ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 28ης Οκτωβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-306/03
Cristalina Salgado Alonso
κατά
Instituto Nacional de Seguridad Social(INSS)
και
Tesorería General de la Seguridad Social (TGSS)
[αίτηση του Juzgado de lo Social nº 3 de Orense (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
I – Εισαγωγή
1. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, Salgado Alonso, ελάμβανε στο παρελθόν, στην Ισπανία, ένα ειδικό επίδομα ανεργίας. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, ο οργανισμός απασχολήσεως κατέβαλλε, στο όνομά της, τις εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος. Όταν συμπλήρωσε το 65ο έτος, η Salgado Alonso ζήτησε την κατά νόμο σύνταξη γήρατος. Το επίμαχο σημείο στην κύρια δίκη είναι αν οι εισφορές που καταβάλλονταν στο ασφαλιστικό ταμείο για τη σύνταξη γήρατος κατά την περίοδο κατά την οποία η ασφαλισμένη ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της περιόδου που απαιτείται προς θεμελίωση του δικαιώματος συντάξεως γήρατος και αν, κατά συνέπεια, ο ενδεχόμενος μη συνυπολογισμός τους δημιουργεί διάκριση σε βάρος των διακινούμενων εργαζομένων λόγω της ιθαγένειάς τους.
2. Στο πλαίσιο αυτό το Juzgado de lo Social n° 3 de Orense (στο εξής επίσης: το αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός 1408/71) (2). Τα ερωτήματα αυτά ταυτίζονται με τα ερωτήματα που το ίδιο αιτούν δικαστήριο υπέβαλε προς το Δικαστήριο στην υπόθεση C-225/02 (García Blanco) (3).
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως καθορίζεται από τον κανονισμό 1408/71 και από το άρθρο 39 ΕΚ.
4. Το άρθρο 1, στοιχείο ιη΄, ορίζει την έννοια «των περιόδων ασφαλίσεως» ως εξής:
«Ως περίοδοι ασφαλίσεως νοούνται οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από την νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως.»
5. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
6. Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής σχετικά με την εκκαθάριση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας:
«Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση, ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.»
7. Το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«Όταν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών, πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο α΄·
β) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος.»
8. Το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που είναι κατώτερες του έτους:
«1. Παρά το άρθρο 46 παράγραφος 2, ο φορέας κράτους μέλους δεν υποχρεούται να χορηγεί παροχές δυνάμει χρονικών περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει και οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου, σε περίπτωση που:
– η διάρκεια των εν λόγω χρονικών περιόδων είναι μικρότερη του έτους
και
– αν ληφθούν υπόψη οι περίοδοι αυτές και μόνο, δεν αποκτάται δικαίωμα παροχών δυνάμει των διατάξεων αυτής της νομοθεσίας.
2. Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνει υπόψη τις περιόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2, με εξαίρεση το στοιχείο β΄.
3. Στην περίπτωση που η εφαρμογή της παραγράφου 1 θα είχε ως αποτέλεσμα να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους όλοι οι φορείς των ενδιαφερομένων κρατών, οι παροχές χορηγούνται αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του τελευταίου από τα κράτη αυτά, οι προϋποθέσεις της οποίας πληρούνται, σαν να είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν και ελήφθησαν υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 4, υπό τη νομοθεσία του κράτους αυτού».
B – Το εθνικό δίκαιο
9. Το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ισχύοντος γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως (Texto Refundido de la Ley General de la Seguridad Social (4), στο εξής: TRLGSS) εξαρτά τη γένεση του δικαιώματος για σύνταξη γήρατος από την προϋπόθεση ότι ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε δύο ελάχιστες περιόδους ασφαλίσεως, δηλαδή:
– μία γενική περίοδο καταβολής εισφορών τουλάχιστον δεκαπέντε ετών
και
– μία ειδική διετή περίοδο καταβολής εισφορών κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη που προηγούνται του γενεσιουργού γεγονότος.
10. Το άρθρο 215, παράγραφος 1, σημείο 3, του TRLGSS προβλέπει, υπέρ των ανέργων άνω των 52 ετών που δεν έχουν ακόμη φθάσει στη νόμιμη ηλικία συντάξεως γήρατος, μια ειδική μορφή επιδόματος ανεργίας (subsidio por desempleo, στο εξής: ειδικό επίδομα ανεργίας). Για να μπορέσει να λάβει αυτό το επίδομα ο ασφαλισμένος πρέπει να αποδείξει τουλάχιστον έξι χρόνια ασφαλίσεως στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως κατά της ανεργίας και να πληροί επιπλέον όλες τις προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν να λάβει εκ του νόμου σύνταξη γήρατος, πλην της προϋποθέσεως της ηλικίας.
11. Κατά το άρθρο 218, παράγραφος 2, του TRLGSS, ο οργανισμός διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας (Organismo Gestor del Seguro de Desempleo) οφείλει, πέραν του ειδικού επιδόματος ανεργίας που καταβάλλει στον ασφαλισμένο κάθε ημερολογιακό μήνα για όσο χρόνο το δικαιούται, να καταβάλλει, για λογαριασμό του ασφαλισμένου, τις εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως.
12. Τα έννομα αποτελέσματα των εισφορών αυτών που καταβάλλονται στο όνομα των δικαιούχων του ειδικού επιδόματος ανεργίας περιορίζονται πάντως από την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS ως εξής (5):
«Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 218 [του TRLGSS], οι εισφορές που καταβάλλονται από τον οργανισμό διαχειρίσεως για σύνταξη γήρατος λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του βασικού ποσού της συντάξεως γήρατος και του εφαρμοστέου σε αυτό συντελεστή. Το κύρος και οι έννομες συνέπειες των εισφορών αυτών δεν είναι δυνατό σε καμία περίπτωση να προβληθούν για να αποδείξουν τον ελάχιστο χρόνο εισφορών που απαιτείται από το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, [του TRLGSS], τον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 215, παράγραφος 1, σημείο 3, ο ασφαλισμένος πρέπει να αποδείξει όταν ζητεί το ειδικό επίδομα [ανεργίας] που προβλέπεται για τους [άνεργους] άνω των 52 ετών.»
13. Κατά την πρακτική της διοικήσεως, πάντως, οι εισφορές που καταβάλλονται από τον INEM στο όνομα των δικαιούχων του ειδικού επιδόματος ανεργίας λαμβάνονται υπόψη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με μια κοινή εγκύκλιο του INSS και του INEM του έτους 1999 (6).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
Το ιστορικό
14. Η Salgado Alonso, που γεννήθηκε στις 30 Μαΐου 1936, υπέβαλε, στις 7 Αυγούστου 1992, αίτηση προς το Instituto Nacional de Empleo (στο εξής: INEM), που είναι ο ισπανικός αρμόδιος για την απασχόληση φορέας, ζητώντας να λάβει το ειδικό επίδομα ανεργίας που προβλέπεται υπέρ των ανέργων άνω των 52 ετών. Κατά το χρονικό εκείνο σημείο ήταν σε θέση να αποδείξει περιόδους αναγνωρίσεως συντάξιμου χρόνου που αντιστοιχούσαν σε 74 μήνες (δηλαδή πλέον των 6 ετών, από το 1964 έως το 1970) βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, σε 26 μήνες (ήτοι πλέον των δύο ετών, μεταξύ 1971 και 1975) βάσει της ελβετικής νομοθεσίας, και σε 182 ημέρες (ήτοι σχεδόν έξι μήνες το 1992) βάσει της ισπανικής νομοθεσίας.
15. Η αίτησή της για χορήγηση του ειδικού επιδόματος ανεργίας απορρίφθηκε αρχικά για τον λόγο ότι δεν είχε συμπληρώσει την ελάχιστη απαιτούμενη περίοδο εισφορών των δεκαπέντε ετών. Η Salgado Alonso άσκησε τότε επιτυχώς προσφυγή ενώπιον ισπανικού δικαστηρίου, το οποίο, στις 30 Ιουνίου 1993, αναγνώρισε το δικαίωμά της στο επίδομα αυτό. Η Ισπανική Κυβέρνηση και τα καθών ερμηνεύουν την απόφαση αυτή, κατ’ ουσίαν, από το γεγονός ότι, σύμφωνα με την τότε ισπανική νομολογία, ακόμη και οι περίοδοι ασφαλίσεως μικρότερης διάρκειας που διανύθηκαν στην αλλοδαπή, όπως, π.χ., η απαιτούμενη στη Γερμανία πενταετής περίοδος ασφαλίσεως, αναγνωρίζονταν ως ισοδύναμες της περιόδου ασφαλίσεως των δεκαπέντε ετών που απαιτούσε η ισπανική νομοθεσία. Η νομολογία αυτή μεταβλήθηκε εν τω μεταξύ κατόπιν των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Martínez Losada και Ferreiro Alvite (7).
16. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Salgado Alonso ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας, ο INEM κατέβαλλε στο όνομά της, σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 2, του TRLGSS, τις εισφορές στο ισπανικό εκ του νόμου σύστημα συντάξεως γήρατος, δηλαδή 3 219 ημέρες (που αντιστοιχούν σε οκτώ έτη και εννέα μήνες).
Η αίτηση για χορήγηση εκ του νόμου συντάξεως γήρατος
17. Το 2001, η Salgado Alonso, έχοντας συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας της, ζήτησε τη χορήγηση εκ του νόμου συντάξεως γήρατος βάσει του γερμανικού, ελβετικού και ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Ενώ η αίτησή της έγινε δεκτή στη Γερμανία και στην Ελβετία και της χορηγήθηκε σύνταξη, ο αρμόδιος ισπανικός φορέας, το Instituto Nacional de Seguridad Social (στο εξής: INSS) απέρριψε, με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, την αίτησή της με την αιτιολογία ότι δεν είχε συμπληρώσει στην Ισπανία την ελάχιστη απαιτούμενη περίοδο ασφαλίσεως και ότι δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, διότι είχε καταβάλει στην Ισπανία εισφορές για διάστημα μικρότερο του έτους.
18. Επειδή δεν ικανοποιήθηκε με την απορριπτική αυτή απόφαση, η Salgado Alonso άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή κατά του INSS και του Tesorería General de la Seguridad Social (στο εξής: TGSS). Προς στήριξη της προσφυγής της, προέβαλε, κατ’ ουσίαν, ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη υπέρ αυτής όχι μόνον η αρχική περίοδος των 182 ημερών ασφαλίσεως που είχε συμπληρώσει στην Ισπανία, αλλά και ολόκληρη η περίοδος κατά την οποία ο INEM κατέβαλλε στο όνομά της εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος κατά το χρονικό διάστημα που ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας, οπότε να είναι σε θέση να επικαλεσθεί στην Ισπανία συνολικά 3 401 ημέρες εισφορών (που αντιστοιχούν σε πλέον των εννέα ετών και τριών μηνών).
19. Το επίμαχο σημείο της κύριας δίκης είναι αν, ακριβώς, οι εισφορές αυτές που καταβάλλονταν κατά τη διάρκεια της χορηγήσεως του ειδικού επιδόματος ανεργίας πρέπει να ληφθούν υπόψη και κατά τον υπολογισμό της περιόδου ασφαλίσεως, από τη συμπλήρωση της οποίας εξαρτάται η χορήγηση της εκ του νόμου συντάξεως γήρατος και αν ο μη συνυπολογισμός τους δημιουργεί διάκριση σε βάρος των μετακινούμενων εργαζομένων.
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
20. Με διάταξη της 24ης Ιουνίου 2003, το Juzgado de lo Social nº 3 de Orense αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Προσκρούει στα άρθρα 12 και 39 έως 42 ΕΚ (πρώην άρθρα 6 και 48 έως 52 της Συνθήκης ΕΚ) καθώς και στο άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, διάταξη του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι εισφορές για σύνταξη γήρατος που ο οργανισμός διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας κατέβαλε υπέρ εργαζομένου για περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος εισέπραττε ειδικά επιδόματα ανεργίας δεν λαμβάνονται υπόψη για τη συμπλήρωση των διαφόρων απαιτουμένων περιόδων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψεως παροχών γήρατος, όταν, λόγω της παρατεταμένης καταστάσεως ανεργίας που επιδιώκεται να αντισταθμιστεί, ο εργαζόμενος αυτός αδυνατεί κατ’ ουσία να επικαλεστεί άλλες εισφορές λόγω γήρατος πλην εκείνων που έχουν νομίμως καταστεί απαιτητές, κατά τρόπον ώστε μόνον οι εργαζόμενοι που έκαναν χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας να θίγονται από τον ως άνω εθνικό κανόνα, χωρίς να είναι εφικτή η θεμελίωση δικαιώματος εθνικής συντάξεως γήρατος, παρόλον ότι, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 45 του προαναφερθέντος κανονισμού, θα έπρεπε να λογίζονται ως συμπληρωθείσες οι ανωτέρω απαιτούμενες περίοδοι;
2) Προσκρούουν στα άρθρα 12 και 39 έως 42 ΕΚ (πρώην άρθρα 6 και 48 έως 52 της Συνθήκης ΕΚ) καθώς και στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, διατάξεις του εθνικού δικαίου σύμφωνα με τις οποίες οι εισφορές για σύνταξη γήρατος που ο οργανισμός διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας κατέβαλε υπέρ εργαζομένου για περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος εισέπραττε ειδικά επιδόματα ανεργίας, δεν λαμβάνονται υπόψη λόγω του ότι η συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας συμπληρώθηκε υπό τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού δεν φθάνει το έτος, οσάκις, συνεπεία της παρατεταμένης καταστάσεως ανεργίας που επιδιώκεται να αντισταθμιστεί, συνεπάγεται για τον εργαζόμενο αυτόν ουσιαστική αδυναμία προσμετρήσεως άλλων εισφορών συντάξεως γήρατος πλην των απαιτητών και καταβεβλημένων κατά τη διάρκεια της ανεργίας, κατά τρόπον ώστε μόνον οι εργαζόμενοι που έκαναν χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας να θίγονται από τον ως άνω εθνικό κανόνα, χωρίς να είναι εφικτή η θεμελίωση δικαιώματος εθνικής συντάξεως γήρατος παρόλον ότι, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 48, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, δεν μπορεί να απαλλάσσεται ο εθνικός οργανισμός διαχειρίσεως από την υποχρέωση χορηγήσεως εθνικών παροχών;»
Η διαδικασία μετά την υποβολή της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
21. Όπως ανακοίνωσαν στο Δικαστήριο τα καθών στην κύρια δίκη, με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, το INSS εξέδωσε, στις 10 Σεπτεμβρίου 2003, νέα αρνητική απόφαση για τη Salgado Alonso. Η απόφαση αυτή, με την οποία απορρίπτεται εκ νέου η αίτησή της για χορήγηση της εκ του νόμου συντάξεως γήρατος, αντικαθιστά την αρχική απορριπτική απόφαση της 21ης Μαρτίου 2003. Προς θεμελίωση της απορρίψεως, το INSS εξηγεί ότι η Salgado Alonso δεν συμπλήρωσε τις περιόδους καταβολής εισφορών του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS διότι, σύμφωνα με την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS, οι εισφορές που καταβλήθηκαν στο σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος κατά την περίοδο που η Salgado Alonso ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη. Με τη νέα αυτή απόφαση, σε αντίθεση με την προηγούμενη, η απόρριψη της αιτήσεως για χορήγηση συντάξεως που υπέβαλε η Salgado Alonso δεν στηρίζεται πλέον στο άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71, δηλαδή στο ότι η Salgado Alonso κατέβαλε εισφορές στο ισπανικό εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος για διάστημα μικρότερο του έτους.
22. Η Salgado Alonso, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση για να ακουστούν οι προφορικές εξηγήσεις τους. Το INSS και το TRLGSS έπραξαν το αυτό από κοινού.
IV – Εκτίμηση
23. Το επίκεντρο του προβλήματος στη διαφορά της κύριας δίκης εντοπίζεται στο γεγονός ότι κατά το ισπανικό δίκαιο οι εισφορές που καταβάλλονται από τον INEM στο σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος για λογαριασμό των ανέργων που λαμβάνουν το ειδικό επίδομα ανεργίας έχουν ως μόνο αποτέλεσμα την προσμέτρηση της σταδιοδρομίας που καλύπτεται με κοινωνική ασφάλιση, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση του δικαιώματος. Αυτό προκύπτει από την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS, η οποία, όπως εξήγησαν τα καθών και η Ισπανική Κυβέρνηση, εκδόθηκε ειδικά για την αποσαφήνιση της νομικής καταστάσεως.
24. Όπως υπογράμμισαν, πράγματι, τα καθών και η Ισπανική Κυβέρνηση κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, οι άνεργοι που λαμβάνουν το ειδικό επίδομα ανεργίας πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 215, παράγραφος 1, σημείο 3, του TRLGSS, να πληρούν οπωσδήποτε όλες τις προϋποθέσεις που θα τους επέτρεπαν να λάβουν την εκ του νόμου σύνταξη γήρατος, πλην της προϋποθέσεως της συντάξιμης ηλικίας. Πρέπει, ιδίως, να έχουν συμπληρώσει τις περιόδους ασφαλίσεως του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS. Οι εισφορές τις οποίες ο INEM συνεχίζει να καταβάλλει ενόσω αυτοί λαμβάνουν το ειδικό επίδομα ανεργίας δεν καταβάλλονται, επομένως, με σκοπό τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος –εφόσον οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληρούν εν πάση περιπτώσει τις προϋποθέσεις για τον σκοπό αυτό–, αλλά κυρίως για την εξασφάλιση της συνέχειας στην προσμέτρηση της σταδιοδρομίας που καλύπτεται με κοινωνική ασφάλιση (8). Πρόκειται, επομένως, για τη δυνατότητα που παρέχεται στους ενδιαφερόμενους, παρά την ανεργία που τους πλήττει προς το τέλος της επαγγελματικής τους ζωής, να προσαυξάνουν έτι περαιτέρω το ποσό της συντάξεως που πρόκειται να λάβουν και να μη βρεθούν προ μιας συντάξεως της οποίας το ποσό έχει «παγώσει» στο επίπεδο που ήταν όταν έχασαν την εργασία τους.
Α – Επί του πρώτου ερωτήματος
25. Το αιτούν δικαστήριο έθεσε το πρώτο ερώτημά του στο Δικαστήριο με σκοπό να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν προσκρούει στο άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 εθνική ρύθμιση, όπως η 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS, σύμφωνα με την οποία ορισμένες εισφορές στο σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος έχουν ως αποκλειστικό αποτέλεσμα την προσαύξηση του ποσού της συντάξεως (αυξητικό αποτέλεσμα), αλλά δεν μπορούν να θεμελιώσουν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα (θεμελιωτικό αποτέλεσμα).
1) Όσον αφορά το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71
26. Σύμφωνα με τη νομοθετική εντολή του άρθρου 42, στοιχείο α΄, ΕΚ, το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 επιβάλλει στους αρμόδιους φορείς να λαμβάνουν υπόψη κατά τον υπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας τις περιόδους που ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε σε άλλα κράτη μέλη. Ο κανόνας αυτός επιδιώκει να αποτρέψει την απώλεια των δικαιωμάτων και των ασφαλιστικών πλεονεκτημάτων των διακινούμενων εργαζομένων λόγω της ασκήσεως της επαγγελματικής τους δραστηριότητας σε περισσότερα κράτη μέλη, διότι ο κίνδυνος της απώλειας αυτής θα μπορούσε να τους αποτρέψει από το να ασκήσουν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας (9).
27. Πάντως, όπως προκύπτει, ιδίως, από την τέταρτη σκέψη της αιτιολογικής εκθέσεως του κανονισμού 1408/71, ο κανόνας αυτός δεν έχει ως συνέπεια την εναρμόνιση του δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών, αλλά προβλέπει αποκλειστικά ένα συντονισμό με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των εθνικών διατάξεων σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (10), γεγονός που σε περίπτωση όπως η παρούσα ενέχει, ειδικότερα, δύο κατηγορίες συνεπειών:
28. Πρώτον, ο κανονισμός 1408/71 δεν ρυθμίζει το αν και σε ποιο μέτρο εξαρτάται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γήρατος από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως. Τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να καθορίζουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, ακόμη και αν τις καθιστούν αυστηρότερες, υπό τον όρο ότι οι θεσπιζόμενες προϋποθέσεις δεν συνεπάγονται καμία πρόδηλη ή συγκεκαλυμμένη διάκριση μεταξύ των κοινοτικών εργαζομένων (11).
29. Ο ισπανός νομοθέτης έχει, επομένως, κάθε δικαίωμα να εξαρτά τη χορήγηση της εκ του νόμου συντάξεως γήρατος από τη συμπλήρωση μιας γενικής περιόδου ασφαλίσεως τουλάχιστον δεκαπέντε ετών καταβολής εισφορών και μιας ειδικής διετούς περιόδου καταβολής εισφορών κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη που προηγούνται του γεγονότος με το οποίο θεμελιώνεται το δικαίωμα (άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS). Ο κανονισμός 1408/71 ορίζει μόνον ότι τα μέρη αυτής της περιόδου ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών πρέπει να ληφθούν υπόψη ως εάν επρόκειτο για περιόδους που συμπληρώθηκαν σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία (βλ., ειδικότερα, το άρθρο 45, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού) (12).
30. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι το INSS δεν έλαβε υπόψη του τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν σε άλλα κράτη μέλη. Αν η Salgado Alonso δεν συμπλήρωσε την περίοδο ασφαλίσεως του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπλήρωσε στη Γερμανία, που είναι τρίτη χώρα –γεγονός το οποίο, εξάλλου, επιβεβαίωσε στο ακροατήριο ο εκπρόσωπός της–, τότε η απόρριψη της αιτήσεώς της για χορήγηση της εκ του νόμου συντάξεως γήρατος συμβιβάζεται με το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71.
31. Δεύτερον, ο κανονισμός 1408/71 δεν διευκρινίζει –ούτε στον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο ιη΄– ποιες, ειδικότερα, περίοδοι, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως. Το θέμα αυτό εμπίπτει επίσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η χορήγηση των παροχών, οπότε το κράτος μέλος έχει δικαίωμα να εξαρτήσει τη χορήγηση της παροχής από την προϋπόθεση να έχουν συμπληρώσει οι ενδιαφερόμενοι περιόδους οι οποίες χαρακτηρίζονται από τη δική του νομοθεσία ως «περίοδοι ασφαλίσεως» (13). Ο κανονισμός προβλέπει μόνον την εκκαθάριση περιόδων ασφαλίσεως που διανύθηκαν σε διαφορετικά κράτη μέλη, αλλά δεν ρυθμίζει τους όρους συμπληρώσεως των περιόδων αυτών (14).
32. Ο ισπανός νομοθέτης διατηρεί επομένως το δικαίωμα να συνδέει τις εισφορές που καταβλήθηκαν σε ορισμένες περιόδους με αποτελέσματα ταυτόχρονα θεμελιωτικά και αυξητικά του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και να προσδίδει στις εισφορές που καταβλήθηκαν σε άλλες περιόδους μόνον αυξητικά του δικαιώματος αποτελέσματα, και όχι θεμελιωτικά (όπως συμβαίνει, π.χ., με την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS). Το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 απαιτεί, μόνον, να λαμβάνονται υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο οι περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί στην αλλοδαπή με αυτές που διανύθηκαν υπό την ισπανική νομοθεσία.
33. Προς τούτο, επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, εν προκειμένω, ότι το INSS δεν έλαβε υπόψη του τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που διανύθηκαν σε άλλα κράτη μέλη. Αντιθέτως, η διαφορά των διαδίκων στην κύρια δίκη δεν συνίσταται στον συνυπολογισμό των περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην αλλοδαπή, αλλά των περιόδων που συμπληρώθηκαν στην Ισπανία. Αν ο αρμόδιος φορέας αρνείται να αναγνωρίσει περιόδους που συμπληρώθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, δηλαδή περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό το δικό του σύστημα, το πρόβλημα αυτό δεν εμπίπτει στο άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71.
34. Το ότι, εξάλλου, ισπανικό δικαστήριο χορήγησε, στο παρελθόν, στη Salgado Alonso το ειδικό επίδομα ανεργίας, αν και δεν είχε συμπληρώσει –στο μέτρο που μπορεί να κριθεί εν προκειμένω– τις περιόδους ασφαλίσεως που απαιτούνται στην εσωτερική νομοθεσία από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 215, παράγραφος 1, σημείο 3, του TRLGSS και του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του αυτού TRLGSS (15) αποτελεί αποκλειστικά θέμα εθνικής νομοθεσίας. Σε σχέση με την εθνική νομοθεσία πρέπει, επίσης, να καθοριστεί αν και με ποιον τρόπο δεσμεύεται σήμερα το αιτούν δικαστήριο από την προηγηθείσα αυτή απόφαση του εθνικού δικαστηρίου αν οι ίδιες περίοδοι ασφαλίσεως [άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄), του TRLGSS] προβάλλονται σήμερα ενώπιόν του προς θεμελίωση, αυτή τη φορά, αιτήσεως για χορήγηση εκ του νόμου συντάξεως γήρατος.
2) Επί του άρθρου 39 ΕΚ
35. Με την αίτησή του εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε την υπόθεση της Salgado Alonso κατά την οποία μόνο οι εργαζόμενοι που έκαναν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας θίγονται από διάταξη όπως η 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS. Γι’ αυτό, με το πρώτο ερώτημά του, ζητεί διευκρινίσεις όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 39 ΕΚ.
36. Το ότι η Salgado Alonso είναι Ισπανίδα και βρίσκεται σε αντιδικία με αρχές της χώρας της δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 39 ΕΚ, εφόσον κάθε κοινοτικός πολίτης που έκανε χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας και άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 ΕΚ, όποιος και να ήταν ο τόπος κατοικίας και η εθνικότητά του (16). Αυτό ισχύει στην περίπτωση της Salgado Alonso διότι εργάσθηκε στη Γερμανία.
37. Κατά πάγια νομολογία (17), το άρθρο 39 ΕΚ απαγορεύει όχι μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως, η οποία, κατ’ εφαρμογήν άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα.
38. Πάντως, δυσμενής διάκριση δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις (18).
39. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν, οι εκ του νόμου περίοδοι ασφαλίσεως [που προβλέπονται από το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS] έχουν εφαρμογή σε όλους τους εργαζόμενους άνευ διακρίσεως, δηλαδή τόσο στους εργαζόμενους που συμπλήρωσαν όλη την επαγγελματική σταδιοδρομία τους στην Ισπανία όσο και σε αυτούς που εργάσθηκαν ορισμένο χρόνο και σε άλλα κράτη μέλη ως διακινούμενοι εργαζόμενοι. Εφαρμόζονται επίσης άνευ διακρίσεως οι κανόνες που αποκλείουν το να έχουν οι περίοδοι καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν κατά την περίοδο που ο ασφαλισμένος ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας αποτέλεσμα που θεμελιώνει το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γήρατος (28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS)· κατά συνέπεια, οι εισφορές στο σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος που κατέβαλε ο INEM κατά την περίοδο που χορηγούσε το ειδικό επίδομα ανεργίας δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε υπέρ των διακινούμενων εργαζομένων ούτε υπέρ αυτών που συμπλήρωσαν όλη την επαγγελματική σταδιοδρομία τους στην Ισπανία.
40. Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη προς αυτή των εργαζομένων που είναι κάτοικοι Ισπανίας σε ό,τι αφορά τις περιόδους ασφαλίσεως του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS και σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα της 28ης πρόσθετης διάταξης. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι κάτοικοι Ισπανίας που δεν μπόρεσαν να συμπληρώσουν δεκαπέντε έτη εισφορών, π.χ. διότι βρέθηκαν σε κατάσταση παρατεταμένης ανεργίας, ή αυτοί που δεν μπόρεσαν να αποδείξουν δύο έτη εισφορών κατά την τελευταία δεκαπενταετία δεν πληρούν, ούτε αυτοί, τις σχετικές με τις περιόδους αυτές ασφαλίσεως προϋποθέσεις. Η 28η πρόσθετη διάταξη εμποδίζει και αυτούς να υπερπηδήσουν το εμπόδιο των περιόδων ασφαλίσεως.
41. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν δημιουργούν καμία ευθεία (εμφανή) διάκριση, υπό την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ, σε βάρος των διακινούμενων εργαζομένων.
42. Μία έμμεση (ή συγκεκαλυμμένη) διάκριση σε βάρος των διακινούμενων εργαζομένων συνεπάγεται ότι η 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS ενέχει, τουλάχιστον, τον κίνδυνο (στην πράξη) να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικά τους διακινούμενους εργαζομένους που επιστρέφουν στην Ισπανία (19). Μόνον εφόσον αποδειχθεί η άνιση μεταχείριση μεταξύ διακινούμενων εργαζομένων και εργαζομένων που κατοικούν στην Ισπανία –ανισότητα που μπορεί ενδεχομένως να αποδειχθεί από τις στατιστικές– θα είναι δυνατό να αποτελέσει το άρθρο 39 ΕΚ εμπόδιο σε κανόνα όπως αυτός της 28ης πρόσθετης διατάξεως του TRLGSS.
43. Ένδειξη έμμεσης διακρίσεως αποτελεί, π.χ., το γεγονός ότι διακινούμενοι εργαζόμενοι που επέστρεψαν στη χώρα εκτίθενται αισθητά συχνότερα στον κίνδυνο παρατεταμένης ανεργίας από όσο οι εργαζόμενοι που άσκησαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα μόνο στην Ισπανία. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, είναι πολύ δυσκολότερο γι’ αυτούς να συμπληρώσουν τις ελλείπουσες περιόδους καταβολής εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος, οπότε η 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS θα είχε περισσότερο επώδυνα αποτελέσματα γι’ αυτούς από όσο για τους εργαζόμενους που είναι κάτοικοι Ισπανίας.
44. Ούτε όμως το αιτούν δικαστήριο (20) ούτε αυτοί που μετείχαν στη διαδικασία (21) επικαλέσθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι η ισπανική νομοθεσία συνεπάγεται δυσμενέστερες συνέπειες για τους διακινούμενους εργαζόμενους από ό,τι γι’ αυτούς που δεν έκαναν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται ενδεχομένως να προβεί στις διαπιστώσεις που απαιτεί αυτό το συμπέρασμα.
45. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω, στο περιθώριο, ότι εθνική ρύθμιση που προβλέπει περιόδους ασφαλίσεως μεγαλύτερες από αυτές που εφαρμόζονται σε άλλο κράτος μέλος δεν συνιστά παράνομο περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων· ούτε, επίσης, ο κανόνας που προβλέπει ότι ορισμένες περίοδοι καταβολής εισφορών προσαυξάνουν απλώς τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αλλά δεν τα θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα, η Συνθήκη δεν εγγυάται στον εργαζόμενο ταυτότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως σε όλα τα κράτη μέλη. Εφόσον το άρθρο 42 ΕΚ και ο κανονισμός 1408/71 προβλέπουν μόνο συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι την εναρμόνισή τους, τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μπορούν να διατηρήσουν ουσιαστικές και τυπικές διαφορές (22). Όσον αφορά τις διαφορές αυτές, η αρχή της εκκαθαρίσεως των περιόδων ασφαλίσεως εγγυάται ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δεν χάνουν κανένα δικαίωμα ή πλεονέκτημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
3) Όσον αφορά το άρθρο 12 ΕΚ
46. Δεδομένου ότι το άρθρο 39 ΕΚ έχει ήδη εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση της κύριας δίκης, η γενική απαγόρευση διακρίσεων του άρθρου 12 ΕΚ δεν εφαρμόζεται (23).
4) Ενδιάμεση πρόταση
47. Για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 ούτε στα άρθρα 39 ΕΚ και 12 ΕΚ εθνική ρύθμιση, όπως η 28η πρόσθετη διάταξη του ισπανικού TRLGSS, σύμφωνα με την οποία ορισμένοι περίοδοι καταβολής εισφορών στην ασφάλιση συντάξεως γήρατος έχουν ως μοναδικό αποτέλεσμα την προσαύξηση των δικαιωμάτων, αποκλείεται δε κάθε θεμελιωτικό αποτέλεσμα.
Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος
48. Το αιτούν δικαστήριο έθεσε το δεύτερο ερώτημά του προς το Δικαστήριο με σκοπό να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν, για τον υπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας υπό την έννοια του άρθρου 48 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνον οι περίοδοι που μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα ή αν πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι περίοδοι που προσαυξάνουν μόνον το δικαίωμα.
1) Λυσιτέλεια
49. Μολονότι αληθεύει ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται αποκλειστικώς να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια ενός προδικαστικού ερωτήματος για τους σκοπούς της αποφάσεως που θα εκδοθεί, το Δικαστήριο μπορεί, εν πάση περιπτώσει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή. Συγκεκριμένα, το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να πρυτανεύει κατά τη λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής συνεπάγεται ότι, από την πλευρά του, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στο να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων (24).
50. Κατ’ αρχάς, η ερμηνεία του άρθρου 48 του κανονισμού 1408/71 ήταν λυσιτελής εφόσον το INSS στηρίχθηκε ιδίως στη διάταξη αυτή για την απόρριψη της αιτήσεως της Salgado Alonso. Εν τω μεταξύ, το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής τροποποιήθηκε, οπότε, στο εξής, η απόρριψη της αιτήσεως συντάξεως της Salgado Alonso δεν θεμελιώνεται πλέον στο άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71, γεγονός που συμφωνεί με την κοινή πρακτική που ακολουθείται από το INSS και τον INEM (25). Κατά συνέπεια, το πρόβλημα ερμηνείας του άρθρου 48 δεν είναι πλέον παρά υποθετικής φύσεως και η επίλυσή του δεν είναι επομένως απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Στο μέτρο αυτό, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατέστη άνευ αντικειμένου και παρέλκει πλέον η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα (26).
2) Εκτίμηση επί της ουσίας
51. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επικουρικώς μόνον και χάριν πληρότητας, θα επιχειρήσω μια σύντομη προσέγγιση των νομικών προβλημάτων που έθεσε το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο ερώτημά του.
52. Το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71 στοχεύει στις περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε τις εκ του νόμου περιόδους ασφαλίσεως (λόγω αναγνωρίσεως περιόδων ασφαλίσεως της αλλοδαπής (27)), αλλά δικαιούται να λάβει ένα τόσο μικρό ποσό συντάξεως (κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (28)) ώστε θα ελάμβανε την κατώτατη σύνταξη. Χάριν οικονομίας στις αναγκαίες διοικητικές διατυπώσεις για την έγκριση και καταβολή της συντάξεως αυτής, ο αρμόδιος φορέας σε θέματα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής (άρθρο 48, παράγραφος 1), οι δε συναφείς περίοδοι καταβολής εισφορών λαμβάνονται υπόψη από άλλους φορείς (άρθρο 48, παράγραφοι 2 και 3).
53. Αν το άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει όλες τις περιόδους καταβολής εισφορών, αλλά μόνον ορισμένες από αυτές, δηλαδή τις περιόδους που ενδέχεται να θεμελιώνουν δικαίωμα συντάξεως γήρατος, η ερμηνεία αυτή θα αύξανε τις πιθανότητες να προβεί ο αρμόδιος φορέας στον υπολογισμό της κατώτατης συντάξεως και να απαλλάσσεται έτσι από την υποχρέωσή του παροχής. Στην περίπτωση της Salgado Alonso, π.χ., η αναγνώριση, απλώς, της περιόδου καταβολής εισφορών των 182 ημερών που συμπληρώθηκε το 1992, περίοδος που θεωρείται ως θεμελιώνουσα δικαίωμα, θα είχε ως συνέπεια την καταβολή του κατώτατου αυτού ποσού, ενώ αυτό δεν θα συνέβαινε αν λαμβανόταν επίσης υπόψη η συμπληρωματική περίοδος των 3 219 ημερών κατά τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές από τον INEM.
54. Ωστόσο ο αρμόδιος φορέας μόνον όλως εξαιρετικώς μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του χορηγήσεως κατώτατων συντάξεων μέσω της αντίστοιχης υποχρεώσεως που προκύπτει για τους φορείς άλλων κρατών μελών (άρθρο 48, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1408/71). Συγκεκριμένα, δεν θα ήταν δίκαιο για τους τελευταίους ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους να απαλλάσσεται, επιβαρύνοντας αυτούς με τη δαπάνη, από την υποχρέωσή του παροχής με το να μη λαμβάνει απλώς υπόψη ορισμένες περιόδους καταβολής εισφορών. Προκειμένου να μειωθεί στο ελάχιστο η συμμετοχή των φορέων άλλων κρατών μελών, το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι όλες οι περίοδοι καταβολής εισφορών πρέπει να ληφθούν υπόψη, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσαυξάνουν μόνο τα δικαιώματα χωρίς να τα θεμελιώνουν.
55. Το πλαίσιο αναφοράς του άρθρου 48 του κανονισμού 1408/71 συνηγορεί επίσης υπέρ του συνυπολογισμού όλων των περιόδων καταβολής εισφορών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προσαυξάνουν μόνον τα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή περιέχει κανόνα που αποκλίνει από το άρθρο 46, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού. Ως εκ τούτου, το άρθρο 48 πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να συμβιβάζεται με το άρθρο 46, παράγραφος 2, που αφορά τον υπολογισμό του συγκεκριμένου ποσού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (29), αλλά δεν αφορά τις βασικές προϋποθέσεις του υποστατού του δικαιώματος λήψεως της παροχής (30). Περίοδοι καταβολής εισφορών που προσαυξάνουν μόνον τα δικαιώματα αλλά δεν τα θεμελιώνουν πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του συγκεκριμένου ποσού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
56. Κατά συνέπεια, για τον καθορισμό των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας υπό την έννοια του άρθρου 48 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περίοδοι καταβολής εισφορών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ενδεχομένως δεν θεμελιώνουν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά απλώς το προσαυξάνουν.
V – Πρόταση
57. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Juzgado de lo Social n° 3 de Orense ως εξής:
«Δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ούτε στα άρθρα 39 ΕΚ και 12 ΕΚ εθνική ρύθμιση, όπως η 28η πρόσθετη διάταξη του ισπανικού TRLGSS, σύμφωνα με την οποία ορισμένοι περίοδοι καταβολής εισφορών στην ασφάλιση συντάξεως γήρατος έχουν ως μοναδικό αποτέλεσμα την προσαύξηση των δικαιωμάτων, αποκλείεται δε κάθε θεμελιωτικό αποτέλεσμα.»
Κατά τα λοιπά, παρέλκει η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 149, σ. 2. Τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1, διορθωτικό στην ΕΕ L 200, σ. 1) προβλέπουν την κατάργηση και την αντικατάσταση του κανονισμού 1408/71. Για λόγους χρονολόγησης, ο κανονισμός 1408/71 εξακολούθησε ωστόσο να ισχύει εν προκειμένω·το ισχύον άρθρο 1, στοιχείο ιη΄, είναι αυτό που προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 209, σ. 1). Όλες οι άλλες διατάξεις που παρατίθενται στις προτάσεις μου περιλαμβάνονται στον τροποποιημένο και ενημερωμένο κανονισμό 1408/71, όπως προέκυψε από τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
3 – Βλ. επ’ αυτού τις προτάσεις που υποβλήθηκαν την ίδια ημέρα στην υπόθεση C-225/02 (απόφαση της 20ης Ιανουαρίου 2005, Συλλογή 2005, σ. Ι-523, Ι-525).
4 – Στο Real Decreto Legislativo 1/1994 της 20ής Ιουνίου 2000 (Boletin Oficial del Estado [BOE] 154 της 29ης Ιουνίου 2004, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 50/1998 της 30ής Δεκεμβρίου 1998 (BOE της 30ής Δεκεμβρίου 1998· έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 1999).
5 – Όπως προστέθηκε με την 21η πρόσθετη διάταξη του νόμου 50/1998 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4).
6 – Εγκύκλιος 3/99 της 16ης Απριλίου 1999 (Circular conjunta sobre modificación de los criterios de reconocimiento del subsidio por desempleo estableido en el articulo 215.1.3 del TRLGSS para mayores de 52 años, que afectan a trabajadores emigrantes retornados de la Unión Europea/Espacio Económico Europeo)· σύμφωνα με την τρίτη υπηρεσιακή οδηγία της εγκυκλίου αυτής, «οι εισφορές που καταβάλλονται από το INEM στο σύστημα της ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ασφαλισμένος λαμβάνει το ειδικό επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους ανέργους άνω των 52 ετών […] πρέπει να ληφθούν υπόψη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1408/71, όταν ο ενδιαφερόμενος ζητεί σύνταξη που δικαιούται βάσει του ισπανικού συστήματος εισφορών».
7 – Αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-88/95, C-102/95 και C-103/95, Martínez Losada κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-869), και της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C‑320/95, Ferreiro Alvite (Συλλογή 1999, σ. I-951).
8 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Salgado Alonso αμφισβήτησε όμως αν μπορεί πράγματι να υπάρξει προσαύξηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λαμβανομένου υπόψη του μικρού ποσού των εισφορών που κατέβαλε ο INEM.
9 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1983, 232/82, Baccini (Συλλογή 1983, σ. 583, σκέψη 17)· της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-349/87, Paraschi (Συλλογή 1991, σ. I‑4501, σκέψη 22), και της 3ης Οκτωβρίου 2002, C-347/00, Barreira Pérez (Συλλογή 2002, σ. I-8191, σκέψη 41).
10 – Βλ. επίσης απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-393/99 και C‑394/99, Hervein κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2829, σκέψη 50).
11 – Αποφάσεις Ferreiro Alvite (σκέψεις 22 έως 24) και Martínez Losada (σκέψη 43), αμφότερες παρατιθέμενες στην υποσημείωση 7· βλ. επίσης απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1999, C-12/93, Drake (Συλλογή 1994, σ. I-4337, σκέψη 27).
12 – Η απόφαση Ferreiro Alvite (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 26) ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση· αφορά τις ίδιες περιόδους ασφαλίσεως με τις επίδικες εν προκειμένω, αλλά τις εξετάζει υπό διαφορετική οπτική γωνία (δικαίωμα για ειδικό επίδομα ανεργίας και όχι –όπως εν προκειμένω– δικαίωμα σε εκ του νόμου σύνταξη γήρατος).
13 – Απόφαση Martínez Losada (προπαρατεθείσα στη σημείωση 7, σκέψεις 34 και 35) και απόφαση της 12ης Μαΐου 1989, 388/87, Warmerdam-Steggerda (Συλλογή 1989, σ. 1203, σκέψεις 10, 17 και 19).
14 – Βλ., επίσης, σε αυτή την κατεύθυνση, απόφαση Drake (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 26).
15 – Όπως προείπα, ο εκπρόσωπος της Salgado Alonso το δήλωσε ο ίδιος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
16 – Βλ., ιδίως, την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. 505, σκέψη 9) καθώς και τις αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1999, C-18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I-345, σκέψη 27), και της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-209/01, Schilling και Fleck-Schilling (Συλλογή 2003, σ. Ι-13389, σκέψη 23)· βλ., επίσης, την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus (Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψεις 15 έως 17).
17 – Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, σκέψη 11)· της 23ης Μαΐου 1996, C-237/94, O’Flynn (Συλλογή 1996, σ. I‑2617, σκέψη 17), και της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C-400/02, Merida (Συλλογή 2004,σ. Ι-8471, σκέψη 21).
18 – Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I-225, σκέψη 30)· της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93, Gillespie (Συλλογή 1996, σ. I‑475, σκέψη 16, και την απόφαση Merida (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 22).
19 – Αποφάσεις Merida (σκέψη 23) και O’Flynn (σκέψη 20), αμφότερες στην υποσημείωση 17.
20 – Η διάταξη περί παραπομπής προϋποθέτει, απλώς, ότι υφίσταται δυσμενής διάκριση σύμφωνα με τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων [«[…] οπότε οι μόνοι εργαζόμενοι που θίγονται από την εθνική αυτή ρύθμιση είναι αυτοί που έκαναν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας […]»].
21 – Όσον αφορά την Επιτροπή, παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 2002, C-290/00, Duchon (Συλλογή 2000, σ. I-3567, σκέψεις 37 και 38) και στην απόφαση Paraschi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 24). Στις δύο αυτές υποθέσεις, όμως, επρόκειτο ρητώς για τον μη συνυπολογισμό πραγματικών περιστατικών ή περιστάσεων που έλαβαν χώρα σε άλλα κράτη μέλη. Δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση με το επίδικο εν προκειμένω ισπανικό δίκαιο (βλ. σημεία 39 και 40 των προτάσεών μου). Δεν είναι, επομένως, δυνατό να αντληθούν συμπεράσματα από τις δύο αυτές αποφάσεις στην παρούσα περίπτωση.
22 – Βλ., επίσης, σε αυτή την κατεύθυνση, απόφαση Hervein (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψεις 50 και 51) καθώς και –όσον αφορά τη φορολογική νομοθεσία– απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑387/01, Weigel (Συλλογή 2004, σ. Ι-4981, σκέψη 55).
23 – Αποφάσεις Weigel (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 57 έως 59), και της 1ης Ιουλίου 2004, C-65/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2004, σ. Ι-6427, σκέψεις 26 και 27).
24 – Βλ., επ’ αυτού, σημεία 26 και 27 των προτάσεών μου με την ίδια ημερομηνία στην υπόθεση C‑225/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 και τις παραπομπές που παρατίθενται εκεί).
25 – Βλ., επ’ αυτού, σημείο 13 των προτάσεών μου.
26 – Σχετικά με το ανίσχυρο προδικαστικού ερωτήματος που απώλεσε εν τω μεταξύ τη λυσιτέλειά του, βλ. ειδικότερα τα σημεία 28 έως 38 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-225/02 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 3).
27 – Άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71.
28 – Άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
29 – Πρόκειται για τον υπολογισμό του θεωρητικού και του πραγματικού ποσού της παροχής.
30 – Το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71, στο οποίο παραπέμπει ρητώς το άρθρο 46, παράγραφος 2, καθιστά δυνατό να καθοριστεί αν υφίσταται ή όχι το δικαίωμα λήψεως παροχής. Κατά συνέπεια, μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 45 μπορεί να καθοριστεί αν μια περίοδος καταβολής εισφορών έχει ως (μόνο) αποτέλεσμα την προσαύξηση των δικαιωμάτων ή αν μπορεί (επίσης) να τα θεμελιώσει.
Full & Egal Universal Law Academy