ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 2ας Δεκεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-342/03
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
1. Στην παρούσα υπόθεση η Ισπανία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 975/2003 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2003, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης δασμολογικής ποσόστωσης για τις εισαγωγές τόνου σε κονσέρβες που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 1604 14 11, 1604 14 18 και 1604 20 70 (2).
Ο βαλλόμενος κανονισμός και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται
2. Τον Νοέμβριο του 2001, η Κοινότητα, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες συμφώνησαν να προχωρήσουν σε διαβουλεύσεις προκειμένου να εξετάσουν κατά πόσον θίγονταν αδικαιολόγητα τα θεμιτά συμφέροντα της Ταϊλάνδης και των Φιλιππίνων συνεπεία της προνομιακής δασμολογικής μεταχείρισης των εισαγωγών τόνου σε κονσέρβες από κράτη της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: κράτη ΑΚΕ).
3. Κατά την περίοδο εκείνη, η Κοινότητα παρείχε πλήρη δασμολογική απαλλαγή για τον τόνο σε κονσέρβες που προερχόταν από τα κράτη ΑΚΕ, ενώ οι εισαγωγές τόνου σε κονσέρβες από την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες επιβαρύνονταν με δασμό ύψους 24 %.
4. Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για εξεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης, η Κοινότητα, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες συμφώνησαν να υποβάλουν το ζήτημα σε διαμεσολάβηση στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ).
5. Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, ο διαμεσολαβητής συνέστησε να ανοίξει η Κοινότητα για το έτος 2003 δασμολογική ποσόστωση 25 000 τόννων για τόνο σε κονσέρβες προερχόμενο από την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ο οποίος θα υποβαλλόταν σε τελωνειακό δασμό με συντελεστή 12 %.
6. Το μέτρο αυτό τέθηκε σε ισχύ με τον κανονισμό 975/2003 (στο εξής: κανονισμός ή βαλλόμενος κανονισμός), ο οποίος εκδόθηκε με βάση το άρθρο 133 ΕΚ.
7. Η δασμολογική ποσόστωση χωρίστηκε σε τέσσερα μέρη και κατανεμήθηκε ως εξής: 52 % του ετησίου όγκου για εισαγωγές από την Ταϊλάνδη, 36 % για εισαγωγές από τις Φιλιππίνες, 11 % για εισαγωγές από την Ινδονησία και 1 % για εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες.
8. Η Ισπανία προβάλλει οκτώ λόγους προς υποστήριξη του αιτήματός της για ακύρωση του κανονισμού.
Παραβίαση της αρχής της κοινοτικής προτίμησης
9. Η Ισπανία ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός αντίκειται στην αρχή της κοινοτικής προτίμησης, που είναι μία από τις αρχές που καθιερώνει η Συνθήκη (3) και αρχή από την οποία διαπνέεται το Κοινό Δασμολόγιο (4), καθότι τέτοιου είδους μέτρα επιτρέπεται να θεσπίζονται μόνο όταν η κοινοτική παραγωγή δεν επαρκεί για την κάλυψη των κοινοτικών αναγκών.
10. Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό αυτό. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η αρχή της κοινοτικής προτίμησης δεν αποτελεί νομική επιταγή, η παράβαση της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα του οικείου μέτρου (5).
Στρέβλωση του ανταγωνισμού
11. Η Ισπανία επαναλαμβάνει ότι μέτρα σαν τον επίμαχο κανονισμό επιτρέπεται να θεσπίζονται μόνο στην περίπτωση που η κοινοτική παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της κοινοτικής αγοράς. Εφόσον δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, τα εν λόγω μέτρα στρεβλώνουν τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά.
12. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι οποιαδήποτε μείωση των τελωνειακών δασμών που επιβάλλονται σε εμπορεύματα εισαγόμενα από τρίτες χώρες ενδέχεται να έχει κάποια επίπτωση στον ανταγωνισμό μεταξύ των εμπορευμάτων αυτών και των αντιστοίχων κοινοτικών προϊόντων, η οποία θα είναι δυσμενής για τα κοινοτικά προϊόντα. Η λογική συνέπεια του επιχειρήματος αυτού της Ισπανίας θα ήταν η αδυναμία της Κοινότητας να προβεί σε οποιαδήποτε μείωση των δασμών επί των εισαγομένων εμπορευμάτων. Κάτι τέτοιο είναι σαφές ότι δεν μπορεί να ισχύει, εν πάση περιπτώσει δε θα αντέκειτο στο άρθρο 131 ΕΚ, το οποίο ορίζει ότι, με τη δημιουργία τελωνειακής ενώσεως μεταξύ τους, τα κράτη μέλη αποσκοπούν να συμβάλουν, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό των τελωνειακών φραγμών στο διεθνές εμπόριο. Όπως υποστήριξε η Επιτροπή, η οποία παρενέβη υπέρ του Συμβουλίου, προσεκτικότερη ανάλυση του θέματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι τελωνειακοί δασμοί είναι εκείνοι που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, ενώ η κατάργησή τους αποκαθιστά την ισορροπία στην αγορά.
Παράβαση των διαδικαστικών κανόνων
13. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, στα δικαιώματα που διασφαλίζονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης όσον αφορά τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, ιδίως, το καθήκον του αρμοδίου οργάνου να εξετάζει προσεκτικά και αμερόληπτα όλες τις πτυχές της κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως (6). Ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός δεν βασίστηκε σε κάποια μελέτη αποδεικνύουσα ότι η θέσπισή του ήταν αναγκαία και, κατά συνέπεια, εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν τις διοικητικές διαδικασίες.
14. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι ο κανονισμός είναι προϊόν όχι μιας διοικητικής αλλά μιας νομοθετικής διαδικασίας. Το άρθρο 230 ΕΚ ορίζει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών με τις οποίες ζητείται ακύρωση λόγω αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβιάσεως της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Στην παράβαση ουσιώδους τύπου, η μη τήρηση του οποίου μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση κοινοτικού νομοθετικού μέτρου, δεν περιλαμβάνεται υποχρέωση της νομοθετούσας αρχής να εκτιμήσει και να υπολογίσει τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του θεσπιζομένου μέτρου, όπως ισχυρίζεται συγκεκριμένα η Ισπανία.
15. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, όπως προκύπτει σαφώς από το κείμενο του προοιμίου του (7), ο κανονισμός εκδόθηκε με αφορμή τη διαδικασία διαμεσολάβησης υπό την αιγίδα της ΠΟΕ και, ειδικότερα, με σκοπό να θέσει σε εφαρμογή τις συστάσεις του διαμεσολαβητή. Από τη γνώμη του διαμεσολαβητή, στην οποία αναφέρεται ρητά το προοίμιο και το κείμενο της οποίας κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ισπανία, προκύπτει ότι ο διαμεσολαβητής προέβη σε ενδελεχή μελέτη των εμπλεκομένων αγορών τόνου σε κονσέρβες, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα μεγέθη που αφορούν την κοινοτική παραγωγή και κατανάλωση και την ικανότητα της Κοινότητας να απορροφήσει μεγαλύτερες ποσότητες εισαγομένων προϊόντων. Το ύψος των δασμών και οι ποσότητες που καλύπτει η δασμολογική ποσόστωση που καθιερώνει ο κανονισμός αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τα μεγέθη τα οποία προέκυψαν από τη μελέτη αυτή που διενήργησε ο διαμεσολαβητής. Κατά συνέπεια, δεν είναι αληθές ότι ο κανονισμός εκδόθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ενδεχόμενες επιπτώσεις του στην κοινοτική αγορά.
Παράβαση του άρθρου 12 της Συμφωνίας της Κοτονού
16. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι παραβιάστηκε το άρθρο 12 της Συμφωνίας της Κοτονού (8).
17. Η Συμφωνία της Κοτονού σκοπεί να προαγάγει και να επιταχύνει την οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη των κρατών ΑΚΕ, επιδιώκοντας να συμβάλει στην ειρήνη και την ασφάλεια που εξασφαλίζει ένα σταθερό και δημοκρατικό πολιτικό περιβάλλον.
18. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 12 ορίζονται τα εξής:
«[…] στην περίπτωση που η Κοινότητα προτίθεται, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, να λάβει μέτρο το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει τα συμφέροντα των κρατών ΑΚΕ, όσον αφορά τους στόχους της παρούσας συμφωνίας, ενημερώνει εγκαίρως τα κράτη αυτά σχετικά με τις προθέσεις της. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή ανακοινώνει ταυτόχρονα στη Γραμματεία των κρατών ΑΚΕ την πρότασή της για τα μέτρα αυτά.»
19. Η Ισπανία ισχυρίζεται ότι, μολονότι πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση με τους εξαγωγείς τόνου από τα κράτη ΑΚΕ στις Βρυξέλλες, στις 28 Ιανουαρίου 2003, η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της προτάσεως κανονισμού από την Επιτροπή, στις 27 Μαρτίου 2003 (9). Επομένως, δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 12 της Συμφωνίας της Κοτονού.
20. Κατά το Συμβούλιο, η Κοινότητα ενημέρωνε τακτικά τα κράτη ΑΚΕ για τις εξελίξεις σχετικά με το εν λόγω ζήτημα. Εκτός από τη συνάντηση της 28ης Ιανουαρίου 2003, το ζήτημα συζητήθηκε σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, όπως κατά τις συναντήσεις με τα κράτη ΑΚΕ της 6ης Μαΐου 2002, της 1ης Μαρτίου 2003 και της 25ης Μαρτίου 2003. Το Συμβούλιο προσκόμισε αντίγραφα των πρακτικών των συναντήσεων αυτών τα οποία αποδεικνύουν την ακρίβεια του ισχυρισμού του. Η Ισπανία αντιτείνει ότι και οι συναντήσεις αυτές έλαβαν χώρα προτού κατατεθεί η πρόταση κανονισμού. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η κοινοποίηση μιας προτάσεως μετά την υιοθέτησή της θα ήταν λιγότερο χρήσιμη από τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της πριν από την υιοθέτησή της. Περαιτέρω, η Ισπανία, με το υπόμνημά της απαντήσεως αναφέρεται σε μια συνάντηση στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Κοτονού, που πραγματοποιήθηκε στην Μπραζαβίλ (Δημοκρατία του Κονγκό) μεταξύ 31ης Μαρτίου και 3ης Απριλίου 2003, κατά την οποία αποφασίστηκε να μην υιοθετηθεί η προτεινόμενη λύση για την επίλυση της διαφοράς. Από το γεγονός αυτό και μόνο μπορεί να συναχθεί ότι υπήρχε πληροφόρηση και επικοινωνία στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Κοτονού.
21. Επομένως, κατά πάσα πιθανότητα, δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 12 της Συμφωνίας της Κοτονού.
Παράβαση συμφωνιών περί δασμολογικών προτιμήσεων
22. Η επόμενη αιτίαση της Ισπανίας αφορά παραβάσεις, όπως ισχυρίζεται, συμφωνιών περί δασμολογικών προτιμήσεων που έχει συνάψει η Κοινότητα με i) τις χώρες ΑΚΕ και ii) τις χώρες που υπάγονται στο – κατά τη χρησιμοποιούμενη από την Ισπανία ορολογία – ΣΓΠ (Σύστημα Γενικευμένων Δασμολογικών Προτιμήσεων) στο πλαίσιο της προσπάθειας για την καταπολέμηση της παραγωγής και εμπορίας ναρκωτικών. Πρόκειται για αναφορά στα «ειδικά καθεστώτα για την καταπολέμηση της παραγωγής και εμπορίας ναρκωτικών», τα οποία εντάσσονται στο σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων που προβλέπεται σήμερα (και κατά τον κρίσιμο για την παρούσα διαφορά χρόνο) στον κανονισμό (ΕΚ) 2501/2001 του Συμβουλίου (10).
23. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι οι εν λόγω συμφωνίες προβλέπουν προνομιακή μεταχείριση, χάρη στην οποία ο τόνος σε κονσέρβες που προέρχεται από τα κράτη ΑΚΕ και τις χώρες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς για την καταπολέμηση των ναρκωτικών μπορεί να εισάγεται με ευνοϊκούς όρους στην κοινοτική αγορά. Ισχυρίζεται ότι η δασμολογική ποσόστωση που επιβάλλει ο βαλλόμενος κανονισμός θα υπονομεύσει τις εν λόγω συμφωνίες περί δασμολογικών προτιμήσεων, αφού, χάρη στην ποσόστωση αυτή, οι εισαγωγές τόνου σε κονσέρβες από αναπτυγμένες χώρες θα μπορεί να ανταγωνίζεται τις εισαγωγές από τις χώρες ΑΚΕ και από τις χώρες που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Επιπλέον, οι εν λόγω συμφωνίες επιβάλλουν αυστηρότερες προϋποθέσεις όσον αφορά την προέλευση σε σχέση με τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που προβλέπει ο βαλλόμενος κανονισμός. Κατά συνέπεια, από την άποψη αυτή, οι ποσοστώσεις που καθιερώνει ο κανονισμός βλάπτουν τα κράτη που έχουν συνάψει συμφωνίες περί δασμολογικών προτιμήσεων με την Κοινότητα.
24. Θα εξετάσω χωριστά καθένα από τα δύο σκέλη της αιτιάσεως αυτής της Ισπανίας.
Τα κράτη ΑΚΕ
25. Η συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών ΑΚΕ την οποία επικαλείται η Ισπανία είναι η Συμφωνία της Κοτονού (11). Η εν λόγω συμφωνία προβλέπει την πλήρη κατάργηση των τελωνειακών δασμών (12), ενώ η δασμολογική ποσόστωση την οποία καθιερώνει ο βαλλόμενος κανονισμός υπόκειται σε δασμό 12 %. Κατά συνέπεια, δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός υπονομεύει την εφαρμογή της Συμφωνίας της Κοτονού.
26. Επιπλέον, οι δασμολογικές προτιμήσεις που προβλέπονται στη Συμφωνία της Κοτονού δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε ποσοτικό περιορισμό. Αντίθετα, με τον κανονισμό ανοίγεται ποσόστωση 25 000 τόννων, η οποία, κατά την Επιτροπή (με την οποία δεν διαφώνησε η Ισπανία επί του σημείου αυτού), αντιστοιχεί μόλις στο 10 % του συνόλου των εισαγωγών από τα κράτη ΑΚΕ και από τα κράτη που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών.
27. Εν πάση περιπτώσει, η μόνη νομική υποχρέωση την οποία ανέλαβε η Κοινότητα με τη Συμφωνία της Κοτονού, όσον αφορά τις εισαγωγές, είναι να τις απαλλάσσει των τελωνειακών δασμών. Καμία διάταξη της Συμφωνίας δεν προβλέπει την εξασφάλιση υπέρ των δικαιούχων κρατών ορισμένου εγγυημένου περιθωρίου δασμολογικής προτίμησης ή την εξασφάλιση εγγυημένης ελάχιστης ποσότητας εισαγωγών σε σύγκριση με τις εισαγωγές από άλλα κράτη. Επομένως, ακόμη και αν ο κανονισμός συνεπαγόταν τα αποτελέσματα που του αποδίδει η Ισπανία, δεν θα βρισκόταν σε αντίφαση με τις προϋφιστάμενες ρυθμίσεις.
Τα κράτη που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών
28. Η Ισπανία επικαλείται μια συμφωνία περί δασμολογικών προτιμήσεων που έχει συναφθεί μεταξύ της Κοινότητος και των κρατών που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Στην πραγματικότητα, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι δασμολογικές προτιμήσεις που παραχώρησε η Κοινότητα στις δικαιούχες χώρες του ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών δεν αποτελούν αντικείμενο οποιασδήποτε συμφωνίας με τις εν λόγω χώρες: αποτελούν μάλλον μονομερείς ρυθμίσεις για προνομιακή μεταχείριση, τις οποίες υιοθέτησε η Κοινότητα στο πλαίσιο των «ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της παραγωγής και της εμπορίας ναρκωτικών», στα οποία αναφέρθηκα ανωτέρω (13).
29. Οι ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν την αναστολή των δασμών του Κοινού Δασμολογίου για τα «προϊόντα τα οποία, σύμφωνα με το παράρτημα IV, υπάγονται στα ειδικά καθεστώτα για την καταπολέμηση της παραγωγής και της εμπορίας ναρκωτικών που αναφέρονται στον τίτλο IV και τα οποία προέρχονται από χώρες οι οποίες, σύμφωνα με τη στήλη Ι του παραρτήματος Ι, επωφελούνται από αυτά τα καθεστώτα» (14). Ωστόσο, στα προϊόντα αυτά δεν φαίνεται να περιλαμβάνεται ο τόνος σε κονσέρβες (15).
30. Ακόμη και αν οι προνομιακοί όροι που έχει παραχωρήσει η Κοινότητα στο πλαίσιο του ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών κάλυπτε και τις εισαγωγές τόνου σε κονσέρβες, φρονώ ότι, για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω αναφερόμενος στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού της Ισπανίας που αφορά τη Συμφωνία της Κοτονού, ο βαλλόμενος κανονισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπονομεύει την εφαρμογή των εν λόγω όρων.
Παραβίαση της αρχής της εύλογης εμπιστοσύνης των διοικουμένων
31. Η Ισπανία ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός αντίκειται στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων. Πρόκειται, προφανώς, για τις εύλογες προσδοκίες κοινοτικών επιχειρήσεων οι οποίες δέχθηκαν να επενδύσουν στις χώρες ΑΚΕ και στα κράτη που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι ο κανονισμός θα επηρεάσει τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στα κράτη αυτά, με αρνητικές συνέπειες για τις οικονομίες των εν λόγω κρατών, καθότι οι επενδύσεις, αν πάψουν να είναι αποδοτικές, ενδέχεται να εκλείψουν.
32. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τη συλλογιστική του ισχυρισμού αυτού. Στο μέτρο που προβάλλει την υπόθεση ότι οι κοινοτικές επιχειρήσεις μπορούν να προσδοκούν ευλόγως ότι οι οικονομίες των κρατών ΑΚΕ και των κρατών που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών δεν θα εισέλθουν σε ύφεση φαίνεται μάλλον ευφάνταστος. Σε κάθε περίπτωση δε είναι σαφές ότι κατά κανόνα δεν παραβιάζεται η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων, όταν τα όργανα θεσπίζουν νομοθετικά μέτρα ενεργώντας εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχερείας.
33. Το Δικαστήριο έχει πράγματι δεχθεί, όπως επισημαίνει η Ισπανία, ότι «τίποτα δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να ισχυρίζεται, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, ότι πράξη των οργάνων θίγει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη συγκεκριμένων ιδιωτών» (16). Ωστόσο, στην επόμενη σκέψη της ιδίας αποφάσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι, εφόσον «τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των αναγκαίων για την εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής μέσων, δεν δικαιολογούνται οι επιχειρηματίες να τρέφουν εμπιστοσύνη στη διατήρηση μιας υφιστάμενης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί με αποφάσεις που τα όργανα αυτά εκδίδουν εντός των ορίων της διακριτικής τους εξουσίας» (17).
34. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς είτε η Συμφωνία της Κοτονού είτε το ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (ακόμη και αν ήταν λυσιτελές) θα μπορούσε να γεννήσει οποιαδήποτε εύλογη προσδοκία περί του ότι η Κοινότητα δεν θα προχωρούσε στο άνοιγμα δασμολογικών ποσοστώσεων για τον τόνο σε κονσέρβες που εισάγεται από την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες.
Έλλειψη αιτιολογίας
35. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι ο κανονισμός αντίκειται στο άρθρο 253 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι στους κανονισμούς πρέπει να εκτίθενται οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η έκδοσή τους: η πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού απλώς αναφέρεται στη γνώμη του διαμεσολαβητή της ΠΟΕ, η οποία δεν ήταν δεσμευτική για την Κοινότητα, και ο κανονισμός δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα, αφού δεν εξετάζει τα ενδεχόμενα αποτελέσματα των θεσπιζομένων μέτρων για την κοινοτική κονσερβοβιομηχανία.
36. Πράγματι, το προοίμιο του κανονισμού, εξεταζόμενο στο σύνολό του, κάθε άλλο παρά περιορίζεται σε απλή αναφορά στη γνώμη του διαμεσολαβητή. Το πλήρες κείμενό του έχει ως εξής:
«1) Τον Νοέμβριο του 2001, η Κοινότητα, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες συμφώνησαν να διοργανώσουν διαβουλεύσεις για να εξετάσουν αν θίγονται αδικαιολόγητα τα θεμιτά συμφέροντα της Ταϊλάνδης και των Φιλιππίνων λόγω της εφαρμογής της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης του τόνου σε κονσέρβες καταγωγής χωρών ΑΚΕ. Δεδομένου ότι οι εν λόγω διαβουλεύσεις δεν επέτρεψαν να επιτευχθεί αμοιβαίως αποδεκτή λύση, η Κοινότητα, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες συμφώνησαν να προσφύγουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης. Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, ο διαμεσολαβητής διατύπωσε τη γνώμη του υποστηρίζοντας ότι η Κοινότητα θα έπρεπε να ανοίξει δασμολογική ποσόστωση ΜΕΚ 25000 τόνων για το 2003 με κατ’ αξίαν δασμολογικό συντελεστή 12 %.
2) Επειδή επιθυμεί να επιλύσει το παλαιό αυτό πρόβλημα, η Κοινότητα αποφάσισε να δεχθεί την πρόταση αυτή. Επομένως, θα πρέπει να ανοιχθεί επιπλέον δασμολογική ποσόστωση για περιορισμένο όγκο τόνου σε κονσέρβες.
3) Κρίνεται σκόπιμο να χορηγηθούν, στις χώρες που έχουν ουσιώδες συμφέρον στην προμήθεια τόνου σε κονσέρβες, ιδιαίτερα μερίδια ποσοστώσεων βάσει των ποσοτήτων που προμήθευσε καθεμία εξ αυτών, υπό μη προτιμησιακές συνθήκες, κατά τη διάρκεια αντιπροσωπευτικής χρονικής περιόδου. Το εναπομένον τμήμα της ποσόστωσης θα πρέπει να διατεθεί σε όλες τις άλλες χώρες.
4) Ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να διασφαλιστεί η βέλτιστη χρησιμοποίηση της δασμολογικής ποσόστωσης είναι η χρονολογική σειρά των ημερομηνιών βάσει των οποίων γίνονται αποδεκτές οι διασαφήσεις για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.
5) Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση της ποσόστωσης, θα πρέπει να προσκομίζεται πιστοποιητικό καταγωγής κατά τις εισαγωγές τόνου σε κονσέρβες από την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία, τους κύριους προμηθευτές και τους κύριους δικαιούχους της ποσόστωσης.
6) Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή.»
37. Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, καθ’ όλα επαρκή αιτιολογία, ανταποκρινόμενη πλήρως στον κανόνα που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο ότι, όταν πρόκειται για πράξη γενικής ισχύος, το προοίμιο μπορεί να περιορίζεται στο να αναφέρει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς στόχους που επιδιώκει (18). Είναι αληθές ότι, όπως υποστηρίζει η Ισπανία, το προοίμιο δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα των ενδεχομένων επιπτώσεων των υιοθετουμένων μέτρων για την κοινοτική κονσερβοβιομηχανία. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση, η παράλειψη αυτή δεν συνιστά λόγο ακυρώσεως.
Κατάχρηση εξουσίας
38. Τέλος, η Ισπανία ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός είναι ακυρώσιμος λόγω καταχρήσεως εξουσίας, η οποία συνίσταται στο ότι η δασμολογική ποσόστωση κατανεμήθηκε στα δικαιούχα κράτη αυθαιρέτως, καθότι στα εν λόγω κράτη περιελήφθη όχι μόνο η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες αλλά και η Ινδονησία, ενώ το εναπομείναν υπόλοιπο παραχωρήθηκε σε τρίτες χώρες. Η Ισπανία θεωρεί ότι τα ποσοστά που ορίζονται στον κανονισμό αντιφάσκουν προς την ίδια την έννοια της ποσοστώσεως και φαίνεται ότι είναι μάλλον προϊόν πολιτικής διαπραγματεύσεως. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η παραχώρηση των εν λόγω δασμολογικών προτιμησιακών ρυθμίσεων δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο το οποίο ασφαλώς θα προκαλέσει πολυάριθμα αιτήματα για παρόμοια μεταχείριση από κράτη τα οποία θεωρούν ότι βλάπτονται τα συμφέροντά τους από τις προτιμησιακές συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Επιπλέον, τα κράτη ΑΚΕ και τα κράτη που υπάγονται στο ΣΓΠ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών ενδέχεται επίσης να θεωρήσουν ότι υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση λόγω της εφαρμογής διαφορετικών κανόνων όσον αφορά την καταγωγή των προϊόντων και, κατά συνέπεια, να υποβάλουν το ζήτημα στα αρμόδια όργανα της ΔΟΕ.
39. Όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία του Δικαστηρίου, μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνο όταν εμφανίζεται, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συνεκτικών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικούς ή, τουλάχιστον, πρωταρχικούς σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που επικαλείται το καθού όργανο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (19). Η Ισπανία δεν απέδειξε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η τελευταία αιτίαση της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστούν οι εξηγήσεις της Επιτροπής (οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνονται πειστικές) όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους οι ισχυρισμοί της Ισπανίας επί του ζητήματος αυτού είναι αβάσιμοι.
Πρόταση
40. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου:
1) να απορρίψει την προσφυγή,
2) να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα, με εξαίρεση τα έξοδα της Επιτροπής η οποία, ως παρεμβαίνουσα, πρέπει να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 2003, L 141, σ. 1.
3 – Η Ισπανία επικαλείται την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1968, C-5/67, Beus (Rec. 1968, σ. 125, 147).
4 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, Nicolet Instrument, 232/86 (Συλλογή 1987, σ. 5025, σκέψη 13).
5 – Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, Ελλάδα κατά Συμβουλίου, C-353/92 (Συλλογή 1994, σ. I-3411, σκέψη 50).
6 – Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München, C-269/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5469, σκέψη 14).
7 – Ολόκληρο το κείμενο του προοιμίου παρατίθεται κατωτέρω στο σημείο 36.
8 – Συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών αυτής, αφετέρου, που υπογράφηκε στην Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000, ΕΕ 2000, L 317, σ. 3.
9 – COM(2003) 141 τελικό.
10 – Κανονισμός της 10ης Δεκεμβρίου 2001, για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ 2001 L 346, σ. 1).
11 – Βλ. σημείο 17 και υποσημείωση 8 ανωτέρω.
12 – Βλ. άρθρο 1 του παραρτήματος V της Συμφωνίας.
13 – Βλ. σημείο 22.
14 – Βλ. άρθρο 10, παράγραφο 1, του κανονισμού 2501/2001.
15 – Βλ. άρθρο 4 του παραρτήματος IV του κανονισμού 2501/200 και τον εκεί παρατιθέμενο κατάλογο.
16 – Απόφαση C-284/94, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-7309, σκέψη 42).
17 – Σκέψη 43 της αποφάσεως, όπου και παραπομπές σε πλείονες υποθέσεις από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
18 – Απόφαση C-301/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου(Συλλογή 2001, σ I-8853, σκέψη 189).
19 – Απόφαση C-110/97 Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-8763, σκέψη 137).
Full & Egal Universal Law Academy