ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
D. RUIZ-JARABO COLOMER
της 28ης Απριλίου 2005 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-346/03 και C-529/03
Francesco Atzori, Giuseppe Atzeni και Giuseppe Ignazio Boi
και
Marco Scalas και Renato Lilliu
κατά
Regione Autonoma della Sardegna
[αίτηση του Tribunale Cagliari (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κρατικές ενισχύσεις – Απόφαση κηρύσσουσα παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που χορήγησε η περιφέρεια της Σαρδηνίας σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις – Παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων – Εφαρμογή στον γεωργικό τομέα των κανόνων του ανταγωνισμού – Αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Πλημμέλειες της διαδικασίας – Αιτιολογία – Συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά»
Περιεχόμενα
I – Εισαγωγή
II – Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
A – Το γενικό καθεστώς των κρατικών ενισχύσεων
B – Οι κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα
III – Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο των κύριων δικών
A – Η χορήγηση ενισχύσεων από την περιφερειακή Κυβέρνηση της Σαρδηνίας
1. Ο περιφερειακός νόμος 44/1988
2. Η εφαρμογή του περιφερειακού νόμου 44/1988
α) Η απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 1988
β) Η απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990
γ) Η απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1990
δ) Η απόφαση της 26ης Ιουνίου 1992
3. Ο περιφερειακός νόμος 17/1992
B – Η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή
Γ – Η απόφαση 97/612
1. Αιτιολογία
2. Το διατακτικό της αποφάσεως
Δ – Η αναζήτηση των ενισχύσεων
Ε – Οι ενώπιον του Tribunale de Cagliari διαφορές
IV – Οι προσφυγές ακυρώσεως
V – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
VI – Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Β – Γενικές εκτιμήσεις
Γ – Η προσφυγή ακυρώσεως και το προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κύρος μιας πράξεως
1. Η προσφυγή ακυρώσεως
α) Το γε σύνηθες έχον
β) Η ενεργητική νομιμοποίηση των ιδιωτών
i) Οι υποκείμενες σε προσφυγή πράξεις
ii) Το άμεσο και ατομικό συμφέρον
2. Το προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής
3. Η σχέση μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της προδικαστικής παραπομπής σχετικά με το ζήτημα του κύρους πράξεως κοινοτικού οργάνου
α) Συμπληρωματικότητα
β) Συνύπαρξη
Δ – Το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής και οι δυνατότητες προσβολής της
4. Το περιεχόμενό της
2. Οι δυνατότητες προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής
VII – Έλεγχος του κύρους της αποφάσεως
Α – Η νομική βάση
1. Οι σχέσεις μεταξύ της γεωργικής πολιτικής και της πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού
α) Εισαγωγή
β) Η εφαρμογή των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας
γ) Το παράγωγο δίκαιο
2. Η νομική βάση της αποφάσεως της Επιτροπής
α) Το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπει ο περιφερειακός νόμος 44/1988
β) Οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει των αποφάσεων της Giunta regionale
i) Καλλιέργειες σε θερμοκήπια
ii) Οι δασοκομικές επιχειρήσεις
iii) Η κονικλοτρόφοι
iv) Οι χρεωμένες γεωργικές επιχειρήσεις
γ) Τελικό συμπέρασμα
Β – Η παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
1. Η φύση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
2. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων
3. Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
α) Η έλλειψη νομιμότητας
β) Η ασυμβατότητα
i) Η προκαταρκτική έρευνα
ii) Η επίσημη διαδικασία
γ) Γενική εκτίμηση
Γ – Λοιπές πλημμέλειες
1. Οι διαδικαστικές πλημμέλειες
2. Η αιτιολογία
3. Η συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά
α) Το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ
β) Το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄
VIII – Οι συνέπειες από το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι σύννομη
IX – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Δύο δικαστές του sezione civile του Tribunale di Cagliari (Ιταλία) υπέβαλαν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με το αν είναι νομικά ισχυρή η απόφαση 97/612/ΕΚ, της 16ης Απριλίου 1997 (στο εξής: απόφαση) (2), με την οποία η Επιτροπή κήρυξε, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις τις οποίες χορήγησε η Κυβέρνηση της Σαρδηνίας στον γεωργικό τομέα βάσει του περιφερειακού νόμου 44/1988.
2. Υπό την επιφύλαξη των διαφόρων λόγων που προβάλλονται σε σχέση με την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί τριών βασικών ζητημάτων: επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων, επί της εφαρμογής των γενικής ισχύος διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τον ανταγωνισμό στον γεωργικό τομέα και επί της εκτιμήσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως λόγου ακυρότητας.
3. Πρώτον, οι υπό κρίση υποθέσεις θέτουν το ζήτημα της ιδιαιτερότητας της σχέσεως που υφίσταται μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της προδικαστικής παραπομπής, ζήτημα το οποίο συνδέεται εν μέρει με τη διχογνωμία σχετικά με την πρόσβαση των ιδιωτών στην κοινοτική δικαιοσύνη, δεδομένου ότι η πράξη, για το κύρος της οποίας έχουν επιφυλάξεις οι Ιταλοί δικαστές, έχει προσβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
4. Δεύτερον, γίνεται μνεία της νομικής βάσεως της εκδοθείσας αποφάσεως, η οποία αποτελεί τον βασικό πυρήνα των επιφυλάξεων που διατυπώνουν τα αιτούντα δικαστήρια, τα οποία εκτιμούν ότι οι κανόνες του ανταγωνισμού επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση αυτή δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
5. Ακολούθως, επιβάλλεται να εξεταστούν οι επιπτώσεις της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επί των κρατικών ενισχύσεων, όχι τόσο ως προϋπόθεση της αστικής ευθύνης του κράτους το οποίο δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι της Κοινότητας όσο ως λόγου ακυρότητας των πράξεων των οργάνων του.
6. Τέλος, πρέπει να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρότητας που προβάλλονται και αφορούν τη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως, την αιτιολογία της καθώς και τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά.
II – Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
Το γενικό καθεστώς των κρατικών ενισχύσεων
7. Κατά τους Milton και Rose Friedman, «η παρέμβαση μιας κυβερνήσεως υπέρ των επιχειρήσεων της χώρας της άγει τις επιχειρήσεις των λοιπών χωρών στην αναζήτηση ενισχύσεων από τη δική τους κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα ληφθέντα μέτρα» (3) του πρώτου. Ανεξαρτήτως της πολεμικής σχετικά με την επιβίωση των ενισχύσεων (που αποτελεί τμήμα της ευρύτερης συζητήσεως σχετικά με την παρέμβαση της διοικήσεως στην οικονομική ζωή), αυτή η συμπεριφορά του κράτους δικαιολογεί την ανησυχία της Επιτροπής για τα ζητήματα αυτά, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων που έχουν οι κρατικές ενισχύσεις στη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς, της οποίας η εγκαθίδρυση συνεπάγεται την ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομικών παραγόντων με τον κίνδυνο να μην τηρηθεί η ουδετερότητα (4).
8. Τρία άρθρα της Συνθήκης ΕΚ αφορούν το ζήτημα αυτό που περιλαμβάνονται στις διατάξεις περί ανταγωνισμού και τα οποία απέδειξαν ότι διαθέτουν ασυνήθιστο νομικό σφρίγος (5).
1) Το άρθρο 87 ΕΚ:
– Η παράγραφος 1 κηρύσσει ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.
– Αυτός ο γενικός κανόνας έχει δύο εξαιρέσεις που παρατίθενται στις παραγράφους που ακολουθούν.
– Η παράγραφος 2 αναγνωρίζει σε κάθε περίπτωση τη συμβατότητα –«συμβιβάζονται»– με την κοινή αγορά ορισμένων ενισχύσεων κοινωνικού χαρακτήρα, των ενισχύσεων που αφορούν εξαιρετικά γεγονότα καθώς και των ενισχύσεων που προορίζονται για την ενίσχυση ορισμένων περιοχών της Γερμανίας.
– Η παράγραφος 3 παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά –«δύνανται»– οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και οι λοιπές δυνατότητες που προβλέπονται ρητώς.
2) Το άρθρο 88 ΕΚ (6):
– Η παράγραφος 1 υποχρεώνει την Επιτροπή να εξετάζει τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη.
– Κατά την παράγραφο 2, αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι κάποια από τις ενισχύσεις αυτές δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, υποχρεούται να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει –δύναται δε να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο– σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, το Συμβούλιο μπορεί να αποφανθεί διαφορετικά.
– Η παράγραφος 3 επιβάλλει στα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή εγκαίρως σχετικά με τα σχέδια που αποβλέπουν στη θέσπιση ή την τροποποίηση ενισχύσεων, ώστε να δύναται να κινηθεί η προβλεπομένη στην προηγούμενη παράγραφο διαδικασία στην περίπτωση που οι ενισχύσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
3) Το άρθρο 89 ΕΚ:
– Επιτρέπει στο Συμβούλιο να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 ΕΚ και, ιδίως, να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 88 ΕΚ, παράγραφος 3, και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή.
9. Από την ανάγνωση των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων πραγματοποιείται σε τρία στάδια: στο πρώτο στάδιο, τα κράτη πρέπει να κοινοποιούν όλα τα σχέδια που αφορούν τη χορήγηση ενισχύσεων· στο δεύτερο στάδιο, η Επιτροπή εξετάζει τα σχέδια και παρακολουθεί διαρκώς τα καθεστώτα των υφιστάμενων ενισχύσεων· το τρίτο στάδιο αφορά την αναζήτηση ενισχύσεων που ελήφθησαν παρανόμως ή που είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Εν πάση περιπτώσει, η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξαρτάται από τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής στην οποία έχει ανατεθεί κατ’ αποκλειστικότητα η διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού.
Οι κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα
10. Οι ανωτέρω διατάξεις αφορούν οποιοδήποτε πλεονέκτημα χορηγούμενο από δημόσιους φορείς σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής ανεξαρτήτως της ασκούμενης οικονομικής δραστηριότητας. Εντούτοις, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ορισμένες εξαιρέσεις στον τομέα των μεταφορών (άρθρο 73, 76 και 78 ΕΚ) καθώς και στον τομέα της εθνικής ασφάλειας (άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ).
11. Στον γεωργικό τομέα ισχύει επίσης ο ειδικός κανόνας του άρθρου 36 ΕΚ που ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων παρά μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο των διατάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 37, παράγραφοι 2 και 3, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 33.
Το Συμβούλιο δύναται ιδίως να επιτρέψει τη χορήγηση ενισχύσεων:
α) για την προστασία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που μειονεκτούν λόγω διαρθρωτικών ή φυσικών συνθηκών,
β) στο πλαίσιο προγραμμάτων οικονομικής αναπτύξεως.»
12. Ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει στους λοιπούς τομείς, η εξουσία που έχει η Επιτροπή για τον έλεγχο και την επίβλεψη των επιδοτήσεων στον τομέα αυτό δεν απορρέει απευθείας από τη Συνθήκη, αλλά από τους κανόνες που εκδίδει το Συμβούλιο, με τους περιορισμούς που αυτό μπορεί να επιβάλλει (7).
13. Εντούτοις, όλοι οι κανονισμοί που αφορούν τη δημιουργία κοινών οργανώσεων αγορών προβλέπουν την εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού. Μόνον τα αγαθά για τα οποία δεν ισχύουν ακόμη τέτοιου είδους γενικά καθεστώτα, όπως τα γεώμηλα, πλην αυτών του αμύλου, το κρέας αλόγων, το μέλι, ο καφές, η αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως, το προερχόμενο από αλκοόλη όξος και ο φελλός, διέπονται από το άρθρο 4 του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (8), το οποίο προβλέπει ότι:
«Οι διατάξεις του άρθρου [88], παράγραφος 1 και παράγραφος 3, πρώτη περίοδος της Συνθήκης, εφαρμόζονται στις ενισχύσεις τις χορηγούμενες για την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα [Ι] της Συνθήκης.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο των κύριων δικών
Η χορήγηση ενισχύσεων από την περιφερειακή Κυβέρνηση της Σαρδηνίας
1. Ο περιφερειακός νόμος 44/1988
14. Στις 13 Δεκεμβρίου 1988, η αυτόνομη περιφέρεια της Σαρδηνίας εξέδωσε τον νόμο 44 (9) περί συστάσεως ταμείου εγγυήσεως για τη γεωργία.
15. Το άρθρο 5 προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις των οποίων η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε συνεπεία δυσμενών συνθηκών. Για την ανάκτηση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, το άρθρο αυτό προβλέπει τη χορήγηση δανείων με μειωμένο επιτόκιο για περίοδο 15 ετών κατ’ ανώτατο όριο –περιλαμβανομένης μιας τριετούς περιόδου χάριτος– για την ενοποίηση των βραχυπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών υποχρεώσεων.
16. Κατά την παράγραφο 4 της διατάξεως αυτής, οι εν λόγω πιστώσεις διέπονται, εκτός από τη ρύθμιση που τις προβλέπει, από τον νόμο 1760 της 5ης Ιουλίου 1928, σχετικά με τα μέτρα οργανώσεως της γεωργικής πίστεως (10).
2. Η εφαρμογή του περιφερειακού νόμου 44/1988
17. Η Giunta regionale έχει την αρμοδιότητα να διευκρινίζει σε κάθε περίπτωση, μέσω ad hoc αποφάσεως, τους όρους των δανείων και, ειδικότερα, τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την παρέμβαση, τον ή τους τομείς που ενισχύονται με δάνεια, το ύψος των ποσών σε σχέση με τα χρέη καθώς και τη διάρκεια της ενισχύσεως. Τούτο έπραξε τετράκις.
α) Η απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 1988 (11)
18. Το δυσμενές γεγονός που προκάλεσε την κρίση ήταν η πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων θερμοκηπίων, πράγμα το οποίο κατέστησε αδύνατη την κάλυψη των εξόδων παραγωγής.
19. Τα δάνεια χορηγήθηκαν υπό την προϋπόθεση ότι τα χρέη της δανειοδοτούμενης εκμεταλλεύσεως θα ισούνται ή θα υπερβαίνουν το 75 % της ακαθάριστης αξίας παραγωγής της κατά το έτος αναφοράς. Η διάρκεια του χορηγούμενου δανείου καθορίστηκε στο ανώτατο όριο που προβλέπει ο βασικός νόμος, ήτοι σε 15 έτη.
β) Η απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990 (12)
20. Λόγω της καταστάσεως των δασοκομικών επιχειρήσεων, αποφασίστηκε ότι τα πλεονεκτήματα που προβλέπει το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988 θα χορηγούνται στους ιδιοκτήτες εκτάσεων των οποίων η υλοτόμηση δεν έχει προσφέρει ακόμη επαρκή έσοδα προκειμένου να εξοφληθούν ή να ενοποιηθούν τα χρέη που δημιουργήθηκαν για την πραγματοποίηση των επενδύσεων και για τη διαχείριση των εκτάσεων και τα οποία έχουν λήξει πριν από τις 31 Ιουνίου 1990, καθώς και προκειμένου να καλυφθούν οι τραπεζικές υπέρ το δέον αναλήψεις που υπήρχαν κατά την ημερομηνία αυτή και τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τους εργαζομένους –για την καταβολή των μισθών–, προς τους ιδιοκτήτες των καλλιεργούμενων εκτάσεων –για τα μισθώματα– και προς τους προμηθευτές –για την εξόφληση των εμπορευμάτων.
21. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, η χορήγηση δανείου εξαρτήθηκε αποκλειστικά από την προϋπόθεση ότι το συνολικό ύψος των βραχυπρόθεσμων χρεών είναι ίσο ή υπερβαίνει το 75 % της ακαθάριστης αξίας παραγωγής, μολονότι η διάρκεια των πιστώσεων καθορίστηκε σε 13 έτη (με τριετή περίοδο χάριτος).
γ) Η απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1990 (13)
22. Λόγω επιζωοτίας η οποία έπληξε την περιοχή της Σαρδηνίας την άνοιξη του 1990, μειώθηκε η απόδοση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων των εκτροφέων κονίκλων.
23. Οι εκτροφείς οι οποίοι έχασαν τουλάχιστον το 20 % των ζώων τους ευεργετήθηκαν με δύο τρόπους: α) μέσω δανείων με μειωμένο επιτόκιο διαρκείας δεκαπέντε ετών (με τριετή περίοδο χάριτος) για την κάλυψη μέχρι δύο ετήσιων δόσεων (ή τεσσάρων εξαμήνων) ήδη συναφθέντων μακροπρόθεσμων δανείων και β) μέσω ποσού αντίστοιχου προς τις οικονομικές ανάγκες των εκμεταλλεύσεων για ένα έτος.
δ) Η απόφαση της 26ης Ιουνίου 1992 (14)
24. Στην περίπτωση αυτή, η ενίσχυση χορηγήθηκε σε όλες τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις λόγω της προοδευτικής χειροτερεύσεως των συνθηκών της αγοράς και της επιδεινώσεως των κλιματολογικών συνθηκών.
25. Η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτήθηκε από την προϋπόθεση ότι τα βραχυπρόθεσμα χρέη της εκμεταλλεύσεως ισούνται τουλάχιστον με το 51 % της ακαθάριστης αξίας παραγωγής του 1991. Η χρηματοδότηση, η οποία χορηγήθηκε για δεκαπέντε έτη –εκ των οποίων τα τρία έτη με περίοδο χάριτος–, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των πιστώσεων διαχειρίσεως με μειωμένο επιτόκιο, τα χρέη που αφορούσαν μεσοπρόθεσμα δάνεια –πλην των χρεών τα οποία αφορούσαν την αγορά γεωργικών μηχανημάτων– και τα χρεολύσια προς εξόφληση πολυετών δανείων με μειωμένο επιτόκιο που είχαν χορηγηθεί για τις ζημίες που προκλήθηκαν από φυσικές καταστροφές.
3. Ο περιφερειακός νόμος 17/1992
26. Ο περιφερειακός νόμος υπ’ αριθμ. 17, της 27ης Αυγούστου 1992 (15), περιλαμβάνει τις τεχνικές διατάξεις για την εκτέλεση των χρηματοδοτικών πράξεων που πραγματοποιήθηκαν βάσει του άρθρου 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988.
Η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή
27. Την 1η Σεπτεμβρίου 1992, η Ιταλική Δημοκρατία γνωστοποίησε στην Επιτροπή τον περιφερειακό νόμο 17/1992, τύπο τον οποίο δεν είχε τηρήσει σε σχέση με τον περιφερειακό νόμο 44/1988 και τις λοιπές διατάξεις που θεσπίστηκαν βάσει του νόμου αυτού.
28. Η γνωστοποίηση αυτή έλαβε τον αριθμό N 557/93 και αποτέλεσε αφορμή για δύο επιστολές της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1992 και της 27ης Μαΐου 1993, με τις οποίες η Επιτροπή ζήτησε επιπλέον στοιχεία από τις εθνικές αρχές, τα οποία οι αρχές αυτές παρέσχον στις 24 Μαρτίου, στις 2 Απριλίου και στις 3 Δεκεμβρίου 1993. Στις 23 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία δόθηκαν στις 25 Απριλίου 1994.
29. Την 1η Αυγούστου 1994, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (νυν άρθρο 88 ΕΚ) σε σχέση, αφενός, με τις ενισχύσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988, διότι «[…] η υπέρμετρα γενική διατύπωσή του δεν εγγυάται την τήρηση των κοινοτικών κριτηρίων που εφαρμόζονται κατά τη χορήγηση ενισχύσεων στις γεωργικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα», καθώς και, αφετέρου, με τις αποφάσεις της Κυβερνήσεως της Σαρδηνίας, διότι, βάσει των στοιχείων που διαθέτει η Επιτροπή, οι αποφάσεις αυτές ήσαν ασυμβίβαστες με τα προαναφερθέντα κοινοτικά κριτήρια.
30. Με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (16) και στην οποία περιλαμβανόταν η επιστολή που είχε αποσταλεί, η Επιτροπή κάλεσε το ενδιαφερόμενο κράτος, τα λοιπά κράτη μέλη και τους τρίτους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
31. Η Ιταλική Κυβέρνηση διατύπωσε τις παρατηρήσεις της με έγγραφα της 30ής Ιανουαρίου, της 25ης Αυγούστου και της 1ης Δεκεμβρίου 1995.
32. Εντούτοις, η Επιτροπή εξέτασε, στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, τον περιφερειακό νόμο υπ’ αριθμ. 33, της 5ης Δεκεμβρίου 1995 (17), του οποίου το άρθρο 36, παράγραφος 4, προέβλεπε ότι στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα έπρεπε να χορηγηθούν οι ενισχύσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου 44/1998 σύμφωνα με «τα σχετικά κριτήρια που έχει καθορίσει η Κοινότητα». Το γεγονός αυτό οδήγησε την Επιτροπή να ζητήσει στις 21 Δεκεμβρίου 1995 περαιτέρω στοιχεία, τα οποία της δόθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου 1996.
33. Οι παρασχεθείσες εξηγήσεις δεν έπεισαν την Επιτροπή, η οποία, με την από 25 Ιουλίου 1996 απόφασή της, διευκρίνισε ότι η γενόμενη το 1995 τροποποίηση θα εξεταζόταν από κοινού με το σύνολο του καθεστώτος. Εντούτοις, η Επιτροπή ενημέρωσε το ενδιαφερόμενο κράτος ότι οι πληροφορίες που διέθετε δεν της επέτρεπαν να αποφανθεί επί της τροποποιήσεως αυτής, δεδομένου ότι δεν της είχαν γνωστοποιηθεί οι λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω μεταρρυθμίσεως.
Η απόφαση 97/612
34. Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε στις 16 Απριλίου 1997, περάτωσε τη διαδικασία που κινήθηκε την 1η Αυγούστου 1994. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων, επιβάλλεται να εξετασθεί συνοπτικά το περιεχόμενό της το οποίο διακρίνεται σαφώς σε δύο μέρη: το πρώτο περιλαμβάνει τις αιτιολογίες στις οποίες στηρίζεται το διατακτικό που παρατίθεται στο δεύτερο μέρος.
1. Αιτιολογία
35. Στις αιτιολογικές σκέψεις εκτίθενται λεπτομερώς οι ρυθμίσεις του περιφερειακού νόμου 44/1988, οι αποφάσεις των εκτελεστικών οργάνων της Σαρδηνίας που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση των ενισχύσεων, οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν σε σχέση με τη συμβατότητά τους προς την κοινή αγορά, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η Ιταλία, καθώς και η εκτίμηση ότι τα μέτρα είναι παράνομα και ασυμβίβαστα με τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
36. Κατά την απόφαση, η παράλειψη προηγούμενης γνωστοποιήσεως του θεσπισθέντος καθεστώτος και η εκτέλεσή του, χωρίς η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να προβεί στην εξέτασή του, «δημιουργούν μία ιδιαιτέρως κρίσιμη κατάσταση», δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε την εφαρμογή των κανόνων που αφορούν τις ενισχύσεις στις προβληματικές γεωργικές επιχειρήσεις ούτε ζήτησε να ισχύσουν τα κριτήρια που προβλέπουν οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (18). Η απόφαση διαλαμβάνει ότι, μολονότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές άρχισαν να ισχύουν μετά την κίνηση της διαδικασίας, οι χορηγηθείσες επιδοτήσεις δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ούτε ως ενισχύσεις για τη διάσωση, δεδομένου του είδους του συναφθέντος δανείου, ούτε ως ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα πρόγραμμα για την αποκατάσταση της οικονομικής βιωσιμότητας των επιχειρήσεων χωρίς να υπάρξει νόθευση του ανταγωνισμού και δεδομένου ότι οι αναλύσεις που πραγματοποίησαν οι τράπεζες σε σχέση με τη χρηματοοικονομική φερεγγυότητα των δανειοληπτών δεν μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.
37. Με την απόφασή της, η Επιτροπή διευκρινίζει επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν συμμερίζεται την επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τις αιτίες που προκάλεσαν τα υπερβολικά χρέη των εκμεταλλεύσεων που έλαβαν τις ενισχύσεις: οι κλιματολογικοί παράγοντες –η ξηρασία– ανήκουν στους συνήθεις κινδύνους της γεωργίας, οι κρίσεις των αγορών πλήττουν το σύνολο των επιχειρηματιών, η έλλειψη οργανώσεως κατά το στάδιο της εμπορίας δεν αποτελεί εξωτερικό στοιχείο σε σχέση με την επιχείρηση και τα υψηλά επιτόκια δεν δικαιολογούν παρά μόνον περιορισμένης κλίμακας ενισχύσεις στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ επιτοκίου που αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως και πραγματικού επιτοκίου.
38. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις δασοκομικές επιχειρήσεις, δεν υπήρξε διάκριση σε σχέση με τα στοιχεία που αφορούν τις δαπάνες επενδύσεως, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις προορίζονταν για την κάλυψη των χρεών από τη συνήθη διαχείριση της εκμεταλλεύσεως και για την αντιμετώπιση των κοινωνικοασφαλιστικών υποχρεώσεων, της μισθοδοσίας και των προμηθειών. Όσον αφορά τους κονικλοτρόφους, η Ιταλική Δημοκρατία δεν εγγυήθηκε ούτε την εφαρμογή σχεδίου εξαλείψεως της επιζωοτίας ούτε τον περιορισμό του δανείου μέχρι του ύψους των ζημιών. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε αποδείχθηκε ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων.
39. Ακολούθως, η απόφαση διαπιστώνει ότι αυτό το καθεστώς ενισχύσεων επηρεάζει άμεσα το κόστος, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι των ενισχύσεων αυτών απολαύουν, σε σχέση με τους λοιπούς παραγωγούς, ενός πλεονεκτήματος· η Επιτροπή, τονίζοντας ότι με τον τρόπο αυτόν επηρεάζονται οι όροι του ενδοκοινοτικού εμπορίου, συνάγει ότι το καθεστώς αυτό είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, και ότι δεν έχουν εφαρμογή οι εξαιρέσεις των παραγράφων 1 και 2.
40. Είναι προφανές ότι δεν έχουν εφαρμογή οι εξαιρέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ, η δε Ιταλία δεν προσκόμισε στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να εξεταστεί η εφαρμογή του στοιχείου β΄.
41. Από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 3 προκύπτει ότι η κρατική παρέμβαση πρέπει να επιβάλλεται για την επίτευξη ενός εκ των σκοπών που παραθέτει η διάταξη αυτή, πράγμα το οποίο είναι αδύνατο δεδομένου ότι «ούτε η Ιταλία επικαλέστηκε ούτε η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη κάποιας λυσιτελούς αιτιολογίας». Ειδικότερα, ως προς τις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπουν τα στοιχεία α΄ και γ΄, η Επιτροπή «συνάγει, ενόψει της προπαρατεθείσας αναλύσεως και υπό το πρίσμα των ισχυόντων κοινοτικών κανόνων, ότι οι επίμαχες ενισχύσεις, λόγω του χαρακτήρα τους ως ενισχύσεων λειτουργίας, δεν μπορούν να βελτιώσουν κατά τρόπο διαρκή τις συνθήκες του οικείου τομέα και της οικείας περιοχής».
42. Οι τελευταίες εκτιμήσεις που παρατίθενται στο αιτιολογικό διευκρινίζουν τους λόγους για τους οποίους είναι νόμιμη η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων οι οποίες συνίστανται στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αγοράς για τα τραπεζικά δάνεια ενοποιήσεως του παθητικού και του επιτοκίου που καταβάλλουν οι δικαιούχοι.
2. Το διατακτικό της αποφάσεως
43. Βάσει των ανωτέρω, το διατακτικό της αποφάσεως είναι το ακόλουθο:
– Οι ενισχύσεις που χορήγησε η περιφέρεια της Σαρδηνίας βάσει του άρθρου 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988 και των αποφάσεων της Giunta regionale της 30ής Δεκεμβρίου 1988, της 27ης Ιουνίου 2990, της 20ής Νοεμβρίου 1990 και της 26ης Ιουνίου 1992 κηρύσσονται παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά (άρθρο 1).
– Η Ιταλική Δημοκρατία υποχρεούται εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως να καταργήσει τις ενισχύσεις και, εντός έξι μηνών, να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την αναζήτησή τους μέσω επιστροφής (άρθρο 2).
– Η Ιταλική Δημοκρατία υποχρεούται να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που θα λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση και να διαβιβάσει τα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί η συμμόρφωσή της (άρθρο 3).
– Αποδέκτρια της αποφάσεως είναι η «Ιταλική Δημοκρατία» (άρθρο 4).
Η αναζήτηση των ενισχύσεων
44. Προς εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως, η αυτόνομη περιφέρεια της Σαρδηνίας έλαβε τα ακόλουθα μέτρα:
– Διέκοψε την καταβολή στις τράπεζες της συμμετοχής της στο επιτόκιο από το πρώτο εξάμηνο του 1997.
– Κατάργησε το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988.
– Κατ’ εφαρμογήν των διαταγμάτων του Assessorato all´Agricultura της 18ης Δεκεμβρίου 1997, ζήτησε την επιστροφή των χορηγηθεισών ενισχύσεων.
45. Από την πρώτη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι πράξεις αυτές κοινοποιήθηκαν στους ενδιαφερομένους στις 16 Νοεμβρίου 2001.
Οι ενώπιον του Tribunale de Cagliari διαφορές
46. Ο Giuseppe Atzeni και 51 ακόμη πρόσωπα άσκησαν ενώπιον του Tribunale de Cagliari αγωγή κατά της αυτόνομης περιφέρειας της Σαρδηνίας, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό 3/2003. Ο Marco Antonio Scalas, ο Renato Lilliu και 389 ακόμη ενδιαφερόμενοι άσκησαν αντίστοιχη αγωγή η οποία πρωτοκολλήθηκε στο ανωτέρω δικαστήριο με αριθμό 5777/2003.
47. Στην πρώτη υπόθεση, οι ενάγοντες ζητούν να μην εφαρμοστούν οι διατάξεις του περιφερειακού νόμου που αφορούν την ανάκληση των επιδοτήσεων και να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή των ποσών που εξακολουθούν να οφείλονται. Επικουρικώς, ζητούν να διαπιστωθεί ότι συντρέχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και να τους επιδικαστεί αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν.
48. Στη δεύτερη υπόθεση, οι ενάγοντες ζητούν να εξαιρεθούν από την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων καθώς και να καταβάλει η περιφέρεια στα πιστωτικά ιδρύματα τη συμμετοχή της στους τόκους. Ζητούν επίσης, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη είναι σύννομη, να αναγνωριστεί ότι ευθύνεται η διοίκηση και να επιδικασθεί αποζημίωση για τις προκληθείσες ζημίες.
49. Σε αμφότερες τις δίκες, οι ενάγοντες ζήτησαν από το δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής.
IV – Οι προσφυγές ακυρώσεως
50. Πέραν της αιτούμενης δικαστικής προστασίας από τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα, ο Ζ. Atzeni και οι λοιποί γεωργοί άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής (19), πράγμα το οποίο, σύμφωνα με την έκθεση ακροατηρίου, δεν έπραξαν οι Μ. Α. Scalas και R. Lilliu.
51. Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η Επιτροπή προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής για δύο λόγους: η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες.
52. Με διάταξη της 29ης Μαΐου 2002 (20), το Πρωτοδικείο δέχτηκε την πρώτη ένσταση και δεν προχώρησε στην εξέταση της δεύτερης. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ασκηθείσα στις 25 Ιανουαρίου 2002 προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 11ης Σεπτεμβρίου 1997
53. Την ίδια τύχη είχαν και οι λοιπές παρεμφερείς προσφυγές (21).
V – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
54. Οι δικαστές του sezione civile του Tribunale di Cagliari ανέστειλαν την εκδίκαση των δύο υποθέσεων και ζήτησαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής.
55. Η διάταξη περί παραπομπής της 29ης Απριλίου 2003 στο πλαίσιο της υποθέσεως C-346/03 παραθέτει τις ακόλουθες πλημμέλειες:
«α) αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω παραβάσεως των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 32, 33, 34, 35, 36, 37 και 38 ΕΚ,
β) παράβαση των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 1, ΕΚ,
γ) παράβαση των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ,
δ) έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως υπό την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 253, 88, παράγραφος 3, και 87, παράγραφος 1, ΕΚ,
ε) παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του κανονισμού 797/85 του Συμβουλίου για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων,
στ) παράβαση και μη τήρηση των “κανόνων για τις ενισχύσεις υπέρ προβληματικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων” και των “κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων”.»
56. Πέραν των αιτιάσεων που παρατίθενται ανωτέρω, η διάταξη περί παραπομπής της 20ης Οκτωβρίου 2003 στο πλαίσιο της υποθέσεως C-529/03 επικαλείται και άλλους λόγους ακυρότητας. Μνημονεύει συναφώς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λαμβανομένου υπόψη του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε μεταξύ της δημοσιεύσεως του νόμου 44/1988, της κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, της εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής και του εντάλματος περί επιστροφής που απεστάλη σε κάθε γεωργό. Πέραν αυτών, η διάταξη περί παραπομπής επισημαίνει την έλλειψη αιτιολογίας στην κοινοτική πράξη εξετάζοντάς την ταυτόχρονα και από άλλες πλευρές.
57. Γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ οι Μ. Scalas και R. Lilliu, ενάγοντες στην κύρια δίκη στην υπόθεση C-529/03, καθώς και η Επιτροπή.
58. Με διάταξη της 6ης Μαΐου 2004, το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, της υποβολής προτάσεων από τον γενικό εισαγγελέα και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
59. Οι εκπρόσωποι των Z. Atzeni κ.λπ., των Μ. Scalas και R. Lilliu, καθώς και της Επιτροπής παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Φεβρουαρίου 2005 προκειμένου να διατυπώσουν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
60. Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι το αυτό Tribunale de Cagliari έχει υποβάλει και τρίτη διάταξη περί παραπομπής. Η υπόθεση αυτή έλαβε τον αριθμό C-285/04 (Medda), της οποίας η εκδίκαση έχει ανασταλεί μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί των δύο υποθέσεων που εξετάζονται εν προκειμένω.
VI – Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
61. Η Επιτροπή επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ένα ενδιαφέρον πρόβλημα, ήτοι αυτό των δικονομικών συνεπειών που επέρχονται οσάκις η ίδια απόφαση προσβάλλεται άμεσα και έμμεσα. Το σημείο αυτό δεν στερείται σημασίας, δεδομένου ότι μπορεί να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο των ερωτημάτων που υπέβαλαν οι Ιταλοί δικαστές· το σημείο αυτό πρέπει να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως, δεδομένου ότι αποτελεί μια εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την πρόοδο της διαδικασίας.
62. Εκ πρώτης όψεως, η κατάσταση φαίνεται να είναι απλή: ορισμένοι ιδιώτες προσβάλλουν απόφαση κοινοτικού οργάνου της οποίας αποδέκτης είναι κράτος μέλος και η οποία κηρύσσει ορισμένες κρατικές ενισχύσεις παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά: αφενός, ασκώντας προσφυγή περί ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, αφετέρου, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των μέτρων που έλαβε η χώρα τους για την εφαρμογή της κοινοτικής πράξεως, της οποίας το κύρος αμφισβητούν με τα ένδικα βοηθήματα που έχουν ασκήσει ενώπιον των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων.
63. Εντούτοις, υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες οι οποίοι περιπλέκουν περισσότερο την κατάσταση: το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων, η απόφαση δεν περιορίζεται στην εξέταση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, αλλά εξετάζει επίσης το καθεστώς που τις διέπει και, το κυριότερο, ο τρόπος με τον οποίον η Συνθήκη ΕΚ ρυθμίζει τις δυνατότητες αντιδράσεως των ιδιωτών δεν είναι ικανοποιητικός.
Γενικές εκτιμήσεις
64. Σε κάθε έννομη τάξη συνυπάρχουν κανόνες δικαίου διαφορετικής φύσεως κατατασσόμενοι ιεραρχικώς. Το Σύνταγμα κατέχει την πρώτη θέση και ακολουθούν, στις κατώτερες βαθμίδες, οι νόμοι και οι κανονιστικές αποφάσεις. Πλην του Συντάγματος, του οποίου αρχιτέκτονας είναι ο κυρίαρχος λαός, πρόκειται για γενικές διατάξεις που προέρχονται από τις συντεταγμένες εξουσίες, ήτοι είτε από τους αντιπροσώπους των πολιτών είτε από τη διοίκηση.
65. Πέραν αυτών, υπάρχουν και άλλοι κανόνες δικαίου διαφορετικού περιεχομένου οι οποίοι προέρχονται κατά κανόνα από τη διοίκηση και των οποίων η διάκριση από τους προαναφερθέντες κανόνες δικαίου δεν είναι απλή, μολονότι μία χρήσιμη μέθοδος συνίσταται στη διαπίστωση του αν οι κανόνες αυτοί εξαντλούνται στην εφαρμογή τους ή διαπλάθουν νέο δίκαιο, προτού διαπιστωθεί αν αυτοί απευθύνονται σε ένα μόνον ή σε περισσότερα πρόσωπα.
66. Υπό το πρίσμα αυτό οδηγούμαστε σε δύο σημαντικές σκέψεις. Πρώτον, επιβάλλεται να τεθούν περιορισμοί στο δικαίωμα των ιδιωτών να βάλουν απευθείας κατά των γενικής ισχύος διατάξεων της ανώτατης βαθμίδας, ήτοι κατά των νόμων, στον βαθμό που αυτοί θεσπίζονται από τους αντιπροσώπους του λαού και η κριτική ασκείται μέσω των εκλογών· ωστόσο, ανεξαρτήτως της δυνατότητας να προβληθεί η αντισυνταγματικότητα και με άλλα μέσα, η αιτιολογία αυτή στερείται ερείσματος οσάκις οι κανόνες δεν προέρχονται από νομοθετικά όργανα. Δεύτερον, για την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου οι πολίτες πρέπει να προσβάλουν τους κανόνες δικαίου εντός ρητώς καθοριζόμενων προθεσμιών, εντούτοις, ενίοτε, οι απαιτήσεις της αρχής της νομιμότητας συνηγορούν υπέρ της παραδοχής ότι επιτρέπεται η προσβολή των διατάξεων αυτών κατά τρόπο έμμεσο, ήτοι μέσω των πράξεων εφαρμογής τους.
67. Η μεταφορά των ανωτέρω ιδεών στον κοινοτικό χώρο προσκρούει σε σοβαρές δυσχέρειες λόγω των ιδιαιτεροτήτων του ισχύοντος νομικού πλαισίου –που έχει χαρακτηριστεί ως «ρυθμιστικό χάος»– (22) και των περιορισμών που επιβάλλονται στα φυσικά και νομικά πρόσωπα σε σχέση με την προσβολή των αποφάσεων των κοινοτικών οργάνων, μολονότι η Συνθήκη για τη θέσπιση ενός Συντάγματος για την Ευρώπη (23) απλοποιεί τα πράγματα διακρίνοντας σαφώς, με τα άρθρα της Ι-33 επ., τις νομοθετικές πράξεις (νόμους και νόμους-πλαίσια) από τις πράξεις οι οποίες δεν έχουν νομοθετικό χαρακτήρα (κανονισμοί και αποφάσεις) (24), καθώς και καθορίζοντας τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ιδιώτες μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο (25).
Η προσφυγή ακυρώσεως και το προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κύρος μιας πράξεως
1. Η προσφυγή ακυρώσεως (26)
α) Το γε σύνηθες έχον
68. Το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ακυρώσεως εισήχθη προκειμένου να εξυπηρετήσει διττό σκοπό: τον έλεγχο της τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου από τα κοινοτικά όργανα και την προάσπιση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων (φυσικά και νομικά πρόσωπα, κράτη μέλη και κοινοτικά όργανα) (27).
69. Το αντικείμενο της προσφυγής περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων που εκδίδουν από κοινού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, των πράξεων που εκδίδουν το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εκτός των συστάσεων και γνωμών, καθώς και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων» (άρθρο 230, πρώτο εδάφιο). Προσφυγή ακυρώσεως μπορεί επίσης να ασκηθεί κατά των πράξεων του Συμβουλίου των Διοικητών και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (άρθρο 237, στοιχεία β΄ και γ΄) (28).
70. Οι λόγοι που δικαιολογούν την άσκηση προσφυγής περιορίζονται στην αναρμοδιότητα, στην παράβαση ουσιώδους τύπου, στην παραβίαση της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή της και στην κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 230, δεύτερο εδάφιο). Οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως αφορούν την εξωτερική νομιμότητα και μπορούν να εξεταστούν αυτεπαγγέλτως (29)· οι δύο άλλοι λόγοι αφορούν την εσωτερική νομιμότητα και πρέπει να προβάλλονται από τους ενδιαφερομένους.
71. Οι περιορισμοί στους οποίους υπόκειται η ενεργητική νομιμοποίηση συνιστά ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της προσφυγής ακυρώσεως. Εν αντιθέσει προς τους προνομιούχους προσφεύγοντες –τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή και το Συμβούλιο–, το Ελεγκτικό Συνέδριο και η ΕΚΤ δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή παρά μόνο προς διαφύλαξη των προνομίων τους, ενώ τα φυσικά και νομικά πρόσωπα μπορούν να προσβάλουν μόνον τις αποφάσεις των οποίων είναι αποδέκτες ή τις αποφάσεις οι οποίες, αν και εκδίδονται υπό μορφή κανονισμών ή αποφάσεων που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, τα αφορούν άμεσα και ατομικά (άρθρο 230, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, ΕΚ) (30).
Η ενεργητική νομιμοποίηση των ιδιωτών
72. Από τις προεκτεθείσες σκέψεις συνάγεται ότι το δικαίωμα των ιδιωτών να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται διττώς: αφενός περιορίζεται από τις υποκείμενες σε προσφυγή πράξεις και αφετέρου από συγκεκριμένες ιδιότητες που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο των ασκούντων προσφυγή.
i) Οι υποκείμενες σε προσφυγή πράξεις
73. Ο πρώτος περιορισμός αποκλείει τις ευθείες προσφυγές κατά των διατάξεων γενικής ισχύος, δεδομένου ότι επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής μόνον κατά των αποφάσεων. Επομένως, οι κανονισμοί δεν υπόκεινται στην άσκηση προσφυγής, εκτός και αν υποκρύπτουν απόφαση, δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία, η επιλογή της μορφής δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξεως (31).
74. Εντούτοις, είναι δυσχερής η οριοθέτηση των περιπτώσεων στις οποίες μία πράξη υπόκειται σε προσφυγή. Είναι ενδιαφέρον να υπομνηστεί ότι, κατά την απόφαση Confédération Nationale κ.λπ. κατά Συμβουλίου (32), το θεμελιώδες κριτήριο διακρίσεως έγκειται στον τομέα εφαρμογής, δεδομένου ότι η απόφαση έχει περιορισμένο αριθμό αποδεκτών, ενώ ο κανονισμός απευθύνεται σε κατηγορίες προσώπων που περιγράφονται με αφηρημένο και γενικό τρόπο. Η γενική ισχύς και, επομένως, η κανονιστική φύση μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα περισσότερο ή λιγότερο ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται σε δεδομένη στιγμή, εφόσον είναι βέβαιον ότι η εφαρμογή αυτή χωρεί δυνάμει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως την οποία προσδιορίζει η πράξη σε σχέση με τους σκοπούς της (33).
75. Αφετέρου, δεν μπορεί να παροράται το γεγονός ότι, στην πράξη, οι αποφάσεις που απευθύνονται στα κράτη μέλη έχουν κατά κανόνα κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι αφορούν κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο καταστάσεις οι οποίες προσδιορίζονται βάσει ουδέτερων κριτηρίων.
ii) Το άμεσο και ατομικό συμφέρον
76. Για να μπορεί ένα πρόσωπο να ασκήσει την προσφυγή ακυρώσεως που προβλέπει η κοινοτική έννομη τάξη, δεν αρκεί η προσφυγή να στρέφεται κατά πράξεως υποκείμενης σε προσφυγή, διότι, όπως τόνισα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Société Française de Production κ.λπ. κατά Επιτροπής (34), «μόνη η διπλή προϋπόθεση ότι η απόφαση αφορά τον ιδιώτη, μη αποδέκτη της αποφάσεως, άμεσα και ατομικά του δίνει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής» (σημείο 15).
77. Άμεσο συμφέρον υπάρχει κατ’ αρχήν οσάκις υπάρχει σχέση αιτίου–αποτελέσματος μεταξύ της αποφάσεως και της μεταβολής της υποκειμενικής νομικής θέσεως του ενδιαφερομένου, ακόμη και στην περίπτωση που απαιτείται ενίοτε η λήψη ορισμένων εκτελεστικών μέτρων από τις εθνικές αρχές (35).
78. Όσον αφορά την άλλη προϋπόθεση (36), η αρχή που διατυπώθηκε για πρώτη φορά με την απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (37), και επιβεβαιώθηκε επανειλημμένως (38), αποκτά την πλήρη σημασία της· σύμφωνα με την αρχή αυτή, υποκείμενα δικαίου εκτός από τους αποδέκτες της αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι «μία απόφαση τα αφορά ατομικά παρά μόνον εάν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων που έχουν ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και εκ του γεγονότος αυτού τα εξατομικεύει κατά ανάλογο τρόπο προς εκείνο του αποδέκτη».
79. Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (39) ότι μία επιχείρηση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να προσβάλει απόφαση της Επιτροπής η οποία απαγορεύει καθεστώς ενισχύσεων σε συγκεκριμένο τομέα εφόσον η απόφαση αυτή δεν τη θίγει παρά μόνο στον βαθμό που ανήκει στον εν λόγω τομέα και στον βαθμό που αποτελεί δυνητικό δικαιούχο του εν λόγω καθεστώτος, διότι πρόκειται για μέτρα γενικής ισχύος τα οποία εφαρμόζονται σε αντικειμενικά προσδιοριζόμενες καταστάσεις, η δε απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι μιας κατηγορίας προσώπων που ορίζεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο (σκέψη 15). Αντιθέτως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφασή του Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, η προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος πληρούται οσάκις η επιχείρηση έχει την ιδιότητα του δικαιούχου της ενισχύσεως (σκέψεις 34 έως 36) (40).
2. Το προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής
80. Η Συνθήκη δημιούργησε ένα πλήρες σύστημα παροχής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του οποίου ανατέθηκε στο Δικαστήριο ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (41). Επομένως, ότι οι εγγενείς περιορισμοί στους οποίους υπόκειται η προσφυγή ακυρώσεως αντισταθμίζονται από άλλους μηχανισμούς, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη θέση κατέχει η προδικαστική παραπομπή σχετικά με το ζήτημα του κύρους κοινοτικής πράξεως που ανταποκρίνεται στον ίδιο σκοπό (42).
81. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ενδιαφερόμενος απευθύνεται στον εθνικό δικαστή προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα πράξεως των εθνικών αρχών της χώρας του επικαλούμενος προς άμυνά του την έλλειψη νομιμότητας του κοινοτικού κανόνα στον οποίο στηρίζεται η πράξη αυτή.
82. Υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που επιβάλλει το δικονομικό δίκαιο εκάστου κράτους μέλους, η ρύθμιση αυτή μετριάζει τα μειονεκτήματα που απορρέουν από την προθεσμία και τους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Κοινότητας.
3. Η σχέση μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της προδικαστικής παραπομπής σχετικά με το ζήτημα του κύρους πράξεως κοινοτικού οργάνου
83. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αμφότερα τα ένδικα βοηθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και μπορούν να συνυπάρξουν.
Συμπληρωματικότητα
84. Εν αντιθέσει προς την προσφυγή ακυρώσεως, η προδικαστική παραπομπή σχετικά με το κύρος κοινοτικής πράξεως έχει ως αντικείμενο, πέραν των αποφάσεων και των λοιπών παρεμφερών πράξεων, κάθε διάταξη γενικής ισχύος. Όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα προστατεύονται έναντι των γενικής ισχύος πράξεων τις οποίες δεν μπορούν να προσβάλουν ευθέως. Οσάκις η διοικητική εφαρμογή των πράξεων αυτών εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν ευθεία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των πράξεων εφαρμογής των οποίων είναι αποδέκτες ή οι οποίες τα αφορούν άμεσα και ατομικά και να επικαλεστούν, προς στήριξη της προσφυγής αυτής, την έλλειψη νομιμότητας της βασικής πράξεως που έχει γενική ισχύ. Οσάκις η εφαρμογή της ανατίθεται στις εθνικές αρχές, αυτές μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα των πράξεων γενικής ισχύος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητήσουν από αυτά να υποβάλουν συναφώς στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (σημείο 23).
85. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος υπάρχει μόνο στην περίπτωση που είναι αδύνατο να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως (43) καθώς και στην περίπτωση που έχουν ληφθεί από τις εθνικές αρχές μέτρα εκτελέσεως. Επιπλέον, στην περίπτωση που δεν έχει ληφθεί από τις κρατικές αρχές κάποιο μέτρο, είναι προφανές ότι η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος είναι απαράδεκτη. Πάντως, αν, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή ούτε η άσκηση ευθείας προσφυγής, εγείρονται επιφυλάξεις ως προς την πληρότητα του συστήματος παροχής δικαστικής προστασίας (44).
β) Συνύπαρξη
86. Η απόφασή Rau κ.λπ. (45) επισήμανε την ιδιαιτερότητα αυτή τονίζοντας ταυτόχρονα ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά αποφάσεως κοινοτικού οργάνου «δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου προσφυγής κατά πράξεως εθνικής αρχής με την οποία εκτελείται η εν λόγω απόφαση, με τον ισχυρισμό ότι η τελευταία είναι παράνομη» (σκέψη 12).
87. Επιπλέον, αν επιτρεπόταν άνευ περιορισμών η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος επί αποφάσεως η οποία δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως, μολονότι υπήρχε η δυνατότητα προσβολής της, θα καταστρατηγείτο ο ανατρεπτικός χαρακτήρας των προθεσμιών με όλες τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες (46). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η απόφαση Deggendorf (47) εφάρμοσε επί των ιδιωτών την αρχή την οποία το Δικαστήριο διατύπωσε σε σχέση με τα κράτη μέλη και έκρινε ότι οι επιταγές της αρχής της ασφάλειας δικαίου οδηγούν στον αποκλεισμό της δυνατότητας του δικαιούχου ενισχύσεως, που αποτέλεσε αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, ο οποίος είχε το δικαίωμα προσβολής της εν λόγω αποφάσεως, αλλά άφησε να παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική προθεσμία που προβλέπει η Συνθήκη, να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο προσφυγής κατά των μέτρων που έλαβαν οι εθνικές αρχές για την εκτέλεσή της (σκέψη 17), και δη, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις Accrington Beef (48) και Wiljo, (49) οσάκις αποδέκτης της πράξεως είναι κράτος, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές του κράτους αυτού κοινοποίησαν εμπρόθεσμα την πράξη στον ενδιαφερόμενο προκειμένου να του δώσουν τη δυνατότητα να την προσβάλει (50).
88. Η νομολογία Deggendorf είναι άκρως συζητήσιμη (51), το δε Δικαστήριο θα πρέπει κάποτε να αποφασίσει είτε να επεξεργαστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τη νομολογία αυτή είτε να την αναθεωρήσει, διότι συναντά σημαντικές αντιρρήσεις.
α) Η νομολογία στηρίζεται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, πλην όμως η αρχή αυτή δεν ιεραρχεί τα δύο ένδικα βοηθήματα και, επιπλέον, δεν υπερισχύει πάντοτε της αρχής της νομιμότητας· πρέπει να τονιστεί ότι το ίδιο το δίκαιο της Ενώσεως προβλέπει ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται αυτή η υπέρτερη ισχύς, δεδομένου ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβλέπει το άρθρο 241 ΕΚ παρέχει τη δυνατότητα προσβολής ενός κανονισμού, μολονότι έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ευθείας προσφυγής. Είναι δυνατόν, εν ονόματι της ασφάλειας δικαίου, να περιοριστούν τα χρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως, αλλά δεν μπορεί να περιοριστεί ο δικαστικός έλεγχος της κοινοτικής πράξεως.
β) Δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων γενικής ισχύος και των πράξεων εφαρμογής, συνιστά δε πάντοτε την ίδια λύση. Υποχρεώνει τα υποκείμενα δικαίου να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως, χωρίς να τους εγγυάται μετά βεβαιότητας ότι η προσφυγή τους θα θεωρηθεί παραδεκτή ενόψει των περιορισμών στους οποίους η νομολογία υποβάλει την ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση προσφυγής.
γ) Αντιβαίνει στις αποφάσεις Foto-Frost, Binder και Behn Verpackungsbedarf (52), με τις οποίες η διάταξη περί παραπομπής κρίθηκε άνευ ετέρου παραδεκτή, ενώ οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη μπορούσαν να προσβάλουν ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων τις αποφάσεις της Επιτροπής των οποίων το κύρος αμφισβητήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Επιπλέον, με την απόφαση Universität Hamburg (53) κρίθηκε ότι η απόρριψη της αιτήσεως από αρχή κράτους μέλους αποτελεί τη μόνη πράξη η οποία απευθύνεται στον ιδιώτη «της οποίας έπρεπε κατ’ ανάγκη να λάβει γνώση εγκαίρως και την οποία μπορεί (…) να προσβάλει δικαστικώς χωρίς να συναντήσει δυσχέρειες στην απόδειξη του έννομου συμφέροντος του» και , ως εκ τούτου, «πρέπει να έχει τη δυνατότητα στο πλαίσιο προσφυγής ασκούμενης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο (…) να προτείνει την παρανομία της αποφάσεως της Επιτροπής η οποία αποτελεί το έρεισμα της εθνικής αποφάσεως που ελήφθη εις βάρος του» (σκέψη 10).
δ) υποχρεώνει τον εθνικό δικαστή να ελέγχει αν ο ενδιαφερόμενος νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου και να εξετάζει εάν το έπραξε· εντούτοις, κατά την προπαρατεθείσα απόφαση Rau κ.λπ. δεν «εξετάζεται αν ο προσφεύγων στην κύρια δίκη έχει ή όχι τη δυνατότητα να προσβάλει απευθείας την απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου» (σκέψη 11). Επιπλέον, στην περίπτωση που είχε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα αυτή, θα έπρεπε να υποβάλει ερμηνευτικό ερώτημα από την απάντηση στο οποίο θα εξηρτάτο η υποβολή ερωτήματος σχετικά με το κύρος της πράξεως. Ως εκ τούτου, θα υπήρχε ένα άκρως περίπλοκο και τεχνητό σύστημα το οποίο θα παρουσιάζει περισσότερα μειονεκτήματα παρά πλεονεκτήματα.
ε) Τέλος, η νομολογία αυτή παρορά τη νομική βάση και τη φύση της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ ως μέσου δικαστικής συνεργασίας, δεδομένου ότι αν ο ενδιαφερόμενος δεν βρίσκει λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να προέλθει σε διάλογο με το Δικαστήριο, έστω και αν φρονεί ότι η βασική κοινοτική πράξη είναι παράνομη ή ότι με την εκτέλεσή της αποκαλύφθηκαν οι πλημμέλειες οι οποίες αρχικώς δεν είχαν εντοπιστεί. Με άλλα λόγια, το να εξαρτάται η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από τη συμπεριφορά των διαδίκων αλλοιώνει τη συνεργασία μεταξύ δικαστηρίων που προβλέπει η Συνθήκη (54), δεδομένου ότι ερώτημα το οποίο θα έθετε εν αμφιβόλω την ισχύ μιας πράξεως για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που προβλήθηκαν με την προσφυγή ακυρώσεως θα μπορούσε επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
89. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία εθνικό δικαιοδοτικό όργανο έχει επιφυλάξεις ως προς το κύρος μιας πράξεως η οποία έχει προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόφαση Masterfoods και HB (55) αφήνει στο πρώτο να επιλέξει αν θα αναστείλει τη διαδικασία έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως από το Δικαστήριο σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ ή αν θα υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
Το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής και οι δυνατότητες προσβολής της
1. Το περιεχόμενό της
90. Το άρθρο 1 της αποφάσεως κηρύσσει παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που χορήγησε η περιφέρεια της Σαρδηνίας βάσει του άρθρου 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988 καθώς και βάσει των τεσσάρων προαναφερθεισών αποφάσεων της Giunta regionale. Ως εκ τούτου, αφορά δύο τομείς: το καθαυτό καθεστώς των ενισχύσεων και τις συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογής του.
91. Το πρώτο τμήμα του διατακτικού αυτού έχει γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα, δεδομένου ότι αφορά καταστάσεις καθοριζόμενες με αντικειμενικά κριτήρια οι οποίες ωστόσο δεν είναι συγκεκριμένες· επιπλέον, επιτάσσει την κατάργηση μιας ρυθμίσεως του εσωτερικού δικαίου· τέλος, απευθύνεται σε απροσδιόριστο αριθμό υποκειμένων δικαίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η πράξη δεν άφορα άμεσα και ατομικά τους ιδιώτες και, ως εν τούτου, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να την προσβάλουν.
92. Εντούτοις, η απόφαση της Επιτροπής αφορά τις αποφάσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκαν ενισχύσεις σε πρόσωπα τα οποία μπορούν να εξατομικευτούν και τα οποία ρητώς αφορά η απόφασή της, δεδομένου ότι τα υποχρεώνει να επιστρέψουν τις ενισχύσεις αυτές. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωση των σημείων της αποφάσεως που άπτονται των μέτρων αυτών.
2. 2. Οι δυνατότητες προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής
93. Ο ως άνω τρόπος θεωρήσεως των πραγμάτων με τον οποίον εισάγεται η διάκριση αυτή επηρεάζει τις δυνατότητες προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής.
94. Αν θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να προσβάλουν με ευθεία προσφυγή την απόφαση της Επιτροπής, τότε τα προδικαστικά ερωτήματα θα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα. Άλλως, δεν είναι δυνατό να προβληθεί η ένσταση αυτή.
95. Στις υπό κρίση υποθέσεις, και μολονότι είναι πλέον ενδεδειγμένο από δικονομικής απόψεως να εξεταστεί πρώτα η ενεργητική νομιμοποίηση των προσφευγόντων και, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, να εξεταστεί αν άσκησαν την προσφυγή τους εμπροθέσμως, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη την ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα καθώς και την ημερομηνία καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής.
96. Με τον τρόπο αυτόν, οι προσφεύγοντες υφίστανται όλες τις δυσμενείς συνέπειες από την εκπρόθεσμη άσκηση προσφυγής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
97. Εντούτοις, βάσει των περιστάσεων και των προεκτεθεισών εκτιμήσεων, η λύση αυτή δεν αρμόζει εν προκειμένω.
98. Αποδέκτες της αποφάσεως της Επιτροπής δεν ήσαν οι δικαιούχοι των ενισχύσεων, αλλά το ιταλικό κράτος· μολονότι ορισμένα σημεία της αποφάσεως της Επιτροπής τους αφορούσαν άμεσα και ατομικά, η απόφαση αυτή δεν τους κοινοποιήθηκε ούτε από το ιταλικό κράτος ούτε από την Επιτροπή. Αυτή η έλλειψη πληροφοριακών στοιχείων μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλα μέσα, πρωτίστως όμως πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον διαθέτοντα τους αντίστοιχους καταλόγους χορηγήσεως ενισχύσεων ο οποίος είναι και ο πλέον ενδεδειγμένος να το πράξει (56). Προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα αυτά, θα ήταν χρήσιμο να προβλεφθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα προκειμένου να ενημερώνονται οι τρίτοι τόσο για την κίνηση όσο και για το πέρας των διαδικασιών κατά κρατικών ενισχύσεων που είναι παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να υπολογίζεται η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως βάσει της θεωρίας της actio nata, ήτοι από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη δυνατή η άσκησή της. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα ήταν εσφαλμένη και θα συνεπαγόταν τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων άμυνας των φυσικών και νομικών προσώπων (57).
99. Επιπλέον, δεδομένου ότι η απόφαση έχει διττό περιεχόμενο, δεν είναι παράλογο να θεωρηθεί ότι η απευθείας πρόσβαση στην κοινοτική δικαιοσύνη είναι εν μέρει απαγορευμένη στους πολίτες αυτούς και ότι δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητά της παρά μόνον έμμεσα.
100. Όλοι αυτοί οι λόγοι συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το Δικαστήριο, εάν διατηρεί επιφυλάξεις συναφώς, πρέπει να θεωρήσει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
VII – Έλεγχος του κύρους της αποφάσεως
101. Οι εθνικοί δικαστές φρονούν ότι η απόφαση της Επιτροπής πάσχει διάφορες πλημμέλειες οι οποίες πρέπει να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες: έλλειψη νομικής βάσεως, παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και άλλες πλημμέλειες τόσο τυπικού χαρακτήρα –διαδικαστικές παρατυπίες και ανεπαρκής αιτιολογία– όσο και ουσιαστικού –συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά.
Η νομική βάση
102. Ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακυρότητας αφορά την τήρηση στον τομέα της γεωργίας των κανόνων που προβλέπει η Συνθήκη σε σχέση με τις επιδοτήσεις. Προβάλλεται η άποψη ότι το άρθρο 87 ΕΚ, επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση της Επιτροπής, δεν εφαρμόζεται στον τομέα αυτό διότι το Συμβούλιο δεν τον περιέλαβε στον κανονισμό 26.
103. Τα επιχειρήματα δικαιολογούν την εξέταση της σχέσεως μεταξύ της γεωργίας και της ελεύθερης αγοράς καθώς και των επιπτώσεών της επί της υπό κρίση υποθέσεως.
1. Οι σχέσεις μεταξύ της γεωργικής πολιτικής και της πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού
Εισαγωγή
104. Η κοινή γεωργική πολιτική αποτελεί ένα από τα μέσα ολοκληρώσεως για την επίτευξη των οικονομικών σκοπών της Κοινότητας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον το πρώτο άρθρο μεταξύ αυτών που αφορούν την «γεωργία», ήτοι το άρθρο 32 ΕΚ, ορίζει ότι «[η] κοινή αγορά περιλαμβάνει τη γεωργία και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων», νοούνται δε ως γεωργικά προϊόντα τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας και της αλιείας.
105. Η σημασία που δόθηκε εξ υπαρχής στη γεωργία δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι, όπως και σε άλλους τομείς, η ολοκλήρωση επιτυγχάνεται εξίσου με αρνητικό τρόπο, δεδομένου ότι οι οικονομικές ελευθερίες στην κοινή αγορά έρχονται να υποκαταστήσουν τις κρατικές παρεμβάσεις (58).
106. Η επιλογή αυτή, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 ΕΚ και όπως επιβεβαιώνουν και άλλες διατάξεις της Συνθήκης, δεν συνεπάγεται την απόλυτη απαγόρευση κάθε είδους κρατικής παρεμβάσεως. Προβλέπονται διάφορες εξαιρέσεις, έστω και αν διέπονται από το υπέρτερης ισχύος κοινοτικό συμφέρον.
107. Υπό το πρίσμα αυτό, οι στόχοι που παραθέτει το άρθρο 33 ΕΚ είναι οικονομικής φύσεως, έστω και αν έχουν επίσης έντονο κοινωνικό χαρακτήρα, πράγμα που αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα ορισμένων πτυχών της ιδρυτικής Συνθήκης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 34 ΕΚ προβλέπει τη δημιουργία «κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών», η οποία, ανάλογα με τα προϊόντα, μπορεί να συνεπάγεται τη λήψη μέτρων για τη ρύθμιση των τιμών, των ενισχύσεων τόσο για την παραγωγή όσο και για την εμπορία, για τα συστήματα αποθηκεύσεως και λογιστικής μεταφοράς καθώς και για τους κοινούς μηχανισμούς σταθεροποιήσεως των εισαγωγών ή των εξαγωγών, και η οποία μπορεί να εξικνείται μέχρι της απλής παραπομπής στους κοινούς κανόνες περί ανταγωνισμού (59).
108. Τα πλεονεκτήματα που παραχωρούν τα κράτη μέλη στον τομέα της γεωργίας αφορούν αποκλειστικά τον συγκεκριμένο τομέα· πρόκειται για μέτρα οικονομικής παρεμβάσεως τα οποία διέπονται από τα κριτήρια του γενικού καθεστώτος, ωστόσο παρουσιάζουν ορισμένες ιδιαιτερότητες που συνδέονται με την κατάσταση του τομέα στον οποίο εφαρμόζονται ή με τις περιβαλλοντικές, υγειονομικές ή κοινωνικές συνθήκες οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, επηρεάζουν τους γεωργούς.
109. Επομένως, δεν είναι ορθό να επικρίνεται αυτομάτως κάθε μορφή κρατικής ενισχύσεως, δεδομένου ότι σκοπός των παρεμβάσεων είναι συχνά η ενίσχυση του ανταγωνισμού δια της αποκαταστάσεως μεταξύ των επιχειρηματιών των συνθηκών ισότητας που είχαν ανατραπεί. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες, εφόσον υπάρχει επαρκής αιτιολογία και τηρούνται οι βασικές αρχές που διέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων, τα πλεονεκτήματα αυτά συμβάλλουν στον ελεύθερο ανταγωνισμό.
β) Η εφαρμογή των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας
110. Παρά την παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης, δεν έχουν οριοθετηθεί με σαφήνεια οι σχέσεις μεταξύ της κοινής γεωργικής πολιτικής και της πολιτικής του ανταγωνισμού (60), δεδομένου ότι η ρύθμισή τους έχει αφεθεί στο παράγωγο δίκαιο. Μολονότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κατάσταση της ευρωπαϊκής γεωργίας εμπόδιζε την αυτόματη εφαρμογή των κανόνων που διασφαλίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, εντούτοις τα εμπόδια έχουν σήμερα εξαφανιστεί, έστω και αν πρέπει να σχετικοποιηθεί κάπως η εκτίμηση αυτή (61). Μία άλλη λύση, ουδόλως απορριπτέα, δεδομένου ότι έχει επίσης τη θέση της στη Συνθήκη, θα ήταν η πρόβλεψη ενός ειδικού καθεστώτος για τον τομέα αυτόν.
111. Υπέρ της πρώτης λύσεως συνηγορεί το άρθρο 32, παράγραφος 2, ΕΚ, κατά το οποίο, «[ε]κτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 33 μέχρι και 38, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα», και το οποίο επομένως προβλέπει ότι ο γεωργικός τομέας διέπεται από τους γενικούς κανόνες της κοινής αγοράς, έστω και αν προστατεύει τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του.
112. Το άρθρο 36 ΕΚ εξαρτά την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο «λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 33» (62). Η διατύπωση αυτή αποδεικνύει ότι υπάρχει η αρχική σχέση στο πλαίσιο της οποίας η γεωργική πολιτική κατέχει μία προνομιούχο θέση, όπως προκύπτει από την απόφαση McCarren (63) και, ακόμη σαφέστερα, από την απόφαση Maizena κατά Συμβουλίου (64), έστω και αν το καθεστώς αυτό συνεπάγεται τη διαφύλαξη του βασικού πυρήνα του ελεύθερου ανταγωνισμού άνευ του οποίου αλλοιώνεται η φύση της κοινής αγοράς (65).
113. Οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν τη γεωργία δεν αποτελούν ένα κλειστό και αυτοτελές πλαίσιο εντός του οποίου οι κανόνες του ανταγωνισμού δεν έχουν θέση. Οι κανόνες αυτοί αποτελούν ωστόσο στοιχείο ενός όλου (66) και δεν πρέπει να αγνοούνται (67).
114. Εντός του πλαισίου αυτού πρέπει να τοποθετηθεί ο προπαρατεθείς κανονισμός 26 ο οποίος, πράγματι, παρέχει τη δυνατότητα σχεδιασμού μιας ιδιαίτερης πολιτικής για τον ανταγωνισμό στο γεωργικό τομέα, η οποία ωστόσο δεν έχει ακόμη λάβει σάρκα και οστά (68). Αντιθέτως, όπως προανέφερα, τα κοινοτικά όργανα μερίμνησαν όπως τα άρθρα 87 έως 89 ΕΚ τύχουν εφαρμογής, μέσω του παράγωγου δικαίου, σε όλους τους τομείς του πεδίου αυτού.
γ) Το παράγωγο δίκαιο
115. Η παραπομπή του άρθρου 36 ΕΚ στη βούληση του Συμβουλίου βρήκε ταχεία ανταπόκριση στον κανονισμό 26 ο οποίος εφαρμόζεται στην παραγωγή και το εμπόριο των προϊόντων που απαριθμεί το παράρτημα Ι της Συνθήκης, πλην των βοηθητικών υλών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, όπως είναι η πυτιά (69), τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα (70).
116. Η ρύθμιση αυτή οριζόντιου χαρακτήρα προέβλεπε ότι τα άρθρα 87, 88, παράγραφος 2, και 89 ΕΚ δεν εφαρμόζονται στον εν λόγω τομέα, αλλά η αρχική αιτιολογική βάση των εξαιρέσεων αυτών, λαμβανόμενης υπόψη της κοινής πολιτικής που άρχισε να διαμορφώνεται για τον τομέα αυτόν, έπαυσε να προβάλλεται με τη δημιουργία των οργανώσεων αγοράς και, ως εκ τούτου, μολονότι υπήρξαν προτάσεις κατάργησης των περιορισμών αυτών (71), έπρεπε, προκειμένου να εφαρμοστούν οι εν λόγω διατάξεις στην κοινή γεωργική πολιτική, να προβλέπεται τούτο σε καθέναν από τους επιμέρους κανονισμούς, όπως τούτο έγινε σε γενική κλίμακα σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, μέσω αντίστοιχων δηλώσεων σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης, εφόσον τα αντίστοιχα άρθρα δεν προέβλεπαν ρητώς εξαιρέσεις.
117. Η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά τα προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται σε κοινές οργανώσεις και τα οποία, ελλείψει ειδικών διατάξεων και δυνάμει του κανονισμού 26, εξακολουθούν να διέπονται αποκλειστικά από το άρθρο 88, παράγραφοι 1 και 3, πρώτη περίοδος, ΕΚ, δεδομένου ότι η εξουσία της Επιτροπής περιορίζεται στη διατύπωση συστάσεων σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις St. Nikolaus Brennerei/Hauptzollamt Krefeld (72) και Société d´iniciatives et de coopération agricoles κατά Επιτροπής (73).
118. Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι οι περιορισμοί που προβλέπει ο κανονισμός 26 έχουν προσωρινό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, τα άρθρα 87 και 88 ΕΚ θα εφαρμόζονταν καθ’ όλη την έκτασή τους στον τομέα της γεωργίας, σε αρμονία με το σύστημα της Συνθήκης, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου (74).
119. Από τις προεκτεθείσες εκτιμήσεις συνάγεται ότι, προκειμένου να εξεταστεί η νομική βάση μιας πράξεως της Επιτροπής επί του θέματος, πρέπει κατ’ αρχάς να εξετάζεται αν η πράξη αυτή στηρίζεται σε κανονισμό ο οποίος παρέχει ρητή εξουσιοδότηση. Ακολούθως, εφόσον είναι αναγκαίο και εφόσον δεν υφίσταται κοινή οργάνωση αγοράς, πρέπει να εκτιμώνται οι επιπτώσεις του κανονισμού 26. Τέλος, εάν αυτό δεν συμβαίνει, πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσον μπορούν να εφαρμοστούν απευθείας οι κανόνες του ανταγωνισμού υπό τους προαναφερθέντες όρους, υπό την επιφύλαξη τυχόν ειδικών μέτρων που έχουν ληφθεί.
2. Η νομική βάση της αποφάσεως της Επιτροπής
120. Η απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2 (αν και μνημονεύει επίσης την παράγραφο 3), καθώς και στο άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ. Εντούτοις, τα εθνικά δικαστήρια έχουν επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσον η Επιτροπή ενομιμοποιείτο να στηριχθεί στις διατάξεις αυτές, βάσει των όσων προβλέπει ο κανονισμός 26, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός παρέχει τη δυνατότητα μόνον της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις τους οποίους παραθέτει και στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι διατάξεις αυτές.
121. Επομένως, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στις ειδικές διατάξεις οι οποίες πρέπει να εξεταστούν από δύο πλευρές: βάσει του γενικού πλαισίου που προβλέπει ο περιφερειακός νόμος 44/1988 και βάσει των επιμέρους τομέων που καθορίζουν οι αποφάσεις που ελήφθησαν βάσει του ανωτέρω νόμου ώστε να συναχθεί ένα γενικό συμπέρασμα.
α) Το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπει ο περιφερειακός νόμος 44/1988
122. Με τον ανωτέρω νόμο δημιουργήθηκε ένα ταμείο εγγυήσεως για τη γεωργία. Ειδικότερα, το άρθρο 5 του νόμου αυτού προβλέπει καθεστώς ενισχύσεων υπέρ των εκμεταλλεύσεων των οποίων η οικονομική κατάσταση έχει επηρεαστεί λόγω δυσμενών συνθηκών.
123. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης οι οποίοι αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις απορρέει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 797/85 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1985, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (75), ο οποίος τροποποιήθηκε επανειλημμένως, πριν κωδικοποιηθεί και καταργηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2323/91 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, ο οποίος επιγράφεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο (76).
124. Το άρθρο 1 του κανονισμού 797/85 προβλέπει την ανάληψη κοινής δράσεως με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και τη συμβολή στην εξέλιξή τους. Το άρθρο 1 του κανονισμού 2328/91 προβλέπει πέραν της αναλήψεως αυτής της κοινής δράσεως, την επίτευξη και άλλων σκοπών όπως είναι, αφενός, η συμβολή στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων με την ενίσχυση και την αναδιοργάνωση των διαρθρώσεών τους και με την προώθηση συμπληρωματικών δραστηριοτήτων (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ii) και, αφετέρου, τη διατήρηση μιας βιώσιμης γεωργικής κοινότητας για να συμβάλλει στην κοινωνική ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, εξασφαλίζοντας δίκαιο βιοτικό επίπεδο στους γεωργούς, μεταξύ άλλων, και με την αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων στις ορεινές και στις περιοχές που μειονεκτούν (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο iii).
125. Επομένως, βάσει του σκοπού του ο περιφερειακός νόμος 44/1988 είναι συναφής προς αυτούς τους δύο κανονισμούς (77).
126. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 797/85 απαιτεί την τήρηση των άρθρων 87 έως 89 ΕΚ (άρθρο 31) –όπως ακριβώς και ο κανονισμός 2328/91 (άρθρα 12, παράγραφος 1, και 35)–, τα εθνικά μέτρα διέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις χωρίς να τίθεται ζήτημα εφαρμογής του κανονισμού 26.
127. Εν πάση περιπτώσει, εάν εξακολουθούν να υπάρχουν επιφυλάξεις ως προς το σημείο αυτό, θα πρέπει να παραπέμψω στα προεκτεθέντα επιχειρήματα όσον αφορά την απευθείας εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα.
β) Οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει των αποφάσεων της Giunta regionale
128. Εφόσον οι βασικές διατάξεις του ιταλικού νόμου σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων υπόκεινται στη ρύθμιση περί κρατικών ενισχύσεων, εύλογο είναι το συμπέρασμα ότι το ίδιο ισχύει και για τις συγκεκριμένες εφαρμογές του. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί πρόσκομμα για τον έλεγχο της συμβατότητας της αποφάσεως της Επιτροπής προς το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορήγησε η αυτόνομη περιφέρεια της Σαρδηνίας, και δη ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν είναι αρμόδιο το Δικαστήριο να κρίνει τον περιφερειακό νόμο (78).
i) Καλλιέργειες σε θερμοκήπια
129. Με την απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 1988 χορηγήθηκαν δάνεια λόγω της πτώσεως των τιμών των προϊόντων που καλλιεργούνται σε θερμοκήπια (79).
130. Από τις προπαρατεθείσες εκτιμήσεις συνάγεται ότι η απόφαση αυτή εμπίπτει στο πεδίο του κανονισμού 797/85 ο οποίος παρέχει την εξουσία στην Επιτροπή προκειμένου να εφαρμόσει όλα τα άρθρα της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.
ii) Οι δασοκομικές επιχειρήσεις
131. Με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990 δόθηκαν πλεονεκτήματα στις δασοκομικές επιχειρήσεις στις εκτάσεις των οποίων η υλοτομία δεν είχε αποφέρει κέρδη.
132. Ωστόσο, μολονότι η έννοια της «γεωργίας», την οποία χρησιμοποιεί η Συνθήκη, έχει ευρύτατο περιεχόμενο, δεδομένου ότι περικλείει επίσης την κτηνοτροφία και την αλιεία, εντούτοις δεν περιλαμβάνει τις δασοκομικές εκμεταλλεύσεις, τα δε προϊόντα τους επίσης δεν θεωρούνται «γεωργικά» για τους σκοπούς του παραρτήματος Ι, μολονότι δεν παροράται η σχέση που υφίσταται μεταξύ των τομέων αυτών (80).
133. Συναφώς, κρίνεται σκόπιμη η μνεία από την Επιτροπή της αποφάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1999 (81), κατά την οποία «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το παράρτημα [Ι] καλύπτει γενικώς τα δέντρα και τα προϊόντα της δασικής δραστηριότητας, έστω και αν ορισμένα από τα προϊόντα αυτά, εξεταζόμενα κατ’ ιδίαν, ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων [32 έως 38] της Συνθήκης».
134. Επομένως, εάν δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικές περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 36 ΕΚ, τότε οι εθνικές παρεμβάσεις διέπονται άνευ ετέρου από τους κοινοτικούς κανόνες γενικής ισχύος.
iii) Η κονικλοτρόφοι
135. Την άνοιξη του 1990 ενέσκηψε στην περιοχή επιζωοτία η οποία έπληξε τους κονίκλους. Με την απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1990 χορηγήθηκαν στους κονικλοτρόφους ορισμένα πλεονεκτήματα.
136. Πρόκειται για έναν τομέα ο οποίος, αντίθετα με τον προηγούμενο, εξομοιώνεται με τη γεωργία και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στον κανονισμό 797/85, για τον οποίον όμως υφίσταται ειδικός κανονισμός, ήτοι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 827/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς για ορισμένα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης (82).
137. Κατά το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, τα άρθρα 87 έως 89 ΕΚ «εφαρμόζονται στην παραγωγή και το εμπόριο των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα «λοιπά ζώα ζώντα» (σημείο 01.06).
iv) Οι χρεωμένες γεωργικές επιχειρήσεις
138. Λόγω της καταστάσεως στην αγορά και της επιδεινώσεως των κλιματολογικών συνθηκών, η απόφαση της 26ης Ιουνίου 1992 προέβλεψε τη χορήγηση ενισχύσεων υπέρ των επιχειρηματιών οι οποίοι πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις.
139. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ημερομηνιών στις υπό κρίσεις υποθέσεις, πρέπει να τύχει εφαρμογής ο κανονισμός 2328/91, στο καθ’ ύλην πεδίο του οποίου εμπίπτει η περιφερειακή απόφαση, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια ότι πρέπει να εφαρμοστούν όλοι οι κανόνες της Συνθήκης που αφορούν τον ανταγωνισμό.
γ) Τελικό συμπέρασμα
140. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις δικαιολογούν την εφαρμογή των άρθρων 87 έως 89 ΕΚ επί του περιφερειακού νόμου 44/1988 και επί των τεσσάρων πρακτικών μέτρων που ελήφθησαν για την εκτέλεσή του. Υπάρχουν κανόνες του παραγώγου δικαίου που το επιτρέπουν, εκ των οποίων ορισμένοι, όπως αυτοί που αφορούν τους κονικλοτρόφους, περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία άλλως είχαν τα πράγματα, ουχ ήττον τούτο θα αποτελούσε για το Δικαστήριο μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να διαπιστώσει ότι η απόφαση καλύπτεται από τη Συνθήκη, εφόσον ληφθεί υπόψη το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεών της.
Η παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
141. Οι διατάξεις περί παραπομπής δίδουν μεγάλη σημασία στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της δημοσιεύσεως του περιφερειακού νόμου, της κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλίας, της εκδόσεως της αποφάσεως από την Επιτροπή και του εντάλματος περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, συσχετίζοντας τα γεγονότα αυτά με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, για την οποία φρονούν ότι παραβιάστηκε δεδομένου ότι η συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν αποτέλεσε πάραυτα αντικείμενο ελέγχου.
1. 1. Η φύση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
142. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη συνδέεται στενά με την ασφάλεια δικαίου, της οποίας αποτελεί ειδικότερη έκφανση, χωρίς ωστόσο να έχει τον δικό της σαφή αντικειμενικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι σκοπεί στην παροχή προστασίας στο πλαίσιο εξατομικευμένων καταστάσεων. Αυτός ο υποκειμενικός χαρακτήρας έχει ως συνέπεια ότι το προστατευτικό αποτέλεσμα της αρχής αυτής εξαρτάται σε μεγάλη έκταση από τις περιστάσεις της εκάστοτε περιπτώσεως (83).
143. Καθιερωθείσα από το Δικαστήριο προ πολλού (84), η αναγνώρισή της απαίτησε μία μακρά και προοδευτική διαδικασία αντίστοιχη προς την ανάπτυξη του κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, ήταν δυσχερής η επεξεργασία ενός σαφούς και λογικού ορισμού (85).
144. Υπό το πρίσμα της νομολογιακής εξελίξεως (86), η συγκεκριμένη εφαρμογή της αρχής απαιτεί τη συνδρομή πλειόνων προϋποθέσεων (87): πράξη των κοινοτικών αρχών δικαιολογούσα τις εύλογες προσδοκίες των ενδιαφερομένων –δεδομένου ότι, όπως έκρινε η απόφαση Kühn (88), η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορεί να προβληθεί μόνο στον βαθμό που η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε εκ των προτέρων μία κατάσταση δυνάμενη να την προκαλέσει–, πιθανότητα ότι το πρόσωπο θα διατηρήσει τη θέση του, πιθανότητα η οποία μπορεί να αναγνωριστεί και να γίνει αντιληπτή από εξωτερικό παρατηρητή και η οποία αποκτά αντικειμενική βάση και αντικειμενικές διαστάσεις και, ως εκ τούτου, μετατρέπεται σε «βάσιμη προσδοκία», η οποία δεν είναι αντίθετη προς την έννομη τάξη της Ενώσεως και, τέλος, ύπαρξη υπέρτερου συμφέροντος του ενδιαφερομένου έναντι του αντιπαρατιθέμενου δημοσίου συμφέροντος.
145. Το πρόβλημα συνίσταται στον προσδιορισμό της «βάσεως εμπιστοσύνης», δεδομένου ότι, μόνον οσάκις υφίσταται αυτή η βάση εμπιστοσύνης, η κατάσταση του υποκειμένου δικαίου χρήζει προστασίας (89).
2. 2. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων
146. Η αναζήτηση παράνομων και ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, εκτός και αν συντρέχει παραβίαση γενικής αρχής του δικαίου (90). Μεταξύ των εξαιρέσεων αυτών, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των υποκειμένων δικαίου έχει ιδιαίτερη σημασία και πολλές φορές έχει αποτελέσει αντικείμενο αναλύσεως από τη νομολογία η οποία διακρίνει ανάλογα με το αν γίνεται επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να μην υπάρξει συμμόρφωση με υποχρέωση που απορρέει από την κοινοτική πράξη ή προκειμένου να προσβληθεί το κύρος της ενώπιον του Δικαστηρίου (91).
147. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του επιτακτικού χαρακτήρα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που πραγματοποιεί η Επιτροπή, «δεν δικαιολογείται η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων δικαιούχων της ενισχύσεως όσον αφορά τη νομιμότητα της ενισχύσεως αυτής παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε τηρουμένης της [προβλεπόμενης] διαδικασίας», και προσέθεσε, αφετέρου, ότι «ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή» (92). Ειδικότερα, οσάκις η ενίσχυση καταβάλλεται χωρίς προηγούμενη γνωστοποίησή της στην Επιτροπή, ο δικαιούχος της δεν μπορεί, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη νομιμότητα της χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής (93). Επιπλέον, καθ’ ον χρόνον η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει εγκριτική απόφαση και η προθεσμία προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής δεν έχει λήξει, ο δικαιούχος δεν είναι βέβαιος ως προς τη νομιμότητα της μελετώμενης ενισχύσεως (94). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης χωρίς προηγουμένως να έχει βεβαιωθεί ο ενδιαφερόμενος ότι το κράτος που χορήγησε την ενίσχυση προέβη στην υποχρεωτική προηγούμενη γνωστοποίησή της (95), διότι δυσχερώς μπορεί να δικαιολογηθεί η άγνοια του κοινοτικού συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων (96).
148. Περαιτέρω, ο έλεγχος της Επιτροπής είναι χρονοβόρος, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής (97), στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτιάσεως ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της χορηγήσεως των ενισχύσεων και της εκδόσεως της αποφάσεως περί αναζητήσεως των ενισχύσεων αυτών δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι ενισχύσεις ήσαν σύννομες. Πρώτον, η ύπαρξη αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος αναζητήσεως των καταβληθέντων ποσών εξαρτήθηκε από την προϋπόθεση ότι η προθεσμία αυτή πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων, πράγμα το οποίο, όπως και στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είχε συμβεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης στην ανωτέρω υπόθεση αποφάσεως (σκέψη 89) (98). Δεύτερον, το Δικαστήριο, στηριζόμενο σε άλλες αποφάσεις (99), έκρινε ότι η θεμελιώδης επιταγή περί ασφάλειας δικαίου απαγορεύει στην Επιτροπή να καθυστερεί επ’ αόριστον την άσκηση των εξουσιών της (σκέψη 90), εντούτοις, όταν πρόκειται για μη γνωστοποιηθείσες κρατικές ενισχύσεις, η καθυστέρηση αυτή μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή μόνον αφ’ ης στιγμής έλαβε γνώση των ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων (σκέψη 91).
149. Αυτή ακριβώς η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή υπήρξε ο λόγος για τον οποίον σε μία και μόνον περίπτωση δεν ζητήθηκε η επιστροφή της ενισχύσεως. Έτσι έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του RSV κατά Επιτροπής (100), λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικών περιστάσεων της υποθέσεως (101), επί προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως η οποία, είκοσι έξι και πλέον μήνες μετά τη γνωστοποίηση, διαπίστωσε την ύπαρξη ασυμβατότητας και αποφάσισε την κατάργηση ενισχύσεως η οποία προοριζόταν για ένα τομέα ο οποίος είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο ενισχύσεων που είχε εγκρίνει η Επιτροπή και οι οποίες αφορούσαν την αντιμετώπιση πρόσθετων δαπανών για ορισμένες ενέργειες για τις οποίες είχε επίσης δοθεί εγκεκριμένη ενίσχυση.
3. Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
150. Από τη μελέτη του περιεχομένου της αποφάσεως της Επιτροπής γίνονται δύο διαπιστώσεις: πρώτον, η παράλειψη γνωστοποιήσεως των ενισχύσεων, γεγονός που τις καθιστά παράνομες και, δεύτερον, την αντίθεσή τους προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την ασυμβατότητά τους με την κοινή αγορά. Αυτές οι δύο συνέπειες επιβάλλουν την από κοινού εξέτασή τους.
α) Η έλλειψη νομιμότητας
151. Η απόφαση της Επιτροπής αρχίζει με τη διαπίστωση ότι στερούνται νομιμότητας τα πλεονεκτήματα που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 5 του περιφερειακού νόμου 44/1988, εκ του λόγου ότι δεν είχε ενημερωθεί για τον νόμο αυτόν ούτε για τις αποφάσεις που ελήφθησαν βάσει του νόμου αυτού.
152. Η παράλειψη γνωστοποιήσεως αποτελεί ευαπόδεικτο γεγονός, πράγμα το οποίο, κατ’ αρχήν, δεν συμβιβάζεται με μία καθυστέρηση όπως είναι αυτή της υπό κρίση υποθέσεως.
153. Θα πρέπει προηγουμένως να δοθεί νομικός χαρακτηρισμός στα μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 87 έως 89 ΕΚ. Το έργο αυτό δεν είναι πάντοτε ευχερές.
154. Επιπλέον, οι διαπιστωθείσες παραβάσεις της κοινοτικής έννομης τάξεως αφορούν αποκλειστικά τον τύπο, αλλά εκτείνονται και στην ίδια την ουσία των επίμαχων ενισχύσεων. Στο σημείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη η απόφαση Boussac (102) όπου κρίθηκε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί επιστροφή κρατικής ενισχύσεως εκ του λόγου και μόνον ότι δεν γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, ήτοι ως μη νόμιμη –formelle Gemeinschaftsrechtswidrigkeit–, αλλά η οποία επιβάλλει να έχει διαπιστωθεί η ασυμβατότητά της με την κοινή αγορά –materielle Gemeinschaftsrechtswidrigkeit.
155. Επομένως, δεν πρόκειται για χωριστά ζητήματα, δεδομένου ότι εμφανίζονται αρρήκτως συνδεδεμένα, γεγονός που άγει στην εξέταση της δεύτερης πτυχής της αποφάσεως της Επιτροπής.
β) Η ασυμβατότητα
156. Προκειμένου να εκτιμηθεί το χρονικό διάστημα που διέρρευσε, πρέπει να εξεταστούν τα στοιχεία που συνδέονται με τα πραγματικά περιστατικά των κύριων δικών τόσο σε σχέση με τη χορήγηση ενισχύσεων από την περιφερειακή Κυβέρνηση της Σαρδηνίας όσο και υπό το πρίσμα των ενεργειών στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
157. Η ενδελεχής ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχουν σχετική αξία οι ενδείξεις βάσει των οποίων, μολονότι ο περιφερειακός νόμος ανατρέχει στο 1998, η διαδικασία κινήθηκε το 1994, η δε απόφαση εγκρίθηκε το 1997 και η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών απαιτήθηκε το 2001.
158. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του κύρους μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να εκτιμάται η επιμέλεια την οποία επέδειξαν τα κοινοτικά όργανα. Η συμπεριφορά του κράτους μέλους έχει επιπτώσεις στις εσωτερικές σχέσεις του με τους πολίτες, δεν μπορεί όμως να οδηγήσει στην ακύρωση της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, οι επίμαχες προθεσμίες άρχισαν να τρέχουν αφότου η Επιτροπή λάβει γνώση το πρώτον των στοιχείων που της παρείχαν τη δυνατότητα να υποθέσει την ύπαρξη ενισχύσεων, γεγονός το οποίο συνέβη την 1η Σεπτεμβρίου 1992, ημερομηνία κατά την οποία της γνωστοποιήθηκε ο περιφερειακός νόμος 17/1992. Η δήλη ημέρα αντιστοιχεί στην ημέρα κατά την οποία η Επιτροπή κοινοποίησε την απόφασή της.
159. Μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών μεσολάβησαν δύο στάδια: το πρώτο στάδιο συνίστατο στους προκαταρκτικούς ελέγχους, το δε δεύτερο στη διενέργεια τυπικού ελέγχου.
i) Η προκαταρκτική έρευνα
160. Δεδομένου ότι ούτε ο περιφερειακός νόμος 44/1988 ούτε οι αποφάσεις της Giunta regionale γνωστοποιήθηκαν, το στάδιο αυτό ανταποκρίνεται στην ανάγκη διαπιστώσεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, ιδίως ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των πλεονεκτημάτων καθώς και ως προς τις συνέπειές τους επί της κοινής αγοράς (103).
161. Η προκαταρκτική έρευνα διεξήχθη μεταξύ Σεπτεμβρίου 1992 και Αυγούστου 1994, περίοδο κατά την οποία διάφορες αιτήσεις για την παροχή πληροφοριακών στοιχείων απευθύνθηκαν προς την Ιταλική Κυβέρνηση στις 29 Οκτωβρίου 1992 και στις 27 Μαΐου 1993, στις οποίες απάντησε στις 24 Μαρτίου, στις 2 Απριλίου και στις 3 Δεκεμβρίου 1993· μία τελευταία αίτηση απευθύνθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1994 στην οποία η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε στις 25 Απριλίου 1994.
162. Οι ενέργειες αυτές καταδεικνύουν ότι δεν υπήρξε παραλυσία η οποία να δικαιολογεί την προβαλλόμενη ακυρότητα της αποφάσεως. Υπό την επιφύλαξη ότι δεν αποδείχθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης το περιεχόμενο των ενεργειών αυτών, είναι προφανές ότι οι εθνικές αρχές καθυστέρησαν να απαντήσουν σε ορισμένες αιτήσεις, δεδομένου ότι η από 27 Μαΐου 1993 στην αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων απάντηση δόθηκε με έξι μήνες καθυστέρηση.
ii) Η επίσημη διαδικασία
163. Αυτή η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας, ήτοι τον Αύγουστο του 1994, έως την έκδοση της αποφάσεως, ήτοι τον Απρίλιο του 1997.
164. Η προαναφερθείσα δημοσίευση της ανακοινώσεως της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα έχει ιδιαίτερη σημασία· δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, προορίζεται για τα κράτη μέλη και τους τρίτους προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα «να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους» σε σχέση με τα σχεδιαζόμενα μέτρα. Με την απόφασή του Intermills κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν απαιτεί την ατομική όχληση των κατ’ ιδίαν ατόμων για υποβολή παρατηρήσεων, διότι «μοναδικός στόχος [της] είναι να υποχρεώσει την Επιτροπή να φροντίσει για την ενημέρωση όλων των προσώπων που μπορούν να ενδιαφέρονται και να τους παράσχει την ευκαιρία να προβάλουν τα επιχειρήματά τους» και προσέθεσε ότι «η δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα κρίνεται ως πρόσφορο μέσο γνωστοποιήσεως προς όλους της ενάρξεως μιας διαδικασίας» (104).
165. Κατά τη διάρκεια αυτών των τριάντα δύο μηνών συνέβησαν διάφορα γεγονότα όπως η κατάθεση των παρατηρήσεων της Ιταλίας στις 30 Ιανουαρίου, στις 25 Αυγούστου και την 1η Δεκεμβρίου 1995. Επιπλέον, η τροποποίηση της ρυθμίσεως κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1995 οδήγησε την Επιτροπή να ζητήσει νέες διευκρινίσεις τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, οι οποίες παρασχέθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου 1996. Λυσιτελής κρίνεται επίσης η απόφαση της Επιτροπής να εξετάσει, ενόψει των περιστάσεων, από κοινού την τροποποίηση του 1995 με το σύνολο του καθεστώτος των ενισχύσεων, πράγμα για το οποίο το κράτος μέλος ενημερώθηκε με απόφαση της 25ης Ιουλίου 1996, μολονότι ο έλεγχος αυτός δεν είχε αίσια έκβαση λόγω της ελλείψεως στοιχείων σχετικά με τα αποτελέσματα της μεταρρυθμίσεως.
166. Παρά την ύπαρξη κάποιας καθυστερήσεως η οποία δυσχερώς μπορεί να δικαιολογηθεί, η Επιτροπή δεν επέδειξε αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της.
γ) Γενική εκτίμηση
167. Υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, του διπλού περιεχομένου της αποφάσεως και των πράξεων που προηγήθηκαν αυτής, συνάγεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των δικαιούχων, δεδομένου ότι, αφενός, αποδείχθηκε η παράλειψη γνωστοποιήσεως του περιφερειακού νόμου 44/1988 και των αποφάσεων που εκδόθηκαν προς εκτέλεσή του όπως και η δημοσίευση της κινήσεως της διαδικασίας και ότι, αφετέρου, η περίοδος που διέρρευσε μέχρι της εκδόσεως της κοινοτικής πράξεως δεν είναι αρκούντως μεγάλη.
Λοιπές πλημμέλειες
168. Ευθύς εξαρχής πρέπει να τονιστεί ότι η απόφαση κηρύσσει τις ενισχύσεις παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Η πρώτη διαπίστωση στηρίζεται στο γεγονός ότι οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν χωρίς η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να τις εξετάσει ενόσω ήσαν στο στάδιο της μελέτης. Η δεύτερη διαπίστωση στηρίζεται στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, στον βαθμό που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορούν να εφαρμοστούν οι εξαιρέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του ανωτέρω άρθρου.
169. Αυτή η διπλή διαπίστωση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που επιβάλλει το Δικαστήριο, το οποίο, από της δημοσιεύσεως των προπαρατεθεισών αποφάσεων Boussac και Tubemeuse, διακρίνει την ασυμβατότητα ανάλογα με το αν πρόκειται για έλλειψη ουσιαστικής ή τυπικής νομιμότητας και, ως εκ τούτου, η παράλειψη τυπικής γνωστοποιήσεως δεν έχει επιπτώσεις στον ελεύθερο ανταγωνισμό.
170. Στην υπό κρίση υπόθεση, αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι η παράλειψη γνωστοποιήσεως, πράγμα το οποίο καθιστά παράνομες τις ενισχύσεις, αλλά η συμβατότητά τους με την κοινή αγορά καθώς και η επιδειχθείσα συναφώς μέριμνα.
171. Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστούν οι διαδικαστικές πλημμέλειες, το ζήτημα της ανεπαρκούς αιτιολογίας και η συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά.
1. 1. Οι διαδικαστικές πλημμέλειες
172. Μέχρι την έκδοση του προπαρατεθέντος κανονισμού 659/1999, δεν υπήρχαν κανόνες που να ορίζουν τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει η Επιτροπή στην περίπτωση που είχε ήδη ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση ενισχύσεων ή είχε ήδη εκτελεστεί η σχετική απόφαση. Προηγουμένως, ακολουθούσε τις αρχές που είχε διατυπώσει η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία, από της αποφάσεως της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλία κατά Επιτροπής (105), καθόρισε μία ειδική διαδικασία ελέγχου λαμβάνοντας ως βάση τους κανόνες που προβλέπονται στην περίπτωση που υπάρχει γνωστοποίηση.
173. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Boussac περιγράφονται τα εξής στάδια :
– Οσάκις η Επιτροπή διαπιστώσει ότι μία ενίσχυση χορηγήθηκε η τροποποιήθηκε χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί, καλεί το κράτος μέλος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του και στη συνέχεια μπορεί να το υποχρεώσει να παύσει πάραυτα τη χορήγηση της ενισχύσεως και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την εκτέλεσή της, καθώς και να ζητήσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, στοιχεία και δεδομένα.
– Άπαξ προσκομιστούν τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή ελέγχει τη συμβατότητα του μέτρου με την κοινή αγορά. Σε περίπτωση που το εμπλεκόμενο κράτος μέλος δεν παράσχει τα απαιτούμενα στοιχεία, η Επιτροπή έχει την εξουσία να περατώσει τη διαδικασία και να λάβει την ανάλογη απόφαση απαιτώντας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την αναζήτηση των ενισχύσεων.
– Αν το κράτος μέλος δεν παύσει τη χορήγηση των ενισχύσεων, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα, εξακολουθώντας τον έλεγχο της ουσιαστικής νομιμότητας των ενισχύσεων, να ασκήσει ευθεία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη παραβάσεως.
174. Εν προκειμένω, όταν η Επιτροπή έλαβε γνώση των επίμαχων ενισχύσεων διενήργησε προκαταρκτική έρευνα η οποία κατέληξε στην επίσημη κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, στο πλαίσιο της οποίας η Ιταλία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σε διαφορετικές ημερομηνίες, και η οποία ολοκληρώθηκε με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
175. Σε αυτή τη διαδοχή των πραγματικών περιστατικών δεν διακρίνεται καμία ουσιώδης παράβαση η οποία να συνεπάγεται την ακυρότητας της τελικής πράξεως.
176. Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες εκτιμήσεις:
α) Η ρύθμιση του περιφερειακού νόμου 44/1988 –που συμπληρώθηκε με τον περιφερειακό νόμο 17/1992– συνίστατο, κατά το άρθρό του 5, στη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων τα οποία διέπονταν, κατά το άρθρο 4 του ιδίου άρθρου, εκτός από τη ρύθμιση αυτή, από ένα νόμο του 1928 που αφορά τα μέτρα σχετικά με τα γεωργικά δάνεια· επομένως, ο τελευταίος αυτός νόμος δεν ρυθμίζει τις ενισχύσεις, αλλά μόνον το μέσον δια του οποίου αυτές πραγματοποιούνται, και τούτο μόνον εν μέρει.
Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται η επιχειρηματολογία ότι οι ενισχύσεις διέπονταν από προγενέστερη της Συνθήκης ρύθμιση –γεγονός που συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 88, παράγραφος 1, ΕΚ, το οποίο υποχρεώνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάζουν διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων τα οποία «υφίστανται»–, διότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για νέες ενισχύσεις (106).
β) Εξίσου αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός ότι η συμβατότητα με την κοινή αγορά δεν εξετάστηκε μετά τη γνωστοποίηση του περιφερειακού νόμου 17/1992, διότι η γνωστοποίηση αυτή προϋπέθετε την κίνηση προκαταρκτικής διαδικασίας και την ολοκλήρωση ορισμένων διατυπώσεων οι οποίες έχουν ήδη εκτεθεί.
Κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που η απόφαση εξετάζει τη συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά, η διάρκεια των ενεργειών που έγιναν δεν επηρεάζει τη διαδικαστική νομιμότητα, αλλά είναι κρίσιμη στο πλαίσιο άλλης συνάφειας, ήτοι για την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που έχει ήδη εξεταστεί.
2. 2. Η αιτιολογία
177. Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (107), τόνισα ότι η αιτιολογία μιας πράξεως «αποτελεί ουσιώδες στοιχείο αυτής» (108) και ότι η υποχρέωση παραθέσεως αιτιολογίας σκοπεί τόσο στην προστασία των υποκειμένων δικαίου όσο και στο να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει πλήρως τον αντίστοιχο δικαιοδοτικό έλεγχο (109). Η νομολογία ενέμεινε επίσης στο γεγονός ότι η Συνθήκη απαιτούσε να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, προκειμένου να μπορούν οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη του μέτρου, το δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του· ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον η διατύπωση της αποφάσεως, αλλά και τα συμφραζόμενα καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (110).
178. Λόγω της ιδιαίτερα περίπλοκης οικονομικής φύσεως των καθεστώτων ενισχύσεων έχει ιδιαίτερη σημασία, στις περιπτώσεις αυτές, η αιτιολογία των αποφάσεων. Η απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, Επιτροπή κατά Γερμανίας (111) έκρινε ότι η απόφαση έπρεπε να είναι αρκούντως ακριβής, η δε προπαρατεθείσα απόφαση Intermills κατά Επιτροπής καθώς και η απόφαση Κάτω Χώρες και Leeuwardeer Papierwarenfabrik κατά Επιτροπής (112) ακύρωσαν την προσβληθείσα πράξη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Ουχ ήττον, η προπαρατεθείσα απόφαση Boussac έκρινε ότι αφ’ ης στιγμής κράτος μέλος χορηγεί πλεονέκτημα χωρίς προηγουμένως να το έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, η απόφαση που διαπιστώνει την ασυμβατότητά του με την κοινή αγορά δεν χρειάζεται να παραθέτει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι επηρεάστηκε πράγματι ο ανταγωνισμός ή οι εμπορικές συναλλαγές, και τούτο διότι αντίθετη λύση θα ευνοούσε τους παραβάτες εις βάρος όσων γνωστοποιούν τα μέτρα κατά το στάδιο της μελέτης τους (ιδίως σκέψεις 32 και 33).
179. Εν προκειμένω, στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως εκτίθενται αναλυτικά η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοσή της καθώς και οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Παρατίθενται επίσης οι λόγοι για τους οποίους έχει ιδιαίτερη βαρύτητα η παράλειψη γνωστοποιήσεως, οι λόγοι για τους οποίους δεν εφαρμόζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων καθώς και οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε δεκτή η επιχειρηματολογία σχετικά με τις αιτίες της υπερχρεώσεως των εκμεταλλεύσεων. Ακολούθως, στις αιτιολογικές σκέψεις αναλύονται οι συνέπειες των ενισχύσεων και η αδυναμία εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ. Τέλος, εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται η αναζήτηση των καταβληθέντων ποσών.
180. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Μπορεί να αμφισβητηθεί η έκταση ή το περιεχόμενο των εκτιμήσεων που παρατίθενται, πλην όμως μνημονεύονται οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως.
3. 3. Η συμβατότητα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά
181. Όπως και με τους λοιπούς περιορισμούς στον ανταγωνισμό, οι κρατικές ενισχύσεις πρέπει να εκτιμώνται λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας της αγοράς και της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως (113), δεδομένου ότι η χορήγησή τους ανατρέπει με τεχνητό τρόπο την ισότητα των μέσων και επηρεάζει τις ευκαιρίες των επιχειρήσεων, έστω και αν οι ενισχύσεις μπορούν να συμβάλουν, τουλάχιστον προσωρινά, στην καλύτερη προσαρμογή στις νέες συνθήκες, στην καταπολέμηση της ανεργίας ή στην αρμονική περιφερειακή ανάπτυξη.
182. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων διαφαίνεται στο άρθρο 87 ΕΚ, το οποίο απαγορεύει τις κρατικές ενισχύσεις (παράγραφος 1), αλλά απαριθμεί ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες η κρίση αυτή ανατίθεται στην Επιτροπή (παράγραφοι 2 και 3 αντιστοίχως).
183. Όπως έσπευσε να τονίσει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 14ης Δεκεμβρίου 1962, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου (114), οι εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά· τα όρια των εξαιρέσεων που προβλέπονται για τον γεωργικό τομέα διευκρινίστηκαν με την απόφαση Syndicat nacional des céréales κ.λπ. (115). Όπως έκρινε το Δικαστήριο προσφάτως με την απόφασή του της 11ης Νοεμβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής (116), «οι επιπτώσεις επί των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών […] εξαρτάται από την ύπαρξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στα κράτη αυτά στον οικείο τομέα» (σκέψη 29), εκτίμηση η οποία πρέπει να συνδυαστεί με τη διαπίστωση της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 2004, Ελλάδα κατά Επιτροπής (117), η οποία στηρίζεται σε πλειάδα προγενέστερων αποφάσεων του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία «το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως (118) ή το σχετικά μικρό μέγεθος επιχειρήσεως που έλαβε την ενίσχυση δεν αποκλείουν εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να έχει επηρεαστεί το εμπόριο ή να έχει νοθευτεί ο ανταγωνισμός» (σκέψη 69), διότι και άλλα στοιχεία ασκούν καθοριστική επιρροή στην εκτίμηση των επιπτώσεων μιας ενισχύσεως, όπως είναι «ο σωρευτικός χαρακτήρας της […] καθώς και το γεγονός ότι οι αποδέκτριες επιχειρήσεις δρουν σε τομέα ιδιαιτέρως εκτεθειμένο στον ανταγωνισμό» (σκέψη 70), όπως είναι ο τομέας της γεωργίας (119).
184. Προς στήριξη της νομιμότητας των ενισχύσεων έγινε επίκληση των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 3, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ.
α) Το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ
185. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά «οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα».
186. Συναφώς, πρέπει να μνημονευθεί η απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής, η οποία απαιτεί ως προς το σημείο αυτό την ύπαρξη «ενός άμεσου συνδέσμου μεταξύ των ζημιών που προκλήθηκαν από το έκτακτο γεγονός και της κρατικής ενισχύσεως», καθώς και μία «ακριβή εκτίμηση κατά το μέτρο του δυνατού των ζημιών που υπέστησαν οι οικείοι παραγωγείς» (σκέψη 37).
187. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση θεομηνίας ή άλλου έκτακτου γεγονότος, το οποίο θα απαιτούσε τη λήψη ειδικών οικονομικών μέτρων προς αποκατάσταση της ισορροπίας, δεδομένου ότι η ξηρασία –όσο μακροχρόνια κι αν υπήρξε–, οι κρίσεις στην αγορά, τα υψηλά επιτόκια ή οι οργανωτικές ελλείψεις στο στάδιο της εμπορίας δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή. Επιπλέον, δεν παρατίθεται καμία εκτίμηση, έστω και ενδεικτική, των ζημιών που υπέστησαν οι αποδέκτες των ενισχύσεων. Τέλος, δεν υπήρξε αντίκρουση ως προς το σημείο αυτό των εκτιμήσεων που παρατίθενται στο αιτιολογικό της αποφάσεως.
β) Το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄
188. Οι κανόνες αυτοί παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις «για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση», καθώς και οι ενισχύσεις «για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον».
189. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, κατά την εκτίμηση των καταστάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ, «η Επιτροπή έχει […] ευρεία διακριτική εξουσία της οποίας η άσκηση συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο»· εξάλλου, «το Δικαστήριο, όταν ελέγχει τη νομιμότητα της ασκήσεως της ελευθερίας αυτής, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της αρμόδιας αρχής, αλλά οφείλει να περιοριστεί στην εξέταση του αν η εκτίμηση της αρμόδιας αρχής φέρει το στίγμα πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως της εξουσίας» (120).
190. Ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε από τις διευκρινίσεις που παρατίθενται στην απόφαση προκύπτει έστω και η ελάχιστη πλάνη στη γενομένη εκτίμηση. Δεν προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή άσκησε τις εξουσίες της για σκοπούς αλλότριους από αυτούς που προβλέπει η κοινοτική έννομη τάξη.
191. Η απόφαση λαμβάνει θέση και ως προς τις προμνημονευθείσες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων, τις οποίες η Ιταλία είχε επικαλεστεί στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Η Επιτροπή τονίζει ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές δεν εφαρμόζονται, δεδομένου ότι η αντίστοιχη διαδικασία είχε ήδη κινηθεί κατά τον χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ· ωστόσο, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές, οι προϋποθέσεις που θέτουν δεν πληρούνται σε καμία από τις περιπτώσεις που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως.
VIII – Οι συνέπειες από το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι σύννομη
192. Βάσει της προπαρατεθείσας αποφάσεως Tubemeuse, το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι σύμφωνη με την κοινοτική έννομη τάξη συνεπάγεται την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών ως λογική συνέπεια της ασυμβατότητας του καθεστώτος των ενισχύσεων με την κοινή αγορά.
193. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει διαδικασίας αναζητήσεως των ενισχύσεων στο κοινοτικό δίκαιο –τουλάχιστον μέχρι την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 659/1999–, έπρεπε να εφαρμοστούν οι κανόνες της εθνικής νομοθεσίας (121), δεδομένου ότι το κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να συνεργαστεί καλόπιστα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες που παρουσιάζονται (122). Στο ίδιο πνεύμα, η απόφαση της 29ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (123), τονίζει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να καταργήσουν τις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ενισχύσεις «σκοπεί (…) στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση», σκοπός ο οποίος επιτυγχάνεται εφόσον οι επίμαχες ενισχύσεις, προσαυξημένες με τους τόκους υπερημερίας, επιστραφούν, δεδομένου ότι, με την επιστροφή αυτή, ο δικαιούχος τους «χάνει το πλεονέκτημα το οποίο απολάμβανε σε σχέση με τους ανταγωνιστές του» (σκέψη 42).
194. Από τις προπαρατεθείσες εκτιμήσεις συνάγεται σαφώς ότι το κράτος μέλος δεν γνωστοποίησε στην Επιτροπή τα μέτρα που έλαβε, ότι δεν προέβη ούτε στη γνωστοποίηση της διαδικασίας στους ενδιαφερομένους και ότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα σχεδόν τεσσάρων ετών κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως της τελικής αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να λάβουν εκ των προτέρων γνώση του περιεχομένου της κατ’ άλλον τρόπο.
195. Οι περιστάσεις που επικαλούνται οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη προκειμένου να στηρίξουν το αίτημά τους για επιδίκαση αποζημιώσεως για τις ζημίες που υπέστησαν εκτέθηκαν στο πλαίσιο των κύριων δικών. Μολονότι δεν ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, τίποτα δεν κωλύει το να παρασχεθούν ορισμένα χρήσιμα στοιχεία στον εθνικό δικαστή προκειμένου να επιλύσει το πρόβλημα αυτό.
196. Στο επίκεντρο της συζητήσεως σχετικά με πιθανή αστική ευθύνη του κράτους μέλους για την παραβίαση από αυτό του κοινοτικού δικαίου (124), ιδίως διότι παρέβη την υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι η άλλη πλευρά που τονίστηκε πρέπει να εκτιμηθεί βάσει της εθνικής νομοθεσίας, όπως ακριβώς και το ζήτημα της τυχόν προσβολής από την Ιταλία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων.
197. Πάντως, εάν οι δικαιούχοι των ενισχύσεων οι οποίες ακυρώθηκαν λόγω παραβάσεως των διαδικαστικών κανόνων ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως (125), είναι σημαντικό να διαπιστωθεί αν υφίσταται «αρκούντως κατάφωρη» παράβαση (126) προκειμένου να γεννηθεί η υποχρέωση αποζημιώσεως, όπως ορίζει η απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame. (127)
198. Η διαπίστωση αυτή ανήκει στον εθνικό δικαστή, ο οποίος, εάν διατηρεί επιφυλάξεις, μπορεί να υποβάλει εκ νέου στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημιώσεως, η ζημία δεν μπορεί να ισούται με το ποσό που πρέπει να επιστραφεί, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με έμμεση χορήγηση των παράνομων και ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων.
IX – Πρόταση
199. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο Tribunale de Cagliari:
«Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να θέσει εν αμφιβόλω το κύρος της αποφάσεως 97/612/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 1997, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η περιφέρεια της Σαρδηνίας (Ιταλία) στον γεωργικό τομέα».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ L 248, σ. 27.
3 – Παρατίθεται από τον Calvo Caravaca, A.L., και Carrascosa González, J., Intervenciones del Estado y libre competencia en la Unión Europea, Colex, Μαδρίτη, 2001, σ. 171.
4 – «[…] αν αυτή η μορφή οικονομικού παρεμβατισμού ενδέχεται να εγείρει σοβαρές αντιρρήσεις –τουλάχιστον θεωρητικές– σε σχέση με το εσωτερικό οικονομικό σύστημα εκάστου κράτους, ο παρεμβατισμός που εκδηλώνεται από τα κράτη μέσω της χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων υπέρ των επιχειρήσεων εκάστου μπορεί, εάν διατηρηθεί επί μακρόν και υπό την προϋπόθεση ότι σκοπείται η πραγματοποίηση υπερκρατικής ενιαίας αγοράς, να αποτελέσει εν τέλει ανυπέρβλητο πρακτικό εμπόδιο», Fernández Farreres, G., «El control de las ayudas», σε: García de Enterría, E., González Campos, J., και Muñoz Machado, S., (εκδότης.), Tratado de derecho comunitario europeo, τόμος II, Civitas, Μαδρίτη, 1986, σ. 620.
5 – Valle Gálvez, A., «Las ayudas de Estado en la Jurisprudencia del Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas», σε: Rodríguez Iglesias, G.C., και Liñán Nogueras, D.J., (εκδότης), El derecho comunitario europeo y su aplicación judicial, Civitas, Μαδρίτη, 1993, σ. 885.
6 – Για λόγους χρονικής ισχύος, ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου αυτού (ΕΕ L 83, σ. 1), δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη παρά μόνον ενδεικτικά.
7 – Ανακοίνωση της Επιτροπής – Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (ΕΕ 2000, C 28, σ. 2), σημείο 3.1
8 – Ειδ. έκδ. ΕΕ 03/001, σ. 35.
9 – Bollettino Ufficiale della Regione Sardegna αριθ. 46, της 14ης Δεκεμβρίου 1988.
10 – Η Επιτροπή παραθέτει το κείμενο του νόμου αυτού στο παράρτημα 6 των παρατηρήσεών της.
11 – Παρατίθεται στο παράρτημα 2 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
12 – Η απόφαση αυτή παρατίθεται στο παράρτημα 3 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
13 – Η απόφαση αυτή παρατίθεται στο παράρτημα 4 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
14 – Η απόφαση αυτή παρατίθεται στο παράρτημα 5 των παρατηρήσεων της Επιτροπής. Η απόφαση αυτή ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της Giunta regionale της 23ης Ιουνίου 1992.
15 – Bollettino Ufficiale della Regione Sardegna υπ’ αριθ. 35, της 1ης Σεπτεμβρίου 1992.
16 – Ανακοίνωση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, που απευθύνεται στα κράτη μέλη και στους λοιπούς ενδιαφερόμενους σχετικά με σχέδιο ενισχύσεως που χορήγησε η Ιταλία (Σαρδηνία) σε γεωργικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα (ΕΕ 1994, C 271, σ. 14).
17 – Bollettino Ufficiale della Regione Sardegna υπ’ αριθ. 42, της 13ης Δεκεμβρίου 1995.
18 – ΕΕ 1994, C 368, σ. 12. Η τελευταία έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 2004, C 244, σ. 2.
19 – Υπόθεση Τ-21/02.
20 – Μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή. Το διατακτικό της δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 202, σ. 28.
21 – Π.χ., στην υπόθεση T-4/02, το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη και την απέρριψε ως απαράδεκτη με την από 29 Μαΐου 2002 διάταξή του.
22 – Martín και Pérez de Nanclares, J., «El proyecto de Constitución europea: reflexiones sobre los trabajos de la Convención», Revista de Derecho Comunitario Europeo, Centro de Estudios Políticos y Constitucionales, αριθ. 15, Μάιος/Αύγουστος 2003, σ. 564.
23 – ΕΕ 2004, C 310, σ. 1.
24 – Ο χαρακτηρισμός του ευρωπαϊκού νόμου συμπίπτει με αυτόν του κανονισμού όπως ισχύει σήμερα, ενώ ο νόμος-πλαίσιο αντιστοιχεί στην οδηγία. Η βασική λειτουργία που επιτελεί ο κανονισμός είναι η εκτέλεση των νόμων και ορισμένων ειδικών διατάξεων του Συντάγματος· η δε απόφαση αποτελεί δεσμευτική πράξη ως προς όλα τα μέρη της εκτός απ’ την περίπτωση κατά την οποία ορίζει αποδέκτες, οπότε είναι δεσμευτική μόνο γι’ αυτούς.
25 – Σχετικά με την πρόσβαση στο Δικαστήριο, βλ. Louis, J.V., «La fonction juridictionnelle, de Nice à Rome … et au-delà», σε de Schutter, O., και Nihoul P., (εκδότης), Une Constitution pour l´Europe. Réflexions sur les transformations du droit de l´Union européenne, Larcier, Bruselas, 2004, σ. 135 και 136.
26 – Βλ. Rodríguez Curiel, J.W., «Recursos contra la Comisión Europea en materia de ayudas de Estado interpuestos por personas físicas o jurídicas», Revista Española de Derecho Europeo, αριθ. 2, Απρίλιος/Ιούνιος 2002, σ. 259 επ..
27 – Όπως υποστήριξα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-315/99, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001 Συλλογή 2001, σ. Ι-5281). Βλ Waelbroeck, M., και Waelbroeck, D., «Article 173», σε Louis, J.-V., Vandersanden, G., Waelbroeck, D., και Waelbroeck, M., Commentaire Megret. Le droit de la CEE, τόμος 10 (La Cour de Justice. Les actes des institutions), Éditions de l´Université de Bruxelles, Βρυξέλλες, 1993, σ. 98· και Vandersanden-Barav, Contentieux communautaire, Bruylant, Βρυξέλλες, 1977, σ. 127.
28 – Castillejo Manzanares, R., «El recurso de anulación», σε Mariño, F., Moreno Catena, V. y Moreiro, C., (εκδότης), Derecho procesal comunitario, Tirant lo Blanch, Valencia, 2001, σ. 151.
29 – Π.χ., στην απόφασή του της 10ης Μαΐου 1960, Γερμανία κατά Ανωτάτης Αρχής (19/58, τόμος 1954-1964, σ. 385), το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με την αιτίαση περί αναρμοδιότητας, ότι επιβαλλόταν η εξέτασή της ακόμη και στην περίπτωση που ήταν ακριβές ότι η πλημμέλεια δεν προβλήθηκε σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο ούτε με το δικόγραφο της προσφυγής ούτε με το υπόμνημα απαντήσεως.
30 – Βλ., εν γένει, Moitinho de Almeida, J.C., «Evolución jurisprudencial en materia de acceso de los particulares a la jurisdicción comunitaria», σε: Rodríguez Iglesias, G.C., και Liñán Nogueras, D.J., (εκδότες), όπ.π., σ. 595 επ. Εξάλλου, όπως υπενθύμισα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Βέλγιο κατά Επιτροπής (C-110/03, επί της οποίας το Δικαστήριο δεν έχει εισέτι αποφανθεί), αυτό το δικαίωμα των ιδιωτών οδήγησε στην περιοριστική νομολογία του Δικαστηρίου η οποία έχει εντόνως επικριθεί από τη θεωρία. Βλ., μεταξύ άλλων, Sarmiento, D., «La sentencia UPA (C‑50/2000), los particulares y el activismo inactivo del Tribunal de Justicia», σε Revista Española de Derecho Europeo, τεύχος 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002, σ. 531 έως 577. Βλ. επίσης Ortega, M., El acceso de los particulares a la justicia comunitaria, Ariel Practicum, Βαρκελώνη 1999, ιδίως το κεφάλαιο 6 «Hacia una mejora del sistema de protección jurisdiccional de los particulares». Στις προτάσεις του επί της υποθέσεως C-50/00, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002 Συλλογή 2002, σ. Ι-6677), ο γενικός εισαγγελέας πρότεινε τη διασταλτική ερμηνεία υποστηρίζονται ότι «ένα κοινοτικό μέτρο αφορά ατομικά ένα προσφεύγοντα ιδιώτη όταν θίγει ή είναι ικανό να θίξει ουσιαστικώς τα συμφέροντά του» (σημείο 102, υπό 4). Η άποψη αυτή έγινε αρχικώς δεκτή με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Μαΐου 2002, Τ-177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2365), την οποία αναίρεσε η απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 2004 (C-263/02 P, Συλλογή 2004, σ. Ι-3425). Αυτή τη γραμμή της διασταλτικής ερμηνείας ακολουθεί και η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, αφού στο άρθρό της ΙΙΙ-365, παράγραφος 4, διακρίνει δύο περιπτώσεις τις οποίες ένα φυσικό η νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή: μπορεί να ασκήσει προσφυγή «κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά», καθώς και «κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα».
31 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1977, 101/76, Koninklijke Scholten Honing κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 257, σκέψεις 6 και 7), της 17ης Ιουνίου 1980, 789/79 και 790/79, Calpak κατά Επιτροπής (Συλλογή 1980, σ. 1949, σκέψη 7), της 29ης Ιανουαρίου 1985, 147/83, Binderer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 257, σκέψη 14) και της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-322/88, Grimaldi (Συλλογή 1989, σ. I-4407, σκέψη 14).
32 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, σκέψη 2)· επίσης, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 307/81, Alusuisse κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3463, σκέψη 8).
33 – Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1993, C-298/89, Γιβραλτάρ κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-3605, σκέψη 17) και της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I‑1853, σκέψη 18).
34 – Απόφαση της 23ης Μαΐου 2000, C-106/98 P (Συλλογή 2000, σ. I-3659).
35 – Προς αυτή την κατεύθυνση, Ortega, M., όπ.π. σ. 54 έως 64, και την παρατιθέμενη νομολογία.
36 – Η θεωρία έχει χαρακτηρίσει την απαίτηση αυτή ως «οιονεί ανυπέρβλητο πρόσκομμα» καθώς και ως «πραγματική δοκιμασία δια πυρός και σιδήρου». Βλ. Kovar, R., και Barav, A., «Variations nouvelles sur un thème ancien: les conditions du recours individuel en annulation dans la CEE. À propos du cas d´un acte pris sous l´apparence d´un règlement», Revue Trimestrielle de Droit Européen, 1976, τεύχος 1, σ. 75· Cortés Martín, J.M., «Afectación individual (230.4 ΕΚ): ¿un obstáculo infranqueable para la admisibilidad del recurso de anulación de los particulares?», Revista de Derecho Comunitario Europeo, τεύχος 16, Σεπτέμβριος/Δεκέμβριος 2003, σ. 1119 επ.
37 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1963, 25/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939).
38 – Αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1964, 1/64, Glucoseries Réunies κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1149), της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 977), της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 26/86, Deutz και Geldermann κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 941), της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpace Council και λοιποί κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-1651) και της 29ης Απριλίου 2004, C-298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-4087)· βλ. επίσης τη διάταξη της 21ης Ιουνίου1993, C-257/93, Van Parijs και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3335).
39 – Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85 (Συλλογή 1988, σ. 219). Στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-6/92, Federmineraria κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-6357, σκέψη 14) και της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-8855, σκέψη 33).
40 – Βλ. επίσης την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 39). Από τη θεωρία βλ. Koenig, C., Pechstein, M., και Sander, C., EU-/EG-Prozessrecht, 2η έκδοση, Tubinga, 2002, σ. 203.
41 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23).
42 – Μαζί με την ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας και της αγωγής για εξωσυμβατική ευθύνη. Υπενθυμίζω ότι, κατά την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 31/62 και 33/62, Wöhrmann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 849), η ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας έχει ως αποκλειστικό σκοπό την προστασία του υποκειμένου δικαίου από την εφαρμογή ενός παράνομου κανονισμού χωρίς ωστόσο να τίθεται εν αμφιβόλω ο ίδιος ο κανονισμός. Βλ. Ortega, M., όπ.π., σ. 139 έως 158 και 159 έως 188, αντιστοίχως.
43 – Αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1979, 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979 Ι σ. 407, σκέψη 39) και της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. I-1197, σκέψη 36).
44 – Στο ίδιο πνεύμα, Everling U., «L´avenir de l´organisation juridictionnel de l´Union européenne», La reforme du système juridictionnel communautaire, Institut d´Etudes Européennes, Βρυξέλλες, 1994, σ. 22.
45 – Απόφαση της 21ης Μαΐου 1987, 133/85 έως 136/85 (Συλλογή 1987, σ. 2289).
46 – Βλ. Gröpl, C., «Individualrechtsschutz gegen EG-Verordnungen. Rechtsschutzlücken im Konkurrenzverhältnis des Vorabentscheidungsverfahrens (Art. 177 Abs. 1 Buchst. b EGV) gegenüber der Nichtigkeitsklage (Art. 173 EGV)», Europäische Grundrechts-Zeitschrift, 1995, σ. 583 επ.· Pache, E., «Keine Vorlage ohne Anfechtung? – Zum Verhältnis des Vorabentscheidungsverfahrens nach Art. 177 I lit. b EGV zur Nichtigkeitsklage nach Art. 173 IV EGV)», Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht, 1994, σ. 615 επ. και Tomuschat, C. Die gerichtliche Vorhabentscheidung nach den Verträgen über die Europäischen Gemeinschaften, Μόναχο, 1964, σ. 87 επ.
47 – Απόφασης της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf, γνωστή ως απόφαση Deggendorf (Συλλογή 1994, σ. I-833).
48 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-241/95 (Συλλογή 1996, σ. I-6699).
49 – Απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 1997, C-178/95 (Συλλογή 1997, σ. I-585).
50 – Ορισμένοι συγγραφείς εκτιμούν ότι επιβάλλεται όπως ο ενδιαφερόμενος έχει πλήρη γνώση της κοινοτικής αποφάσεως καθώς και τη δυνατότητα προσβολής της με προσφυγή ακυρώσεως και όπως η απόφαση αυτή τον αφορά άμεσα και ατομικά. Βλ. Turner, S., «Challenging EC law before national court: a further restriction of the rights of natural and legal persons?», Irish Journal of European Law, 1/1995, σ. 81.
51 – Η θεωρία έχει διατυπώσει σοβαρές επικρίσεις τις οποίες ο Barav, A., «Deviation prejudicielle», Les dynamiques du droit européen en début de siècle-Études en l´honneur de Jean-Claude Gautron, εκδόσεις A. Pedone, Παρίσι, 2004, σ. 227 επ., συγκέντρωσε και ανέλυσε κατά τρόπο αριστοτεχνικό.
52 – Αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85 (Συλλογή 1987, σ. I-4199), της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88 (Συλλογή 1989, σ. 2415) και της 28ης Ιουλίου 1990, C-80/89 (Συλλογή 1990, σ. I-2659), αντιστοίχως, οι οποίες έδωσαν απαντήσεις σε προδικαστικά ερωτήματα που αφορούσαν το κύρος αποφάσεων με τις οποίες είχε διαταχθεί η a posteriori είσπραξη εισαγωγικών δασμών.
53 – Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1983, 216/82 (Συλλογή 1983, σ. 2771).
54 – Στο ίδιο πνεύμα, Ritleng, D., «Pour une systématique des contentieux au profit d´une protection juridictionnelle effective», Mélanges en hommage à Guy Isaac-50 ans du droit communautaire, τόμος 2, Presses de l´Université des sciences sociales de Toulouse, 2004, σ. 735 επ., παρατίθεται από τον Barav, A., όπ.π.,σ. 244, υποσημείωση 100.
55 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-344/98 (Συλλογή 2000, σ. I-11369, σκέψη 55).
56 – Είναι υπέρμετρα επαχθές να απαιτείται από τους ιδιώτες να συμβουλεύονται διαρκώς την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προκειμένου να προσβάλουν κάθε κοινοτική απόφαση η οποία θίγει τα δικαιώματά τους. Στο ίδιο πνεύμα, Hoskins, M., «Υπόθεση C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf GmbH κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Judgment of 9 March 1994, [1994] ECR I-833», Common Market Law Review, 1994, σ. 1402.
57 – Το άρθρο II-107 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης ορίζει ότι «[κ]άθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης» έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου.
58 – Roberti, G.M., «Le contrôle de la Commission des Communautés européennes sur les aides nationales», Actualité Juridique Droit Administratif, αριθ. 6, 1993, σ. 398, ο οποίος κατατάσσει τις κρατικές ενισχύσεις σε μία ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ της θετικής και της αρνητικής ολοκληρώσεως, δεδομένου ότι οι διάφορες προϋποθέσεις τους μεταβάλλονται συχνά σε μέσα πρωτεύουσας σημασίας για την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών.
59 – Βλ. Martínez López-Muñiz, J. L., στον πρόλογο του βιβλίου του Prieto Álvarez, T., Ayudas agrícolas nacionales en el Derecho comunitario, Marcial Pons, Μαδρίτη, 2001, σ. 11 επ.
60 – Βλ. Blaise, J.B., «Liberté de concurrente en agriculture», Raux, J., (Εκδότης), Politique Agricole Commune et construction communautaire, Παρίσι, 1984, σ. 21· βλ. Επίσης Dehousse, F., «Les règles de concurrence sur les aides d´état dans le secteur de l´agriculture», Studia diplomatica, αριθ. 1-2, 2000, σ. 41 έως 58.
61 – Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διατύπωσε τις παρεμφερείς απόψεις της στη «γνωμοδότησή της επί της 20ής εκθέσεως επί της πολιτικής του ανταγωνισμού» (21η έκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού, 1991), και υποστήριξε ότι «οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με τον ανταγωνισμό πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στον γεωργικό τομέα. Εντούτοις, μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή αυτή πρέπει να πραγματοποιείται βάσει σταθμίσεως, αφενός, των σκοπών της ευρωπαϊκής πολιτικής για τον ανταγωνισμό και, αφετέρου, της ιδιαιτερότητας της κοινοτικής γεωργικής πολιτικής» (σ. 275, σημείο 21.1.2.4.).
62 – Παρεμφερές είναι το άρθρο III-230 το οποίο προβλέπει ότι «τμήμα σχετικά με τους κανόνες του ανταγωνισμού εφαρμόζεται στην παραγωγή και στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται στον ευρωπαϊκό νόμο ή νόμο-πλαίσιο σύμφωνα με το άρθρο III-231, παράγραφος 2, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του άρθρου III-227».
63 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1979, 177/78 (Συλλογή τόμος 1979 ΙΙ, σ. 67, σκέψη 11).
64 – Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 139/79 (Συλλογή τόμος 1980 ΙΙ, σ. 359, σκέψη 23). Στις ίδιες εκτιμήσεις κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψεις 59 έως 61).
65 – Prieto Álvarez, T., όπ.π, σ. 234 επ.
66 – Προς την κατεύθυνση αυτή, Barthélémy, M., «La politique communautaire en matière d´aides d´Etat dans le secteur agricole», σε Blumann, C., και Lange, D. (Εκδότες), Les distorsions de concurrence en matière agricole dans la CEE, Revue de Droit Rural, αριθ. 163, 1988, σ. 80.
67 – Όπως υποστήριξε ένα μέρος της θεωρίας, π.χ., Muffat-Jeandet, D., στο άρθρο «Aides», Encyclopédie Juridique Dalloz. Répertoire de Droit communautaire, τόμος Ι, Παρίσι, 1992.
68 – Προς την κατεύθυνση αυτή, Blaise, J.B., όπ.π., σ. 23.
69 – Απόφαση της 25ης Μαρτίου 1981, 61/80, Coöperatieve Stremsel- en Kleurselfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 851, σκέψη 21).
70 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-250/92, DLG, (Συλλογή 1994, σ. I-5641, σκέψη 23).
71 – Τον Μάρτιο του 1966, η Επιτροπή απηύθυνε στο Συμβούλιο ανακοίνωση σχετικά με τα «κριτήρια για τη δημιουργία κοινής πολιτικής επί των ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας», η οποία περιελάμβανε πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού 26, ούτως ώστε να εφαρμόζονται τα άρθρα 87 επ. σε όλα τα προϊόντα που απαριθμεί το παράρτημα Ι της Συνθήκης [Doc. COM (66) τελικό, της 23ης Μαρτίου 1966, που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 25 Μαρτίου 1966]. Συναφώς, βλ. Ventura, S., Principes de Droit agraire communautaire, Bruylant, Βρυξέλλες, 1967.
72 – Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 337/82 (Συλλογή 1984, σ. 1051, σκέψη 12.
73 – Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1984, 114/83 (Συλλογή 1984, σ. 2589, σκέψη 27).
74 – Την άποψη αυτή είχε ήδη υποστηρίξει ο γενικός εισαγγελέας Capotorti με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως Hansen (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 91/78, Συλλογή τόμος 1979 Ι, σ. 515). Μετά από διάφορους συλλογισμούς, υποστήριξε ότι «υπό το πρίσμα της νομολογία του Δικαστηρίου, θα συνιστούσε αλλοίωση της φύσεως του συστήματος η περαιτέρω αναγνώριση στα κράτη μέλη πλήρους ελευθερίας δράσεως σε σχέση με τις ενισχύσεις στους γεωργικούς τομείς που δεν διέπονται ακόμη (και πιθανώς τούτο ουδέποτε να συμβεί) από κοινή οργάνωση αγοράς. Σε αρμόνια με το σύστημα της Συνθήκης, φρονώ ότι επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οι διατάξεις των άρθρων [87 και 88] της Συνθήκης εφαρμόζονται εξίσου στον τομέα της γεωργίας». Το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να υπεισέλθει στην εξέταση του ζητήματος αυτού (σημείο 11).
75 – ΕΕ L 93, σ. 1.
76 – ΕΕ L 218, σ. 1. Κατά το άρθρό του 41, ο κανονισμός αυτός ισχύει από τις 9 Αυγούστου 1991.
77 – Μολονότι ο κανονισμός 797/85, είναι ο μόνος που εφαρμόζεται για λόγους διαχρονικού δικαίου, ο κανονισμός που τον αντικατέστησε έχει παρεμφερές περιεχόμενο: σημειώνω στο σημείο αυτό ότι το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 2328/91 περιλαμβάνει πίνακα αντιστοιχιών μεταξύ των διατάξεων των δύο κανονισμών –καθώς και με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1760/87 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, που τροποποιεί τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 797/85, ΕΟΚ 270/79, ΕΟΚ1360/78 και (ΕΟΚ) 355/77 όσον αφορά τις γεωργικές διαρθρώσεις και την προσαρμογή της γεωργίας στη νέα κατάσταση των αγορών και τη διατήρηση του αγροτικού χώρου (ΕΕ L 167, σ. 1).
78 – Όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, η απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, η οποία αφορά τις δασοκομικές επιχειρήσεις, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της «γεωργίας», τουλάχιστον υπό το κοινοτικό πρίσμα.
79 – Στα ανωτέρω σημεία –ιδίως στο κεφάλαιο «Η χορήγηση ενισχύσεων από την περιφερειακή Κυβέρνηση της Σαρδηνίας»– περιγράφεται αναλυτικότερα τόσο η απόφαση αυτή όσο και οι λοιπές αποφάσεις.
80 – Έτσι, π.χ., ο κανονισμός 797/85 προβλέπει τη συμμετοχή του Τμήματος Προσανατολισμού του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων προς όφελος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων μέσω δασικών μέτρων, όπως είναι η αναδάσωση των γεωργικών εκτάσεων, η δημιουργία ανεμοφρακτών, ζωνών πυρασφάλειας και δρόμων, καθώς και η βελτίωση των δασωδών εκτάσεων (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, και άρθρο 20).
81 – Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C-164/97 και C-165/97 (Συλλογή 1999, σ. Ι-1139, σκέψη 18).
82 – Ειδ. έκδ. ΕΕ 03/003, σ. 95.
83 – Parejo Alfonso, L., de la Quadra-Salcedo Fernández del Castillo, T., Moreno Molina, A.M., y Estella de Noriega, A., (Εκδότης), Manual de Derecho administrativo comunitario, Centro de Estudios Ramón Areces, Μαδρίτη, 2000, σ. 75 και 76, με την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
84 – Οι Hubeau, F., «Le principe de la protection de la confiance légitime dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautés européennes», Cahier de Droit Européen, τεύχη 2-3, 1983, σ. 149, και García Macho, R., «Contenido y límites del principio de la confianza legítima: estudio sistemático en la jurisprudencia del Tribunal de Justicia», Revista Española de Derecho Administrativo, τεύχος 56, 1987, σ. 563, φρονούν ότι ο όρος αυτός, ήδη γνωστός στο γερμανικό δίκαιο –Vertrauensschutz–, χρησιμοποιήθηκε το πρώτον στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1965, 111/63, Lemmerz-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ.153).
85 – Schwarze, J., «Tendencies towards a Common Administrative Law in Europe», European Law Review, τεύχος 2, 1991, σ. 870.
86 – Σύνοψή της παρατίθεται, μεταξύ άλλων, από τον Castillo Blanco, F.A., La protección de la confianza en el Derecho administrativo, Marcial Pons, Μαδρίτη, 1998, σ. 163 έως 199.
87 – Βλ., μεταξύ άλλων, Schwarze, J., όπ.π., σ. 949 επ., Parejo Alfonso, L., κ.λπ., όπ.π., σ. 76 έως 78, και Rodríguez Curiel, J.W., «Principios generales del derecho y recuperación de ayudas de Estado ilegales. En especial la confianza legítima», Gaceta Jurídica, τεύχος 209, Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 2000, σ. 33 έως 36.
88 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 14).
89 – Pescatore, P., «Les principes généraux du droit en tant que source du droit communautaire», Rapport du 12e congrès de la Fédération internationales pour le droit européen, τόμος I, Παρίσι, 1986, σ. 35.
90 – Η αρχή αυτή, την οποία το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει με τη νομολογία του, διατυπώνεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του προπαρατεθέντος κανονισμού 659/1999, ο οποίος άρχισε να ισχύει μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως της Επιτροπής.
91 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-135, σκέψη 49).
92 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-183/02 και P C-187/02 P. Demesa y Territorio histórico de Álava κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-10609, σκέψη 44), η οποία παραθέτει τις αποφάσεις της 20ης Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψη 14), της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-135, σκέψη 51), και της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deustchlan (Συλλογή 1997, σ. Ι-1591, σκέψη 25).
93 – Προπαρατεθείσα απόφαση Demesa y Territorio histórico de Álava κατά Επιτροπής, σκέψη 45, η οποία μνημονεύει την επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Alcan Deustchlan, σκέψεις 30 και 31.
94 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-91/01, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-4355, σκέψη 66), η οποία ερείδεται επί της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 14ης Ιανουαρίου 1997, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 53, καθώς και επί της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 2002, T-126/99, Graphischer Maschinenbau κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2427, σκέψη 42).
95 – Fastenrath, U., «Verwaltungsrecht. Europarecht», Juristenzeitung 1992, σ. 1081.
96 – Ο Pernice, I., «Neues zum EG-Beihilfenverbot», Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht, 1992, σ. 66, παροτρύνει τους δικαιούχους ενισχύσεων να εξετάζουν αν οι ενισχύσεις αυτές έχουν γνωστοποιηθεί καθώς και αν έχουν κινηθεί οι διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ· συστήνει επίσης στα κράτη μέλη να ελέγχουν αν εξακολουθούν να υφίστανται μη γνωστοποιηθείσες ενισχύσεις. Η ίδια η Επιτροπή τόνισε ιδιαιτέρως ότι είναι αβέβαιη η τύχη των ενισχύσεων που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο γνωστοποιήσεως με ανακοίνωσή τους που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1983, C 318, σ. 3 και 4.
97 – Υπόθεση C-298/00 P, μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή.
98 – Το άρθρο 15 του προπαρατεθέντος κανονισμού 659/1999 ορίζει αποκλειστική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει εγκύρως τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την αναζήτηση των ενισχύσεων.
99 – Αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69, Geigy κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 189, σκέψη 20 και 21), και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-74/00 P και C-75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-7869, σκέψη 140).
100 – Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1987, 223/85 (Συλλογή 1987, σ. Ι-4617).
101 – Ο ασυνήθιστος χαρακτήρας της καταστάσεως είχε ήδη τονιστεί με τη απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2003, C-334/99, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-1139, σκέψη 44). Στη θεωρία, βλ. Götz, V., «Handbuch des Eu-Wirtschaftsrechts», H. III, Subventionsrecht, σημείο 108, σ. 34.
102 – Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, γνωστή ως «απόφαση Boussac» (Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψεις 19 επ.). Οι αρχές τις οποίες διατύπωσε η ανωτέρω απόφαση επιβεβαιώθηκαν με τις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, γνωστή ως «απόφαση Tubemeuse» (Συλλογή 1990, σ. Ι-959, σκέψεις 15 έως 20), της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fédération Nationale du Commerce Extérieur des Produits Alimentaires y Syndicat National des Négociants et Transformateurs de Saumon (Συλλογή 1991, σ. I-5505, σκέψη 13), και της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEY κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-3547, σκέψη 43).
103 – Η προπαρατεθείσα απόφαση Boussac αναγνωρίζει στην Επιτροπή ορισμένο χρονικό περιθώριο προκειμένου να συσκεφθεί και να προβεί σε έρευνες πριν από την κίνηση της επίσημης διαδικασίας (σκέψη 27).
104 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82 (Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 17).
105 – Υπόθεση 173/73, Συλλογή τόμος 1974, σ. 351.
106 – Ειδάλλως, και για να χρησιμοποιήσω το παράδειγμα που αναφέρει η Επιτροπή, τυχόν παραπομπή στις ρυθμίσεις περί συμβάσεων του αστικού κώδικα του 1942 θα σήμαινε ότι τα μέτρα ίσχυαν ήδη κατά την ανωτέρω ημερομηνία.
107 – C-249/02, Συλλογή 2004, σ. Ι-10717.
108 – Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905, σκέψη 37).
109 – Απόφαση της 20ης Μαρτίου 1959, 18/57, Nold KG κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323), καθώς και τη μεταγενέστερη νομολογία.
110 – Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ. λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-395), και της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ. κατά Minister for Agriculture, Food and Forestry, Ireland και Attorney General (Συλλογή 1997, σ. Ι-1809).
111 – 70/72, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 609, σκέψη 23.
112 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82 (Συλλογή 1985, σ. 809).
113 – Calvo Caravaca, A.L., και Carrascosa González, J., όπ.π., σ. 231.
114 – 2/62 και 3/62, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 799. Σε σχέση με την ερμηνεία του καταλόγου του παραρτήματος Ι της Συνθήκης, το Δικαστήριο έκρινε «ότι από την παράγραφο 2 του άρθρου [32] συνάγεται ότι οι εξαιρέσεις, που γίνονται δεκτές στον γεωργικό τομέα, από τους κανόνες που προβλέπονται για τη δημιουργία της κοινής αγοράς, αποτελούν μέτρα εξαιρετικού χαρακτήρα τα οποία πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά».
115 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 34/70 (Συλλογή τόμος 1961-1971, σ. 655).
116 – C-73/03, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή.
117 – C-278/00 (Συλλογή 2004, σ. Ι-3997).
118 – Οι εκπρόσωποι των προσφευγόντων στην κύρια δίκη δήλωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι ενισχύσεις κυμαίνονταν κατά μέσον όρο μεταξύ 5 000 και 10 000 ευρώ ανά δικαιούχο.
119 – Στο ίδιο πνεύμα, η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 116 απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής τονίζει ότι «ως προς τον γεωργικό τομέα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αποτελεί έναν τομέα στον οποίον αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως» (σκέψη 29).
120 – Μεταξύ των τελευταίων που έχουν εκδοθεί, βλ. τις αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-8031, σκέψη 74), της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-1487, σκέψη 93), και της 29ης Απριλίου 2004, Ελλάδα κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 97), η οποία στηρίζεται στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-456/00, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-11949, σκέψη 41).
121 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κατά Γερμανίας (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 19), καθώς και τις λοιπές αποφάσεις που παρατίθενται εκεί.
122 – Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 16).
123 – Η οποία εκδόθηκε επί της υποθέσεως C-110/02 (Συλλογή 2004, σ. Ι-6333), και η οποία παραπέμπει στις αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-699, σκέψεις 21 και 22) καθώς και της 7ης Μαρτίου 2002, C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-2289, σκέψεις 98 και 99).
124 – Σχετικά με την εξέλιξη της νομολογίας και την αρχική ανάπτυξη του ζητήματος αυτού, βλ. Alonso García, R., La responsabilidad de los Estados miembros por infracción del Derecho comunitario, Cuadernos de Estudios Europeos, Civitas, Μαδρίτη, 1997. Γενικώς, για μία κριτική ανάλυση, βλ. García de Enterría, E., «El principio de protección de la confianza legítima como supuesto título justificativo de la responsabilidad patrimonial del Estado legislador», Revista de Administración Pública, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2002, σ. 173 έως 206.
125 – Στο σημείο 74 των προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-197/99 Ρ, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-8461), ο γενικός εισαγγελέας Léger τόνισε ότι «σε εθνικό επίπεδο, πολλές σημαντικές συνέπειες ενδέχεται να πηγάζουν από τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα μιας κρατικής ενισχύσεως», μνημονεύοντας, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής κατά του κράτους βάσει των διατάξεων περί αστικής ευθύνης του δημοσίου από τον δικαιούχο της ενισχύσεως ή τους ανταγωνιστές του, όπως είχε τονίσει ο γενικός εισαγγελέας Tesauro στο σημείο 7, τελευταίο εδάφιο, των προτάσεών του επί της υποθέσεως Tubemeuse.
126 – Keppenne, J.-P., Guide des aides d´État en droit communautaire, Bruylant, Βρυξέλλες, 1999.
127 – Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93 (Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψη 51).
Full & Egal Universal Law Academy