ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 14ης Απριλίου 2005 (1)
Υπόθεση C-276/03 P
Scott SA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Παράνομη κρατική ενίσχυση – Διαχρονική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 – Απόφαση περί ασυμβιβάστου και περί ανακτήσεως της ενισχύσεως – Προθεσμία παραγραφής – Διακοπή – Υποχρέωση ενημερώσεως του αποδέκτη της ενισχύσεως σχετικά με διακοπτική της προθεσμίας πράξη»
1. Το κύριο ζήτημα που εγείρει η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται κατ’ αποφάσεως του Πρωτοδικείου (2), είναι να διευκρινιστεί σε τι συνίσταται η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής στις διαδικασίες κρατικών ενισχύσεων του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ [νυν άρθρου 88 ΕΚ] (3).
2. Ερωτάται, ειδικότερα, αν η προθεσμία αυτή μπορεί να διακοπεί λόγω της εκ μέρους της Επιτροπής υποβολής αιτήσεως παροχής πληροφοριών προς τις εθνικές αρχές που χορήγησαν ενίσχυση σε επιχείρηση, αν η επιχείρηση αυτή δεν έχει ενημερωθεί για την εν λόγω αίτηση.
3. Επ’ αυτού υπάρχει διχογνωμία όσον αφορά τη θέση του αποδέκτη μη κοινοποιηθείσας κρατικής ενισχύσεως στο πλαίσιο της έρευνας που διεξάγει η Επιτροπή για την ενίσχυση αυτή.
Η οικεία κανονιστική ρύθμιση
4. Το άρθρο 88 ΕΚ προβλέπει ότι η Επιτροπή ενημερώνεται και εξετάζει όλα τα μέτρα κρατικών ενισχύσεων που χορηγούνται σε επιχειρήσεις. Κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, η Επιτροπή, αφού δώσει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, μπορεί, ανάλογα με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, να απαιτήσει από ένα κράτος μέλος να καταργήσει ή να τροποποιήσει μια ενίσχυση.
5. Ο κανονισμός 659/1999 εκδόθηκε προκειμένου να κωδικοποιήσει τη συνήθη πρακτική που είχε αναπτύξει και καθιερώσει η Επιτροπή για την εφαρμογή του άρθρου 88 ΕΚ (4), με σκοπό να διασφαλισθούν η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου. Τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου 1999.
6. Τα άρθρα 2 έως 9 του κανονισμού αυτού αφορούν τη σχετική με τις κοινοποιηθείσες ενισχύσεις διαδικασία. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, εφόσον, έπειτα από προκαταρτική εξέταση, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του μέτρου ενισχύσεως με την κοινή αγορά, οφείλει να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας. Η διαδικασία αυτή, η οποία διέπεται από τα άρθρα 6 και 7, περιλαμβάνει την υποβολή παρατηρήσεων από το κράτος μέλος και από τους λοιπούς ενδιαφερομένους. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, οφείλει να εκδώσει «αρνητική απόφαση».
7. Τα άρθρα 10 έως 15 ρυθμίζουν τη διαδικασία που αφορά τις παράνομες ενισχύσεις –δηλαδή, στο οικείο πλαίσιο, τις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις. Κατά το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, οσάκις η Επιτροπή έχει στην κατοχή της στοιχεία σχετικά με παράνομη ενίσχυση, ανεξαρτήτως της πηγής τους, οφείλει να εξετάζει αμελλητί τα στοιχεία αυτά. Εν ανάγκη ζητεί πληροφορίες από το οικείο κράτος μέλος. Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, κατόπιν της εξετάσεως εκδίδεται απόφαση που μπορεί, εφόσον αυτό επιβάλλεται, να οδηγήσει στην έναρξη επίσημης διαδικασίας έρευνας η οποία διέπεται από τα άρθρα 6 και 7.
8. Αν, υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή εκδώσει αρνητική απόφαση, πρέπει να απαιτήσει από το κράτος μέλος την επιστροφή της ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 14.
9. Το άρθρο 15 έχει ως εξής:
«1. Οι εξουσίες της Επιτροπής για [αναζήτηση] (5) της ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής.
2. Η προθεσμία αυτή αρχίζει να [τρέχει] από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο είτε ως ατομική ενίσχυση είτε ως ενίσχυση βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων. Κάθε ενέργεια της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει την περίοδο παραγραφής. Έπειτα από κάθε διακοπή, η προθεσμία αρχίζει να [τρέχει εκ νέου]. Η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται για όσο διάστημα η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας εκκρεμούσης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3. Κάθε ενίσχυση της οποίας η περίοδος παραγραφής έχει εκπνεύσει, θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση.»
10. Η προθεσμία του άρθρου 15 δεν ίσχυε στο πλαίσιο της προηγούμενης πρακτικής που κωδικοποιήθηκε με τον εν λόγω κανονισμό (6). Στο προοίμιο του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται ότι (7): «για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σκόπιμο να καθοριστεί δεκαετής προθεσμία παραγραφής για τις παράνομες ενισχύσεις, μετά την εκπνοή της οποίας δεν μπορεί να διαταχθεί ανάκτηση».
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
11. Η Scott SA (που μέχρι τον Νοέμβριο του 1987 ονομαζόταν Bouton Bouchard Scott SA, στο εξής: Scott) είναι εταιρία εδρεύουσα στη Γαλλία, η οποία κατασκευάζει χαρτί οικιακής χρήσεως και χαρτί υγείας.
12. Με συμφωνία της 31ης Αυγούστου 1987, ο Δήμος Ορλεάνης και το γεωγραφικό διαμέρισμα του Loiret προέβησαν στη με προνομιακούς όρους πώληση προς τη Scott γηπέδου 48 εκταρίων στη βιομηχανική ζώνη La Saussaye (στο εξής: επίδικη ενίσχυση).
13. Κατόπιν καταγγελίας που κατατέθηκε τον Δεκέμβριο του 1996, η Επιτροπή, με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1997, ζήτησε πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία από τις γαλλικές αρχές. Ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας.
14. Με απόφαση της 20ής Μαΐου 1998, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1998, ενημέρωσε τις γαλλικές αρχές για την απόφαση αυτή.
15. Οι λοιποί ενδιαφερόμενοι ενημερώθηκαν για την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1998 με τη δημοσίευση του εν λόγω εγγράφου στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (8). Αυθημερόν, η Scott ενημερώθηκε επίσης, τηλεφωνικώς, από τις γαλλικές αρχές.
16. Στις 16 Απριλίου 1999, τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός 659/1999.
17. Στις 12 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2002/14/ΕΚ (9) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία έκρινε ότι η επίδικη ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και ζήτησε την επιστροφή της.
18. Με την προσβαλλόμενη απόφαση (10), η Επιτροπή έκρινε ότι κάθε πράξη της σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση διέκοπτε την προθεσμία παραγραφής του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999. Η επίδικη ενίσχυση χορηγήθηκε στις 31 Αυγούστου 1987. Η πρώτη πράξη στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν η επίσημη αίτηση παροχής πληροφοριών που απηύθυνε στις γαλλικές αρχές στις 16 Ιανουαρίου (11) 1997. Επομένως, η δεκαετής προθεσμία είχε διακοπεί πριν από τη λήξη της.
19. Η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα της Scott ότι η προθεσμία αποβλέπει στην προστασία του αποδέκτη της ενισχύσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν διακόπτεται παρά μόνον εφόσον ο αποδέκτης ενημερωθεί για τη σχετική έρευνα.
20. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριξε, με την απόφασή της, ότι το ζήτημα του ποιος ωφελείται, τελικώς, από την εν λόγω προθεσμία είναι ανεξάρτητο από τον τρόπο υπολογισμού της. Το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 δεν αφορά τους τρίτους, αλλά ρυθμίζει μόνον τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών. Η Επιτροπή ουδόλως οφείλει να παρέχει πληροφοριακά στοιχεία σε τρίτους οι οποίοι δεν αντλούν κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα από το άρθρο 15. Στο πλαίσιο διαδικασιών σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις, οι τρίτοι απολαύουν μόνον των δικονομικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 αναφέρεται στον αποδέκτη της ενισχύσεως απλώς και μόνον προκειμένου να προσδιοριστεί η ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής, ήτοι «η ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγήθηκε στον αποδέκτη».
21. Επιπλέον, ο αποδέκτης πρέπει να εξακριβώνει αν έχει κοινοποιηθεί η χορηγηθείσα ενίσχυση. Ελλείψει τέτοιας κοινοποιήσεως και σχετικής εγκρίσεως, δεν υφίσταται ασφάλεια δικαίου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
22. Στις 30 Νοεμβρίου 2000, η Scott άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αυτή επιβάλλει την επιστροφή της επίδικης ενισχύσεως.
23. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999, εκτιμώντας ότι η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο προθεσμία παραγραφής διακόπηκε με την από 17 Ιανουαρίου 1997 αίτηση παροχής πληροφοριών, για την οποία η Scott δεν είχε ενημερωθεί.
24. Η Επιτροπή ενέμεινε στην προσέγγιση που είχε ακολουθήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά υποστήριξε επίσης, επικουρικώς, ότι η προθεσμία παραγραφής δεν ίσχυε εν προκειμένω, καθότι η απόφαση περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας εκδόθηκε στις 20 Μαΐου 1998, ήτοι πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 659/1999.
25. Στις 10 Απριλίου 2003, το Πρωτοδικείο εξέδωσε απόφαση μόνον όσον αφορά την αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999.
26. Με τις σκέψεις 51 έως 54, εξέτασε την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, επισημαίνοντας ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διαδικαστικοί κανόνες θεωρούνται γενικώς ως εφαρμοζόμενοι επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τη χρονική στιγμή που τίθενται σε ισχύ· ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 δεν περιέχει καμία μεταβατική διάταξη ως προς την κατά χρόνο εφαρμογή του· και ότι από την επίδικη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι ετύγχανε εφαρμογής ο εν λόγω κανονισμός.
27. Με τις σκέψεις 56 και 57, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μολονότι ο κανονισμός αυτός δεν ετύγχανε εφαρμογής όταν χορηγήθηκε η επίδικη ενίσχυση, δηλαδή στις 31 Αυγούστου 1987, ναι μεν η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 15 δεν ήταν δυνατό να αρχίσει εκείνη τη χρονική στιγμή, αυτή ήταν ωστόσο η ημερομηνία που έπρεπε να θεωρηθεί ως ημερομηνία έναρξης της εν λόγω προθεσμίας, καθότι η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 15 στα πραγματικά περιστατικά που ίσχυαν στις 12 Ιουλίου 2000. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα πρέπει επίσης να εκτιμηθούν βάσει του κανονισμού.
28. Με τις σκέψεις 58 έως 62, το Πρωτοδικείο ακολούθησε την εξής συλλογιστική:
«58 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου 1997 δεν μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, διότι τα μέτρα αυτά δεν είχαν περιέλθει τότε σε γνώση της προσφεύγουσας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το άρθρο 15 θέσπισε ενιαία προθεσμία παραγραφής για την αναζήτηση των ενισχύσεων, η οποία εφαρμόζεται τόσο έναντι του οικείου κράτους μέλους όσο και των τρίτων.
59 Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς να υπενθυμιστεί ότι η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διεξάγεται κυρίως μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους, ενώ οι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων καταλέγεται ο αποδέκτης της ενίσχυσης, έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται και πρέπει να έχουν την ευκαιρία να προβάλλουν τα επιχειρήματά τους (βλ. συναφώς απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψεις 16 και 17). Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, οι ενδιαφερόμενοι έχουν κυρίως τον ρόλο πηγής πληροφοριών για την Επιτροπή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που κινείται κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, Τ-266/94, Skibsvaerftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1399, σκέψη 256, και της 25ης Ιουνίου 1998, Τ-371/94 και Τ-394/94, British Airways κ.λπ. και British Midland Airways κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2405, σκέψη 59). Η Επιτροπή όμως δεν είναι υποχρεωμένη να ειδοποιεί τους δυνητικά ενδιαφερόμενους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται ο αποδέκτης της ενίσχυσης, πριν από την κίνηση της διοικητικής διαδικασίας για τα μέτρα που λαμβάνει σε σχέση με ορισμένη παράνομη ενίσχυση.
60 Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι η προσφεύγουσα αγνοούσε την ύπαρξη των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που υπέβαλε η Επιτροπή στις γαλλικές αρχές στις 17 Ιανουαρίου 1997 [...] δεν έχει ως αποτέλεσμα να μην παράγουν οι αιτήσεις αυτές κανένα έννομο αποτέλεσμα έναντι της προσφεύγουσας. Επομένως, το έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1997, το οποίο απέστειλε η Επιτροπή πριν από την κίνηση της διοικητικής διαδικασίας και με το οποίο ζητούσε συμπληρωματικά στοιχεία από τις γαλλικές αρχές, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999, ενέργεια που διακόπτει την δεκαετή προθεσμία παραγραφής, η οποία άρχισε να τρέχει εν προκειμένω στις 31 Αυγούστου 1987, έστω και αν η προσφεύγουσα αγνοούσε τότε την ύπαρξη της σχετικής αλληλογραφίας.
61 Ακολούθως, πρέπει να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή. Αποτελεί όμως πάγια νομολογία ότι ο αποδέκτης της ενίσχυσης δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το νομότυπο της ενισχύσεως παρά μόνον αν η ενίσχυση αυτή έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 88 ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψη 14, και της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-135, σκέψη 51). Συγκεκριμένα, κάθε επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιώνεται ότι έχει τηρηθεί η διαδικασία αυτή.
62 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι πριν από τις 16 Απριλίου 1999 ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε προβλέψει καμία προθεσμία παραγραφής σε σχέση με τις αξιώσεις της Επιτροπής ως προς τις μη κοινοποιηθείσες κρατικές ενισχύσεις. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε πριν από την ημερομηνία αυτή να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της ή την ασφάλεια δικαίου σε σχέση με την παραγραφή των αξιώσεων της Επιτροπής ως προς μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση που είχε χορηγηθεί το 1987. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 που παρατίθεται ανωτέρω στις σκέψεις 50 έως 57 και η εφαρμογή της επί του μέτρου που έλαβε η Επιτροπή στις 17 Ιανουαρίου 1997 δεν έχει ως αποτέλεσμα να προσβάλει την ασφάλεια δικαίου ή τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που θα μπορούσε να έχει αποκτήσει η προσφεύγουσα κατά τη δεκαετία που επακολούθησε τη χορήγηση της επίμαχης ενίσχυσης.»
29. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή, στο μέτρο που στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 και συνέχισε τη διαδικασία κατά τα λοιπά –ήτοι στο μέτρο που αφορούσε άλλες ενισχύσεις που επίσης καλύπτονταν από την προσβαλλόμενη απόφαση και λοιπούς λόγους ακυρώσεως. Στις 6 Φεβρουαρίου 2004, η σχετική διαδικασία ανεστάλη εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως επί της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
Λόγοι αναιρέσεως
30. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Scott ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που επιβάλλει την επιστροφή της επίδικης ενισχύσεως, και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας αναιρέσεως καθώς και σε εκείνα στα οποία υποβλήθηκε πρωτοδίκως. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και επισημαίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί ορισμένων ζητημάτων που δεν έχουν ακόμη επιλυθεί.
31. Υπάρχει ένα ουσιώδες σημείο διαφωνίας μεταξύ του ισχυρισμού της Scott ότι η προθεσμία παραγραφής αποβλέπει στην προστασία της έννομης καταστάσεως των αποδεκτών των ενισχύσεων και της απόψεως της Επιτροπής ότι τόσο από το κείμενο όσο και από το πλαίσιο του κανονισμού 659/1999 προκύπτει ότι η διαδικασία την οποία αυτός διέπει αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών και όχι στην προστασία των αποδεκτών των ενισχύσεων.
32. Ειδικότερα, η Scott –μολονότι αναγνωρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως αφορά ένα μόνο ζήτημα («το αν η προθεσμία παραγραφής μπορεί να διακοπεί λόγω συγκεκριμένης πράξεως, ακόμη και αν ο αποδέκτης της ενισχύσεως δεν έχει ενημερωθεί ως προς αυτή»)– επικαλείται σειρά επιχειρημάτων, τα οποία διαρθρώνονται σε έξι κατηγορίες. Τα επιχειρήματα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
33. Πρώτον, η Scott ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Πρωτοδικείο εφάρμοσε τις διατάξεις που προσφάτως εισήχθησαν με το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 ωσάν να διέπονταν από την παλαιά νομολογία που αφορούσε τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών και, ειδικότερα, εσφαλμένα θεώρησε τους αποδέκτες των ενισχύσεων ως απλές πηγές πληροφόρησης και αγνόησε το γεγονός ότι το άρθρο 15 σκοπούσε ακριβώς την επιβολή προθεσμίας παραγραφής που να εξασφαλίζει ασφάλεια δικαίου για τον αποδέκτη της ενισχύσεως.
34. Κατά την Επιτροπή, τούτο δεν στοιχειοθετεί συγκεκριμένο νομικό σφάλμα. Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε τον κανονισμό και έλαβε δεόντως υπόψη την υφιστάμενη νομολογία. Ούτε το άρθρο 15 ούτε καμία άλλη διάταξη του κανονισμού 659/1999 ή της γενικότερης νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων αφορούν την επιβολή κυρώσεων σε επιχειρήσεις ή την προστασία των δικαιωμάτων τους. Επιπλέον, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θεωρήθηκαν οι αποδέκτες των ενισχύσεων ως «απλές» πηγές πληροφοριών, αλλά επιβεβαιώθηκε η υφιστάμενη και πάντοτε συναφής νομολογία κατά την οποία έχουν «κυρίως» αυτόν τον ρόλο.
35. Δεύτερον, κατά τη Scott, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον αποδέκτη της ενισχύσεως για τις πράξεις της σχετικά με την ενίσχυση, προτού δημοσιεύσει το έγγραφο οχλήσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, οι πράξεις αυτές, των οποίων την ύπαρξη αγνοεί ο αποδέκτης της ενισχύσεως, μπορούν να διακόψουν την προθεσμία παραγραφής έναντι του αποδέκτη.
36. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα της σκέψεως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι ότι ένα γεγονός άγνωστο στον αποδέκτη της ενισχύσεως μπορεί να διακόψει την προθεσμία παραγραφής, όχι μόνο βάσει της τελευταίας περιόδου της σκέψεως 59, κατά την οποία η Επιτροπή δεν υποχρεούται να ειδοποιεί τον αποδέκτη σχετικά με την αίτησή του, αλλά βάσει του συνόλου των εκτιμήσεων που αναπτύχθηκαν, στο σύνολο τουλάχιστον της εν λόγω σκέψεως, σχετικά με το σύστημα κρατικών ενισχύσεων.
37. Τρίτον, κατά την άποψη της Scott, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι το άρθρο 15 όριζε ενιαία προθεσμία που ίσχυε καθ’ όμοιο τρόπο για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και για τους τρίτους ή, τουλάχιστον, εσφαλμένα έκρινε ότι, σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, στο οικείο πλαίσιο κρίσιμο στοιχείο ήταν μάλλον η γνώση του κράτους μέλους παρά του αποδέκτη της ενισχύσεως.
38. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ισχύει ενιαία προθεσμία παραγραφής που διακόπτεται ταυτόχρονα για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Όλα τα μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή, τα οποία μνημονεύονται στον κανονισμό 659/1999, απευθύνονται στο κράτος μέλος και αποτελούν, ως εκ τούτου, μέτρα που διακόπτουν την προθεσμία παραγραφής έναντι όλων.
39. Τέταρτον, κατά την άποψη της Scott, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η Scott δεν μπορούσε να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη νομιμότητα της αρχικώς χορηγηθείσας ενισχύσεως· σκοπός του άρθρου 15 είναι μάλλον να εξασφαλίσει ασφάλεια δικαίου μετά τη δεκαετία, σε περιπτώσεις στις οποίες η ενίσχυση χορηγήθηκε παρανόμως.
40. Κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν η παραπομπή στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν ήταν λυσιτελής, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δικαιολογεί την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρξει ασφάλεια δικαίου αν ο κανόνας που την παρέχει δεν έχει θεσπιστεί και τεθεί σε ισχύ.
41. Πέμπτον, η Scott προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε το επιχείρημά της σχετικά με το γράμμα του άρθρου 15. Η διάταξη αυτή χαρακτηρίζει την «[πράξη] […] κράτους μέλους, το οποίο ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής» ως διακοπτικό της προθεσμίας παραγραφής γεγονός. Ο χαρακτηρισμός αυτός έχει νόημα μόνον εάν αυτή καθ’ εαυτή η αίτηση της Επιτροπής δεν διακόπτει την εν λόγω προθεσμία.
42. Η Επιτροπή δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό αυτό με το ότι ενδέχεται, παραδείγματος χάριν, να υποβάλει μία μόνον αίτηση, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει στη λήψη σειράς μέτρων από ένα κράτος μέλος, ενώ αφορά διαφορετικές ενισχύσεις χορηγηθείσες στο πλαίσιο προγράμματος ενισχύσεων που τέθηκε σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος.
43. Έκτον, κατά τη Scott, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε λυσιτελές το γεγονός ότι ουδόλως μπορούσε να επικαλεστεί την ασφάλεια δικαίου πριν από τη θέσπιση, στις 16 Απριλίου 1999, του κανόνα περί παραγραφής· αυτή η προσέγγιση δεν συνάδει, κατά την άποψη της Scott, με το ότι ο κανονισμός 659/1999 πράγματι έτυχε εφαρμογής στα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά ελήφθησαν υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση.
44. Η Επιτροπή επισημαίνει εκ νέου ότι ουδεμία ασφάλεια δικαίου παρέχεται, αν δεν έχει τεθεί σε ισχύ η διάταξη που την παρέχει.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
45. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 προθεσμία παραγραφής έπρεπε να εφαρμοστεί στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.
46. Για προφανείς λόγους, η Scott δεν αμφισβητεί το σημείο αυτό. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως που υπέβαλε πρωτοδίκως, η Επιτροπή διατύπωσε μια ελαφρώς παραλλαγμένη άποψη, αλλά δεν αμφισβήτησε την εφαρμογή του άρθρου 15 στις περιπτώσεις στις οποίες η δεκαετής προθεσμία από τη χορήγηση της ενισχύσεως παρήλθε πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού.
47. Το Πρωτοδικείο εξέτασε, ωστόσο, το ζήτημα αυτό προτού εξετάσει τα επιχειρήματα που αφορούσαν τη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής. Προφανώς, αν δεν ίσχυε η προθεσμία, δεν θα είχε νόημα η εξέταση της ενδεχόμενης διακοπής της. Το Πρωτοδικείο αποφάσισε ότι όντως ίσχυε η προθεσμία και διατύπωσε, ακολούθως, τις εκτιμήσεις κατά των οποίων στρέφεται η παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
48. Τίθεται το ζήτημα αν ήταν όντως ορθή η προσέγγιση αυτή. Ναι μεν, σε γενικές γραμμές, γίνεται αναμφισβήτητα δεκτό ότι οι δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούν κατά τη στιγμή της θέσεώς τους σε ισχύ, πλην όμως διαπιστώνονται σημαντικές εννοιολογικές και πρακτικές δυσχέρειες, όπως προκύπτει από μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε εν προκειμένω, ως προς την εκτίμηση παρελθόντων γεγονότων βάσει κανόνων που δεν υφίσταντο όταν αυτά συνέβησαν, γεγονός που ισχύει ιδιαιτέρως όταν τίθενται ζητήματα ασφάλειας δικαίου, η οποία αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της επίδικης προθεσμίας παραγραφής.
49. Η εφαρμογή του άρθρου 15 στα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, θα περιοριστώ στην εκτίμηση των προσβαλλομένων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
50. Όπως αναγνωρίζουν αμφότεροι οι διάδικοι, αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι ένα και μοναδικό ζήτημα, και τα επιχειρήματα που προβάλλονται προσεγγίζουν διαφορετικές πτυχές του ζητήματος αυτού. Στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, είναι ενδεχομένως προτιμητέο να τεθεί το εν λόγω ζήτημα με ελαφρώς πιο συγκεκριμένους όρους από αυτούς που χρησιμοποιεί η Scott, ήτοι:
Ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η προθεσμία παραγραφής μπορούσε να διακοπεί λόγω της εκ μέρους της Επιτροπής υποβολής προς το κράτος μέλος αιτήσεως παροχής πληροφοριών σχετικής με την επίδικη ενίσχυση, μολονότι ο αποδέκτης της ενισχύσεως δεν είχε ενημερωθεί για την εν λόγω αίτηση; Ήταν ορθή η συλλογιστική στην οποία στηρίχθηκε το συμπέρασμα αυτό;
51. Όσον αφορά το ερώτημα αυτό, η Scott αμφισβητεί ορισμένα στοιχεία των σκέψεων 58 έως 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τα επιχειρήματά της υπάγονται σε έξι τίτλους που δεν ακολουθούν τη σειρά των ως άνω σκέψεων, αλλά περιέχουν πολλές παραπομπές σε αυτές. Φρονώ ότι είναι απλούστερο να εξεταστούν με τη σειρά που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Ενιαία προθεσμία παραγραφής
52. Το πρώτο σημείο που επικρίνει η Scott είναι η διαπίστωση της σκέψεως 58 ότι «το άρθρο 15 θέσπισε ενιαία προθεσμία παραγραφής για την αναζήτηση των ενισχύσεων, η οποία εφαρμόζεται τόσο έναντι του οικείου κράτους μέλους όσο και των τρίτων».
53. Προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι «το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει ότι οι για διαφορετικούς λόγους ενδιαφερόμενοι ενδέχεται να επηρεάζονται από διαφορετικές προθεσμίες», η Scott παραθέτει τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gand στην υπόθεση Chemiefarma κατά Επιτροπής (12), υπό την έννοια ότι –στο πλαίσιο της προτάσεώς της κατά την οποία η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα για πρώην παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού πρέπει να υπόκειται σε προθεσμία παραγραφής αντλούμενη από μια γενική αρχή αναγνωρισμένη στα νομικά συστήματα των κρατών μελών– «η παραγραφή μπορεί να διακοπεί σε διαφορετικές ημερομηνίες, οι οποίες είναι για κάθε επιχείρηση η ημέρα [κατά την οποία] της προσκομίστηκε κατά τον έλεγχο η έγγραφη εντολή ελέγχου».
54. Εντούτοις, φρονώ ότι η άποψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αξίωμα του κοινοτικού δικαίου όπως ισχυρίζεται η Scott. Μολονότι ουδόλως αμφισβητώ τη συλλογιστική του γενικού εισαγγελέα Gand, θα ήθελα να επισημάνω ότι η πρότασή του περί της προθεσμίας παραγραφής ουδόλως ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη και ότι ο ίδιος επισήμανε ότι η άποψή του ότι η παραγραφή μπορεί να διακοπεί σε διαφορετική στιγμή για διαφορετικές επιχειρήσεις θα είχε τη «λυπηρή» και «περίεργη» συνέπεια ότι, όσον αφορά μία από τις επίδικες παραβάσεις, η δυνατότητα επιβολής προστίμου μπορούσε να παραγραφεί για δύο από τις τρεις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, αλλά όχι για την τρίτη και συνέχισε καταλήγοντας ως εξής: «Παρ’ όλ’ αυτά, το Δικαστήριο, ως δικαιοδοτικό όργανο πλήρους δικαιοδοσίας, έχει χωρίς αμφιβολία τη δυνατότητα να καθορίσει το επιβλητέο σε κάθε επιχείρηση πρόστιμο σε συνάρτηση με τη δική της ευθύνη, παραβλέποντας ό,τι δεν οφείλεται παρά σε καθαρά τυχαία ανωμαλία». Εξάλλου, στην πραγματικότητα δεν έλαβε υπόψη του την ανωμαλία αυτή, δεδομένου ότι πρότεινε κατ’ αποκοπή μείωση του προστίμου και για τις τρεις επιχειρήσεις. Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι εκτιμήσεις για τις παραβάσεις του ανταγωνισμού και για τα σχετικά πρόστιμα ενδέχεται να διαφέρουν από τις περί επιστροφής των κρατικών ενισχύσεων.
55. Όσον αφορά τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, πράγματι η προθεσμία παραγραφής ορίστηκε μεταγενέστερα με τον κανονισμό 2988/74 (13)· η Scott επικαλείται τα άρθρα 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού, τα οποία έχουν ως εξής:
«Άρθρο 2
Διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος διώξεως
1. Κάθε πράξη της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής η οποία αποσκοπεί στη διενέργεια ανακρίσεως ή στη δίωξη της παραβάσεως επιφέρει διακοπή της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής αρχίζει από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της πράξεως σε μία τουλάχιστον επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συνεργούν στην παράβαση.
Πράξεις που επιφέρουν διακοπή της παραγραφής είναι ιδίως:
α) οι έγγραφες αιτήσεις για παροχή πληροφοριών της Επιτροπής ή της αρμοδίας αρχής κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, καθώς και οι αποφάσεις της Επιτροπής που απαιτούν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν·
β) οι έγγραφες εντολές ελέγχου τις οποίες η Επιτροπή ή η αρμοδία αρχή κράτους μέλους κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής εκδίδει προς τους υπαλλήλους της, καθώς και οι αποφάσεις της Επιτροπής που διατάσσουν τη διενέργεια ελέγχων·
γ) η έναρξη της διώξεως από την Επιτροπή·
δ) η γνωστοποίηση των αιτιάσεων που έχουν ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή.
2. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση.
3. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από το τέλος κάθε διακοπής. Η παραγραφή πάντως επέρχεται το αργότερο κατά την ημέρα που λήγει χρονική περίοδος ίση με το διπλάσιο του χρόνου παραγραφής χωρίς η Επιτροπή να έχει επιβάλλει πρόστιμο ή ποινή. Η χρονική αυτή περίοδος παρατείνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 3. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από το τέλος κάθε διακοπής. Η παραγραφή πάντως επέρχεται το αργότερο κατά την ημέρα που λήγει χρονική περίοδος ίση με το διπλάσιο του χρόνου παραγραφής χωρίς η Επιτροπή να έχει επιβάλλει πρόστιμο ή ποινή. Η χρονική αυτή περίοδος παρατείνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 3.
Άρθρο 3
Αναστολή της παραγραφής του δικαιώματος διώξεως
Η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
56. Δεδομένου ότι, στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2, παράγραφος 1, και στο άρθρο 2, παράγραφος 2, γίνεται συγκεκριμένα λόγος για ενιαία προθεσμία παραγραφής και εφόσον η διακοπή της προθεσμίας ισχύει καθ’ όμοιο τρόπο για όλες τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, η Scott ισχυρίζεται ότι η έλλειψη αντίστοιχης αναφοράς στο κατά τα λοιπά όμοιο άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 συνεπάγεται ότι, στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διατάξεως, η διακοπή της παραγραφής ενδέχεται να εφαρμόζεται με διαφορετικό τρόπο στους διάφορους ενδιαφερόμενους.
57. Εντούτοις, θεωρώ ότι η Scott δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμά της λόγω αυτής της διαφορετικής διατύπωσης. Όταν τάσσεται προθεσμία παραγραφής χάριν της ασφάλειας δικαίου –πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί, από πολλές απόψεις, ως ο αντίστροφος σκοπός της πλέον υποκειμενικής έννοιας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης– πρέπει πάντοτε να υπάρχει ένα τεκμήριο ότι η προθεσμία θα ισχύσει με τον ίδιο τρόπο έναντι όλων. Το γεγονός ότι το τεκμήριο αυτό ισχύει ρητώς σε μία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι στις περιπτώσεις στις οποίες εκφράζεται σιωπηρά δεν υπάρχει. Επιπλέον, αν αυτού του είδους τα a contrario επιχειρήματα μπορούν βασίμως να συναχθούν από τη σύγκριση με τον κανονισμό 2988/74, η προθεσμία παραγραφής που τάσσει ο κανονισμός 659/1999 ουδόλως θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην επίδικη ενίσχυση, καθότι ο τελευταίος κανονισμός δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη ανάλογη του άρθρου 7 του κανονισμού 2988/74, το οποίο ορίζει τα εξής: «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης και στις παραβάσεις που διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του».
58. Συντρέχουν πράγματι πολύ σοβαροί δικονομικοί λόγοι για τους οποίους αποκλείεται η δυνατότητα διακοπής της προθεσμίας παραγραφής έναντι του κράτους μέλους όταν αυτή ισχύει πλήρως έναντι του αποδέκτη της ενισχύσεως. Είναι παράλογο να υποτεθεί ότι, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή θα μπορέσει στη συνέχεια να απαιτήσει την επιστροφή της ενισχύσεως τη στιγμή που το κράτος μέλος δεν μπορεί να συμμορφωθεί προς την απαίτηση αυτή, χωρίς ωστόσο να φαίνεται δυνατή καμία άλλη συνέπεια σε μια τέτοια υπόθεση.
59. Φρονώ, επομένως, ότι τίποτε δεν δικαιολογεί την παρέκκλιση από το γράμμα του άρθρου 15, το οποίο κάνει αποκλειστικά λόγο για προθεσμία παραγραφής στον ενικό, ούτε τον περιορισμό της ασφάλειας δικαίου που επιδιώκει η διάταξη αυτή, που θα συνέβαινε αναγκαστικά αν η προθεσμία παραγραφής έληγε σε διαφορετική στιγμή για κάθε ενδιαφερόμενο. Από τη σχετική επιχειρηματολογία της Scott, καθώς και από το γράμμα του άρθρου 15 ή από τους σκοπούς του κανονισμού 659/1999 δεν προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα του συμπεράσματος της σκέψεως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ισχύει ενιαία προθεσμία παραγραφής που εφαρμόζεται καθ’ όμοιο τρόπο σε όλους τους ενδιαφερόμενους.
60. Εντούτοις, το κύριο στοιχείο της επιχειρηματολογίας της Scott –στο οποίο εμμένει ανεξαρτήτως του αν ισχύει ενιαία προθεσμία παραγραφής ή διαφορετικές προθεσμίες– είναι ότι έναντι του αποδέκτη της ενισχύσεως –και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση ενιαίας παραγραφής και έναντι του κράτους μέλους– η προθεσμία παραγραφής δεν μπορεί να διακοπεί από γεγονός που δεν έχει περιέλθει στη γνώση του. Επομένως, η Scott αμφισβητεί το αντίθετο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 59 και 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλοντας σειρά ειδικών επιχειρημάτων επ’ αυτού.
Εφαρμογή της παλαιάς νομολογίας στη νέα νομοθεσία
61. Με τη σκέψη 59 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο παραπέμπει στην προ του 1999 νομολογία. Η Scott ισχυρίζεται ότι το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 659/1999 είναι καινούριο από πολλές απόψεις –ειδικώς όσον αφορά την προθεσμία παραγραφής– και δεν πρέπει να ερμηνεύεται βάσει της σχετικής με την προηγούμενη πρακτική νομολογίας.
62. Συναφώς, η Scott παραπέμπει στις προτάσεις μου στην υπόθεση Αυστρία κατά Επιτροπής (14) –υπόθεση στην οποία η επίδικη διαδικασία είχε περατωθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 659/1999 και η οποία, ως εκ τούτου, αφορούσε μόνον το προϊσχύσαν δίκαιο– με τις οποίες επισήμανα ότι το νέο σύστημα «δημιουργεί μια νέα και κάπως διαφορετική ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της Κοινότητας, των κρατών μελών και των άλλων ενδιαφερομένων».
63. Αυτό όντως αληθεύει, αλλά το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα δεν ήταν ότι η προηγούμενη νομολογία δεν ασκούσε πλέον επιρροή, αλλά ότι, εφόσον με τον κανονισμό 659/1999 θεσπίστηκε νέος κανόνας, δεν μπορεί να προβληθεί ο κανόνας αυτός για να διευκρινιστεί η προηγούμενη πρακτική και ότι θα ήταν επικίνδυνο να απομονωθεί κάποια από τις διατάξεις αυτές και να θεωρηθεί ότι κωδικοποιεί το προϊσχύσαν δίκαιο.
64. Στην πραγματικότητα είναι σαφές ότι ο κανονισμός 659/1999 δεν καθιερώνει ένα εντελώς νέο πλαίσιο ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, αλλά κυρίως κωδικοποιεί και διευκρινίζει, μέσω κανόνων δεσμευτικής ισχύος, το προϋπάρχον πλαίσιο. Στο μέτρο αυτό, η προηγούμενη νομολογία εξακολουθεί να ασκεί επιρροή. Ακόμη όμως και όταν εισάγονται καινοτομίες στο προϋπάρχον πλαίσιο, μπορεί βασίμως να γίνει αναφορά στη νομολογία αυτή, ακριβώς για τον λόγο ότι η καινοτομία πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιο στο οποίο εντάχθηκε.
65. Η νομολογία στην οποία παραπέμπει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 59 της αποφάσεώς του αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Μολονότι μια μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση σχετική με την εφαρμογή διατάξεως της Συνθήκης μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να ανατρέψει την προηγούμενη νομολογία σχετικά με τη ρύθμιση αυτή ή να της στερήσει τη λυσιτέλεια, τεκμαίρεται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, εκτός και αν μπορεί συγκεκριμένα να αποδειχθεί το αντίθετο.
66. Κατά την άποψή μου, η Scott δεν απέδειξε ότι ο κανονισμός 659/1999 καινοτομεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανατρέπει τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο ή τα συμπεράσματα που συνήγαγε από τη νομολογία αυτή. Θα εξετάσω τους ισχυρισμούς της Scott στη συνέχεια.
Προστασία του αποδέκτη της ενισχύσεως
67. Το βασικό επιχείρημα της Scott είναι ότι ο κανονισμός 659/1999, ή τουλάχιστον πολλές από τις διατάξεις του και ειδικώς η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 15, θεσπίστηκε για την προστασία του αποδέκτη της ενισχύσεως, σημαντική αλλαγή που επιβάλλει διαφορετική προσέγγιση ως προς την ερμηνεία του.
68. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να στηριχθεί στο γράμμα του κανονισμού. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία στην οποία παρέπεμψε το Πρωτοδικείο, το κείμενο του κανονισμού προσεγγίζει τη διαδικασία κυρίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών.
69. Το άρθρο 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού ορίζει ότι «ενδιαφερόμενο μέρος» είναι «κάθε κράτος μέλος και κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θιγούν από τη χορήγηση μιας ενίσχυσης, και ιδίως ο δικαιούχος της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις». Ο δικαιούχος είναι ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη και δεν εξειδικεύεται ώστε να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μεταχείρισης.
70. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 8, 9 και 21 του προοιμίου, αλλά αποκλειστικά σε σχέση με την υποβολή παρατηρήσεων κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας και σε σχέση με την ενημέρωσή τους για τις αποφάσεις που εκδίδονται κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής (εντούτοις, η αιτιολογική σκέψη 21 κάνει ρητώς λόγο για την «αρχή ότι οι αποφάσεις για υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων απευθύνονται στα οικεία κράτη μέλη»). Η αιτιολογική σκέψη 14, η οποία αφορά την προθεσμία παραγραφής, κάνει απλώς λόγο για ασφάλεια δικαίου. Κατά την αιτιολογική σκέψη 16, «είναι σκόπιμο να ορισθούν όλες οι δυνατότητες τις οποίες έχουν τρίτοι να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους στις διαδικασίες για τις κρατικές ενισχύσεις», διατύπωση που αφήνει να εννοηθεί ότι το κείμενο του κανονισμού θα περιλαμβάνει πλήρη αναφορά των περιπτώσεων στις οποίες τα συμφέροντα αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (15).
71. Στο κύριο μέρος του κανονισμού, οι ενδιαφερόμενοι μνημονεύονται το πρώτον στο άρθρο 6 («Επίσημη διαδικασία έρευνας»), με το οποίο τους δίδεται η δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους –μετά την έναρξη επίσημης διαδικασίας έρευνας– και να ζητήσουν να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους στο οικείο κράτος μέλος, δυνατότητα που, όπως είναι προφανές, δεν αφορά τον αποδέκτη της ενισχύσεως.
72. Ούτε στο προοίμιο ούτε στο κύριο μέρος του κανονισμού γίνεται λόγος για την κατάσταση των μερών, πλην του οικείου κράτους μέλους, κατά το προ της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας προκαταρκτικό στάδιο, αλλά αυτό ακριβώς είναι το στάδιο που ενδιαφέρει εν προκειμένω.
73. Εξάλλου, μόνον το άρθρο 20 διέπει τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων μερών. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«1. Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 6 έπειτα από απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος που έχει υποβάλει παρατηρήσεις και σε κάθε δικαιούχο ατομικής ενίσχυσης, αποστέλλεται αντίγραφο της απόφασης που έλαβε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7.
2. Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ενημερώσει την Επιτροπή για τεκμαιρόμενη παράνομη ενίσχυση και τεκμαιρόμενη καταχρηστική εφαρμογή ενίσχυσης. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να εξετάσει την περίπτωση, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο μέρος. Εφόσον η Επιτροπή λάβει απόφαση για υπόθεση που αφορά το αντικείμενο της παρασχεθείσας πληροφορίας, αποστέλλει αντίγραφο της απόφασης αυτής στο ενδιαφερόμενο μέρος.
3. Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος λαμβάνει, κατόπιν αιτήσεώς του, αντίγραφο κάθε απόφασης που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 4 και 7, του άρθρου 10, παράγραφος 3, και του άρθρου 11.»
74. Θεωρώ ότι η διατύπωση αυτή ουδόλως προδίδει ανησυχία για την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων. Πράγματι, το γεγονός ότι τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων μερών –από τους οποίους οι δικαιούχοι δεν τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης– ρυθμίζονται τόσο περιορισμένα με ένα και μοναδικό άρθρο είναι σημαντικό αν συγκριθεί με τις συνεχείς παραπομπές, σε όλο το υπόλοιπο κείμενο του κανονισμού, στις εξουσίες και τις υποχρεώσεις της Επιτροπής και των κρατών μελών, και στις σχέσεις και τις επαφές μεταξύ αυτών. Τούτο προκύπτει επίσης, εξίσου σαφώς, από το γράμμα του άρθρου 88 ΕΚ.
75. Όλες οι λοιπές παραπομπές του εν λόγω κανονισμού στον αποδέκτη της ενισχύσεως αφορούν αμιγώς πραγματικές καταστάσεις, χωρίς να γίνεται λόγος για οποιαδήποτε προστασία των δικαιωμάτων του.
76. Αυτό συμβαίνει ειδικώς στο άρθρο 15, στο οποίο γίνεται λόγος για τον δικαιούχο μόνον προκειμένου να καθοριστεί το σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής. Εκτός αυτού, η διατύπωσή του είναι ουδέτερη, όπως είναι αναμενόμενο όταν πρόκειται για διάταξη αποβλέπουσα στην εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου έναντι όλων.
77. Η Scott ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι σκοπός της προθεσμίας παραγραφής πρέπει να είναι η προστασία των συμφερόντων του δικαιούχου, καθότι, στην ουσία, αυτό είναι το μοναδικό συμφέρον που χρήζει προστασίας μετά την πάροδο δέκα ετών από τη χορήγηση της ενισχύσεως και το μοναδικό συμφέρον που πράγματι ευνοείται από τη λήξη της προθεσμίας. Δέκα χρόνια μετά τη χορήγηση της ενισχύσεως, η ανάκτησή της δεν αποβαίνει, όπως είναι φυσικό, σε βάρος του κράτους μέλους που τη χορήγησε, αλλά πάντοτε σε βάρος του δικαιούχου.
78. Ωστόσο, εκτός από το γεγονός ότι η ανάκτηση της ενισχύσεως, ακόμη και έπειτα από δέκα έτη, ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα του κράτους μέλους –το οποίο δεν περίμενε να ανακτήσει κάποιο ποσό αλλά ενδέχεται να μην επιθυμεί να δει να τίθεται σε κίνδυνο μια επιχείρηση, ένας τομέας της οικονομίας ή μια γεωγραφική περιοχή την οποία στηρίζει– και ανεξαρτήτως του αν το συμφέρον ενός ανταγωνιστή ή άλλου ενδιαφερόμενου προς ανάκτηση της ενισχύσεως είναι τόσο σημαντικό όσο αυτό του δικαιούχου να τη διατηρήσει, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην –κατά την άποψή μου εσφαλμένη– υπόθεση ότι σκοπός της προθεσμίας παραγραφής πρέπει να είναι η προστασία των συμφερόντων ορισμένων μερών.
79. Αντιθέτως, όπως προκύπτει σαφώς από τον κανονισμό και όπως τονίζει εξάλλου η Scott με τα επιχειρήματά της, σκοπός είναι η δημιουργία ασφάλειας δικαίου. Ο σκοπός αυτός είναι ουδέτερος και αντικειμενικός και όχι ετεροβαρής και υποκειμενικός.
80. Η λήξη της –ενιαίας– προθεσμίας παραγραφής μεταβάλλει τη νομική κατάσταση όχι μόνον του δικαιούχου και του κράτους μέλους, αλλά και της Επιτροπής και των λοιπών που εμπίπτουν στην κατηγορία των «ενδιαφερομένων μερών» που το άρθρο 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού 659/1999 ορίζει ευρέως αλλά όχι εξαντλητικά (16). Όχι μόνον το οικείο κράτος μέλος και ο δικαιούχος, αλλά και η Επιτροπή, άλλα κράτη μέλη, εμπορικοί ανταγωνιστές και τοπικές ή περιφερειακές αρχές που ευνοούνται ή υφίστανται ζημία λόγω της χορηγήσεως της ενισχύσεως βεβαιώνονται ότι η ενίσχυση θεωρείται πλέον ως υφιστάμενη.
81. Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων αυτών, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Scott ότι το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός πρέπει να περιέρχεται στη γνώση του δικαιούχου.
82. Οι προθεσμίες, όπως και αυτή της παραγραφής, επηρεάζουν λόγω της φύσεώς τους, άμεσα ή έμμεσα, την έννομη κατάσταση ορισμένων διαδίκων. Η ακριβής στιγμή των γεγονότων που σηματοδοτούν την έναρξη της προθεσμίας ή τη διακόπτουν δεν μπορεί να καταστεί αυτομάτως και άμεσα γνωστή σε όλα τα μέρη. Αντιθέτως, είναι αναγκαίο να μπορεί το γεγονός αυτό, αφενός, να διαπιστωθεί εύκολα και, αφετέρου, να αποδειχθεί αντικειμενικά.
83. Ένα γεγονός όπως η αίτηση παροχής πληροφοριών που υποβάλλει η Επιτροπή προς κράτος μέλος, η οποία αρχικώς είναι ενδεχομένως γνωστή μόνο σε αυτά τα δύο μέρη, μπορεί να εξακριβωθεί από οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος που θα ζητήσει να ενημερωθεί –ανάλογα με την επιθυμία του εκάστοτε μέρους για διακριτικότητα– είτε από την Επιτροπή είτε από το κράτος μέλος. Η ύπαρξή του μπορεί να αποδειχθεί αντικειμενικά, τουλάχιστον αν αυτό έχει γραπτή μορφή. (Προφανώς, αν το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί αντικειμενικά, δεν μπορεί και να προβληθεί.)
84. Αληθεύει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν ήταν δυνατό να πιθανολογηθεί ότι κάποιο από τα ενδιαφερόμενα μέρη θα ζητούσε να ενημερωθεί για ενδεχόμενη διακοπή της προθεσμίας παραγραφής όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά, καθότι ο κανονισμός με τον οποίο ορίστηκε η προθεσμία και ο οποίος προέβλεψε τη δυνατότητα διακοπής της εκδόθηκε δύο περίπου χρόνια αργότερα. Εντούτοις, η ιδιαιτερότητα αυτή, η οποία αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εφαρμογής της προθεσμίας παραγραφής σε σχέση με γεγονότα που συνέβησαν προτού αυτός τεθεί σε ισχύ, δεν μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται ο κανονισμός αυτός (17).
«…ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής»
85. Ένα άλλο ουσιώδες επιχείρημα της Scott στηρίζεται στην ειδική διατύπωση του άρθρου 15. Υπενθυμίζω ότι το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται με «κάθε [πράξη] της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση». Σύμφωνα με τη συλλογιστική της Scott, αν η πράξη του κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής διακόπτει την προθεσμία, πρέπει να συναχθεί ότι η αίτηση, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν αρκεί για να τη διακόψει.
86. Η εν λόγω διατύπωση θα στήριζε ασφαλώς τη θέση της Scott, αν υπήρχαν και άλλες ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση, που, όπως προανέφερα, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν. Ακόμη όμως και χωρίς τέτοιου είδους ενδείξεις, η εν λόγω διατύπωση δημιουργεί προβλήματα για τους λόγους που τονίζει η Scott.
87. Τούτο οφείλεται πιθανώς σε αμέλεια κατά τη σύνταξη του άρθρου, αν και η εξήγηση αυτή δεν είναι η πιο ικανοποιητική. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αρχική πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου (18) δεν περιείχε καμία διάταξη σχετική με την προθεσμία παραγραφής και ότι το άρθρο 15 προστέθηκε από το Συμβούλιο. Αναφέρει, επίσης, ότι το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 παρουσιάζει εξαιρετική ομοιότητα με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2988/74 (19). Μπορεί να υποτεθεί ότι η εν λόγω διατύπωση επαναλήφθηκε από τον ένα κανονισμό στον άλλο χωρίς να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των κανόνων του ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις και των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Στον τομέα του ανταγωνισμού, η Επιτροπή μπορεί να έρχεται σε επαφή με τις επιχειρήσεις είτε άμεσα είτε μέσω των κρατών μελών, οπότε το γράμμα του εν λόγω άρθρου φαίνεται ως ενδεδειγμένο· όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, ο μοναδικός συνομιλητής της Επιτροπής είναι το κράτος μέλος.
88. Εντούτοις, μπορούν να αναζητηθούν και άλλες εξηγήσεις, οι οποίες προσδίδουν στη φράση κάποια πρακτική σημασία, αν και περιορισμένη.
89. Η Επιτροπή επισημαίνει, για παράδειγμα, ότι μπορεί να ζητήσει γενικώς από ένα κράτος μέλος να αναστείλει πρόγραμμα σχετικό με χορηγηθείσα ενίσχυση, ενδεχομένως σε διεθνές επίπεδο, κατά διαστήματα και επί ορισμένο χρονικό διάστημα. Η αίτηση αυτή θα διακόψει την προθεσμία παραγραφής όσον αφορά την προηγούμενη ενίσχυση, αλλά όχι όσον αφορά οποιαδήποτε ενίσχυση που θα χορηγηθεί μεταγενέστερα, πριν από την πραγματική αναστολή του προγράμματος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι η πράξη του κράτους μέλους, κατόπιν της αιτήσεως της Επιτροπής, που αποτελεί το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός.
90. Ενδέχεται επίσης η αίτηση της Επιτροπής να γίνει με άλλο τρόπο –για παράδειγμα τηλεφωνικώς– πράγμα το οποίο δεν μπορεί να αποδειχθεί με επαρκή ακρίβεια ώστε να μπορεί να γίνει νομική επίκλησή της, αλλά προς την οποία ωστόσο συμμορφώνεται το κράτος μέλος. Η πράξη του κράτους μέλους θα διακόψει στην περίπτωση αυτή την προθεσμία παραγραφής.
91. Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 15 προβλέπει ότι έπειτα από κάθε διακοπή η προθεσμία αρχίζει να τρέχει εκ νέου. Επομένως, προβλέπεται σαφώς το ενδεχόμενο επανειλημμένης διακοπής της προθεσμίας παραγραφής· επίσης, φαίνεται απολύτως λογικό στο πλαίσιο αυτό να προβεί το κράτος μέλος σε μία ή περισσότερες διακοπτικές της παραγραφής πράξεις μετά την πρώτη πράξη αυτού του είδους.
92. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι το επιχείρημα της Scott σχετικά με το γράμμα του άρθρου 15 μπορεί να αναιρέσει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μολονότι θα ήταν προτιμότερο να απαντήσει το Πρωτοδικείο στο εν λόγω επιχείρημα, το οποίο θεώρησε αρκετά λυσιτελές ώστε να το συνοψίσει με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Ο ρόλος του δικαιούχου ως πηγής πληροφοριών και η υποχρέωση της Επιτροπής να ειδοποιήσει τον δικαιούχο
93. Μπορούμε να εξετάσουμε εν συντομία τα δύο τελευταία σημεία που αμφισβητεί η Scott στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
94. Το Πρωτοδικείο είπε ότι «οι ενδιαφερόμενοι έχουν κυρίως τον ρόλο πηγής πληροφοριών για την Επιτροπή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας» και ότι «η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ειδοποιεί τους δυνητικά ενδιαφερόμενους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται ο αποδέκτης της ενίσχυσης, πριν από την κίνηση της διοικητικής διαδικασίας για τα μέτρα που λαμβάνει σε σχέση με ορισμένη παράνομη ενίσχυση».
95. Η Scott δεν φαίνεται να αμφισβητεί τις εν λόγω εκτιμήσεις, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να στηριχθεί σ’ αυτές το συμπέρασμα της σκέψεως 60, κατά την οποία το γεγονός ότι η Scott δεν είχε ενημερωθεί για τις αιτήσεις πληροφοριών της Επιτροπής δεν συνεπάγεται ότι δεν παράγουν έννομες συνέπειες έναντι της Scott.
96. Από την ανάγνωση των σχετικών σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το συμπέρασμα της σκέψεως 60 αντλείται από το σύνολο των εκτιμήσεων των σκέψεων 58 και 59. Οι δύο σημαντικότερες από τις εκτιμήσεις αυτές είναι ότι υπάρχει ενιαία προθεσμία παραγραφής που ισχύει καθ’ όμοιο τρόπο για το σύνολο των μερών και ότι η διαδικασία έρευνας και ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων πραγματοποιείται αρχικώς μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Ανέφερα τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Οι δύο άλλοι ισχυρισμοί τους οποίους επικρίνει η Scott, μολονότι δεν είναι αφ’ εαυτών επαρκείς για να θεμελιώσουν το συμπέρασμα αυτό, συνάδουν πλήρως με αυτό και τείνουν να το επιβεβαιώσουν.
Συμπέρασμα για τα σημεία 58 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
97. Καταλήγω, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι η συλλογιστική που απορρέει από τις σκέψεις 58 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθή και επαρκής για να οδηγήσει στο επίσης ορθό συμπέρασμα ότι η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 μπορεί να διακοπεί με αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής προς το οικείο κράτος μέλος και ότι η διακοπή αυτή παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι όλων των μερών, ακόμη και αν ο δικαιούχος της επίδικης ενισχύσεως δεν έχει ενημερωθεί για την αίτηση αυτή.
98. Φρονώ ότι αυτό αρκεί για να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν κάποια αξιοσημείωτα επιχειρήματα σχετικά με τις σκέψεις 61 και 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία μπορούν να εξεταστούν συνοπτικά.
Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη
99. Με τη σκέψη 61, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, η Scott δεν μπορούσε να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το νομότυπο της ενισχύσεως και ότι κάθε επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιώνεται ότι έχει τηρηθεί η διαδικασία αυτή.
100. Η Scott υποστηρίζει ότι, αν η απουσία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς το νομότυπο της ενισχύσεως αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής της προθεσμίας παραγραφής, στην πράξη δεν θα μπορούσε ποτέ να ισχύσει η προθεσμία αυτή, εφόσον εξ ορισμού εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, ως προς το νομότυπο των οποίων ο αποδέκτης της ενισχύσεως δεν μπορεί να έχει ουδεμία δικαιολογημένη πεποίθηση. Επομένως, κατά την άποψη της Scott, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι η ύπαρξη ή η απουσία τέτοιας πεποίθησης ασκεί επιρροή για την εφαρμογή του άρθρου 15.
101. Συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό την άποψη της Scott. Η αναφορά στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να ενταχθεί σε πλαίσιο στο οποίο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου, αποκλείεται η ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
102. Εντούτοις, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ο εν λόγω συλλογισμός δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, εκτός και αν αυτός συνιστά αναγκαίο στοιχείο της συλλογιστικής βάσει της οποίας το Πρωτοδικείο καταλήγει στο νομικό του συμπέρασμα και, όπως ρητά προανέφερα, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό με τη σκέψη 60 ανεξαρτήτως του συλλογισμού αυτού και με επαρκή αιτιολογία.
103. Επομένως, η αναφορά στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο πλαίσιο αυτό, όπως υποστηρίζει η Scott, δεν επηρεάζει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, δεν επηρεάζει ούτε την αίτηση αναιρέσεως.
104. Πάντως, θα ήθελα να επισημάνω ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου υπενθύμιση ότι κάθε επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιώνεται ότι έχει τηρηθεί η διαδικασία αυτή δεν είναι αδιάφορο ως γενική παρατήρηση στο πλαίσιο του άρθρου 15, ειδικώς λαμβανομένων υπόψη των ανησυχιών της Scott όσον αφορά την ενημέρωση του δικαιούχου σε σχέση με το γεγονός που επιφέρει διακοπή της προθεσμίας. Ένας επιμελής επιχειρηματίας, που έχει μεν αποδείξει ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά επιθυμεί να προσπαθήσει να δικαιωθεί κατά τη λήξη της προθεσμίας παραγραφής, ενδέχεται να ζητήσει να ενημερωθεί από το οικείο κράτος μέλος, όσο πλησιάζει η λήξη της προθεσμίας, σχετικά με το αν η Επιτροπή προέβη σε διακοπτική της προθεσμίας παραγραφής πράξη (20).
Ασφάλεια δικαίου πριν από τη θέσπιση προθεσμίας παραγραφής
105. Με τη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο είπε ότι, πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 659/1999, η Scott δεν μπορούσε να επικαλεστεί ασφάλεια δικαίου σε σχέση με την παραγραφή των αξιώσεων ως προς μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση που είχε χορηγηθεί το 1987 και ότι η διαπίστωση ότι η προθεσμία είχε διακοπεί λόγω της αιτήσεως της Επιτροπής δεν μπορούσε να θίξει την ασφάλεια δικαίου έναντι της Scott.
106. Η Scott εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι ο παράγοντας αυτός ήταν λυσιτελής και η δήλωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το προηγούμενο συμπέρασμα κατά το οποίο ο κανονισμός έπρεπε να εφαρμοστεί στα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά συνέβησαν στις 12 Ιουλίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, καθότι η 31η Αυγούστου 1987 έπρεπε να θεωρηθεί ως ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής.
107. Συμφωνώ ότι, όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου (21), η δήλωση της σκέψεως 62 δεν αποτελεί αναγκαίο στάδιο της συλλογιστικής που καταλήγει στο συμπέρασμα της σκέψεως 60, –όπως μπορεί εξάλλου να συναχθεί από το γεγονός ότι αναφέρεται μετά το συμπέρασμα αυτό. Εντούτοις, δεν είναι αδιάφορο ως γενική παρατήρηση, δεδομένου ότι, αν η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής λόγω της αιτήσεως της Επιτροπής συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ήταν ενδεχομένως αναγκαία μια διαφορετική ανάλυση.
108. Επιπλέον, όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός τονίζει απλώς το γεγονός ότι, υπό τις ασυνήθεις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, η ασφάλεια δικαίου ως προς την εφαρμογή της προθεσμίας παραγραφής γεννήθηκε μόλις στις 16 Απριλίου 1999, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 659/1999. Τούτο τελεί σε πλήρη συμφωνία με το προηγούμενο συμπέρασμα που αφορά την εφαρμογή της προθεσμίας παραγραφής. Εφόσον η Scott είχε ενημερωθεί για τη διακοπτική της παραγραφής πράξη πριν από τη γένεση της ασφάλειας δικαίου, ακόμη και αν η Scott ορθώς επέμεινε ως προς την ανάγκη ενημερώσεως του δικαιούχου, τα επιχειρήματά της θα ήταν μάταια υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως. Συγκεκριμένα, μπορεί συνοπτικά να σημειωθεί ότι η ασφάλεια δικαίου που γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1999 κάλυπτε την πεποίθηση ότι η προθεσμία παραγραφής είχε διακοπεί στις 17 Ιανουαρίου 1997.
109. Κατά συνέπεια, κανένα στοιχείο των σκέψεων 61 και 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή των ισχυρισμών της Scott σχετικά με τις σκέψεις αυτές δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της αποφάσεως.
Αναπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο – δικαστικά έξοδα
110. Σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως, μπορεί το Πρωτοδικείο να αποφανθεί οριστικά επί της πρωτόδικης προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.
111. Στην υπό κρίση υπόθεση, σκοπός της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν η οριστική επίλυση της διαφοράς, αλλά η εξέταση ενός μόνο ζητήματος. Η διαδικασία συνεχίστηκε κατά τα λοιπά και στη συνέχεια ανεστάλη μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, –η οποία ενδέχεται να προκαλεί έκπληξη, καθότι φαίνεται να οδηγεί σε νέα και σχετικά καθυστερημένη εξέταση των σημαντικών ζητημάτων, εκτός αν η αίτηση αναιρέσεως της Scott κριθεί βάσιμη–, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς.
112. Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, εν απουσία αιτημάτων ως προς τα δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του.
113. Στην υπό κρίση υπόθεση, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν διατύπωσε αίτημα ως προς τα δικαστικά έξοδα, οπότε κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα έξοδά του.
Τελικές παρατηρήσεις – πρακτικές εκτιμήσεις
114. Αρκετές πτυχές της παρούσας υποθέσεως έχουν μάλλον περίεργο χαρακτήρα, αν ληφθεί υπόψη ότι αντικείμενό της είναι αν, σε σχέση με την ασφάλεια δικαίου, ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο δικαιούχος γνωρίζει ή αγνοεί κάποια πράξη της Επιτροπής που θεωρείται ότι διακόπτει την προθεσμία παραγραφής, εφόσον η προθεσμία αυτή έχει στην πραγματικότητα ταχθεί με νομοθεσία που θεσπίστηκε έπειτα από όλες τις συναφείς ημερομηνίες.
115. Υπό τις συνθήκες αυτές, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι οποιοδήποτε γεγονός, ή η γνώση ενός τέτοιου γεγονότος, μπορούσε να δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου πριν από τις 16 Απριλίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία θεσπίστηκε η προθεσμία παραγραφής.
116. Πρότεινα (22) ότι θα ήταν ενδεχομένως ορθό να θεωρηθεί ότι η προθεσμία παραγραφής δεν έχει εφαρμογή σε όλες τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, προσέγγιση η οποία θα οδηγούσε στην πραγματικότητα στο ίδιο αποτέλεσμα όπως και το συμπέρασμα ότι η Scott δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη λήξη της προθεσμίας, καθότι αυτή είχε διακοπεί.
117. Εντούτοις, δεδομένου ότι η ύπαρξη των σχετικών διαδικαστικών κανόνων είναι γνωστή, η γνώση των πράξεων της Επιτροπής έχει προφανώς μεγάλη πρακτική σημασία για τον αποδέκτη μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως ακόμη και αν, όπως επισήμανα στην ανάλυσή μου, δεν ασκεί νομική επιρροή.
118. Συναφώς, θεωρώ ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του κανονισμού 659/1999, εναπόκειται στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της ορθής διοικητικής πρακτικής, να γνωστοποιεί στους δικαιούχους οποιεσδήποτε πράξεις ενδέχεται να διακόψουν την προθεσμία παραγραφής, ειδικώς αν η περίοδος αυτή πλησιάζει στη λήξη της και ενδέχεται ο δικαιούχος να μην ενημερωθεί με άλλο τρόπο για την πράξη αυτή πριν από τη λήξη της προθεσμίας.
119. Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να γίνει με μια απλή συντομότατη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής προέβαλε σειρά λόγων για τους οποίους, κατά την άποψή του, η διαδικασία αυτή δεν είναι τόσο πρακτική όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι οι δυσχέρειες είναι τόσο σημαντικές όσο τις παρουσίασε. Μια σύντομη ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα συνιστά ένα απλό και πρακτικό βήμα που θα απέτρεπε προβλήματα όπως αυτά που επισημαίνει η Scott.
Πρόταση
120. Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των ζητημάτων που δεν εξέτασε με την απόφασή του, και ότι οι διάδικοι πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, T‑366/00, Scott κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-1763).
3 – ΕΕ L 83, σ. 1.
4 – Βλ., ειδικώς, τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του προοιμίου.
5 – Η παρούσα υποσημείωση αφορά μόνον το αγγλικό κείμενο των προτάσεων.
6 – Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑126/96 και T‑127/96, BFM κατά Επιτροπής (Συλογή 1998, σ. II-3437, σκέψεις 67 έως 69).
7 – Αιτιολογική σκέψη 14.
8 – ΕΕ 1998 C 301, σ. 4.
9 – Σχετική με την ενίσχυση που είχε χορηγήσει η Γαλλία υπέρ της Scott Paper SA Kimberly-Clark (ΕΕ 2002, L 12, σ. 1).
10 – Βλ. σημεία 219 έως 224 της αποφάσεως.
11 – Προφανώς πρόκειται για παραδρομή· το έγγραφο είναι της 17ης Ιανουαρίου.
12 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, συγκεκριμένα σ. 453)· οι προτάσεις αφορούσαν επίσης τις υποθέσεις 44/69, Buchler κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 457), και 45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 461).
13 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241).
14 – C-99/98, Συλλογή 2001, σ. Ι -1101, σημεία 27 και 28.
15 – Η χρήση της προθέσεως «in» στα αγγλικά, στο τμήμα της φράσεως «possibilities in which third parties have to defend their interests» δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πλειονότητα των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων που κάνουν λόγο για τις δυνατότητες τις οποίες έχουν οι ενδιαφερόμενοι για να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους.
16 – Βλ. σημείο 69 ανωτέρω.
17 – Βλ., κατωτέρω, τις τελικές παρατηρήσεις μου στα σημεία 114 επ.
18 – Πρόταση κανονισμού (EK) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ [COM(98) 73 τελικό, ΕΕ 1998 C 116, σ. 13].
19 – Βλ. σημείο 55 ανωτέρω.
20 – Βλ., επίσης, σημείο 84 ανωτέρω και σημεία 114 επ. κατωτέρω.
21 – Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε επίσης, συναφώς, στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, αλλά η Scott περιορίζει τον ισχυρισμό της στην επίκληση της ασφάλειας δικαίου. Η εκτίμησή μου πάντως ισχύει κατ’ αναλογία και στη δήλωση σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
22 – Βλ. σημεία 45 επ.
Full & Egal Universal Law Academy