ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-293/03
Gregorio MY
κατά
Office National des Pensions (ONP)
[αίτηση του Tribunal du travail de Bruxelles (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Άρθρο 39 ΕΚ – Κοινοτικοί υπάλληλοι – Πρόωρη σύνταξη – Συνυπολογισμός των περιόδων επαγγελματικής δραστηριότητας στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Εθνική ρύθμιση – Άρνηση – Άρθρο 10 ΕΚ – Κανονισμός Yπηρεσιακής Kαταστάσεως των υπαλλήλων – Νομιμότητα»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο ένα προδικαστικό ερώτημα που αφορά το συνταξιοδοτικό σύστημα των μισθωτών των κοινοτικών οργάνων και το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από το Tribunal du travail de Bruxelles (στο εξής: Tribunal du travail de Bruxelles).
2. Ουσιαστικώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει μια εθνική ρύθμιση που δεν επιτρέπει, ως προς τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως, να λαμβάνονται υπόψη έτη επαγγελματικής δραστηριότητας που διήνυσε κοινοτικός υπήκοος στην υπηρεσία κοινοτικού οργάνου.
II – Νομικό πλαίσιο
Οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
3. Η παρούσα υπόθεση έχει σχέση, καταρχάς, με την εφαρμογή του άρθρου 39 ΕΚ, το οποίο, όπως είναι παγκοίνως γνωστό, εξαγγέλλει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και, στην παράγραφο 2, απαγορεύει «κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας».
4. Πρέπει, επίσης, μεταξύ των διατάξεων του παραγώγου δικαίου, να αναφερθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός 1612/68) (2).
5. Δυνάμει του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
[…]»
6. Πρέπει, εξάλλου, να υπομνησθεί ο θεσπισθείς δυνάμει του άρθρου 42 ΕΚ κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί με τον πρόσφατο κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (στο εξής: κανονισμός 1408/98) (3).
7. Δυνάμει του άρθρου 2 αυτού του κανονισμού:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για εργαζόμενους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους και για τους επιζώντες τους».
8. Τέλος, πρέπει να παρατεθεί το άρθρο 11 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που θεσπίσθηκε δυνάμει του άρθρου 283 ΕΚ, στο οποίο διευκρινίζεται ότι:
«1. Ο υπάλληλος του οποίου λήγουν τα καθήκοντα για:
– να εισέλθει στην υπηρεσία διοικήσεως ή εθνικού ή διεθνούς οργανισμού που έχει συνάψει συμφωνία με τις Κοινότητες,
– να ασκήσει μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα από την οποία αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε σύστημα, οι διαχειριστικοί οργανισμοί του οποίου έχουν συνάψει συμφωνία με τις Κοινότητες,
δικαιούται να μεταφέρει στο ταμείο συντάξεων αυτής της διοικήσεως ή αυτού του οργανισμού ή στο ταμείο στο οποίο ο υπάλληλος αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα αρχαιότητας βάσει μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας, το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στην ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς, των δικαιωμάτων του συντάξεως αρχαιότητας που έχει αποκτήσει στις Κοινότητες.
2. Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων:
– μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή
– μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας
δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στο χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων.»
Το εθνικό δίκαιο
9. Στο άρθρο 3 του νόμου της 21ης Μαΐου 1991, περί ρυθμίσεως ορισμένων σχέσεων μεταξύ των βελγικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και αυτών των οργανισμών διεθνούς δημοσίου δικαίου, διευκρινίζεται ότι «κάθε υπάλληλος μπορεί, συμφωνούντος του αρμόδιου οργανισμού, να ζητήσει την καταβολή στον οργανισμό του ποσού της συντάξεως γήρατος που συνδέεται με τις πριν από την είσοδό του στον οργανισμό υπηρεσίες και περιόδους» (4).
10. Δυνάμει του άρθρου 9 αυτού του νόμου, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί εντούτοις να ανακαλέσει την αίτησή του μεταφοράς του ποσού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που βαρύνει το βελγικό σύστημα. Η ανάκληση αυτή είναι οριστική και αμετάκλητη.
11. Αντιθέτως, το βελγικό εθνικό σύστημα δεν επέτρεπε, αρχικώς, τη μεταφορά του ποσού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει ο υπάλληλος των κοινοτικών οργάνων από το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα στο βελγικό σύστημα.
12. Η απαγόρευση αυτή ήρθη με τον πρόσφατο νόμο της 10ης Φεβρουαρίου 2003, δυνάμει του οποίου στους μόνιμους και μη μόνιμους υπαλλήλους που παύουν να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε «κοινοτικό όργανο» για να ασκήσουν μια νέα επαγγελματική δραστηριότητα, ως εκ της οποίας γεννώνται συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά το βελγικό σύστημα, παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσουν τη μεταφορά του ποσού της συντάξεώς τους από το κοινοτικό σύστημα στο βελγικό σύστημα ( άρθρο 14).
13. Το άρθρο 29 του νόμου της 10ης Φεβρουαρίου 2003 ορίζει ότι «ο παρών νόμος παράγει τα αποτελέσματά του από την 1η Ιανουαρίου 2000 και έχει εφαρμογή στις αιτήσεις μεταφοράς που υποβάλλονται από αυτή την ημερομηνία […]».
14. Η διάταξη όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996, δυνάμει του οποίου «η δυνατότητα πρόωρης συντάξεως […] εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει σταδιοδρομία τουλάχιστον 35 ημερολογιακών ετών που μπορούν να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικά δικαιώματα δυνάμει του παρόντος διατάγματος, δυνάμει του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990, δυνάμει του βασιλικού διατάγματος 50, δυνάμει του βελγικού συστήματος εργατών, υπαλλήλων, εργαζομένων σε ορυχεία, ναυτικών ή αυτοαπασχολούμενων, δυνάμει του βελγικού συστήματος που έχει εφαρμογή στο προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών ή στην Εθνική Εταιρία των Βελγικών Σιδηροδρόμων ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου προβλεπόμενου από τον νόμο βελγικού συστήματος» (5).
III – Περιστατικά και διαδικασία
15. Ο G. My είναι Ιταλός υπήκοος που αφίχθηκε στο Βέλγιο όταν ήταν 9 ετών. Άρχισε να εργάζεται σ’ αυτή τη χώρα στην ηλικία των 15 ετών.
16. Το 1974, αφού εργάστηκε επί 19 έτη ως μισθωτός σε διάφορες βελγικές εταιρίες, ο G. My εισήλθε ως μόνιμος υπάλληλος στην υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπου εργάστηκε επί 27 έτη έως στις 31 Μαΐου 2001.
17. Τον Μάρτιο του 1992, ο G. My ζήτησε από το Office national des pensions (Εθνικό Ταμείο Συντάξεων) (στο εξής: ONP), κατ’ εφαρμογήν του βελγικού νόμου της 21ης Μαΐου 1991, τη μεταφορά του ποσού συντάξεως που βαρύνει το βελγικό σύστημα στο συνταξιοδοτικό σύστημα των κοινοτικών οργάνων. Τον Οκτώβριο του 1992, το ONP του γνωστοποίησε το ποσό συντάξεως που μπορούσε να μεταφερθεί.
18. Ο G. My αποφάσισε στη συνέχεια να παραιτηθεί από την αίτησή του, πράγμα που το Συμβούλιο ανακοίνωσε στο ONP με συστημένη επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 2000, πληροφορώντας το επί πλέον για το γεγονός ότι, συνεπεία του άρθρου 9 του νόμου της 21ης Μαΐου 1991, η παραίτηση αυτή κατέστη οριστική.
19. Το ONP πληροφόρησε τον G. My για την επιστολή αυτή στις 17 Οκτωβρίου 2000.
20. Κατόπιν της ανακοινώσεως του Συμβουλίου, ο G. My ζήτησε, στις 20 Οκτωβρίου 2000, να του χορηγηθεί πρόωρη σύνταξη βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996.
21. Με απόφαση της 2ας Μαΐου 2001, το ONP, μη αναγνωρίζοντας τα προηγούμενα έτη εργασίας του G. My στην υπηρεσία του Συμβουλίου, απέρριψε την εν λόγω αίτηση, θεωρώντας ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε τα 35 έτη υπηρεσίας που απαιτούνται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996, προκειμένου να του χορηγηθεί πρόωρη σύνταξη.
22. Με δικόγραφο που κατέθεσε στο Tribunal du travail de Bruxelles στις 18 Μαΐου 2001, ο G. My αμφισβήτησε τη νομιμότητα της αρνητικής αυτής αποφάσεως.
23. Το Tribunal du travail de Bruxelles, έχοντας αμφιβολίες ως προς το συμβατό του νόμου της 21ης Μαΐου 1991 και του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996 προς το κοινοτικό δίκαιο, υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Δεν αντιβαίνουν εθνικές διατάξεις, όπως ο βελγικός νόμος της 21ης Μαΐου 1991 (περί καθορισμού ορισμένων σχέσεων μεταξύ των βελγικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και των αυτών των οργανισμών δημοσίου διεθνούς δικαίου) και το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996 (περί εφαρμογής των άρθρων 15, 16 και 17 του νόμου της 26ης Ιουλίου 1996, περί εκσυγχρονισμού της κοινωνικής ασφαλίσεως και διασφαλίσεως της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων), ή το άρθρο 11 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα, κατόπιν τροποποιήσεώς τους με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, προς τα άρθρα 2, 3, 17, 18, 39, 40, 42 και 283 ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος:
α) κατά το μέτρο που οι εθνικές αυτές διατάξεις και ο ΚΥΚ δεν επιτρέπουν σε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ο ενάγων, ο οποίος εργάστηκε διαδοχικά σε επιχείρηση ή σε εθνική δημόσια υπηρεσία και στη δημόσια διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή αντιστρόφως, να συγκρίνει τα συνταξιοδοτικά πλεονεκτήματα που θα αποκτούσε σε κάθε σύστημα, εθνικό ή κοινοτικό, με μεταφορά των αποκτηθέντων βάσει του ετέρου συστήματος δικαιωμάτων, και να ζητήσει, βάσει αυτής της συγκρίσεως, τη μεταφορά αυτών των δικαιωμάτων είτε από το εθνικό σύστημα στο κοινοτικό σύστημα είτε, αντιστρόφως, από το κοινοτικό σύστημα στο εθνικό σύστημα,
β) κατά το μέτρο που οι διατάξεις αυτές, ορίζοντας ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παραιτηθεί ρητώς από τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων από το βελγικό σύστημα στο κοινοτικό ή ευνοώντας ανάλογη διοικητική πρακτική, χωρίς να έχει προηγηθεί η προαναφερθείσα σύγκριση, οδηγούν ή μπορούν να οδηγήσουν τον ενδιαφερόμενο σε εσφαλμένη επιλογή,
γ) και κατά το μέτρο που οι εθνικές αυτές διατάξεις δεν επιτρέπουν να συνυπολογιστούν, για τη χορήγηση από το κράτος μέλος πρόωρης συντάξεως, τα έτη κατά τα οποία ο ενδιαφερόμενος εργάστηκε ως υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»
24. Στο πλαίσιο της υπ’ αυτές τις συνθήκες κινηθείσας διαδικασίας, παρατηρήσεις κατέθεσαν ο G. My, το ONP, η Επιτροπή, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Ελληνική Δημοκρατία.
25. Ο G. My, το ONP και η Επιτροπή παρενέβησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιουνίου 2004.
IV – Νομική ανάλυση
Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος
26. Πριν εξετασθεί κατ’ ουσίαν το ερώτημα που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να δοθεί απάντηση στις ενστάσεις απαραδέκτου που προτείνουν, ποικιλοτρόπως, οι Κάτω Χώρες, το ΟΝΡ και η Επιτροπή.
27. α) Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η διάταξη περί παραπομπής παραθέτει ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης. Είναι αδύνατον επομένως να γίνει πλήρως αντιληπτό το περιεχόμενο του προδικαστικού ερωτήματος.
28. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η εν προκειμένω διαφορά φαίνεται να αφορά τα συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, ενώ το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται σε εθνική ρύθμιση που αφορά τα προβλεπόμενα από τον νόμο συνταξιοδοτικά συστήματα. Εξάλλου, δεν διευκρινίζεται στη διάταξη πώς οργανώνει το βελγικό σύστημα τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
29. Σπεύδω να τονίσω ότι δεν νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση που προτείνει η Ολλανδική Κυβέρνηση. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στο εθνικό δικαστήριο να περιγράφει με επαρκή σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της διαφοράς έχει ως κύριο σκοπό να επιτρέψει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία να είναι επωφελής για το αιτούν δικαστήριο (6) και να παράσχει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να διατυπώσουν τη γνώμη τους επί του υποβαλλομένου ερωτήματος και να καταθέσουν γραπτές παρατηρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου (7).
30. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η διάταξη περί παραπομπής παρουσιάζει ορισμένα κενά: όντως, τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της διαφοράς, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να απευθυνθεί στο Δικαστήριο, περιγράφονται όντως συνοπτικώς.
31. Εντούτοις, ακόμη και τα ισχνά πληροφοριακά στοιχεία που περιέχει επέτρεψαν στην Ελληνική Κυβέρνηση και στην ίδια την Ολλανδική Κυβέρνηση να καταθέσουν γραπτές παρατηρήσεις επί της ουσίας του προδικαστικού ερωτήματος όσον αφορά τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
32. Επί πλέον, τα στοιχεία που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής συμπληρώθηκαν με τη δικογραφία που διαβιβάσθηκε από το εθνικό δικαστήριο και με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν τα μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου. Το σύνολο αυτών των στοιχείων ανακοινώθηκε στη συνέχεια στα κράτη μέλη και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη ενόψει της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατά τη διάρκεια της οποίας μπόρεσαν να συμπληρώσουν τις παρατηρήσεις τους και να λάβουν σαφέστερα θέση επί του ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
33. Όλα αυτά επιτρέπουν το συμπέρασμα, υπό το φως ιδίως της νομολογίας του Δικαστηρίου (8), ότι το Δικαστήριο έλαβε επαρκή γνώση του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς της κύριας δίκης για να μπορέσει να κρίνει αν μια ρύθμιση όπως η βελγική ρύθμιση συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
34. Προτείνω, επομένως, να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προτείνει η Ολλανδική Κυβέρνηση.
35. β) Το ONP θεωρεί ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, από άλλης απόψεως, διότι κατέστη άνευ αντικειμένου κατόπιν της ψηφίσεως του νόμου της 10ης Φεβρουαρίου 2003.
36. Κατ’ αυτό, ο εν λόγω νόμος προβλέπει για τους μισθωτούς των κοινοτικών οργάνων το δικαίωμα να ζητήσουν τη μεταφορά του ποσού της συντάξεώς τους από το κοινοτικό σύστημα στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα, καθιστώντας έτσι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη, για τους σκοπούς του συνυπολογισμού των περιόδων καταβολής εισφορών, τα μεταφερόμενα χρονικά διαστήματα εργασίας.
37. Το ONP υποχρεούται επομένως να λάβει υπόψη το χρονικό διάστημα εργασίας του G. My στο Συμβούλιο, πράγμα που συνεπάγεται το δικαίωμά του να του αναγνωρισθεί η πρόωρη σύνταξη που ζήτησε.
38. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιουνίου 2004, το ONP επιβεβαίωσε την άποψή του. Η Επιτροπή, αντιθέτως, εξέφρασε ορισμένες αμφιβολίες, κατ’ εμέ ορθώς, ως προς το ότι ο νόμος της 10ης Φεβρουαρίου 2003 έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
39. Οι αμφιβολίες αυτές αφορούν κυρίως το πεδίο εφαρμογής ratione materiae και ratione temporis του νόμου της 10ης Φεβρουαρίου 2003.
40. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, υπογραμμίζω ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, φαίνεται ότι ο νόμος της 10ης Φεβρουαρίου 2003 έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ένας κοινοτικός υπήκοος ζητεί τη μεταφορά του ποσού της συντάξεως που δικαιούται συνεπεία της υπηρεσίας του στα κοινοτικά όργανα από το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Αντιθέτως, ο εν λόγω νόμος δεν φαίνεται να επιβάλλει στις βελγικές αρχές την υποχρέωση να λαμβάνουν επίσης υπόψη το χρονικό διάστημα εργασίας του κοινοτικού υπηκόου στην υπηρεσία των οργάνων για τους σκοπούς του συνυπολογισμού των περιόδων καταβολής εισφορών.
41. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο G. My δεν ζήτησε από το ONP τη μεταφορά του ποσού της συντάξεώς του, την οποία δικαιούται ως εκ της εργασίας του στο Συμβούλιο από το κοινοτικό στο βελγικό σύστημα. Πράγματι, ο G. My περιορίστηκε στην υποβολή αιτήσεως πρόωρης σύνταξης.
42. Εντούτοις, ακόμη κι αν ο νόμος της 10ης Φεβρουαρίου 2003 είχε εφαρμογή στις αιτήσεις συνυπολογισμού των περιόδων καταβολής εισφορών, προς τον σκοπό πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, θα ετίθετο το πρόβλημα της διαχρονικής του εφαρμογής.
43. Πράγματι, ο εν λόγω νόμος, δυνάμει του άρθρου 29 αυτού, άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2002 και έχει εφαρμογή αποκλειστικώς στις αιτήσεις μεταφοράς του ποσού της συντάξεως που έχουν υποβληθεί μετά την ημερομηνία αυτή.
44. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο G. My υπέβαλε την αίτησή του πρόωρης συνταξιοδοτήσεως στις 20 Οκτωβρίου 2000, ήτοι ενάμισι έτος πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου της 10ης Φεβρουαρίου 2003.
45. Κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το ONP έκανε μνεία μιας διοικητικής πρακτικής, κατά την οποία η νέα ρύθμιση μπορούσε να εφαρμόζεται ακόμη και στις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002 για την περίπτωση κατά την οποία για τις εν λόγω αιτήσεις δεν θα είχε εκδοθεί οριστική απόφαση κατά την ημερομηνία αυτή.
46. Εντούτοις, τέτοιες ενδείξεις γενικής φύσεως δεν αρκούν για να καταστεί δυνατό να αγνοηθούν οι σαφείς διατάξεις του εν λόγω νόμου.
47. Εκτιμώ, επομένως, ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει με βεβαιότητα αν ο εν λόγω νόμος έχει όντως εφαρμογή εν προκειμένω και αν, κατά συνέπεια, παρέχει λύση στη διαφορά της κύριας δίκης. Αντιθέτως, τα διαθέσιμα στοιχεία οδηγούν μάλλον στο αντίθετο συμπέρασμα.
48. Επομένως, υπό το φως αυτών των σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την εκ μέρους του ΟΝΡ ένσταση απαραδέκτου.
49. γ) Τέλος, θα εξετάσω στη συνέχεια την ένσταση απαραδέκτου που προτείνει η Επιτροπή.
50. Συνοπτικώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί μόνον ως προς το τρίτο μέρος του προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο μια ρύθμιση που δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα έτη εργασίας ενός κοινοτικού υπηκόου στην υπηρεσία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προκειμένου αυτός να λάβει πρόωρη σύνταξη.
51. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, τα δύο πρώτα μέρη του προδικαστικού ερωτήματος δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της κύριας δίκης και, επομένως, στερούνται χρησιμότητας για το αιτούν δικαστήριο προκειμένου αυτό να λύσει την ενώπιόν του διαφορά.
52. Νομίζω ότι η ένσταση που προτείνει η Επιτροπή είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή.
53. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (9), ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής σκοπό έχει να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις για την απόφασή του επί της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς. Με άλλα λόγια, ο σκοπός του συστήματος συνεργασίας που δημιουργήθηκε με την προδικαστική παραπομπή δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών από τον κοινοτικό δικαστή, αλλά στη συμβολή επιλύσεως μιας πραγματικής και ενεστώσας διαφοράς (10).
54. Όπως διαπίστωσα, ο G. My ουδέποτε ζήτησε, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, τη μεταφορά του ποσού της ως εκ της υπηρεσίας του στο Συμβούλιο συντάξεώς του από το κοινοτικό σύστημα στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Ζήτησε απλώς να τύχει πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και αμφισβήτησε τη νομιμότητα της αποφάσεως του ONP να μη συνυπολογίσει τα 27 έτη εργασίας που συμπλήρωσε ως μόνιμος υπάλληλος στο Συμβούλιο για τον υπολογισμό των 35 ημερολογιακών ετών σταδιοδρομίας που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996, προκειμένου να τύχει της εν λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης.
55. Κατά συνέπεια, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αποκλειστικώς την ύπαρξη υποχρεώσεως των βελγικών αρχών να προβούν στον συνυπολογισμό των περιόδων καταβολής εισφορών που συμπλήρωσε ο G. My υπό το βελγικό καθεστώς και υπό το συνταξιοδοτικό καθεστώς των κοινοτικών οργάνων.
56. Υπό το φως αυτών των σκέψεων, νομίζω ότι μόνον το τρίτο μέρος του ερωτήματος που υποβάλλεται με τη διάταξη περί παραπομπής είναι πράγματι ουσιώδες και μόνον απαντώντας σ’ αυτό το μέρος του προδικαστικού ερωτήματος το Δικαστήριο θα μπορέσει να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες πράγματι απαντήσεις για τη λύση της ενώπιόν του διαφοράς.
57. Θεωρώ, επομένως, ότι το Δικαστήριο δεν οφείλει να απαντήσει στα δύο πρώτα μέρη του προδικαστικού ερωτήματος.
Επί του αντικειμένου του τρίτου μέρους του προδικαστικού ερωτήματος
58. Περιοριζόμενος έτσι σ’ αυτό το μέρος του προδικαστικού ερωτήματος, θα προβώ στην εξέτασή του υπό την έποψη, επί του παρόντος, της διατάξεως περί παραπομπής και επιφυλασσόμενος, επομένως, να παράσχω αργότερα περισσότερες διευκρινίσεις.
59. Υπ’ αυτό το πρίσμα, παρατηρώ καταρχάς ότι η Επιτροπή θεωρεί, ορθώς, ότι ενδείκνυται να διευκρινισθεί καλύτερα το υποβληθέν ερώτημα.
60. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει, στη διάταξή του περί παραπομπής, αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 23ης Δεκεμβρίου 1996 συμβιβάζεται με διάφορες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Συναφώς, παραθέτει τα άρθρα 2, 3, 17, 18, 39, 40, 42 και 283 ΕΚ, καθώς και το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68.
61. Στην πραγματικότητα όμως, με εξαίρεση το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, οι άλλες διατάξεις, κατά τη γνώμη μου, στερούνται σημασίας στην παρούσα υπόθεση.
62. Ως προς τα άρθρα 2 ΕΚ και 3 ΕΚ, υπενθυμίζω ότι, κατά το σταθερό δίδαγμα της κοινοτικής νομολογίας (11), οι διατάξεις αυτές δεν δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο και πλήρες σύστημα, αλλά περιέχουν απλώς τους γενικούς σκοπούς που η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να επιδιώκουν. Τα άρθρα αυτά επομένως μπορούν το πολύ να τυγχάνουν επικλήσεως για ερμηνευτικούς σκοπούς, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της Συνθήκης που υλοποιούν το περιεχόμενό τους (12).
63. Ομοίως, τα άρθρα 40 ΕΚ και 42 ΕΚ ουδόλως θεσπίζουν ένα ουσιαστικό καθεστώς. Τα άρθρα αυτά περιορίζονται πράγματι να χρησιμεύουν ως νομικό έρεισμα για τη θέσπιση, από το Συμβούλιο, των αναγκαίων μέτρων για την πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που προβλέπεται στο άρθρο 39 ΕΚ. Το ίδιο συμβαίνει με το άρθρο 283 ΕΚ, το οποίο περιορίζεται στην παροχή εξουσίας στο Συμβούλιο για τη θέσπιση του «Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο Λοιπό Προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών».
64. Τέλος, όσον αφορά το άρθρο 18 ΕΚ, υπενθυμίζω ότι με αυτό εξαγγέλλεται γενικώς το δικαίωμα, για κάθε πολίτη της Ενώσεως, να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών. Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή αποκλειστικώς στις καταστάσεις οι οποίες, καίτοι περιλαμβάνονται στο ratione materiae καιratione personae πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, δεν υπάγονται συνεπεία αυτού σε καμία ειδική ρύθμιση στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας (13). Εφόσον η εν προκειμένω περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 ΕΚ, το οποίο ακριβώς διέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, αυτό επομένως είναι η εν προκειμένω ασκούσα επιρροή διάταξη και όχι το άρθρο 18 ΕΚ. Ανάλογες σκέψεις μπορούν να διατυπωθούν ως προς το άρθρο 17 ΕΚ.
65. Τελικώς, μεταξύ των διαφόρων διατάξεων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο η μόνη ασκούσα εν προκειμένω επιρροή –το υπενθυμίζω, υπό την έποψη της διατάξεως περί παραπομπής– είναι το άρθρο 39 ΕΚ. Πράγματι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο G. My, Ιταλός υπήκοος, μετέβη σε άλλο κράτος μέλος, ήτοι στο Βέλγιο, όπου άσκησε δραστηριότητα μισθωτού εργαζομένου, κατ’ αρχάς σε διάφορες βελγικές εταιρίες, κατόπιν δε στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
66. Απομένει πάντως να ερευνηθεί, και συμφωνώ με την Επιτροπή, αν ο κανονισμός 1408/71 μπορεί επίσης να έχει σημασία για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, ο οποίος κανονισμός, μολονότι δεν τον αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, θα μπορούσε πάντως να παρουσιάζει ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση, καθόσον θέτει ακριβώς σε εφαρμογή την αρχή του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως που εξαγγέλλεται με το άρθρο 42 ΕΚ.
67. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι ο εν λόγω κανονισμός είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω.
68. Πρώτον, δεν είναι βέβαιον ότι ο εν λόγω κανονισμός μπορούσε να έχει εφαρμογή, πριν από την τροποποίησή του με τον κανονισμό 883/2004, της 29ης Απριλίου 2004, σε πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Πράγματι, μόνον κατόπιν της εν λόγω τροποποιήσεως οι «παροχές προσύνταξης» περιελήφθησαν ρητώς στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (άρθρο 4) (14).
69. Δεύτερον, όπως είδαμε, (ανωτέρω, σημείο 7), το ratione personae πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 περιορίζεται εν πάση περιπτώσει στους «εργαζόμενους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη […]».
70. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, με την απόφαση Ferlini, έκρινε ότι «οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τα μέλη της οικογένειάς τους [...] δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εργαζόμενοι υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, δεν υπάγονται σε εθνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71» (15).
71. Με την ίδια απόφαση, πάντως, το Δικαστήριο αναγνώρισε στον υπάλληλο των Κοινοτήτων την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζομένου, κρίνοντας ότι «ο κοινοτικός υπήκοος που εργάζεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της καταγωγής του δεν χάνει την ιδιότητα του εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου [39, παράγραφος 1, ΕΚ], επειδή απασχολείται σε διεθνή οργανισμό, έστω και αν οι προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής του στη χώρα όπου εργάζεται ρυθμίζονται ειδικά από διεθνή σύμβαση» (16).
72. Επομένως, βάσει αυτών των σκέψεων, μπορεί, σύμφωνα και με την Επιτροπή, να συναχθεί ότι ο G. My, καίτοι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, υπάγεται εντούτοις στην ευρεία έννοια του εργαζομένου κατά το άρθρο 39 ΕΚ.
73. Κατόπιν αυτού, και υπό το φως όλων των ανωτέρω σκέψεων, νομίζω ότι το προδικαστικό ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί σαφέστερα υπό την έννοια ότι αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν εθνική νομοθεσία που δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη έτη εργασίας εργαζομένου σε όργανο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για τον υπολογισμό ετών επαγγελματικής δραστηριότητας που είναι αναγκαία προκειμένου να δικαιούται πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, όπως προβλέπεται από αυτή τη ρύθμιση (17).
Επί της ουσίας του προδικαστικού ερωτήματος
74. Στο ερώτημα αυτό απάντησαν καταφατικώς μόνον η Επιτροπή και ο G. My. Η Ολλανδική και η Ελληνική Κυβέρνηση, αντιθέτως, ασχολήθηκαν μόνο με τα δύο πρώτα μέρη του προδικαστικού ερωτήματος, τα οποία, όπως είπα πιο πάνω (σημεία 56 και 57), δεν ασκούν επιρροή επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
75. Όσον αφορά την άποψή μου, υπενθυμίζω κατ’ αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ασκήσεως, εκ μέρους των κοινοτικών υπηκόων, επαγγελματικών δραστηριοτήτων οποιασδήποτε φύσεως εντός του εδάφους της Κοινότητας και αποκλείουν μέτρα που θα μπορούσαν να αποβούν δυσμενή για τους εν λόγω υπηκόους που επιθυμούν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (18).
76. Κατά συνέπεια, το άρθρο 39 ΕΚ δεν απαγορεύει μόνον κάθε διάκριση, άμεση ή έμμεση, στηριζόμενη στην ιθαγένεια, αλλά και τις «εθνικές νομοθεσίες οι οποίες, καίτοι εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των οικείων εργαζομένων, συνεπάγονται περιορισμούς για την ελεύθερη κυκλοφορία αυτών» (19).
77. Νομίζω ότι στην υπόθεση που μας απασχολεί είναι αναμφισβήτητο ότι μια ρύθμιση όπως αυτή που αφορά η εν προκειμένω διαφορά εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας του εργαζομένου. Πράγματι, η εν λόγω ρύθμιση δεν επιφυλάσσει στους αλλοδαπούς εργαζομένους δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με εργαζομένους βελγικής ιθαγενείας: ούτε στους τελευταίους αυτούς θα αναγνωρίζονταν τα έτη εργασίας στην υπηρεσία των κοινοτικών οργάνων προκειμένου να τύχουν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
78. Εξάλλου, κατ’ εμέ, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η επίμαχη ρύθμιση, μολονότι δεν συνεπάγεται καμία άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας, μπορεί να εμποδίσει ή να περιορίσει, και επομένως να αποθαρρύνει, την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της Κοινότητας.
79. Συνεπεία μιας τέτοιας ρυθμίσεως, πράγματι, ο G. My και όλοι οι εργαζόμενοι των Κοινοτήτων που βρίσκονται σε ανάλογη κατάσταση υφίστανται ουσιαστικό μειονέκτημα δεδομένου ότι, συνεπεία απλώς και μόνον του γεγονότος της αποδοχής θέσεως εργασίας σε όργανο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, χάνουν τη δυνατότητα να τύχουν μιας συνταξιοδοτικής μεταχειρίσεως της οποίας άλλως θα δικαιούνταν. Αυτό όμως μπορεί ασφαλώς να επηρεάσει ευθέως την απόφαση των εν λόγω εργαζομένων να αποδέχονται θέση εργασίας σε κοινοτικό όργανο, όπως ακριβώς αυτό μπορεί να αποτρέψει έναν υπάλληλο των εν λόγω οργάνων να εγκαταλείψει τη θέση εργασίας του για να αναλάβει επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο εργοδότη στο Βέλγιο.
80. Διαγράφεται, με άλλα λόγια, μια κατάσταση κατ’ εικόνα αυτών που το Δικαστήριο δεν δίστασε να κρίνει αντίθετες προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπου μια εθνική ρύθμιση δεν ελάμβανε υπόψη τα έτη εργασίας ενός κοινοτικού εργαζομένου εντός άλλου κράτους μέλους (20). Στην παρούσα περίπτωση επίσης, όπως είδαμε, υφίσταται πράγματι ένα πολύ παρόμοιο εμπόδιο στην επιλογή του εργαζομένου να αποδέχεται μια θέση εργασίας.
81. Με δύο σημαντικές διαφορές, πάντως, σε σχέση με τις περιπτώσεις που συνήθως υποβάλλονται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό.
82. Η πρώτη διαφορά, λιγότερο αποφασιστικής και καθοριστικής σημασίας, είναι ότι δεν υφίσταται, εδώ, όπως το υπενθύμισα, διάκριση λόγω ιθαγένειας, δεδομένου ότι υπάρχει άρνηση χορηγήσεως συντάξεως, εντός του Βελγίου, σε όλους τους κοινοτικούς υπηκόους λόγω του γεγονότος και μόνον ότι αυτοί εργάστηκαν και για τα κοινοτικά όργανα.
83. Η δεύτερη διαφορά, πιο σημαντική και, εν μέρει, συνδεόμενη με την πρώτη, είναι ότι δεν υφίστανται αναγκαίως στοιχεία διασυνοριακού χαρακτήρα στις περιπτώσεις που μας ενδιαφέρουν. Πράγματι, δεδομένου ότι τα κοινοτικά όργανα δεν είναι κράτος μέλος, το γεγονός της αποδοχής θέσεως εργασίας σ’ αυτά δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διέλευση κρατικών συνόρων. Εν προκειμένω, ακριβώς, δεν είναι βέβαιον ότι ο G. My διέβη τέτοια σύνορα, δεδομένου ότι κατοικούσε ήδη και εργαζόταν στο Βέλγιο, πριν εργασθεί στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
84. Για να υπερνικήσει αυτή την αντίρρηση, η Επιτροπή τονίζει, υπενθυμίζοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου (21), ότι οι περιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρίζουν μια διάκριση στηριζόμενη στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός άλλων κρατών μελών. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 39 ΕΚ, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του και του γεγονότος ότι διασφαλίζει μια θεμελιώδη ελευθερία, θα πρέπει να νοείται ως διάταξη που απαγορεύει στα κράτη μέλη να δημιουργούν διακρίσεις στηριζόμενες στο γεγονός ότι, όπως εδώ, υπήκοος κράτους μέλους, αφού άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο, εργάστηκε για ένα κοινοτικό όργανο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά την άποψη της Επιτροπής, η διάκριση θα μπορούσε να αποφεύγεται μέσω εξομοιώσεως της περιόδου δραστηριότητας στην υπηρεσία αυτών των οργάνων προς χρονικό διάστημα εργασίας σε βελγική δημόσια υπηρεσία ή σε άλλο κράτος μέλος.
85. Μπορεί, εντούτοις, να τεθεί το ερώτημα αν η λύση αυτή είναι η πλέον κατάλληλη. Πράγματι, πρώτον, πρόκειται για μια, καθεαυτή, ιδιαιτέρως βεβιασμένη λύση και, εν πάση περιπτώσει, στηριζόμενη σε ένα πλάσμα και σε εξομοίωση επί αβεβαίου και συζητήσιμου ερείσματος. Δεύτερον, δεν είναι βέβαιο αν η λύση αυτή καταλαμβάνει επίσης τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους (και τους εξομοιούμενους προς αυτούς, από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ). Αν, πράγματι, αυτό δεν συμβαίνει, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε, προκειμένου να αποφευχθεί ένας άδικος περιορισμός, να κατασκευασθεί μια τεχνητή λύση που θα επέτρεπε την άρση του περιορισμού έναντι των διακινούμενων εργαζομένων, τη διατήρησή του όμως σε βάρος των Βέλγων υπηκόων ή, εν πάση περιπτώσει, των εργαζομένων που κατοικούν σ’ αυτό το κράτος και οι οποίοι θα είχαν εργασθεί στην υπηρεσία των κοινοτικών οργάνων που έχουν την έδρα τους σ’ αυτό.
86. Επίσης, η συνέπεια αυτή φαίνεται ακόμη πιο άδικη και παράλογη, αν ληφθεί υπόψη ότι το γεγονός ότι δεν υπήρξε διέλευση κρατικών συνόρων οφείλεται, εν προκειμένω, απλώς και μόνο στο καθαρώς «συμπτωματικό» και «τυχαίο» γεγονός ότι ο G. My εργάστηκε σε κοινοτικά όργανα που έχουν την έδρα τους στο Βέλγιο. Αν εκ τύχης είχε διορισθεί σε θέση ευρισκόμενη σε άλλη έδρα κοινοτικών οργάνων, δεν θα είχε υποστεί, παρά το ταυτόσημο των περιστάσεων, τα αρνητικά αποτελέσματα της βελγικής νομοθεσίας.
87. Προδήλως, όμως, η αντίρρηση αυτή υπερβαίνει το πλαίσιο της υπό κρίση περιπτώσεως. Πράγματι, η εμμονή στον επικρινόμενο εδώ τρόπο θεωρήσεως του ζητήματος εγκυμονεί τον κίνδυνο συναγωγής συμπερασμάτων που συνεπάγονται και δυσμενή διάκριση και είναι παράδοξα. Πράγματι, η συνέπεια θα ήταν ότι Βέλγος υπήκοος που εργάζεται στα γραφεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Λουξεμβούργο θα ενέπιπτε, ως διακινούμενος εργαζόμενος, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 ΕΚ και θα διέφευγε επομένως των συνεπειών της επίμαχης βελγικής νομοθεσίας, ενώ θα βρισκόταν σε εκ διαμέτρου αντίθετη κατάσταση, αν, τελείως εκ τύχης, είχε διορισθεί στα γραφεία του ίδιου οργάνου στις Βρυξέλλες, αυτό δε χωρίς να χρειάζεται να γίνει λόγος για τις περιπλοκές που θα ανέκυπταν στην περίπτωση κατά την οποία, όπως συμβαίνει ενίοτε, ο διορισμός του στο ένα ή το άλλο γραφείο μπορεί να μεταβαλλόταν από καιρού εις καιρόν, και, όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι δεν επέλεξε τον τόπο της εργασίας του λόγω του κράτους στο οποίο το όργανο έχει την έδρα του, αλλά λόγω της σταδιοδρομίας του σ’ αυτό το όργανο.
88. Είναι πράγματι γνωστό ότι ένα πρόσωπο που αποφασίζει να εργασθεί στα κοινοτικά όργανα δεν το πράττει, καταρχήν, για να εγκατασταθεί στο Βέλγιο ή στο Λουξεμβούργο. Αυτό είναι συνήθως παρεπόμενη και τυχαία συνέπεια αυτής της επιλογής, οφειλόμενη στο γεγονός (επίσης «συμπτωματικό» από αυτή την άποψη) ότι η έδρα των (ή των περισσότερων) οργάνων βρίσκεται σ’ αυτές τις χώρες, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται αλλού, χωρίς αυτό να έχει συνέπειες όσον αφορά τον χαρακτηρισμό, αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, του υπαλλήλου ως διακινούμενου εργαζομένου.
89. Όλα αυτά δείχνουν σαφώς ότι αυτό που έχει σημασία εν προκειμένω (και σε ανάλογες περιπτώσεις) δεν είναι ούτε η ιθαγένεια του εργαζομένου ούτε ο τόπος εργασίας του, αλλά η φύση του οργανισμού στον οποίον εργάζεται. Με άλλα λόγια, ο εν προκειμένω επίμαχος περιορισμός δεν άπτεται (εκτός από ορισμένες περιπτώσεις, αλλά μόνον εμμέσως) της κυκλοφορίας του εργαζομένου, αλλά, αντιθέτως, έρχεται να πλήξει –και αυτό ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή της κατοικίας του τόπου προελεύσεως του οικείου προσώπου– το γεγονός ότι η εργασία παρασχέθηκε εντός των κοινοτικών οργάνων.
90. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό που συνάγεται είναι ότι το ζήτημα δεν είναι στην πραγματικότητα η εφαρμογή του άρθρου 39 ΕΚ και η προβληματική που αφορά την κυκλοφορία των εργαζομένων. Άλλως, αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατή υπό τελείως ιδιαίτερη έννοια, ήτοι υπό την έννοια ότι τα σύνορα που διασχίζει ο εργαζόμενος στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι «φυσικά σύνορα», αλλά «νομικά σύνορα» που έχουν χαραχθεί και ορισθεί από το ιδιαίτερο καθεστώς των κοινοτικών οργάνων και της έννομης τάξης τους και, ειδικότερα, εν προκειμένω, από την ιδιαίτερη φύση της σχέσεως εργασίας που υφίσταται εντός αυτών. Σχέση εργασίας η οποία, για να επαναλάβω τη διατύπωση του Δικαστηρίου, εξελίσσεται «σε διεθνή οργανισμό», υπό προϋποθέσεις που «ρυθμίζονται ειδικά από διεθνή σύμβαση» (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Ferlini, σκέψη 42 επ.) και διασφαλίζεται, εκτός από το ειδικό καθεστώς των υπαλλήλων τους, και ιδίως από την υποχρέωση των κρατών μελών να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του οργανισμού και να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται η πλήρης επιτέλεση της αποστολής του (άρθρο 10 ΕΚ).
91. Υπ’ αυτή την έννοια, και μόνον υπ’ αυτή, είναι δυνατό να λεχθεί ότι η κατάσταση του G. My δεν είναι διαφορετική από αυτή του εργαζομένου που εγκαταλείπει την εργασία του για να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, μολονότι ο G. My δεν διέσχισε φυσικά σύνορα εντός της Ενώσεως για να εργασθεί στο Συμβούλιο, διέσχισε στην πραγματικότητα «νομικά σύνορα», μεταβαίνοντας από μια εθνική έννομη τάξη σε άλλη έννομη τάξη, διεθνώς αναγνωρισμένη.
92. Το Δικαστήριο, εξάλλου, έχει ρητώς αναγνωρίσει τις ειδικές αυτές συνθήκες του κοινοτικού συστήματος και του καθεστώτος των υπαλλήλων του. Πράγματι, διευκρίνισε συναφώς, αναφερόμενο στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλ. ανωτέρω το σημείο 8), ότι το σύστημα συνέχειας μεταξύ των εθνικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων και του κοινοτικού καθεστώτος «αποβλέπει στο να διευκολύνει την κίνηση από εθνικές θέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, στην κοινοτική διοίκηση και στο να διασφαλίσει, με τον τρόπο αυτό, στις Κοινότητες τις καλύτερες δυνατότητες επιλογής ειδικευμένου προσωπικού, προικισμένου ήδη με κατάλληλη επαγγελματική πείρα» (22).
93. Επ’ αυτής ακριβώς της βάσεως, με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε μη σύννομη μια κατάσταση, όπου η άρνηση της καθής κυβερνήσεως να διασφαλίσει, σε αντίθεση προς άλλα κράτη μέλη, αυτά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, «επιφέρει ρήγμα στην ισότητα μεταξύ των κοινοτικών υπαλλήλων που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη και των καταγομένων από το Βέλγιο υπαλλήλων, εισάγοντας διάκριση εις βάρος των δευτέρων. Η άρνηση αυτή θα ηδύνατο επίσης να καταστήσει δυσχερέστερη την πρόσληψη από την Κοινότητα υπαλλήλων βελγικής ιθαγενείας που έχουν ορισμένη προϋπηρεσία, δεδομένου ότι μια τέτοια μετακίνηση από την εθνική στην κοινοτική υπηρεσία θα είχε ως αποτέλεσμα να τους στερήσει συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τα οποία θα είχαν αν δεν εδέχοντο να εισέλθουν στην υπηρεσία τής Κοινότητος» (σκέψη 19).
94. Οι αποφάνσεις αυτές αρμόζουν τέλεια στην υπό εξέταση περίπτωση, διότι η επίμαχη νομοθεσία, εδώ επίσης, όπως είδαμε, συνεπάγεται και δυσμενή διάκριση σε βάρος υπαλλήλων βελγικής ιθαγένειας (ή κατοικούντων στο Βέλγιο) και περιορισμό που μπορεί να είναι αποτρεπτικός για τη μετάβαση στην κοινοτική διοίκηση.
95. Είναι αληθές ότι στην παρατεθείσα υπόθεση το επίμαχο συνταξιοδοτικό δικαίωμα προβλεπόταν ρητώς από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, ενώ αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Νομίζω όμως ότι η προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς εντάσσεται πλήρως στην ίδια λογική της αποφάσεως, διότι εν πάση περιπτώσει πρόκειται για τη διασφάλιση –και προς τις δύο κατευθύνσεις, ήτοι από το κράτος προς την Κοινότητα και αντιστρόφως– της συνέχειας των κοινωνικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων.
96. Κατά συνέπεια, διατάξεις όπως οι εν προκειμένω επίμαχες, συνιστούν παραβίαση των ευρισκομένων στη βάση του κατά τον ΚΥΚ καθεστώτος των κοινοτικών υπαλλήλων αρχών της ισότητας και της συνέχειας των νομικών καταστάσεων, καθώς και, γενικότερα, της αρχής που θέτει το άρθρο 10 ΕΚ, στον βαθμό που, όπως τονίζει επίσης η Επιτροπή, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο ή κατάλληλο μέτρο για να διασφαλίζεται πλήρως η εφαρμογή του ΚΥΚ και, συγχρόνως, για να αποφεύγεται η πρόκληση ζημίας στα συμφέροντα της Κοινότητας και η διακύβευση της πραγματοποιήσεως των σκοπών της.
97. Φρονώ, και ολοκληρώνω, ότι το άρθρο 10 ΕΚ και ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική ρύθμιση που εμποδίζει να ληφθούν υπόψη τα έτη εργασίας κοινοτικού υπηκόου στην υπηρεσία κοινοτικού οργάνου προκειμένου αυτός να μπορεί να τύχει πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
V – Πρόταση
98. Επομένως, καταλήγω προτείνοντας στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το Tribunal du travail de Bruxelles την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 10 ΕΚ και ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική ρύθμιση που εμποδίζει να ληφθούν υπόψη τα έτη εργασίας κοινοτικού υπηκόου στην υπηρεσία κοινοτικού οργάνου προκειμένου αυτός να μπορεί να τύχει πρόωρης συνταξιοδοτήσεως».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 2.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73. Υπενθυμίζω ότι με τον κανονισμό (ΕΚ) 859/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2003, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 επεκτάθηκαν στους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν καλύπτονται ήδη από αυτές τις διατάξεις λόγω και μόνον της ιθαγένειάς τους. Τέλος, ο κανονισμός 1408/71 αντικαταστάθηκε προσφάτως με τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1).
4 – Ανεπίσημη μετάφραση.
5 – Ανεπίσημη μετάφραση.
6 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2000, C‑51/96 και C‑191/97, Deliège (Συλλογή 2000, σ. I-2549, σκέψεις 31 έως 33). Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιανουαρίου 1993, C‑320/90, C‑321/90 και C‑322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑393, σκέψη 6), τη διάταξη του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 1995, C‑458/93, ποινική δίκη κατά Saddik (Συλλογή 1995 σ. I-511), και την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑67/96, Albany (Συλλογή 1999, σ. I-5751, σκέψη 39).
7 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2000, Deliège, προπαρατεθείσα.
8 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑115/97 έως C‑117/97, Brentjens’ Handelsοnderneming (Συλλογή 1999, σ. I-6025, σκέψεις 42 και 43), και της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, Albany, προπαρατεθείσα (σκέψεις 34 και 35).
9 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-35/99, Arduino (Συλλογή 2000, σ. I‑1529 σκέψη 25), και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 61).
10 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 1998, C‑314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I-1149, σκέψεις 17 έως 20), και απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 2001, C‑340/99, TNT Traco (Συλλογή 2001, σ. I-4109, σκέψεις 30 και 31).
11 – Βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, 126/86, Giménez Zaera (Συλλογή 1987, σ. 3697, σκέψη 11), της 24ης Ιανουαρίου 1991, C‑339/89, Alsthom (Συλλογή 1991, σ. I-107, σκέψεις 8 και 9), και της 11ης Μαρτίου 1992, C‑78/90 έως C‑83/90, Compagnie commerciale de l’Ouest (Συλλογή 1992, σ. I-1847, σκέψεις 17 και 18).
12 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑378/97, Wijsenbeek (Συλλογή 1999, σ. I-6207), και της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑9/99, Échirolles Distribution (Συλλογή 2000, σ. I-8207).
13 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 2002, C‑100/01, Oteiza Olazabal (Συλλογή 2002, σ. I‑10981).
14 – Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 1983, 171/82, Valentini (Συλλογή 1983, σ. 2157, σκέψεις 16 και 18), που φαίνεται να αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 παροχές του είδους των εν προκειμένω επίμαχων, καθόσον είναι διαφορετικές από τις παροχές γήρατος που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό.
15 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑411/98, Ferlini (Συλλογή 2000, σ. I-8081, σκέψη 41).
16 – Προπαρατεθείσα απόφαση Ferlini, σκέψη 42. Βλ. επίσης της αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87, Echternach κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψη 11), και της 27ης Μαΐου 1993, C‑310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. I-3011, σκέψη 20). Με ανάλογο πνεύμα, ήτοι ότι οι αρχές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 39 ΕΚ έχουν επίσης εφαρμογή στους εργαζομένους που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 1995, C‑443/93, Βουγιούκας (Συλλογή 1995, σ. I-4033, σκέψεις 39 έως 41).
17 – Πρέπει, κατ’ εμέ, να υπενθυμισθεί ότι η υπό κρίση περίπτωση, όπως τίθεται εν προκειμένω, δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Το ερώτημα που διευκρινίσθηκε αμέσως ανωτέρω έχει ήδη τεθεί με αρκετά παραπλήσιους όρους σε πρόσφατες υποθέσεις που εκκρεμούν ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου (υποθέσεις C-137/04 και C-185/04, που και οι δύο αφορούν τη μη αναγνώριση, στη Σουηδία, ορισμένων κοινωνικών παροχών υπέρ κοινοτικών υπαλλήλων).
18 – Βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87, Stanton (Συλλογή 1988, σ. 3877), και Bosman, προπαρατεθείσα.
19 – Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑190/98, Graf (Συλλογή 2000, σ. I-493, σκέψη 18).
20 – Περιορίζομαι να υπενθυμίσω συναφώς την υπόθεση Βουγιούκας, που παραθέτει και η Επιτροπή, στην οποία οι ελληνικές αρχές είχαν αρνηθεί σε έναν Έλληνα υπήκοο το δικαίωμα συντάξεως στην Ελλάδα, διότι αρνήθηκαν να λάβουν υπόψη τα έτη υπηρεσίας του Βουγιούκα σε ένα δημόσιο νοσοκομείο στη Γερμανία. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση αυτή είναι αντίθετη προς το άρθρο 39 ΕΚ, καθόσον ο σκοπός αυτής της διατάξεως, «δεν θα επιτυγχανόταν αν, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματός τους της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι εργαζόμενοι έχαναν τα πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που τους διασφαλίζει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους. μια τέτοια συνέπεια θα μπορούσε να αποτρέπει τον κοινοτικό εργαζόμενο από την άσκηση του δικαιώματός του της ελεύθερης κυκλοφορίας και θα αποτελούσε, συνεπώς, εμπόδιο στην ελευθερία αυτή». Η ελληνική ρύθμιση, συνέχισε το Δικαστήριο, ως εκ του ότι δεν αναγνωρίζει τις περιόδους υπηρεσίας στα δημόσια νοσοκομεία άλλων κρατών μελών ως θεμελιωτικές συνταξιοδοτικού δικαιώματος, συνεπάγεται «διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων που δεν άσκησαν το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας και των διακινουμένων εργαζομένων σε βάρος αυτών των τελευταίων» (προπαρατεθείσα απόφαση Βουγιούκας, σκέψεις 39 έως 41).
21 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1997, C‑4/95 και C‑5/95, Stöber και Piosa Pereira (Συλλογή 1997, σ. I-511, σκέψη 38).
22 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψη 11). Βλ. επίσης, πιο πρόσφατα, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1998, T‑ 33/97, Bang-Hansen κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-625 και II-1889, σκέψη 30).
Full & Egal Universal Law Academy