ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 11ης Νοεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-336/03
easyCar (UK) Limited
κατά
Office of Fair Trading
[αίτηση του High Court of Justice (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις – Πεδίο εφαρμογής – Εξαιρέσεις κατά τομείς σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2 – Αποτελεί η μίσθωση αυτοκινήτου σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταφοράς;»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (2). Στο πλαίσιο αυτό καλείται το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον μπορούν οι συμβάσεις μισθώσεως οχημάτων να θεωρούνται «συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αποτελεί μία κατά τομείς εξαίρεση της οδηγίας όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων της 4, 5, 6 και 7, παράγραφος 1 – και, επομένως, επίσης όσον αφορά το δικαίωμα υπαναχώρησης που πρέπει να χορηγείται στον καταναλωτή σύμφωνα με το άρθρο 6.
3. Η διαφορά της κύριας δίκης βασίζεται στις αγωγές του Office of Fair Trading (στο εξής: OFT) και της easyCar (UK) Limited (στο εξής: easyCar), με τις οποίες, αφενός, το OFT ζητεί να απαγορευθεί στην easyCar να αρνείται το δικαίωμα υπαναχωρήσεως και επιστροφής εξόδων στους πελάτες της και, αφετέρου, η easyCar ζητεί από το εθνικό δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι απαλλάσσεται των υποχρεώσεων αυτών.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
4. Σύμφωνα με το άρθρο της 1, αντικείμενο της οδηγίας είναι η «προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις εξ αποστάσεως συμβάσεις μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών».
5. Ως «εξ αποστάσεως σύμβαση», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, νοείται «κάθε σύμβαση μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή αφορώσα αγαθά ή υπηρεσίες, η οποία συνάπτεται στα πλαίσια ενός συστήματος πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως, που οργανώνεται από τον προμηθευτή, ο οποίος, με τη σύμβαση αυτή, χρησιμοποιεί αποκλειστικά ένα ή περισσότερα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως έως τη σύναψη της συμβάσεως, συμπεριλαμβανομένης και αυτής καθεαυτής της σύναψης της συμβάσεως».
6. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, που συγκαταλέγεται στις βασικές διατάξεις της οδηγίας, ορίζει ότι «για κάθε εξ αποστάσεως σύμβαση, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία τουλάχιστον επτά εργάσιμων ημερών για να υπαναχωρήσει αζημίως και χωρίς να δηλώσει την αιτία». Το άρθρο 6, παράγραφος 2, ορίζει τις έννομες συνέπειες της ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, ενώ το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, αποκλείεται η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως.
7. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, πάντως, η διάταξη του άρθρου 6, μεταξύ άλλων, δεν εφαρμόζεται στις «συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών καταλύματος, μεταφοράς, διατροφής, διασκέδασης, εφόσον ο προμηθευτής δεσμεύεται κατά τη σύναψη της σύμβασης να προβεί σε αυτές τις παροχές, σε καθορισμένη ημερομηνία ή συγκεκριμένη χρονική περίοδο».
Β – Εθνικό δίκαιο
8. Η οδηγία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου με τις Consumer Protection (Distance Selling) Regulations 2000 (στο εξής: Regulations). Η εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας μεταφέρθηκε με το άρθρο 6, παράγραφος 2, των Regulations, το οποίο έχει ως εξής:
«Τα άρθρα 7 έως 19, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζονται:
[...]
(b) στις συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών καταλύματος, μεταφοράς, διατροφής, διασκέδασης, εφόσον ο προμηθευτής δεσμεύεται κατά τη σύναψη της σύμβασης να παράσχει αυτές τις υπηρεσίες, σε καθορισμένη ημερομηνία ή συγκεκριμένη χρονική περίoδo».
9. Το θεμελιώδες δικαίωμα υπαναχωρήσεως προβλέπεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1:
«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 13, αν, εντός της προθεσμίας υπαναχωρήσεως σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12, ο καταναλωτής απευθύνει δήλωση υπαναχωρήσεως στον προμηθευτή [...], η δήλωση έχει ως αποτέλεσμα τη λύση της συμβάσεως».
10. Το άρθρο 12 των Regulations μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τις προθεσμίες του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας στην περίπτωση των συμβάσεων που αφορούν την παροχή υπηρεσιών και το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο a – το οποίο επικαλείται επικουρικώς η προσφεύγουσα – μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας.
11. Το άρθρο 14 των Regulations μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας και προβλέπει μεταξύ άλλων ότι, κατά τη λύση της συμβάσεως δυνάμει του άρθρου 10, ο προμηθευτής επιστρέφει χωρίς επιβάρυνση όλα τα καταβληθέντα από τον καταναλωτή ή για λογαριασμό του ποσά σε σχέση με τη σύμβαση, εξαιρέσει ορισμένων κατά νόμον εξόδων λόγω της επιστροφής των αγαθών.
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
12. Η easyCar είναι εταιρία εκμισθώσεως αυτοκινήτων η οποία συνάπτει τις συμβάσεις της με τους πελάτες της μόνο μέσω του Διαδικτύου. Το κόστος της μίσθωσης των αυτοκινήτων προσαρμόζεται προς την προσφορά και τη ζήτηση, δηλαδή, κατ’ αρχήν, όσο λιγότερα είναι τα εναπομένοντα διαθέσιμα αυτοκίνητα τόσο αυξάνουν οι τιμές. Με τον τρόπο αυτό, τα μισθώματα είναι χαμηλότερα όσο νωρίτερα γίνεται η κράτηση και αυξάνουν όσο πλησιάζει η ημερομηνία μισθώσεως ανάλογα με τα εναπομένοντα διαθέσιμα αυτοκίνητα. Το σύστημα αυτό καθιστά δυνατό στους πελάτες να λαμβάνουν αυτοκίνητα και λίγο πριν από την ημερομηνία μισθώσεως, αλλά σε υψηλότερες τιμές στην περίπτωση αυτή.
13. Οι γενικοί όροι μισθώσεως της easyCar διευκρινίζουν ότι, μετά τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως, ο πελάτης διαθέτει μεν δικαίωμα υπαναχωρήσεως, από αυτό το δικαίωμα όμως δεν απορρέουν αξιώσεις επιστροφής, εκτός αν συντρέχουν απρόβλεπτες ή άλλες ειδικές περιστάσεις, όπως σοβαρή ασθένεια ή φυσικές καταστροφές.
14. Αφού πολλοί καταναλωτές κατέθεσαν καταγγελίες κατά της easyCar σε σχέση με το συμβατό των συμβάσεών της μισθώσεως προς το βρετανικό δίκαιο, ειδικότερα τις Regulations, η easyCar ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο, στις 21 Νοεμβρίου 2002, να διαπιστώσει ότι ως προς τις συμβάσεις της μισθώσεως «δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις υπαναχωρήσεως των άρθρων 10 και 12, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο b, και/ή το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο a».
15. Η easyCar ισχυρίστηκε στο πλαίσιο αυτό ότι οι συμβάσεις της μισθώσεως αυτοκινήτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 6, παράγραφος 2, για τις «συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς», που αντιστοιχεί, από την πλευρά του, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων.
16. Στις 7 Φεβρουαρίου 2003, το OFT άσκησε αγωγή για παράλειψη ισχυριζόμενο ότι η easyCar δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 και 14 των Regulations, με τα οποία μεταφέρεται στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων.
17. Παρ’ όλον ότι οι δύο διάδικοι υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά τη «μεταφορά» υπό την έννοια των Regulations, συμφωνούν ως προς το ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι συμβάσεις μισθώσεως αυτοκινήτων αποτελούν «εξ αποστάσεως συμβάσεις» που αφορούν την «παροχή υπηρεσιών» υπό την έννοια των Regulations και, επομένως, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων.
18. Επειδή οι Regulations, την παράβαση των οποίων το OFT προβάλλει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, καθόσον αυτές μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο την εν λόγω οδηγία, το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη της 21ης Ιουλίου 2003, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Περιλαμβάνει ο όρος “συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών [...] μεταφοράς”, που περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/7/EΚ για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μισθώσεως αυτοκινήτων;»
IV – Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Α – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
19. Η easyCar θεωρεί ότι οι συμβάσεις μισθώσεως αυτοκινήτων αποτελούν «συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς». Η λέξη «μεταφορά» δεν περιλαμβάνει μόνον την πραγματική εκτέλεση μιας μεταφοράς από ίδιο προσωπικό, αλλά επίσης την απλή διάθεση μέσων μεταφοράς. Ο νομοθέτης συνειδητώς δεν προέβη σε διάκριση. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, αφορά επομένως όλες τις συμβάσεις που συνάπτονται στον τομέα των «μεταφορών». Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί επίσης το γερμανικό κείμενο «in den Bereichen […] Beförderung» καθώς και το ιταλικό κείμενο «relativi […] ai trasporti», που αποκλείουν στενή ερμηνεία.
20. Εξάλλου, οι λοιπές υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δείχνουν ότι πρέπει να εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, ακριβώς, αυτές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν νοείται υπαναχώρηση, διότι ο προμηθευτής εκτίθεται με τον τρόπο αυτό σε σοβαρές συνέπειες. Ακριβώς αυτό συμβαίνει σε περίπτωση που η κράτηση είναι αναγκαία λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων. Στον κίνδυνο αυτό εκτίθεται, επίσης, η μίσθωση αυτοκινήτων. Δεν διακρίνεται, επομένως, από τις συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών καταλύματος, διατροφής και διασκέδασης.
21. Επίσης από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας προκύπτει η ερμηνεία αυτή διότι, για παράδειγμα, ήδη στην πρόταση οδηγίας της Επιτροπής, της 21ης Μαΐου 1992 (3), στο άρθρο 3 ρητώς αναφέρονται οι υπηρεσίες που απαιτούν κράτηση.
22. Περαιτέρω, η easyCar στηρίζεται στην ερμηνεία της λέξεως «μεταφορά». Η easyCar θεωρεί ότι, όπως το Δικαστήριο δήλωσε σχετικά με την έκτη οδηγία 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (4), ως «μεταφορά» πρέπει να νοείται οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να φθάσει κανείς από έναν τόπο σε άλλον. Επομένως, περιλαμβάνονται επίσης τα μεταφορικά μέσα. Από την οδηγία 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (5), προκύπτει ότι η διάθεση αυτοκινήτων αποτελεί παροχή υπηρεσιών μεταφοράς.
23. Επιπλέον, το να αποκλειστεί η μίσθωση αυτοκινήτων από την εξαίρεση δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της ισότητας που πρέπει να διασφαλίζεται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο διότι, έναντι των παραδοσιακών υπηρεσιών μεταφοράς, όπως οι υπηρεσίες λεωφορείων, με τις οποίες αυτή βρίσκεται σε ανταγωνισμό, θα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση αν η προβλέπουσα την εξαίρεση διάταξη δεν ίσχυε ως προς αυτή.
24. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί, αντιθέτως, ότι οι συμβάσεις μισθώσεως αυτοκινήτων δεν περιλαμβάνονται στην κατά τομείς εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 2, για τον λόγο ότι, αφενός, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενώς και, αφετέρου, ο όρος «μεταφορά» σημαίνει την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς και δεν περιορίζεται στη διάθεση μεταφορικών μέσων.
25. Μια διαφορετική μεταχείριση έναντι των επιχειρήσεων μεταφοράς επιβατών είναι δικαιολογημένη. Αντίθετα προς τις επιχειρήσεις μεταφορών, οι οποίες χρειάζονται ειδική άδεια για τη μεταφορά προσώπων, για τη μίσθωση αυτοκινήτων δεν απαιτείται να πληρούται μια τέτοια προϋπόθεση. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις μεταφορών εξαρτώνται από ορισμένα δίκτυα μεταφορών. Επιπλέον, η θέση ενός επιβάτη, από την άποψη κατοχής εισιτηρίου και συνάψεως ασφαλιστικής συμβάσεως, δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του οδηγού μισθωμένου οχήματος.
26. Η Βρετανική Κυβέρνηση αμφιβάλλει εξάλλου αν οι μισθώσεις αυτοκινήτων τελούν σε σχέση ανταγωνισμού με τις επιχειρήσεις μεταφοράς προσώπων.
27. Πάντως, κατά τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως αυτοκινήτου εξ αποστάσεως, ο πελάτης χρήζει προστασίας ακριβώς όπως και σε άλλες περιπτώσεις προβλεπόμενες από την οδηγία.
28. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της συμβάσεως μισθώσεως αυτοκινήτου δεν είναι η μεταφορά καθεαυτή. Αν και οι ονομασίες «suministro/fourniture/provision» του ισπανικού, γαλλικού και αγγλικού κειμένου (6) του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας είναι ασαφείς ως προς το σημείο αυτό, στο μέτρο που αυτές οδηγούν στη σκέψη ότι καλύπτουν επίσης τη διάθεση κινητών αγαθών, η οδηγία προβλέπει εξαίρεση του τομέα μόνο για τη μεταφορά καθεαυτή και όχι για τη διάθεση μεταφορικών μέσων. Αυτό προκύπτει κυρίως από τη σύγκριση των δύο περιπτώσεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, και από την εκάστοτε χρησιμοποίηση εκεί του όρου «παροχή».
29. Η Επιτροπή συμφωνεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεν περιλαμβάνει τις συμβάσεις μισθώσεως αυτοκινήτων. Αυτό προκύπτει ήδη από τη φυσική ερμηνεία του όρου «μεταφέρω». Το «μεταφέρω» σημαίνει τη μετακίνηση προσώπων ή πραγμάτων από έναν τόπο σε άλλον. Επομένως, περιέχει ένα ενεργητικό στοιχείο, το οποίο δεν υφίσταται στην περίπτωση της απλής διαθέσεως μισθωμένων αυτοκινήτων.
30. Η Επιτροπή αναφέρει, επιπλέον, ότι όλες μεν οι κατά τομείς εξαιρέσεις αφορούν υπηρεσίες κρατήσεως, όμως σκοπός του νομοθέτη ήταν επιπλέον να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτές τις υπηρεσίες, κατά τις οποίες η λίγο χρόνο πριν από την παροχή τους υπαναχώρηση θα είχε σοβαρές συνέπειες για την επιχείρηση παροχής υπηρεσιών. Ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται στην περίπτωση μισθώσεως αυτοκινήτου, διότι στην περίπτωση αυτή το όχημα επανέρχεται στον χώρο σταθμεύσεως της επιχειρήσεως και συνεχίζει, επομένως, να είναι στη διάθεσή της.
Β – Νομική εκτίμηση
31. Το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων και, ειδικότερα, τη διευκρίνηση του όρου «μεταφορά».
32. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, αποκλείει συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών καταλύματος, μεταφοράς, διατροφής, διασκέδασης, από το πεδίο εφαρμογής μεμονωμένων διατάξεων της οδηγίας, εφόσον ο προμηθευτής δεσμεύεται κατά τη σύναψη της συμβάσεως να παράσχει αυτές τις υπηρεσίες σε καθορισμένη ημερομηνία ή συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
33. Αυτό αποτελεί, επομένως, μία εξαίρεση κατά τομείς από το πεδίο εφαρμογής ρυθμίσεως παραγώγου δικαίου, η οποία κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνεύεται στενά (7). Αυτό ισχύει ιδίως στο πλαίσιο της προστασίας του καταναλωτή (8), διότι ακριβώς στον τομέα αυτό απαιτείται ιδιαίτερα να ληφθεί υπόψη ο σκοπός προστασίας της οικείας πράξεως κατά την ερμηνεία της.
34. Όσον αφορά τη μίσθωση αυτοκινήτων, η ασάφεια της επίδικης εξαιρέσεως κατά τομείς προκύπτει από το γεγονός ότι οι οικείες συμβάσεις μπορούν να έχουν ως αντικείμενο παροχή υπηρεσίας στον τομέα της μεταφοράς στο μέτρο που αποσκοπούν στη διάθεση ενός μεταφορικού μέσου. Εκκινώντας από το γράμμα της επίδικης κατά τομείς εξαιρέσεως πρέπει, επομένως, κατ’ ουσίαν να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η διάθεση μεταφορικού μέσου πρέπει να θεωρείται παροχή υπηρεσίας μεταφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η προσοχή πρέπει να στραφεί ιδιαίτερα στον σκοπό της κατά τομείς εξαιρέσεως.
1. Επί του όρου «μεταφορά» του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας
35. Η ίδια η οδηγία δεν εξηγεί τον όρο «μεταφορά», ώστε αυτός κατ’ αρχήν πρέπει να ερμηνεύεται ενόψει της γενικής οικονομίας της οδηγίας και σύμφωνα με τη συνήθη σημασία του (9).
36. Θεωρείται γενικώς ότι αποφασιστικό κριτήριο για μια μεταφορά αποτελεί η μετακίνηση επιβατών ή αντικειμένων σε άλλο τόπο από αυτόν της αφετηρίας. Εντούτοις, στο πλαίσιο αυτό δεν αρκεί η υπηρεσία μεταφοράς να παρέχεται από τον ίδιο τον δικαιούχο της παροχής – όπως στην περίπτωση της μισθώσεως αυτοκινήτων, για παράδειγμα –, αντίθετα, η μεταφορά σε άλλον τόπο συγκαταλέγεται στις φυσικές υποχρεώσεις του παρέχοντος την υπηρεσία. Η Γαλλική Κυβέρνηση ορθώς επισήμανε το γεγονός αυτό με τις προφορικές της παρατηρήσεις.
37. Στην περίπτωση της οδηγίας θα μπορούσε όμως να προκύψει διαφορετική ερμηνεία από το γεγονός και μόνον ότι ορισμένα γλωσσικά κείμενα της διατάξεως της εξαιρέσεως δεν περιλαμβάνουν τη «μεταφορά» ως τοιαύτη, αλλά εν γένει την παροχή υπηρεσιών «στον τομέα» της μεταφοράς. Έτσι, το γερμανικό καθώς και το ιταλικό κείμενο αφορούν όλες τις υπηρεσίες «in den Bereichen [….] Beförderung» ή «relativi ai trasporti», ενώ, για παράδειγμα, το γαλλικό, το ισπανικό ή το αγγλικό κείμενο αναφέρουν υπηρεσίες «μεταφορών» (10). Εντούτοις, δεν αποκλείεται συναφώς, όπως θεωρεί, για παράδειγμα, η Ισπανική Κυβέρνηση, το γράμμα διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων να επιτρέπει επίσης ευρύτερη ερμηνεία.
38. Κατά πάγια νομολογία, οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις ενός κοινοτικού κειμένου πρέπει να ερμηνεύονται ομοιόμορφα· σε περίπτωση που οι αποδόσεις διαφέρουν μεταξύ τους, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (11).
39. Αφενός, η οδηγία αποσκοπεί σε ευρεία προστασία καταναλωτών, η οποία κατ’ αρχήν πρέπει να παρέχεται σε όλους τους τομείς, στους οποίους υφίσταται αυξημένη ανάγκη πληροφόρησης λόγω της χρησιμοποιήσεως μέσων τηλεπικοινωνίας. Αφετέρου, πρέπει όμως ορισμένοι τομείς, ως προς τους οποίους ο νομοθέτης έκρινε ότι οι αυστηρές απαιτήσεις της οδηγίας θα τους έθιγαν σοβαρά, να εξαιρεθούν.
40. Αν κατά την ερμηνεία ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας και το γράμμα της, που διευκρινίζει ότι οι υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται σε καθορισμένη ημερομηνία ή συγκεκριμένη χρονική περίοδο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι όλοι οι εξαιρούμενοι τομείς που προβλέπονται από το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, είναι κατ’ ουσίαν τομείς στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιούνται κρατήσεις. Ο λόγος είναι ότι είναι αναγκαίο να προστατευθεί ο παρέχων την υπηρεσία, ιδίως, από την ακύρωση υπηρεσιών, ως προς τις οποίες έχει ήδη γίνει κράτηση, λίγο πριν από την παροχή τους (12).
41. Πράγματι, η εξάρτηση μιας επιχειρήσεως έναντι των κρατήσεων έχει ως αποτέλεσμα διάφορες δαπάνες που θα την εξέθεταν σε σημαντικές επιβαρύνσεις αν δεν υπήρχε αμοιβή. Ιδίως, ο παρέχων την υπηρεσία υποχρεούται ήδη κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως να έχει καθορισμένη ικανότητα διαθέσεως για καθορισμένη χρονική περίοδο. Αν όμως ο αποδέκτης της υπηρεσίας δεν αξιώσει την υπηρεσία αυτή, ο παρέχων την υπηρεσία οφείλει να αναζητήσει εκ νέου έναν πελάτη που να επιθυμεί να λάβει την ίδια υπηρεσία ακριβώς για την ίδια χρονική περίοδο. Αυτή η κατάσταση μπορεί να αποδειχθεί προβληματική ενόψει της λήψεως υπόψη των ιδιαίτερων επιθυμιών των πελατών και ελλείψει αντίστοιχης ελαστικότητας – αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση νέας προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών ως προς τα οποία η κράτηση δεν παίζει κανένα ρόλο.
42. Λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό αυτό – δηλαδή την προστασία των συμφερόντων του προσφέροντος την υπηρεσία – δεν έχει τόσο σημασία αν η εκτέλεση της οικείας δραστηριότητας συνιστά πράγματι την πραγματοποίηση μιας μεταφοράς ως τοιαύτης, αλλά αντίθετα σημασία έχει αν η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει στον τομέα των μεταφορών και, επομένως, εκτίθεται στους ίδιους κινδύνους με αυτούς που αναφέρει το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση.
43. Δεδομένου ότι για την εξαίρεση κατά τομείς δεν έχει σημασία, επομένως, η πραγματική εκτέλεση της μεταφοράς, δεν αποκλείεται πάντως να θεωρείται και η διάθεση μέσων μεταφοράς ως υπηρεσία στον τομέα των «μεταφορών» και, συνεπώς, να μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως κατά τομείς που προβλέπει η οδηγία περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων.
2. Επί της διαθέσεως μέσων μεταφοράς ως υπηρεσίας στον τομέα των μεταφορών
44. Η easyCar ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι στην περίπτωση της μισθώσεως αυτοκινήτων πρόκειται για διάθεση μέσων μεταφοράς, η οποία ως παροχή υπηρεσίας περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, ακριβώς όπως η πραγματική υπηρεσία μεταφοράς. Η easyCar παραπέμπει στο πλαίσιο αυτό σε διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες διευκρινίστηκε η έννοια του μέσου μεταφοράς.
45. Αν και κατά πόσον οι αποφάσεις αυτές έχουν εν προκειμένω σημασία είναι πάντως αμφίβολο.
Επί της λυσιτελείας της συναφώς υφισταμένης νομολογίας
46. Στην απόφαση Hamann (13), το Δικαστήριο περιέλαβε και τα ιστιοφόρα σκάφη στον όρο «μεταφορικό μέσο» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ (14).
47. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ περιέχει, για λόγους πρακτικούς, ειδικά συνδετικά κριτήρια όσον αφορά τον τόπο της παροχής της φορολογητέας υπηρεσίας. Το καθοριστικό κριτήριο για τη μίσθωση κινητών ενσωμάτων αγαθών – ο τόπος της χρήσεως – δεν αποδείχθηκε πρακτικό ως προς τη μίσθωση μεταφορικών μέσων, διότι τα μεταφορικά μέσα μπορούν εύκολα να διαβούν τα σύνορα και, επομένως, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να καθοριστεί ο τόπος της χρήσεώς τους (15). Επομένως, το αντίστοιχο ειδικό συνδετικό κριτήριο δεν εφαρμόζεται στα μεταφορικά μέσα. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αιτιολόγησε τον χαρακτηρισμό ιστιοφόρων σκαφών ως «μεταφορικών μέσων» αναφερόμενο στη δυσκολία του καθορισμού του τόπου χρήσεως του σκάφους και την παρεμπόδιση πλήρους παύσεως της πληρωμής του ΦΠΑ. Έτσι, έλαβε οριστικώς υπόψη στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να έχουν σημασία για την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων.
48. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγω όσον αφορά τις αποφάσεις ARO Lease (16) και Lease Plan Luxembourg (17), με τις οποίες το Δικαστήριο – εκ νέου στο πλαίσιο της έκτης οδηγίας ΦΠΑ – εξομοίωσε το leasing των αυτοκινήτων οχημάτων με τη μίσθωση μεταφορικών μέσων για να καθορίσει τον τόπο της παροχής της υπηρεσίας. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση της αποφάσεως που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ισπανίας (18), με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ως προς την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ ότι «η διάθεση οδικής υποδομής σε χρήστες μέσω καταβολής διοδίων δεν έγκειται στην παροχή μεταφορικού μέσου, αλλά συνίσταται στο να επιτρέπει στους χρήστες που διαθέτουν όχημα να πραγματοποιούν διαδρομή υπό ευνοϊκότερες συνθήκες».
49. Επομένως, διαπιστώνεται εν συμπεράσματι ότι οι λύσεις τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο ερμηνεύοντας την έκτη οδηγία ΦΠΑ μπορούν να χρησιμοποιούνται σε άλλο πλαίσιο μόνο σε πολύ περιορισμένη έκταση. Επιπλέον, εν προκειμένω δεν ερωτάται αν η μίσθωση αυτοκινήτων οχημάτων μπορεί να χαρακτηρίζεται διάθεση μεταφορικού μέσου αλλά αντίθετα αν πρόκειται για υπηρεσία μεταφοράς υπό την έννοια της οδηγίας.
50. Τέλος, ούτε η οδηγία 83/182 και η βασιζόμενη σ’ αυτήν νομολογία μπορούν να παράσχουν διευκρινίσεις, διότι και στην περίπτωση αυτή το ρυθμιζόμενο θέμα αφορά άλλον τομέα εκτός του τομέα της προστασίας των καταναλωτών, δηλαδή το φορολογικό δίκαιο.
51. Ούτε η έκφραση «υπηρεσίες μεταφοράς» μπορεί να συναχθεί από τις γενικές νομικές αρχές της πρώτης οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως (19) ή της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (20), διότι καμία από τις δύο οδηγίες δεν αφορά τη μεταφορά· ο πρώτιστος στόχος των δύο αυτών οδηγιών έγκειται μάλλον στην ταξινόμηση των διαφόρων κατηγοριών των επιμέρους αδειών οδηγήσεως.
52. Πρέπει μεν να συναχθεί και από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι όλες οι υπηρεσίες του τομέα των μεταφορών δεν αποτελούν υπηρεσίες μεταφοράς. Αν κανείς, εντούτοις, σκεφθεί ότι στην υπόθεση Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (21) επρόκειτο για την εκτίμηση υπηρεσιών στο πλαίσιο της εκμεταλλεύσεως ενός αεροδρομίου, αυτό καθίσταται αμέσως προφανές.
Συμπεράσματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων
53. Αν, επομένως, από την υπάρχουσα νομολογία δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, η έννοια της μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας χρήζει αυτοτελούς ερμηνείας, διακρινόμενης από τις οδηγίες και τους τομείς του δικαίου που προαναφέρθηκαν. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να είναι συμφυής με το πλαίσιο της οδηγίας και τον σκοπό προστασίας των διατάξεών της.
54. Όπως ήδη τόνισα (22), πρέπει κυρίως να ληφθεί υπόψη, ως προς την κατά τομείς εξαίρεση, ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, πρέπει να ερμηνεύεται στενώς. Επομένως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι υφιστάμενοι περιορισμοί μεταξύ του μεταφορικού μέσου και της μεταφοράς υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας.
55. Έτσι, ένα μισθωμένο όχημα είναι κατ’ αρχήν κατάλληλο, εκτός του οδηγού, να μεταφέρει επίσης αντικείμενα ή άλλα πρόσωπα. Επιπλέον, υπέρ του επιχειρήματος ότι η μίσθωση αυτοκινήτου συνιστά παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών – οπωσδήποτε υπό την πλέον ευρεία έννοια – συνηγορεί η επιδίωξη να χρησιμοποιείται το μισθωμένο όχημα ως μεταφορικό μέσο. Ασφαλώς, στην περίπτωση μισθώσεως αυτοκινήτου, ο εκμισθωτής τις περισσότερες φορές δεν έχει γνώση περί της χρησιμοποιήσεως του αυτοκινήτου. Όμως, όπως ορθώς τονίζει η easyCar, σε περίπτωση μισθώσεως ενός οχήματος, ως εναλλακτικής λύσεως σε σχέση με τη χρήση δημοσίων μέσων μεταφοράς, η χρήση ως μεταφορικού μέσου προέχει.
56. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν και αντικείμενο της μισθώσεως αυτοκινήτου αποτελεί η διάθεση μεταφορικών μέσων, εντούτοις, συναφώς παρέχεται υπηρεσία στον τομέα των μεταφορών. Αν όμως υφίσταται, εν προκειμένω – όπως απαιτείται – υπηρεσία μεταφοράς υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, αυτό εξαρτάται οπωσδήποτε κατ’ ουσίαν από τον σκοπό της οικείας εξαιρέσεως κατά τομείς της οδηγίας περί εξ αποστάσεως συμβάσεων.
3. Επί του σκοπού της εξαιρέσεως κατά τομείς του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων
57. Εν προκειμένω πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, σύμφωνα με το περιεχόμενο και τον σκοπό της, και λαμβάνοντας προσηκόντως υπόψη τον αφορώντα την προστασία των καταναλωτών στόχο της, επιτρέπει να θεωρείται η διάθεση μεταφορικού μέσου ως υπηρεσία στον τομέα των μεταφορών.
Επί του περιεχομένου και του σκοπού της εξαιρέσεως κατά τομείς
58. Ακόμη και αν η μίσθωση αυτοκινήτου έχει ως αντικείμενο τη διάθεση μεταφορικού μέσου, το περιεχόμενο της εξαιρέσεως κατά τομείς θα μπορούσε να απαιτεί πράγματι να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οποιαδήποτε διάθεση μεταφορικών μέσων. Η ερμηνεία αυτή εξαρτάται πάλι από το αν η οικεία επιχείρηση, στην περίπτωση εφαρμογής της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, εκτίθεται στις ίδιες ειδικές οικονομικές ή πραγματικές συνέπειες, όπως και οι λοιποί παρέχοντες υπηρεσία που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση. Πράγματι, μόνον αν η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας περί εξ αποστάσεως συμβάσεων εξέθετε την επιχείρηση σε τέτοιες συνέπειες, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο περιορισμός της προστασίας των καταναλωτών, σύμφωνα με τη στάθμιση, που απαντά κανείς στην εξαίρεση κατά τομείς, μεταξύ της προστασίας των καταναλωτών και των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων (23).
59. Όπως διαπιστώθηκε πιο πάνω (24), ο σκοπός της εξαιρέσεως κατά τομείς έγκειται στην προστασία ορισμένων υπηρεσιών που προϋποθέτουν κράτηση και θα εθίγοντο δυσανάλογα από τις απαιτήσεις της οδηγίας. Αυτό προκύπτει από το ότι μια κράτηση συνεπάγεται τη διάθεση δυναμικού, που δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί αλλού και μπορεί να προκαλέσει υψηλό κόστος ευκαιρίας για τον προμηθευτή.
Επί των ενδεχομένων δυσαναλόγων επιβαρύνσεων του εκμισθωτή αυτοκινήτων
60. Μια εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων, που συνάπτει όλες τις συμβάσεις της μέσω του Διαδικτύου, εξαρτάται κατ’ αρχήν από την κράτηση των υπηρεσιών της, διότι μόνον έτσι έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα οχήματά της κατά τρόπο κερδοφόρο. Αλλά και στην περίπτωση «παραδοσιακών» εκμισθωτών αυτοκινήτων, η κράτηση επιτρέπει αποδοτική χρησιμοποίηση του συνόλου των αυτοκινήτων. Εντούτοις, αυτό το κριτήριο της αποδοτικότητας, από μόνο του, δεν φαίνεται καθοριστικό αν σκεφθεί κανείς ότι, ενδεχομένως και στην περίπτωση μισθωμένων αυτοκινήτων που καθίστανται διαθέσιμα βραχυπροθέσμως, μπορούν ακόμη να συναφθούν αποδοτικές συμβάσεις, για παράδειγμα, με τις προσφορές τελευταίας στιγμής. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή ο προμηθευτής διαθέτει ένα σύστημα που του επιτρέπει να αντιμετωπίσει τη μη πλήρη χρησιμοποίηση του δυναμικού του την τελευταία στιγμή. Η εφαρμογή του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, που προβλέπει η οδηγία περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, επί των μισθώσεων αυτοκινήτων δεν μπορεί, επομένως, καθεαυτή να δικαιολογεί από οικονομικής απόψεως τη δυσανάλογη επιβάρυνση των οικείων επιχειρήσεων.
61. Ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας δυσανάλογης επιβαρύνσεως θα ήταν όμως μια αυξημένη οργανωτική δαπάνη λόγω υπάρξεως κρατήσεως. Αυτό δεν συμβαίνει κατά κανόνα κατά την απλή διάθεση μισθωμένων αυτοκινήτων, τουλάχιστον δεν συμβαίνει αν, για παράδειγμα, η προετοιμασία του αυτοκινήτου (καθαρισμός, γέμισμα με βενζίνη κ.λπ.) πραγματοποιείται οπωσδήποτε χωριστά λόγω συμπληρωματικής συμφωνίας, όπως αυτό φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της easyCar.
62. Εξάλλου, μια μίσθωση αυτοκινήτου δεν θίγεται κατ’ αρχήν από την υπαναχώρηση συμβάσεως κατά τον ίδιο τρόπο που θίγονται μεταφορικές εταιρίες εν γένει, οι οποίες αναντίρρητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως. Έτσι, μπορούν μεν και στον τομέα της μισθώσεως αυτοκινήτων οι λίγο πριν από την εκτέλεσή τους ματαιωθείσες συμβάσεις να έχουν ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της περιόδου κρατήσεως, δυναμικό της επιχειρήσεως να είναι διαθέσιμο και να παραμένει αχρησιμοποίητο. Όμως, μια μεταφορική εταιρία, σε αντίθεση προς μια εταιρία εκμισθώσεως αυτοκινήτων, πρέπει επιπλέον να επιλύσει επίσης, κατ’ αρχήν, το ζήτημα (ενδεχόμενης) κατάλληλης ανακατανομής του μη απασχολουμένου προσωπικού. Ανεξαρτήτως αυτού, μια μεταφορική εταιρία έχει επίσης να αντιμετωπίσει μεγαλύτερους κινδύνους ευθύνης για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα ή πρόσωπα, κινδύνους που συνεπάγονται αύξηση της δαπάνης. Επιπλέον, η μη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ενός οχήματος που αποτελεί μέρος ενός συνόλου οχημάτων, όπως στο πλαίσιο μιας μισθώσεως αυτοκινήτου, είναι ενδεχομένως ολιγότερο δαπανηρή απ’ ό,τι η πραγματοποίηση παροχής υπηρεσίας μεταφοράς η οποία συνεπάγεται μεγάλο ποσοστό εναπομένοντος ελεύθερου δυναμικού.
63. Η ενδεχόμενη ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ μιας επιχειρήσεως μισθώσεως αυτοκινήτων και, ειδικότερα, επιχειρήσεων μεταφοράς προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Δεν έχει σημασία αν αυτή η κατάσταση ανταγωνισμού υφίσταται δεδομένου ότι, ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η μη εφαρμογή της οδηγίας στις εν λόγω μεταφορικές εταιρίες δικαιολογείται κυρίως από τις ειδικές απαιτήσεις ως προς την εκμετάλλευση και το προσωπικό που πρέπει να τηρήσουν, όπως για παράδειγμα την κατοχή ειδικών αδειών, την εξάρτηση από δίκτυα και, εν μέρει, την πραγματική υποχρέωση προς σύναψη συμβάσεως, απαιτήσεις που δεν βρίσκει κανείς στον ίδιο βαθμό στην περίπτωση μισθώσεως αυτοκινήτων.
64. Απ’ όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία φαίνεται σαφώς ότι το σύστημα υπηρεσίας στο πλαίσιο της μισθώσεως αυτοκινήτων δεν χαρακτηρίζεται μόνον από την απλή ύπαρξη ενός δικαιώματος υπαναχωρήσεως υπέρ του καταναλωτή.
65. Κατ’ αρχήν, η μίσθωση αυτοκινήτων θα μπορούσε, επομένως, να είναι άξια προστασίας μόνον αν εξαρτιόταν από ένα γενικό σύστημα που υπερβαίνει το πλαίσιο κάθε επιχειρήσεως. Η δίκη που οδήγησε στο προδικαστικό ερώτημα αφορά την εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων easyCar, η οποία αποτελεί μέρος ενός συστήματος που περιλαμβάνει διαφόρους κλάδους (easyJet, easyBus, κ.λπ.). Μια εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων, η οποία εντάσσεται σε τέτοιο βαθμό σε ένα σύστημα, που καλύπτει επίσης τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει η οδηγία, ώστε πράγματι να εκτίθεται σε σοβαρές συνέπειες, για παράδειγμα λόγω της ταυτότητας μεταξύ των προσώπων και των χρησιμοποιουμένων μέσων ή της υπάρξεως μικτών προσφορών (πτήση συν μισθωμένο αυτοκίνητο), θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως. Αν αυτό δεν συνέβαινε, η μίσθωση αυτοκινήτων θα μπορούσε πράγματι να βρίσκεται σε δυσμενέστερη κατάσταση απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές της λόγω των συνεπειών που προπαρατέθηκαν. Σε μια τέτοια περίπτωση, η προστασία των καταναλωτών θα μπορούσε εξάλλου να διασφαλίζεται ενδεχομένως επαρκώς με την οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (25).
66. Εντούτοις, τα περιστατικά που οδήγησαν στο προδικαστικό ερώτημα δεν επιτρέπουν να συναχθεί η ύπαρξη μιας τέτοιας εξαρτήσεως.
67. Όλα τα στοιχεία αυτά, επομένως, δεν δικαιολογούν κατ’ αρχήν τον αποκλεισμό ή τον περιορισμό της προστασίας του καταναλωτή στο πλαίσιο της συνάψεως μια αμιγούς συμβάσεως μισθώσεως αυτοκινήτων μη εφαρμόζοντας διατάξεις της οδηγίας περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων, διότι ο καταναλωτής θα έπρεπε πρωτίστως να διαθέτει επαρκείς πληροφορίες για να μπορεί να αντιληφθεί το περιεχόμενο της συμβάσεως. Ακριβώς όμως μια επιχείρηση – όπως για παράδειγμα η εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων easyCar, την οποία αφορά το προδικαστικό ερώτημα –, η οποία επιτυγχάνει οικονομίες όσον αφορά τα έξοδα λόγω μεγάλου καταμερισμού μερικοτέρων παροχών, χρήζει αυξημένης υποχρεώσεως πληροφορήσεως, αναφέροντας, για παράδειγμα, τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται και αυτές για τις οποίες πρέπει επιπλέον να γίνει κράτηση.
68. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συμβατική διάθεση μεταφορικών μέσων από εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων μπορεί να αποκλεισθεί του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας μόνον αν, λόγω του ότι στις συμβάσεις της περιλαμβάνονται δικαιώματα του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, η εταιρία εκτίθεται επίσης στις σοβαρές και ειδικές συνέπειες μιας εταιρίας η οποία πραγματοποιεί η ίδια τη μεταφορά. Κατ’ αρχήν, αυτό πάντως δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας «συνήθους» εταιρίας μισθώσεως αυτοκινήτων.
V – Πρόταση
69. Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα στοιχεία, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Μια αμιγής σύμβαση μισθώσεως αυτοκινήτου δεν αποτελεί “σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταφοράς” υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 144, σ. 19 (στο εξής: οδηγία).
3 – ΕΕ 1992, C 156, σ. 14.
4 – ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49 (στο εξής: έκτη οδηγία περί ΦΠΑ).
5 – ΕΕ L 105, σ. 59.
6 – Στις αναφερθείσες γλωσσικές αποδόσεις, οι εν λόγω έννοιες είναι ασαφείς, καθόσον αυτές μπορούν να σημαίνουν τόσο την παροχή υπηρεσίας όσο και την παράδοση ενός αντικειμένου. Καθόσον το γερμανικό κείμενο αναφέρεται στην «Erbringung», από το γράμμα του δεν μπορεί να προκύψει ανάλογη άποψη.
7 – Βλ. τις αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2001, C-83/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2001, σ. I-445, σκέψη 19) και της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-216/97, Gregg (Συλλογή 1999, σ. I-4947, σκέψη 12).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-481/99, Heininger (Συλλογή 2001, σ. I-9945, σκέψη 31), και της 10ης Μαΐου 2001, C-203/99, Veedfald (Συλλογή 2001, σ. I-3569, σκέψη 15).
9 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψεις 16 και 20.
10 – Βλ. υποσημείωση 6 ανωτέρω.
11 – Αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C-341/01, Plato Plastik (Συλλογή2004, σ. Ι-1999, σκέψη 64), της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C-127/00, Hässle (Συλλογή 2003, σ. Ι-4291, σκέψη 70), της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-449/93, Rockfon (Συλλογή 1995, σ. I-4291, σκέψη 28), και της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψη 14).
12 – Βλ. την πρόταση για οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις [COM(92) 11 τελικό, ΕΕ C 156, σ. 14]. Βλ., επίσης, την κοινή θέση (ΕΚ) 19/95 που καθόρισε το Συμβούλιο στις 29 Ιουνίου 1995 για την έκδοση της οδηγίας 95/..../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ……………, σχετικά με την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (ΕΕ C 288, σ. 1).
13 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989, 51/88 (Συλλογή 1989, σ. I-767, σκέψεις 15 επ.).
14 – Σχετικά με τον όρο του αυτοκινήτου οχήματος στην έκτη οδηγία ΦΠΑ βλ. επίσης, για παράδειγμα, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-305/97, Royscot Leasing κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-6671, σκέψη 20).
15 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση, σκέψη 17.
16 – Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-190/95 (Συλλογή 1997, σ. I-4383, σκέψεις 11 έως 14).
17 – Απόφαση της 7ης Μαΐου 1998, C-390/96 (Συλλογή 1998, σ. I-2553, σκέψεις 22 και 23).
18 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση, σκέψη 21.
19 – ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 89.
20 – ΕΕ L 237, σ. 1.
21 – Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2002, C-82/01 P (Συλλογή 2002, σ. I-9297, σκέψη 27).
22 – Βλ. το σημείο 33 ανωτέρω.
23 – Αυτό σημαίνει εκ νέου ότι μια σωστή ερμηνεία της συγκεκριμένης εξαιρέσεως κατά τομείς δεν είναι κατ’ ανάγκη η «πλέον φιλική προς τους καταναλωτές», δεδομένου ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας εξαιρετικής διατάξεως δείχνει καθεαυτή ότι είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί, κατά την ερμηνεία της, ανάλογη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των καταναλωτών και των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι καινοτόμες υπηρεσίες ή τρόποι εκμεταλλεύσεως ωφελούν εν τέλει τον καταναλωτή έχει συναφώς σημασία.
24 – Βλ. πιο πάνω, σημεία 40 επ.
25 – ΕΕ L 158, σ. 59.
Full & Egal Universal Law Academy