ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 2ας Ιουνίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-334/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Παράβαση του άρθρου 4δ της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996»
I – Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, μη εξασφαλίζοντας εμπράκτως τη μεταφορά του άρθρου 4δ της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά το πλήρες άνοιγμα των αγορών τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό (3), παρέβη τις υποχρεώσεις που έχει από το κοινοτικό δίκαιο.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 90/388, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19, τα κράτη μέλη καταργούν όλα τα μέτρα με τα οποία χορηγούνται:
«1. […]
α) αποκλειστικά δικαιώματα για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της εγκατάστασης και της παροχής των δικτύων τηλεπικοινωνιών που απαιτούνται για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών ή
β) ειδικά δικαιώματα τα οποία περιορίζουν σε δύο ή περισσότερες τις επιχειρήσεις στις οποίες επιτρέπεται να παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες [ή να εκμεταλλεύονται] δίκτυα του είδους αυτού, βάσει κριτηρίων που δεν είναι αντικειμενικά και δεν βασίζονται στις αρχές της αναλογικότητας και της μη διακρίσεως ή
γ) ειδικά δικαιώματα τα οποία χορηγούνται βάσει κριτηρίων που δεν είναι αντικειμενικά και δεν βασίζονται στις αρχές της αναλογικότητας και της μη διακρίσεως, σε διάφορες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις για την παροχή των εν λόγω τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ή την εγκατάσταση ή την παροχή δικτύων.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται σε οποιαδήποτε επιχείρηση το δικαίωμα παροχής της τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή εγκατάστασης ή παροχής δικτύου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
[…]»
3. Το άρθρο 4γ της οδηγίας 90/388, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19, ορίζει:
«Με την επιφύλαξη της εναρμόνισης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα πλαίσια της ONP [Open Network Provision, παροχής ανοικτού δικτύου], κάθε εθνικό σύστημα για την κατανομή του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των οργανισμών τηλεπικοινωνιών και των άλλων οργανισμών, είτε συνίσταται σε ένα σύστημα συμπληρωματικών επιβαρύνσεων είτε σε ένα φορέα χρηματοδότησης της καθολικής υπηρεσίας:
α) εφαρμόζεται μόνο στις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα τηλεπικοινωνιών·
β) κατανέμει την αντίστοιχη επιβάρυνση σε κάθε επιχείρηση με αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις κριτήρια και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εν λόγω συστήματα στην Επιτροπή προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο συμβιβάζονται με τη Συνθήκη.
[…]»
4. Το άρθρο 4δ της οδηγίας 90/388, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19, έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν προβαίνουν σε διακρίσεις μεταξύ των φορέων παροχής δημόσιων δικτύων τηλεπικοινωνιών όσον αφορά τη χορήγηση δικαιωμάτων διέλευσης για την παροχή των εν λόγω δικτύων.
Εφόσον η χορήγηση πρόσθετων δικαιωμάτων διέλευσης σε επιχειρήσεις που επιθυμούν να παράσχουν δημόσια δίκτυα τηλεπικοινωνιών δεν είναι δυνατή λόγω των ισχυουσών ουσιωδών απαιτήσεων, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την πρόσβαση, με εύλογους όρους, στις εγκαταστάσεις που έχουν τοποθετηθεί βάσει δικαιωμάτων διέλευσης και οι οποίες δεν μπορούν να τοποθετηθούν εκ νέου.»
5. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (4), ορίζει:
«Προκειμένου να καθορίζεται η τυχόν επιβάρυνση την οποία αντιπροσωπεύει η παροχή καθολικής υπηρεσίας, οι οργανισμοί με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, κατόπιν αιτήσεως της εθνικής τους ρυθμιστικής αρχής, υπολογίζουν το καθαρό κόστος των σχετικών υποχρεώσεων, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ. Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας ελέγχεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλο αρμόδιο φορέα, ανεξάρτητο από τον οργανισμό τηλεπικοινωνιών και εγκεκριμένο από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Τα αποτελέσματα του υπολογισμού του καθαρού κόστους και τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου διατίθενται στο κοινό, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2.»
6. Κατά την εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 96/19, «[…] Οι οργανισμοί τηλεπικοινωνιών σε πολλά κράτη μέλη διαθέτουν εκ του νόμου προνόμια για την εγκατάσταση του δικτύου τους σε δημόσια και ιδιωτικά ακίνητα είτε δωρεάν είτε με την καταβολή ενός ποσού για την κάλυψη απλώς των προκληθεισών δαπανών. Εάν τα κράτη μέλη δεν παρέχουν ανάλογες δυνατότητες στις επιχειρήσεις που αποκτούν άδειες για την εγκατάσταση των δικτύων τους, αυτό θα οδηγούσε σε καθυστερήσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις στη διατήρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων εκ μέρους του οργανισμού τηλεπικοινωνιών. […]»
Β – Εθνικές διατάξεις
7. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του πορτογαλικού νομοθετικού διατάγματος 91/97 (5) ορίζει το βασικό τηλεπικοινωνιακό δίκτυο ως ένα δημόσιο δίκτυο το οποίο σε ολόκληρη την επικράτεια ικανοποιεί τις τηλεπικοινωνιακές ανάγκες των πολιτών και των κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων και εξασφαλίζει τις συνδέσεις με το εξωτερικό.
8. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 12, όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 29/2002 (6), το βασικό τηλεπικοινωνιακό δίκτυο αποτελείται από ένα δημόσιο σταθερό δίκτυο τηλεφωνίας, από το δίκτυο μεταδόσεως και από στοιχεία δεσμίσεως, μεταγωγής και επεξεργασίας, τα οποία όλα μαζί συνιστούν μια καθολική υπηρεσία στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
9. Βάσει του άρθρου 13 του νομοθετικού διατάγματος 91/97, οι εκμεταλλευόμενοι βασικά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής τελών και δικαιωμάτων τόσο για την εγκατάσταση της τηλεπικοινωνιακής υποδομής όσο και για την αναγκαία για την εκμετάλλευση του χορηγηθέντος δικτύου πρόσβαση στα διάφορα μέρη του συστήματος.
III – Τα πραγματικά περιστατικά
10. Στον τομέα της σταθερής τηλεφωνίας, το Πορτογαλικό Δημόσιο και η Portugal Telecom υπέγραψαν, στις 20 Μαρτίου 1994, σύμβαση παραχωρήσεως, διάρκειας 30 ετών, για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών οι οποίες θεωρούνται δημόσια υπηρεσία. Η σύμβαση αυτή δίνει στην PT Comunicações, η οποία ως θυγατρική της Portugal Telecom έχει αναλάβει την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που στηρίζονται σε δίκτυο, το αποκλειστικό δικαίωμα διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως της υποδομής του βασικού τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Επιπλέον, με την παραχώρηση, η κυριότητα της υποδομής δόθηκε στην PT Comunicações. Στο πλαίσιο αυτό, η PT Comunicações οφείλει να επεκτείνει και να βελτιώνει την υποδομή και να την κρατεί σε καλή κατάσταση, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία, την ασφάλεια και τη συντήρηση του δικτύου, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται σε ολόκληρη την επικράτεια η παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών για γενική χρήση, ως καθολικής υπηρεσίας. Σε αντάλλαγμα της παραχωρήσεως, η PT Comunicações οφείλει να καταβάλλει στο Δημόσιο το ποσό που αντιστοιχεί στο 1 % των ακαθάριστων εσόδων από τις υπηρεσίες που ανατέθηκαν. Το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας αφαιρείται από το ποσό αυτό.
11. Στις 17 Φεβρουαρίου 2003 εγκρίθηκε, βάσει του νομοθετικού διατάγματος 31/2003 (7), νέα σύμβαση παραχωρήσεως, με την οποία στην ουσία δεν άλλαξαν οι υποχρεώσεις του εκμεταλλευομένου το δίκτυο. Η PT Comunicações οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της παραχωρήσεως, ενώ πρέπει να εξασφαλίζονται η διαλειτουργικότητα, η συνέχεια, η ετοιμότητα, η αντοχή στον χρόνο και η ποιότητα.
IV – Η διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής και τα αιτήματα των διαδίκων
12. Στις Μαΐου 2002, η Επιτροπή απέστειλε στην Πορτογαλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο εξέθεσε ότι η PT Comunicações τυγχάνει ευμενούς μεταχειρίσεως σε σχέση με άλλους φορείς εκμεταλλεύσεως, καθόσον η PT Comunicações, ως ο μόνος φορέας που εκμεταλλεύεται βασικά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, απαλλάσσεται, δυνάμει του άρθρου 13 του νομοθετικού διατάγματος 91/97, τελών και άλλων εισφορών, ενώ όλοι οι άλλοι φορείς εκμεταλλεύσεως υπόκεινται σε τέτοιες επιβαρύνσεις. Μετά την απάντηση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως που έλαβε στις 2 Ιουλίου 2002 η Επιτροπή απέστειλε στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στις 19 Δεκεμβρίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη. Δεδομένου ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε στις 30 Ιουλίου 2003 την παρούσα προσφυγή.
13. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της καθόσον δεν εξασφάλισε εμπράκτως τη μεταφορά του άρθρου 4δ της οδηγίας 90/338, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19, και
– να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
14. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί να κηρυχθεί αβάσιμη η προσφυγή και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
V – Επιχειρήματα των διαδίκων
15. Κατά την Επιτροπή, με την απαλλαγή, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος 91/97, σε συνδυασμό με το νομοθετικό διάταγμα 31/2003 και προηγουμένως με το νομοθετικό διάταγμα 40/95 (8), τα οποία ορίζουν ότι η PT Comunicações είναι υπεύθυνη για την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση του βασικού δικτύου, η PT Comunicações τυγχάνει ευνοϊκής μεταχειρίσεως σε σχέση με άλλους φορείς εκμεταλλεύσεως. Εφόσον λείπει οποιοσδήποτε δικαιολογητικός λόγος, πρόκειται για παράβαση του άρθρου 4δ της οδηγίας 96/19.
16. Δεδομένου ότι, με το βασικό τηλεπικοινωνιακό δίκτυό της, η PT Comunicações παρέχει υπηρεσίες οι οποίες ανταγωνίζονται υπηρεσίες που παρέχονται από άλλους φορείς εκμεταλλεύσεως, η PT Comunicações έχει ευθέως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων φορέων εκμεταλλεύσεως. Το γεγονός ότι οι νέοι φορείς εκμεταλλεύσεως υπόκεινται σε επιβαρύνσεις στις οποίες δεν υπόκειται ο παλαιός φορέας εκμεταλλεύσεως δύναται να επιβραδύνει την ανάπτυξη των δικτύων τους.
17. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς.
18. Η απαλλαγή δεν δικαιολογείται από την υποχρέωση της PT Comunicações να καταβάλλει κάθε χρόνο αποζημίωση περί τα 20 εκατομμύρια ευρώ για την παραχώρηση. Συγκεκριμένα, πρόκειται για αποζημίωση για τη χρήση του βασικού τηλεπικοινωνιακού δικτύου που ανήκει στο Πορτογαλικό Δημόσιο. Η απαλλαγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως αποζημίωση για την υποχρέωση της PT Comunicações να παρέχει μια καθολική υπηρεσία. Το άρθρο 4γ της οδηγίας αποκλείει απεριφράστως τις απαλλαγές που δεν έχουν άμεση σχέση με την παροχή καθολικών υπηρεσιών.
19. Με τα υπομνήματά της αντικρούσεως και ανταπαντήσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση αντιδικεί με την Επιτροπή. Η άμυνά της συνίσταται στην ουσία σε τρεις ισχυρισμούς.
20. Πρώτον, η διαφορετική μεταχείριση, αφενός, της PT Comunicações και, αφετέρου, των λοιπών φορέων που παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες βασιζόμενες σε δίκτυο οφείλεται στο γεγονός ότι η PT Comunicações, αντιθέτως προς τους ανταγωνιστές της, πρέπει να παρέχει μια καθολική υπηρεσία. Εξ αυτού προκύπτει ότι η PT Comunicações πρέπει να επεκτείνει το τηλεπικοινωνιακό της δίκτυο αν το απαιτεί η υποχρέωση παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας, έστω και αν, αυτή καθ’ εαυτή, η εν λόγω επέκταση δεν είναι οικονομικώς ελκυστική. Κατά συνέπεια, η θέση της PT Comunicações δεν είναι συγκρίσιμη με τη θέση άλλων φορέων εκμεταλλεύσεως οι οποίοι καθοδηγούνται εξ ολοκλήρου από σκέψεις αποδοτικότητας για την εγκατάσταση της υποδομής ενός δικτύου και για την παροχή υπηρεσιών. Επομένως, η απαλλαγή όσον αφορά τη χρήση του κοινόχρηστου δικτύου σκοπό έχει να άρει τα εμπόδια για την ανάπτυξη της υποδομής η οποία είναι αναγκαία για την παροχή μιας καθολικής υπηρεσίας.
21. Άλλωστε, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των βαρών που έχουν σχέση με την εγκατάσταση και τη συντήρηση της υποδομής ενός δικτύου και των βαρών που απορρέουν από τη χρήση του δικτύου αυτού. Η απαλλαγή έχει συνέπειες για τα βάρη της πρώτης και όχι της δεύτερης κατηγορίας. Επομένως, κατά τη χρήση της υποδομής η PT Comunicações, ως φορέας τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, δεν ωφελείται από την απαλλαγή.
22. Δεύτερον, η Πορτογαλική Κυβέρνηση αντλεί ένα επιχείρημα από τον χαρακτήρα και τον σκοπό της απαλλαγής. Η απαλλαγή αυτή συνδέεται στενότατα με το γεγονός ότι η PT Comunicações χρησιμοποιεί το κοινόχρηστο δίκτυο για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών χάριν του γενικού συμφέροντος, ενώ οι ανταγωνιστές της χρησιμοποιούν το κοινόχρηστο δίκτυο κυρίως για το ατομικό τους συμφέρον και επομένως υπόκεινται στα σχετικά τέλη.
23. Τρίτον, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν η καταβολή δημοτικών τελών θεωρούνταν έξοδο –και επομένως κόστος– το οποίο η PT Comunicações θα είχε στο πλαίσιο της παροχής μιας γενικής υπηρεσίας, η απαλλαγή από την επιβάρυνση αυτή δεν είναι μεγαλύτερη από τα ειδικά βάρη που συνεπάγεται η εκτέλεση μιας υποχρεώσεως για την παροχή καθολικών υπηρεσιών. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επικαλείται εν προκειμένω την απόφαση Altmark (9).
24. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ολοκληρώνει την άμυνά της εκθέτοντας ότι, για την εφαρμογή της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (10), η οποία αντικατέστησε την οδηγία 90/388, σκοπεύει να προσθέσει στην κειμένη πορτογαλική νομοθεσία μερικές διατάξεις οι οποίες, αφενός, θα εξασφαλίζουν ότι όλοι όσοι εκμεταλλεύονται δίκτυα τηλεπικοινωνιών θα έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν το κοινόχρηστο δίκτυο και, αφετέρου, θα προβλέπουν διαφανή, αναλογικά και μη γενεσιουργά δυσμενών διακρίσεων τέλη για τη χρήση αυτή.
VI – Εκτίμηση
25. Στη δεκαετία του ’90 ο κοινοτικός νομοθέτης ασχολήθηκε έντονα με την ελευθέρωση των εθνικών αγορών τηλεπικοινωνιών προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να υπάρξει ενιαία κοινοτική αγορά τηλεπικοινωνιών. Η προσπάθεια αυτή διευκολύνθηκε από την ταχεία τεχνολογική πρόοδο στον τομέα της μηχανοργανώσεως και των τηλεπικοινωνιών. Έτσι, τα οικονομικοτεχνικά επιχειρήματα υπέρ της εκμεταλλεύσεως των τηλεπικοινωνιακών δικτύων από κατόχους αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων είναι πια απαρχαιωμένα.
26. Σε ένα εντελώς άγνωστο πεδίο ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έλαβε παρακινδυνευμένες πρωτοβουλίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήδη από την αρχή της δεκαετίας του ’80 η αγορά των τηλεπικοινωνιών είχε κατά μεγάλο μέρος ελευθερωθεί. Και στην Ευρώπη υπήρξαν μερικές χώρες που προηγήθηκαν του κοινοτικού νομοθέτη (11).
27. Ένα από τα βασικά προβλήματα κατά τη μετάβαση από την οργάνωση και διαχείριση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ως υπηρεσιών δημοσίας ωφελείας, από μια δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση με αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα, ήταν το πρόβλημα οι υπηρεσίες που ετοιμάζονταν και παρέχονταν μονοπωλιακώς από τον δημόσιο τομέα να μετατραπούν σε υπηρεσίες που ετοιμάζονται και διανέμονται κατά τρόπο που συνάδει με την οικονομία της αγοράς. Από τη μια πλευρά, έπρεπε να εξασφαλιστεί ότι οι υπηρεσίες αυτές που έχουν εξαιρετική οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική σημασία για τον καθένα θα παραμείνουν διαθέσιμες: το καθήκον παροχής της λεγόμενης καθολικής υπηρεσίας. Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι παλαιοί κάτοχοι αποκλειστικών δικαιωμάτων στην αγορά αυτή, και τώρα ως επί το πλείστον ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις, να επιτύχουν, ως κάτοχοι δεσποζουσών θέσεων στις διαμορφούμενες αγορές, να απωθήσουν, με ή χωρίς την εμφανή ή συγκεκαλυμμένη στήριξη των εθνικών αρχών, νέους επιχειρηματίες από την εν λόγω αγορά.
28. Τη διττή αυτή φροντίδα μπορεί κανείς να δει στις αιτιολογικές σκέψεις και στις διατάξεις των προαναφερθεισών οδηγιών 90/388, 96/19 και 97/33. Αφενός, οι οδηγίες αυτές προβλέπουν μεγάλες μεταβατικές περιόδους για εκείνες τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών που όλοι οι πολίτες έχουν ζωτικό συμφέρον να είναι διαθέσιμες, όπως είναι η υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας (12), και θέτουν κανόνες για τον υπολογισμό των ειδικών επιβαρύνσεων που συνδέονται με την υποχρεωτική παροχή καθολικών υπηρεσιών (13). Αφετέρου, οι εν λόγω οδηγίες περιέχουν πολλές διατάξεις οι οποίες σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ότι οι νέοι υποψήφιοι για την ετοιμασία και παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών θα τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως με τις επιχειρήσεις που ήδη δρουν στις σχετικές αγορές. Το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση άρθρο 4δ της οδηγίας 90/388, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19, είναι ένα παράδειγμα μιας τέτοιας διατάξεως.
29. Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, όπως εκτίθενται στα σημεία 10 και 11 των προτάσεών μου, είναι χαρακτηριστικά των προβλημάτων που περιέγραψα διά βραχέων και που τίθενται όταν μια υπηρεσία την οποία διαχειρίζεται μόνον ένας φορέας μετατρέπεται σε υπηρεσία που παρέχεται υπό καθεστώς ανοικτής αγοράς. Ένα στοιχείο του πλέγματος των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως αξίζει ιδιαίτερη προσοχή στο πλαίσιο της εκδικάσεως της παρούσας προσφυγής: από το αντάλλαγμα που οφείλει για την παραχώρηση η PT Comunicações δύναται να αφαιρεί ολόκληρο το καθαρό κόστος που έχει η υποχρέωση παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας.
30. Η βάσει του άρθρου 13 του νομοθετικού διατάγματος 91/97 απαλλαγή της PT Comunicações από την υποχρέωση καταβολής τελών για τα δικαιώματα χρήσεως του κοινόχρηστου δικτύου, που της χορηγήθηκαν για την εγκατάσταση υποδομής, πρέπει άνευ ετέρου να θεωρηθεί ως ένα κατ’ αρχήν απαγορευόμενο προνόμιο εις βάρος νέων τηλεπικοινωνιακών φορέων.
31. Συγκεκριμένα, αν κατά τη μεταβατική περίοδο η διείσδυση νέων φορέων στην αγορά δυσκολευθεί με την επιβολή μεγαλύτερων οικονομικών βαρών και/ή άλλων εμποδίων απ’ ό,τι εκείνα που ισχύουν για όσους εκμεταλλεύονται την υπάρχουσα υποδομή, θα τεθεί σε κίνδυνο το επιδιωκόμενο από τον κοινοτικό νομοθέτη αποτέλεσμα και θα καταστεί δυνατό να διαιωνιστούν de facto τα αποκλειστικά δικαιώματα του «παλαιού» τηλεπικοινωνιακού φορέα. Έτσι, στην πράξη δεν θα υπάρχει κοινή αγορά στον σχετικό τομέα. Η παρατεθείσα στο σημείο 6 των προτάσεών μου εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 96/19 αναφέρει ρητώς το ανεπιθύμητο αυτό αποτέλεσμα.
32. Οι δικαιολογητικοί λόγοι που η Πορτογαλική Κυβέρνηση προβάλλει υπέρ της απαγορευόμενης από το άρθρο 4δ της τροποποιημένης οδηγίας 90/388 προτιμησιακής μεταχειρίσεως της PT Comunicações είναι απλώς νομικές κατασκευές. Άλλωστε, δύσκολα θα μπορούσαν να μην είναι, καθόσον τέτοια δικαιολογία δεν μπορεί να βρεθεί ευθέως στο ιδιαίτερο κόστος που έχει η υποχρέωση παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, η PT Comunicações δύναται να αφαιρεί ολόκληρο το κόστος αυτό από το ποσό που οφείλει για την παραχώρηση.
33. Για τον λόγο αυτόν η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν δικαιολόγησε το προνόμιο της PT Comunicações έναντι των άλλων φορέων εκμεταλλεύσεως επικαλούμενη το κόστος που έχει άμεση σχέση με την υποχρέωση παροχής μιας δημόσιας υπηρεσίας, αλλά το δικαιολόγησε επικαλούμενη την ειδική ιδιότητα της επιχειρήσεως αυτής ως επιχειρήσεως η οποία παρέχει μια καθολική υπηρεσία. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η ειδική αυτή ιδιότητα συνεπάγεται ευρύτερες υποχρεώσεις για την εγκατάσταση και επέκταση νέας υποδομής, από τις οποίες υποχρεώσεις απαλλάσσονται οι λοιποί φορείς εκμεταλλεύσεως.
34. Κατ’ εμέ, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Πρώτον, παραγνωρίζει πλήρως το γεγονός ότι η PT Comunicações, ως κάτοχος και κύριος του βασικού τηλεπικοινωνιακού δικτύου, ήδη διαθέτει μια υποδομή την οποία οι νέοι επιχειρηματίες πρέπει να εγκαταστήσουν εξ ολοκλήρου με δικά τους έξοδα. Από τη σκοπιά αυτή, η χορήγηση απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής τελών, τα οποία πλήττουν τους νέους φορείς εκμεταλλεύσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως κατ’ εξοχήν εμπόδιο για τη διείσδυση νέων επιχειρηματιών στην αγορά. Δεύτερον, η δικαιολογία που προβλήθηκε δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθόσον παραγνωρίζει το γεγονός ότι πολλά, αν όχι όλα, τα έργα που η PT Comunicações εκτέλεσε για την επέκταση του επικοινωνιακού δικτύου στοιχούν με επιταγές αποδοτικότητας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η γενική απαλλαγή νοθεύει κατάφωρα τον ανταγωνισμό υπέρ της PT Comunicações.
35. Ο δεύτερος λόγος δικαιολογήσεως στηρίζεται σε συλλογιστική η οποία, αυτή καθ’ εαυτή, είναι ασύμβατη με το επιδιωκόμενο από το κράτος μέλος αποτέλεσμα να μπορούν όλοι όσοι παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες να δρουν υπό τις ίδιες συνθήκες στα σχετικά τμήματα της αγοράς. Εξ αυτού προκύπτει σαφέστατα ότι οι επιχειρήσεις που οφείλουν να παρέχουν μια καθολική υπηρεσία πρέπει, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, να λαμβάνουν αποζημίωση για το ιδιαίτερο κόστος που απορρέει ευθέως από την υποχρέωση αυτή. Κάθε ειδικό προνόμιο που συνδέεται με την υποχρέωση αυτή, όποια ετικέτα και αν χρησιμοποιηθεί, όπως «δημόσια υπηρεσία» ή «γενικό συμφέρον», νοθεύει τον ανταγωνισμό υπέρ των αρχικών τηλεπικοινωνιακών φορέων. Ακριβώς αυτό είναι το αποτέλεσμα που ο κοινοτικός νομοθέτης σκόπευε να αποτρέψει με τις οδηγίες του.
36. Τέλος, ο τρίτος αμυντικός ισχυρισμός, ο οποίος απορρέει από την άποψη που απορρίφθηκε πιο πάνω ότι η απαλλαγή αποτελεί «αποζημίωση» για το ιδιαίτερο κόστος που έχει η υποχρέωση παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας, είναι φανερό ότι δεν ευσταθεί δεδομένου ότι η PT Comunicações ήδη δικαιούται να λάβει αποζημίωση. Επιπλέον, ως μέθοδος αποζημιώσεως για το ιδιαίτερο αυτό κόστος, η απαλλαγή είναι ακατάλληλη, καθόσον ισχύει και για έργα που δεν έχουν καμία σχέση με υποχρέωση παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας. Τέλος, μια γενική απαλλαγή για μελλοντικές δραστηριότητες ουδόλως επιτρέπει κάποια αναλογία μεταξύ του λαμβανομένου οφέλους και του κόστους της υποχρεώσεως παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας. Άλλωστε, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε κανένα πραγματικό περιστατικό από το οποίο θα μπορούσε να προκύψει ότι προσπάθησε να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 3 της οδηγίας 97/33 που προβλέπουν μια τέτοια αποζημίωση.
37. Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν εκτέλεσε ορθώς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 4δ της οδηγίας 90/388, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19.
VII – Συμπέρασμα
38. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
α) να διαπιστώσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 4δ της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά το πλήρες άνοιγμα των αγορών τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό, παρέβη τις υποχρεώσεις που έχει από τις οδηγίες αυτές·
β) να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα κατά άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 192, σ. 10.
3 – ΕΕ L 74, σ. 13.
4 – ΕΕ L 199, σ. 32.
5–
Diário da República I, σειρά A, αριθ. 176, της 1ης Αυγούστου 1997, σ. 4010.
6–
Diário da República I, σειρά A, αριθ. 282, της 6ης Δεκεμβρίου 2002, σ. 7556.
7–
Diário da República I, σειρά A, αριθ. 40, της 17ης Φεβρουαρίου 2003, σ. 1044.
8–
Diário da República I, σειρά A, αριθ. 39, της 15ης Φεβρουαρίου 1995, σ. 969.
9 – Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑7747).
10 – ΕΕ L 249, σ. 21.
11 – Καλή επισκόπηση των διαφόρων εξελίξεων μπορεί να βρεθεί στο: R. Mansell, TheNewTelecommunications: APoliticalEconomyofNetworkEvolution, Λονδίνο, Sage Publications, 1993.
12 – Άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388 και άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 96/16.
13 – Άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33.
Full & Egal Universal Law Academy