ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-254/03 P
Eduardo Vieira SA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Αλιεία – Συμφωνία ΕΟΚ-Αργεντινής – Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή – Μείωση – Ασφάλεια δικαίου – Ανωτέρα βία – Υποχρέωση ενημέρωσης και εντιμότητας»
1. Στην παρούσα υπόθεση, η ισπανική εταιρία Eduardo Vieira SA (στο εξής: SAEV ή αναιρεσείουσα), ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Απριλίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-44/01, T-119/01 και T-126/01, Eduardo Vieira κ.λπ. κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (2), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της εταιρίας αυτής που είχε ως αίτημα την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 19ης Μαρτίου 2001 να μειώσει τη χρηματοδοτική συνδρομή που είχε χορηγηθεί για το σχέδιο ARG/ESP/SM/26-94 ενόψει της συστάσεως μικτής εταιρίας στα πλαίσια της συμφωνίας για τις σχέσεις που αφορούν τη θαλάσσια αλιεία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αργεντινής (3) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής) (4).
I – Νομικό πλαίσιο
Η συμφωνία αλιείας ΕΟΚ-Αργεντινής
2. Η πρώτη νομική πράξη που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι η συμφωνία για τις σχέσεις που αφορούν τη θαλάσσια αλιεία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αργεντινής (στο εξής: «συμφωνία για την αλιεία» ή απλώς «συμφωνία»), η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3447/93 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1993 (στο εξής: κανονισμός 3447/93) (5).
3. Οι σκοποί της συμφωνίας αυτής εκτίθενται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, που ορίζει τα εξής:
«Τα μέρη δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη σύσταση στην Αργεντινή επιχειρήσεων με κεφάλαιο προέλευσης ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Κοινότητας και για την ίδρυση μικτών εταιριών και προσωρινών ενώσεων επιχειρήσεων στον τομέα της αλιείας μεταξύ εφοπλιστών της Αργεντινής και της Κοινότητας με σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση και, κατά περίπτωση, μεταποίηση των αλιευτικών πόρων της Αργεντινής, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο Ι και στα παραρτήματα Ι και ΙΙ.»
4. Το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της συμφωνίας ορίζει τη «μικτή εταιρία» ως «μια εταιρία ιδιωτικού δικαίου, που έχει συσταθεί από έναν ή περισσότερους κοινοτικούς εφοπλιστές και ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα της Αργεντινής, τα οποία συνδέονται με σύμβαση μικτής εταιρίας, με σκοπό την εκμετάλλευση και, κατά περίπτωση, τη μεταποίηση των αλιευτικών πόρων της Αργεντινής και τον κατά προτεραιότητα εφοδιασμό της αγοράς της Κοινότητας».
5. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, η σύσταση μικτής εταιρίας συνεπάγεται, καταρχήν, τη μεταβίβαση κοινοτικού αλιευτικού πλοίου σε αργεντινή επιχείρηση και τη συνακόλουθη διαγραφή του πλοίου αυτού από το κοινοτικό νηολόγιο.
6. Τα άρθρα 6 και 7 της συμφωνίας για την αλιεία προβλέπουν μηχανισμό επιλογής των σχεδίων συστάσεως μικτών εταιριών για τα οποία ενδείκνυται η χορήγηση κοινοτικής οικονομικής συνδρομής. Αποφασιστικό ρόλο έχει εν προκειμένω η μικτή επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 10 της συμφωνίας (στο εξής: μικτή επιτροπή), στην οποία ανατίθεται, μεταξύ άλλων, να αξιολογεί τα σχέδια για τη σύσταση μικτών εταιριών (πέμπτη περίπτωση), να προτείνει τα σχέδια που πρόκειται να λάβουν ενίσχυση (έκτη περίπτωση) και «να ελέγχει την ορθή διαχείριση των σχεδίων και να επιβλέπει τη χρησιμοποίηση των οικονομικών ενισχύσεων που αποσκοπούν στην προώθηση τους και αναφέρονται στο άρθρο 7 […]» (όγδοη περίπτωση).
7. Ο μηχανισμός επιλογής των προς χρηματοδότηση σχεδίων ρυθμίζεται από ορισμένα παραρτήματα και πρωτόκολλα της συμφωνίας, στα οποία παραπέμπουν τα προαναφερθέντα άρθρα 6 και 7. Ειδικότερα, το παράρτημα ΙΙΙ της συμφωνίας (το οποίο επιγράφεται «Τρόποι και κριτήρια επιλογής των σχεδίων») διευκρινίζει ότι τα σχέδια υποβάλλονται στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέσω των κρατών μελών, «σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες» (παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2). Στη συνέχεια η Κοινότητα διαβιβάζει στην προαναφερθείσα μικτή επιτροπή τον κατάλογο των σχεδίων που θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν και η επιτροπή αυτή, αφού τα αξιολογήσει, εισηγείται στις αρμόδιες αργεντινές και κοινοτικές αρχές την έγκριση των σχεδίων που ενδείκνυται να χρηματοδοτηθούν (παράρτημα ΙΙΙ, σημεία 3, 4 και 5).
8. Η χορήγηση των χρηματοδοτικών συνδρομών για τα εγκεκριμένα σχέδια ρυθμίζεται, αντίθετα, από το πρωτόκολλο Ι της συμφωνίας, και συγκεκριμένα από τον τίτλο «Δυνατότητες αλιείας και οικονομική συνδρομή που προβλέπονται στη συμφωνία μεταξύ της Αργεντινής και της Κοινότητας για τις σχέσεις που αφορούν τη θαλάσσια αλιεία». Ο τίτλος αυτός προβλέπει δύο είδη χρηματοδότησης, από τα οποία το πρώτο αφορά τον κοινοτικό εφοπλιστή και το δεύτερο τη μικτή εταιρία.
9. Ειδικότερα, το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αυτού ορίζει τα εξής:
«1. […] η Κοινότητα χορηγεί οικονομική ενίσχυση για τη σύσταση των μικτών εταιριών [...]. Αυτή η οικονομική ενίσχυση [...] προορίζεται για τον κοινοτικό εφοπλιστή και αποσκοπεί να καλύψει μέρος της οικονομικής του συμμετοχής για τη σύσταση μικτής εταιρίας [...] ή/και για τη διαγραφή των αντίστοιχων πλοίων από το κοινοτικό νηολόγιο.
2. Για να ενθαρρυνθεί η σύσταση και η ανάπτυξη μικτών εταιριών, η Κοινότητα χορηγεί στη μικτή εταιρία που είναι εγκατεστημένη στην Αργεντινή οικονομική συνδρομή ίση με το 15 % του ποσού που καταβλήθηκε στον κοινοτικό εφοπλιστή. Αυτή η οικονομική ενίσχυση, που χορηγείται ως κεφάλαιο εκμετάλλευσης, καταβάλλεται από την Κοινότητα στην αρμόδια αρχή της Αργεντινής, η οποία καθορίζει τους όρους σχετικά με τη διάθεση και τη διαχείρισή της.
Η Αργεντινή ενημερώνει τη μικτή επιτροπή για τη χρησιμοποίηση των ποσών αυτών.
[…]
4. Οι διατάξεις σχετικά με τη διαδικασία της αίτησης και με τον τρόπο καταβολής της κοινοτικής ενίσχυσης στον κοινοτικό εφοπλιστή, που προβλέπονται στην παράγραφο 1, πρέπει να είναι εναρμονισμένες με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας […]».
Η κοινοτική ρύθμιση που διέπει τις μικτές εταιρίες στον τομέα της αλιείας
10. Πέρα από το νομικό πλαίσιο που δημιούργησαν η συμφωνία αλιείας και τα παραρτήματα της, στην παρούσα υπόθεση σημασία έχουν ορισμένοι κοινοτικοί κανονισμοί που καθορίζουν τις γενικές προϋποθέσεις της παρέμβασης της Κοινότητας στον τομέα της αλιείας.
11. Ιδιαίτερη σημασία για την προκείμενη υπόθεση έχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (στο εξής: κανονισμός 4253/88») (6).
12. Το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, «αν η εκτέλεση ενεργείας ή μέτρου δικαιολογεί τμήμα μόνο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε εξέταση της περιπτώσεως» (παράγραφος 1), μετά από την οποία «μπορεί να μειώσει ή αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω ενέργεια ή μέτρο, αν επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει αντικανονικότητα και, ιδίως, σημαντική αλλαγή της φύσης ή των συνθηκών εκτέλεσης της ενέργειας ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής» (παράγραφος 2).
13. Ενδείκνυται επίσης να αναφερθεί ο κανονισμός (ΕΚ) 3699/93 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1993, περί καθορισμού των κριτηρίων και όρων των κοινοτικών παρεμβάσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα στον τομέα της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της μεταποίησης και εμπορίας των προϊόντων τους (στο εξής: κανονισμός 3699/93) (7).
14. Περιοριζόμενος μόνο σε ό,τι ενδιαφέρει εν προκειμένω, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα που αποτελούν κίνητρα για τη διάλυση των σκαφών, την οριστική μεταφορά τους προς μια τρίτη χώρα ή τον οριστικό αναπροσανατολισμό τους προς εργασίες άλλες πλην της αλιείας, ενώ το άρθρο 9 προβλέπει τη θέσπιση κινήτρων για τη σύσταση μικτών εταιριών.
15. Το παράρτημα IV καθορίζει τα ανώτατα όρια των πριμοδοτήσεων που μπορούν να καταβάλλονται βάσει των άρθρων 8 και 9 του κανονισμού. Ειδικότερα, το σημείο 1.1, στοιχείο α΄, προβλέπει ότι οι πριμοδοτήσεις για τη διάλυση και οι πριμοδοτήσεις για τη σύσταση μικτών εταιρειών δεν μπορούν να υπερβαίνουν ένα ποσό που υπολογίζεται, με βάση τα χαρακτηριστικά του πλοίου που διαλύεται ή μεταβιβάζεται, κατ’ εφαρμογή του συνημμένου πίνακα. Το στοιχείο β΄ ορίζει ότι η πριμοδότηση για την οριστική μεταφορά δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % της πριμοδοτήσεως που θα είχε χορηγηθεί για τη διάλυση του ίδιου πλοίου κατά το προηγούμενο στοιχείο α΄.
16. Τέλος, θα ήθελα να υπενθυμίσω τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (στο εξής: κανονισμός 4028/86) (8). Μολονότι ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1994 (9) και επομένως δεν έχει εφαρμογή στα περιστατικά της προκείμενης υπόθεσης, ενδείκνυται να υπενθυμίσω μία διάταξή του στην οποία στηρίζεται ένας από τους λόγους αναιρέσεως.
17. Πρόκειται συγκεκριμένα για το άρθρο 44, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την αναστολή, τη μείωση ή την κατάργηση της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί για σχέδιο συστάσεως μικτής εταιρίας κατά τον κανονισμό, αν το σχέδιο δεν εκτελείται σύμφωνα με τις προβλέψεις. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας η Επιτροπή διαβουλεύεται με τη Μόνιμη Επιτροπή Διαρθρώσεων της Αλιείας.
II – Περιστατικά και διαδικασία
Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής και προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής
18. Στο μέρος «Ιστορικό της διαφοράς» της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται τα εξής:
«18 Στα πλαίσια της συμφωνίας για την αλιεία, η […] SAEV υπέβαλε σχέδιο για την ίδρυση μικτής εταιρίας με την επωνυμία Vieira Argentina, SA, (στο εξής: VASA), αποτελούμενη από τη SAEV και έναν εφοπλιστή της Αργεντινής. Το σχέδιο προέβλεπε την αλιεία του είδους μαύρος μπακαλιάρος. Το κοινοτικό σκάφος Ibsa Cuarto, το οποίο έλαβε μεταγενέστερα το όνομα Vieirasa XII, επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για το σχέδιο αυτό.
[…]
25 Με απόφαση της 25ης Ιουλίου 1995 (στο εξής: απόφαση περί χορηγήσεως συνδρομής της 25ης Ιουλίου 1995 [ή απλώς απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής]), η Επιτροπή ενέκρινε τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής στο σχέδιο που υπέβαλε η SAEV (σχέδιο ARG/ESP/SM/26-94) “σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τις διατάξεις της συμφωνίας [για την αλιεία] [...], από την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία και από τις διατάξεις των παραρτημάτων” (άρθρο 1).
26 Το παράρτημα Ι της αποφάσεως περί χορηγήσεως συνδρομής της 25ης Ιουλίου 1995 καθορίζει τη χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται στη SAEV, δηλαδή 1 881 936 ECU. […]
27 Το παράρτημα Ι της αποφάσεως περί χορηγήσεως συνδρομής της 25ης Ιουλίου 1995 προβλέπει ακόμη τα εξής: “Καμία τροποποίηση δεν μπορεί να επέλθει στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα χωρίς προηγούμενη άδεια των αρχών της Αργεντινής και της Επιτροπής”.
[…]
29 Στις 27 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή προέβη στην καταβολή της πρώτης δόσεως (80 %) της συνδρομής.
30 Το σκάφος Vieirasa XII εγκατέλειψε οριστικά τα ύδατα της Αργεντινής στις 5 Ιουλίου 1996, προκειμένου να αλιεύσει στα διεθνή ύδατα.
31 Η SAEV υπέβαλε αίτηση πληρωμής του υπολοίπου της συνδρομής στις 25 Φεβρουαρίου 1997.»
19. Με έγγραφο της 21ης Απριλίου 1998, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι αυτή η έξοδος του σκάφους από τα ύδατα της Αργεντινής συνιστούσε παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας για την αλιεία και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου Ι της συμφωνίας αυτής. Ο λόγος ήταν ότι έτσι γινόταν αδύνατη η προβλεπόμενη από τις παραπάνω διατάξεις εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων της Αργεντινής. Η Επιτροπή γνωστοποίησε συνεπώς στην SAEV ότι, αν η εταιρία αυτή δεν παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για την παράβαση, ήταν ενδεχόμενο να μειωθεί η συνδρομή.
20. Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε η SAEV δεν ήσαν ικανοποιητικές, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απαίτησε από την SAEV να αποδώσει το ποσό των 419 446 ευρώ (άρθρο 2). Η απόφαση αυτή πάντως δεν παρήγε αποτελέσματα ως προς τη συνδρομή που είχε χορηγηθεί για τη μικτή εταιρία VASA.
21. Με το αιτιολογικό της απόφασης η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, «δυνάμει του άρθρου 1 της [...] αποφάσεως [περί χορηγήσεως συνδρομής], η συνδρομή χορηγήθηκε σύμφωνα με τους όρους που καθορίζουν οι διατάξεις της συμφωνίας [για την αλιεία] [...], η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία και οι διατάξεις των παραρτημάτων». Ειδικότερα, η Επιτροπή επισήμανε ότι «η ίδρυση μικτών εταιριών στην Αργεντινή αποσκοπεί στην εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων της Αργεντινής» και ότι «στο σημείο 3.2.1 του μέρους Β του εντύπου της αιτήσεως κοινοτικής συνδρομής που συμπλήρωσε και υπέγραψε η [SAEV], αναφέρεται ρητώς ότι η Επιτροπή χορηγεί χρηματοδοτική συνδρομή μόνο στα σχέδια που αποσκοπούν στην εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων εντός των υδάτων που τελούν υπό την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία της εν λόγω τρίτης χώρας». Επιπλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι «από τις 5 Ιουλίου 1996 το σκάφος Ibsa Cuarto διέκοψε τις αλιευτικές του δραστηριότητες εντός της [αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, στο εξής: ΑΟΖ] της Αργεντινής και άρχισε εκ νέου να δραστηριοποιείται στα διεθνή ύδατα […], χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερώσει την Επιτροπή και χωρίς να έχει λάβει την άδειά της» (10).
22. Κατόπιν των ανωτέρω, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, «η Επιτροπή καταλήγει με το σημείο 9 της [προσβαλλόμενης] αποφάσεως […] ότι η SAEV δεν τήρησε τους όρους χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής. Προβαίνει, στη συνέχεια, στον υπολογισμό της μειώσεως της εν λόγω συνδρομής στα σημεία 10 έως 13 της αποφάσεως αυτής. Διαπιστώνει, καταρχάς, ότι η SAEV δικαιούται, κατ’ εφαρμογήν της κλίμακας που καθιερώνει ο κανονισμός 3699/93, ενισχύσεως ύψους 688 187 ευρώ λόγω της οριστικής μεταβιβάσεως του σκάφους Vieirasa XII στη μικτή εταιρία. Το υπόλοιπο της ενισχύσεως που της χορηγήθηκε με την απόφαση περί χορηγήσεως συνδρομής της 25ης Ιουλίου 1995 ανέρχεται, κατά συνέπεια, σε 1 193 749 ευρώ (1 881 936 – 688 187). Εφόσον το σκάφος Vieirasa XII δραστηριοποιήθηκε επί δώδεκα μόνο μήνες (στους 36 μήνες που προβλέπονταν) εντός των υδάτων της Αργεντινής, η Επιτροπή καταλήγει ότι η SAEV δικαιούται μόνον του ενός τρίτου του ποσού των 1 193 749 ευρώ που προβλέφθηκαν, δηλαδή 397 916 ευρώ. Επομένως, το συνολικό ύψος της μειωμένης κατά τον τρόπο αυτό συνδρομής ανέρχεται, κατά την Επιτροπή, σε 1 086 103 ευρώ (397 916 + 688 187). Η SAEV, η οποία είχε ήδη λάβει το 80 % της συνδρομής (1 505 549 ευρώ) υποχρεούται, επομένως, να επιστρέψει στην Επιτροπή 419 446 ευρώ» (11).
Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
23. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Ιουνίου 2001, η SAEV άσκησε προσφυγή με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως C(2001) 680 τελικό, της 19ης Μαρτίου 2001. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι λόγοι ακυρώσεως αφορούσαν: α) έλλειψη νομικής βάσεως ή εσφαλμένη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής (σκέψεις 79 έως 112), β) μη ύπαρξη ουσιαστικών τροποποιήσεων του σχεδίου που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μείωση της συνδρομής (σκέψεις 113 έως 135), γ) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (σκέψεις 136 έως 154), δ) εσφαλμένη εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως περί μειώσεως των οικονομικών συνδρομών (σκέψεις 155 έως 164), ε) παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας της διαδικασίας και παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου (σκέψεις 165 έως 185) και στ) παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας (σκέψεις 186 έως 190).
24. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
25. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 16 Ιουνίου 2003, η SAEV ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
26. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003 η Επιτροπή υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως κατά το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει ορισμένους λόγους αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτους και τους λοιπούς ως αβάσιμους ή, επικουρικά, να τους απορρίψει όλους ως αβάσιμους, καθώς επίσης και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
27. Δεδομένου ότι οι διάδικοι παραιτήθηκαν από την προφορική διαδικασία, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 44α του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς να προηγηθεί προφορική διαδικασία.
III – Η άποψή μου επί της υποθέσεως
28. Η SAEV προβάλλει έξι λόγους αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου ενέχει νομικά σφάλματα ως προς τα εξής σημεία: α) ως προς τη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής, β) ως προς τον ρόλο της μικτής επιτροπής και των αρχών της Αργεντινής, γ) ως προς την εφαρμογή του άρθρου 44 του κανονισμού 4028/86 κατά τη διαδικασία της μείωσης της χρηματοδοτικής συνδρομής, δ) ως προς την εφαρμογή του κανονισμού 3699/93 για τον υπολογισμό του ύψους της μείωσης της χρηματοδοτικής συνδρομής,, ε) ως προς την ανωτέρα βία και στ) ως προς την ανάγκη ύπαρξης άδειας της Επιτροπής για την απομάκρυνση από την αλιευτική ζώνη της Αργεντινής.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
29. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι, «εφόσον η χορήγηση της συνδρομής ορθώς στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό 4253/88, η Επιτροπή είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα να στηρίξει την προσβαλλόμενη απόφαση και στον κανονισμό αυτόν, και, πρωτίστως, στο άρθρο 24 αυτού» (12).
30. Σχετικά με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει ευθύς εξαρχής ένσταση απαραδέκτου, ισχυριζόμενη ότι ο λόγος αναιρέσεως επαναλαμβάνει απλώς έναν από τους λόγους ακυρώσεως που η αναιρεσείουσα είχε ήδη προβάλει πρωτοδίκως.
31. Συναφώς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο δέχεται, κατά πάγια νομολογία, ότι από τα άρθρα 225 EΚ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να «περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό» (13), εκτός αν «ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο» (14).
32. Νομίζω όμως ότι στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί μόνο την ορθότητα της ερμηνείας των διατάξεων της συμφωνίας για την αλιεία και της απόφασης για τη χορήγηση της συνδρομής στην οποία προέβη η Επιτροπή κατά τον χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και της ερμηνείας των διατάξεων αυτών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
33. Φρονώ συνεπώς ότι ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
34. Όσον αφορά την ουσία του ζητήματος, ενδείκνυται καταρχάς να υπενθυμιστεί με συντομία ο συλλογισμός που ακολούθησε το Πρωτοδικείο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 4253/88 είχε κατ’ ουσία εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση (βλ. παραπάνω σημείο 29).
35. Συναφώς το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε καταρχάς ότι η Κοινότητα, αφού είναι αρμόδια, κατά τη συμφωνία για την αλιεία, να χορηγεί χρηματοδοτική συνδρομή για τη σύσταση μικτής εταιρίας, «πρέπει επίσης να έχει αρμοδιότητα για να προβεί στη μείωση της συνδρομής αυτής, εάν οι όροι στους οποίους υπόκειται η χορήγηση της συνδρομής δεν τηρήθηκαν» (15). Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται, κατά το Πρωτοδικείο, από τις «γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, όπως η αρχή που απαγορεύει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή η αρχή που επιτρέπει τη μονομερή καταγγελία των [αμφοτεροβαρών συμβάσεων] όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του» (16).
36. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο εξέτασε αν το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, που θέτει σε εφαρμογή τις εν λόγω αρχές στον τομέα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απονέμει στην Επιτροπή συγκεκριμένη αρμοδιότητα για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (17).
37. Συναφώς, το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι η απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής στηρίζεται ρητά στον κανονισμό 3447/93 και μόνο, με τον οποίο εγκρίθηκε η συμφωνία για την αλιεία, επισήμανε ότι, «εντούτοις, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής εκθέτει ότι η συνδρομή χορηγείται “σύμφωνα με τους όρους που καθορίζουν οι διατάξεις της συμφωνίας για την αλιεία [...], η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία και οι διατάξεις των παραρτημάτων”» (18).
38. Κατά το Πρωτοδικείο, «[η] αναφορά στην “εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία” πρέπει να νοηθεί, πρωτίστως, ως παραπομπή στον κανονισμό 4253/88», καθόσον «ο κανονισμός αυτός έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής», το οποίο καλύπτει επίσης τις «διαρθρωτικές δράσεις» για τις οποίες χρησιμοποιούνται χρηματοδοτικά μέσα διαφορετικά από τα μέσα των διαρθρωτικών ταμείων. Όμως, συνεχίζει το Πρωτοδικείο, «οι χρηματοδοτικές συνδρομές που χορηγούνται για τη σύσταση μικτών εταιριών στα πλαίσια της συμφωνίας για την αλιεία έχουν διαρθρωτικό σκοπό. Πράγματι, όπως υπενθυμίζει η δεύτερη αιτιολογική σκέψη [της αποφάσεως] περί χορηγήσεως συνδρομής […], η σύσταση των μικτών εταιριών, η οποία συνεπάγεται τη μεταβίβαση κοινοτικών σκαφών και ανοίγει νέες ζώνες αλιείας στους κοινοτικούς εφοπλιστές, “ανταποκρίνεται στους στόχους της κοινοτικής διαρθρωτικής πολιτικής” στον τομέα της αλιείας» (19). Για τον λόγο αυτό, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή του κανονισμού 4253/88 στην προκείμενη υπόθεση δεν ήταν εσφαλμένη.
39. Κατά την αναιρεσείουσα, αντίθετα, το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η εν λόγω αναφορά στην «εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία» καλύπτει και τον κανονισμό 4253/88, υπέπεσε σε νομική πλάνη.
40. Η αναιρεσείουσα δέχεται ότι, βάσει μιας γενικής αρχής του δικαίου, η Επιτροπή μπορεί να μειώνει τις χρηματοδοτικές εισφορές, εφόσον δεν έχουν τηρηθεί οι αρχικώς προβλεφθέντες όροι, αλλά υποστηρίζει ότι η συμφωνία για την αλιεία δεν περιλαμβάνει καμία σχετική διάταξη και ότι ακόμη και η απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής αναφέρει ρητά μόνο τον κανονισμό 3447/93. Αφού όμως η συμφωνία για την αλιεία αποτελεί lex specialis στον οικείο τομέα, οποιαδήποτε παρέκκλιση θα έπρεπε να προβλέπεται από ρητή κανονιστική διάταξη. Επειδή δεν υπάρχει καμία τέτοια διάταξη, και μάλιστα καμία ρητή αναφορά στον κανονισμό 4253/88, ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, έστω και αν αποτελεί τον lex generalis για τις μικτές εταιρίες στον τομέα της αλιείας.
41. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να πω ότι αυτή η αντίρρηση της αναιρεσείουσας δεν με πείθει.
42. Ακόμη δηλαδή και αν γινόταν δεκτό ότι η συμφωνία για την αλιεία πρέπει να χαρακτηριστεί ως lex specialis έναντι των διατάξεων του κανονισμού 4253/88 που αφορούν τη χρηματοδότηση των διαρθρωτικών δράσεων, παραμένει το γεγονός ότι, όπως είναι γνωστό, ο ειδικός κανόνας δικαίου πρέπει να ερμηνεύεται στενά και μπορεί να παρεκκλίνει από τον γενικό, εφόσον και καθόσον μόνο ρυθμίζει ουσιαστικά και ρητά τον τομέα που έχει ως αντικείμενο. Για όλα τα υπόλοιπα ζητήματα εξακολουθεί να ισχύει ο lex generalis.
43. Στην παρούσα περίπτωση, η συμφωνία για την αλιεία όχι μόνο δεν ρυθμίζει το ζήτημα που μας απασχολεί, αλλά παραπέμπει μάλιστα, όσον αφορά «τη διαδικασία της αίτησης και […] τον τρόπο καταβολής της κοινοτικής ενίσχυσης στον κοινοτικό εφοπλιστή», στις «σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας» (πρωτόκολλο I, άρθρο 3, σημείο 4). Επιπλέον, το άρθρο 1 της απόφασης για τη χορήγηση της συνδρομής παραπέμπει και αυτό στην «εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία».
44. Αν ληφθεί επιπλέον υπόψη ότι, όπως ομολογεί η ίδια η αναιρεσείουσα, η δυνατότητα μείωσης των συνδρομών των οποίων έγινε κακή χρήση αποτελεί έκφραση μιας γενικής αρχής και ότι από κανένα στοιχείο της συμφωνίας δεν συνάγεται, ούτε καν έμμεσα, καμία παρέκκλιση από την αρχή αυτή, φρονώ ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88.
45. Στο ανωτέρω συμπέρασμα δεν θα μπορούσε άλλωστε να αντιταχθεί, πράγμα όμως που πράττει η αναιρεσείουσα, ότι η ευρεία ερμηνεία της έννοιας «εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία», την οποία δέχτηκε το Πρωτοδικείο, δημιουργεί στους αποδέκτες χρηματοδοτικών συνδρομών υπερβολική αβεβαιότητα ως προς το δίκαιο. Η επίμαχη παραπομπή δεν γίνεται σε «οποιαδήποτε ρύθμιση», όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως στις περιπτώσεις αυτές, στη νομοθεσία που ισχύει στον οικείο τομέα και στις σχετικές γενικές αρχές, δηλαδή σε παγκοίνως γνωστές διατάξεις ή, εν πάση περιπτώσει, σε διατάξεις που μπορεί να προσδιορίσει εύκολα οποιοσδήποτε επιμελής επιχειρηματίας.
46. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
47. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που έχει δύο σκέλη, η SAEV υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να διαβουλευθεί με τη μικτή επιτροπή (πρώτο σκέλος) και γενικότερα με τις αρχές της Αργεντινής (δεύτερο σκέλος) πριν να μειώσει τη συνδρομή, υπέπεσε σε νομική πλάνη.
48. Για την καλύτερη κατανόηση των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 105 και 106 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αποφάνθηκε ότι «η επιλογή και η αξιολόγηση των σχεδίων συστάσεως μικτών εταιριών εμπίπτουν στη διεθνή συνιστώσα της συμφωνίας για την αλιεία. Η σύσταση των εταιριών αυτών αποτελεί, πράγματι, μέσον της συνεργασίας μεταξύ της [Κοινότητας] και της Δημοκρατίας της Αργεντινής στον τομέα της αλιείας. […] Η επιλογή των σχεδίων καθιστά αναγκαία την αξιολόγηση στα πλαίσια της μικτής επιτροπής και την έγκριση τόσο από την [Κοινότητα] όσο και από τις αρχές της Αργεντινής.
Αντιθέτως, η χορήγηση της χρηματοοικονομικής συνδρομής στους κοινοτικούς εφοπλιστές για τα σχέδια που επελέγησαν αποτελεί μονομερή πράξη της Κοινότητας και εμπίπτει, κατά συνέπεια, στην κοινοτική συνιστώσα της συμφωνίας για την αλιεία.»
49. Στα ανωτέρω η αναιρεσείουσα αντιτείνει ότι οι δύο συνιστώσες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ίδιας συμφωνίας, η οποία έχει εγκριθεί στο σύνολό της τόσο από τις κοινοτικές όσο και από τις αργεντινές αρχές και ότι επομένως ο διαφοροποιημένος χαρακτηρισμός στον οποίο προέβη το Πρωτοδικείο είναι εσφαλμένος. Αντίθετα δηλαδή από ό,τι δέχτηκε το Πρωτοδικείο, η απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μονομερής κοινοτική πράξη, για την έκδοση της οποίας αρμόδια είναι μόνο η Επιτροπή.
50. Συναφώς διερωτώμαι καταρχάς κατά πόσον η διαφοροποίηση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο μπορεί να στηριχθεί στην ίδια τη συμφωνία. Θα ήθελα κατά πρώτον να παρατηρήσω ότι, μολονότι είναι όχι απλώς αναμφισβήτητο αλλά και προφανές ότι η συγκατάθεση όλων των μερών είναι αναγκαία για την έγκυρη σύναψη μιας διεθνούς συμφωνίας, αυτό δεν έχει καμία σχέση με την κατανομή των αρμοδιοτήτων που αφορούν την εκτέλεσή της. Το ζήτημα αν για την εκτέλεσή της είναι αναγκαία η ανάληψη κοινής δράσης από τα συμβαλλόμενα μέρη ή, αντίθετα, επιβάλλεται η πραγματοποίηση ενέργειας του ενός μέρους ή του άλλου αποτελεί όντως ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων της συμφωνίας που έχουν εφαρμογή σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
51. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση πρέπει να εξακριβωθεί αν, όσον αφορά τις διατάξεις που διέπουν τη χρηματοδότηση των κοινοτικών εφοπλιστών για τα επιλεγμένα σχέδια αλιείας, η κοινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση συμφωνία, πρόβλεπε, έμμεσα έστω, την αποκλειστική αρμοδιότητα ενός των μερών.
52. Πιστεύω ότι η προσεκτική ανάγνωση των διατάξεων της συμφωνίας σχετικά με τα προς χρηματοδότηση σχέδια επιβεβαιώνει την ορθότητα της ανάλυσης του Πρωτοδικείου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει συγκεκριμένα ότι ορισμένες πράξεις εκτελέσεως της συμφωνίας ανατίθενται στην Κοινότητα, άλλες στην Αργεντινή, ενώ άλλες ανατίθενται στα «μέρη», δηλαδή στην Κοινότητα και στην Αργεντινή, οι οποίες μετέχουν στη μικτή επιτροπή (βλ. παραπάνω σημείο 6).
53. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της συμφωνίας προβλέπει ότι «η Κοινότητα διευκολύνει τη [μεταβίβαση] κοινοτικών πλοίων», ενώ το άρθρο 6 ορίζει ότι «τα μέρη επιλέγουν τα σχέδια»· το άρθρο 7, παράγραφος 1, κάνει λόγο για «τα σχέδια που επιλέγουν τα μέρη». Ερχόμενος στο πρωτόκολλο I, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 3 προβλέπει καταρχάς ότι «η Κοινότητα χορηγεί οικονομική ενίσχυση για τη σύσταση των μικτών εταιριών» (παράγραφος 1) και στη συνέχεια κάνει διάκριση μεταξύ της ενίσχυσης που δικαιούται ο κοινοτικός εφοπλιστής και της ενίσχυση που δικαιούται η μικτή εταιρία. Ενώ η πρώτη «προορίζεται για τον κοινοτικό εφοπλιστή» (παράγραφος 1) σύμφωνα με όρους και τρόπους καταβολής «εναρμονισμένους με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας» (παράγραφος 4), η δεύτερη «καταβάλλεται από την Κοινότητα στην αρμόδια αρχή της Αργεντινής, η οποία καθορίζει τους όρους σχετικά με τη διάθεση και τη διαχείρισή της. Η Αργεντινή ενημερώνει τη μικτή επιτροπή για τη χρησιμοποίηση των ποσών αυτών» (παράγραφος 2) (20).
54. Από όλα τα παραπάνω συνάγεται συνεπώς, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι η χορήγηση συνδρομών στους κοινοτικούς εφοπλιστές για τα επιλεγόμενα σχέδια αποτελεί πράγματι έργο που η συμφωνία αναθέτει στις κοινοτικές αρχές και μόνο.
55. Κατά του εν λόγω συμπεράσματος δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί, πράγμα όμως που κάνει η αναιρεσείουσα, ούτε ότι το άρθρο 10, όγδοη περίπτωση, της συμφωνίας για την αλιεία απαριθμεί μεταξύ των καθηκόντων της μικτής επιτροπής τον έλεγχο «της ορθής διαχείρισης των σχεδίων και […] της χρησιμοποίησης των οικονομικών ενισχύσεων που αποσκοπούν στην προώθησή τους και αναφέρονται στο άρθρο 7». Το τελευταίο αυτό άρθρο προβλέπει ότι η οικονομική συνδρομή χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου Ι, το οποίο, κατά τη ρύθμιση της διαδικασίας για τη χορήγηση της συνδρομής, προσδιορίζει τις αρμοδιότητες καθεμιάς από τις εμπλεκόμενες αρχές. Το πρωτόκολλο αυτό όμως προβλέπει ότι η μικτή επιτροπή εμπλέκεται μόνο όσον αφορά τις συνδρομές που χορηγούνται στις μικτές εταιρίες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, και την επιστημονική και τεχνική συνεργασία (21), χωρίς καμία αναφορά στις συνδρομές που καταβάλλονται στους κοινοτικούς εφοπλιστές.
56. Κατόπιν των ανωτέρω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι καλώς το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η χορήγηση της συνδρομής αποτελεί μονομερή πράξη εφαρμογής της συμφωνίας για την αλιεία, πράξη για την οποία αρμόδιες ήταν μόνο οι κοινοτικές αρχές.
57. Έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, που αφορά την ερμηνεία του παραρτήματος I της απόφασης για τη χορήγηση της συνδρομής, και συγκεκριμένα στην υποσημείωση στην οποία αναφέρεται ότι «καμία τροποποίηση δεν μπορεί να επέλθει στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα χωρίς προηγούμενη άδεια των αρχών της Αργεντινής και της Επιτροπής».
58. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει κατ’ ουσία ότι, αφού στο παράρτημα καθορίζεται το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον κοινοτικό εφοπλιστή, κακώς το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής: α) «[δ]εν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση που τροποποιεί τα “στοιχεία που περιλαμβάνονται” στην αρχική απόφαση περί χορηγήσεως της συνδρομής υπό την έννοια της προπαρατεθείσας υποσημειώσεως» και β) πρέπει να χαρακτηριστεί ως «αυτόνομη απόφαση που κολάζει τη μη τήρηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση της συνδρομής» (22), για την έκδοση της οποίας δεν ήταν αναγκαία η διαβούλευση με τις αρχές της Αργεντινής.
59. Η Επιτροπή φρονεί ότι αυτό το μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, επικαλούμενη λόγους απαραδέκτου που είναι κατ’ ουσία ανάλογοι με τους λόγους που επικαλέστηκε σχετικά με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (βλ. παραπάνω σημείο 30).
60. Κατά την άποψή μου όμως, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους ακριβώς που εξέθεσα σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (βλ. παραπάνω σημεία 31 επ.), διότι η αιτίαση της αναιρεσείουσας αφορά την ερμηνεία της επίμαχης διάταξης από το Πρωτοδικείο.
61. Όσον αφορά την ουσία του ζητήματος, δεν έχω κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσω ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου στο σημείο αυτό φαίνεται υπερβολικά αυταπόδεικτος. Εντούτοις, φρονώ ότι τα συμπεράσματά του πρέπει ουσιαστικά να θεωρηθούν ορθά.
62. Συγκεκριμένα, νομίζω ότι κατά την ερμηνεία της απόφασης για τη χορήγηση της συνδρομής, άρα και της εν λόγω υποσημείωσης στο παράρτημα, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η απόφαση, δηλαδή η συμφωνία για την αλιεία και ειδικότερα οι διατάξεις που κατανέμουν μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών της Αργεντινής τις αρμοδιότητες ως προς τη διαχείριση των χρηματοδοτήσεων που προβλέπει η συμφωνία. Όπως όμως ανέφερα παραπάνω, αν και η ευθύνη για την επιλογή και την αξιολόγηση των σχεδίων βαρύνει τόσο την μεν όσο και τις δε, η αρμοδιότητα χορηγήσεως της συνδρομής στους κοινοτικούς εφοπλιστές ανήκει αποκλειστικά στην Επιτροπή (βλ. παραπάνω σημεία 54 έως 56).
63. Φρονώ συνεπώς ότι το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο ότι μόνο η Επιτροπή μπορούσε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη, παρά την προαναφερθείσα υποσημείωση.
64. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
65. Με τον τρίτο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, διότι απέρριψε την αιτίαση ότι η Επιτροπή, διαβουλευόμενη με τη Μόνιμη Επιτροπή Διαρθρώσεων της Αλιείας πριν από τη μείωση της συνδρομής, εφάρμοσε το άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86. Η εφαρμογή αυτή συνιστά, κατά την αναιρεσείουσα, παράβαση της συμφωνίας για την αλιεία, η οποία δεν προβλέπει κανένα ρόλο για την επιτροπή αυτή, και επιπλέον είναι αδικαιολόγητη ratione temporis, αφού το σχέδιο της SAEV για τη μικτή εταιρία είχε υποβληθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία καταργήθηκε ο εν λόγω κανονισμός (βλ. παραπάνω σημείο 16).
66. Η αναιρεσείουσα αναφέρεται ειδικότερα σε μια ημερήσια διάταξη της επιτροπής αυτής, από την οποία αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή την είχε συμβουλευτεί όχι εκ περισσού, αλλά για να τηρήσει την υποχρεωτική διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 4028/86.
67. Συναφώς υπενθυμίζω ότι το αποδεικτικό αυτό στοιχείο προσκομίστηκε και ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο έκρινε ότι «το γεγονός ότι η Επιτροπή συμβουλεύθηκε επιτροπή της οποίας τη γνώμη προέβλεπε ο κανονισμός 4028/96 δεν καταδεικνύει ότι η προσβαλλομένη απόφαση […] στηριζόταν στον κανονισμό αυτό» (23).
68. Σύμφωνα όμως με πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, κατά την αναιρετική διαδικασία, «δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο προς στήριξη των περιστατικών αυτών. Αφ’ ης στιγμής τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία προσκομίστηκαν νομοτύπως και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες επί της διεξαγωγής των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα υποβληθέντα υπόψη του στοιχεία […]. Επομένως η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, εκτός αν συντρέχει αλλοίωση των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου» (24).
69. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι συντρέχει ούτε παραβίαση των γενικών αρχών ή των δικονομικών κανόνων περί αποδείξεως ούτε αλλοίωση του περιεχομένου των πραγματικών στοιχείων, αλλά υποβάλλει απλώς στο Δικαστήριο τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία όπως και πρωτοδίκως, προκειμένου να επιτύχει την εκ νέου αξιολόγησή τους, φρονώ ότι επιβάλλεται η απόρριψη του λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτου.
70. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
71. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η SAEV υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η Επιτροπή καλώς υπολόγισε το ύψος της μείωσης της συνδρομής βάσει του κανονισμού 3699/93, υπέπεσε σε νομική πλάνη. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, η πλάνη του Πρωτοδικείου συνίσταται στο γεγονός ότι δέχτηκε ότι η ενέργεια της Επιτροπής αποτελούσε απλώς ανάλογη εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Κατά την αναιρεσείουσα, πρόκειται για απευθείας εφαρμογή αυτής της νομικής πράξης, πράγμα που συνιστά παράβαση της συμφωνίας για την αλιεία, η οποία δεν περιέχει καμία παραπομπή στον εν λόγω κανονισμό.
72. Για την ευχερέστερη κατανόηση των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας ενδείκνυται να εξεταστούν καταρχάς με συντομία οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 3699/93 και η εφαρμογή τους από την Επιτροπή.
73. Το παράρτημα IV του κανονισμού αυτού καθορίζει στο σημείο 1.1 τους τρόπους υπολογισμού της χορηγούμενης συνδρομής. Ειδικότερα, με το στοιχείο α΄ καθορίζονται τα ανώτατα όρια των ποσών που μπορούν να χορηγούνται για τη διάλυση των αλιευτικών σκαφών και για τη σύσταση μικτών εταιρειών, ενώ το στοιχείο β΄ ορίζει ότι η πριμοδότηση για την οριστική μεταφορά αλιευτικού σκάφους προς τρίτη χώρα δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % της πριμοδοτήσεως που θα είχε χορηγηθεί για τη διάλυση του ίδιου πλοίου κατά το προηγούμενο στοιχείο α΄.
74. Στην παρούσα περίπτωση η Επιτροπή έκρινε ότι οι παραβάσεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας των όρων χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής δεν αναιρούσαν το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε μεταβιβάσει πράγματι στη μικτή εταιρία το αλιευτικό σκάφος Ibsa Cuarto. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να υπολογίσει το οριστικό ύψος της συνδρομής που δικαιούνταν η αναιρεσείουσα χωρίς να λάβει υπόψη, για τη μείωση, το μέρος της συνδρομής που είχε σχέση με τη μεταβίβαση. Προς τούτο η Επιτροπή βασίστηκε στα προβλεπόμενα για μια παρόμοια περίπτωση από τον κανονισμό 3699/93. Κατά συνέπεια, υπολόγισε τι θα δικαιούνταν η αναιρεσείουσα βάσει του στοιχείου α΄ του σημείου 1.1 του παραρτήματος IV του κανονισμού και στη συνέχεια μείωσε το ποσό αυτό κατά 50 %, θεωρώντας ότι το υπόλοιπο αυτό ποσό ήταν το τμήμα της συνδρομής που δεν έπρεπε να μεταβληθεί, παρά το γεγονός ότι το αλιευτικό σκάφος είχε εγκαταλείψει τα ύδατα της Αργεντινής.
75. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, αντίθετα από ό,τι δέχτηκε το Πρωτοδικείο, ο υπολογισμός αυτός αποτελεί απευθείας εφαρμογή του κανονισμού 3699/93. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν έκανε χρήση των πινάκων που αποτελούν παράρτημα της συμφωνίας για την αλιεία για να υπολογίσει το συνολικό ποσό της συνδρομής, το οποίο στη συνέχεια θα μειωνόταν κατά 50 %, κατ’ εφαρμογή του κριτηρίου που προβλέπεται στον κανονισμό 3699/93, αλλά αντίθετα χρησιμοποίησε τον κανονισμό αυτό για να υπολογίσει το αρχικό θεωρητικό ποσό της συνδρομής, το οποίο και μείωσε στη συνέχεια. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή καθόρισε εσφαλμένα το τμήμα της συνδρομής που δεν έπρεπε να μεταβληθεί σε μικρότερο ύψος από ό,τι έπρεπε.
76. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ούτε οι δύο πράξεις στις οποίες στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής (οι κανονισμοί 4253/88και 3447/93) ούτε η συμφωνία για την αλιεία περιέχουν ειδικές διατάξεις για το τμήμα της συνδρομής που οφείλεται λόγω της μεταβιβάσεως κοινοτικού αλιευτικού σκάφους. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι «η Επιτροπή, η οποία δεσμευόταν μόνον από την αρχή της αναλογικότητας προκειμένου να υπολογίσει το τελικό ποσό της συνδρομής που οφείλεται στην προσφεύγουσα, ορθώς εμπνεύστηκε κατ’ αναλογία από τις διατάξεις του κανονισμού 3699/93 για να καθορίσει το ποσό που οφείλεται στην προσφεύγουσα λόγω της μεταβιβάσεως του σκάφους. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, φρόντισε, πράγματι, να εναρμονίσει τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται στη μικτή εταιρία που ιδρύθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας για την αλιεία σε σχέση με τις μικτές εταιρίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3699/93» (25).
77. Κατόπιν των ανωτέρω, νομίζω ότι σκοπός της ανάλυσης του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως είναι να διασαφηνιστεί αν η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης που περιέχει ο εν λόγω κανονισμός ήταν εύλογη στην προκείμενη περίπτωση και πρόσφορη για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας ή, αντίθετα, είχε ως αποτέλεσμα να υπολογιστεί τελικά η συνδρομή κατά τρόπο δυσανάλογα δυσμενή για την SAEV.
78. Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι συνδρομές που χορηγούνται για τη σύσταση μικτής εταιρίας, τόσο στο πλαίσιο του κανονισμού 3699/93 όσο και στο πλαίσιο της συμφωνίας για την αλιεία, ενέχουν, θεωρητικά τουλάχιστον, δύο συστατικά μέρη: το πρώτο συναρτάται προς τη διαγραφή του αλιευτικού σκάφους από τα κοινοτικά νηολόγια και το δεύτερο προς την οικονομική συμμετοχή σε μικτή εταιρία.
79. Μολονότι βέβαια από την ανάγνωση του στοιχείου α΄ και μόνο του σημείου 1.1 του παραρτήματος IV του κανονισμού δεν μπορεί να συναχθεί η σπουδαιότητα καθενός από τα συστατικά αυτά μέρη, εντούτοις από το στοιχείο β΄ του εν λόγω σημείου προκύπτει έμμεσα το ανώτατο ποσό του συστατικού μέρους που συναρτάται προς τη διαγραφή. Αφού δηλαδή το σημείο β΄ προβλέπει ότι για την οριστική μεταβίβαση αλιευτικού σκάφους που πραγματοποιείται εκτός του πλαισίου συστάσεως μικτής εταιρίας μπορεί να χορηγείται συνδρομή ίση, κατ’ ανώτατο όριο, με το 50 % του ποσού που προβλέπεται για τη σύσταση μικτής εταιρίας βάσει του στοιχείου α΄, συνεπάγεται ότι ακόμη και στο πλαίσιο της «σύνθετης» συνδρομής του στοιχείου α΄ το συστατικό μέρος που συναρτάται προς τη μεταβίβαση του αλιευτικού σκάφους δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % του συνόλου.
80. Αντίθετα, όσον αφορά τη συμφωνία για την αλιεία, δεν μπορώ να εντοπίσω κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να καθοριστεί έμμεσα το ύψος των δύο συστατικών μερών της συνδρομής. Δεν βλέπω όμως για ποιο λόγο θα πρέπει, σε περίπτωση που τα χαρακτηριστικά του αλιευτικού σκάφους είναι τα ίδια, να γίνει δεκτό, για το συστατικό μέρος που συναρτάται προς τη διαγραφή του σκάφους αυτού, ότι το ανώτατο όριο πρέπει να υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τον κανονισμό 3699/93, αφού το διαρθρωτικό όφελος της Κοινότητας από τη διαγραφή είναι ακριβώς το ίδιο, ανεξάρτητα από τον τελικό προορισμό του σκάφους. Η διαφορά μεταξύ των συνολικών ποσών της συνδρομής που λαμβάνει ο εφοπλιστής στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο συστατικό μέρος που συναρτάται προς την οικονομική συμμετοχή στη μικτή εταιρία.
81. Φρονώ συνεπώς ότι ορθώς το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε την ενέργεια της Επιτροπής ως ανάλογη εφαρμογή του κανονισμού 3699/93, σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
82. Προσθέτω ότι, εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι υπέστη ζημία, καθόσον η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να ορίσει ότι το ποσό του συστατικού μέρους της συνδρομής που συναρτάται προς τη διαγραφή θα ισούται με το ανώτατο ποσό. Συγκεκριμένα, το σημείο 1.1, στοιχείο β΄, του παραρτήματος IV του κανονισμού 3699/93 προβλέπει ότι η πριμοδότηση για την οριστική μεταφορά αλιευτικού πλοίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % του ανώτατου ποσού της πριμοδοτήσεως που θα είχε χορηγηθεί για τη διάλυση του ίδιου πλοίου κατά το προηγούμενο στοιχείο α΄. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε αποφασίσει να καθορίσει το αρχικό ποσό βάσει των πινάκων της συμφωνίας για την αλιεία και όχι βάσει των πινάκων του κανονισμού, που ήταν λιγότερο ευνοϊκοί, δεν πιστεύω ότι η αρχή της αναλογικότητας θα είχε εμποδίσει την Επιτροπή, εφόσον οι εφαρμοστέες διατάξεις δεν παρείχαν άλλες διευκρινίσεις, να καθορίσει το ποσό που δικαιούνταν η αναιρεσείουσα για τη διαγραφή του πλοίου από τα νηολόγια στο ίδιο (ή σε μικρότερο) ύψος από ό,τι έπραξε. Η Επιτροπή δηλαδή μπορούσε νομίμως να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που της παρείχε η εν λόγω διάταξη και να επιβάλει συντελεστή μειώσεως μεγαλύτερο του 50 %.
83. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
84. Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή έπρεπε να θεωρήσει ότι το αλιευτικό σκάφος Vieirasa XII είχε εγκαταλείψει τα ύδατα της Αργεντινής λόγω ανωτέρας βίας, λόγω δηλαδή της εξαντλήσεως των αργεντινών αλιευτικών πόρων και των περιορισμών και απαγορεύσεων που επέβαλαν στη συνέχεια οι αρχές της Αργεντινής. Η διαφορετική απόφαση του Πρωτοδικείου επί του σημείου αυτού ενέχει νομική πλάνη.
85. Η Επιτροπή προτείνει καταρχάς ένσταση απαραδέκτου της αιτίασης αυτής, καθότι η νυν αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεστεί την ύπαρξη ανωτέρας βίας σε καμία φάση της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
86. Συναφώς θα ήθελα ευθύς εξαρχής να παρατηρήσω ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που διαβίβασε το Πρωτοδικείο, η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε πρωτόδικα κανένα λόγο ακυρώσεως βασιζόμενο στην υποχρέωση της Επιτροπής να χαρακτηρίσει τις εν λόγω περιστάσεις ως αιτίες ανωτέρας βίας. Η νυν αναιρεσείουσα επικαλέστηκε απλώς, στο πλαίσιο του λόγου ακυρώσεως που επιγραφόταν «προβλήματα που δημιουργεί η επικουρική εφαρμογή της γενικής ρύθμισης περί μικτών εταιριών», μια υποθετική αντίφαση μεταξύ της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της μείωσης της συνδρομής και του γεγονότος ότι η Επιτροπή ομολόγησε κατά τη διάρκεια της δίκης ότι η έξοδος από τα ύδατα της Αργεντινής κατόπιν της μονομερούς επιβολής από τις αργεντινές αρχές των απαγορεύσεων αλιείας αποτελούσε περίπτωση ανωτέρας βίας (26).
87. Το ίδιο το Πρωτοδικείο αναγνώρισε εντούτοις ότι η αναιρεσείουσα είχε ισχυριστεί πρωτόδικα ότι «η εγκατάλειψη των υδάτων της Αργεντινής κατέστη αναγκαία λόγω της εξαντλήσεως των αποθεμάτων αλιείας εντός της [ΑΟΖ] της Αργεντινής, μάλιστα δε λόγω των απαγορεύσεων ή περιορισμών αλιείας που επέβαλαν οι αρχές της Αργεντινής» (27).
88. Δεν μπορεί επομένως να αποκλειστεί πλήρως το ενδεχόμενο να αποτελεί ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως ανάπτυξη ισχυρισμού που προβλήθηκε πρωτόδικα. Δεν νομίζω όμως ότι χρειάζεται να ασχοληθώ εν εκτάσει με το ζήτημα αυτό, διότι πιστεύω ότι η αιτίαση είναι ούτως ή άλλως προδήλως αβάσιμη (28).
89. Συναφώς αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, «η έννοια της ανωτέρας βίας […] δεν περιορίζεται στην απόλυτη αδυναμία, αλλά καλύπτει και ξένες προς τον οικείο επιχειρηματία περιστάσεις, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά την επιδειχθείσα επιμέλεια» (29). Όπως όμως παρατήρησε ορθά η Επιτροπή, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η εξάντληση των αργεντινών αλιευτικών πόρων και τα συνακόλουθα περιοριστικά μέτρα αποτελούσαν ανώμαλες περιστάσεις, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν απρόβλεπτες. Φρονώ επομένως ότι είμαι σε θέση να αποφανθώ, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω τις λοιπές αιτιάσεις που διατυπώνει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, ότι οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αιτίες ανωτέρας βίας.
90. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
91. Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως η SAEV υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τη συμφωνία για την αλιεία, καθόσον δέχτηκε ότι «οι αποδέκτες κοινοτικών οικονομικών συνδρομών υπέχουν υποχρέωση ενημερώσεως και εντιμότητας, […] υποχρέωση εγγενή στο σύστημα των συνδρομών αυτών και ουσιώδη για τη λειτουργία του, […] σύμφωνα με την [οποία] οι προσφεύγουσες όφειλαν να ενημερώσουν την Επιτροπή για τα προβλήματα που αντιμετώπισαν κατά την εκτέλεση των σχεδίων» (30).
92. Ομοίως, κακώς το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι «τα σκάφη που εκμεταλλεύονται οι μικτές εταιρίες δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν την [ΑΟΖ] της Αργεντινής χωρίς προηγούμενη άδεια της Επιτροπής, εφόσον η εκμετάλλευση ή η μεταποίηση των αλιευτικών πόρων της Αργεντινής συνιστούσε μια από τις βασικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξηρτάτο η χορήγηση της κοινοτικής οικονομικής συνδρομής» (31).
93. Κατά την αναιρεσείουσα, η ρητή άδεια που της είχε δοθεί από τις αρχές της Αργεντινής αρκούσε για να νομιμοποιήσει την αναχώρηση των σκαφών από τα ύδατα της Αργεντινής, δεδομένου ότι αφενός μόνο οι αρχές αυτές ήσαν αρμόδιες να ρυθμίζουν σε λεπτομέρειες τις δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών και αφετέρου η μικτή επιτροπή ενημέρωσε ούτως ή άλλως την Επιτροπή για τα συμβάντα.
94. Τέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αφού η ένωση μικτών εταιριών είχε ενημερώσει την Επιτροπή για την εξάντληση των αλιευτικών πόρων και για τα μέτρα που είχαν λάβει οι αρχές της Αργεντινής, κακώς το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι «η ορθή ενημέρωση θα είχε παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει ενδεχόμενα μέτρα για να προσαρμόσει τη συμφωνία για την αλιεία στις νέες συνθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, αυτής» (32).
95. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατέληξα στο συμπέρασμα ότι καλώς το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής αποτελούσε κοινοτική μονομερή πράξη (βλ. παραπάνω σημείο56). Προσθέτω απλώς ότι, όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή, για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή του σχεδίου απαιτείται, κατά το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, η έγκριση της Επιτροπής. Αφού η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής εμπίπτει στο κοινοτικό τμήμα της συμφωνίας για την αλιεία, η άδεια των αρχών της Αργεντινής και μόνο δεν μπορούσε να αναπληρώσει τη μη συμμετοχή της Επιτροπής στη διαδικασία.
96. Υπενθυμίζω εξάλλου ότι, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, «η εκ μέρους των αιτούντων χρηματοδοτική συνδρομή παροχή στην Επιτροπή αξιόπιστων πληροφοριών, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να την παραπλανήσουν, είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που επιτρέπει τον έλεγχο της προσήκουσας χρήσεως των κοινοτικών κεφαλαίων» (33).
97. Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης ενημέρωσης και εντιμότητας συνεπάγεται επομένως αυτόματα ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να μειώνει τη συνδρομή ανεξάρτητα από τη δυνατότητά της να ενημερώνεται από άλλες πηγές και από τις συνέπειες που μπορεί να έχει η διαβίβαση των ενημερωτικών αυτών στοιχείων.
98. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απορρίψει και τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως.
Συμπέρασμα
99. Δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η SAEV πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ή ως αβάσιμοι, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
100. Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, φρονώ, κατόπιν του συμπεράσματός μου ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ότι η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
IV – Πρόταση
Για τους λόγους που εκτίθενται παραπάνω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αναίρεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου της 3ης Απριλίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-44/01, T-119/01 και T‑126/01, Eduardo Vieira κ.λπ. κατά Επιτροπής, και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-1209.
3 – Συμφωνία για τις σχέσεις που αφορούν τη θαλάσσια αλιεία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αργεντινής (ΕΕ 1993, L 318, σ. 2).
4 – Απόφαση Ε (200) 680 τελ., η οποία δεν έχει δημοσιευτεί.
5 – ΕΕ L 318, σ. 1.
6 – ΕΕ L 374, σ. 1. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 (ΕΕ L 193, σ. 20).
7 – ΕΕ L 346, σ. 1.
8 – ΕΕ L 376, σ. 7. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε διαδοχικά με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3944/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990 (ΕΕ L 380, σ. 1), (ΕΟΚ) 2794/92 του Συμβουλίου, της 21ης Σεπτεμβρίου 1992 (ΕΕ L 282, σ. 3), και (ΕΟΚ) 3946/92 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ L 401, σ. 1).
9 – Βλ. άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2080/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το χρηματοδοτικό μέσο προσανατολισμού της αλιείας (ΕΕ L 193, σ. 1).
10 – Ανεπίσημη μετάφραση του ισπανικού κειμένου της απόφασης της Επιτροπής.
11 – Σκέψη 41.
12 – Σκέψη 94.
13 – Απόφαση της 29 Απριλίου 2004, C-199/01 P και C-200/01 P, IPK-München κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-4627, σκέψεις 48 και 49). Βλ. επίσης διάταξη της 25ης Μαρτίου 1998, C‑174/97 P, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-1303, σκέψη 24), καθώς και απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C-41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑2125, σκέψη 16).
14 – Απόφαση IPK-München κατά Επιτροπής, όπ.π. (σκέψη 50). Βλ. επίσης απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C-210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5843, σκέψη 43), απόφαση Interporc κατά Επιτροπής, όπ.π. (σκέψη 17), καθώς και διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2003, C-488/01 P, Martinez κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. Ι-13355, σκέψη 39).
15 – Σκέψη 85.
16 – Σκέψη 86.
17 – Σκέψεις 87 έως 89.
18 – Σκέψεις 90 και 91. Το παρατιθέμενο χωρίο περιέχεται στη σκέψη 91.
19 – Σκέψη 92.
20 – Όλες οι υπογραμμίσεις δικές μου.
21 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου Ι.
22 – Βλ. σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
23– Σκέψη 158.
24 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-330/01, Hortiplant κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-1763, σκέψη 36). Βλ. επίσης αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417, σκέψη 24), και της 7ης Νοεμβρίου 2002, C-24/01 P και C-25/01 P, Glencore και Compagnie Continentale κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-10119, σκέψη 65).
25 – Σκέψη 163.
26 – Σημείο 105 του δικογράφου της προσφυγής.
27 – Σκέψη 123 (η υπογράμμιση δική μου).
28 – Βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C-23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer (Συλλογή 2000, σ. I-1873, σκέψεις 51 και 52), από την οποία προκύπτει ότι οι κοινοτικοί δικαστές μπορούν, για λόγους οικονομίας της δίκης, να απορρίπτουν την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη χωρίς να αποφαίνονται επί των ενστάσεων απαραδέκτου που προτείνει ο αναιρεσίβλητος.
29 – Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2002, C-208/01, Parras Medina (Συλλογή 2002, σ. I-8955, σκέψη 19).
30 – Σκέψη 124.
31 – Σκέψη 125.
32 – Σκέψη 124.
33 – Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-500/99 P, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-867, σκέψη 100), με την οποία επιβεβαιώθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Οκτωβρίου 1999, T-216/96, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-3139, σκέψη 71). Βλ. επίσης αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2002, T-180/00, Astipesca κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-3985, σκέψη 93), και της 28ης Ιανουαρίου 2004, T-180/01, Euroagri κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-ΙΙ-369, σκέψη 83).
Full & Egal Universal Law Academy