ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DΑMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-356/03
Elisabeth Mayer
κατά
Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder
(αίτηση του πρώτου πολιτικού τμήματος του Bundesgerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ισότητα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων – Άδεια μητρότητας – Συνταξιοδοτικά δικαιώματα»
1. Το Bundesgerichtshof, το οποίο είναι ανώτατο γερμανικό δικαστήριο, υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 141 ΕΚ), του άρθρου 11, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ (2) και του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ (3), αναφορικά με τη συνεκτίμηση αδειών μητρότητας κατά την εκκαθάριση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικά με τις επιπτώσεις της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών επ’ αυτών των πτυχών της κοινωνικής ασφαλίσεως.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Το άρθρο 119 της Συνθήκης (4)
2. Το περιεχόμενο αυτής της διατάξεως είναι το ακόλουθο:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ’ αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως·
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
2. Η οδηγία 92/85
3. Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας δίδει τους ακόλουθους ορισμούς:
«α) “έγκυος εργαζομένη”: κάθε εργαζόμενη γυναίκα που είναι έγκυος και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή/και πρακτική·
β) “λεχώνα εργαζόμενη”: κάθε εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο της λοχείας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας ή/και πρακτικής και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάσταστή της, σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθεσία ή/και πρακτική·
γ) “γαλουχούσα εργαζομένη”: κάθε εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο της γαλουχίας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας ή/και πρακτικής και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθεσία ή/και πρακτική.»
4. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν «τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου οι εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2 να δικαιούνται άδεια μητρότητας διαρκείας δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές».
5. Το άρθρο 11 ορίζει, αναφορικά με τα συνδεόμενα με τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα ότι:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
[…]
2) Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο β΄·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2·
[…]»
6. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1: «τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοσή της ή βεβαιώνονται το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας ότι οι κοινωνικοί εταίροι εφαρμόζουν τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας […]».
3. Η οδηγία 86/378
7. Κατά το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας σκοπός αυτής είναι «η εφαρμογή, στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών […]».
8. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
«Μεταξύ των διατάξεων που αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να περιληφθούν οι διατάξεις που βασίζονται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ιδίως σε συσχετισμό με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου:
[…]
ζ) να διακόψουν τη διατήρηση ή την απόκτηση δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των αδειών λόγω μητρότητας ή για οικογενειακούς λόγους, οι οποίες ορίζονται με νόμο ή σύμβαση και κατά τις οποίες καταβάλλονται αποδοχές από τον εργοδότη·
[…]».
Β – Η εθνική νομοθεσία
9. Το Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder (συνταξιοδοτικό ταμείο της Ομοσπονδίας και των ομοσπόνδων κρατών, στο εξής: VBL) είναι φορέας δημοσίου δικαίου με ίδια νομική προσωπικότητα, υπό την εποπτεία του Bundesministerium der Finanzen (Ομοσπονδιακού Υπουργείο Οικονομικών).
10. Το καταστατικό του εν λόγω φορέα, όπως αυτό ίσχυε την 31η Δεκεμβρίου 2000 (5), αναγνώριζε στους μη δημοσίους υπαλλήλους που απασχολούνται σε δημόσιες επιχειρήσεις το δικαίωμα ασφαλιστικής παροχής στο πλαίσιο υποχρεωτικού συμπληρωματικού ασφαλιστικού συστήματος, η οποία καταβάλλεται με την επέλευση του κινδύνου, δηλαδή μόλις ο εργαζόμενος συμπληρώσει την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως (άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο b).
11. Το ποσό αυτής της ασφαλιστικής παροχής υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, στοιχείο a, του καταστατικού, κατά το οποίο:
«Ως μηνιαία συνταξιοδοτική παροχή […] χορηγείται το 0,03125 % του συνολικού εισοδήματος για το οποίο οφείλεται εισφορά στο σύστημα υποχρεωτικής συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, στο πλαίσιο του οποίου έχουν καταβληθεί εισφορές για την περίοδο από 31ης Δεκεμβρίου 1977 μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως καταβολής της ασφαλιστικής παροχής (άρθρο 62)».
12. Όσον αφορά τις εισφορές που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση της συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής παροχής, το άρθρο 29 του καταστατικού ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Ο εργοδότης καταβάλλει μηνιαίως εισφορά το ύψος της οποίας καθορίζεται, δυνάμει του άρθρου 76 του καταστατικού, σε ποσοστό του εισοδήματος για το οποίο οφείλονται εισφορές στο συμπληρωματικό σύστημα ασφαλίσεως (παράγραφος 7), περιλαμβανομένης της εισφοράς που καταβάλλει ο υποχρεωτικώς ασφαλισμένος δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 1, στοιχείο a.
[…]
7. Το εισόδημα για το οποίο καταβάλλεται εισφορά στο υποχρεωτικό σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως αντιστοιχεί, πλην των αντιθέτως οριζομένων κατωτέρω, στο υποκείμενο σε φόρο εισόδημα που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο αναφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την καταβολή εισφορών στο πλαίσιο του εκ του νόμου προβλεπομένου συστήματος ασφαλίσεως γήρατος.
[…]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης
13. Η E. Mayer, η οποία σήμερα ασκεί το επάγγελμα της αυτοτελώς απασχολούμενης δικηγόρου, εργάσθηκε μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1990 και 30ής Σεπτεμβρίου 1999, με σύμβαση εργασίας, στο Bundesland Rheinald-Pfalz (Ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας-Παλατινάτου). Βάσει αυτής της σχέσεως εργασίας υπήχθη στο VBL, στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως.
14. Κατά τη γέννηση των δύο της τέκνων, έτυχε του ευεργετικού συστήματος προστασίας της μητρότητας (6), κατά τη διάρκεια περιόδων μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου 1992 και 5ης Απριλίου 1993, αφενός, και 17ης Ιανουαρίου και 22ας Απριλίου 1994, αφετέρου. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων εισέπραξε:
α) το καταβαλλόμενο από το δημόσιο επίδομα μητρότητας (7) και
β) συμπληρωματικό επίδομα, καταβαλλόμενο από την επιχείρηση, το ύψος του οποίου ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του επιδόματος μητρότητας και του τελευταίου καθαρού μισθού της (8).
Το συμπληρωματικό αυτό επίδομα απαλλάσσεται φόρου (9).
15. Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω περιόδων δεν εισέπραξε ποσό για το οποίο η επιχείρηση θα όφειλε να καταβάλει μηνιαίες εισφορές, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του καταστατικού του VBL, κατά συνέπεια δε οι περίοδοι αυτές δεν συνεκτιμήθηκαν κατά την εκκαθάριση του ποσού της ασφαλιστικής παροχής.
16. Η Ε. Mayer προσέφυγε στα δικαστήρια της χώρας της ζητώντας τη συνεκτίμηση αυτών των περιόδων, πλην όμως ατελεσφόρως.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
17. Η Ε. Mayer άσκησε κατόπιν αυτού αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο έκρινε ότι το δικαίωμα που ζητεί η αναιρεσείουσα δεν προκύπτει από τους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας, αλλά εξαρτάται από την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, αποφάσισε να αναστείλει την εκδίκαση της υποθέσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνουν προς τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΚ και/ή 11, παράγραφος 2, στοιχείο α΄ της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ και 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ, διατάξεις του καταστατικού ενός συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, κατά τις οποίες εργαζόμενη, παύει, κατά τη διάρκεια της εκ του νόμου προβλεπόμενης άδειας μητρότητας (στην προκειμένη περίπτωση: από τις 16 Δεκεμβρίου 1992 έως τις 5 Απριλίου 1993, καθώς και από τις 17 Ιανουαρίου έως τις 22 Απριλίου 1994), να αποκτά δικαιώματα για μηνιαία καταβολή ασφαλιστικών παροχών, σε περίπτωση πρόωρης αποχωρήσεως από το σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως, από της επελεύσεως του ασφαλισμένου κινδύνου (συμπλήρωση ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, ανικανότητα προς εργασία), επειδή η κτήση τέτοιων δικαιωμάτων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου, λαμβάνει υποκείμενο σε φόρο μισθό, οι δε παροχές που καταβάλλονται σε εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας δεν συνιστούν, κατά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, υποκείμενο σε φόρο μισθό;
2) Ισχύει τούτο και όταν οι ασφαλιστικές παροχές δεν αποσκοπούν –όπως η καταβαλλόμενη σύνταξη σε περίπτωση παραμονής στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως– στην ασφαλιστική κάλυψη της εργαζόμενης σε περίπτωση συμπληρώσεως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή ανικανότητας προς εργασία, αλλά χρησιμεύουν για τον συμψηφισμό των εισφορών που καταβλήθηκαν για λογαριασμό της κατά τη διάρκεια υπαγωγής της στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
18. Το VBL και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, πράγμα το οποίο δεν έπραξε η Ε. Mayer τονίζοντας ότι δεν έχει να προσθέσει τίποτε άλλο στο σκεπτικό της διατάξεως παραπομπής.
19. Το VBL υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού συστήματος δυνάμει των οποίων οι περίοδοι προστασίας της μητρότητας δεν συνεκτιμώνται για τη θεμελίωση δικαιώματος ασφαλιστικής παροχής αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο. Υπογραμμίζει τον λόγο υπάρξεως αυτής της παροχής, η οποία διακρίνεται από τη σύνταξη που καταβάλλεται στην περίπτωση που ο εργαζόμενος συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως ή έχει περιέλθει σε ανικανότητα προς εργασία, καθόσον σκοπός της εν λόγω παροχής είναι η επιστροφή στον ασφαλισμένο του λογιστικού ισοδυνάμου των εισφορών που έχει καταβάλει κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου.
Δεδομένου ότι η ασφαλιστική παροχή δεν αποτελεί δικαίωμα συνδεόμενο με τη σχέση εργασίας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85, οι κανόνες που τη διέπουν είναι προδήλως σύμφωνοι προς το κοινοτικό δίκαιο. Το καθού υπογραμμίζει, επίσης, ότι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, δεν είχε εισέτι εκπνεύσει η ταχθείσα στα κράτη μέλη προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική τους έννομη τάξη.
Επίσης, υποστηρίζει ότι η οδηγία 86/378 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, καθόσον σκοπός της είναι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το επίμαχο, εν προκειμένω, σύστημα.
Το καθού της κύριας δίκης υπογραμμίζει, τέλος, ότι η επίμαχη παροχή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης.
20. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αντιβαίνει προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου διάταξη που εξαρτά το δικαίωμα ασφαλιστικής παροχής από την προϋπόθεση να έχει εισπράξει η ασφαλισμένη, κατά τη διάρκεια των αδειών της μητρότητας, αμοιβές για τις οποίες υφίσταται υποχρέωση εισφοράς στο υποχρεωτικό συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το σύστημα περί του οποίου πρόκειται αντιβαίνει προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, το οποίο έχει, επίσης, εφαρμογή επί περιόδων προστασίας προγενέστερων της εκπνοής της προθεσμίας εφαρμογής της οδηγίας.
Επικουρικώς, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378 αποκλείει την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται να εξεταστεί το συμβιβαστό των επίμαχων κανόνων της εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 119 της Συνθήκης.
21. Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε, στο πλαίσιο της συνεδριάσεως επί γενικών θεμάτων της 22ας Ιουνίου 2004, να μην προχωρήσει σε προφορική διαδικασία αν οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν τη ζητήσουν ρητώς εντός της προβλεπομένης σχετικώς προθεσμίας, δηλαδή πριν από τις 5 Ιουλίου 2004. Δεδομένου ότι κανείς από τους εν λόγω διαδίκους δεν ζήτησε να αναπτύξει προφορικώς τις παρατηρήσεις του, η απόφαση είναι ώριμη για την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, στην οποία προβαίνω σήμερα.
V – Καθορισμός των εφαρμοστέων κανόνων του κοινοτικού δικαίου
22. Κατά την άποψή μου, τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης.
23. Η υπόθεση άπτεται δύο τομέων, του τομέα που αφορά τις εγκύους εργαζόμενες και εκείνου που αφορά τις συνδεόμενες με τη σχέση εργασίας παροχές.
24. Αν η ανάλυση στηριχθεί στο γεγονός ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι περίοδοι αδείας μητρότητας της Ε. Mayer, τότε εφαρμογή έχει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/85.
25. Αντιθέτως, αν ληφθεί κυρίως υπόψη το γεγονός ότι οι επίμαχες συνέπειες εμπίπτουν στο πλαίσιο εκκαθαρίσεως συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου εντασσόμενης σε σύστημα συμπληρωματικής ασφαλίσεως, τότε έχουν μάλλον εφαρμογή οι κανόνες της οδηγίας 86/378.
26. Αμφότερες οι πτυχές αυτές συνδέονται αναπόσπαστα και δεν μπορούν να διακριθούν. Επομένως, δεν μπορεί να δοθεί προτεραιότητα στη μια έναντι της άλλης, με κριτήριο την ειδικότητα της ρυθμίσεως, όπως κάνει η Επιτροπή με την οδηγία 92/85 (10). Δεν πρόκειται για αλληλοαποκλείομενους, αλλά για αλληλοσυμπληρούμενους κανόνες, έστω και αν αμφότεροι ρυθμίζουν τον ίδιο τομέα.
27. Γιατί θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα σε κανόνα ο οποίος αποσκοπεί στην εφαρμογή «μέτρων που αποβλέπουν στην προστασία της υγείας των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων» (11) έναντι κανόνων οι οποίοι αποσκοπούν «στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως» ή αντιστρόφως;
28. Κατά την άποψή μου η σύζευξη των δύο κανόνων επιτυγχάνεται μέσω του άρθρου 119 της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών εργαζομένων για την ίδια εργασία.
29. Ο κανόνας αυτός του πρωτογενούς δικαίου παρέχει τη δυνατότητα συνολικής εκτιμήσεως των προδικαστικών ερωτημάτων και αποφυγής των προβλημάτων που αναπόφευκτα θα δημιουργούσε ο περιορισμός του αντικειμένου της εξετάσεως σε περίπτωση της κατά προτεραιότητα επιλογής της μιας ή της άλλης οδηγίας (12). Εξάλλου, το ίδιο το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης «εφαρμόζεται άμεσα σε όλες τις μορφές διακρίσεως που μπορούν να διαπιστωθούν με τη βοήθεια μόνο των κριτηρίων της όμοιας εργασίας και της ισότητας των αμοιβών που περιέχει η διάταξη αυτή, χωρίς για την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων να είναι αναγκαία κοινοτικά ή εθνικά μέτρα που να τα προσδιορίζουν ειδικότερα» (13).
VI – Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
30. Αν ληφθεί ως κοινοτικό νομικό πλαίσιο το άρθρο 119 της Συνθήκης, πρέπει να εξεταστεί αν η κατά τη διάταξη αυτή έννοια της αμοιβής περιλαμβάνει την μηνιαία ασφαλιστική παροχή που το VBL οφείλει να καταβάλλει, σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως, αν το επίμαχο σύστημα συνεπάγεται κάποια παράνομη δυσμενή διάκριση. Προς τούτο, μπορούν χρήσιμα να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο σχετικά με το εν λόγω άρθρο (14), καθώς και εκείνες που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, τόσο από απόψεως αμοιβών όσο και απόψεως μεταχειρίσεως, ειδικότερα οι υποθέσεις που αφορούν τα εργασιακά δικαιώματα των εγκυμονουσών ή λεχουσών εργαζομένων (15).
31. Θα καταστεί έτσι δυνατό να δοθεί απάντηση και στα δύο προδικαστικά ερωτήματα, δεδομένου ότι το δεύτερο αποτελεί απλώς διευκρίνιση του πρώτου, αναφερόμενο στο σκοπό της συγκεκριμένης παροχής.
Α – Το άρθρο 119 της Συνθήκης
32. Η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών που προσφέρουν την ίδια εργασία έχει αναγνωρισθεί, από το έτος 1957, με το άρθρο 119 της Συνθήκης (16). Διάταξη περιέχουσα τέτοια επιταγή σπάνια περιέχεται σε διεθνή συνθήκη. Αφενός, εκφράζει ένα κοινωνικό ιδεώδες και μια, έστω έμμεση, δυνατότητα εναρμονίσεως της πολιτικής στον χώρο της εργασίας εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αφετέρου δε, θέτει μια νομική υποχρέωση αποτελέσματος (17) και έναν αυτοτελή οικονομικό και κοινωνικό σκοπό. Το περιεχόμενο της διατάξεως στηρίζεται στο αντίστοιχο περιεχόμενο του άρθρου 2 της Συμβάσεως 100-1951 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (18).
33. Το πρώτο ζήτημα που απαιτείται να διευκρινιστεί είναι αν η συγκεκριμένη ασφαλιστική παροχή εμπίπτει στην κατά το άρθρο 119 έννοια της «αμοιβής».
34. Στο σύγχρονο κοινωνικό δίκαιο κατέχει ιδιαίτερη θέση η έννοια της ανταμοιβής ως στοιχείο της σχέσεως εργασίας, καίτοι υπήρξε περίοδος κατά την οποία η ιδέα της άνευ ανταλλάγματος προσφοράς, της παρεχομένης ως έκφραση καλής θελήσεως ή αναγνωρίσεως, καθιστούσε ασαφή τα όρια της έννοιας της ανταμοιβής. Δεν λέει ο Δον Κιχώτης στον Sancho «αυτοί οι υπηρέτες των ευγενών ποτέ δεν παίρνουν μεροκάματο, αλλά προσφέρουν τη δουλειά τους δωρεάν» (19), ρωτώντας τον στη συνέχεια «Είδες ποτέ κανέναν από τους υπηρέτες των ιπποτών να συζητά με τον κύριό του για τον μισθό που αυτός οφείλει να του καταβάλει;» (20). Η βεβαιότητα της καταβολής του μισθού οριοθετεί το αντικείμενο των παρεχομένων υπηρεσιών και τις μετατρέπει σε εκτέλεση συμβάσεως (21).
35. Το Δικαστήριο έχει περιλάβει, μεταξύ άλλων, στο περιεχόμενο αυτής της έννοιας τις παρεχόμενες από σιδηροδρομική επιχείρηση μεταφορικές διευκολύνσεις στους συνταξιούχους πρώην υπαλλήλους της, οι οποίες επεκτείνονται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ώστε αυτές οι διευκολύνσεις να πρέπει να παρέχονται, επίσης, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στα συγγενικά πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων (22)· τα συνταξιοδοτικά συστήματα επιχειρήσεως, τα προβλεπόμενα από συλλογική σύμβαση εργασίας, συναφθείσα κατόπιν διαπραγματεύσεως των κοινωνικών εταίρων και χρηματοδοτούμενη, τουλάχιστον εν μέρει, από την επιχείρηση (23)· τη συνέχιση καταβολής του μισθού σε περίπτωση αδείας ασθενείας (24)· τις παροχές που προβλέπονται σε περίπτωση απολύσεως για οικονομικούς λόγους, καθώς και τις συντάξεις που καταβάλλονται εκ μέρους ιδιωτικών επαγγελματικών συστημάτων (25)· την αποζημίωση που καταβάλλεται στα μέλη της Επιτροπής συμμετοχής του προσωπικού μιας επιχειρήσεως, υπό μορφή πληρωμένων ημερών αδείας ή αποζημιώσεως για υπερωρίες, λόγω συμμετοχής σε κύκλους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως προς απόκτηση των αναγκαίων γνώσεων των σχετικών με τις δραστηριότητες της επιτροπής επιχειρήσεως, μολονότι κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δεν ασκούν καμία από τις δραστηριότητες που προβλέπει η σύμβασή τους εργασίας (26), ή το δικαίωμα υπαγωγής σε συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως (27).
36. Το Δικαστήριο έχει, επίσης, κρίνει ότι η παροχή που καταβάλλει επιχείρηση σε εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, κατ’ εφαρμογή διατάξεων νόμου ή συλλογικών συμβάσεων, συνιστά αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 (28), καθότι συνδέεται με σύμβαση εργασίας, επισημαίνοντας ότι η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της σχέσεως εργασίας και της παροχής συνιστά κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμάται αν μια σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 (29). Δηλαδή, στο περιεχόμενο αυτής της έννοιας περιλαμβάνονται όλα τα πλεονεκτήματα, σε χρήμα ή σε είδος, ενεστώτα ή μέλλοντα, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχονται στον εργαζόμενο, έστω εμμέσως, από τον εργοδότη και λόγω της απασχολήσεως του εργαζομένου (30). Πάντως, το Δικαστήριο απέκλεισε τις τυχόν πρόσθετες εισφορές που οι μισθωτοί καταβάλλουν εκουσίως προκειμένου να έχουν δικαίωμα για πρόσθετες παροχές (31).
37. Η συγκεκριμένη ασφαλιστική παροχή εντάσσεται σε υποχρεωτικό συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα (32), καταβάλλεται δε ως αντιπαροχή για τις καταβληθείσες λόγω της σχέσεως εργασίας εισφορές. Βάσει αυτών των χαρακτηριστικών η συγκεκριμένη παροχή μπορεί να περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης καίτοι δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση της συντηρήσεως του εργαζομένου σε περίπτωση γήρατος ή ανικανότητας προς εργασία, αλλά στην επιστροφή προς τον εργαζόμενο, μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας, της τιμαριθμικώς προσαρμοσμένης αξίας των εισφορών που κατέβαλε κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσεως εργασίας.
38. Το γεγονός ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1999, οι εργαζόμενοι συμβάλλουν εν μέρει στη χρηματοδότηση του συστήματος αυτού δεν επηρεάζει το ανωτέρω συμπέρασμα, το δε Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το στοιχείο αυτό δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 119 (33). Εξάλλου, η ενώπιον του Bundesgerichtshof διαδικασία ουδόλως αφορά τις καταβληθείσες μετά την ανωτέρω ημερομηνία εισφορές.
Β – Η αρχή της ισότητας των αμοιβών
39. Δεδομένου ότι η επίμαχη παροχή συνιστά αμοιβή και υπόκειται, ως εκ τούτου, στην αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, πρέπει να εξεταστεί αν οι κανόνες που διέπουν τη χορήγησή της είναι σύμφωνοι προς το κριτήριο αυτό και να εξεταστούν οι συνέπειες της τυχόν μη συμμορφώσεώς τους προς το εν λόγω κριτήριο.
40. Κατά πάγια νομολογία, διάκριση συνιστά η εφαρμογή διαφορετικών κανόνων επί ομοίων καταστάσεων ή η εφαρμογή του ίδιου κανόνα επί καταστάσεων διαφορετικών (34). Για να προσδιοριστεί αν υπάρχει διάκριση, πρέπει να εξεταστεί αν οι επίμαχες διατάξεις συνεπάγονται δυσμενείς συνέπειες για εργαζόμενο ενός φύλου (35), χωρίς να παραβλέπεται ότι, κατ’ αναλογία της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της οποίας αποτελεί συγκεκριμενοποίηση, η αρχή της ισότητας των αμοιβών αφορά, πάντοτε, ομοειδείς περιστάσεις (36). Το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει, επίσης, οποιαδήποτε έμμεση διαφορά μεταχειρίσεως προκύπτουσα π.χ. εκ διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας η οποία, καίτοι είναι διατυπωμένη κατά τρόπο ουδέτερο, περιάγει σε μειονεκτική θέση πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών από ό,τι ανδρών (37).
41. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, επίσης, ότι, σε περίπτωση εκ του νόμου προβλεπομένης άδειας μητρότητας, η εργαζόμενη βρίσκεται σε ειδική κατάσταση η οποία χρήζει ειδικής προστασίας, διαφορετικής εκείνης που απολαύουν οι πράγματι ασκούντες την εργασία τους, ώστε να μην δύναται να απαιτήσει τη διατήρηση της ίδιας αμοιβής κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (38).
42. Σκοπός της επίμαχης ασφαλιστικής παροχής είναι η ανταπόδοση των καταβληθέντων προγενεστέρως ποσών (39), επειδή, όμως, η εργαζόμενη δεν καταβάλλει εισφορές στο υποχρεωτικό συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, το ταμείο ασφαλίσεως αρνείται να επιστρέψει ποσά τα οποία ουδέποτε καταβλήθηκαν.
43. Δεν έχει σημασία ότι η οι άδειες αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη κατά την εκκαθάριση του ποσού της παροχής· εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η εργαζόμενη εισπράττει αμοιβή που αποκλείει αυτόν τον συνυπολογισμό. Δηλαδή η διαφορά δεν συνίσταται στην είσπραξη παροχής το ποσό της οποίας εξαρτάται από τον αριθμό των ασφαλιστικών περιόδων –ως συνέπεια αυτού–, αλλά στο ότι η εισπραττόμενη αμοιβή δεν συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής των εισφορών που συνιστούν προϋπόθεση για τη χορήγηση της παροχής –ως αιτία αυτής.
44. Το γεγονός αυτό δημιουργεί δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης;
45. Εκ των υπαρχόντων στοιχείων προκύπτει ότι η διαφορετική μεταχείριση δεν προκύπτει από τη μητρότητα (40), αλλά από το γεγονός ότι η εισπραττόμενη κατά τη διάρκεια της περιόδου προστασίας αμοιβή δεν συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής εισφορών και ότι, κατά συνέπεια, τα αντίστοιχα ποσά δεν έχουν εισπραχθεί. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση απουσίας του εργαζομένου από την εργασία του λόγω ασθενείας, διότι μετά από ένα ορισμένο χρόνο, τα συμπληρωματικά ποσά που του καταβάλλει η επιχείρηση δεν υπόκεινται, επίσης, στην υποχρέωση εισφοράς προς το υποχρεωτικό συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα (41).
46. Η κατάσταση αυτή, πάντως, αφορά αδιακρίτως τους άνδρες και τις γυναίκες εργαζομένους, ενώ μόνο οι γυναίκες μπορούν να συμπληρώσουν μια τέτοια περίοδο προστασίας της μητρότητας (42). Κατά τη νομολογία, η κατάσταση των γυναικών κατά την περίοδο αυτή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την κατάσταση ενός άνδρα ή μιας γυναίκας που έχουν περιέλθει σε προσωρινή ανικανότητα προς εργασία (43). Η προστασία περί της οποίας πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά, αφενός, τη βιολογική κατάσταση της γυναίκας πριν και μετά τον τοκετό και, αφετέρου, τις ιδιαίτερες σχέσεις που τη συνδέουν με το τέκνο της, κατά τις επόμενες εβδομάδες (44).
47. Στο πλαίσιο του συστήματος που απορρέει από το καταστατικό του VBL, οι ευρισκόμενες σε άδεια μητρότητας εργαζόμενες εισπράττουν μικρότερη αμοιβή –την ασφαλιστική παροχή που εισπράττουν κατά το πέρας του επαγγελματικού τους βίου– καθόσον υπόκεινται σε κανόνες που εξομοιώνουν την κατάστασή τους με κανόνες που ρυθμίζουν διαφορετικές καταστάσεις.
48. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση ως προς τις αμοιβές δεν δικαιολογείται, ούτε έχει καταδειχθεί αν υπάρχει δυνατότητα καταβολής των εισφορών που δεν καταβλήθηκαν στο συμπληρωματικό σύστημα προς αποτροπή της ζημίας την οποία υφίστανται. Επομένως, το σύστημα αυτό είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 119 της Συνθήκης.
49. Τέλος, προκειμένου να αποκλείσει τη συναγωγή κάποιων συμπερασμάτων από την ανωτέρω συλλογιστική, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το γεγονός ότι ως ασφαλιστικός φορέας ένα γερμανικό ασφαλιστικό ταμείο υπόκειται στο ασφαλιστικό δίκαιο και, κατά συνέπεια, στην αυτοτελώς ισχύουσα αρχή της ισότητας στο πλαίσιο αυτού του δικαίου, η δε αύξηση των ασφαλιστικών του υποχρεώσεων λόγω του άρθρου 119 της Συνθήκης θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρων προς κάλυψη των αυξημένων αυτών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων η αύξηση των εισφορών όλων των ασφαλισμένων μισθωτών, αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στη σφαίρα του εθνικού δικαίου (45). Στον εθνικό νομοθέτη εναπόκειται να θεσπίσει τις διατάξεις που απαιτούνται προς αποτροπήν της περιπτώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Γ – Εφαρμογή των οδηγιών 92/85 και 86/378
50. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στις δύο αυτές οδηγίες, η ερμηνεία των οποίων θα μπορούσε να συμβάλει στην επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς.
1. Η οδηγία 92/85
51. Η διαχρονική εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας είναι αμφίβολη, εν προκειμένω, καθόσον οι περίοδοι προστασίας της μητρότητας περί των οποίων πρόκειται συμπληρώθηκαν πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί στα κράτη μέλη για τη μεταφορά της στην εθνική τους έννομη τάξη (46).
52. Πάντως, οι χρονολογικές αυτές διαφορές επιλύονται αν γίνει εννοιολογική διάκριση των δικαιωμάτων τα οποία είχαν ήδη αναλωθεί κατά το χρονικό αυτό σημείο και εκείνων που δεν είχαν αναλωθεί. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται π.χ. τα δικαιώματα που προκύπτουν από το άρθρο 8, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να χορηγείται στις εργαζόμενες άδεια μητρότητας τουλάχιστον δεκατεσσάρων συνεχών εβδομάδων· η διάταξη αυτή δεν θα είχε συνέπειες αν το γενεσιουργό αίτιο της άδειας είχε λάβει χώρα πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας (47).
53. Επειδή το αιτούν δικαστήριο έθεσε, επίσης, το ζήτημα της τηρήσεως του άρθρου 11, το οποίο αφορά τα «συνδεόμενα με τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα», φρονώ ότι η οδηγία έχει εφαρμογή επί της επίμαχης ασφαλιστικής παροχής, διότι κατά την εν λόγω ημερομηνία εξακολουθούσε να υφίσταται σύμβαση εργασίας, ο δε ασφαλισμένος κίνδυνος δεν είχε εισέτι επέλθει.
54. Παρά την άποψη που υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο, η λύση αυτή ανταποκρίνεται στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του VBL και των ασφαλισμένων του, οι οποίοι δικαιολογημένα προσδοκούσαν ότι δεν θα έχουν να αντιμετωπίσουν πρόσθετες παροχές λόγω δικαιωμάτων που έχουν διαμορφωθεί κατά το παρελθόν, καθόσον, κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας, ήταν σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων. Όπως, πράγματι, αποδείχθηκε η οδηγία δημοσιεύθηκε πριν η Ε. Mayer λάβει τις άδειες μητρότητας.
55. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, διασφαλίζει ότι οι ευρισκόμενες σε άδεια μητρότητας εργαζόμενες θα διατηρήσουν τα συνδεόμενα με τη σύμβαση εργασίας τους δικαιώματα. Το δικαίωμα λήψεως ασφαλιστικής παροχής στο πλαίσιο υποχρεωτικού συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού συστήματος περιλαμβάνεται στα δικαιώματα αυτά. Κατά συνέπεια, σύστημα το οποίο κωλύει την καταβολή εισφορών, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη συνεκτίμηση των αδειών αυτών κατά την εκκαθάριση του ποσού της συγκεκριμένης παροχής, έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη αυτή.
56. Υπ’ αυτή την έννοια έχει αποφανθεί το Δικαστήριο αναφορικά με συνταξιοδοτικό σύστημα εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενο από την επιχείρηση (48). Επιπροσθέτως, μολονότι, από 1ης Ιανουαρίου 1999, οι άνδρες εργαζόμενοι καταβάλλουν, επίσης, εισφορές, συμφωνώ με την άπόψη του Bundesgerichtshof ότι το στοιχείο αυτό δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση με τη νομολογία, όπως συμβαίνει και αναφορικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης (49).
57. Εξάλλου, η οδηγία προστατεύει τις εργαζόμενες κατά των νομικών και οικονομικών μειονεκτημάτων που προκύπτουν από τις άδειες μητρότητας, επομένως δε το γεγονός ότι η ασφαλιστική παροχή αποσκοπεί στην αντιστάθμιση εισφορών που έχουν προηγουμένως καταβληθεί στερείται σχετικώς σημασίας. Εκείνο που πράγματι έχει σημασία είναι να μην υποστούν οι εργαζόμενες ζημία κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων αδείας. Επισημαίνεται ότι η κοινοτική διάταξη αφορά δικαιώματα συνδεόμενα με τη σύμβαση εργασίας γενικώς, χωρίς να προβαίνει σε διάκριση αναλόγως του επιδιωκόμενου σκοπού.
2. Η οδηγία 86/378
58. Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή, με βάση το χρονολογικό κριτήριο (50), δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι η παρούσα διαφορά εμπίπτει στο πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
59. Σκοπός της οδηγίας είναι η εφαρμογή της αρχής της ισότητας «στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως» (άρθρο 1), δηλαδή στα συστήματα «που δεν διέπονται από την οδηγία 79/7/ΕΟΚ (51) που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια μιας επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, ενός οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώνουν ή να υποκαθιστούν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, είτε η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική είτε προαιρετική» (άρθρο 2, παράγραφος 1).
60. Ενόψει των χαρακτηριστικών του υποχρεωτικού συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού συστήματος περί του οποίου πρόκειται στην παρούσα υπόθεση (52), φρονώ ότι αυτό εμπίπτει στο πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής της οδηγίας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2.
61. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποκλείει διατάξεις όπως αυτή του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, που προβλέπουν διακοπή της απολαύσεως ή της κτήσεως δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των αδειών μητρότητας, είτε αυτές προβλέπονται εκ του νόμου είτε εκ συμβάσεως, κατά τις οποίες η επιχείρηση καταβάλλει στις εργαζόμενες αμοιβή.
62. Συνεπώς, σύστημα το οποίο αποκλείει τη συνεκτίμηση αυτών των περιόδων στο πλαίσιο της χορηγήσεως μελλοντικής συντάξεως είναι ασυμβίβαστο με την οδηγία 86/378.
VII – Πρόταση
63. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα του τετάρτου πολιτικού τμήματος του Bundesgerichtshof την ακόλουθη απάντηση:
«Το καταστατικό συμπληρωματικού υποχρεωτικού συνταξιοδοτικού συστήματος, δυνάμει του οποίου οι αμοιβές που καταβάλλονται σε εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειάς της μητρότητας δεν υπόκεινται σε φόρο και, επομένως, σε υποχρέωση καταβολής εισφορών επί των οποίων θεμελιώνεται δικαίωμα μηνιαίας ασφαλιστικής παροχής σε περίπτωση διακοπής της σχέσεως εργασίας, είναι ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα δε, με το άρθρο 119 της Συνθήκης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ (ΕΕ L 348, σ. 1).
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 46, σ. 20).
4 – Αναφέρομαι σ’ αυτό το άρθρο και όχι σε εκείνο που το αντικατέστησε, διότι αυτό χρησιμοποιεί το αιτούν δικαστήριο στην απόφαση παραπομπής.
5 – Από 1ης Ιανουαρίου 2001 ισχύει νέο καταστατικό το οποίο αντικαθιστά το προγενέστερο σύστημα με σχέδιο συντάξεων επιχειρήσεως, στηριζόμενο σε σύστημα μορίων συνταξιοδοτήσεως.
6 – Ο Mutterschuzgesetz (γερμανικός νόμος προστασίας της μητρότητας) προβλέπει περίοδο προστασίας έξι εβδομάδων πριν τον τοκετό, στην οποία προστίθεται περίοδος δώδεκα εβδομάδων μετά τον τοκετό.
7 – Άρθρο 13, παράγραφος 2, του Mutterschuzgesetz.
8 – Άρθρο 14, παράγραφος 1, του Mutterschuzgesetz.
9 – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο d, του Einkommensteuergesetz (γερμανικού νόμου περί φόρου επί των εξ εργασίας εισοδημάτων).
10 – Δεδομένου, ιδίως, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 86/378 ορίζει ότι «Η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας λόγω μητρότητας».
11 – Κατά την προτελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η διατήρηση δικαιωμάτων σχετιζομένων με τη σύμβαση εργασίας, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας, προβλέπεται για την εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των σχετικών με την άδεια μητρότητας κανόνων.
12 – Δεν πρέπει να αγνοείται ότι, μολονότι στην πρώτη αιτιολογική της σκέψη επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του άρθρου 119 της Συνθήκης, νομική βάση της οδηγίας 86/378 αποτελούν τα άρθρα 100 και 235, ενώ νομική βάση της οδηγίας 92/85 αποτελεί το άρθρο 118 Α της Συνθήκης.
13 – Αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911, σκέψη 17), και της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή1990, σ. I-1889, σκέψη 37).
14 – Εκτός της προαναφερθείσας αποφάσεως Barber, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-200/91, Coloroll (Συλλογή 1994, σ. I-4389), και της 9ης Οκτωβρίου 2001, C-379/99, Menauer (Συλλογή 2001, σ. I-7275), πλέον πρόσφατα δε οι αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, Schönheit και Becker, C-4/02 και C-5/02 (Συλλογή 2003, σ. Ι-12575), της 30ης Μαρτίου 2004, C-147/02, Alabaster (Συλλογή 2004, σ. Ι-3101), και της 8ης Ιουνίου 2004, C-220/02, Österreichischer Gewerkschaftsbund (Συλλογή 2004, σ. Ι-5907).
15 – Ως παράδειγμα παρατίθενται οι αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-177/88, Dekker (Συλλογή 1990, σ. I-3491), και C-179/88, Handels-og Kontorfunktionærernes Forbund, «Hertz» (Συλλογή 1990, σ. I-3979), της 5ης Μαΐου 1994, C-421/92, Habermann-Beltermann (Συλλογή 1994, σ. I-1657), της 14ης Ιουλίου 1994, C-32/93, Webb (Συλλογή 1994, σ. I-3567), της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-475), της 29ης Μαΐου 1997, C-400/95, Larsson (Συλλογή 1997, σ. I-2757), της 30ής Απριλίου 1998, C-136/95, Thibault (Συλλογή 1998, σ. I-2011), της 30ής Ιουνίου 1998, C-394/96, Brown (Συλλογή 1998, σ. I-4185), της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle (Συλλογή 1998, σ. I-6401), και της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-66/96, Høj Pedersen (Συλλογή 1998, σ. I-7327). Παραθέτω τις περισσότερες από τις αποφάσεις αυτές στις προτάσεις μου επί της προπαρατεθείσας υποθέσεως Boyle (σημείο 26).
16 – Υπενθυμίζω ότι η Συνθήκη του Άμστερνταμ επιβεβαίωσε την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και την συμπεριέλαβε στους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτοί εκτίθενται στο άρθρο 2 του ενοποιημένου κειμένου της ιδρυτικής Συνθήκης, κατά το οποίο «η Κοινότητα έχει ως αποστολή, με τη δημιουργία κοινής αγοράς, οικονομικής και νομισματικής ένωσης και με την εφαρμογή των κοινών πολιτικών ή δράσεων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4, να προάγει […] την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών […]». Την αρχή αυτή επιβεβαίωσε με τη νέα παράγραφο που προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 3, κατά την οποία επιδιώκει την άρση των ανισοτήτων και την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.
17 – Προαναφερθείσα απόφαση Coloroll, σκέψη 38.
18 – Ellis, Evelyn: EC Sex Equality Law, δεύτερη έκδοση, Oxford EC Law Library, Ed. Clarendon Press, Oxford, 1998, σ. 62.
19 – Cervantes, Don Quijote de la Mancha, έκδοση Martín Riquer, RBA editores, Barcelona 1994, πρώτο μέρος, κεφάλαιο XX, σ. 270.
20 – M. de Cervantes όπ.π., δεύτερο μέρος, κεφάλαιο XXVIII, σ. 840.
21 – Όπως υπογράμμισε ο προσφάτως εκλιπών μεγάλος ισπανός καθηγητής Alonso Olea σε ομιλία του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της León στις 23 Ιανουαρίου 1996 με θέμα «Don Quichotte et Sancho, une relation de travai» (Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, μια σχέση εργασίας)
22 – Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland (Συλλογή 1982, σ. 359).
23 – Απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607).
24 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kühn (Συλλογή 1989, σ. 2743).
25 – Προαναφερθείσα απόφαση Barber.
26 – Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Bötel (Συλλογή 1992, σ. I-3589).
27 – Αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. I-4541), και C‑128/93, Fisscher (Συλλογή 1994, σ. I-4583).
28 – Αποφάσεις Gillespie κ.λπ., σκέψη 14· Boyle, σκέψη 38· Alabaster, σκέψη 44 και οι τρεις προμνημονευθείσες αποφάσεις.
29 – Αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471, σκέψη 43)· της 17ης Απριλίου 1997, C-147/95, Ευρενόπουλος (Συλλογή 1997, σ. Ι-2057, σκέψη 19)· της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-366/99, Griesmar (Συλλογή 2001, σ. Ι-9383, σκέψη 28), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/00, Niemi (Συλλογή 2002, σ. Ι-7007, σκέψη 45)· βλ., επίσης, την προαναφερθείσα απόφαση Schönheit και Becker, σκέψη 56).
30 – Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-152/91, Neath (Συλλογή σ. Ι-6935, σκέψη 28)· βλ., επίσης, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Garland, σκέψη 5, Barber, σκέψη 12, και Coloroll, σκέψη 77.
31 – Προαναφερθείσα απόφαση Coloroll, σκέψη 90.
32 – Όπως διευκρίνισε το ίδιο το Bundesgerichtshof με τη διάταξη παραπομπής (κεφάλαιο ΙΙ, σημείο Βασίλειο του Βελγίου του σκεπτικού).
33 – Στη σκέψη 88 της προαναφερθείσας αποφάσεως Coloroll, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η επιβάρυνση του εργοδότη ή του εργαζομένου με τις εισφορές ουδόλως επηρεάζει την έννοια της αμοιβής για τους σκοπούς των επαγγελματικών συντάξεων, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο σύνολό τους, ανεξαρτήτως της πηγής χρηματοδοτήσεώς τους.
34 – Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. Ι-225, σκέψη 30)· βλ., επίσης, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Gillespie κ.λπ., σκέψη 16 και Boyle, σκέψη 39.
35 – Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. Ι-623, σκέψη 58)· βλ., επίσης, προαναφερθείσα απόφαση Schönheit και Becker, σκέψη 69.
36 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-218/98, Abdoulaye κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. Ι-5723, σκέψη 16), βλ., επίσης, προαναφερθείσα απόφαση Griesmar, σκέψη 39.
37 – Αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-1/95, Gerster (Συλλογή 1997, σ. Ι-5253, σκέψη 30), και C-100/95, Kording (Συλλογή 1997, σ. Ι-5289, σκέψη 16)· βλ., επίσης, την προαναφερθείσα απόφαση Boyle, σκέψη 76.
38 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Gillespie κ.λπ., σκέψεις 17 και 20, και Alabaster, σκέψη 46.
39 – Όπως υπογράμμισε το Bundesgerichtshof στη διάταξή του παραπομπής (κεφάλαιο II, παράγραφος 2β, σημείο ββ΄, και παράγραφος 3α, σημείο αα΄, του σκεπτικού).
40 – Ή, αν δεν ληφθεί υπόψη αυτό το στοιχείο, από το φύλο του εργαζομένου.
41 – Όπως προκύπτει από τα άρθρα 44 επ., σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφος 7, του καταστατικού του VBL. Βλ. σημεία 10 και 11 των προτάσεών μου.
42 – Αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει π.χ. με τις γονικές άδειες, οι περίοδοι προστασίας της μητρότητας αφορούν αποκλειστικώς και μόνον τις γυναίκες, όπως υπογράμμισε το Bundesgerichtshof στη διάταξη παραπομπής [κεφάλαιο II, παράγραφος 2β, του σκεπτικού].
43 – Προαναφερθείσα απόφαση Boyle, σκέψη 40.
44 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann (Συλλογή 1984, σ. 3047), σκέψη 25)· βλ., επίσης, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Thibault, σκέψη 25, και Boyle, σκέψη 41.
45 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Menauer, σκέψεις 25 έως 27, και Coloroll, σκέψεις 42 και 43.
46 – Όπως υπογράμμισε στο σημείο 13, οι περίοδοι αυτές συμπληρώθηκαν μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου 1992 και 5ης Απριλίου 1993, αφενός, και μεταξύ 17ης Ιανουαρίου και 22ας Απριλίου 1994, αφετέρου, ενώ η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίίας εξέπνευσε στις 19 Οκτωβρίου 1994, δηλαδή δύο έτη μετά την έκδοσή της (άρθρο 14, παράγραφος 1).
47 – Δεν εξετάζω το ζήτημα που θα ανέκυπτε αν, κατά την εκπνοή αυτής της προθεσμίας, εχορηγείτο στις εργαζόμενες άδεια μητρότητας μικρότερης διάρκειας από εκείνη που προβλέπει η οδηγία.
48 – Προαναφερθείσα απόφαση Boyle, σκέψη 82. Στη σκέψη 85 αυτής της αποφάσεως το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι «η κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος, κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας του άρθρου 8 της οδηγίας 92/85, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εργαζόμενη εισπράττει κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής την αμοιβή που προβλέπεται από τη σύμβαση εργασίας της ή την εθνική νομοθεσία.».
49 – Βλ. σημείο 38 των προτάσεών μου.
50 – Το άρθρο 2 της οδηγίας 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ ορίζει ότι: «Τα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά τους μισθωτούς, πρέπει να καλύπτουν όλες τις παροχές που οφείλονται σε περιόδους απασχόλησης μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 και ισχύουν αναδρομικά από την ημερομηνία αυτή, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα, οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή, έχουν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή έχουν υποβάλει ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση.»
51 – Οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί σταδιακής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
52 – Βλ. σημεία 8 έως 11 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy