ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 2ας Δεκεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-374/03
Gaye Gürol
κατά
Landesamt fόr Ausbildungsförderung Nordrhein-Westfalen
[αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Verwaltungsgericht Sigmaringen (Γερμανία) της 31ης Ιουλίου 2003 στη δίκη μεταξύ Gaye Gürol και Landesamt für Ausbildungsförderung Nordrhein-Westfalen]
«Ερμηνεία της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 9 – Δικαίωμα των τέκνων των εργαζομένων που διαμένουν νομίμως με τους γονείς τους σε κράτος μέλος να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού – Σπουδαστικό επίδομα – Μαθήματα στην Τουρκία»
I – Εισαγωγή
1. Στην υπόθεση αυτή το Verwaltungsgericht του Sigmaringen υπέβαλε τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας (2) (στο εξής: απόφαση 1/80). Ειδικότερα το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η κόρη Τούρκου εργαζομένου που ανήκει στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους δικαιούται σπουδαστικού επιδόματος για σπουδές διαρκείας ενός έτους στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης (Τουρκία).
2. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης έγκειται κυρίως στο πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται αυτό το ερώτημα. Τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων έλκουν στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δικαιώματα από το άρθρο 9 της απόφασης 1/80, που είναι απόφαση θέτουσα σε εφαρμογή τη Συμφωνία Συνδέσεως που συνήφθη μεταξύ ΕΟΚ και Τουρκίας (3). Τα δικαιώματα αυτά διαφέρουν από τα δικαιώματα που έλκουν τα τέκνα των κοινοτικών εργαζομένων από τα άρθρα 39 ΕΚ και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (4) (στο εξής: κανονισμός 1612/68).
II – Νομικό πλαίσιο
Η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας
3. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως στόχο να προωθήσει τη συνεχή και ισόρροπη ενίσχυση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων περιλαμβανομένων και των σχέσεων μεταξύ εργαζομένων, με τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους (άρθρο 12) και με την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως (άρθρο 13) και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (άρθρο 14), προκειμένου να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο του τουρκικού λαού και να διευκολυνθεί αργότερα η προσχώρηση της Τουρκίας στην Κοινότητα (τέταρτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 28).
4. Προς τούτο η Συμφωνία Συνδέσεως προβλέπει μια προπαρασκευαστική φάση για να μπορέσει η Τουρκία να ενισχύσει την οικονομία της με τη βοήθεια της Κοινότητας (άρθρο 3), μια μεταβατική φάση κατά την οποία τα μέρη πραγματοποιούν σταδιακά την τελωνειακή ένωση και την προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής της Τουρκίας και της Κοινότητας (άρθρο 4) και μία τελική φάση στηριζομένη στην τελωνειακή ένωση και περιλαμβάνουσα την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των συμβαλλομένων μερών (άρθρο 5).
5. Το άρθρο 6 της Συμφωνίας Συνδέσεως είναι το ακόλουθο: «Για να εξασφαλισθεί η εφαρμογή και η βαθμιαία ανάπτυξη του καθεστώτος της συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνδέσεως, το οποίο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται από τη συμφωνία». Το Συμβούλιο Συνδέσεως έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζει η συμφωνία και στις περιπτώσεις που προβλέπει αυτή (άρθρο 22, παράγραφος 1). Έκαστο το δύο συμβαλλομένων μερών οφείλει να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αυτών των αποφάσεων.
6. Το άρθρο 9 της Συμφωνίας Συνδέσεως είναι το ακόλουθο: «Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων, οι οποίες θα ηδύναντο να θεσπισθούν σύμφωνα με το άρθρο 8, κάθε διάκριση που βασίζεται στην ιθαγένεια απαγορεύεται, σύμφωνα με την αρχή η οποία εκτίθεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας.»
7. Το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως είναι το ακόλουθο: «Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49, και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους.»
8. Το πρόσθετο πρωτόκολλο που συνήφθη εγκρίθηκε και επιβεβαιώθηκε στο όνομα της Κοινότητας με τον κανονισμό 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (5) (στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο) θεσπίζει στο άρθρο 1 τους όρους, τον τρόπο και τον ρυθμό εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 1 της Συμφωνίας Συνδέσεως. Κατά το άρθρο 62 το πρόσθετο πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας αυτής.
9. Το πρόσθετο πρωτόκολλο περιλαμβάνει τον τίτλο II, κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών, του οποίου το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στους εργαζομένους.
10. Στο άρθρο 36 καθορίζει τις περιόδους για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 2 της Συμφωνίας Συνδέσεως και ορίζει ότι το Συμβούλιο Συνδέσεως θεσπίζει τις αναγκαίες προς τούτο διατάξεις.
Β – Η απόφαση 1/80
11. Το Συμβούλιο Σύνδεσης εξέδωσε στις 19 Σεπτεμβρίου 1980 την απόφαση 1/80. Παραδόξως η απόφαση αυτή ουδέποτε δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα (6). Κατά την Τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 1/80, «στον κοινωνικό τομέα η απόφαση σκοπεί να βελτιώσει το καθεστώς στο οποίο υπάγονται οι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους σε σχέση με το καθεστώς που θεσπίστηκε με την απόφαση 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως».
12. Στο επίκεντρο της παρούσας υπόθεσης βρίσκεται το άρθρο 9 που είναι το ακόλουθο: «Τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα, τα οποία κατοικούν νομίμως εντός κράτους μέλους της Κοινότητας με τους γονείς τους, οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, γίνονται δεκτά εντός αυτού του κράτους μέλους στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την κατάρτιση που ισχύουν γι τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους. Δικαιούνται να απολαύουν, εντός αυτού του κράτους μέλους, των ωφελημάτων που προβλέπονται στον τομέα αυτόν από την εθνική νομοθεσία.»
13. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής ορίζει τα ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη της Κοινότητας εφαρμόζουν στους Τούρκους εργαζόμενους που υπάγονται στη νόμιμη αγορά εργασίας τους ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας σε σχέση με τους κοινοτικούς εργαζομένους όσον αφορά τους μισθούς και λοιπούς όρους εργασίας.»
Γ – Ο κανονισμός 1612/68
14. Το άρθρο 12 του κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες που επιτρέπουν στα τέκνα αυτά να παρακολουθήσουν τα ανωτέρω μαθήματα με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.»
Δ – Η εθνική νομοθεσία
15. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτη φάση του Bundesausbildungsförderungsgesetz (στο εξής: BAföG) χορηγείται σπουδαστικό επίδομα σε κάθε σπουδαστή που έχει τη μόνιμη κατοικία του στη Γερμανία και παρακολουθεί σπουδές σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στο εξωτερικό αν
«1. οι σπουδές είναι χρήσιμες για την εκπαίδευση του ενδιαφερομένου στο τρέχον στάδιο εξέλιξής της και αν τουλάχιστον ένα μέρος της εκπαίδευσης αυτής μπορεί να συνυπολογιστεί για την απαιτούμενη συνήθη διάρκεια της εκπαίδευσης, ή
2. αν στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ ενός γερμανικού και ενός αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος, ο σπουδαστής μπορεί να παρακολουθήσει τα μαθήματα ενιαίας εκπαίδευσης που συνδυάζονται μεταξύ τους, εναλλακτικά στο γερμανικό ή στο αλλοδαπό ίδρυμα, ή
3. αν ο σπουδαστής πραγματοποιεί σπουδές, αφού φοίτησε σε γερμανικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, επί ένα έτος τουλάχιστον, σε εκπαιδευτικό ίδρυμα κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.»
16. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, τέταρτη φράση του BAföG, η πρώτη φράση της διάταξης αυτής δεν έχει εφαρμογή στους σπουδαστές που αναφέρει το άρθρο 8, παράγραφος 2 του BAföG (λοιποί αλλοδαποί) παρά μόνο αν η διαμονή στο εξωτερικό επιβάλλεται από τις διατάξεις περί εκπαιδεύσεως ως μέρος της εκπαίδευσης που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό.
17. Το άρθρο 8, παράγραφος 1 του BAföG ορίζει ότι καταβάλλεται σπουδαστικό επίδομα:
«1. στους Γερμανούς υπό την έννοια του θεμελιώδους νόμου,
2. στους απάτριδες υπό την έννοια του νόμου περί της νομικής καταστάσεως απάτριδων στο έδαφος της Ομοσπονδίας,
3. στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι ασύλου σύμφωνα με τον νόμο περί της διαδικασίας χορηγήσεως ασύλου,
4. στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και είναι πρόσφυγες σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου περί των μέτρων για τους πρόσφυγες που έγιναν δεκτοί στο πλαίσιο ανθρωπιστικής βοήθειας,
5. στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες και των οποίων η άδεια διαμονής στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν είναι απλώς προσωρινή,
6. στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και οι οποίοι προστατεύονται από την απέλαση σύμφωνα με το άρθρο 51 I του Ausländergesetz (νόμου περί αλλοδαπών),
7. στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη μόνιμη κατοικία τους εντός του πεδίου εφαρμογής του νόμου, εφόσον ένας από τους γονείς είναι Γερμανός υπό την έννοια του θεμελιώδους νόμου,
8. στους σπουδαστές οι οποίοι σύμφωνα με τον νόμο περί διαμονής των υπηκόων της Κοινότητας (Aufenthaltsgesetz/EWG) δικαιούνται την ελεύθερη κυκλοφορία υπό την ιδιότητά τους των τέκνων, οι οποίοι στη συνέχεια ως τέκνα έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως ή στους οποίους στη συνέχεια δεν επιτρέπεται η ελεύθερη κυκλοφορία ή το δικαίωμα εγκαταστάσεως υπό την ιδιότητά τους των τέκνων για τον λόγο και μόνον ότι είναι 21 ετών ή μεγαλύτεροι ή δεν συντηρούνται από τους γονείς τους ή τον σύζυγό τους,
9. στους σπουδαστές οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της ΕΚ ή ενός άλλου συμβαλλομένου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και είχαν σχέση απασχολήσεως, εντός της ημεδαπής, πριν από την έναρξη της εκπαιδεύσεως· η ασκηθείσα εκεί δραστηριότητα και το αντικείμενο της εκπαιδεύσεως πρέπει κατ’ αρχήν να είναι συναφή».
18. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, σημείο 2 του BAföG το σπουδαστικό επίδομα χορηγείται στους λοιπούς αλλοδαπούς μόνον αν ένας τουλάχιστον από τους γονείς τους διέμεινε και απασχολήθηκε νομίμως στη Γερμανία επί τρία έτη συνολικά κατά τη διάρκεια των έξι τελευταίων ετών που προηγούνται της ενάρξεως του τμήματος εκπαιδεύσεως για την οποία μπορεί να χορηγηθεί επίδομα.
III – Πραγματικό πλαίσιο
Α – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης
19. Η G. Gűrol, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχει την τουρκική ιθαγένεια, γεννήθηκε στη Γερμανία στις 8 Ιουλίου 1975 και οι γονείς της κατοικούν στη Γερμανία. Από το χειμερινό εξάμηνο 1995/1996 φοιτά στο πανεπιστήμιο του Tübingen οικονομικές επιστήμες με ειδίκευση στις περιφερειακές μελέτες (χώρα: Τουρκία). Για τον λόγο αυτό της χορηγήθηκε σπουδαστικό επίδομα. Από τον Οκτώβριο 1999 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2000 η G. Gűrol φοίτησε στο πανεπιστήμιο Bogazici, στην Κωνσταντινούπολη. Στις 13 Αυγούστου 1999 ζήτησε από την καθής σπουδαστικό επίδομα για τις σπουδές της στο πανεπιστήμιο Bogazici, στην Κωνσταντινούπολη.
20. Με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1999, η υπηρεσία Landesamt für Ausbildingsförderung Nordhein-Westfalen απέρριψε την αίτηση αυτή. Αιτιολόγησε την απόφασή της κυρίως με τον λόγο ότι η Gürol που, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία εμπίπτει ως φοιτήτρια στην κατηγορία «λοιποί αλλοδαποί», δεν δικαιούται σπουδαστικό επίδομα για να φοιτήσει σε εκπαιδευτικό ίδρυμα του εξωτερικού παρά μόνο αν η διαμονή στο εξωτερικό επιβάλλεται από τις διατάξεις περί εκπαιδεύσεως ως μέρος της εκπαίδευσης που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό. Όμως ούτε από τις διατάξεις περί εκπαιδεύσεως ούτε από το πρόγραμμα διδακτορικών σπουδών προκύπτει ότι η σχολή οικονομίας του πανεπιστημίου του Tübingen απαιτεί οπωσδήποτε διαμονή για την πραγματοποίηση σπουδών ενός έτους.
21. Η προσφεύγουσα υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής με επιστολή της 29ης Σεπτεμβρίου 1999 μέσω του Τούρκου ακολούθου στον τομέα της απασχόλησης και των κοινωνικών ζητημάτων στην Καρλσρούη. Στο πλαίσιο της ενστάσεώς της υποστήριξε ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ημεδαπή που πραγματοποιεί εκπαίδευση και ότι επίδομα για σπουδές στο εξωτερικό έχουν λάβει Γερμανοί σπουδαστές. Επί πλέον το άρθρο 10 της απόφασης 1/80 απαγορεύει κάθε διάκριση όσον αφορά τον μισθό και τους λοιπούς όρους εργασίας που καλύπτει επίσης τα κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα.. Βάσει της διάταξης αυτής ο πατέρας της προσφεύγουσας δικαιούται επιδόματα για την κόρη του, η οποία συνεπώς, ως τέκνο Τούρκου εργαζομένου, δικαιούται παροχές στα πλαίσια επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επί πλέον το άρθρο 39 ΕΚ προβλέπει πλεονεκτήματα που δεν συνδέονται με την ιδιότητα του εργαζομένου αλλά θεσπίστηκαν για την προώθηση της ενσωμάτωσης και της κινητικότητας. Τέλος, η διαμονή ενός έτους στο εξωτερικό για λόγους σπουδών επιβάλλεται από τη σχολή οικονομίας του πανεπιστημίου του Tübingen.
22. Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1999, η καθής απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη. Για να στηρίξει την απόφαση αυτή η Landesamt für Ausbildungsförderung επαναλαμβάνει και αναπτύσσει λεπτομερέστερα, κατά τα ουσιώδη, τις θεωρήσεις που είχε αναπτύξει με την πρώτη απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1999. Στις 2 Φεβρουαρίου 2000 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht του Sigmaringen, το οποίο, στο πλαίσιο της εκδικάσεως της προσφυγής, υπέβαλε τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα με διάταξη της 31ης Ιουλίου 2003.
Β – Η άποψη του αιτούντος δικαστηρίου
23. Με τις σκέψεις που αναπτύσσει για να διευκρινίσει τα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι το γράμμα των σχετικών εθνικών διατάξεων του BAföG δεν παρέχουν στην προσφεύγουσα δικαίωμα σπουδαστικού επιδόματος για σπουδές στο εξωτερικό. Εξάλλου η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί τη γενική αρχή της ισότητας που προβλέπει το άρθρο 3 του συντάγματος. Δικαίωμα σπουδαστικού επιδόματος για πραγματοποίηση σπουδών ενός εξαμήνου στην Τουρκία δεν προκύπτει ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 2 του πρώτου πρωτοκόλλου που προσαρτάται στη Σύμβαση περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο. Τέλος η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 3, παράγραφος 1 της απόφασης 3/80 διότι η χορήγηση σπουδαστικού επιδόματος για σπουδές στο εξωτερικό δεν εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της απόφασης 3/80, σύμφωνα με τις διάφορες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που μνημονεύει το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο α) έως θ) της απόφασης.
24. Συνεπώς για να δοθεί απάντηση πρέπει να εξετασθεί αν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 υπέρ της προσφεύγουσας δικαίωμα σπουδαστικού επιδόματος για σπουδές στο εξωτερικό.
Γ – Τα προδικαστικά ερωτήματα
25. Στις 31 Ιουλίου 2003 το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 […] άμεσο αποτέλεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ώστε τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα, τα οποία κατοικούν νομίμως εντός κράτους μέλους της Κοινότητας με τους γονείς τους, οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, να γίνονται δεκτά εντός αυτού του κράτους μέλους στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Πληρούν και εκείνα τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα το κριτήριο της “νόμιμης κατοικίας με τους γονείς τους”, τα οποία στον τόπο της πανεπιστημιακής επαγγελματικής καταρτίσεως ιδρύουν και διατηρούν δική τους κύρια κατοικία, δηλώνουν δε την κατοικία των γονέων τους μόνον ως δευτερεύουσα κατοικία;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Περιλαμβάνει το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 […], εκτός από την αξίωση του προστατευομένου κύκλου προσώπων για ισότιμη πρόσβαση στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και την ισότιμη διεκδίκηση κρατικών παροχών, οι οποίες χορηγούνται από το κράτος μέλος με σκοπό τη διευκόλυνση της συμμετοχής στην εκπαίδευση, ή έχει την έννοια το άρθρο 9 πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με τη δεύτερη πρόταση, της αποφάσεως 1/80 […] ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν τη χορήγηση κοινωνικών παροχών στον τομέα της εκπαιδεύσεως στα προστατευόμενα πρόσωπα της πρώτης προτάσεως από άλλες προϋποθέσεις ή να περιορίζουν τις εν λόγω παροχές;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα:
Ισχύει αυτό και για την εκπαίδευση των προαναφερθέντων προσώπων σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην πατρίδα τους την Τουρκία;»
Δ – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
26. Στην υπό κρίση υπόθεση γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η καθής στην κύρια δίκη (μέσω του Bezirksregierung Köln), η Γερμανική Κυβέρνηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Η προσφεύγουσα διευκρίνισε προφορικά την άποψή της κατά της συνεδρίασης της 21ης Σεπτεμβρίου 2004 όπως και η καθής, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Η καθής, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι από το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 δεν συνάγεται δικαίωμα σπουδαστικού επιδόματος για σπουδές στο εξωτερικό υπέρ της προσφεύγουσας. Αντιθέτως η Επιτροπή και η προσφεύγουσα φρονούν ότι το τέκνο Τούρκων εργαζομένων δικαιούται το σπουδαστικό επίδομα βάσει του άρθρου 9 της απόφασης 1/80.
1. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
27. Με το πρώτο ερώτημα το Verwaltungsgericht ρωτά αν το άρθρο 9, πρώτη φράση της απόφασης 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών.
28. Με την απόφαση Demirel (7) το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη συμφωνίας που συνήφθη από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας όταν, ενόψει του γράμματός της καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης. Τα ίδια κριτήρια ισχύουν και όταν πρόκειται για το ερώτημα αν οι διατάξεις αποφάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως είναι δυνατόν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα (8).
29. Το άρθρο 9, πρώτη φράση της απόφασης 1/80 είναι το ακόλουθο:
«Τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα, τα οποία κατοικούν νομίμως εντός κράτους μέλους της Κοινότητας με τους γονείς τους, οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, γίνονται δεκτά εντός αυτού του κράτους μέλους στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους. Δικαιούνται να απολαύουν, εντός αυτού του κράτους μέλους, των ωφελημάτων που προβλέπονται στον τομέα αυτόν από την εθνική νομοθεσία.» Δικαίωμα προσβάσεως βάσει των ίδιων απαιτήσεων προηγουμένης καταρτίσεως αναγνωρίζεται απερίφραστα και χωρίς αιρέσεις στα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας όπως και στους ημεδαπούς. Η διάταξη θεσπίζει σαφή και άνευ αιρέσεων υποχρέωση ίσης μεταχείρισης των Γερμανών και των Τούρκων σπουδαστών βάσει των ίδιων όρων προηγουμένης καταρτίσεως. Τα πρόσωπα της κατηγορίας που καλύπτει το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 γίνονται δεκτά στα εκπαιδευτικά ιδρύματα υπό τους ίδιους όρους δηλαδή χωρίς δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας. Όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο το άρθρο 9, πρώτη φράση έχει το απαιτούμενο επίπεδο όσον αφορά το στοιχείο του σαφούς και άνευ αιρέσεων ώστε να τυγχάνει απευθείας εφαρμογής. Οι όροι υπό τους οποίους χορηγείται το δικαίωμα καθορίζονται και αυτοί επακριβώς και δεν χρειάζεται να εξειδικευθούν από τον εθνικό νομοθέτη. Η εφαρμογή και η αποτελεσματικότητα του άρθρου 9, πρώτη φράση της απόφασης 1/80 δεν εξαρτάται δηλαδή από τη θέσπιση εθνικής εκτελεστικής πράξης, πράγμα που σημαίνει ότι η διάταξη αυτή τυγχάνει απευθείας εφαρμογής.
30. Στο πρώτο ερώτημα του Verwaltungsgericht αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 9, πρώτη φράση της απόφασης 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
2. Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
31. Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας πληρούν την προϋπόθεση ότι «κατοικούν νομίμως με τους γονείς τους» αν δημιουργούν και διατηρούν την κύρια κατοικία τους στον τόπο όπου παραδίδονται τα μαθήματα πανεπιστημιακής επαγγελματικής κατάρτισης και δηλώνουν την κατοικία των γονέων τους μόνο ως δευτερεύουσα κατοικία.
32. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 απαιτεί μόνο να διαμένουν τα τέκνα με τους γονείς τους. Δεν διατυπώνονται άλλες προϋποθέσεις όπως η ύπαρξη οικογενειακής ζωής ή τόπος μονίμου διαμονής. Το άρθρο αυτό δεν κάνει εξάλλου διάκριση μεταξύ των διαφόρων μορφών διαμονής, λόγου χάρη κυρία ή δευτερεύουσα κατοικία. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι η προϋπόθεση της διαμονής με τους γονείς πληρούται στην περίπτωση που η αιτούσα είναι εγγεγραμμένη στον τόπο διαμονής των γονέων της στο Philippsburg ότι έχει δηλαδή εκεί δευτερεύουσα κατοικία. Κατά την Επιτροπή η ερμηνεία αυτή συνάδει με το πνεύμα και τον σκοπό του άρθρου 9 της απόφασης 1/80. Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει εξάλλου κανένα περιορισμό ως προς την επιλογή ορισμένου τύπου εκπαίδευσης από τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας εκτός του ότι πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις αποδοχής σχετικά με την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Για τους λόγους αυτούς, τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων έχουν δικαίωμα να επιλέξουν τις σπουδές τους και συνεπώς τον τόπο των σπουδών ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής των γονέων τους. Κάθε άλλη ερμηνεία της προϋπόθεσης του τόπου της κατοικίας θα περιόριζε ανεπίτρεπτα το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 9 της απόφασης 1/80.
33. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 απαιτεί να συγκατοικούν τα τέκνα και οι γονείς σε οικογενειακό πλαίσιο. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται στην περίπτωση που το τέκνο κατοικεί, όσο διαρκούν οι σπουδές του, σε δωμάτιο ή διαμέρισμα σε άλλο τόπο αλλά προηγουμένως, δηλαδή πριν αρχίσει τις σπουδές του, κατοικούσε με την οικογένειά του σε οικογενειακό πλαίσιο. Στην αντίθετη περίπτωση του δικαίωμα πρόσβασης στην εκπαίδευση περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό εν πάση περιπτώσει από γεωγραφικής σκοπιάς. Ούτε η έννοια ούτε ο σκοπός ή το γράμμα της προϋπόθεσης περί διαμονής με τους γονείς αποκλείουν την περίπτωση εγκαταλείψεως της διαμονής με τους γονείς στο πλαίσιο των σπουδών. Το εθνικό δικαστήριο οφείλει συνεπώς να εξετάσει αν η προσφεύγουσα διέμενε σε οικογενειακό πλαίσιο με τους γονείς της πριν την έναρξη των σπουδών της.
34. Το άρθρο 9, παράγραφος 1 της απόφασης 1/80 κατά γράμμα λαμβανόμενο απαιτεί ως προϋπόθεση να διαμένουν τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας με τους γονείς τους για να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Συμφωνώ με τη Γερμανική Κυβέρνηση ως προς το ότι η διάταξη αυτή σημαίνει ότι τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων διέμεναν στην οικογενειακή εστία πριν την έναρξη των σπουδών τους. Μπορεί όμως να χρειαστεί να δημιουργήσει το τέκνο την κατοικία του σε άλλη πόλη αν ο τόπος κατοικίας των γονέων του βρίσκεται πολύ μακριά από το εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου επιθυμεί να σπουδάσει το τέκνο Τούρκου εργαζομένου. Τα τέκνα που παρακολουθούν σπουδές δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα, ιδίως σε μια μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία, να το πράξουν από την οικία των γονιών τους. Συνεπώς το δικαίωμα που αναγνωρίζει το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 δεν μπορεί να ασκηθεί πλήρως αν η επιλογή της κατάρτισης περιοριζόταν στα μαθήματα που παραδίδονται στον τόπο διαμονής των γονέων. Μια πλέον περιοριστική ερμηνεία της προϋπόθεσης περί διαμονής θα συνιστούσε για τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στην εκπαίδευση.
35. Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 9 της απόφασης 1/80 συνάδει προς τον σκοπό που είναι να αναγνωριστούν ορισμένα πλεονεκτήματα σε μέλη της οικογένειας Τούρκων εργαζομένων ώστε να ενταχθούν αυτοί γρηγορότερα στην κοινωνική ζωή της χώρας υποδοχής. Αυτό εκφράζει ρητά η τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 1/80: «στον κοινωνικό τομέα η απόφαση σκοπεί να βελτιώσει το καθεστώς στο οποίο υπάγονται οι εργαζόμενοι και τα μέλη της οικογένειάς τους σε σχέση με αυτό που θέσπισε η απόφαση 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως».
36. Συνεπώς στο δεύτερο ερώτημα του Verwaltungsgericht αρμόζει η απάντηση ότι τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων πληρούν την προϋπόθεση ότι «διαμένουν νομίμως με τους γονείς τους» αν εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία κατά την έναρξη της εκπαίδευσης που επιλέγουν για να δημιουργήσουν την κατοικία τους στον τόπο όπου παρέχεται η εκπαίδευση αυτή.
3. Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα
37. Σχετικά με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και η Επιτροπή, αφενός, η καθής στην κύρια δίκη καθώς και η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, αφετέρου, έχουν απόψεις εκ διαμέτρου αντίθετες.
38. Κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, υποστήριξε βασικά ότι το άρθρο 9, δεύτερη φράση της απόφασης 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα και απαγορεύει κάθε διάκριση.
39. Υπέρ της απόψεως του αμέσου αποτελέσματος της διάταξης αυτής επικαλείται το γράμμα της διάταξης καθώς και την έννοια της απόφασης 1/80 όπως μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει από το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως και από το άρθρο 36 του προσθέτου πρωτοκόλλου του 1972 που προβλέπουν τη σταδιακή πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Επί πλέον το δικαίωμα πρόσβασης στην εκπαίδευση που κατοχυρώνει το άρθρο 9, πρώτη φράση της απόφασης 1/80 θα έχανε την πρακτική του αποτελεσματικότητα αν τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας δεν είχαν απόλυτο δικαίωμα στις παροχές που προβλέπει η δεύτερη φράση της διάταξης αυτής.
40. Το δικαίωμα πρόσβασης στην εκπαίδευση θα μπορούσε επίσης να χάσει κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα αν από το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 9, δεύτερη φράση δεν απέρρεε δικαίωμα στην εκπαίδευση ίσο με των Γερμανών υπηκόων.
41. Επικουρικώς, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψή της ως προς το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 9, δεύτερη φράση η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο άρθρο 9, πρώτη φράση που έχει εν πάση περιπτώσει άμεσο αποτέλεσμα μια ερμηνεία κατά την έννοια ότι συνεπάγεται δικαιώματα για παροχές πανομοιότυπα με αυτά που έχουν οι Γερμανοί σπουδαστές.
42. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ερμηνεία αυτή βρίσκει έρεισμα στην ανάλογη διάταξη του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 που, καίτοι διατυπώνεται με ευρύτερους όρους, έχει τον ίδιο σκοπό με το άρθρο 9, πρώτη φράση της απόφασης 1/80, δηλαδή να διευκολύνει την κοινωνική ένταξη των τέκνων διακινουμένων εργαζομένων ΕΚ ή Τούρκων εργαζομένων, εξασφαλίζοντάς τους εκπαίδευση επί ίσοις όροις με τα τέκνα που έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής
43. Η καθής στην κύρια δίκη καθώς και η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η διατύπωση του άρθρου 9, δεύτερη φράση της απόφασης 1/80 δεν στηρίζει την ερμηνεία ότι θεσπίζει υποχρέωση για τα κράτη μέλη να διαθέτουν δημόσιους πόρους προκειμένου να διευκολύνουν τη συμμετοχή των τέκνων τουρκικής ιθαγένειας στην εκπαίδευση υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς. Η διάταξη αυτή, αν ληφθεί υπόψη το γράμμα της, δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χορηγούν τέτοιες παροχές. Η εφαρμογή της απόκειται στην εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη.
44. Για να δοθεί απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα ερμηνείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνο η διατύπωση του άρθρου 9 της απόφασης 1/80 αλλά και η οικονομία και το περιεχόμενο της απόφασης αυτής όπως καταρτίστηκε στο πλαίσιο της σταδιακής εφαρμογής της συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητας και της Τουρκίας.
45. Αρχικά το Συμβούλιο Συνδέσεως δεν σημείωσε πολύ πρόοδο στο επίπεδο της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως όσον αφορά την «σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων». Μετά την έγκριση του προσθέτου πρωτοκόλλου του 1970 με τον κανονισμό 2060/72 παρατηρήθηκε κάποια επιτάχυνση (βλ. παραγράφους 8 έως 10 ανωτέρω). Η επιτάχυνση αυτή οδήγησε στην απόφαση 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως και στη συνέχεια στην απόφαση 1/80.
46. Το κεφάλαιο 2 της απόφασης 1/80 περιέχει διατάξεις κοινωνικού χαρακτήρα. Το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου αυτού αναφέρεται ειδικότερα σε ζητήματα απασχόλησης και ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Ακόμη και αν το τμήμα αυτό σκοπεί, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης, στον κοινωνικό τομέα, «να βελτιώσει το καθεστώς στο οποίο υπάγονται οι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους σε σχέση με το καθεστώς που θέσπισε η απόφαση 2/76», το περιεχόμενο και η διατύπωσή της μαρτυρούν μεγάλη περίσκεψη από πλευράς Συμβουλίου Συνδέσεως ως αρμόδιου νομοθέτη.
47. Αυτό προκύπτει από διάφορες διατάξεις του μέρους αυτού της απόφασης, που καθιερώνει ένα καθεστώς από όλες σχεδόν τις σκοπιές περισσότερο περιοριστικό από αυτό που θεσπίζουν τα άρθρα 39 ΕΚ έως 42 ΕΚ και η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που στηρίζεται στις διατάξεις αυτές.
48. Συγκεκριμένα το άρθρο 6 της απόφασης αναγνωρίζει υπέρ των Τούρκων εργαζομένων δικαίωμα, εξαρτώμενο από αυστηρούς όρους, πρόσβασης στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους της διαμονής τους. Αυτοί βρίσκονται εξάλλου σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος αυτού σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών. Το σύστημα του άρθρου 7 της απόφασης 1/80 που αφορά την πρόσβαση των μελών της οικογένειας Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας της χώρας διαμονής τους είναι και αυτό αισθητά περισσότερο περιοριστικό από αυτό που διέπει τους υπηκόους των κρατών μελών. Αυτό ισχύει και για το πολύ περιοριστικό και εξαρτώμενο από βαρύτατους όρους σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 8 της απόφασης 1/80 όσον αφορά την εντός της Κοινότητας κινητικότητα των Τούρκων εργαζομένων.
49. Αν συγκρίνουμε ολόκληρο το νομικό καθεστώς που διέπει, βάσει της απόφασης 1/80 τους Τούρκους εργαζομένους εντός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που ισχύει για τους υπηκόους των κρατών μελών παρατηρούμε αμέσως ότι το πρώτο δεν στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης ή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Κάθε δικαίωμα και αξίωση οριοθετείται περιοριστικά στην οικεία διάταξη. Όταν η απόφαση κάνει λόγο για ίση μεταχείριση μεταξύ Τούρκων εργαζομένων και εργαζομένων της χώρας υποδοχής το περιεχόμενό της οριοθετείται επακριβώς. Συγκεκριμένα το άρθρο 10, παράγραφος 1 της απόφασης θεσπίζει έναντι των Τούρκων εργαζομένων απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας όσον αφορά την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας. Η ίση μεταχείριση που τους αναγνωρίζει το άρθρο 10, παράγραφος 2 της απόφασης στον τομέα της ενίσχυσης των δημοσίων υπηρεσιών απασχόλησης εξαρτάται και αυτή από αυστηρότατους όρους.
50. Υπενθυμίζω ότι στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας η νομική κατάσταση όσον αφορά τα δικαιώματα και τις παροχές από το Δημόσιο των κοινοτικών υπηκόων που διαμένουν σε χώρα της Κοινότητας διαφορετική από τη χώρα καταγωγής τους δεν είναι όμοια με των υπηκόων της χώρας στην οποία εγκαθίστανται. Το πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό δίκαιο στον τομέα αυτό προβλέπει μεγαλύτερη εξομοίωση με τους ημεδαπούς υπηκόους γι’ αυτούς που χαρακτηρίζονται ως οικονομικοί μετανάστες σε σχέση με τους μη ενεργούς διακινούμενους εργαζόμενους κοινοτικούς υπηκόους που διέπονται από την οδηγία 90/364/ΕΟΚ (9) ή τους σπουδαστές που διέπονται από την οδηγία 93/96/ΕΟΚ (10). Η ένταση μεταξύ της αρχής της ισότητας και των διαχωρισμών που επέφερε στον τομέα αυτό το κοινοτικό πρωτογενές και παράγωγο δίκαιο αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός της Κοινότητας. Η σχετική νομολογία στην οποία τα όρια μεταξύ της εφαρμογής της αρχής της ισότητας και των διαχωρισμών που προέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης ενίοτε ανακαθορίζονται, χωρίς όμως να παύουν να γίνονται σεβαστά (11). Αυτή η ένταση μεταξύ της αρχής της ισότητας και των διαχωρισμών που πρόβλεψε ρητά ο αρμόδιος νομοθέτης εμφανίζεται και στην παρούσα υπόθεση.
51. Η νομική κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων εντός της Κοινότητας βάσει της απόφασης 1/80 μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα, να χαρακτηρισθεί ως προνομιακή αν τη συγκρίνουμε με την κατάσταση άλλων εργαζομένων τρίτων χωρών. Καίτοι το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως προβλέπει ρητά σταδιακή εξέλιξη της κατάστασης αυτής προς αυτήν των κοινοτικών υπηκόων, η δράση του Συμβουλίου Συνδέσεως ως αρμοδίου νομοθέτη στον τομέα αυτό δεν υπήρξε μέχρι στιγμής πολύ προωθημένη. Το αποτέλεσμα είναι κατά την άποψή μου ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να αναζητηθεί βασικά στο κείμενο, στην οικονομία και στο όλο πλαίσιο της απόφασης 1/80 και ότι επιβάλλεται μεγάλη περίσκεψη αν το νομοθέτημα αυτό ερμηνευθεί κατ’ αναλογία με το πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό δίκαιο περί ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων. Συγκεκριμένα αν το Συμβούλιο Συνδέσεως είχε θελήσει να πλησιάσει περισσότερο η νομική κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων την κατάσταση των εργαζομένων καταγωγής των κρατών μελών θα είχε φροντίσει το ίδιο, ως αρμόδιος νομοθέτης να υπάρξει μεγαλύτερη αναλογία περιεχομένου μεταξύ της απόφασης 1/80 και του πρωτογενούς και παραγώγου κοινοτικού δικαίου στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
52. Δεν είναι συνεπώς ορθό να ερμηνευθεί το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 κατ’ αναλογία με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 όπως προτείνει η Επιτροπή. Από τις γραμματικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ότι ο αρμόδιος νομοθέτης θέλησε ακριβώς στο σημείο αυτό να μην είναι ίδια η ρύθμιση. Νομίζω ότι ο δικαστής πρέπει να σεβαστεί αυτή τη σαφή βούληση του νομοθέτη ή τουλάχιστον να τη λάβει υπόψη.
53. Αν ληφθεί κατά γράμμα, το άρθρο 9, παράγραφος 1 της απόφασης 1/80 προβλέπει υπέρ των τέκνων Τούρκων εργαζομένων που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος το δικαίωμα να παρακολουθούν μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ιδίων κριτηρίων αποδοχής ως προς την κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους. Συμμερίζομαι αυτή την άποψη της Επιτροπής την οποία δεν αμφισβητούν ρητά ούτε η Αυστριακή ούτε η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή η ίση μεταχείριση που επιτάσσει η διάταξη αυτή, η οποία ακριβώς ειπείν αφορά μόνο την πρόσβαση στην εκπαίδευση, δεν έχει έννοια για ορισμένες περιπτώσεις καταρτίσεως –δαπανηρότερες– παρά μόνο αν στα τέκνα Τούρκων υπηκόων δοθεί επίσης η υλική δυνατότητα να μετέχουν στην εκπαίδευση αυτή. Αυτό υπονοεί η δεύτερη φάση του άρθρου 9: «δικαιούνται να απολαύουν εντός αυτού του κράτους μέλους των ωφελημάτων που προβλέπονται στον τομέα αυτόν από την εθνική νομοθεσία.».
54. Η γραμματική και συστηματική ερμηνεία της διάταξης αυτής που έχει χαρακτήρα συμπληρωματικό σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 9, πρώτη φράση δεν επιτρέπει να της αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα ούτε να θεωρηθεί ότι επιβάλλει σιωπηρώς ίση μεταχείριση. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να θεσπίσει υποχρέωση ίσης μεταχείρισης με άμεσο αποτέλεσμα θα μπορούσε να διατυπώσει τη διάταξη αυτή κατ’ άλλο τρόπο: «δικαιούνται να απολαύουν επί ίσοις όροις με τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους των ωφελημάτων που προβλέπονται στον τομέα αυτόν από την εθνική νομοθεσία». Αξίζει να σημειωθεί συναφώς ότι επόμενη διάταξη της απόφασης δηλαδή το άρθρο 10, παράγραφος 2 σχετικά με το δικαίωμα για παροχές ενισχύσεως στην απασχόληση επέλεξε μια διατύπωση σαφή και δεσμευτική.
55. Δεν νομίζω ότι αξίζει να γίνει δεκτή η κάπως ακροβατική ερμηνεία της Επιτροπής. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στην αναλογία με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 στην οποία θα μπορούσε να αναφερθεί ο νομοθέτης αλλά προφανώς δεν το θέλησε.
56. Είναι συνεπώς λογικότερο να ερμηνευθούν οι δύο φράσεις του άρθρου 9 με γνώμονα την αμοιβαία σχέση τους. Όπως τόνισα ήδη στην παράγραφο 54, η δεύτερη φράση είναι μια συμπληρωματική «enabling clause» σε σχέση με την πρώτη φράση πράγμα που ιδρύει για τα κράτη μέλη την υποχρέωση να δώσουν την ουσιαστική δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση και στα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας. Η υλική αυτή υποχρέωση αφήνει βεβαίως στα κράτη μέλη ορισμένα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας –που είναι και αυτή ηθελημένη όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 9, δεύτερη φράση– αλλά αν θεωρηθεί στο πλαίσιο της σχέσης με την πρώτη φράση, το περιθώριο αυτό είναι περιορισμένο: τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας πρέπει να είναι και από υλικής πλευράς σε θέση να παρακολουθήσουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην οποία έχουν δικαίωμα πρόσβασης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση των αναγκαίων προς τούτο υλικών παροχών.
57. Αν χορηγούνται σε μαθητές και σπουδαστές υπό τη μορφή υποτροφιών επιδομάτων προκαταβολών και δανείων για να τους δοθεί η δυνατότητα να παρακολουθήσουν κάποια εκπαίδευση με σκοπό να καταστεί πράγματι δυνατή η εκπαίδευση αυτή, από την ερμηνεία αυτή του άρθρου 9 προκύπτει ότι ίδιο δικαίωμα πρέπει να έχουν και οι Τούρκοι σπουδαστές.
58. Αντιστρόφως αν ένα κράτος μέλος χορηγεί σε Τούρκους μαθητές που επιθυμούν να σπουδάσουν ή να παρακολουθήσουν μαθήματα κατάρτισης, μικρότερες παροχές ή διαφορετικές αυτών που χορηγεί στα τέκνα των ημεδαπών, θα πρέπει να αποδείξεί ότι η διαφορά δεν συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχει από το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 δηλαδή να επιδιώξει να επιτύχει το αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπει το άρθρο αυτό, δηλαδή ότι τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας όχι μόνο γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαίδευσης, μαθητείας και επαγγελματικής κατάρτισης επί ίσοις όροις αλλά και ότι είναι πράγματι σε θέση να ασκήσουν τη δυνατότητα αυτή.
59. Αυτό ισχύει και για τις παροχές που χορηγεί το Δημόσιο στους μαθητές και σπουδαστές για να τους δώσει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα στο εξωτερικό. Τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν και να τερματίσουν δεόντως την κατάρτιση που επέλεξαν και αν κάποια εκπαίδευση στο εξωτερικό εντάσσεται στις σπουδές που έχει επιλέξει ο ενδιαφερόμενος, αυτό επηρεάζει και τα δικαιώματα των τέκνων Τούρκων εργαζομένων. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος πρέπει να δώσει στα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας και την υλική δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται.
60. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξετάσει αν τηρείται η υποχρέωση αυτή βάσει των πραγματικών περιστατικών.
IV – Πρόταση
61. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht te Sigmaringen:
62. Το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980 έχει την εξής έννοια:
– η πρώτη φράση της διάταξης αυτής έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών·
– τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων πληρούν την προϋπόθεση της «νόμιμης διαμονής με τους γονείς τους» και όταν εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία στην αρχή της κατάρτισης που επιλέγουν για να εγκατασταθούν στον τόπο όπου παρέχεται η κατάρτιση αυτή·
– στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν το εθνικό σύστημα που εφαρμόζεται σε Τούρκους υπηκόους όπως η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη τους δίνει την υλική δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε μαθήματα γενικής εκπαίδευσης μαθητείας και επαγγελματικής κατάρτισης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – Απόφαση 1/80 της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την ανάπτυξη της συνδέσεως, που εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως το οποίο συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας.
3 – Η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας που υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 από τη Δημοκρατία της Τουρκίας αφενός και τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα αφετέρου και συνήφθη, εγκρίθηκε και επιβεβαιώθηκε από την Κοινότητα με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/01, σ. 48).
4 – ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 33.
5 – Κανονισμός του Συμβουλίου, περί συνάψεως του προσθέτου πρωτοκόλλου καθώς και του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου που υπεγράφησαν στις 23 Νοεμβρίου 1970 και προσαρτώνται στη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας και περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την έναρξη της ισχύος τους (EE ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149).
6 – Παρά το ελάττωμα αυτό το Δικαστήριο δεν έθιξε την ουσιαστική νομική ισχύ της απόφασης.
7 – Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 14).
8 – Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/79, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I‑3461, σκέψη 15).
9 – Οδηγία του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1990, περί δικαιώματος διαμονής (EE L 180, σ. 26).
10 – Οδηγία του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1993 περί του δικαιώματος διαμονής των σπουδαστών (EE L 317, σ. 59).
11 – Βλ. προτάσεις μου της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-209/03, Bidar (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή) και απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-184/99, Grzelczyk (Συλλογή 2001, σ. I-6193).
Full & Egal Universal Law Academy