρινά και τα τελικά αποτελέσματα των μελετών αυτών θα πρέπει να αποτελούν τμήμα της ετήσιας έκθεσης που υποβάλλει η Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (15). Επιπλέον, βάσει αυτών των ετησίων εκθέσεων τα χρονοδιαγράμματα που καταρτίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 προσαρμόζονται εντός της οικείας ανωτάτης προθεσμίας (δηλαδή 6 ή 10 έτη). Τα χρονοδιαγράμματα μπορούν να μεταβληθούν μόνο κατόπιν διαβουλεύσεως με την SCCNFP και το ECVAM.
16. Κατά το άρθρο 4α, παράγραφος 2.3, αν οι μελέτες της Επιτροπής καταλήξουν το αργότερο μέχρι τον Μάρτιο 2007 στο συμπέρασμα ότι για τεχνικούς λόγους μία ή περισσότερες εναλλακτικές δοκιμές κατά την έννοια της παραγράφου 2.1 δεν θα αναπτυχθούν ούτε θα επικυρωθούν πριν από τον Μάρτιο 2009, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και παρουσιάζει νομοθετική πρόταση σύμφωνα με το άρθρο 251 της Συνθήκης.
17. Διαδικασία παρεκκλίσεως. Το άρθρο 4α, παράγραφος 2.4 ορίζει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν «προκύπτουν σοβαρές ανησυχίες για το κατά πόσον είναι ασφαλές ένα υπάρχον συστατικό που χρησιμοποιείται σε καλλυντικά», ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να χορηγήσει παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 4α, παράγραφος 1. Η Επιτροπή μπορεί, μετά από διαβούλευση με τη SCCNFP και με αιτιολογημένη απόφαση να επιτρέψει την παρέκκλιση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768 (16). Η απόφαση για την άδεια, οι όροι που συνδέονται με αυτήν και το τελικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής.
18. Άλλες διατάξεις της οδηγίας 2003/15. Εκτός από την επίμαχη διάταξη, η οδηγία 2003/15 προβλέπει επίσης μεταξύ άλλων : α) την κατάργηση του άρθρου 4, παράγραφος 1 στοιχείο θ΄, της οδηγίας 76/768 (που πρόβλεπε χωριστή απαγόρευση της διάθεσης στο εμπόριο καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν συστατικά τα οποία έχουν δοκιμαστεί σε ζώα) με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιουλίου 2002 (17)· β) την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως στα καλλυντικά προϊόντα ουσιών που έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλαξιογόνες ή τοξικές για αναπαραγωγή (18)· και γ) την υποχρεωτική σήμανση ορισμένων καλλυντικών προϊόντων με την ημερομηνία «ελάχιστης διατηρησιμότητας» και τον κατάλογο των συστατικών (19).
19. Το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/15 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν εκτελεστικές διατάξεις πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου 2004 (20).
Άλλες κοινοτικές πράξεις
20. Εκτός από τους ανωτέρω κανόνες που ισχύουν για τα καλλυντικά προϊόντα υπάρχουν και κοινοτικοί κανόνες γενικής εφαρμογής και εκτός του τομέα των καλλυντικών, σχετικά με τις δοκιμές σε ζώα.
21. Κοινοί κανόνες για τη χρησιμοποίηση ζώων για πειραματικούς σκοπούς εντός της Κοινότητας θεσπίστηκαν με την οδηγία 86/609 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί (21). Η οδηγία αυτή θεσπίζει τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να διεξάγονται τα πειράματα αυτά στο έδαφος των κρατών μελών. Ειδικότερα, το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής επιβάλλει να αντικατασταθούν τα πειράματα σε ζώα με εναλλακτικές μεθόδους όταν υπάρχουν τέτοιες μέθοδοι και είναι επιστημονικώς ικανοποιητικές. Η οδηγία πάντως δεν περιέχει προθεσμία για την αντικατάσταση των πειραμάτων σε ζώα.
22. Επιπλέον, ένα πρωτόκολλο για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων προσαρτήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το πρωτόκολλο ορίζει ότι,
«Επιθυμώντας να εξασφαλίσουν τη βελτίωση της προστασίας και το σεβασμό της καλής διαβίωσης των ζώων, ως όντων που αισθάνονται […]. [κ]ατά τη διαμόρφωση και την υλοποίηση των πολιτικών της Κοινότητας στους τομείς της γεωργίας, των μεταφορών, της εσωτερικής αγοράς και της έρευνας, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις ανάγκες της καλής διαβίωσης των ζώων, τηρώντας συνάμα τις νομοθετικές ή διοικητικές διατάξεις και τα έθιμα των κρατών μελών που αφορούν ιδίως τους λατρευτικούς τύπους, τις πολιτιστικές παραδόσεις και την κατά τόπους πολιτιστική κληρονομιά».
Άρθρα III.4 και XX(β) της ΓΣΔΕ
23. Το άρθρο III.4 της ΓΣΔΕ διατυπώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά των εισαγωγών σε σχέση με τα ισχύοντα για την εγχώρια παραγωγή:
«Τα προϊόντα της επικράτειας συμβαλλομένου μέρους που εισάγονται στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου μέρους δεν θα τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης από τα παρόμοια εγχώρια προϊόντα από τη σκοπιά κάθε νόμου ή κανονισμού ή όρου που ρυθμίζει την πώληση, διάθεση προς πώληση, μεταφορά, διανομή ή χρησιμοποίησή τους…».
24. Το άρθρο XX, στοιχείο β΄, ΓΣΔΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 20 προβλέπει την ακόλουθη παρέκκλιση από την ΓΣΔΕ:
«Υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποτελέσουν είτε μέσον αυθαιρέτου ή αδικαιολογήτου διακρίσεως μεταξύ χωρών ευρισκομένων υπό τις αυτές συνθήκες, είτε κεκαλυμμένον περιορισμόν του διεθνούς εμπορίου, οι διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας δεν δύνανται να ερμηνευθούν ως απαγορεύουσες την καθιέρωση ή την εφαρμογή από συμβαλλόμενο μέρος μέτρων […] αναγκαίων προς προστασίαν της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών.»
25. Συναφώς, ο όρος της «αναγκαίο» ερμηνεύθηκε κατά την έννοια ότι ένα μέτρο δεν δικαιολογείται βάσει της διάταξης αυτής αν υπάρχει άλλο ευλόγως εφαρμόσιμο που είναι λιγότερο ασυμβίβαστο με τους κανόνες ΓΣΔΕ (22).
III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
26. Η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου από τη Γαλλική Κυβέρνηση στις 10 Ιουνίου 2003. Ακολούθησε η κατάθεση υπομνημάτων αντικρούσεως από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το υπόμνημα απαντήσεως από τη Γαλλική Κυβέρνηση και οι ανταπαντήσεις των καθών.
27. Με επιστολή της 15ης Νοεμβρίου 2004 το Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να αναπτύξουν εγγράφως τα επιχειρήματά τους σχετικά με το αν συμβιβάζεται το άρθρο 4α της οδηγίας 76/768 με τους κανόνες του ΠΟΕ, επιφυλασσόμενοι ως προς την άποψή τους αν οι κανόνες του ΠΟΕ μπορούν να προβληθούν εν προκειμένω. Μετά την κατάθεση των γραπτών απαντήσεων τερματίστηκε η έγγραφη διαδικασία.
28. Στις 18 Ιανουαρίου 2004 διεξήχθη συζήτηση στην οποία μετείχαν όλοι οι διάδικοι.
IV – Παρατηρήσεις των διαδίκων
Παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβέρνησης
29. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει προκαταρκτικώς ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή. Απαντώντας στο επιχείρημα των καθών ότι δεν είναι δυνατή η μερική ακύρωση της οδηγίας 2003/15 δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2 δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η ζητουμένη μερική ακύρωση θα είχε ως αποτέλεσμα ότι δεν θα απαγορευόταν πλέον η πραγματοποίηση πειραμάτων σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα. Κατά την άποψή της όμως αυτό δεν επηρεάζει το ζήτημα αν μπορεί να διαχωριστεί διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 2 δεδομένου ότι οι άλλες διατάξεις της οδηγίας θα «συνέχιζαν να παράγουν έννομα αποτελέσματα» ενώ δεν υπάρχει κατ’ ανάγκη νομικός δεσμός μεταξύ των δύο παραγράφων.
30. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται την κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (23) για να υποστηρίξει ότι η υποκειμενική βούληση του κοινοτικού νομοθέτη αν θα εξέδιδε την οδηγία χωρίς την επίμαχη διάταξη δεν ασκεί επιρροή: το κρίσιμο ζήτημα αντιθέτως είναι αν η μερική ακύρωση θα επηρέαζε την ουσία της οδηγίας. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβέρνησης το ζήτημα αυτό δεν ανακύπτει εν προκειμένω. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η οδηγία 86/609 θα εξακολουθούσε να επιδιώκει τον στόχο της προστασίας των ζώων και ότι θα ήταν παράλογο να ζητήσει την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, στην παρούσα υπόθεση διότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την επαναφορά του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο θ΄, της οδηγίας 76/768 που καθόρισε την 30ή Ιουνίου 2002 ως την προθεσμία για την απαγόρευση της διάθεσης στο εμπόριο των καλλυντικών που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα.
31. Επί της ουσίας, η Γαλλική Κυβέρνηση αναπτύσσει πέντε κύρια επιχειρήματα προς στήριξη της προσφυγής της.
32. Πρώτο, υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη διάταξη συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Κατά την άποψή της: α) η διατύπωση του άρθρου 4α που απαγορεύει τις δοκιμές «προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας» είναι ασαφής, καθότι δεν είναι βέβαιο από τη διατύπωση της οδηγίας αν η απαγόρευση αφορά τις δοκιμές που πραγματοποιούνται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις άλλων νομοθετικών κειμένων. Δεν είναι δηλαδή σαφές αν τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται από τις δοκιμές οι οποίες πραγματοποιούνται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις άλλων νομοθετημάτων μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τη βιομηχανία καλλυντικών· β) δεν είναι σαφές αν τα νέα καλλυντικά προϊόντα που δεν έχουν τα ίδια δοκιμαστεί επί ζώων αλλά για τα οποία χρησιμοποιήθηκαν τα αποτελέσματα ήδη διενεργηθεισών δοκιμών απαγορεύονται· γ) δεν είναι σαφές αν οι δοκιμές σε ζώα στο έδαφος των κρατών μελών απαγορεύονται αν ο σκοπός τους είναι η συμμόρφωση με νομοθεσία τρίτης χώρας ή αν τα προϊόντα προορίζονται για εξαγωγή· και δ) δεν είναι σαφές αν τα συστατικά και τα προϊόντα που έχουν ενδεχομένως δοκιμαστεί σε ζώα εκτός της ΕΕ μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εντός της ΕΕ δεδομένου ότι οι δοκιμές αυτές δεν έχουν πραγματοποιηθεί «προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις» της οδηγίας. Καίτοι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι ερμηνείες που υποστηρίζουν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με τις παρατηρήσεις τους είναι δυνατές και σε μερικές περιπτώσεις πιθανότατες, θεωρεί ότι δεν είναι αρκούντως σαφείς ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
33. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβέρνησης η αβεβαιότητα αυτή σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο κατά διαφορετικούς τρόπους και καταλήγει σε απαράδεκτο έλλειμμα ασφάλειας δικαίου για τις εταιρίες καλλυντικών. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι γαλλικές εταιρίες καλλυντικών, που είναι επικεφαλής στον τομέα των καλλυντικών στην Κοινότητα, πραγματοποιούν κατά μέσο όρο περισσότερο από το ήμισυ του κύκλου εργασιών τους με τις εξαγωγές. Επιπλέον, οι κύριες χώρες που εισάγουν καλλυντικά από την Κοινότητα περιλαμβανομένης της Κίνας, Ιαπωνίας, Κορέας και, σε ορισμένο βαθμό, των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτούν από τις εταιρίες καλλυντικών να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα τους δεν έχουν δοκιμαστεί σε ζώα πριν χορηγήσουν άδεια εμπορίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι η ασφάλεια δικαίου είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί η ανταγωνιστική θέση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καλλυντικών. Η προσβαλλομένη διάταξη θα έχει ως αποτέλεσμα ότι θα μειωθεί ο αριθμός των ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον τομέα των καλλυντικών.
34. Δεύτερο, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οδηγία συνιστά παραβίαση της αρχής της ελευθερίας άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας (24). Κατά την άποψή της η προστασία των ζώων δεν συνιστά κοινοτικό στόχο γενικού συμφέροντος, ικανό να δικαιολογήσει περιορισμό της ελευθερίας αυτής. Περαιτέρω, ακόμη και αν η προστασία των ζώων αποτελούσε βάσιμο στόχο, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της ελευθερίας αυτής που συνεπάγεται το άρθρο 4α είναι δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ειδικότερα η προσβαλλομένη διάταξη περιάγει αδικαιολόγητα σε μειονεκτική θέση την ευρωπαϊκή βιομηχανία έναντι των ανταγωνιστών της από τρίτα κράτη. Αν υιοθετηθεί συσταλτική ερμηνεία των περιπτώσεων αβεβαιότητας που προαναφέρθηκαν, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αναγκαστικά οι εταιρίες καλλυντικών θα μεταφέρουν τα κέντρα ερευνών τους εκτός της Κοινότητας πράγμα που θα αποδειχθεί πολύ δύσκολο για πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
35. Τρίτο, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οδηγία συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας καθότι τα αρνητικά αποτελέσματα της εφαρμογής των διατάξεών της θα είναι δυσανάλογα προς τον σκοπό της. Για να στηρίξει το επιχείρημα αυτό η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ωφέλεια που προκύπτει για τα ζώα από την επίμαχη διάταξη είναι άκρως περιορισμένη, δεδομένου ότι μόνο το 0,3 % των πειραμάτων σε ζώα πραγματοποιούνται για καλλυντικά προϊόντα. Αυτό, υποστηρίζει, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τους περιορισμούς που συνεπάγεται η οδηγία για την ελευθερία της επαγγελματικής εγκατάστασης κατά τα προεκτεθέντα καθώς και τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων που οφείλονται στο ότι δεν υπάρχουν προς το παρόν εναλλακτικές μέθοδοι.
36. Περαιτέρω, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ρήτρα παρέκκλισης της διάταξης του άρθρου 4α, παράγραφος 2, σημείο 4, δεν αρκεί να αντισταθμίσει αυτούς τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων δεδομένου ότι, λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων της παρέκκλισης, όταν θα εφαρμοστεί η ρήτρα θα είναι πλέον πολύ αργά για να προληφθούν οι κίνδυνοι για την υγεία των ανθρώπων.
37. Τέταρτο, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη διάταξη συνιστά παραβίαση της αρχής της προφύλαξης. Η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει ειδικότερα στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Pfizer (25) και υποστηρίζει ότι η οδηγία συνεπάγεται απαράδεκτους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων για τους προεκτεθέντες λόγους σχετικά με την αναλογικότητα. Ειδικότερα, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως διότι δεν έλαβε υπόψη τις επιστημονικές αναφορές της SCCNFP και του ECVAM, σύμφωνα με τις οποίες δεν θα είναι διαθέσιμες όλες οι εναλλακτικές μέθοδοι πριν από τις προθεσμίες που τάσσουν οι οδηγίες δηλαδή το 2009 και το 2013.
38. Πέμπτο, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 4α συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Κατά την άποψή της, αν υποτεθεί ότι το επιχείρημά της περί ασφάλειας δικαίου αποτελεί βάσιμη ερμηνεία της οδηγίας αυτό σημαίνει διάκριση μεταξύ: α) εταιριών που αναπτύσσουν δραστηριότητα μόνο στον τομέα των καλλυντικών και εταιριών που ασχολούνται και με άλλους τομείς καθόσον οι τελευταίες μπορούν να χρησιμοποιούν στα καλλυντικά τους συστατικά που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα στο πλαίσιο της εφαρμογής άλλων κανονισμών· β) εταιριών που εξάγουν τα καλλυντικά τους και εταιριών που δεν εξάγουν στην περίπτωση που η οδηγία ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι επιτρέπει τις δοκιμές για τα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή· ή γ) εταιριών που ασκούν ολόκληρη τη δραστηριότητά τους στην Κοινότητα και εταιριών που λειτουργούν και σε τρίτες χώρες αν η οδηγία ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι επιτρέπει τις δοκιμές που διεξάγονται είτε εντός είτε εκτός της Κοινότητας για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία τρίτων χωρών.
39. Τέλος, απαντώντας στην ερώτηση του Δικαστηρίου για διευκρίνιση των επιχειρημάτων σχετικά με το συμβιβαστό των επιδίκων διατάξεων με τους κανόνες του ΠΟΕ, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η νομιμότητα πράξεων των κοινοτικών οργάνων δεν εξετάζεται ως προς το αν συνάδει με τη συμφωνία ΠΟΕ ή τα παραρτήματά της λόγω της φύσεως της συμφωνίας αυτής. Περαιτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η επίδικη διάταξη δεν εμπίπτει σε καμιά από τις δύο εξαιρέσεις από την αρχή αυτή που διατύπωσε το Δικαστήριο (26).
40. Πάντως, η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αν οι κανόνες ΓΣΔΕ ασκούν επιρροή εν προκειμένω υπό το φως της αρχής της «αρμονικής ερμηνείας», δηλαδή της αρχής ότι η αρχή της υπεροχής των διεθνών συμφωνιών που έχει συνάψει η Κοινότητα έναντι της δευτερεύουσας κοινοτικής νομοθεσίας απαιτεί να ερμηνεύεται η νομοθεσία αυτή στο μέτρο του δυνατού κατά τρόπο συνάδοντα προς αυτές τις συμφωνίες» (27). Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή περιόρισε την αρχική της πρόταση στην απαγόρευση της διενέργειας δοκιμών σε ζώα στο έδαφος των κρατών μελών για λόγους συμμόρφωσης με τους κανόνες του ΠΟΕ: Για τον λόγο αυτό η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη διάταξη και ειδικότερα η απαγόρευση εμπορίας δεν συμβιβάζεται με τους κανόνες ΓΣΔΕ για τους ακόλουθους λόγους.
41. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η απαγόρευση εμπορίας δεν συμβιβάζεται με το άρθρο ΙΙΙ.4 της ΓΣΔΕ διότι: α) η απαγόρευση αποτελεί μέτρο που επηρεάζει την πώληση καλλυντικών προϊόντων κατά την έννοια του άρθρου ΙΙΙ.4· β) τα καλλυντικά προϊόντα ή τα συστατικά τους που έχουν δοκιμαστεί με εναλλακτικές μεθόδους επικυρωμένες στο κοινοτικό επίπεδο και αυτά που έχουν δοκιμαστεί με άλλες μεθόδους συνιστούν παρεμφερή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου αυτού όσον αφορά τις φυσικές ιδιότητές τους στην τελική χρήση τους, τις συνήθειες και τις προτιμήσεις των καταναλωτών και τη δασμολογική τους κατάταξη· και γ) κατά την οδηγία οι εισαγωγές έχουν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από τα κοινοτικά προϊόντα καθόσον το άρθρο 4α της οδηγίας επιτρέπει την εμπορία καλλυντικών προϊόντων μόνο αν η χρησιμοποιηθείσα δοκιμή αποτελεί «εναλλακτική μέθοδο μετά την επικύρωση και την υιοθέτηση της εν λόγω εναλλακτικής μεθόδου σε κοινοτικό επίπεδο […]».
42. Επιπλέον, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν δέχεται ότι η γενική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο XX, στοιχείο β΄, ΓΣΔΕ έχει εφαρμογή στην επίμαχη διάταξη. Αναγνωρίζει μεν ότι η απαγόρευση εμπορίας συνιστά πολιτική που έχει ως στόχο την προστασία της ζωής και της υγείας των ζώων πλην όμως φρονεί ότι δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού δεδομένου ότι ο ίδιος στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέτρα που δεν θα ήταν ασυμβίβαστα με το δίκαιο ΠΟΕ (28). Περαιτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση εμπορίας δεν συμβιβάζεται με τις «εισαγωγικές» φράσεις του άρθρου 20 ΓΣΔΕ καθότι ισοδυναμεί με οικονομικό εμπάργκο προκειμένου να αναγκάσει άλλα μέλη να υιοθετήσουν βασικά την ίδια ρύθμιση με σκοπό να επιτευχθεί ο στόχος που έχει καθορισθεί στο κοινοτικό έδαφος (29). Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτός ο εξωεδαφικός στόχος προκύπτει σαφώς από τις ανταλλαγές μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής και στην πραγματικότητα αποτελεί «την κύρια δικαιολόγηση για την απαγόρευση της εμπορίας στο κοινοτικό έδαφος».
43. Με βάση τα επιχειρήματα αυτά η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απαγόρευση της εμπορίας που διατυπώνει η προσβαλλομένη διάταξη δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο ΠΟΕ.
Παρατηρήσεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
44. Το Συμβούλιο προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα με το υπόμνημα αντικρούσεως.
45. Σχετικά με το παραδεκτό, το Συμβούλιο δήλωσε κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι συμφωνεί με το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι είναι αδύνατο να αποσπαστεί το άρθρο 1, παράγραφος 2, από το άρθρο 1, παράγραφος 1 (30). Κατά την άποψη του Συμβουλίου αυτή η μερική ακύρωση θα δημιουργούσε ένα τελείως διαφορετικό κείμενο και θα αφαιρούσε την ίδια την ουσία της οδηγίας 2003/15.
46. Σχετικά με τον ισχυρισμό της παραβίασης της ασφάλειας δικαίου, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η έκφραση «προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας» από την επίδικη διάταξη παραπέμπει απλώς τον στόχο της οδηγίας 76/768, που είναι η προστασία της δημόσιας υγείας. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η επίδικη διάταξη είναι σαφές ότι σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο εναλλακτικές μέθοδοι που δεν περιλαμβάνουν δοκιμές σε ζώα ως απόδειξη για το ότι ένα συστατικό καλλυντικού ή καλλυντικό προϊόν είναι ασφαλές για τη δημόσια υγεία. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζει το Συμβούλιο, η διενέργεια δοκιμών σε ζώα εντός της ΕΕ για καλλυντικά προϊόντα ή συστατικά αυτών προοριζόμενα προς εξαγωγή απαγορεύεται σαφώς· η απαγόρευση της εμπορίας καλύπτει τη διάθεση των προϊόντων ή συστατικών αυτών σε τρίτους, περιλαμβανομένων και των εξαγωγών ή εισαγωγών· εξάλλου η απαγόρευση εμπορίας καλύπτει τα καλλυντικά προϊόντα για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί δοκιμές σε ζώα εκτός της Κοινότητας με σκοπό τη συμμόρφωση προς τη νομοθεσία τρίτης χώρας. Για τον λόγο αυτό το Συμβούλιο φρονεί ότι οι ισχυρισμοί της Γαλλικής Κυβέρνησης όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου είναι αβάσιμοι.
47. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της παραβιάσεως της αρχής της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η απαγόρευση της εμπορίας εντός της Κοινότητας καλύπτει όχι μόνο τα προϊόντα εκείνα για τα οποία έχουν πραγματοποιηθεί δοκιμές σε ζώα εντός της Κοινότητας, αλλά και αυτά για τα οποία έχουν γίνει δοκιμές σε ζώα εκτός της Κοινότητας. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, είναι πρόωρο να υποτεθεί ότι δεν θα υιοθετηθούν σε κοινοτικό επίπεδο εναλλακτικές μέθοδοι εντός του χρονοδιαγράμματος που ορίζει η επίδικη διάταξη αυτή διότι οι τρίτες χώρες θα αρνηθούν να αναγνωρίσουν αυτές τις εναλλακτικές μεθόδους. Είναι ομοίως πρόωρο να υποτεθεί ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα αντιμετωπίσει μειονέκτημα σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές της που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες (31). Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει το Συμβούλιο, οποιοσδήποτε περιορισμός στην αρχή της ελεύθερης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας δικαιολογείται λόγω βασικού συμφέροντος της Κοινότητας, δηλαδή της καλής διαβίωσης των ζώων.
48. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, το Συμβούλιο αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η επίδικη διάταξη είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη του στόχου της. Ειδικότερα, υποστηρίζει, η απαγόρευση δεν μπορεί να καταλήξει στην κυκλοφορία προϊόντων που εμφανίζουν σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, δεδομένου ότι όλα τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας πρέπει επιπλέον να πληρούν τις απαιτήσεις της δημόσιας ασφάλειας που διατυπώνει η οδηγία 76/768.
49. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί παραβιάσεως της αρχής της προφύλαξης, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η επίδικη διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ενέχουσα πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Αντιθέτως, αντιπροσωπεύει μέρος του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε μετά από περίπλοκη εκτίμηση όλων των επιστημονικών αποδείξεων που είχε στη διάθεσή του ο κοινοτικός νομοθέτης κατά τον χρόνο της υιοθετήσεώς της.
50. Επιπλέον, το Συμβούλιο αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Γαλλικής Κυβέρνησης ότι η επίδικη διάταξη συνιστά παράνομη διάκριση μεταξύ εταιριών του τομέα των καλλυντικών για λόγους παρόμοιους με τους προβαλλόμενους στο πλαίσιο του ισχυρισμού περί ανασφάλειας δικαίου. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι η απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο εντός της Κοινότητας εφαρμόζεται σε όλες τις εταιρίες καλλυντικών ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως ή διεξαγωγής των δοκιμών σε ζώα, τα επιχειρήματα περί δυσμενούς διάκρισης πρέπει να απορριφθούν.
51. Τέλος, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης σχετικά με το αν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι κανόνες ΠΟΕ, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα καλλυντικά προϊόντα που δεν έχουν δοκιμαστεί σε ζώα δεν είναι «παρεμφερή» με αυτά που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα κατά την έννοια του άρθρου III.4 της ΓΣΔΕ, διότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών διαφέρουν για κάθε κατηγορία. Όσον αφορά το άρθρο XX, στοιχείο β΄, της ΓΣΔΕ, το Συμβούλιο επαναλαμβάνει ότι η απαγόρευση εμπορίας έχει εφαρμογή σε όλα τα καλλυντικά προϊόντα που έχουν δοκιμασθεί σε ζώα τα οποία διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας χωρίς διάκριση αναλόγως της προελεύσεως. Εξάλλου, δεν υπάρχουν εναλλακτικά μέτρα λιγότερο περιοριστικά βάσει του δικαίου της ΓΣΔΕ. Επιπλέον, αντίθετα με την επίδικη πολιτική στην υπόθεση US‑Shrimp που επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση, η εν προκειμένω πολιτική δεν είναι άκαμπτη, αλλά αφήνει στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη την ελευθερία να επιλέξουν πώς θα ανταποκριθούν στην απαίτηση ότι τα καλλυντικά προϊόντα δεν πρέπει να δοκιμάζονται σε ζώα. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι, κατά την οδηγία, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη της Κοινότητας λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν την αποδοχή από τον ΟΟΣΑ εναλλακτικών μεθόδων επικυρωμένων σε κοινοτικό επίπεδο.
Παρατηρήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
52. Το Κοινοβούλιο αναπτύσσει πολλά από τα επιχειρήματα που προβάλλει και το Συμβούλιο. Πέραν αυτών, τα σημεία που προβάλλει το Κοινοβούλιο είναι τα ακόλουθα.
53. Όσον αφορά το παραδεκτό, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η προβαλλομένη διάταξη μπορεί να διαχωριστεί από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/15. Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι στην περίπτωση της οδηγίας αυτής οι διαπραγματεύσεις στην επιτροπή συνδιαλλαγής υπήρξαν «ιδιαίτερα δύσκολες και λεπτές», και το τελικό κείμενο αντιπροσωπεύει «γενικό συμβιβασμό» στον οποίο κατέληξαν το COREPER, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή και θα ήταν αδύνατο να διαχωριστεί το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας (32). Η μερική ακύρωση που ζητεί η Γαλλική Δημοκρατία θα ισοδυναμούσε με «απόπειρα νομοθεσίας διά της δικαστικής οδού» δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν θα υιοθετούσε το άρθρο 1, παράγραφος 1, χωρίς να υιοθετήσει ταυτόχρονα και το άρθρο 1, παράγραφος 2.
54. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου η υπόθεση αυτή διαφέρει τελείως από την υπόθεση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-376/98, καθότι στην υπόθεση εκείνη η Επιτροπή είχε δεχθεί ότι η επίδικη διάταξη μπορούσε να διαχωρισθεί αλλά αμφισβητούσε το αίτημά της μερικής ακύρωσης απλώς για τον λόγο ότι δεν θα εξέδιδε την οδηγία χωρίς τη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, το Κοινοβούλιο αντικρούει το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβέρνησης ότι η κρίση περί απαραδέκτου της προσφυγής θα συνιστούσε αρνησιδικία για τον λόγο ότι η Γαλλία μπορούσε να προσβάλει την οδηγία 93/95 που είχε παρόμοια διατύπωση με την επίδικη της οδηγίας 2003/15.
55. Επί της ουσίας, πρώτο, όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι, αν δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί καθεαυτή να στηρίξει ακύρωση κοινοτικής πράξης.
56. Δεύτερο, το Κοινοβούλιο διερωτάται ως προς τον πραγματικό σκοπό των επιχειρημάτων της Γαλλικής Κυβέρνησης περί ασφάλειας δικαίου υπαινισσόμενο ότι μπορεί ίσως να επιτύχει ευνοϊκή (δηλαδή συσταλτική) ερμηνεία της οδηγίας μέσω προσφυγής ακυρώσεώς της. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου αυτό θα συνιστούσε καταστρατήγηση διαδικασίας.
57. Τρίτο, το Κοινοβούλιο αντικρούει τον ισχυρισμό ότι η οδηγία θα προκαλέσει πανωλεθρία στην ευρωπαϊκή βιομηχανία καλλυντικών επισημαίνοντας τον σημαντικό αριθμό εταιριών καλλυντικών που έχουν ήδη υιοθετήσει πολιτική συνάδουσα προς την οδηγία πριν από την έκδοσή της.
58. Τέλος, όσον αφορά την εν προκειμένω εφαρμογή των κανόνων ΠΟΕ, το Κοινοβούλιο συντάσσεται με τα επιχειρήματα του Συμβουλίου ότι τα καλλυντικά που δεν έχουν δοκιμαστεί σε ζώα και αυτά που έχουν δοκιμαστεί δεν είναι παρεμφερή κατά την έννοια του δικαίου ΠΟΕ. Περαιτέρω, το Κοινοβούλιο αντικρούει τον ισχυρισμό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να αποκρύψει πίσω από την οδηγία μια προστατευτική πολιτική, παρατηρώντας ότι η κοινοτική βιομηχανία καλλυντικών κατέχει μεγαλύτερο κατ’ όγκο τμήμα της παγκόσμιας αγοράς καλλυντικών από τη βιομηχανία των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας. Κατά την άποψή του, αυτό καταρρίπτει το επιχείρημα ότι η οδηγία καταλήγει σε «λιγότερο ευνοϊκή» μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου III.4 της ΓΣΔΕ καθώς και το επιχείρημα ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου XX ΓΣΔΕ.
V – Ανάλυση
Παραδεκτό
59. Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι το αν η υπό κρίση προσφυγή μερικής ακυρώσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτη λόγω του ότι η επίδικη διάταξη δεν μπορεί να διαχωριστεί από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 της οδηγίας 2003/15, την ακύρωση της οποίας ζητεί η Γαλλική Κυβέρνηση. Όπως είναι γνωστό, η μερική ακύρωση μιας νομοθετικής πράξης ή απόφασης είναι δυνατή μόνον αν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να διαχωριστούν από τη λοιπή πράξη ή απόφαση (33).
60. Στο πλαίσιο της εξέτασης του ζητήματος αυτού θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτίμηση του ζητήματος αν μπορούν να διαχωριστούν οι διατάξεις ενός νομοθετικού μέτρου σε μια προσφυγή μερικής ακυρώσεως. Κατά τη γνώμη μου τρεις υποθέσεις είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.
61. Η πρώτη είναι η υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής που αφορούσε προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 690/2001 για τη θέσπιση ειδικών μέτρων στήριξης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, κατά το μέρος που η διάταξη αυτή επέβαλε σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού (34). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να διατυπώσουν τις απόψεις τους όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής με γνώμονα την αρχή ότι η μερική ακύρωση κοινοτικής πράξης είναι δυνατή μόνο αν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να διαχωριστούν από την υπόλοιπη πράξη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη διάταξη μπορούσε να διαχωριστεί από τον υπόλοιπο κανονισμό «καθόσον η ακύρωση της εν λόγω διατάξεως δεν μεταβάλλει την ουσία του κανονισμού αυτού» (35). Ο συλλογισμός του Δικαστηρίου ήταν ότι δεδομένου ότι η ουσία του κανονισμού ήταν η θέσπιση ενός ειδικού καθεστώτος αγορών του βοείου κρέατος προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση ΣΕΒ, η ακύρωση της διάταξης αυτής που επιβάλλει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να χρηματοδοτεί το 30 % της τιμής του κρέατος που αγοράζεται «ουδόλως θίγει την ουσία του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι η ως άνω ακύρωση θα επέφερε μόνο την αποζημίωση των οικείων κρατών μελών από την Κοινότητα» (36). Απορρίπτοντας το επιχείρημα της Επιτροπής ότι χωρίς την επίδικη διάταξη μάλλον δεν θα υιοθετούσε τις λοιπές διατάξεις του κανονισμού στην τρέχουσα μορφή τους –και ιδιαίτερα τη διάταξη ότι το προϊόν από τις πωλήσεις προϊόντων σύμφωνα με τον κανονισμό θα ανήκει στα οικεία κράτη μέλη (37)– το Δικαστήριο έκρινε ότι «το αν η μερική ακύρωση θα αλλοίωνε την ουσία του προσβαλλομένου μέτρου είναι αντικειμενικό κριτήριο και όχι υποκειμενικό κριτήριο συνδεόμενο με την πολιτική πρόθεση της αρχής η οποία έλαβε το επίδικο μέτρο» (38).
62. Το ζήτημα αυτό εξέτασε επίσης ο γενικός εισαγγελέας Fennelly στην υπόθεση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (διαφήμιση καπνών) (39). Η υπόθεση αυτή αφορούσε προσφυγή ακυρώσεως της οδηγίας 98/43/EΚ που απαγόρευσε όλες τις μορφές διαφήμισης και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού. Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ήταν αρμόδιος να εκδώσει την οδηγία για τους προβληθέντες λόγους καθόσον αναφερόταν σε διαφήμιση διά μέσων που προέβαλαν αποκλειστικά διαφήμιση προϊόντων καπνού, αλλά θα ήταν αρμόδιος να το πράξει σε σχέση με μέσα άλλου ανεξαρτήτου περιεχομένου και στα οποία υπήρχε το στοιχείο της υπηρεσίας ή του εμπορίου (π.χ. εφημερίδες και ραδιοφωνικές εκπομπές), ο γενικός εισαγγελέας Fennelly εξέτασε στη συνέχεια το ζήτημα αν το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το αίτημα της μερικής ακύρωσης της οδηγίας. Αναφερόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Working Time και σε προσφυγές μερικής ακύρωσης αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού (40), παρατήρησε,
«Το Δικαστήριο δεν έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής γενικές κατευθυντήριες γραμμές επί του ζητήματος αν μπορούν να διαχωριστούν τα έγκυρα από τα άκυρα τμήματα ενός νομοθετήματος. Νομίζω όμως ότι επέλεξε την οδό της μερικής ακυρώσεως οσάκις πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτο, όταν η συγκεκριμένη διάταξη είναι διακριτική και μπορεί δηλαδή να αποσπαστεί χωρίς να αλλοιωθεί το λοιπό κείμενο· και δεύτερο, όταν η ακύρωση της διάταξης αυτής δεν επηρεάζει τη γενική συνοχή του νομοθετικού συστήματος το οποίο αποτελεί μέρος.» (41)
63. Ο γενικός εισαγγελέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μερική ακύρωση δεν ήταν βάσιμη επιλογή για τον λόγο ότι, επειδή η οδηγία δεν έκανε διάκριση μεταξύ μέσων που περιείχαν αποκλειστικά διαφήμιση προϊόντων καπνού και ανεξαρτήτων μέσων για υπηρεσίες γενικώς, αν το Δικαστήριο έκανε τη διάκριση αυτή θα ήταν κάτι σαν αυθαίρετη δικαστική διατύπωση της οδηγίας. Ειδικότερα παρατήρησε ότι «τα διατηρούμενα τμήματα θα αντιπροσώπευαν μέρος μόνο του αντικειμένου της απαγόρευσης που ο κοινοτικός νομοθέτης αντιμετώπισε ως γενικό μέτρο. Το Δικαστήριο θα έκοβε το δέντρο αλλά θα άφηνε μερικά κλαδιά […]» (42).
64. Μια τελευταία ενδιαφέρουσα υπόθεση είναι η Επιτροπή κατά Συμβουλίου στην οποία η Επιτροπή ζήτησε τη μερική ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκε η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στη σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια (43). Ειδικότερα η Επιτροπή ζήτησε την ακύρωση της τελικής παραγράφου της δήλωσης της ΕΚΑΕ που επισυνήφθη στην απόφαση εκείνη και καθόριζε την έκταση της αρμοδιότητας της Κοινότητας στους τομείς που καλύπτει η σύμβαση, για τον λόγο ότι παρελήφθησαν ορισμένοι τομείς αρμοδιότητας της Κοινότητας. Απορρίπτοντας το επιχείρημα του Συμβουλίου περί απαραδέκτου λόγω αδυναμίας διαχωρισμού, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ζητουμένη μερική ακύρωση «δεν μεταβάλλει την ουσία της προσβαλλομένης αποφάσεως» διότι «ουδόλως επηρεάζει το νομικό περιεχόμενο των διατάξεων επί των οποίων έχει ήδη αποφανθεί το Συμβούλιο» (όσον αφορά την αρμοδιότητα της Κοινότητας) (44). Στις προτάσεις του στην υπόθεση εκείνη ο γενικός εισαγγελέας Jacobs αντιπαρέβαλε τα επίδικα πραγματικά περιστατικά με τα αιτήματα μερικής ακυρώσεως μη νομοθετικών αποφάσεων του τομέα του ανταγωνισμού όπως στην υπόθεση TransoceanMarine Paint και Kali und Salz (45) στις οποίες η ακύρωση των προσβαλλομένων όρων των αποφάσεων «θα επηρέαζαν τη φύση της ίδιας της απόφασης (46).
65. Η νομολογία αυτή αποδεικνύει κατά τη γνώμη μου ότι η προσφυγή μερικής ακυρώσεως νομοθετικής πράξεως είναι απαράδεκτη αν η ακύρωση της προσβαλλομένης διάταξης, λαμβανομένων υπόψη των βασικών στόχων του νομοθέτη, αφαιρούν την ουσία του νομοθετήματος. Αυτό ισχύει ακόμη και αν, από καθαρά λογική σκοπιά, η προσβαλλομένη διάταξη μπορεί να θεωρηθεί ως χωριστή από την υπόλοιπη νομοθεσία (λόγου χάρη αν δεν υπάρχουν ρητές αλληλοπαραπομπές μεταξύ της προσβαλλομένης διάταξης και του λιτού νομοθετήματος). Η διαφορετική λύση θα ανέτρεπε τον αντικειμενικό στόχο του κοινοτικού νομοθέτη και θα οδηγούσε σε ανεξάρτητη διατήρηση νομοθετικών διατάξεων που θεσπίστηκαν μόνο ως βοηθητικές. Εξεταζόμενες ανεξάρτητα δεν είναι απίθανο ότι σε μερικές περιπτώσεις οι βοηθητικές αυτές διατάξεις θα μπορούσαν να βλάψουν τον αρχικό σκοπό του νομοθέτη.
66. Αν εφαρμόσουμε την αρχή αυτή στην υπό κρίση υπόθεση, είναι σαφές, μεταξύ άλλων, από το προοίμιο της οδηγίας 2003/15 ότι ένας από τους πρωταρχικούς στόχους της είναι η κατάργηση των πειραμάτων σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα. Συγκεκριμένα, λόγου χάρη, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι «είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξακολουθήσει η επιδίωξη του στόχου της κατάργησης των πειραμάτων επί ζώων και να καταστεί εφαρμοστέα στην επικράτεια των κρατών μελών η απαγόρευση τέτοιων πειραμάτων». Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 11 αναφέρονται σε αυτόν τον στόχο.
67. Όπως δέχεται ρητά η Γαλλική Κυβέρνηση, αν ευδοκιμήσει η προσφυγή της μερικής ακυρώσεως, το αποτέλεσμα θα είναι ότι, διά της απαλείψεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο θ΄, της οδηγίας 76/768 (47), θα επιτρέπεται χωρίς όρους η διάθεση στο εμπόριο καλλυντικών προϊόντων που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα εντός της Κοινότητας.
68. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το αποτέλεσμα αυτό θα συνιστά στην πραγματικότητα το αντίθετο του αντικειμενικού σκοπού του κοινοτικού νομοθέτη και της ουσίας της οδηγίας. Είναι σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1 είναι καθαρά βοηθητική της προσβαλλομένης διάταξης: συγκεκριμένα, το άρθρο 4α της οδηγίας 76/768 που παρεμβλήθηκε με την προσβαλλομένη διάταξη θεσπίστηκε για να αντικαταστήσει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο θ΄, της οδηγίας 76/768. Το αποτέλεσμα, δηλαδή της μερικής ακύρωσης θα είναι το αντίθετο αυτού που επιδιώχθηκε.
69. Θα παρατηρήσω περαιτέρω ότι ο νομοθέτης διατύπωσε και άλλες διατάξεις της οδηγίας 2003/15 και ιδίως το άρθρο 1, παράγραφος 7, υπό το φως της διάταξης του άρθρου 1, παράγραφος 2.
70. Για τους λόγους αυτούς έχω τη γνώμη ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/15 δεν μπορεί να αποσπαστεί από την υπόλοιπη οδηγία και ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφος 1, και ότι η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη. Για την περίπτωση όμως που το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετική κρίση θα εξετάσω τώρα κατ’ ουσίαν τα επιχειρήματα των διαδίκων.
Επί της ουσίας
Ασφάλεια δικαίου
71. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη πρέπει να ακυρωθεί διότι δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής. Ισχυρίζεται ότι το νέο άρθρο 4α επιδέχεται πλείονες ερμηνείες, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών κατά διαφόρους τρόπους και να δημιουργηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ανασφάλεια δικαίου για τις εταιρίες.
72. Θα σημειώσω προκαταρκτικώς ότι, καίτοι οι διάδικοι με τις παρατηρήσεις τους αναφέρονται στην «αρχή της ασφάλειας δικαίου», ο όρος αυτός μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση διότι συχνά χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει πλείονες διαφορετικές αλλά σχετικές νομικές έννοιες. Οι έννοιες αυτές είναι: η αρχή της μη αναδρομικότητας της κοινοτικής νομοθεσίας· η αρχή του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά την έννοια της εύλογης προσδοκίας που στηρίζεται σε πράξη ή ενέργεια κάποιου κοινοτικού οργάνου· και η έννοια του σεβασμού για τη δεσμευτικότητα των κοινοτικών κανόνων (48). Στην υπό κρίση υπόθεση τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης εστιάζονται στη φερόμενη ασάφεια της διατύπωσης και των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης διάταξης και δεν καλύπτουν καμιά από τις προαναφερθείσες έννοιες.
73. Πριν εξετάσω την ουσία των επιχειρημάτων θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω καταρχήν υπό ποίες περιστάσεις η ασαφής ή γενικόλογη διατύπωση μιας οδηγίας μπορεί να συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο ακυρώσεώς της.
74. Η πρώτη παρατήρησή μου είναι ότι θα ήταν άκρως ασυνήθιστο να βρεθεί κάποια κοινοτική νομοθετική πράξη γενικής εφαρμογής που επιδέχεται μόνο μια μονοσήμαντη ερμηνεία. Είναι στη φύση κάθε τέτοιας πράξης και ειδικότερα μιας πράξης που θεσπίζεται στο υψηλότερο επίπεδο στο κοινοτικό νομοθετικό σύστημα, να μην μπορεί ή να μην πρέπει να προσδιορίσει η ίδια εννοιολογικά, οριστικά και περιοριστικά κάθε όρο που χρησιμοποιεί. Η αναζήτηση τέτοιου αποκλειστικού ορισμού θα ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις ανεδαφική και σε πολλές περιπτώσεις αδύνατη και ακατάλληλη. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από τη δυνατότητα εκ των προτέρων καθορισμού των πιθανών περιπτώσεων που θα καλύπτει μια οδηγία, αλλά και γενικότερα από τη γλωσσική αοριστία του νόμου (49).
75. Έτσι οι κοινοτικοί νόμοι και οι νόμοι των κρατών μελών βρίθουν από νομικές έννοιες τα επιμέρους σημεία και η εφαρμογή των οποίων σκοπίμως αφήνονται στα δικαστήρια και στη διοίκηση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα από το δευτερεύον κοινοτικό δίκαιο είναι μεταξύ άλλων οι εξαιρέσεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 2 της οδηγίας 76/207, η έννοια του «κοινωνικού πλεονεκτήματος» από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και οι παρεκκλίσεις για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας από το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης, που προβλέπει η οδηγία 64/221, η οποία αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2004/38 (50).
76. Συνεπώς, οσάκις ανακύπτει σε δίκη περίπτωση την οποία η ισχύουσα νομοθεσία δεν πρόβλεψε ρητά, στα δικαστήρια επαφίεται η ερμηνεία και η εφαρμογή της νομοθεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο κοινοτικό δίκαιο λόγου χάρη, η αρχή ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή της νομοθεσίας αποτελούν μέρος της βασικής αποστολής του Δικαστηρίου αντικατοπτρίζεται στη διατύπωση του άρθρου 220 ΕΚ. Κατά την εκτέλεση της αποστολής αυτής, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη ότι το αποτέλεσμα των κοινοτικών κανόνων πρέπει να είναι σαφές και προβλέψιμο για τα υποκείμενα δικαίου (51). Ο παράγων αυτός υπήρξε καθοριστικός σε πολλές υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει ή να εφαρμόσει κοινοτικό δίκαιο (52).
77. Η παρατήρηση αυτή ισχύει για όλες τις κοινοτικές νομοθετικές πράξεις γενικής εφαρμογής, πλην όμως είναι ιδιαιτέρως καίρια για τις οδηγίες. Συναφώς, θεωρώ ενδιαφέροντα τον συλλογισμό του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (53). Αντικρούοντας το επιχείρημα της Κυβέρνησης των Κάτω Χωρών ότι η οδηγία 98/44 για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs παρατήρησε ότι το άρθρο 249 ΕΚ ορίζει ότι η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Ο γενικός εισαγγελέας συνέχισε,
«Επομένως, οι οδηγίες ως εκ της φύσεώς τους δεν χρειάζεται να ρυθμίζουν διεξοδικά τις λεπτομέρειες των θεμάτων που αποτελούν το αντικείμενό τους. Μολονότι αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι ενδείκνυται η ασαφής διατύπωσή τους, το γεγονός και μόνον ότι η οδηγία παρέχει κάποια διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεώς της. Ακόμη και όταν μια διάταξη της οδηγίας είναι δεκτική διαφορετικών ερμηνειών, όπως ισχυρίζεται το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στην παρούσα υπόθεση, δεν νομίζω ότι το γεγονός αυτό αποτελεί αφεαυτού λόγο ακυρώσεως. Σε πρόσφατες υποθέσεις, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το κράτος μέλος, εφαρμόζοντας εσφαλμένα μια ασαφή διάταξη οδηγίας, προσέδωσε στη διάταξη αυτή έννοια που ήταν εύλογο να της αποδοθεί, δεν υποστηρίχθηκε ότι η οδηγία (ή έστω και η διάταξη) θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη για τον λόγο και μόνον ότι ήταν ασαφής και, ως εκ τούτου, δεκτική περισσοτέρων της μιας ερμηνειών.
Ομοίως, το Δικαστήριο, ενώ διατύπωσε την αρχή σύμφωνα με την οποία μόνον εκείνες οι διατάξεις οδηγιών που είναι σαφείς και δεν γεννούν αμφιβολίες μπορούν να παράγουν άμεσα αποτελέσματα, δεν έχει, καθόσον γνωρίζω, λάβει τη θέση ότι όλες οι διατάξεις που δεν είναι κατά τα ανωτέρω ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων είναι για τον λόγο αυτό άκυρες.» (54)
78. Συμφωνώ με τον συλλογισμό αυτό. Βεβαίως, όπως προανέφερα και όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, το αποτέλεσμα των κοινοτικών κανόνων πρέπει να είναι σαφές και προβλέψιμο για τα υποκείμενα δικαίου πλην όμως αυτό δεν οδηγεί και δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ακυρώνεται κάθε νομοθέτημα που επιδέχεται πλείονες ερμηνείες. Για τους προαναφερθέντες λόγους θεωρώ ότι η έλλειψη σαφήνειας συνιστά λόγο ακυρώσεως για τις κοινοτικές νομοθετικές πράξεις ή τμήμα αυτών μόνο στις ακραίες περιπτώσεις όπου η πράξη είναι ενδογενώς και σαφώς ασυνάρτητη ή οσάκις δεν μπορεί να αποδοθεί καμιά λογική έννοια στη συγκεκριμένη διάταξη (55).
79. Αν εφαρμόσουμε τις θεωρήσεις αυτές στην υπό κρίση υπόθεση, τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης περί έλλειψης ασφάλειας δικαίου περιστρέφονται γύρω από την έννοια ότι μόνο τα πειράματα σε ζώα που πραγματοποιούνται «προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας» εμπίπτουν στην απαγόρευση. Η φράση αυτή εμφανίζεται και στις τέσσερις περιπτώσεις απαγορεύσεως που διατυπώνει η οδηγία.
80. Δεν θεωρώ βάσιμα τα επιχειρήματα αυτά. Νομίζω ότι η οδηγία πληροί το κριτήριο της νομικής σαφήνειας και προβλεψιμότητας κατά τα προαναφερθέντα για τους ακόλουθους λόγους.
81. Όπως παρατήρησε το Συμβούλιο, η φράση «προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας» πρέπει να αναγνωστεί στο πλαίσιο του πρωταρχικού στόχου της οδηγίας 76/768 ο οποίος ρητά διαπνέει το άρθρο 4α και που είναι η προστασία της δημόσιας υγείας. Όπως προανέφερα, η αρχή αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 2 της οδηγίας: «τα καλλυντικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν πρέπει να βλάπτουν την ανθρώπινη υγεία όταν χρησιμοποιούνται υπό κανονικές ή εύλογα αναμενόμενες συνθήκες χρήσης».
82. Είναι νομίζω σαφές ότι η επίδικη φράση εκφράζει την πρόθεση του νομοθέτη ότι τα πειράματα σε ζώα τα οποία αφορά η απαγόρευση πρέπει να αποσκοπούν στην εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα που διατυπώνει η οδηγία 76/768. Επιπλέον, θεωρώ εύλογο να υποτεθεί ότι στον τομέα των καλλυντικών σχεδόν όλα τα πειράματα σε ζώα πραγματοποιούνται προς τον σκοπό αυτό πράγμα που δεν αρνήθηκε η Γαλλική Κυβέρνηση. Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι η φράση αυτή εμφανίστηκε αρχικά στο άρθρο 4 της οδηγίας 76/768 με την τροποποίηση διά της οδηγίας 93/35. Καίτοι η έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής αναβλήθηκε, όπως προανέφερα, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διατύπωσε αντιρρήσεις ως προς τη διατύπωση της ούτε έθεσε ζήτημα ασάφειας στο μεταξύ.
83. Κατόπιν αυτού, τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης μαρτυρούν κρυψίνοια.
84. Πρώτον, είναι σαφές ότι η απαγόρευση των πειραμάτων σε ζώα ισχύει εξίσου για τα πειράματα που πραγματοποιούνται για τη συμμόρφωση με άλλη νομοθεσία καθόσον οι ουσίες που δοκιμάστηκαν με τέτοια πειράματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καλλυντικά προϊόντα ή συστατικά αυτών. Η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία για να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα η οδηγία και συνάδει με τη βούληση που εκφράζεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες οι οποίες οδήγησαν στην έκδοσή της (56).
85. Δεύτερον, νομίζω ότι από το γράμμα της προσβαλλόμενης διάταξης προκύπτει ότι έχει εφαρμογή στη διενέργεια πειραμάτων σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα ή συστατικά αυτών στο έδαφος των κρατών μελών ασχέτως του αν τα πειράματα αφορούν προϊόντα προοριζόμενα για εξαγωγή. Την ερμηνεία αυτή υποδεικνύει και το άρθρο 1, παράγραφος 7, της οδηγίας 2003/15 (57).
86. Τρίτον, από τη διάταξη αυτή προκύπτει επίσης ότι η απαγόρευση διάθεσης στο εμπόριο καλύπτει και τα καλλυντικά και τα συστατικά αυτών για τα οποία διενεργήθηκαν πειράματα σε ζώα εκτός της Κοινότητας. Τα πειράματα αυτά λόγω της φύσεώς τους είναι σαφές ότι διεξήχθησαν για τη συμμόρφωση σε απαιτήσεις αναγόμενες στην προστασία της δημόσιας υγείας, δηλαδή εμπίπτουν στην απαγόρευση (58).
87. Νομίζω, κατά συνέπεια, ότι η επίδικη διάταξη δεν παρέχει ανεπαρκές επίπεδο ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις καλλυντικών προϊόντων. Θα προσθέσω ότι αν ανακύψουν ζητήματα ερμηνείας οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια τα οποία μπορούν στη συνέχεια να παραπέμψουν τα ερωτήματα στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234 EΚ.
Αναλογικότητα
88. Όπως είναι γνωστό, η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί τα μέτρα που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου και να μην υπερβαίνουν το προς τούτο αναγκαίο μέτρο (59). Όταν δηλαδή υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων καταλλήλων μέτρων πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές (60).
89. Θεωρώ σκόπιμο να κάνω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις όσον αφορά τον βαθμό ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο σε περιπτώσεις όπως η παρούσα.
90. Κατά πάγια νομολογία, όταν πρόκειται για περίπλοκες επιλογές πολιτικής όπου ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ο κατ’ ουσίαν δικαστικός έλεγχος των νομοθετικών πράξεων είναι περιορισμένος. Στις περιπτώσεις αυτές η νομοθετική πράξη ακυρώνεται μόνο αν συντρέχει πρόδηλη υπέρβαση των ορίων αρμοδιότητας του νομοθέτη (61). Στην περίπτωση κοινοτικής απαγόρευσης προϊόντων καπνού για χρήση διά του στόματος το Δικαστήριο έκρινε ότι,
«Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των παρατεθεισών στην προηγούμενη σκέψη προϋποθέσεων, επιβάλλεται να αναγνωριστεί στον κοινοτικό νομοθέτη ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τις επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως στις οποίες προβαίνει σε έναν τομέα στον οποίο καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις. Η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο, για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού» (62).
91. Όπως είναι φανερό, το περιορισμένο του κατ’ ουσίαν δικαστικού ελέγχου των νομοθετικών πράξεων υπαγορεύεται κυρίως από τη βασική αρχή της θεσμικής ισορροπίας και της διακρίσεως των εξουσιών. Σύμφυτο χαρακτηριστικό της ισορροπίας αυτής είναι ότι το Δικαστήριο οφείλει να σέβεται στις «πολιτικές ευθύνες» (63) που η Συνθήκη αναθέτει στον κοινοτικό νομοθέτη και δεν πρέπει να υποκαθιστά την κρίση του όταν πρόκειται για τέτοια ζητήματα πολιτικής (64).
92. Κατά τη γνώμη μου, από την αρχή της θεσμικής ισορροπίας, όπως και από την ίδια τη δημοκρατική αρχή, προκύπτει ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό όταν ελέγχει τη νομιμότητα νομοθετικής πράξης που εκδίδεται από κοινού από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με τη διαδικασία συναποφάσεως. Το Δικαστήριο πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη περίσκεψη αν πρόκειται να ακυρώσει για ουσιαστικούς λόγους αποφάσεις νομοθετικής πολιτικής ενός σώματος άμεσα και δημοκρατικά εκλεγμένου από τους πολίτες της Κοινότητας. Θα προσθέσω ότι αυτή η επιθυμία υψίστου σεβασμού για τις δημοκρατικές αρχές υπήρξε πάντα χαρακτηριστικό της νομολογίας του Δικαστηρίου σε πολυάριθμες περιπτώσεις (65).
93. Αν εφαρμόσουμε τις θεωρήσεις αυτές στην παρούσα υπόθεση είναι σαφές ότι η απαγόρευση των πειραμάτων σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα και συστατικά αυτών συνιστά απόφαση πολιτικής σε πολύ ευαίσθητο τομέα, για την οποία χρειάστηκε λεπτή και σφαιρική ανάλυση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του συστήματος που διαμόρφωσαν η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Όπως προανέφερα, η συμφωνία επί της οδηγίας επετεύχθη μετά από μακρά και περίπλοκή διαδικασία συναποφάσεως στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιήθηκαν τριμερείς συναντήσεις με την Επιτροπή και πολυάριθμες διαβουλεύσεις με ενδιαφερόμενους τρίτους (66). Η τελική συμφωνία επετεύχθη μόνο με σύγκληση της Επιτροπής συνδιαλλαγής.
94. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προανέφερα, κατά τη νομοθετική διαδικασία, σημειώθηκε έντονη πίεση εκ μέρους του Κοινοβουλίου για τον καθορισμό προθεσμίας για την απαγόρευση των πειραμάτων σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα (67). Το Κοινοβούλιο χαρακτηρίζει την οδηγία ως αντιπροσωπεύουσα «τον καρπό σχεδόν δεκαετούς νομοθετικής νομοθεσίας, πρόκειται για νομοθετική πράξη μεγάλης σημασίας και αφορά ζήτημα μεγάλης πολιτικής ευαισθησίας» (68).
95. Συνεπώς, καταρχήν, ο κατ’ ουσίαν δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της προσβαλλομένης διάταξης και εν προκειμένω του ζητήματος αν αυτή συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας πρέπει να είναι ιδιαίτερα περιορισμένος.
96. Για να γίνει ο έλεγχος αυτός πρέπει πρώτα να προσδιοριστεί ο σκοπός της προσβαλλομένης διάταξης. Ο σκοπός αυτός διατυπώνεται ρητά στο προοίμιο της οδηγίας 2003/15 που αναφέρει ότι «Προκειμένου να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός βαθμός προστασίας των ζώων πρέπει να προβληθεί η προθεσμία για τη θέσπιση οριστικής απαγόρευσης» (69). Στην πρόταση οδηγίας η Επιτροπή παρατήρησε ότι,
«Η μείωση του πόνου που υφίστανται τα ζώα κατά τα πειράματα, του αριθμού των πειραμάτων όσο το δυνατό συντομότερα και όπου είναι δυνατόν, ο τερματισμός της ταλαιπωρίας των ζώων είναι κοινός στόχος όλων των μερών που εμπλέκονται σ’ αυτό το ζήτημα. Ο στόχος αυτός αντιστοιχεί σε απαιτήσεις δεοντολογίας ·όσον αφορά τον σεβασμό της ζωής που συμμερίζεται η κοινή γνώμη και στηρίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο σκοπός αυτός διαπνέει επίσης την οδηγία 86/609 για την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς».
97. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για εύλογο στόχο της κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτό επιβεβαιώνει και το πρωτόκολλο για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη ΕΚ (70). Αντίθετα με τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης, δεν νομίζω ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Jippes οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα (71). Αντιθέτως, στην υπόθεση εκείνη το ζήτημα αν ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε πλήρως υπόψη τις απαιτήσεις της καλής διαβίωσης των ζώων αποτέλεσε σημαντικό βήμα στην εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμηση του ζητήματος αν η επίδικη κοινοτική πολιτική ήταν ανάλογη του επιδιωκομένου σκοπού (72).
98. Η δεύτερη φάση στον έλεγχο της αναλογικότητας είναι η εξέταση του ζητήματος αν η προσβαλλομένη διάταξη συνιστά κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Εν προκειμένω είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι ο καθορισμός οριστικής απαγόρευσης των πειραμάτων σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα και συστατικά τους εντός της Κοινότητας δεν συνιστά μέσο προωθήσεως της καλής διαβίωσης των ζώων και η Γαλλική Κυβέρνηση δεν επιχειρεί να το αμφισβητήσει.
99. Το τρίτο στάδιο στον περί αναλογικότητας έλεγχο είναι η εξέταση του ζητήματος αν η προσβαλλομένη διάταξη υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται περισσότερο η ανάγκη περιορισμού του δικαστικού ελέγχου.
100. Από τα έγγραφα που καταρτίστηκαν κατά τη νομοθετική διαδικασία προκύπτει ότι με τη διατύπωση της προσβαλλομένης διάταξης ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να επιτύχει λεπτή εξισορρόπηση των απαιτήσεων της προστασίας των ζώων και των άλλων εμπλεκομένων συμφερόντων, περιλαμβανομένης και της δημόσιας υγείας και της ανάγκης σεβασμού των διεθνών δεσμεύσεων. Αφού εξέτασε διάφορες εναλλακτικές λύσεις –μεταξύ αυτών και τη λύση που πρότεινε η Επιτροπή να μην περιληφθεί δηλαδή η απαγόρευση της διάθεσης στο εμπόριο– η προσβαλλομένη διάταξη επελέγη ως η πλέον κατάλληλη εξισορρόπηση μετά από έντονες συζητήσεις (73). Στην κοινή θέση του το Συμβούλιο παρατήρησε ότι
«Το Συμβούλιο συμφωνεί μεν με τον στόχο της κατάργησης και των πειραμάτων σε ζώα για συστατικά καλλυντικών προϊόντων το συντομότερο δυνατό πλην όμως φρονεί ότι ο στόχος αυτός πρέπει να επιδιωχθεί χωρίς να κινδυνεύσει η υγεία και η ασφάλεια των καταναλωτών» (74).
101. Υπάρχουν πολυάριθμα σημεία στην προσβαλλομένη διάταξη και σε ολόκληρη την οδηγία 2003/15 που αναδεικνύουν την επιθυμία επιτεύξεως της ισορροπίας αυτής και το τελικό κείμενο αντιπροσωπεύει έναν συμβιβασμό που διαμορφώθηκε προς τούτο προσεκτικά.
102. Η πρωταρχική επιθυμία της προστασίας της δημόσιας υγείας και των καταναλωτών λόγου χάρη φαίνεται σαφώς στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, που ορίζει ότι οι απαγορεύσεις που διατυπώνει τελούν υπό την επιφύλαξη των γενικών υποχρεώσεων δημόσιας ασφάλειας που απορρέουν από το άρθρο 2 (75). Μάλιστα η επιθυμία διατηρήσεως της ασφάλειας του κοινού διαπνέει ολόκληρη την οδηγία 2003/15 περιλαμβανομένης και της διάταξης περί παρέκκλισης από την απαγόρευση σε περίπτωση που προκύπτουν τεκμηριωμένα συγκεκριμένα προβλήματα για την ανθρώπινη υγεία (76)· τη δυνατότητα της Επιτροπής να υποβάλει νομοθετική πρόταση αν δεν έχουν επικυρωθεί επαρκή εναλλακτικά πειράματα (77)· την ειδική διάταξη για παράταση της προθεσμίας για τα πειράματα που αφορούν την τοξικότητα από πολλαπλές δόσεις και την τοξικοκινητική (78)· και τη διάταξη του προοιμίου για την κατάρτιση από την Επιτροπή κατευθυντηρίων γραμμών σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη για την εξασφάλιση της εφαρμογής κοινών κριτηρίων στην εκτίμηση των δηλώσεων ότι τα καλλυντικά προϊόντα δεν έχουν δοκιμαστεί σε ζώα προς αποφυγή παραπλάνησης των καταναλωτών (79).
103. Ομοίως, η οδηγία μαρτυρεί σαφή επιθυμία να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των εταιριών καλλυντικών στο πλαίσιο των στόχων της που είναι η προστασία των ζώων και η ασφάλεια του κοινού. Το άρθρο 9 λόγου χάρη της οδηγίας 76/768, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει ότι η ετήσια έκθεση που υποβάλλει η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο καλύπτει την πρόοδο των προσπαθειών της Επιτροπής να επιτύχει αποδοχή από τον ΟΟΣΑ των εναλλακτικών μεθόδων που έχουν επικυρωθεί σε κοινοτικό επίπεδο και την αναγνώριση από τρίτες χώρες των αποτελεσμάτων των δοκιμών που διεξάγονται στην Κοινότητα με εναλλακτικές μεθόδους καθώς και σχετικά με τις συγκεκριμένες ανάγκες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που λαμβάνονται υπόψη». Επιπλέον, οι εναλλακτικές μέθοδοι που επικυρώνονται ή εγκρίνονται σε κοινοτικό επίπεδο δημοσιεύονται αμέσως (80). Ήδη είναι σαφές ότι οι διατάξεις αυτές σκοπούν να διευκολύνουν τις επιχειρήσεις της Κοινότητας και να συμβάλουν στην αύξηση της διαφάνειας.
104. Περαιτέρω, σχετικά με το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβέρνησης περί ανεπάρκειας των διαθεσίμων εναλλακτικών μεθόδων αρκεί να παρατηρήσω ότι, βάσει όλων των αποδεικτικών στοιχείων, ο νομοθέτης γνώριζε κάλλιστα το στάδιο ανάπτυξης εναλλακτικών μεθόδων και το έλαβε πλήρως υπόψη στον τελικό συμβιβασμό του (81).
105. Από τα προεκτεθέντα είναι σαφές ότι η προσβαλλομένη διάταξη αντιπροσωπεύει προσεκτική και μελετημένη εξισορρόπηση των εμπλεκομένων συμφερόντων από τον κοινοτικό νομοθέτη. Νομίζω, και μάλιστα λόγω της περιορισμένης φύσεως του δικαστικού ελέγχου που αρμόζει σε τέτοια περίπτωση, ότι αυτό είναι αρκετό για την απόρριψη του ισχυρισμού της Γαλλικής Κυβέρνησης ότι η προσβαλλομένη διάταξη πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
Αρχή της προφύλαξης
106. Όπως παρατήρησα στις πρόσφατες προτάσεις μου στην υπόθεση Arnold André, το Δικαστήριο συνόψισε την αρχή της προφύλαξης ως εξής:
«Οσάκις αποδεικνύεται αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη ή η έκταση του προβαλλόμενου κινδύνου λόγω της ανεπαρκούς, αλυσιτελούς ή ανακριβούς φύσεως των αποτελεσμάτων των μελετών, και η πιθανότητα ενός πραγματικού κινδύνου για τη δημόσια υγεία εξακολουθεί να υπάρχει στην υποθετική περίπτωση που ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, η αρχή της προλήψεως δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων.» (82)
107. Ειδικότερα, για να δικαιολογείται η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης ο προβαλλόμενος κίνδυνος πρέπει να αποδεικνύεται περισσότερο από υποθετικός (83).
108. Στην υπό κρίση υπόθεση η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται την αρχή αυτή κατά της προσβαλλομένης διάταξης για τον λόγο ότι αυτή δημιουργεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία καθότι δεν είναι βέβαιο αν θα αναπτυχθούν επαρκείς εναλλακτικές μέθοδοι εντός του καθοριζομένου χρονοδιαγράμματος.
109. Όπως εξήγησα πάντως ο πλήρης σεβασμός των απαιτήσεων της ασφάλειας του κοινού διαπνέει την οδηγία 2003/15 όπως και την οδηγία 76/768. Ειδικότερα, οι απαγορεύσεις που διατυπώνει το άρθρο 4α επιβάλλονται υπό την επιφύλαξη των γενικών υποχρεώσεων των κρατών μελών να εξασφαλίσουν ότι τα καλλυντικά που διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας δεν θα προξενούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία οσάκις χρησιμοποιούνται υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως. Όπως παρατήρησα ανωτέρω στα σημεία 100 έως 102 ο στόχος της ασφάλειας του κοινού γίνεται δηλαδή απολύτως σεβαστός. Δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία περί κινδύνου για τη δημόσια υγεία «περισσότερο από υποθετικού» το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Απουσία δυσμενών διακρίσεων
110. Τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης περί δυσμενών διακρίσεων προϋποθέτουν ότι ευσταθούν τα προβληθέντα επιχειρήματα για το ότι η προσβαλλομένη διάταξη δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου. Τα επιχειρήματα αυτά τα εξέτασα ανωτέρω και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι στηρίζονται σε αβάσιμη ερμηνεία της προσβαλλομένης διάταξης (84). Για τους ίδιους λόγους τα επιχειρήματα περί δυσμενών διακρίσεων πρέπει να απορριφθούν.
Περιορισμός της ελεύθερης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας
111. Στην υπόθεση Metronome Musik το Δικαστήριο συνόψισε την κοινοτικού δικαίου αρχή της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας:
«Κατά πάγια νομολογία, τόσο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας όσο και η ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας αποτελούν γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Οι αρχές αυτές, ωστόσο, δεν είναι απόλυτες, αλλά πρέπει να νοούνται σε σχέση προς την κοινωνική τους λειτουργία. Επομένως, στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας και ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί, ιδίως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί αντιστοιχούν πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος επιδιωκομένους από την Κοινότητα και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των ως άνω κατοχυρουμένων δικαιωμάτων» (85).
112. Είναι σαφές από το ανωτέρω χωρίο ότι η εξέταση του ζητήματος των περιορισμών της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας είναι παρόμοια με την εξέταση του ζητήματος της συμμόρφωσης με την αρχή της αναλογικότητας (86).
113. Κατόπιν των προεκτεθέντων είναι μεν σαφές ότι οποιαδήποτε απαγόρευση ως προς τα πειράματα για τα προϊόντα ή τη διάθεση στο εμπόριο είναι πολύ πιθανό να περιορίσει την επαγγελματική δραστηριότητα κατά κάποιο τρόπο, για τους λόγους που παρέθεσα λεπτομερώς ανωτέρω (87), νομίζω ότι στην υπό κρίση υπόθεση ο περιορισμός που προκύπτει δεν αντιπροσωπεύει δυσανάλογη παρεμπόδιση της ελευθερίας άσκησης επαγγέλματος.
ΣΤ – Εφαρμογή του δικαίου ΠΟΕ
114. Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβάλλονται σχετικά με το συμβιβαστό της προσβαλλομένης διάταξης με το δίκαιο ΠΟΕ το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο εξέτασης της νομιμότητας της προσβαλλομένης διάταξης.
115. Όπως δέχεται η Γαλλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και της οικονομίας τους η συμφωνία ΠΟΕ και τα παραρτήματά της καταρχήν δεν περιλαμβάνονται στους κανόνες με γνώμονα τους οποίους το Δικαστήριο ελέγχει τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων (88). Εξάλλου, όπως επίσης γίνεται δεκτό, η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις από την αρχή αυτή που διατύπωσε το Δικαστήριο δηλαδή η περίπτωση που η Κοινότητα σκοπεί να εκτελέσει συγκεκριμένη υποχρέωση που ανέλαβε στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή η περίπτωση που το κοινοτικό μέτρο αναφέρεται ρητά σε συγκεκριμένη διάταξη των συμφωνιών ΠΟΕ (89).
116. Στην υπό κρίση υπόθεση πάντως παράλληλα με το αίτημα ακυρώσεως της προσβαλλομένης διάταξης η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο που διατυπώνει η διάταξη αυτή είναι ασυμβίβαστη με τη συμφωνία ΓΣΔΕ. Η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί στην πίστωση αυτή με βάση την καλούμενη αρχή της «εναρμονισμένης ερμηνείας» όπως διατυπώνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Η αρχή αυτή, στην αρχική της μορφή ορίζει ότι: «Η υπεροχή των συναπτομένων από την Κοινότητα διεθνών συμφωνιών έναντι των διατάξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου απαιτεί η ερμηνεία των τελευταίων να συνάδει, στο μέτρο του δυνατού, προς τος εν λόγω συμφωνίες» (90). Όπως είναι φανερό αυτό αντικατοπτρίζει την αρχή ότι οσάκις η παράγωγη κοινοτική νομοθεσία επιδέχεται πλείονες ερμηνείες πρέπει να προτιμάται στο μέτρο του δυνατού η ερμηνεία διά της οποίας η διάταξη καθίσταται συμβατή με τη Συνθήκη (91). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι αφού η Κοινότητα είναι μέρος της συμφωνίας TRIP υποχρεούται να ερμηνεύει την περί εμπορικών σημάτων νομοθεσία της με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της συμφωνίας αυτής (92).
117. Στην υπό κρίση υπόθεση η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο λόγος για τον οποίο επίδικη διάταξη δεν συμβιβάζεται με τη ΓΣΔΕ είναι η φύση της ως απαγορεύσεως εμπορίας όλων των καλλυντικών προϊόντων που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα με μέθοδο «διαφορετική από εναλλακτική μέθοδο μετά την επικύρωση και την υιοθέτηση της εν λόγω εναλλακτικής μεθόδου σε κοινοτικό επίπεδο» (93) Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό συνιστά λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου III.4 της ΓΣΔΕ καθότι οι εισαγωγείς προϊόντων προς την Κοινότητα υποχρεούνται να έχουν εναλλακτική μέθοδο επικυρωμένη σε κοινοτικό επίπεδο.
118. Αυτό πάντως είναι το γράμμα της οδηγίας. Όπως παρατηρεί το Συμβούλιο, δηλαδή, δεν θα ήταν λογική η ερμηνεία ότι αρκούν επίσης και οι μέθοδοι που έχουν υιοθετηθεί στο επίπεδο του ΟΟΣΑ. Νομίζω συνεπώς ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω έδαφος για να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή προς μια κατεύθυνση που συνάδει περισσότερο προς τη ΓΣΔΕ. Η ουσία της αρχής της εναρμονισμένης ερμηνείας είναι, όπως προανέφερα, ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο «στο μέτρο του δυνατού» έχοντας υπόψη το γράμμα της συγκεκριμένης διάταξης. Θα προσθέσω ότι αυτό που η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί στην πραγματικότητα είναι νομίζω όχι η ερμηνεία της οδηγίας 2003/15 αλλά η ακύρωσή της. Θα σημειώσω ότι δεν προβάλλει καμία δυνατή ερμηνεία της απαγορεύσεως εμπορίας που κατά την άποψή της θα καθιστούσε τη διάταξη συμβατή με τη ΓΣΔΕ.
119. Εξάλλου και εν πάση περιπτώσει δεν νομίζω, βάσει των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν εν προκειμένω, ότι η επίδικη διάταξη είναι ασυμβίβαστη με τη ΓΣΔΕ. Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης στο σημείο αυτό δεν είναι διεξοδικά ώστε να καθιστούν δυνατή την εκτίμηση του ζητήματος θα περιοριστώ στις ακόλουθες παρατηρήσεις.
120. Όσον αφορά το άρθρο III.4 της ΓΣΔΕ, καίτοι είναι νομίζω πιθανό ότι στην παρούσα κατάσταση διαμορφώσεως της αγοράς τα καλλυντικά προϊόντα που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα και αυτά που δεν έχουν δοκιμαστεί σε ζώα είναι παρεμφερή προϊόντα λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως ανταγωνισμού τους από τη σκοπιά του καταναλωτή (94), αμφισβητώ το ότι η απαίτηση να επικυρώνονται οι εναλλακτικές μέθοδοι σε κοινοτικό επίπεδο θα καταλήξει σε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των καλλυντικών εισαγωγής. Αφενός, είναι σαφές ότι η απαίτηση αυτή δεν δημιουργεί διακρίσεις από νομικής σκοπιάς καθότι εφαρμόζεται αδιακρίτως και στους κοινοτικούς κατασκευαστές και σε αυτούς των τρίτων χωρών και, αφετέρου, δεν βλέπω πως η απαίτηση αυτή θα ήταν στην πραγματικότητα επαχθέστερη από πλευράς ανταγωνισμού για τους κατασκευαστές των τρίτων χωρών από ό,τι για τις ευρωπαϊκές εταιρίες (95). Κάθε εταιρία καλλυντικών πρέπει να ικανοποιεί την απαίτηση αυτή ως προϋπόθεση για τη διάθεση στο εμπόριο των οικείων προϊόντων εντός της ΕΕ. Δεν βλέπω γιατί η διαδικασία εγκρίσεως μιας συγκεκριμένης εναλλακτικής μεθόδου θα είναι δυσκολότερη για τις εταιρίες τρίτων χωρών (σε σύγκριση, π.χ., με τη λήψη της έγκρισης αυτής σε επίπεδο ΟΟΣΑ), η δε Γαλλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε επιχειρήματα περί του εναντίου.
121. Επιπλέον, νομίζω ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για τους οποίους η απαίτηση της επικυρώσεως σε επίπεδο ΕΕ των εναλλακτικών μεθόδων δικαιολογείται βάσει του άρθρου XX, στοιχείο β΄, της ΓΣΔΕ. Συγκεκριμένα, νομίζω ότι η απαίτηση αυτή τηρεί το κριτήριο της ανάγκης κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχω στη διάθεσή μου δεν νομίζω ότι ήταν διαθέσιμο στην ΕΕ άλλο μέτρο που θα ήταν «λιγότερο ασυμβίβαστο» με τη ΓΣΔΕ κατά την έννοια της νομολογίας ΓΣΔΕ (96).
122. Η μεν Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαίτηση εναλλακτικών μεθόδων επικυρωμένων σε επίπεδο ΟΟΣΑ θα ήταν τέτοιο μέτρο, είναι όμως σαφές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης γνώριζε τη δυνατότητα αυτή και την απέρριψε για βάσιμους λόγους ως ανεπαρκώς αποτελεσματική για την επίτευξη του στόχου της οδηγίας. Συγκεκριμένα, στην πρόταση του 2000 η Επιτροπή τόνισε την ανάγκη επικυρώσεως των εναλλακτικών μεθόδων σε κοινοτικό επίπεδο:
«Η Επιτροπή οφείλει μεν να προσπαθήσει να πείσει τον ΟΟΣΑ να δεχθεί εναλλακτικές μεθόδους επικυρωμένες από το ECVAM, η πείρα όμως έδειξε ότι συχνά απαιτήθηκε διάστημα επτά ετών για να γίνει αποδεκτή από τα μέλη του ΟΟΣΑ μια υπάρχουσα μέθοδος. Αφού η κατάσταση είναι τέτοια και λόγω της ηθικής σημασίας της καλής διαβίωσης των ζώων δεν μπορούμε να αναμένουμε την έγκριση αυτή του ΟΟΣΑ. Απαιτείται δράση σε κοινοτικό επίπεδο δεδομένου ότι υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι που έχουν επικυρωθεί ή εγκριθεί ως επιστημονικά έγκυρες από τον ECVAM και έχουν εγκριθεί από τη συμβουλευτική επιστημονική επιτροπή του ECVAM. Συνεπώς, στην πρόταση οδηγίας προτείνεται μια νέα προσέγγιση κατά την έννοια ότι η κανονιστική έγκριση σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα αρκεί για να καταστήσει δυνατή την κατάρτιση νομοθετικών προτάσεων περί πειραμάτων για καλλυντικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
123. Για παρόμοιους λόγους είμαι της γνώμης ότι η απαίτηση της έγκρισης σε επίπεδο ΕΕ πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου ΧΧ καθότι δεν συνιστά μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διάκρισης ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του διεθνούς εμπορίου. Κατά τούτο και αντίθετα με την άποψη της Γαλλικής Κυβέρνησης η παρούσα θέση διακρίνεται κατά τη γνώμη μου από την υπόθεση Shrimp στην οποία το Appellate Body (τμήμα εφέσεων) έκρινε ότι η απαίτηση έναντι άλλων χωρών να υιοθετήσουν συγκεκριμένο κανονιστικό πρόγραμμα στην ουσία ίδιο με αυτό του μέλους, χωρίς να εξετάσουν αν είναι σκόπιμο εν όψει των συνθηκών στις χώρες αυτές ισοδυναμεί με αυθαίρετη και αδικαιολόγητη διάκριση (97). Στην υπό κρίση υπόθεση όμως η απαίτηση της εγκρίσεως σε επίπεδο ΕΕ υιοθετήθηκε, όπως εξήγησα ανωτέρω, καλόπιστα, αποτελούσε κατά την άποψη του κοινοτικού νομοθέτη το μόνο μέσο αποτελεσματικής επιδιώξεως του στόχου της οδηγίας της προστασίας των ζώων και είχε τον ρητό στόχο να μεγιστοποιηθεί η έγκριση σε επίπεδο ΟΟΣΑ των εναλλακτικών μεθόδων που εγκρίνονται σε επίπεδο ΕΕ (98).
124. Για τους λόγους αυτούς, τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβέρνησης περί ασυμβιβάστου με τη ΓΣΔΕ πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν.
VI – Πρόταση
125. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας περί ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/15/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, στο μέτρο που παρεμβάλλει το άρθρο 4α στην οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τα καλλυντικά προϊόντα·
2) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία 2003/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ 2003, L 66, σ. 26).
3 – Οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145).
4 – Οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την έκτη τροποποίηση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τα καλλυντικά (ΕΕ 1993, L 151, σ. 32). Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/768 όπως τροποποιήθηκε όριζε ότι «[ε]άν δεν έχει σημειωθεί επαρκής πρόοδος στην ανάπτυξη ικανοποιητικών μεθόδων που να μπορούν να υποκαταστήσουν τα πειράματα σε ζώα, ιδίως στις περιπτώσεις που για τις εναλλακτικές μεθόδους πειραμάτων, παρ' όλες τις εύλογες προσπάθειες, δεν υπάρχει επιστημονική επικύρωση ότι παρέχουν ισοδύναμη προστασία για τον καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ και τις δοκιμές τοξικότητας η Επιτροπή παρουσιάζει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997 σχέδιο μέτρων για την αναβολή της ημερομηνίας θέσης σε εφαρμογή της παρούσας διάταξης για επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο δεν πρέπει να είναι μικρότερο από δύο έτη […]».
5 – Οδηγία 97/18/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Απριλίου 1997, για τη μετάθεση της ημερομηνίας έναρξης της απαγόρευσης των πειραμάτων σε ζώα για συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών καλλυντικών προϊόντων (ΕΕ 1997, L 114, σ. 43)· οδηγία 2000/41/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 2000, για τη δεύτερη μετάθεση της ημερομηνίας έναρξης της απαγόρευσης των πειραμάτων σε ζώα για συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών καλλυντικών προϊόντων (ΕΕ 2000, L 145, σ. 25).
6 – Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την έβδομη τροποποίηση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τα καλλυντικά προϊόντα, COM(2000) 189.
7 – Κοινή θέση (ΕΚ) 29/2002, της 14ης Φεβρουαρίου 2002, που υιοθέτησε το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με προοπτική την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ 2002, C 113 E/06).
8 – Ψήφισμα για δεύτερη ανάγνωση της κοινής θέσης που υιοθέτησε το Συμβούλιο με προοπτική την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου (PE 232.072/DEF).
9 – COM(2002) 435(01).
10 – Αναφορά επί του κοινού κειμένου που ενέκρινε η επιτροπή συνδιαλλαγής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τα καλλυντικά προϊόντα [PE-CONS 3668/2002 – C5-0557/2002 – 2000/0077(COD)].
11 – Η παράγραφος 3 του άρθρου 4α ορίζει το «τελικό καλλυντικό προϊόν» ως το καλλυντικό προϊόν στην τελική του σύνθεση όπως κυκλοφορεί στην αγορά και διατίθεται στον τελικό καταναλωτή ή το πρωτότυπό του (που ορίζεται ως το πρώτο υπόδειγμα ή σχέδιο μη παραγόμενο σε σειρά από το οποίο αντιγράφεται ή αναπτύσσεται τελικά το τελικό καλλυντικό προϊόν).
12 – Το άρθρο 4α ορίζει ότι το παράρτημα IX της οδηγίας 2003/15 θα καταρτιστεί από την Επιτροπή το αργότερο στις 11 Σεπτεμβρίου 2004 σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 10, παράγραφος 2, και κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιστημονική επιτροπή για τα καλλυντικά προϊόντα και τα μη εδώδιμα προϊόντα (SNCCFP). Βλ. οδηγία 2004/94/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2004, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά το παράρτημα IX (ΕΕ 2004, L 294, σ. 28).
13 – Βλ. έγγραφο εργασίας της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2004, SEC(2004) 1210, χρονοδιαγράμματα για την κατάργηση των δοκιμών σε ζώα στο πλαίσιο της έβδομης τροποποίησης της οδηγίας περί καλλυντικών (οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου).
14 – Άρθρο 4α, παράγραφος 2.1.
15 – Βλ. άρθρο 9 της οδηγίας 76/768, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 9, της οδηγίας 2003/15, κατά το οποίο αυτές οι ετήσιες εκθέσεις καλύπτουν επίσης την πρόοδο που σημειώνει η Επιτροπή στις προσπάθειές της να επιτύχει την έγκριση από τον ΟΟΣΑ επικυρωμένων εναλλακτικών μεθόδων σε κοινοτικό επίπεδο και την αναγνώριση από κράτη μη μέλη των αποτελεσμάτων των δοκιμών ασφαλείας που διεξάγονται στην Κοινότητα με την εφαρμογή εναλλακτικών μεθόδων ιδίως στο πλαίσιο της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και των χωρών αυτών· καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι ειδικές ανάγκες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
16 – Η παράγραφος 2.4 του άρθρου 4α ορίζει ότι η άδεια αυτή «καθορίζει τους όρους που συνδέονται με την παρέκκλιση όσον αφορά τους συγκεκριμένους στόχους, τη διάρκεια και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τα αποτελέσματα. Η παρέκκλιση επιτρέπεται μόνον εφόσον: α) το συστατικό χρησιμοποιείται ευρέως και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από άλλο συστατικό με παρόμοια λειτουργία· β) το συγκεκριμένο πρόβλημα στην ανθρώπινη υγεία τεκμηριώνεται και η ανάγκη διεξαγωγής δοκιμών σε ζώα αιτιολογείται, με στοιχεία αναλυτικού ερευνητικού πρωτοκόλλου το οποίο προτείνεται ως βάση για την αξιολόγηση.
17 – Άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/15.
18 – Άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/15 (που παρεμβάλει το άρθρο 4β στην οδηγία 76/768).
19 – Άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2003/15. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/15, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν «όλα τα απαραίτητα μέτρα» προκειμένου να διασφαλίσουν ότι από τις 11 Μαρτίου 2005 τόσο οι κατασκευαστές όσο και οι εισαγωγείς που έχουν εγκατασταθεί στην Κοινότητα δεν θέτουν σε κυκλοφορία καλλυντικά προϊόντα που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις αυτές.
20 – Πάντως για λόγους ασφάλειας δικαίου η οδηγία προβλέπει αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1 το οποίο απαλείφει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο θ΄, της οδηγίας 76/768 (δηλαδή την προθεσμία της 30ής Ιουνίου 2002 για την απαγόρευση των δοκιμών σε ζώα για καλλυντικά.
21 – Οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών των σχετικών με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς (ΕΕ 1986, L 358, σ. 1).
22 – Βλ., π.χ., Appellate Body report in EC‑Asbestos, WT/DS135/AB/R, 2001, της 5ης Απριλίου 2001.
23 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I-8419).
24 – Βλ., π.χ. απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, υπόθεση C-200/96, Metronome Musik(Συλλογή 1998, σ. I-1953, σκέψη 21).
25 – Απόφαση της 11ης Σπτεμβρίου 2002, υπόθεση T-13/99, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II-3305).
26 – Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, υπόθεση C-149/96, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-8395).
27 – Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, υπόθεση C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I-3989).
28 – Βλ., π.χ., Appellate Body report in Korea‑Various Measures on Beef, WT/DS161/AB/R, WT/DS169/AB/R, της 10ης Ιανουαρίου 2001.
29 – Βλ. Appellate Body report στην υπόθεση US‑Shrimp, WT/DS58/AB/R, της 6ης Νοεμβρίου 1998.
30 – Βλ. σημείο 53, κατωτέρω.
31 – Το Συμβούλιο παραπέμπει συναφώς στην παράγραφο 10 του προοιμίου της οδηγίας.
32 – Το Κοινοβούλιο παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Kali und Salz) (Συλλογή 1998, σ. I-1375).
33 – Βλ. αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 17/74, Transocean Marine Paint (Συλλογή τόμος 1974, σ. 441, σκέψη 21), Kali und Salz, προπαρετεθείσα στην υποσημείωση 32 ανωτέρω, σκέψη 256, και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, υπόθεση C-29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-11221, σκέψη 45).
34 – Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, υπόθεση C-239/01 (Συλλογή 2003, σ. I-10333).
35 – Όπ.π., σκέψη 34.
36 – Όπ.π., σκέψη 37.
37 – Άρθρο 10 του επίδικου κανονισμού.
38 – Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34 ανωτέρω, σκέψη 37.
39 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, υπόθεση C-376/98 (Συλλογή 2000, σ. I-8419).
40 – Ιδίως, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1966, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 56 &58/64, Consten and Grundig (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363), και της 21ης Οκτωβρίου 1974, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33 ανωτέρω.
41 – Σημείο 122.
42 – Σημείο 128.
43 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33 ανωτέρω.
44 – Σκέψη 46.
45 – Βλ. υποσημείωση 33 ανωτέρω.
46 – Σημείο 75.
47 – Η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη διάθεση στο εμπόριο καλλυντικών προϊόντων που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα από 30 Ιουνίου 2002: βλ. σημείο 3 ανωτέρω.
48 – Les Cahiers du Conseil Constitutionnel, No 11/2001, σ. 98.
49 – Δηλαδή, η αντίληψη ότι η πλειονότητα των δυνατών ερμηνειών του νόμου οφείλεται στην ενδογενή αοριστία της ίδιας της γλώσσας. Βλ. π.χ. Ronald Dworkin, 1986, Law’s Empire, Fontana Press, London.
50 – Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70)· κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33)· οδηγία 2004/38/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το δικαίωμα των υπηκόων της Ένωσης και των μελών της οικογενείας τους να διακινούνται και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/EΟΚ, 68/360/EΟΚ, 72/194/EΟΚ, 73/148/EΟΚ, 75/34/EΟΚ, 75/35/EΟΚ, 90/364/EΟΚ, 90/365/EΟΚ και 93/96/EΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77).
51 – Βλ. π.χ. αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, υπόθεση 325/85, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5041), και της 22ας Ιανουαρίου 1997, υπόθεση T-115/94, Opel Austria (Συλλογή 1997, σ. ΙI-39, σκέψη 124 και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
52 – Βλ. π.χ. τη νομολογία του Δικαστηρίου στην οποία η αρχή της ασφάλειας δικαίου χαρακτηρίστηκε ως παράγων που ωθεί προς μια συγκεκριμένη ερμηνεία, απόφαση της 9ης Ιουλίου 1981, υπόθεση 169/80 Administration des douanesκατά Société anonymeGrondrand Frères(Συλλογή 1981, σ. 1931) (η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει να ενταχθούν τα συγκεκριμένα προϊόντα σε συγκεκριμένη διάκριση του κοινού δασμολογίου)· υπόθεση 325/85, Irelandκατά Commission, υποσημείωση 51 ανωτέρω (η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει να μην θεωρούνται ως κοινοτικοί κανόνες η μονομερής πρόταση της Επιτροπής προς την Ιρλανδία σχετικά με τις ποσοστώσεις αλιείας)· απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, υπόθεση 257/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 3249) (η νομικώς αβέβαιη φύση ιταλικών διατάξεων σήμαινε ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν κατά τρόπο αντιβαίνοντα στο κοινοτικό δίκαιο)· απόφαση της 16ης Ιουνίου 1993, υπόθεση C-325/91, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. 3283) (η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει κάθε διάταξη κοινοτικού δικαίου να αντλεί τη δεσμευτικότητά της από τη νομική βάση της).
53 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, υπόθεση C-377/98 (Συλλογή 2001, σ. Ι-7079).
54 – Σημεία 87 έως 88. Η προσφυγή απορρίφθηκε.
55 – Σπάνιο παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης είναι η υπόθεση Opel Austria στην οποία η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση κανονισμού του Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 1993 που καθόρισε σε ποσοστό 4,9 % τους δασμούς για ορισμένα κιβώτια ταχυτήτων που παρήγε η προσφεύγουσα για τον λόγο μεταξύ άλλων ότι η ρύθμιση αυτή αντέβαινε στη Συμφωνία ΕΟΧ που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994 και απαγορεύει τους εισαγωγικούς δασμούς και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εκδίδοντας τον προσβαλλόμενο κανονισμό, «το Συμβούλιο εν γνώσει του δημιούργησε κατάσταση στην οποία, από τον Ιανουάριο του 1994, συνυπήρχαν δύο αντιφατικοί κανόνες δικαίου. Επομένως, ο επίδικος κανονισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βεβαία κοινοτική νομοθεσία η δε εφαρμογή του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενη να προβληθεί από τα υποκείμενα δικαίου». Ο κανονισμός ακυρώθηκε. Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1997, Τ-115/94, Opel Austria, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 50 ανωτέρω, σκέψη 125.
56 – Βλ., π.χ. την πρόταση της Επιτροπής για την οδηγία, υποσημείωση 6 ανωτέρω, παράγραφος 2.4 που αναφέρει ότι «[γ]ια να βελτιωθεί η πληροφόρηση του καταναλωτή η πρόταση αυτή προβλέπει επίσης τη δυνατότητα του κατασκευαστή ή του υπευθύνου για τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά να επισημάνει ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί πειράματα σε ζώα (αμέσως ή εμμέσως). Ωστόσο, για να αποφευχθεί η κατάχρηση τέτοιων δηλώσεων η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη θα καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές που θα καθορίζουν τη χρήση τους. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές θα περιλαμβάνουν αναγκαστικά συγκεκριμένες διατάξεις που θα απαιτούν το τελικό προϊόν και τα συστατικά του να μην έχουν δοκιμαστεί σε ζώα ούτε και για σκοπούς που βρίσκονται εκτός πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής».
57 – Το άρθρο αυτό ορίζει ότι «στοιχεία σχετικά με οιεσδήποτε δοκιμές σε ζώα που διεξήχθησαν από τον κατασκευαστή, τους αντιπροσώπους ή τους προμηθευτές του με σκοπό την ανάπτυξη ή την αξιολόγηση της ασφάλειας του προϊόντος ή των συστατικών του, συμπεριλαμβανομένων οιωνδήποτε δοκιμών σε ζώα που πραγματοποιήθηκαν σε συμμόρφωση με νομοθετικές ή κανονιστικές απαιτήσεις χωρών που δεν είναι μέλη» πρέπει για λόγους ελέγχου να καθίστανται εύκολα προσιτές στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών από τον κατασκευαστή ή τον αντιπρόσωπό του ή το πρόσωπο κατά παραγγελία του οποίου παρασκευάζεται το καλλυντικό ή άλλο πρόσωπο υπεύθυνο για τη διάθεση του εισαγομένου καλλυντικού στην αγορά της Κοινότητας.
58 – Βλ. επίσης την πρόταση της Επιτροπής για την οδηγία, υποσημείωση 6 ανωτέρω, παράγραφος 1.2.3: «Το τρέχον άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο θ΄, διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απαγορεύσουν τη διάθεση στο εμπόριο καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν συστατικά τα οποία δοκιμάστηκαν σε ζώα μετά τις 30 Ιουνίου 2000, ανεξαρτήτως του αν τα προϊόντα αυτά παρασκευάζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή εισάγονται από τρίτες χώρες».
59 – Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2004, υπόθεσηC-434/02, Arnold André (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 45)· της 10ης Δεκεμβρίου 2002, υπόθεση C-491/01, BAT (Συλλογή 2002, σ. I-11453, σκέψη 122). Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, υπόθεση 137/85, Maizena (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 15)· απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1999, υπόθεση C-339/92, ADM Ölmühlen (Συλλογή 1993, σ. I-6473, σκέψη 15), και της 11ης Ιουλίου 2002, υπόθεση C-210/00, Käserei Champignon Hofmeister (Συλλογή 2002, σ. I-6453, σκέψη 59).
60 – Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-331/88, Fedesa (Συλλογή 1990, σ. 4023, σκέψη 13). Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 16ης Δεκεμβρίου 2004, υπόθεση C-110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σημείο 71· απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, υπόθεση C-15/00, Επιτροπή κατά EΤΕ (Συλλογή 2003, σ. I-7281)· απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 ανωτέρω· απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 ανωτέρω· απόφαση στην υπόθεση 122/78, Buitoni, σκέψη 1, Συλλογή 1979/Ι, σ. 341.
61 – Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση BAT, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 ανωτέρω, σημείο 225.
62 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 ανωτέρω, σκέψη 46· απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, υποσημείωση 59 ανωτέρω, σκέψη 123. Βλ. ομοίως αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1996, υπόθεση C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-5755, σκέψη 58)· της 13ης Μαΐου 1998, υπόθεση C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-2405, σκέψεις 55 και 56), της 5ης Μαΐου 1998, της 5ης Μαΐου 1998, υπόθεση C-157/96, National Farmers’Union κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-2211, σκέψη 61)· και της 13ης Νοεμβρίου 1991, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 60 ανωτέρω, σκέψη 14.
63 – Βλ., π.χ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 60 ανωτέρω, σκέψη 14· και απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, υπόθεση C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 89).
64 – Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση από τον λόγο που επιβάλλει τον περιορισμένο δικαστικό έλεγχο των διοικητικών αποφάσεων της Επιτροπής που είναι το περίπλοκον της οικονομικής και τεχνικής ανάλυσης που προηγείται της πράξης.
65 – Βλ., π.χ. απόφαση της 23ης Αυγούστου 1986, υπόθεση 294/83, Parti Ecologiste«Les Verts» κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 1339)· απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I‑4529).
66 – Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι πραγματοποιήθηκαν οκτώ τριμερείς συναντήσεις μεταξύ COREPER, εκπροσώπων του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβασμός: βλ. παράγραφο 10 ανωτέρω.
67 – Βλ. επίσης την πρόταση του Κοινοβουλίου για τροποποίηση της οδηγίας στη δεύτερη ανάγνωση, υποσημείωση 8 ανωτέρω, παράγραφος 12: «Η κοινή γνώμη απαιτεί να απαγορευθούν τα πειράματα σε ζώα για καλλυντικά προϊόντα».
68 – Επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Δικαστήριο με την οποία το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε την επιθυμία του να αναπτύξει παρατηρήσεις κατά την προφορική διαδικασία.
69 – Έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
70 – Βλ. σημείο 22 ανωτέρω.
71 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, υπόθεση C-189/01, Jippes (Συλλογή 2001, σ. I-5689).
72 – Σκέψη 85.
73 – Η πρόταση της Επιτροπής, λόγου χάρη, για την οδηγία, υποσημείωση 6 ανωτέρω, παράγραφος 2.3, διατυπώνει διαφορετική άποψη: «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να δεχθεί στοιχεία από μελέτες που διενεργήθηκαν επί ζώων τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογητικά στοιχεία για καλλυντικά προϊόντα/συστατικά. Οι μελέτες αυτές έχουν διεξαχθεί κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας τρίτων χωρών εν πάση περιπτώσει. Η αμοιβαία αναγνώριση αποτελεί το κλειδί για την προσέγγιση –δεν θα ήταν σκόπιμο να απαιτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση την επανάληψη ενός πειράματος με εναλλακτική μέθοδο καθόσον αυτό θα αποτελούσε εμπόδιο στο εμπόριο και μπορεί να επηρεάσει ενδεχόμενη ευνοϊκή θέση όσον αφορά την αποδοχή των ευρωπαϊκών στοιχείων in vitro. Η προσέγγιση αυτή προλαμβάνει εξάλλου τις επικρίσεις ότι τα νέα συνάδοντα προς το εμπόριο νομοθετικά μέτρα σχετικά με τα πειράματα σε ζώα στον τομέα των καλλυντικών απλώς «εξάγουν» το πρόβλημα. Πρόκειται αντιθέτως για γνήσια πρωτοβουλία που θα οδηγήσει στη νομοθετική αποδοχή εναλλακτικών μεθόδων σε γενική κλίμακα».
74 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 ανωτέρω, σημείο 10.
75 – Βλ. σημείο 12 ανωτέρω.
76 – Άρθρο 4α, παράγραφος 2.4.
77 – Άρθρο 4α, παράγραφος 2.3.
78 – Άρθρο 4α, παράγραφος 2.1.
79 – Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη.
80 – Έβδομη αιτιολογική σκέψη.
81 – Βλ., π.χ., την πέμπτη αιτιολογική σκέψη που αναφέρει ότι η Επιτροπή θα καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή ιδίως από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μεθόδων που δεν χρησιμοποιούν πειράματα σε ζώα για την εκτίμηση της ασφάλειας τελικών καλλυντικών προϊόντων. Βλ. επίσης την έκθεση του Μαρτίου 2004 για την κατάρτιση χρονοδιαγράμματος σταδιακής καταργήσεως των πειραμάτων σε ζώα στο πλαίσιο της οδηγίας περί καλλυντικών προϊόντων που πραγματοποιήθηκε από ομάδα ad hoc συσταθείσα από την Επιτροπή και απαρτιζόμενη από εκπροσώπους των υπηρεσιών της Επιτροπής, εκπροσώπους της βιομηχανίας, ενώσεις προστασίας των ζώων και καταναλωτών και τον ΟΟΣΑ, στην ιστοσελίδα .
82 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 58, σημείο 100, παράθεση από την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, υπόθεση C-192/01, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2003, σ. I-9693).
83 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 ανωτέρω, σκέψη 98.
84 – Βλ. σημεία 71 έως 87 ανωτέρω.
85 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1994, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24 ανωτέρω, σκέψη 21. Βλ. επίσης απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-184/02 και C-223/02, Ισπανία και Φινλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 52)· συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-37/02 και C-38/02, Di Lenardo Adriano Srlκαι Dilexport(δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 82,).
86 – Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας Maduroστις προτάσεις του στην υπόθεση C-327/02, Lili Georgieva Panayotovaκ.λπ. κατά Minister voor Vreemdelingenzaken en Integratie –δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή– «η εξέταση της επεμβάσεως που θίγει την ουσία του δικαιώματος δεν εξαρτάται απλώς από την ανάλυση των συνεπειών του περιοριστικού μέτρου επί του ίδιου του δικαιώματος. Εξαρτάται επίσης από τον επιδιωκόμενο με το μέτρο σκοπό και από την ικανότητα του μέτρου προς επίτευξη του σκοπού αυτού. Μολονότι το κριτήριο δεν επιβάλλει την εξέταση της αναλογικότητας ή ακόμη την ύπαρξη λιγότερο περιοριστικής λύσεως από αυτό το μέτρο (αναγκαιότητα), εντούτοις απαιτεί πάντοτε την εκτίμηση του ικανού και πρόσφορου χαρακτήρα των σκοπών και των μέσων». Σημείο 43 των προτάσεων της 19ης Φεβρουαρίου 2004, υπόθεση C-327/02 (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2004).
87 – Βλ. σημεία 88 έως 105 ανωτέρω.
88 – Βλ. αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 ανωτέρω, σκέψη 47· απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-300/98 και C-392/98, Dior (Συλλογή 2000, σ. I‑11307, σκέψη 43).
89 – Βλ. αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1991, υπόθεση C-69/89, Nakajimaκατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. 2069, σκέψη 31), και της 23ης Νοεμβρίου 1999, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 ανωτέρω, σκέψη 49.
90 – Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27 ανωτέρω, σκέψη 52.
91 – Όπ.π..
92 – Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2004, υπόθεση C-245/02, Anheuser-Busch(δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 42)· βλ. επίσης αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1998, υπόθεση C-53/96, Hermès International(Συλλογή 1998, σ. I-3603), και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 88 ανωτέρω.
93 – Άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.
94 – Βλ. τις αρχές που διατυπώνονται στο Appellate Body report Japan-Alcoholic Beverages II, WT/DS8/AB/R, WT/DS11/AB/R, της 1ης Νοεμβρίου 1996 και Appellate Body report EC-Asbestos, υποσημείωση 22 ανωτέρω.
95 – Βλ. περαιτέρω Appellate Body reports Korea – Various Measures on Beef, υποσημείωση 8 ανωτέρω, σκέψη 142 που δίνει την οδηγία στα αρμόδια όργανα να αναζητήσουν «τη βασική επίδραση και το αποτέλεσμα του μέτρου»· US‑FSC (άρθρο 21.5-ΕΚ), WT/DS108/AB/RW, της 29ης Ιανουαρίου 2002, σκέψη 215. Περίπτωση μέτρου αδιακρίτως εφαρμοζόμενου που κρίθηκε ότι αντιβαίνει στο άρθρο III.4, βλ. την εισήγηση στην υπόθεση Canada‑Provincial Liquor Boards (US), BISD 39S/27, της 18ης Φεβρουαρίου 1992.
96 – Βλ. π.χ. Appellate Body report στην υπόθεση Korea-Various Measures on Beef, υποσημείωση 28 ανωτέρω.
97 – Στην υπόθεση εκείνη οι ΗΠΑ υποχρέωσαν τα μέλη να υιοθετήσουν το ίδιο κανονιστικό πρόγραμμα για την προστασία της χελώνας, για να μπορούν να εξαγάγουν γαρίδες στις ΗΠΑ· έκθεση του Appellate Bodyστην υπόθεση United States-απαγόρευση εισαγωγών ορισμένων γαρίδων και προϊόντων γαρίδων, υποσημείωση 29 ανωτέρω.
98 – Βλ. π.χ. την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 4α που περιλαμβάνει για κάθε σκέλος της απαγόρευσης τη φράση «λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάπτυξης επικυρωμένων μεθόδων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ»· άρθρο 1, παράγραφος 9, της οδηγίας που προβλέπει ότι η ετήσια έκθεση της Επιτροπής περιλαμβάνει τα της προόδου που πραγματοποίησε η Επιτροπή στις προσπάθειές της να επιτύχει την εκ μέρους του ΟΟΣΑ αποδοχή εναλλακτικών μεθόδων επικυρωμένων σε κοινοτικό επίπεδο και την αναγνώριση από χώρες που δεν είναι μέλη των αποτελεσμάτων των δοκιμών ασφαλείας που διενεργούνται στην Κοινότητα με τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων ιδίως στο πλαίσιο των συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και αυτών των χωρών· άρθρο 1, παράγραφος 10, της οδηγίας που ορίζει ότι η αναγνώριση εναλλακτικών μεθόδων που έχουν αναπτυχθεί στην Κοινότητα από τρίτες χώρες πρέπει να προωθηθεί και ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν την έγκριση των μεθόδων αυτών από τον ΟΟΣΑ.
Full & Egal Universal Law Academy