ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 17ης Νοεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-371/03
Siegfried Aulinger
κατά
Bundesrepublik Deutschland
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Oberlandesgericht Köln (Ανώτατο Περιφερειακό Δικαστήριο, Κολονία) έχει υποβάλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που παρεμποδίζει τις συναλλαγές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (στο εξής: κανονισμός περί οικονομικού αποκλεισμού) (2).
2. Το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διασαφηνιστεί το ζήτημα εάν ο κανονισμός περί οικονομικού αποκλεισμού εμποδίζει τη «σπαστή μεταφορά» επιβατών προς ή από τις υποκείμενες στον οικονομικό αποκλεισμό χώρες. Ως τέτοια μεταφορά πρέπει να νοηθεί η εμπορική μεταφορά προσώπων μέσω οικονομικής συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεως εγκατεστημένης σε κράτος μέλος της Κοινότητας και επιχειρήσεως εγκατεστημένης στο υποκείμενο σε οικονομικό αποκλεισμό έδαφος, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς προς και από σημείο πλησίον των συνόρων του υποκείμενου σε οικονομικό αποκλεισμό εδάφους, ενώ η δεύτερη προσφέρει υπηρεσίες μεταφοράς από το σημείο εκείνο προς το υποκείμενο στον οικονομικό αποκλεισμό έδαφος, ενώ οι επιβάτες μετεπιβιβάζονται από το ένα όχημα στο άλλο βάσει προσχεδιασμένης διαδικασίας και πληρώνουν ένα μόνο εισιτήριο που παρέχει σε αυτούς δικαίωμα μεταφοράς όσον αφορά ολόκληρη τη διαδρομή.
Νομικό πλαίσιο
3. Στο πλαίσιο των συγκρούσεων που ξέσπασαν από την ανεξαρτητοποίηση των διαφόρων Δημοκρατιών της πρώην Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και, ειδικότερα, από τις συγκρούσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το 1992, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), ενεργώντας βάσει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εξέδωσε το ψήφισμα 757 (1992) σχετικά με την επιβολή οικονομικού αποκλεισμού στις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (στο εξής: ψήφισμα του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού). Ο αποκλεισμός αυτός είχε ιδίως ως στόχο όλες τις εμπορικές συναλλαγές σε σχέση με βασικά προϊόντα και λοιπά εμπορεύματα.
4. Η παράγραφος 4 του ψηφίσματος του ΟΗΕ σχετικά με τον εμπορικό αποκλεισμό επέβαλλε σε όλα τα κράτη μέλη να εμποδίζουν:
«α) την εισαγωγή στην επικράτειά τους κάθε πρώτης ύλης και οποιουδήποτε άλλου προϊόντος προελεύσεως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) τα οποία θα εξάγονταν ύστερα από την ημερομηνία του παρόντος ψηφίσματος·
β) κάθε δραστηριότητα η οποία προέρχεται από τους υπηκόους τους και ασκείται στην επικράτειά τους και η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα ή αντικείμενο να ευνοηθεί η εξαγωγή ή διασυνοριακή μεταφορά κάθε πρώτης ύλης ή κάθε άλλου προϊόντος προελεύσεως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) καθώς και κάθε συναλλαγή εκ μέρους υπηκόων τους ή μέσω σκαφών ή αεροσκαφών φερόντων τη σημαία τους ή στην επικράτειά τους σχετικά με πρώτες ύλες ή άλλα προϊόντα προελεύσεως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) και τα οποία θα εξάγονταν ύστερα από την ημερομηνία του παρόντος ψηφίσματος, συμπεριλαμβανομένης, ειδικότερα, κάθε μεταφοράς κεφαλαίων με προορισμό την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο), με σκοπό τέτοιες δραστηριότητες ή συναλλαγές·
(c) την πώληση ή την προμήθεια, από υπηκόους τους ή από την επικράτειά τους ή μέσω σκαφών ή αεροσκαφών φερόντων τη σημαία τους, κάθε πρώτης ύλης ή άλλου προϊόντος, ασχέτως του αν αυτά προέρχονται ή όχι από την επικράτειά τους, χωρίς όμως σ’ αυτά να περιλαμβάνονται οι προμήθειες για αυστηρώς ιατρική χρήση ή τα τρόφιμα, ληφθέντος υπόψη ότι αυτές οι εξαιρέσεις πρέπει να γνωστοποιούνται στην Επιτροπή του Συμβουλίου Ασφαλείας που έχει συσταθεί με το ψήφισμα 724 (1991) σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία, σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) ή σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για κάθε εμπορική δραστηριότητα που ασκείται επί ή από την επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) καθώς και για κάθε δραστηριότητα που ασκείται από τους υπηκόους τους ή επί της επικράτειάς τους και η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα ή αντικείμενο να ευνοηθεί η πώληση ή η προμήθεια υπό τις ανωτέρω μνημονευόμενες προϋποθέσεις τέτοιων πρώτων υλών ή άλλων προϊόντων.»
5. Η παράγραφος 5 του ψηφίσματος του ΟΗΕ σχετικά με τον οικονομικό αποκλεισμό προέβλεπε τις ακόλουθες διατάξεις: «όλα τα κράτη μέλη θα απέχουν από το να θέτουν στη διάθεση των αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) ή οποιασδήποτε εμπορικής, βιομηχανικής ή παροχής δημοσίων υπηρεσιών επιχειρήσεως κείμενης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) κεφάλαια ή οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ή οικονομικό πόρο και να εμποδίζουν τους υπηκόους τους και κάθε ευρισκόμενο στην επικράτειά τους πρόσωπο από το να μεταφέρει εκεί ή να θέτουν με οποιοδήποτε μέσο στη διάθεση αυτών των αρχών ή των προμνημονευθεισών επιχειρήσεων τέτοια κεφάλαια ή πόρους και να καταβάλλουν οποιαδήποτε άλλα κεφάλαια σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα ευρισκόμενα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) με εξαίρεση καταβολές προοριζόμενες αποκλειστικώς για σκοπούς καθαρά ιατρικής ή ανθρωπιστικής φύσεως και τρόφιμα».
6. Υπό το φως του ψηφίσματος του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού η Κοινότητα και τα κράτη μέλη συμφώνησαν να εκδώσουν σχετικό κοινοτικό κανονισμό, συγκεκριμένα τον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού, και τούτο προκειμένου να διασφαλιστεί, σύμφωνα με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, «η ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλη την Κοινότητα ορισμένων από αυτά τα μέτρα».
7. Εκτός από τη γενική απαγόρευση, από τις 31 Μαΐου 1992, κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας σκοπούσας στην προώθηση, άμεσα ή έμμεσα, εμπορικών συναλλαγών, σε σχέση με πρώτες ύλες και άλλα προϊόντα μεταξύ της Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί εμπορικού αποκλεισμού απαγορεύει επίσης την παροχή μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών οι οποίες έχουν ως σκοπό ή αποτέλεσμα να ευνοήσουν, άμεσα ή έμμεσα, την οικονομία των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, και ιδίως την παροχή μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που προορίζονται:
i) για τους σκοπούς οιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας η οποία λαμβάνει χώρα εντός των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου ή από τις Δημοκρατίες αυτές ή
ii) για κάποιο από τα ακόλουθα πρόσωπα:
– κάθε φυσικό πρόσωπο στις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου,
– κάθε νομικό πρόσωπο υπό εταιρική μορφή ή όπως άλλως έχει συσταθεί, σύμφωνα με το δίκαιο των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου,
– κάθε οργανισμό ασκούντα οικονομική δραστηριότητα (εντός ή εκτός των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου) υπό τον έλεγχο προσώπων κατοικούντων στις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου ή οργανισμών υπό εταιρική μορφή ή όπως άλλως έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο των Δημοκρατιών αυτών.
[…]»
8. Το άρθρο 5 του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού προβλέπει ότι ο εν λόγω κανονισμός «εφαρμόζεται στο έδαφος της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου του εναερίου χώρου της, και σε κάθε αεροσκάφος ή σκάφος υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, καθώς και –σε οποιοδήποτε άλλο μέρος– σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους και σε κάθε οργανισμό υπό εταιρική μορφή ή όπως άλλως έχει συσταθεί, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους.
Η κύρια διαδικασία και τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
9. Ο S. Aulinger είναι ιδιοκτήτης εταιρίας λεωφορείων με έδρα τη Γερμανία. Ακόμα και μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, το εν λόγω πρόσωπο μετέφερε διακινούμενους εργαζομένους, ειδικότερα υπηκόους Σερβίας και Μαυροβουνίου, μέχρι ενός σημείου πλησίον των συνόρων του υποκείμενου στον οικονομικό αποκλεισμό εδάφους. Από το σημείο εκείνο οι επιβάτες μεταφέρονταν προς τον τελικό προορισμό στη Σερβία και το Μαυροβούνιο μέσω εταιρίας λεωφορείων εγκατεστημένης στο καλυπτόμενο από τον οικονομικό αποκλεισμό έδαφος. Καθ’ όμοιο τρόπο γινόταν και το αντίστροφο ταξίδι, από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο στη Γερμανία. Αυτή η πρακτική αποκαλείται από το εθνικό δικαστήριο ως «σπαστή μεταφορά».
10. Ο Aulinger ενεργούσε ως υπεργολάβος για μια εταιρία ταξιδίων με έδρα τη Γερμανία, την Deutsche Touring GmbH, η οποία οργάνωνε ολόκληρο το ταξίδι με λεωφορείο μεταξύ των σημείων αναχώρησης στη Γερμανία και αφίξεως στη Σερβία και το Μαυροβούνιο, και αντιστρόφως, και εξέδιδε ένα «ενιαίο εισιτήριο» για ολόκληρη τη διαδρομή. Οι εταιρίες που παρείχαν τη μεταφορά για το τμήμα διαδρομής του λεωφορείου που βρισκόταν στη Σερβία και το Μαυροβούνιο λειτουργούσαν βάσει συμφωνίας συνεργασίας με την Deutsche Touring GmbH η οποία κατέβαλε την αμοιβή τους σε σχετικό λογαριασμό ή υπό μορφή παροχής πιστώσεως. Τότε, ο έτερος συμβαλλόμενος στο υπό οικονομικό αποκλεισμό έδαφος μπορούσε να μεταφέρει την πίστωση αυτή ή να τη χρησιμοποιήσει ως πρόσθετο οικονομικό μέσο σε συναλλαγές με τρίτους.
11. Αφού υποβλήθηκε σε έλεγχο από τους τελωνειακούς υπαλλήλους στα σύνορα Αυστρίας με Γερμανία κατά την επιστροφή του στη Γερμανία, τον Ιανουάριο του 1993, ο Aulinger διώχθηκε ποινικώς λόγω παραβάσεως του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού. Τότε, ο Aulinger έπαυσε να διενεργεί αυτή τη «σπαστή μεταφορά», ειδικότερα αφότου, κατόπιν σχετικών ενημερωτικών επαφών, οι γερμανικές αρχές του επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι τέτοιες πράξεις ήσαν παράνομες.
12. Η ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον Aulinger ανεστάλη όταν το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάνθηκε, με απόφαση της 21ης Απριλίου 1995, ότι το ψήφισμα του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού δεν εμπόδιζε τη μεταφορά ιδιωτών στο έδαφος της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο έκρινε επίσης ότι δεν ήταν ανάγκη να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα αν το ίδιο συμπέρασμα ίσχυε και για τον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού, εφόσον σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, η παράβαση αυτού του κανονισμού δεν συνιστούσε ποινικό αδίκημα.
13. Κατόπιν τούτου, ο Aulinger άσκησε σχετική αγωγή αποζημιώσεως. Κατόπιν συμφωνίας με το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας, που ήταν υπεύθυνο για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο Aulinger άσκησε επίσης αγωγή αποζημιώσεως, τον Σεπτέμβριο του 2001, κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο ενάγων αξίωσε την καταβολή 500 000 γερμανικών μάρκων (DEM) λόγω ζημιών όσον αφορά την κύρια πηγή εισοδήματός του, οι οποίες οφείλονταν στην ολική διακοπή των μεταφορικών δραστηριοτήτων του προς και από τα σύνορα με Σερβία και Μαυροβούνιο. Η αξίωσή του στηριζόταν στο επιχείρημα ότι, αντίθετα προς την ερμηνεία των γερμανικών αρχών, ο κανονισμός περί οικονομικού αποκλεισμού δεν εμπόδιζε την άσκηση «σπαστής μεταφοράς». Προς στήριξη της αγωγής του, ο Aulinger υπογράμμισε το γεγονός ότι και άλλα κράτη μέλη και, αρχικώς, η Επιτροπή θεωρούσαν ότι τέτοιες δραστηριότητες δεν απαγορεύονταν από τον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού και ότι, κατά συνέπεια, οι γερμανικές αρχές όφειλαν να έχουν διαβουλευθεί με άλλα κράτη μέλη πριν λάβουν θέση επί του θέματος, πράγμα που ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση πολλών ιδιοκτητών εταιριών λεωφορείων.
14. Το Landgericht Bonn (Περιφερειακό Πρωτοδικείο) απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως του Aulinger με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2002, με το αιτιολογικό, ειδικότερα, ότι η εκ μέρους της Γερμανίας ερμηνεία του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού ήταν δικαιολογημένη και ότι, επομένως, δεν υφίστατο πταίσμα, όπως απαιτούνταν από το άρθρο 839 του Bürgerliches Gesetzbuch (Αστικός Κώδικας) ώστε να υφίσταται ευθύνη του εν λόγω κράτους.
15. Ο Aulinger άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Köln, το οποίο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Πρέπει το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εμπορικές μεταφορές προσώπων προς ή από το υποκείμενο στον οικονομικό αποκλεισμό έδαφος, που καλούνται κοινώς “σπαστές μεταφορές”, επιτρέπονταν ή απαγορεύονταν;
Ως “σπαστή μεταφορά” πρέπει να νοηθεί η μεταφορά προσώπων προς ή από το υπαγόμενο στον οικονομικό αποκλεισμό έδαφος μέσω συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεως εγκατεστημένης σε κράτος μέλος της Κοινότητας και επιχειρήσεως εγκατεστημένης στο υποκείμενο στον οικονομικό αποκλεισμό έδαφος, της πρώτης παρέχουσας μεταφορικές υπηρεσίες μέχρι σημείου πλησίον των συνόρων του υποκείμενου στον οικονομικό αποκλεισμό εδάφους και της τελευταίας παρέχουσας μεταφορικές υπηρεσίες από εκεί προς το υποκείμενο στον οικονομικό αποκλεισμό έδαφος (διά μετεπιβιβάσεως των επιβατών σε άλλο όχημα).
2) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι η “σπαστή μεταφορά” είναι νόμιμη, απορρέει από το άρθρο 10 ή το άρθρο 297 EΚ ή άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου η υποχρέωση διαβουλεύσεως με άλλα κράτη μέλη και/ή με την Επιτροπή, πριν από τη λήψη εθνικών μέτρων στηριζομένων στη θέση ότι η σπαστή μεταφορά είναι παράνομη;»
16. Ο Aulinger, η Γερμανία και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
Ισχυρισμοί των διαδίκων
17. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν η πρακτική της «σπαστής μεταφοράς», όπως περιγράφεται ανωτέρω, απαγορεύεται από το άρθρο 1 του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού.
18. Ο Aulinger κάνει διάκριση μεταξύ της «σπαστής μεταφοράς» από ή προς την πληττόμενη με οικονομικό αποκλεισμό περιοχή, λαμβανόμενης υπόψη στο σύνολό της και μιας μερικής παροχής υπηρεσιών συντελουσών στη μεταφορά αυτή, όπως αυτές που ο ίδιος παρείχε για τον οργανωτή της «σπαστής μεταφοράς», που ελάμβανε χώρα σε έδαφος μη εμπίπτον στον οικονομικό αποκλεισμό. Σύμφωνα με τον Aulinger, ούτε το ένα ούτε το άλλο αντίκεινται στον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού.
19. Ο ισχυρισμός ότι οι παρεχόμενες από τον Aulinger υπηρεσίες στο πλαίσιο της «σπαστής μεταφοράς» αντίκεινται στον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα ότι απαγορεύεται κάθε πράξη που θα συντελούσε εμμέσως στην πραγματοποίηση της «σπαστής μεταφοράς». Αυτός που πωλεί τα εισιτήρια για το ταξίδι, ο εργάτης που εφοδιάζει με πετρέλαιο το λεωφορείο ακόμα και οι ταξιδιώτες που πληρώνουν το εισιτήριο του λεωφορείου θα παραβίαζαν επίσης τον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού. Ο οικονομικός αποκλεισμός ναι μεν είναι οικονομικής φύσεως πλην όμως δεν σκοπεί στην απαγόρευση προσωπικού χαρακτήρα ταξιδιών ή μεταφοράς προσώπων.
20. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται, κατ’ αυτόν, και όσον αφορά την οργάνωση της «σπαστής μεταφοράς», θεωρούμενη στο σύνολό της. Στο μέτρο που σκοπεί στη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής εντός της Κοινότητας των κυρώσεων που προβλέπονται από το ψήφισμα του ΟΗΕ σχετικά με τον οικονομικό αποκλεισμό, το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του ψηφίσματος αυτού. Το άρθρο 5 του εν λόγω ψηφίσματος απλώς απαγορεύει σε όλα τα κράτη μέλη να θέτουν στη διάθεση των αρχών ή κάθε επιχειρήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) «οποιαδήποτε κεφάλαια ή οποιουσδήποτε χρηματοπιστωτικούς ή οικονομικούς πόρους». Ακόμα και αν στην έννοια των οικονομικών πόρων έπρεπε να συμπεριληφθεί η παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, η μεταφορά επιβατών προς επιχειρήσεις της Σερβίας και του Μαυροβουνίου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιας φύσεως. Οι μόνοι που επωφελούνται από τέτοιες υπηρεσίες είναι, εν προκειμένω, οι επιβάτες.
21. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η εμπορική μεταφορά προσώπων αποτελεί υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, το οποίο είναι διατυπωμένο κατά τρόπον λίαν ευρύ. Ασχέτως του αν η μεταφορά γίνεται ως σπαστή ή ως απευθείας μεταφορά, τούτο ουδεμία έχει εν προκειμένω σημασία. Η πρακτική της «σπαστής μεταφοράς» είχε ως αποτέλεσμα την προαγωγή, τουλάχιστον κατά τρόπον έμμεσο, της οικονομίας των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, ιδίως διά της ευνοήσεως των εγκατεστημένων στη ζώνη του οικονομικού αποκλεισμού επιχειρήσεων οι οποίες αμείβονται για τη μεταφορά επιβατών –πράγμα που, επομένως, σημαίνει παροχή οικονομικών πόρων σε αυτές τις επιχειρήσεις και, τελικώς, στην οικονομία των υποκείμενων σε οικονομικό αποκλεισμό χωρών– και έτσι της έμμεσης εισαγωγής ξένου συναλλάγματος από τους επιβάτες.
22. Αυτή η γραμματική ερμηνεία ενισχύεται επίσης από την εσωτερική λογική και τους σκοπούς του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού. Η Γερμανική Κυβέρνηση παραπέμπει στην ένατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του εν λόγω κανονισμού, όπου δηλώνεται, χωρίς επιφυλάξεις, ότι «πρέπει να σταματήσουν οι οικονομικές σχέσεις της Κοινότητας με τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου».
23. Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο κανονισμός περί οικονομικού αποκλεισμού πρέπει να ερμηνευθεί ανεξαρτήτως του ψηφίσματος του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού. Ο κοινοτικός νομοθέτης έχει την εξουσία να αποφασίσει σχετικά με οικονομικό αποκλεισμό σκληρότερο αυτού που προβλέπεται στο σχετικό ψήφισμα του ΟΗΕ, και τούτο ενόψει της γειτνιάσεως της Κοινότητας προς τις υπό αποκλεισμό περιοχές.
24. Στη συνέχεια, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού επιβάλλει επίσης την απαγόρευση «σπαστών μεταφορών». Σε αντίθετη περίπτωση, οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού θα μπορούσαν ευχερώς να καταστρατηγηθούν μέσω συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και εταιριών λεωφορείων από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.
25. Αναφερόμενη στην απόφαση Bosphorus (3), η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι για την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου θεσπισθείσας για τη μεταφορά στο εν λόγω δίκαιο ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι πρέπον να γίνεται αναφορά στο ψήφισμα αυτό. Παρ’ όλα αυτά, η απαγόρευση παροχής μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, πράγμα που αποτελεί και το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς, δεν προκύπτει από το ψήφισμα του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού, το οποίο αφορά μόνο συναλλαγές επί πρώτων υλών και άλλων προϊόντων καθώς και τις σχετικές υπηρεσίες και χρηματοπιστωτικές μεταφορές.
26. Έχοντας υπόψη μόνο το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, η Επιτροπή προβαίνει σε διάκριση μεταξύ τριών τύπων μεταφοράς προσώπων προς και από την υποκείμενη στον οικονομικό αποκλεισμό περιοχή, συγκεκριμένα, την απευθείας μεταφορά επιβατών προς ή από την εν λόγω περιοχή, τη μεταφορά από κάποιο σημείο της Κοινότητας προς τα σύνορα με τις υποκείμενες στον οικονομικό αποκλεισμό χώρες χωρίς οργανωμένη μεταφορά επιβατών με συνεργαζόμενη εταιρία λεωφορείων διασφαλίζουσα τη μεταφορά για το τμήμα που περιλαμβάνεται στην υποκείμενη στον οικονομικό αποκλεισμό περιοχή και αντιστρόφως, και τη «σπαστή μεταφορά», όπως η επίμαχη στην υπό κρίση διαδικασία.
27. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ενώ ο δεύτερος τύπος μεταφοράς δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 1 του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού απαγορεύει τόσον την απευθείας όσο και τη «σπαστή μεταφορά» επιβατών.
28. Η απευθείας μεταφορά ευνοεί την οικονομία των πληττομένων από τον οικονομικό αποκλεισμό χωρών κατά δύο τρόπους. Αφενός, απελευθερώνει τα μεταφορικά μέσα της Σερβίας και του Μαυροβουνίου ώστε να χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς και, αφετέρου, επιτρέπει σε διακινούμενους εργαζομένους τον επαναπατρισμό οικονομικών πόρων.
29. Η «σπαστή μεταφορά» αποτελεί μια μη οικονομικής φύσεως υπηρεσία η οποία στηρίζει εμμέσως τις πληττόμενες από τον οικονομικό αποκλεισμό εθνικές οικονομίες. Βάσει της συμφωνίας περί συνεργασίας με επιχειρήσεις μεταφορών εγκατεστημένες στην υποκείμενη στον οικονομικό αποκλεισμό περιοχή, η κοινοτική επιχείρηση διασφαλίζει την άφιξη επιβατών στην περιοχή εκείνη και, επομένως, τον επαναπατρισμό από τους τελευταίους ξένου συναλλάγματος. Επίσης, αμείβοντας τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην υποκείμενη στον οικονομικό αποκλεισμό περιοχή για το τμήμα του ταξιδιού που λαμβάνει χώρα στο έδαφος της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, η κοινοτική επιχείρηση συνεισφέρει έμμεσα στην οικονομία των τελευταίων.
30. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ποιος είναι στην πραγματικότητα ο υπεύθυνος για την παροχή της απαγορευομένης υπηρεσίας. Το εθνικό δικαστήριο οφείλει να προσδιορίσει εάν ο Aulinger είναι δυνατόν, χωρίς ο ίδιος να είναι κατά τρόπον άμεσο υπεύθυνος για την όλη οργάνωση και εφαρμογή, να κριθεί ως έχων παραβιάσει τον οικονομικό αποκλεισμό μέσω της συμμετοχής του στην παροχή της «σπαστής μεταφοράς».
Ανάλυση
31. Πρώτα απ’ όλα, η απαγόρευση παροχής μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που περιλαμβάνεται στον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευθεί ανεξαρτήτως του ψηφίσματος του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού. Πράγματι, το περιέχον νομικές διατάξεις μέρος του εν λόγω κανονισμού επεκτείνει τον οικονομικό αποκλεισμό και σε συναλλαγές σχετικές με πρώτες ύλες και άλλα προϊόντα και στις οικονομικές σχέσεις όσον αφορά μη χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα υπηρεσίες. Εφόσον το ψήφισμα του ΟΗΕ περί οικονομικού αποκλεισμού δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη που να εμποδίζει τα κράτη από τη λήψη περαιτέρω σχετικών με τον οικονομικό αποκλεισμό μέτρων, η Κοινότητα, ενεργούσα στο πλαίσιο των εξουσιών που διαθέτει από τη Συνθήκη ΕΚ, ειδικότερα από το άρθρο 113 αυτής, και για δικούς της πολιτικούς λόγους, αποφάσισε να πράξει έτσι. Αυτά τα μεγαλύτερης εκτάσεως κοινοτικά μέτρα δεν μπορούν να ερμηνευθούν ανεξαρτήτως του ψηφίσματος του ΟΗΕ περί νομικού αποκλεισμού, και τούτο εφόσον βεβαίως τα εν λόγω μέτρα δεν έρχονται σε αντίθεση με τον τελευταίο, πράγμα που, κατά την άποψή μου, δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
32. Το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, έχει συνταχθεί κατά τρόπο ευρύ και εμποδίζει την παροχή μη χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα υπηρεσιών οι οποίες «έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να ευνοήσουν, άμεσα ή έμμεσα, την οικονομία των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου» (4). Ως παράδειγμα απαγορευομένων υπηρεσιών η διάταξη αυτή μνημονεύει «ιδίως» (5) όλες τις μη χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα υπηρεσίες για τους σκοπούς «οιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας» (6) η οποία λαμβάνει χώρα εντός των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου ή από τις Δημοκρατίες αυτές ή παρέχεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στις Δημοκρατίες αυτές ή κάθε οργανισμό ασκούντα οικονομική δραστηριότητα (εντός ή εκτός των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου) υπό τον έλεγχο προσώπων που κατοικούν στις Δημοκρατίες αυτές ή από οργανισμούς που υπό εταιρική μορφή ή όπως άλλως έχουν συσταθεί, σύμφωνα με το δίκαιο των Δημοκρατιών αυτών.
33. Από τη διατύπωση αυτή πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η παροχή «σπαστής μεταφοράς», όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης, απαγορεύεται.
34. Με βάση τη γραμματική ερμηνεία, η συνδυασμένη και συντονισμένη δράση των εταιριών λεωφορείων από την Κοινότητα και τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, υπό τη γενική διεύθυνση του γερμανικού πρακτορείου ταξιδίων, ισοδυναμεί με παροχή μη χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας σε φυσικά πρόσωπα εγκατεστημένα στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Οι επιβάτες αγοράζουν ένα και μόνο εισιτήριο για την όλη διαδρομή, το οποίο παρέχει σε αυτούς δικαίωμα μεταφοράς μεταξύ του σημείου A στην υποκείμενη στον οικονομικό αποκλεισμό περιοχή και του σημείου B εντός της Κοινότητας. Είναι σαφές ότι, τουλάχιστον μερικοί από τους επιβάτες που απολαύουν μιας τέτοιας υπηρεσίας είναι πιθανόν να είναι φυσικά πρόσωπα από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού.
35. Το γεγονός ότι παρίσταται ανάγκη να μετεπιβιβαστούν οι επιβάτες από το ένα λεωφορείο στο άλλο στα σύνορα δεν θίγει το δικαίωμα τους για πλήρες ταξίδι. Το ενιαίο εισιτήριο τους παρέχει δικαίωμα μεταφοράς, στα σύνορα, με λεωφορεία τα οποία κινούνται στο πλαίσιο του ίδιου οργανωμένου συστήματος από συνεργαζόμενες εταιρίες λεωφορείων οι οποίες τους μεταφέρουν στον τελικό τους προορισμό. Οι επιβάτες δεν αφήνονται στην τύχη τους ούτε έχουν ανάγκη να βρουν άλλο μεταφορικό μέσο ή να αγοράσουν νέο εισιτήριο στα σύνορα προκειμένου να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
36. Συμφωνώ επίσης με την Επιτροπή και τη Γερμανική Κυβέρνηση σχετικά με το ότι η δυνατότητα της «σπαστής μεταφοράς» έχει, τουλάχιστον έμμεσα, το αποτέλεσμα να προαγάγει την οικονομία των υποκειμένων σε οικονομικό αποκλεισμό χωρών από δύο απόψεις. Πρώτον, επιτρέπει την εισαγωγή ξένου συναλλάγματος στην υπό οικονομικό αποκλεισμό περιοχή μέσω των διακινουμένων εργαζομένων που επιστρέφουν. Δεύτερον, προσφέρει ευκαιρία για επιχειρηματικές δραστηριότητες που δεν θα μπορούσαν διαφορετικά να υπάρχουν για τις εταιρίες λεωφορείων που είναι εγκατεστημένες στη Σερβία και το Μαυροβούνιο και οι οποίες έχουν αναλάβει την ευθύνη και αμείβονται για το τμήμα του ταξιδιού που πραγματοποιείται στην υπό οικονομικό αποκλεισμό περιοχή.
37. Το γεγονός ότι η αμοιβή καταβάλλεται σε σχετικό λογαριασμό ή ως πιστωτική εγγραφή από την Deutsche Touring GmbH είναι, κατά τη γνώμη μου, άσχετο, εφόσον από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι συνεργαζόμενες εταιρείες από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο έχουν επιπλέον τη δυνατότητα να μεταφέρουν την πίστωση αυτή ή να χρησιμοποιήσουν το πιστωθέν ποσό ως ασφάλεια στις σχέσεις τους με τρίτους, αντλώντας έτσι οικονομικό όφελος έναντι των υπηρεσιών που παρέχουν.
38. Αν γινόταν αποδεκτή η «σπαστή μεταφορά» τούτο θα διακύβευε, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, την αποτελεσματικότητα του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, στο μέτρο που οι διατάξεις του θα μπορούσαν ευχερώς να καταστρατηγούνται μέσω συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και των επιχειρήσεων από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.
39. Τέλος, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, εάν, ενόψει του πραγματικού ρόλου που έχει παίξει ο Aulinger ως υπεργολάβος της Deutsche Touring GmbH στην πραγματοποίηση της «σπαστής μεταφοράς», οι ενέργειές του συνιστούν παραβίαση του οικονομικού αποκλεισμού.
40. Ενόψει όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού εμποδίζει την παροχή από μια επιχείρηση της Κοινότητας «σπαστής μεταφοράς» προς και από το υποκείμενο σε οικονομικό αποκλεισμό έδαφος.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
41. Ενόψει της δοθείσας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα απαντήσεως, το δεύτερο ερώτημα καθίσταται περιττό. Παρ’ όλα αυτά, θα προβώ σε σύντομη εξέτασή του για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα διαπίστωνε ότι η «σπαστή μεταφορά» δεν απαγορεύεται από τον κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού.
42. Στην πραγματικότητα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν, σύμφωνα με τη κοινοτική νομοθεσία, τα κράτη μέλη φέρουν την υποχρέωση να διαβουλεύονται με άλλα μέλη και/ή την Επιτροπή πριν προβούν στη λήψη εθνικών μέτρων στηριζομένων στον παράνομο χαρακτήρα της «σπαστής μεταφοράς».
43. Ο Aulinger ισχυρίζεται ότι η Γερμανία έφερε μια τέτοια υποχρέωση, όπως προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία, αφενός, των άρθρων 10 ΕΚ, σχετικά με την καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας, 133 ΕΚ, σχετικά με την οικονομική πολιτική της Κοινότητας και των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, από τα οποία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν συμφωνήσει στη θέσπιση κοινοτικής πράξεως προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των μέτρων περί οικονομικού αποκλεισμού, και, αφετέρου, του άρθρου 297 ΕΚ, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να διαβουλεύονται μεταξύ τους με σκοπό την από κοινού λήψη των διατάξεων που είναι αναγκαίες για να αποφεύγεται ώστε η λειτουργία της κοινής αγοράς να επηρεάζεται από τα μέτρα που ένα κράτος μέλος είναι δυνατόν να κληθεί να λάβει σε περίπτωση, ιδίως, πολέμου ή σοβαρής διεθνούς εντάσεως συνιστώσας απειλή πολέμου ή για την αντιμετώπιση των υπ’ αυτού συμβατικώς αναληφθεισών δεσμεύσεων με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας.
44. Τόσο η Γερμανία όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής διατάξεως στην κοινοτική νομοθεσία με την οποία να επιβάλλεται στα κράτη μέλη να διαβουλεύονται μεταξύ τους ή με την Επιτροπή –πράγμα που συνέβαινε όσον αφορά άλλους κοινοτικούς κανονισμούς επιβάλλοντες οικονομικούς αποκλεισμούς αλλά όχι στον επίμαχο κανονισμό περί οικονομικού αποκλεισμού–, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας. Επιπλέον, το να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη και η Επιτροπή να συμφωνήσουν επί της ορθής ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή που απορρέει από το άρθρο 220 ΕΚ σχετικά με το ότι μόνον το Δικαστήριο μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να προβαίνει σε αυθεντική ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας.
45. Συμφωνώ με την ουσία της αναπτυχθείσας από την Επιτροπή και τη Γερμανία συλλογιστικής. Κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με τις γενικές αρχές επί των οποίων βασίζεται το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας και οι οποίες διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, στα κράτη μέλη εναπόκειται, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να διασφαλίζουν ότι οι κοινοτικές ρυθμίσεις θα εφαρμόζονται στην επικράτειά τους. Εφόσον η κοινοτική νομοθεσία, περιλαμβανομένων των γενικών αρχών της, δεν περιέχει κοινούς κανόνες σχετικά με το ζήτημα αυτό, οι εθνικές αρχές, όταν εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις, ενεργούν σύμφωνα με τους τυπικούς και ουσιαστικούς κανόνες της δικής τους εθνικής νομοθεσίας (7).
46. Εφόσον ο κανονισμός περί οικονομικού αποκλεισμού, ένα απευθείας εφαρμοζόμενο κοινοτικό μέτρο, δεν περιελάμβανε καμιά ειδική διάταξη επιβάλλουσα διαβούλευση πριν την εφαρμογή του στο πλαίσιο των εθνικών εννόμων τάξεων, τα κράτη μέλη ήσαν υπεύθυνα για την καλόπιστη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεών του. Σε τελευταία ανάλυση, ομοιόμορφη εφαρμογή θα μπορούσε να διασφαλιστεί μέσω της διαδικασίας της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων βάσει του άρθρου 234 ΕΚ.
47. Ούτε προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, υποχρέωση παρόμοια προς την υποστηριζομένη από τις λοιπές μνημονευόμενες από τον Aulinger διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, λαμβανόμενες υπόψη είτε μεμονωμένως είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους.
48. Το άρθρο 10 ΕΚ δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη από το να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τις απευθείας τυγχάνουσες εφαρμογής διατάξεις του κοινοτικού δικαίου χωρίς προηγούμενη διαβούλευση· απλώς ζητεί από αυτά να πράττουν κάτι τέτοιο με καλή πίστη. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, ότι «σπαστή μεταφορά» δεν επιτρέπεται βάσει του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού, ερμηνεία που είναι δικαιολογημένη, οι γερμανικές αρχές δεν ενήργησαν αντίθετα προς τις εκ του άρθρου 10 ΕΚ υποχρεώσεις τους.
49. Όσο για το άρθρο 297 ΕΚ, από το γράμμα του σαφώς προκύπτει ότι η επιβαλλομένη στα κράτη μέλη υποχρέωση διαβουλεύσεως αφορά καταστάσεις κατά τις οποίες έχουν ληφθεί από ένα κράτος μέλος, λόγω σοβαρής κρίσεως, μονομερή μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη σωστή άσκηση των διασφαλιζομένων από τη Συνθήκη ΕΚ ελευθεριών. Τούτο δεν συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, σε μια κατάσταση, όπως αυτή της κύριας δίκης, όπου μια κοινοτική νομική πράξη έχει θεσπίσει τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη.
50. Προς στήριξη του επιχειρήματός του ότι δεν υφίσταται υποχρέωση για προηγούμενη διαβούλευση, ο Aulinger αναφέρεται επίσης στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω ποια σχέση μπορεί να έχει εν προκειμένω η διάταξη αυτή, η οποία έχει αντικατασταθεί από μεταγενέστερες τροποποιήσεις της Συνθήκης ΕΚ. Η ερμηνεία του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού που υιοθετήθηκε από τη Γερμανία και αμφισβητείται από τον Aulinger δεν αποτελεί «ζήτημα εξωτερικής πολιτικής που παρουσιάζει γενικό ενδιαφέρον», και το οποίο θα επέβαλε στα Υψηλά Συμβαλλόμενα στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη Μέρη να ανταλλάσσουν αμοιβαίως πληροφορίες και να διαβουλεύονται, όπως το απαιτούσε το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της εν λόγω Πράξεως.
51. Τέλος, δεν βλέπω στο άρθρο 133 ΕΚ κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως επιβάλλον στα κράτη μέλη υποχρέωση για διαβούλευση, όπως ισχυρίζεται ο Aulinger.
52. Ενόψει της ανωτέρω αναπτύξεως, θεωρώ ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να διαβουλεύονται με άλλα κράτη μέλη και/ή την Επιτροπή πριν από τη λήψη εθνικών μέτρων για την εφαρμογή του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού.
Πρόταση
53. Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω αναπτύξεις, η γνώμη μου είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα δύο υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
1. Το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που παρεμποδίζει τις συναλλαγές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, απαγορεύει την παροχή, από κοινοτική επιχείρηση, «σπαστής μεταφοράς» με προορισμό ή προέλευση τη ζώνη οικονομικού αποκλεισμού, λαμβανομένου υπόψη ότι με την έκφραση «σπαστή μεταφορά» νοείται η εμπορική μεταφορά προσώπων μέσω ενιαίας κοινής οικονομικής δράσεως μεταξύ επιχειρήσεως εγκατεστημένης σε κράτος μέλος της Κοινότητας και άλλης επιχειρήσεως με έδρα στη ζώνη οικονομικού αποκλεισμού, δεδομένου ότι η πρώτη αναλαμβάνει τη μεταφορά με προορισμό ή προέλευση σημείο κείμενο στα σύνορα της ζώνης οικονομικού αποκλεισμού, ενώ η άλλη τη μεταφορά από το σημείο αυτό στη ζώνη υπό οικονομικό αποκλεισμό ή από αυτή στο σημείο αυτό, ενώ εξυπακούεται ότι οι επιβάτες μετεπιβιβάζονται σε άλλο όχημα, κατά προκαθορισμένο τρόπο, ενώ καταβάλλουν ένα και μόνο εισιτήριο, το οποίο τους παρέχει το δικαίωμα μεταφοράς για ολόκληρη τη διαδρομή.
2. Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να διαβουλεύονται με άλλα κράτη μέλη και/ή την Επιτροπή πριν από τη λήψη εθνικών μέτρων για την εφαρμογή του κανονισμού περί οικονομικού αποκλεισμού.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – EE 1993, L 151, σ. 4.
3 – Απόφαση της 30ής Ιουλίου 1996, C-84/95 (Συλλογή 1996, σ. I-3953, σκέψεις 13 και 14).
4 – Η υπογράμμιση δική μου.
5 – Η υπογράμμιση δική μου.
6 – Η υπογράμμιση δική μου.
7 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 17).
Full & Egal Universal Law Academy