ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 26ης Ιανουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-377/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Διαδικασία λόγω παραβάσεως – Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων – Μη εκκαθαρισμένα δελτία TIR – Καθυστερημένη πίστωση των ίδιων πόρων»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου,
– παραλείποντας να εκκαθαρίσει νομοτύπως ορισμένα έγγραφα διαμετακομίσεως (δελτία TIR), πράγμα που είχε ως συνέπεια να μην καταχωριστούν νομοτύπως οι εντεύθεν απορρέοντες ίδιοι πόροι ούτε να αποδοθούν άνευ καθυστερήσεως στην Επιτροπής,
– παραλείποντας να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή όλα τα άλλα μη αμφισβητούμενα ποσά δασμών για τα οποία ακολουθήθηκε ανάλογη διαδικασία (εγγραφή στη λογιστική «Β» και όχι «Α») σχετικά με την μη εκκαθάριση δελτίων TIR από τα βελγικά τελωνεία από το 1996 και εντεύθεν,
– αρνούμενο να καταβάλει τους τόκους που αναλογούν στα ποσά που οφείλονται στην Επιτροπή,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000 (2) (στο εξής: κανονισμός περί ίδιων πόρων) για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728/EΚ, Ευρατόμ και το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (3), ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε από 31 Μαΐου 2000 τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989 (4), για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376/EΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (5), ο οποίος ρυθμίζει το ίδιο αντικείμενο.
2. Η παρούσα διαδικασία αφορά τη βεβαίωση, τη λογιστική καταχώρηση και την απόδοση ιδίων πόρων που προκύπτουν από την εφαρμογή του δασμολογικού καθεστώτος διαμετακομίσεως με δελτία TIR (στο εξής: καθεστώς TIR) και, ως εκ τούτου, τελεί σε στενή συνάφεια με την υπόθεση C-105/02 (6), επί της οποίας υπέβαλαν προτάσεις στις 8 Δεκεμβρίου 2005. Μολονότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση C-105/02 ως προς τις συγκεκριμένες αιτιάσεις και παραλείψεις, μπορώ να παραπέμψω σε σχέση με το γενικό νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως –ήτοι για μία επισκόπηση σχετικά με τη βασική προβληματική της λογιστικής καταχωρίσεως των ιδίων πόρων, σχετικά με το καθεστώς TIR καθώς και σχετικά με την κρίση του καθεστώτος αυτού– στα όσα ανέπτυξα με τις ανωτέρω προτάσεις μου (7). Στη συνέχεια, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, θα παραπέμπω, στην αντίστοιχη θέση, επίσης στις ανωτέρω προτάσεις μου.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός περί ιδίων πόρων
3. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή επικαλείται τον κανονισμό 1150/2000 ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1552/89 –ο οποίος ίσχυε κατά το χρονικό διάσημα κατά το οποίο σημειώθηκαν οι προβαλλόμενες παρατυπίες– από 31ης Μαΐου 2000. Ενόψει του γεγονότος ότι, αφενός, τόσο το περιεχόμενο όσο και η αρίθμηση των μνημονευόμενων στο αιτητικό της προσφυγής άρθρων 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά παρά τις διάφορες επενεχθείσες τροποποιήσεις και, ως εκ τούτου, ουδέν πρόβλημα υφίσταται σε σχέση με το δικαίωμα άμυνας του καθ’ ου κράτους μέλους, και του γεγονότος ότι, αφετέρου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας που ισχύει κατά την εκπνοή της τασσόμενης εκ μέρους της Επιτροπής στο οικείο κράτος μέλος προθεσμίας (8), μπορεί η Επιτροπή να ζητήσει εν προκειμένω να διαπιστωθούν οι παραβάσεις του κανονισμού περί ιδίων πόρων βάσει του κανονισμού 1150/2000 (9).
4. Εντούτοις, πρέπει να διευκρινιστεί συμπληρωματικώς ότι εν προκειμένω θα εξετάσω επίσης την υποχρέωση βεβαιώσεως, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 2 του κανονισμού περί ιδίων πόρων, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο προκριματικό ζήτημα σε σχέση με την ορθή λογιστική καταχώριση και πίστωση των ιδίων πόρων. Ο κανονισμός 1150/2000 επαναλαμβάνει μεν αυτολεξεί τη διάταξη αυτή ως είχε στον κανονισμό 1552/89, ωστόσο το άρθρο αυτό είχε ήδη τροποποιηθεί από 14 Ιουλίου 1996 με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (10). Επομένως, η βεβαίωση των ιδίων πόρων ρυθμιζόταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατά το οποίο γεννήθηκαν οι επίμαχες τελωνειακές οφειλές, ήτοι μέχρι τις 14 Ιουλίου 1996, ως εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη. Η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις».
5. Επομένως, για την εκτίμηση των ενεργειών των βελγικών διοικητικών αρχών σε σχέση με τη βεβαίωση των δελτίων TIR των ετών 1992 έως 1994, που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ιδίως για το ζήτημα της ημερομηνίας της βεβαιώσεως, κρίσιμος είναι κατ’ αρχήν ο κανονισμός 1552/89, ως έχει αρχικώς, εν πάση περιπτώσει –δυνάμει της αρχής ότι οι δικονομικές διατάξεις εφαρμόζονται εν γένει εφ’ όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους (11)– μέχρις ενάρξεως της ισχύος της τροποποιήσεως που επέφερε στις 14 Ιουλίου 1996 ο κανονισμός 1355/9614.
6. Στον βαθμό που δεν κάνω χωριστή μνεία, αναφέρομαι στο εξής, σύμφωνα με το αιτητικό της προσφυγής, στον κανονισμό περί ιδίων πόρων όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1150/2000, του οποίου τις κρίσιμες διατάξεις θα παραθέσω ευθύς αμέσως.
7. Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού περί ιδίων πόρων προβλέπουν σε σχέση με τη βεβαίωση των απαιτήσεων της Κοινότητας τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
2. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.»
8. Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων προβλέπει σχετικά με τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων:
«1. Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.
[…]
3.α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία, υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά το οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α) διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄, σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί καλύπτονται από εγγυήσεις, αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.»
9. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων ορίζει σχετικά με την προθεσμία για την απόδοση των ιδίων πόρων τα εξής:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 στοιχεία α΄ και β΄ της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
Πάντως, για τις απαιτήσεις που βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία, η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.»
Β – Η σύμβαση TIR
10. Το δασμολογικό καθεστώς διαμετακομίσεων με δελτία TIR στηρίζεται στην τελωνειακή σύμβαση περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει των δελτίων TIR (στο εξής: σύμβαση TIR) η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 14 Νοεμβρίου 1975 και στην οποία συμβαλλόμενα μέρη είναι, μεταξύ άλλων, τόσο το Βασίλειο του Βελγίου όσο και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα (12).
11. Το κεφάλαιο ΙΙ της συμβάσεως TIR, το οποίο ρυθμίζει την έκδοση των δελτίων TIR καθώς και την ευθύνη των εγγυοδοτικών οργανισμών, περιέχει μεταξύ άλλων τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 8
1. Ο εγγυοδοτικός οργανισμός αναλαμβάνει την υποχρέωσιν καταβολής των απαιτητών εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων προσηυξημένων, εάν συντρέχη περίπτωσις, με τους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι θα έδει να καταβληθούν, δυνάμει των τελωνειακών νόμων και κανονισμών της χώρας εις την οποίαν θα απεκαλύπτετο ανωμαλία τις αφορώσα εις την μεταφοράν διά δελτίου TIR. Ούτος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά των οφειλετών των ως άνω προβλεπομένων ποσών εις την πληρωμήν των ποσών τούτων.
2. 'Όταν οι νόμοι και οι κανονισμοί συμβαλλομένου τινός Μέρους δεν προβλέπουν την πληρωμήν εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων, επί των εις την ως άνω παράγραφον 1 προβλεπομένων περιπτώσεων, ο εγγυοδοτικός Οργανισμός αναλαμβάνει να καταβάλη, υπό τους ιδίους όρους, ποσόν ίσον προς το ύψος των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και φόρων, προσηυξημένον, εάν συντρέχη περίπτωσις, δια τόκων υπερημερίας.
3. 'Έκαστον συμβαλλόμενον Μέρος καθορίζει, κατά δελτίον TIR, το μέγιστον ύψος των ποσών τα οποία δύνανται να απαιτηθούν εκ του εγγυοδοτικού Οργανισμού, βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 ανωτέρω.
4. Ο εγγυοδοτικός Οργανισμός είναι υπεύθυνος έναντι των Αρχών της χώρας ένθα κείται το Τελωνείον προελεύσεως, από του χρόνου αποδοχής του δελτίου TIR υπό του Τελωνείου. Εις τας εν συνεχεία χώρας διελεύσεως, διαρκούσης μιας πράξεως μεταφοράς εμπορευμάτων υπό το καθεστώς TIR, η ευθύνη αύτη άρχεται από της εισαγωγής των εμπορευμάτων ή εις περίπτωσιν αναστολής της πράξεως μεταφοράς βάσει δελτίου TIR, συμφώνως προς τας διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 26, από της αποδοχής του δελτίου TIR υπό του Τελωνείου ένθα επαναρχίζει η τοιαύτη πράξις.
5. Η ευθύνη του εγγυοδοτικού Οργανισμού καλύπτει ουχί μόνον τα εν τω δελτίω TIR απαριθμούμενα εμπορεύματα, αλλ' ωσαύτως και τα εμπορεύματα άτινα, καίτοι μη απαριθμούμενα εν τω δελτίω ήθελον ανευρεθή εις το εσφραγισμένον τμήμα του οδικού οχήματος ή εις το εσφραγισμένον εμπορευματοκιβώτιον. Η τοιαύτη ευθύνη εις ουδέν έτερον εμπόρευμα εκτείνεται.
6. Προς καθορισμόν των εις τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου αναφερομένων δασμών και φόρων, αι εις το δελτίον TIR διαλαμβανόμεναι ενδείξεις των εμπορευμάτων ισχύουν μέχρις αποδείξεως περί του εναντίου.
7. Οσάκις τα εις τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου αναφερόμενα ποσά, καθίστανται απαιτητά αι αρμόδιαι αρχαί οφείλουν, όπως κατά το μέτρον του δυνατού, απαιτούν την πληρωμήν τούτων από το πρόσωπον ή τα πρόσωπα τα οποία είναι αμέσως οφειλέται των εν λόγω ποσών, προ της προβολής απαιτήσεως προς τον εγγυοδοτικόν Οργανισμόν».
12. Το άρθρο 11 της συμβάσεως TIR ρυθμίζει τη διαδικασία που εφαρμόζεται στην περίπτωση των μη εκκαθαρισμένων ή υπό επιφύλαξη εκκαθαρισμένων δελτίων TIR ως εξής:
«1. Επί περιπτώσεως μη εξοφλήσεως δελτίου TIR ή επί εξοφλήσεως γενομένης μετ’ επιφυλάξεων, αι αρμόδιαι Αρχαί δεν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικόν Οργανισμόν την πληρωμήν των εις τας παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 8 αναφερομένων ποσών, εάν εντός προθεσμίας ενός έτους από της ημερομηνίας χρεώσεως του δελτίου TIR υπό των αρχών τούτων, αύται δεν εγνωστοποίησαν εγγράφως τον Οργανισμόν περί της μη εξοφλήσεως ή της μετά επιφυλάξεων εξοφλήσεως. Η διάταξις αύτη εφαρμόζεται και επί περιπτώσεως εξοφλήσεως επιτευχθείσης αντικανονικώς ή δια δόλου, οπότε ή προθεσμία είναι δύο έτη.
2. Η απαίτησις πληρωμής των εν παραγράφοις 1 και 2 του άρθρου 8 αναφερομένων ποσών απευθύνεται προς τον εγγυοδοτικόν Οργανισμόν ουχί ενωρίτερον από της παρελεύσεως τριών μηνών από της ημερομηνίας καθ’ ην ο εν λόγω Οργανισμός ειδοποιήθη, ότι δεν εξωφλήθη το δελτίον, ότι τούτο εξωφλήθη μετ’ επιφυλάξεων ή ότι ή εξόφλησις επετεύχθη κατά αντικανονικόν τρόπον ή δια δόλου, ουχί δε βραδύτερον των δύο ετών από της αυτής ως άνω ημερομηνίας. Ουχ’ ήττον, επί περιπτώσεων αίτινες ήχθησαν των ενώπιον της δικαιοσύνης εντός της ανωτέρω προθεσμίας των δύο ετών, η απαίτησις πληρωμής απευθύνεται εντός προθεσμίας ενός έτους από της ημερομηνίας καθ' ην η δικαστική απόφασις καθίσταται εκτελεστή.
3. Δια την καταβολήν των απαιτητών ποσών παρέχεται εις τον εγγυοδοτικόν Οργανισμόν προθεσμία τριών μηνών υπολογιζομένη από της ημερομηνίας της προς τούτον απευθυνθείσης απαιτήσεως προς πληρωμήν. Ο Οργανισμός δικαιούται επιστροφής των καταβληθέντων ποσών, εάν εντός δύο ετών από της ημερομηνίας της απαιτήσεως πληρωμής διαπιστωθή κατά τρόπον ικανοποιούντα τας Τελωνειακάς Αρχάς, ότι ουδεμία διεπράχθη ανωμαλία καθ’ όσον αφορά εις την υπό κρίσιν πράξιν μεταφοράς.»
Γ – Ο κανονισμός για την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα
13. Πέραν της διεθνούς συμβάσεως TIR, νομική βάση του καθεστώτος TIR, το οποίο συγκαταλέγεται μεταξύ των εξωτερικών καθεστώτων διαμετακομίσεως, είναι, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (13) (στο εξής: κανονισμός για την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα), ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται στον Τελωνειακό Κώδικα των Κοινοτήτων (14) (στο εξής: ΤΚ) και ο οποίος επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν ήτοι εφαρμόζει στα άρθρά του 451 επ. το καθεστώς που εισήχθη με τη σύμβαση TIR.
14. Το άρθρο 454 του κανονισμού για την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα προβλέπει μεταξύ άλλων:
«(1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της σύμβασης TIR και της σύμβασης ΑΤΑ σχετικά με την υπευθυνότητα των εγγυοδοτικών οργανισμών κατά τη χρησιμοποίηση ενός δελτίου TIR ή δελτίου ΑΤΑ.
(2) Όταν διαπιστώνεται, κατά τη διάρκεια ή επ’ ευκαιρία μιας μεταφοράς που πραγματοποιείται υπό την κάλυψη δελτίου TIR, ή μιας πράξης διαμετακόμισης που πραγματοποιείται υπό την κάλυψη δελτίου ΑΤΑ, ότι διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, η είσπραξη των δασμών και των άλλων, ενδεχομένως, απαιτητών επιβαρύνσεων πραγματοποιείται από αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις, υπό την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής διώξεως.
[…]»
15. Το άρθρο 455 προβλέπει μεταξύ άλλων:
«(1) Όταν διαπιστωθεί ότι, κατά τη διάρκεια ή με την ευκαιρία μεταφοράς βάσει δελτίου TIR ή πράξης διαμετακόμισης βάσει δελτίου ΑΤΑ, διαπράττεται παράβαση ή παρατυπία, οι τελωνειακές αρχές κοινοποιούν αυτήν την παράβαση ή παρατυπία στον κάτοχο του δελτίου TIR ή του δελτίου ΑΤΑ και στον εγγυοδοτικό οργανισμό, μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της σύμβασης TIR ή στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της σύμβασης ΑΤΑ.
(2) Η απόδειξη για την κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης υπό την κάλυψη δελτίου TIR ή δελτίου ΑΤΑ, κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο πρέπει να προσκομίζεται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της σύμβασης TIR και στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της σύμβασης ΑΤΑ.
[…]»
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική διαδικασία
16. Η Επιτροπή στηρίζει την υπό κρίση προσφυγή της σε δύο κυρίως ελέγχους ιδίων πόρων τους οποίους διενήργησε τον Νοέμβριο του 1996 και τον Δεκέμβριο του 1997 στο Βέλγιο και οι οποίοι αποκάλυψαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, την ύπαρξη παρατυπιών σε σχέση με τη βεβαίωση, τη λογιστική καταχώριση και πίστωση ιδίων πόρων της Κοινότητας από το καθεστώς TIR, γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια την καθυστερημένη απόδοση αυτών των ιδίων πόρων.
17. Οι παρατυπίες –ιδίως η καθυστερημένη λογιστική καταχώριση στη λογιστική Β των βεβαιωθεισών τελωνειακών απαιτήσεων από μη εκκαθαρισμένα δελτία TIR στην πλειονότητα των περιπτώσεων που ερευνήθηκαν–, οι οποίες διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο του ελέγχου ιδίων πόρων που διενεργήθηκε το 1996, περιήλθαν εκ νέου σε γνώση των βελγικών διοικητικών αρχών –μετά την αποστολή των εκθέσεων επί των ελέγχων– τον Μάιο του 1999.
18. Όσον αφορά τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο του ελέγχου ιδίων πόρων που διενεργήθηκε το 1997, συνάγεται από την έκθεση επί του διενεργηθέντος ελέγχου ότι οι βελγικές αρχές δεν προέβησαν, σε σχέση με συγκεκριμένα μη εκκαθαρισμένα δελτία TIR, στη λογιστική καταχώριση των βεβαιωθέντων ποσών, μολονότι για τα ποσά αυτά είχε συσταθεί ασφάλεια και δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεως. Τα ποσά αυτά καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β το πρώτον μετά τον έλεγχο ιδίων πόρων με την αιτιολογία ότι ο εθνικός εγγυοδοτικός φορέας είχε προβεί στην άσκηση προσφυγής κατά των μέτρων εισπράξεως.
19. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι επρόκειτο συναφώς για αμφισβητούμενες τελωνειακές οφειλές, κάλεσε τις βελγικές αρχές με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 2000 να καταχωρίσουν τα αντίστοιχα ποσά στη λογιστική Α και να της διαβιβάσουν επιπλέον αναλυτική κατάσταση όλων των μη εκκαθαρισμένων δελτίων ΤIR με στοιχεία σχετικά με τη βεβαίωση και τη λογιστική καταχώρισή τους για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1995 έως 1ης Δεκεμβρίου 1997.
20. Στις απαντητικές επιστολές τους της 12ης Φεβρουαρίου 2001 και της 31ης Μαΐου 2000 που αφορούσαν αντιστοίχως τον έλεγχο ιδίων πόρων του 1996 και του 1997, οι βελγικές αρχές απέρριψαν τις αιτιάσεις και τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
21. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ότι οι ενέργειες των βελγικών αρχών στις ερευνηθείσες περιπτώσεις αντέβαιναν στις διατάξεις περί ιδίων πόρων, παρέθεσε την άποψή της αυτή εκ νέου στο από 23 Οκτωβρίου 2001 έγγραφό της οχλήσεως προς τις βελγικές αρχές οι οποίες απάντησαν σε αυτό με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2002. Στην απάντησή τους, οι βελγικές αρχές επανέλαβαν μεταξύ άλλων ότι οι τελωνειακές οφειλές από τα μη εκκαθαρισμένα δελτία TIR έπρεπε να θεωρηθούν ως αμφισβητούμενες οφειλές και επικαλέστηκαν κατά τα λοιπά τη διαρθρωτική κρίση στην οποία περιήλθε το καθεστώς TIR κατά τα έτη 1995 έως 1997 λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως αντασφαλίσεως στην οποία προέβη κατά τα τέλη του 1994 ο Διεθνής Ασφαλιστικός Όμιλος.
22. Στις 26 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βέλγιο αιτιολογημένη γνώμη. Δεδομένου ότι οι βελγικές αρχές δεν συμμορφώθηκαν προς τα όσα επιτακτικά ζητούσε η Επιτροπή, η τελευταία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
IV – Εξέταση της προσφυγής
Επί της πρώτης αιτιάσεως: μη νομότυπη εκκαθάριση ορισμένων δελτίων TIR, και, ως εκ τούτου, μη νομότυπη λογιστική καταχώριση και καθυστερημένη καταβολή ιδίων πόρων
1. Το παραδεκτό
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
23. Κατ’ αρχάς, η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθ’ ο μέτρο στρέφεται κατά της εκπρόθεσμης λογιστικής καταχωρήσεως των ποσών στη λογιστική Β. Υποστηρίζει ότι αυτή η λογιστική καταχώρηση πραγματοποιήθηκε ευθύς αμέσως η Επιτροπή ενημέρωσε τις βελγικές αρχές για το ζήτημα αυτό με την έκθεση επί του ελέγχου ιδίων πόρων και, ως εκ τούτου, η προβαλλόμενη παράβαση δεν υφίστατο πλέον ήδη κατά την ημερομηνία της διαβιβάσεως της αιτιολογημένης γνώμης. Ως εκ τούτου, η προσφυγή λόγω παραβάσεως είναι απαράδεκτη ως προς το σημείο αυτό.
24. Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή και υποστηρίζει ότι στην πλειονότητα των επίμαχων 33 υποθέσεων οι βελγικές αρχές σε ουδεμία λογιστική καταχώριση είχαν προβεί το 1996 –ούτε στη λογιστική Β ούτε στη λογιστική Α–, αλλά το πρώτον το Δεκέμβριο του 1997 καταχώρησαν τα ποσά στη λογιστική Β. Μετά την άρνηση των βελγικών αρχών να διαβιβάσουν και άλλους παρεμφερείς φακέλους, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι υφίστανται και άλλες τέτοιες περιπτώσεις. Επιπλέον, η εσφαλμένη καταχώριση στη λογιστική Β παράγει τις συνέπειες της καθυστερημένης καταχωρίσεως και, ως εκ τούτου, οι βελγικές αρχές πρέπει να υποχρεωθούν στην καταβολή τόκων υπερημερίας.
β) Εκτίμηση
25. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η παράτυπη λογιστική καταχώριση των ποσών από τελωνειακές οφειλές –είτε πρόκειται για καθυστερημένη καταχώριση στη λογιστική Α είτε για εσφαλμένη καταχώριση στη λογιστική Β– ενδέχεται να έχει ως συνέπεια την παράβαση της υποχρεώσεως που προβλέπει ο κανονισμός περί ιδίων πόρων, ήτοι της υποχρεώσεως πιστώσεως άνευ καθυστερήσεως των ποσών από τελωνειακές οφειλές στον λογαριασμό της Επιτροπής πράγμα το οποίο ενδέχεται να δημιουργήσει την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.
26. Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία η αιτίαση της Επιτροπής περί μη νομότυπης λογιστικής καταχωρίσεως των επίμαχων ποσών και περί καθυστερημένης καταβολής των ποσών αυτών είναι βάσιμη, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι δεν είχαν αρθεί όλες οι συνέπειες της παραβάσεως κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ιδίως η καταβολή τυχόν τόκων υπερημερίας βάσει των όσων ορίζει ο κανονισμός περί ιδίων πόρων. Μολονότι το ζήτημα αν η λογιστική καταχώριση στην υπό κρίση περίπτωση ήταν νομότυπη ήτοι αν τα επίμαχα ποσά ορθώς καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β, θα πρέπει να διευκρινιστεί το πρώτον στο πλαίσιο της έρευνας του βασίμου της προσφυγής, εντούτοις εξακολουθεί σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συμφέρον για την τυχόν διαπίστωση της προβαλλόμενης παραβάσεως (15).
27. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η ένσταση απαραδέκτου δεν είναι βάσιμη.
2. Το βάσιμο της προσφυγής
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
28. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο των δύο ελέγχων ιδίων πόρων, οι οποίοι διενεργήθηκαν τον Νοέμβριο του 1996 και τον Δεκέμβριο του 1997 στο Βέλγιο, διαπιστώθηκαν παρατυπίες σε σχέση με τη βεβαίωση, λογιστική καταχώριση και πίστωση ιδίων πόρων των Κοινοτήτων. Οι περιπτώσεις που ερευνήθηκαν στο πλαίσιο των ελέγχων αυτών, οι οποίες αφορούσαν τα έτη 1992 έως 1994, δεν αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά είναι μέρος μιας παλαιότερης και γενικής πρακτικής. Η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν καταχώρησε στη λογιστική Α και δεν πίστωσε υπέρ της Επιτροπής τις επίμαχες απαιτήσεις –μολονότι είχε συσταθεί ασφάλεια γι’ αυτές και δεν αποτελούσαν αντικείμενο αμφισβητήσεως– εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων.
29. Όσον αφορά ειδικότερα τις περιπτώσεις που ερευνήθηκαν τον Νοέμβριο του 1996, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι βελγικές αρχές σε 20 από τις 33 ερευνηθείσες περιπτώσεις προέβησαν στη λογιστική καταχώρηση των βεβαιωθεισών απαιτήσεων από μη εκκαθαρισμένα δελτία TIR το πρώτον ένα έτος μετά τη διενέργεια του ελέγχου ιδίων πόρων. Σε δύο περιπτώσεις, οι βελγικές αρχές αναγνώρισαν την παράβαση των διατάξεων περί ιδίων πόρων (παράλειψη ανακοινώσεως της τελωνειακής οφειλής και, ως εκ τούτου, παραγραφής της οφειλής αυτής), εντούτοις εξακολούθησαν να μην αποδίδουν στην Επιτροπή τα αντίστοιχα ποσά.
30. Απαιτήσεις από μία σειρά δελτίων TIR καταχωρίστηκαν στη λογιστική Α το πρώτον μετά την καταβολή των ποσών από τον εθνικό εγγυοδοτικό οργανισμό τον Αύγουστο του 1999. Κατά το άρθρο 455 του κανονισμού για την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 11 της συμβάσεως TIR, οι βελγικές αρχές έπρεπε το αργότερο 15 μήνες (12+3) μετά τη χρέωση του δελτίου TIR να βεβαιώσουν τις αντίστοιχες απαιτήσεις και, ακολούθως, να τις καταχωρίσουν στη λογιστική Α εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Δεδομένου ότι η χρέωση των δελτίων TIR έγινε το 1993, οφείλονται τόκοι υπερημερίας για την καθυστερημένη λογιστική καταχώριση και πίστωση. Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, οι βελγικές αρχές δεν έπρεπε να προβούν στην καταχώριση των απαιτήσεων στη λογιστική Α, διότι ο εθνικός εγγυοδοτικός οργανισμός είχε προβεί στην άσκηση προσφυγής κατά των μέτρων εισπράξεως.
31. Όσον αφορά τις περιπτώσεις που ερευνήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1997, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι βελγικές αρχές παρέλειψαν κατ’ αρχάς να προβούν στη λογιστική καταχώριση απαιτήσεων από ορισμένα μη εκκαθαρισμένα δελτία TIR και ότι εσφαλμένως προέβησαν στην καταχώρισή τους στη λογιστική Β μετά τον έλεγχο ιδίων πόρων επικαλούμενες την άσκηση προσφυγής από τον εθνικό εγγυοδοτικό οργανισμό.
32. Η Επιτροπή αντικρούει τα διάφορα επιχειρήματα με τα οποία η Βελγική Κυβέρνηση επιχειρεί να τεκμηριώσει τη νομιμότητα των προσαπτόμενων σε αυτήν ενεργειών.
33. Υποστηρίζει ότι οι καθυστερήσεις όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση υπερβαίνουν κατά πολύ τις προθεσμίες που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού περί ιδίων πόρων τόσο σε σχέση με την καταχώριση στη λογιστική Α όσο και σε σχέση με τη καταχώριση στη λογιστική Β. Προσθέτει ότι η Βελγική Κυβέρνηση φαίνεται να υποστηρίζει ότι όλοι οι σχετικοί φάκελοι (72) αποτελούν περιπτώσεις απάτης· εντούτοις, η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία μόνο για 33 δελτία TIR τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο των ελέγχων του 1996. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι καθυστερήσεις σε σχέση με τη καταχώριση στη λογιστική Α είχαν ως συνέπεια τη καθυστερημένη καταβολή των οικείων ιδίων πόρων και, ως εκ τούτου, την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας. Κατά την Επιτροπή, παρήλθε σειρά ετών από της ανακοινώσεως της μη εκκαθαρίσεως προτού οι βελγικές αρχές προβούν στη λογιστική καταχώριση των επίδικων ποσών. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αντικρούει τα διάφορα επιχειρήματα της Βελγικής Κυβερνήσεως κατά τα οποία οι επίμαχες απαιτήσεις αποτελούσαν αμφισβητούμενες απαιτήσεις ή απαιτήσεις για τις οποίες δεν είχε συσταθεί ασφάλεια κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Μεταξύ άλλων τονίζει ότι το ζήτημα της αμφισβητήσεως από τον εθνικό εγγυοδοτικό οργανισμό δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι θα υπήρχε αμφισβήτηση σε κάθε περίπτωση το πρώτον μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι επίμαχες απαιτήσεις θα έπρεπε να καταχωριστούν στη λογιστική Α και να αποδοθούν στην Κοινότητα.
34. Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται αρχικά την κρίση του καθεστώτος TIR στην οποία αυτό περιήλθε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και η οποία κατά τα έτη 1995 έως 1997 οφειλόταν πρωτίστως στην καταγγελία της συμβάσεως αντασφαλίσεως στην οποία προέβη ο Διεθνής Ασφαλιστικός Όμιλος κατά τα τέλη του 1994 ο οποίος αρνήθηκε εφεξής να καταβάλλει τελωνειακές οφειλές που είχαν γεννηθεί πριν από το 1994. Όλοι οι τελωνειακοί φάκελοι εν προκειμένω αφορούσαν τέτοιες τελωνειακές οφειλές και αποτέλεσαν αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά του Διεθνούς Ασφαλιστικού Ομίλου ο οποίος υποχρεώθηκε το 1999 να προβεί σε ορισμένες καταβολές οι οποίες καταχωρίστηκαν πάραυτα στη λογιστική Α. Ο βελγικός εγγυοδοτικός οργανισμός δεν κατήγγειλε τη σύμβαση εγγυήσεως, εντούτοις εναντιωνόταν συστηματικά σε κάθε απαίτηση που προέκυπτε από δελτίο TIR το οποίο είχε ασφαλιστεί από τον παλαιό Ασφαλιστικό Όμιλο. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το σύνολο των επίδικων ιδίων πόρων προήλθε από 72 (μη) εκκαθαρισμένα λόγω απάτης δελτία TIR μεταξύ Ιουνίου 1992 και Νοεμβρίου 1994 τα οποία είχαν ασφαλιστεί από τον παλαιό Διεθνή Ασφαλιστικό Όμιλο.
35. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε εκτός από την περίπτωση δύο δελτίων TIR, σε σχέση με τα οποία η Βελγική Κυβέρνηση αναγνώρισε την ύπαρξη καθυστερήσεως ως προς την υποβολή αιτήματος για την καταβολή των δασμών, ότι δεν υπήρξε βεβαίωση βάσει το άρθρου 2 του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, θα πρέπει να πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις προκειμένου να είναι δυνατή η βεβαίωση, τούτο δε συνέβη το πρώτον κατά την ημερομηνία της υποβολής αιτήματος προς τον εγγυοδοτικό οργανισμό για τη διενέργεια της πληρωμής. Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της συμβάσεως TIR υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ζητούν τη διενέργεια καταβολής εντός 3 ετών και όχι εντός 15 μηνών –τα κράτη μέλη διαθέτουν 1 έτος για την ανακοίνωση της μη εκκαθαρίσεως καθώς και 2 έτη προκειμένου να ζητήσουν την καταβολή των δασμών– μετά τη χρέωση του δελτίου TIR, εκτός και αν πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για δελτία TIR τα οποία εκκαθαρίστηκαν συνεπεία απάτης, για τα οποία η προθεσμία ανέρχεται σε 4 έτη.
36. Η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι επίμαχες απαιτήσεις ορθώς καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β. Αμφισβητεί ότι οι επίμαχες απαιτήσεις αποτελούν ασφαλισθείσες απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Συναφώς, επικαλείται τη φύση της (προσωπικής) εγγυοδοσίας στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR καθώς και την άρνηση πληρωμής από τον Διεθνή Ασφαλιστικό Όμιλο. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εγγύηση πρέπει να καταπίπτει κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο πρωτοφειλέτης τελεί σε αδυναμία πληρωμής. Εν προκειμένω, η προθεσμία για τη λογιστική καταχώριση έληξε κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Διεθνής Ασφαλιστικός Όμιλος είχε ήδη καταγγείλει τη σύμβαση.
37. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η ύπαρξη αμφισβητήσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων δεν πρέπει να προέρχεται κατ’ ανάγκην από τον άμεσο οφειλέτη του δασμού. Αμφισβήτηση είναι δυνατό να υπάρξει και από τον εγγυοδοτικό οργανισμό. Κατά τα λοιπά, η αμφισβήτηση δεν διέπεται, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, από συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με την τήρηση ορισμένων τύπων. Δεν χρειάζεται επίσης η αμφισβήτηση να προβληθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων.
β) Εκτίμηση
i) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
38. Ανεξαρτήτως των δυσχερειών οι οποίες προέρχονται από το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν είναι πάντοτε επιμελείς κατά την προετοιμασία του νομικού και πραγματικού πλαισίου της διαδικασίας λόγω παραβάσεως (16) ή από το γεγονός ότι οι ίδιες οι κρίσιμες ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τους ιδίους πόρους από έσοδα προερχόμενα από δασμούς είναι ενίοτε άκρως ασαφείς ή ακόμη και ασυνάρτητες και αντιφατικές (17) και, πέραν αυτού, επέρχονται συχνά τροποποιήσεις διαρκούσης μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, ιδιαίτερες επιπλοκές σε περιπτώσεις όπως είναι η εν προκειμένω η οποία αφορά ιδίους πόρους προκαλεί, αφενός, η στενή συνάφεια που υφίσταται μεταξύ των διαφόρων υποχρεώσεων, τις οποίες καθορίζει ο κανονισμός περί ιδίων πόρων, αλλά και, αφετέρου, η σχέση που υφίσταται μεταξύ αυτών των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από ρυθμίσεις σχετικά με τη γένεση και είσπραξη των διαφόρων ιδίων πόρων, ήτοι εν προκειμένω των δασμών.
39. Και στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε διάφορες υποχρεώσεις που απορρέουν απ’ τον κανονισμό περί ιδίων πόρων και από τις κοινοτικές διατάξεις περί της εισπράξεως των δασμών («μη νομότυπη εκκαθάριση ορισμένων δελτίων TIR»), και, ως εκ τούτου, οι προαναφερθείσες συνάφειες πρέπει να διευκρινιστούν προκαταρκτικά σε ορισμένο βαθμό, αφού μάλιστα έχουν ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να κριθεί το υποστατό της εκάστοτε παραβάσεως που προβάλλει η Επιτροπή.
40. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τις υποχρεώσεις που απορρέουν απ’ τον κανονισμό περί ιδίων πόρων, πρέπει –όπως προέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση– να μνημονευθούν μεταξύ των πλέον σημαντικών η βεβαίωση των απαιτήσεων της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, η λογιστική καταχώριση των απαιτήσεων αυτών βάσει του άρθρου 6, ακολούθως η πίστωσή τους στον λογαριασμό της Επιτροπής βάσει των άρθρων 9 και 10 και, τέλος, η καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερημένης πιστώσεως βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Όσον αφορά τη σχέση αυτών των υποχρεώσεων μεταξύ τους, η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας συνδέεται με την πιστωτική εγγραφή των ιδίων πόρων. Η (άνευ καθυστερήσεως) πιστωτική εγγραφή εξαρτάται με τη σειρά της από τη βεβαίωση, αλλά και από τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων εντός των εκάστοτε προβλεπόμενων για τις ενέργειες αυτές προθεσμιών.
41. Στη συνάφεια αυτή, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου υφίσταται «άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας, της υποχρεώσεως άνευ καθυστερήσεως πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας» (18).
42. Επιπλέον, τόκοι υπερημερίας μπορούν να απαιτηθούν ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους η πιστωτική εγγραφή στον λογαριασμό της Επιτροπής διενεργήθηκε καθυστερημένα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος να διακρίνεται η περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος βεβαίωσε τους ιδίους πόρους χωρίς να τους καταβάλει από την περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος παρανόμως παρέλειψε να τους βεβαιώσει (19).
43. Ως εκ τούτου, τυχόν καθυστερημένη–ή ουδόλως χωρήσασα– πιστωτική εγγραφή συνεπάγεται με τη σειρά της την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας, ενδέχεται να οφείλεται τόσο στην υπέρβαση της προθεσμίας που τάσσεται από της βεβαιώσεως των επίμαχων ιδίων πόρων όσο και στο γεγονός ότι η βεβαίωση ήταν καθυστερημένη ή δεν πραγματοποιήθηκε, μολονότι θα έπρεπε βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού περί ιδίων πόρων να έχει πραγματοποιηθεί.
44. Ωστόσο, πέραν αυτού, και η λογιστική καταχώριση έχει ως προς το σημείο αυτό έναν ιδιαίτερο ρόλο, όπως τόνισα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02 (20), σε σχέση με την (εμπρόθεσμη) πιστωτική εγγραφή των ιδίων πόρων, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει ο κανονισμός περί ιδίων πόρων, ως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, προέβλεπε ότι η προθεσμία για την πιστωτική εγγραφή των καταχωρηθέντων στη λογιστική Β ποσών αρχίζει από την είσπραξη των ποσών αυτών, ενώ η προθεσμία για την πιστωτική εγγραφή των καταχωρηθέντων στη λογιστική Α ποσών αρχίζει από τη βεβαίωση των ποσών αυτών. Τούτο έχει με τη σειρά του ως συνέπεια ότι σε σχέση με τα καταχωρηθέντα στη λογιστική Β ποσά, καθ’ ο μέτρο δεν έχουν εισέτι εισπραχθεί, δεν μπορεί να υπάρξει καθυστέρηση σε σχέση με την πιστωτική εγγραφή. Αφετέρου, η εσφαλμένη καταχώριση των ποσών στη λογιστική Β αντί της λογιστικής Α συνεπάγεται τη καθυστερημένη λογιστική εγγραφή και, ως εκ τούτου, την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.
45. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η παράβαση των υποχρεώσεων σε σχέση με τη λογιστική καταχώριση τις οποίες επιβάλλει ο κανονισμός περί ιδίων πόρων –ακριβώς όπως και η παράβαση των λοιπών προαναφερθεισών υποχρεώσεων– έστω και ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνέπειες για την Κοινότητα ήτοι από τις συνέπειες επί του χρόνου της πιστωτικής εγγραφής των αντίστοιχων ποσών, αποτελεί αυτή καθ’ εαυτή παράβαση του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διαπιστώνεται ως τοιαύτη στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
46. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ρυθμίσεως περί ιδίων πόρων, η οποία ορίζει τις επιμέρους λεπτομέρειες βάσει των οποίων τα κράτη μέλη αποδίδουν τους καταβαλλόμενους υπέρ των Κοινοτήτων ιδίους πόρους, και των ρυθμίσεων σχετικά με τη γένεση και είσπραξη των δασμών, που διέπονται πρωτίστως από την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία (ήτοι, κυρίως, από τον ΤΚ, τον κανονισμό για την εφαρμογή του ΤΚ και τη σύμβαση TIR) καθώς και από τις εθνικές νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι οι αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή με την προσφυγή της περιορίζονται σε παραβάσεις του κανονισμού περί ιδίων πόρων και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται εν προκειμένω να αποφανθεί ειδικώς επί των τυχόν παραβάσεων των ρυθμίσεων της τελωνειακής νομοθεσίας.
47. Εντούτοις, μπορούν τέτοιου είδους παραβάσεις να έχουν σημασία εν προκειμένω στον βαθμό που ενδέχεται να αποτελούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ιδίων πόρων και να επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση των ιδίων πόρων (21). Τούτο ισχύει ιδίως σε σχέση με τη βεβαίωση των απαιτήσεων, δεδομένου ότι η βεβαίωση αυτή διέπεται από τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας και, όπως ήδη ελέχθη, η υποχρέωση πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και, ενδεχομένως, η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας δεν ισχύει μόνο σε σχέση με πράγματι βεβαιωθείσες απαιτήσεις, αλλά και σε σχέση με απαιτήσεις των οποίων τη βεβαίωση το κράτος μέλος παρανόμως –λόγω παραβάσεως των διατάξεων της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας– παρέλειψε ή καθυστερημένα δεν πραγματοποίησε (22).
48. Καθ’ ο μέτρο οι ρυθμίσεις της τελωνειακής νομοθεσίας εφαρμόζονται στην απόδοση των ιδίων πόρων της Κοινότητας, όπως αυτή ρυθμίζεται στον κανονισμό περί ιδίων πόρων, ήτοι στον βαθμό που η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής ενδέχεται να έχει ορισμένες συνέπειες ως προς το σημείο αυτό, προκύπτει ως εκ τούτου κάποια «αλληλοεπικάλυψη», κατά κάποιο τρόπο, αυτών των δύο ρυθμιστικών πεδίων. Έτσι, οι «ενδεικτικές» προθεσμίες που προβλέπουν οι διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοα ότι εξυπηρετούν την ταχεία και αποτελεσματική απόδοση των ιδίων πόρων και, ως εκ τούτου, μπορούν να θεωρηθούν δεσμευτικές σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων (23).
ii) Επί των επιμέρους αιτιάσεων
49. Όσον αφορά το περιεχόμενο της αιτιάσεως της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή κάνει μνεία σε «ορισμένα έγγραφα διαμετακομίσεως», χωρίς να διευκρινίζει στο δικόγραφο της προσφυγής της ποια είναι αυτά τα έγγραφα διαμετακομίσεως ή να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο ποσό. Και στην αιτιολογική βάση της προσφυγής της, η Επιτροπή αναφέρεται μάλλον γενικώς και αορίστως στα αποτελέσματα των δύο ελέγχων ιδίων πόρων ή παραθέτει εν είδει παραδείγματος την επεξεργασία ορισμένων εγγράφων διαμετακομίσεως. Επομένως, βάσει των επιχειρημάτων της Επιτροπής και των στοιχείων που προσκόμισε, τίθεται μάλλον το ζήτημα αν, βάσει των δειγματοληπτικών ελέγχων ιδίων πόρων, οι βελγικές αρχές προέβησαν σε ενέργειες οι οποίες αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο σε σχέση με το καθεστώς TIR, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς κατά την άποψή μου να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η αιτίαση είναι βάσιμη για το σύνολο των επίμαχων δελτίων TIR ως προς τα οποία διαφέρουν τα στοιχεία της Επιτροπής από αυτά της Βελγικής Κυβερνήσεως.
50. Ακολούθως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Βελγική Κυβέρνηση συνομολόγησε σε σχέση με δύο δελτία TIR ότι η είσπραξη των επίδικων δασμών δεν πραγματοποιήθηκε από υπαιτιότητα των βελγικών αρχών οι οποίες δεν προέβησαν στις απαιτούμενες ανακοινώσεις και, ως προς το σημείο αυτό, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την αιτίαση της Επιτροπής.
51. Όσον αφορά τις λοιπές περιπτώσεις που μνημονεύει η Επιτροπή ο λόγος προσφυγής που επικαλείται και ο οποίος δεν διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια περιλαμβάνει δύο βασικές αιτιάσεις προς τις οποίες συνέχονται τα λοιπά επιχειρήματα, ήτοι, αφενός, την καθυστερημένη–το πρώτον ένα έτος μετά τον εκάστοτε έλεγχο ιδίων πόρων– λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων από τα δελτία TIR και, αφετέρου, την κατά την άποψη της Επιτροπής εσφαλμένη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων στη λογιστική Β αντί της λογιστικής Α.
52. Αμφότερες οι αιτιάσεις δεν αμφισβητούνται λόγω των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων ερείδονται, ήτοι λόγω του γεγονότος ότι η λογιστική καταχώριση απαιτήσεων από τα δελτία TIR, των οποίων η χρέωση έγινε κατά τα έτη 1992 έως 1994, πραγματοποιήθηκε το πρώτον περίπου ένα έτος μετά τους ελέγχους ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν το 1996 και το 1997 αντιστοίχως και δη στη λογιστική Β. Αντιθέτως, η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι η λογιστική καταχώριση ήταν καθυστερημένη και υποστηρίζει ότι τα επίμαχα ποσά ορθώς καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β.
53. Επομένως, όσον αφορά πρώτον το ζήτημα της καθυστερημένης λογιστικής καταχωρίσεως, τόσο οι απαιτήσεις κατά την έννοια της λογιστικής Α όσο και οι απαιτήσεις κατά την έννοια της λογιστικής Β πρέπει, βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού περί ιδίων πόρων, να καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίον βεβαιώθηκε η απαίτηση.
54. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού περί ιδίων πόρων, ως είχε σε σχέση με τη βεβαίωση απαιτήσεων κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως (24), μία απαίτηση των Κοινοτήτων «θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη».
55. Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι η βεβαίωση αυτή, στην οποία υποχρεούνται να προβαίνουν τα κράτη μέλη (25), δεν αποτελεί χωριστή πράξη βεβαιώσεως την οποία πρέπει να συντάσσουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Αντιθέτως, η έννοια της βεβαιώσεως συνδέεται με ορισμένα διαδικαστικά στάδια ήτοι διοικητικά μέτρα (ανακοίνωση του οφειλομένου φόρου) στο πλαίσιο της εισπράξεως των εκάστοτε ιδίων πόρων, ήτοι εν προκειμένω των δασμών. Το γεγονός ότι η έννοια της βεβαιώσεως συνδέεται με ενέργειες που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας εισπράξεως θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει τις ασάφειες του ορισμού των προϋποθέσεων του κανονισμού περί ιδίων πόρων και των επενεχθεισών σε αυτόν τροποποιήσεων, υπό τη συνδρομή των οποίων πληρούται η υποχρέωση βεβαιώσεως σε σχέση με τους ίδιους πόρους, διότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει, αφενός, να μπορούν να εφαρμόζονται στα διάφορα είδη ιδίων πόρων ήτοι φόρων, αλλά και, αφετέρου, να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές που εξακολουθούν να υφίστανται στις διοικητικές διαδικασίες των κρατών μελών.
56. Σε σχέση με την ανακοίνωση του οφειλόμενου ποσού, το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, ως είχε κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (26), παραπέμπει στις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, ήτοι εν προκειμένω στις διατάξεις της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας. Ακριβώς ειπείν, οι ρυθμίσεις που διέπουν την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών λόγω παραβάσεων που διαπράττονται στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR απορρέουν, εν μέρει, από τη σύμβαση TIR, εν μέρει από τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το καθεστώς TIR του κανονισμού για την εφαρμογή του ΤΚ, ο οποίος με τη σειρά του παραπέμπει στη σύμβαση TIR και στις διατάξεις της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας, και κατά τα λοιπά από τον τελωνειακό κώδικα.
57. Εν προκειμένω, φρονώ ότι ως ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού περί ιδίων πόρων –και το αυτό φρονούν τόσο η Επιτροπή όσο και η Βελγική Κυβέρνηση– νοείται το αίτημα καταβολής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR.
58. Κατά το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, η ανακοίνωση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαιτήσεως μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές.
59. Κατά τα λοιπά, το πότε πράγματι έγινε η ανακοίνωση του ποσού της οφειλής δεν είναι κρίσιμο σε σχέση με την ημερομηνία της βεβαιώσεως κατά την έννοια του κανονισμού περί ιδίων πόρων, αν η ανακοίνωση δεν πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία αυτή, ήτοι μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαιτήσεως μπορεί να υπολογιστεί. Τούτο συνάγεται απ’ το γεγονός ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβαίνουν στη βεβαίωση των απαιτήσεων των Κοινοτήτων και δεν μπορούν να τηρούν την υποχρέωση αυτή, διότι άλλως θα υπήρχε κίνδυνος διαταράξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας της Κοινότητας από τη συμπεριφορά ενός κράτους μέλους (27).
60. Επομένως, για την ημερομηνία της βεβαιώσεως έχει κατ’ αρχήν σημασία το πότε πληρούνται οι προϋποθέσεις της ανακοινώσεως του οφειλόμενου ποσού, ήτοι το πότε οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (28).
61. Εν προκειμένω, η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν για τη βεβαίωση τρία ήτοι –στην περίπτωση δελτίων TIR που έχουν εκκαθαριστεί με απάτη– τέσσερα έτη, ενώ η Επιτροπή θεωρεί ότι σε κάθε περίπτωση η βεβαίωση πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο μετά την πάροδο των 15 μηνών από της χρεώσεως του οικείου δελτίου TIR. Φρονώ ότι καμία από τις τόσο γενικά διατυπωμένες απόψεις δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
62. Όσον αφορά την προσέγγιση της Βελγικής Κυβερνήσεως, πρέπει να τονιστεί ότι οι προθεσμίες των δύο ετών για την ανακοίνωση της μη εκκαθαρίσεως ή της εκκαθαρίσεως υπό επιφύλαξη βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR (το νωρίτερο τρεις μήνες εντός ενός ή –στην περίπτωση που η εκκαθάριση έγινε με άπατη– εντός δύο ετών) καθώς και η προθεσμία για την υποβολή του αιτήματος καταβολής δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2 της συμβάσεως TIR (δύο έτη το αργότερο) αποτελούν απώτατες προθεσμίες και ότι η ανακοίνωση του ποσού της οφειλής για τους σκοπούς της οδηγίας περί ιδίων πόρων πρέπει να πραγματοποιείται το ταχύτερο δυνατόν (29). Επομένως, οι προθεσμίες αυτές δεν πρέπει απλά να προσθέτονται ούτε να θεωρείται ότι οι απαιτήσεις στις εν λόγω υποθέσεις έπρεπε να είχαν βεβαιωθεί εντός συνολικώς τριών ή τεσσάρων ετών από της χρεώσεως του δελτίου TIR.
63. Επιπλέον, όπως τόνισε η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση στη συνάφεια αυτή ότι εν πάση περιπτώσει σε 31 περιπτώσεις η ανακοίνωση της μη εκκαθαρίσεως ή της εκκαθαρίσεως υπό επιφύλαξη έγινε πράγματι πολύ πριν την εκπνοή των προβλεπόμενων στο άρθρο 11, παράγραφος 1 απώτατων προθεσμιών του ενός ή των δύο ετών, ήτοι εντός λίγων μηνών ή ακόμη και ημερών.
64. Ακολούθως, όσον αφορά την προσέγγιση της Επιτροπής η οποία υποστηρίζει ότι η βεβαίωση πρέπει να γίνεται σε κάθε περίπτωση το αργότερο 15 μήνες μετά τη χρέωση του δελτίου TIR, πρέπει να παρατηρήσω κατ’ αρχάς ότι η προθεσμία αυτή, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, δεν χρειάζεται να τηρείται. Κατά το άρθρο 454 του κανονισμού εφαρμογής του ΤΚ, το κράτος μέλος εισπράττει τους δασμούς και άλλες, ενδεχομένως, απαιτητές επιβαρύνσεις, όταν διαπιστώνεται στο πλαίσιο μεταφοράς που πραγματοποιείται υπό την κάλυψη δελτίου TIR ότι διεπράχθη παράβαση, η δε γένεση της τελωνειακής οφειλής ρυθμίζεται κατά τα λοιπά από τον ΤΚ (αναλόγως του είδους της παραβάσεως εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 202 και 203). Αποφασιστική σημασία έχει εν προκειμένω το γεγονός ότι ένα τελωνείο εισόδου –στην υπό κρίση περίπτωση πρόκειται για την είσπραξη από ένα τελωνείου εισόδου– πρέπει να έχει λάβει γνώση της παραβάσεως ήτοι της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής προκειμένου να μπορεί να προβεί στις περαιτέρω ενέργειες στο πλαίσιο της εισπράξεως και της βεβαιώσεως των ιδίων πόρων. Κατά κανόνα, το τελωνείο εισόδου λαμβάνει γνώση της παραβάσεως κατόπιν ενημερώσεώς του από το τελωνείο αναχωρήσεως ή από το αριθμ. 2 φύλλο που του αποστέλλει το τελωνείο αναχωρήσεως. Στην περίπτωση κατά την οποία το τελωνείο εισόδου δεν λάβει το υπ’ αριθ. 2 φύλλο κατά τη λήξη της τασσόμενης προθεσμίας για την εμφάνιση των εμπορευμάτων που αναγράφονται στο δελτίο TIR, περιλαμβανομένης μιας εύλογης προθεσμίας για την αποστολή, θα μπορούσε ενδεχομένως να απαιτηθεί επιπλέον από το τελωνείο εισόδου να θεωρήσει ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο υφίσταται παράβαση και να προβεί, ως εκ τούτου, στις αναγκαίες ενέργειες για την είσπραξη και τη βεβαίωση των ιδίων πόρων. Αντιθέτως, στην περίπτωση που το τελωνείο εισόδου λάβει πλαστά υπ’ αριθ. 2 φύλλα, όπως συνέβη εν προκειμένω, δεν μπορεί να υποθέσει –ενόσω δεν έχει αποκαλυφτεί η απάτη αυτή– ότι υπάρχει παρατυπία και, ως εκ τούτου, η διαδικασία για την είσπραξη ή τη βεβαίωση κινείται το πρώτον με τη γνώση της παρατυπίας αυτής ήτοι της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
65. Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι προθεσμίες, οι οποίες ισχύουν για την είσπραξη τελωνειακών οφειλών από δελτία TIR, δεν είναι κατ’ ανάγκη παρεμφερείς, όσον αφορά το ζήτημα του χρόνου της βεβαιώσεως, με τις ημερομηνίες που ισχύουν στο πλαίσιο του κοινοτικού καθεστώτος διαμετακομίσεως και οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο των αποφάσεως C-460/01 (30) καθώς C-104/02 (31). Αντικείμενο των υποθέσεων αυτών ήταν η προθεσμία των ένδεκα μηνών για την ανακοίνωση της μη προσκομίσεως της αποστολής βάσει του άρθρου 379, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής του ΤΚ και η προθεσμία των τριών μηνών προκειμένου να αποδειχθεί η κανονικότητα της πράξεως διαμετακομίσεως βάσει του άρθρου 379, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του ΤΚ η οποία αρχίζει από την ημερομηνία της εν λόγω ανακοινώσεως. Το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι η προθεσμία των ένδεκα μηνών για την ανακοίνωση της μη προσκομίσεως μιας αποστολής αποτελεί, υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων δεσμευτική για τα κράτη μέλη απώτατη προθεσμία (32), και, αφετέρου έκρινε ότι η τελωνειακή οφειλή πρέπει να ανακοινώνεται ήτοι να εισπράττεται αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών για την απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως, διότι το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτήν οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν το πρόσωπο του οφειλέτη (33). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η ανωτέρω ερμηνεία δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα οι οποίες επιτρέπουν την ανακοίνωση του ποσού των καταβλητέων δασμών εντός περιόδου τριών ετών από της γεννήσεως της τελωνειακής οφειλής, διότι αυτή η απώτατη προθεσμία δεν θίγει τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι τελωνειακές αρχές έναντι της Κοινότητας βάσει των διατάξεων περί ιδίων πόρων (34).
66. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας, είναι ορθή η άποψη της Επιτροπής ότι, εφόσον διαπιστώνεται η διάπραξη παραβάσεως, υπάρχει δυνάμει του άρθρου 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής του ΤΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR δεσμευτική απώτατη προθεσμία δώδεκα μηνών για την ανακοίνωση της παραβάσεως ήτοι της μη εκκαθαρίσεως (η προθεσμία αυτή είναι δύο έτη στην περίπτωση που η εκκαθάριση έγινε κατά τρόπο καταχρηστικό ή με απάτη). Ωστόσο, όσον αφορά την προθεσμία των τριών μηνών την οποία αναφέρει η Επιτροπή, πρέπει να λεχθεί ότι η προθεσμία αυτή υποδηλώνει απλώς, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR, τον χρόνο κατά τον οποίο μπορεί να υποβληθεί το αίτημα καταβολής το νωρίτερο προς τον εγγυοδοτικό οργανισμό. Κατά τα λοιπά, τόσο ο κάτοχος του δελτίου TIR όσο και ο εγγυοδοτικός οργανισμός διαθέτουν για την απόδειξη της κανονικότητας της μεταφοράς με δελτίο TIR δύο έτη από της ανακοινώσεως της παραβάσεως βάσει του άρθρου 455, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR. Επομένως, ενώ η χρονική περίοδος που διαθέτουν οι αρχές των κρατών μελών βάσει του άρθρου 379 του κανονισμού εφαρμογής του ΤΚ –όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις C-104/02 (35) και C-460/01 (36)– για την ανακοίνωση της τελωνειακής οφειλής και, ως εκ τούτου, για τη βεβαίωση των ιδίων πόρων περιλαμβάνει ολόκληρη την προθεσμία για την απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του πραγματικού τόπου της παραβάσεως, θα έπρεπε, εφόσον γινόταν δεκτή η άποψη της Επιτροπής, η αίτηση καταβολής στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR να υποβάλλεται συστηματικά εντός της προθεσμίας για την απόδειξη της κανονικότητας της μεταφοράς με δελτίο TIR. Κατά τα λοιπά, η προθεσμία αυτή δεν αφορά πρωτίστως τις τελωνειακές αρχές, αλλά αποτελεί μία προθεσμία η οποία δίδεται στον κάτοχο του δελτίου TIR ήτοι στον εγγυοδοτικό οργανισμό και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται –βάσει των διατάξεων περί ιδίων πόρων– η σύντμησή της έναντι αυτών.
67. Για τους ανωτέρω λόγους, αμφιβάλλω αν μπορεί να γίνει εν γένει δεκτό ότι η ανακοίνωση του ποσού των οφειλόμενων δασμών και , ως εκ τούτου, η βεβαίωση κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού περί ιδίων πόρων είναι δυνατή το αργότερο κατά τη λήξη της προθεσμίας των 15 μηνών από της χρεώσεως των εν λόγω δελτίων TIR. Εντούτοις, είναι βέβαιο ότι η ανακοίνωση αυτή, εν προκειμένω η αίτηση καταβολής, πρέπει να γίνεται ευθύς αμέσως οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να το πράξουν. Στη συνάφεια αυτή, θα πρέπει να συμπληρωθεί ότι στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR οι τελωνειακές αρχές δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν το πρόσωπο του οφειλέτη στην περίπτωση που αναζητείται ο «πραγματικός οφειλέτης του δασμού», εντούτοις είναι σε κάθε περίπτωση γνωστός ένας οφειλέτης, ήτοι ο εγγυοδοτικός οργανισμός, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία οφείλουν άμεσα τα αναλογούντα ποσά.
68. Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο του ελέγχου περί ιδίων πόρων που διενεργήθηκε το 1996, η αίτηση για την καταβολή των καθυστερούμενων τελωνειακών οφειλών είχε περιέλθει ήδη από τον Φεβρουάριο του 1995 τόσο στον κάτοχο του δελτίου TIR όσο και στον εγγυοδοτικό οργανισμό. Επομένως, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση η διαπίστωση ότι το αργότερο κατά την ανωτέρω ημερομηνία οι βελγικές αρχές έπρεπε προφανώς να διαθέτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να προσδιορίσουν το πρόσωπο του οφειλέτη και, ως εκ τούτου, έπρεπε οι ανωτέρω απαιτήσεις να έχουν βεβαιωθεί το αργότερο κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Επομένως, σε κάθε περίπτωση καθυστέρησε υπέρμετρα η λογιστική καταχώριση των απαιτήσεων αυτών η οποία πραγματοποιήθηκε αναμφισβήτητα το πρώτον ένα έτος μετά τη διενέργεια του ελέγχου περί ιδίων πόρων, ήτοι το 1997.
69. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι βελγικές αρχές βεβαίωσαν εκπρόθεσμα τις απαιτήσεις από δελτία TIR και, ως εκ τούτου, –με την καταχώριση στη λογιστική Β το πρώτον ένα έτος περίπου μετά τους ελέγχους περί ιδίων πόρων που διενεργήθηκαν το 1996 και το 1997– προέβησαν επίσης καθυστερημένα στη λογιστική καταχώρισή τους, ή, καθ’ ο μέτρο η βεβαίωση πράγματι έγινε κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές ήσαν για πρώτη φορά σε θέση να υπολογίσουν το οφειλόμενο ποσό και να προσδιορίσουν το πρόσωπο του οφειλέτη, τότε σε κάθε περίπτωση ήταν καθυστερημένη η λογιστική καταχώριση.
70. Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση της Επιτροπής ότι τα ποσά που αναγράφονταν στα δελτία TIR εσφαλμένως καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β, φρονώ ότι, όπως ήδη ανέπτυξα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02 (37), στη λογιστική Β μπορούν κατ’ αρχήν να καταχωριστούν, αφενός, οι βεβαιωθείσες απαιτήσεις που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί, για τις οποίες δεν έχει συσταθεί ασφάλεια, και, αφετέρου, οι βεβαιωθείσες απαιτήσεις που δεν έχουν εισπραχθεί, για τις οποίες έχει μεν συσταθεί ασφάλεια, οι οποίες όμως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβητήσεως και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές συνεπεία αντιδικίας.
71. Σε σχέση με τα διάφορα επιχειρήματα της Βελγικής Κυβερνήσεως με τα οποία υποστηρίζει ότι οι επίμαχες απαιτήσεις δεν αποτελούν απαιτήσεις για τις οποίες έχει συσταθεί ασφάλεια κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, παραπέμπω επίσης στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02, με τις οποίες κατάληξα ότι η εγγύηση του άρθρου 8 της συμβάσεως TIR αποτελεί κατ’ αρχήν ασφάλεια κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και, ως εκ τούτου, οι βεβαιωθείσες από δελτία TIR απαιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται στη λογιστική Α, εν πάση περιπτώσει μέχρι του ύψους του συμφωνηθέντος στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR ορίου καλύψεως, μέχρι του οποίου ευθύνονται οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί για τις τελωνειακές οφειλές, και να αποδίδονται στην Επιτροπή εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού περί ιδίων πόρων (38).
72. Βάσει των αναπτύξεών μου στην ανωτέρω υπόθεση, φρονώ ότι βάσει των όσων ορίζει ο κανονισμός περί ιδίων πόρων και η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας επί της οποίας ερείδεται ο κανονισμός αυτός οι βελγικές αρχές δεν θα έπρεπε –ανεξαρτήτως του κατά πόσον η κρίση του καθεστώτος TIR και οι συνέπειές της, όπως η καταγγελία της συμβάσεως αντασφαλίσεως από τον Διεθνή Ασφαλιστικό Όμιλο το 1994 πράγματι είχε επιπτώσεις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα επί των εγγυήσεων που έπρεπε να καταβάλλει ο βελγικός εγγυοδοτικός οργανισμός– να μην προβούν Α, με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Επιτροπή, στην ως άνω λογιστική καταχώριση των τελωνειακών οφειλών από δελτία TIR στη λογιστική Α ως αντίδραση στις δυσχέρειες αυτές (39).
73. Όπως συνάγεται από τη δικογραφία, δεν υπήρξε αντίστοιχη προηγούμενη διαβούλευση, αλλά, αντιθέτως, η Επιτροπή επανειλημμένως τόνισε μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων επί των ιδίων πόρων ότι δεν συμφωνεί με την καταχώριση στη λογιστική Β.
74. Για τους ανωτέρω λόγους, η επιχειρηματολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως σε σχέση με την κρίση του καθεστώτος TIR και των επιπτώσεών της πρέπει να απορριφθεί.
75. Επίσης απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι τα επίμαχα ποσά έπρεπε να καταχωριστούν στη λογιστική Β εκ του λόγου ότι επρόκειτο για απαιτήσεις που αποτελούσαν «αντικείμενο αμφισβητήσεως» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων.
76. Συμφωνώ μεν με τη Βελγική Κυβέρνηση ότι και ο εγγυοδότης, ήτοι ο εγγυοδοτικός οργανισμός, μπορεί κατ’ αρχήν να εγείρει τέτοιους είδους αντιρρήσεις. Φρονώ ότι τούτο προκύπτει κυρίως απ’ το γεγονός ότι ο εγγυοδοτικός οργανισμός δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR ευθύνεται εις ολόκληρον με τον κάτοχο του δελτίου TIR για την καταβολή της ληξιπρόθεσμης τελωνειακής οφειλής και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να έχει τις ίδιες δυνατότητες άμυνας (40).
77. Εντούτοις, φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η «αμφισβήτηση», όπως προκύπτει ήδη από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, πρέπει να αφορά την ίδια την απαίτηση και όχι την εγγύηση, ήτοι νοείται η αμφισβήτηση της υποκείμενης τελωνειακής οφειλής (41). Εντούτοις, από τα έγγραφα και τους ισχυρισμούς της Βελγικής Κυβερνήσεως συνάγεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν πρόκειται για τέτοιους είδους αμφισβητήσεις. Αντιθέτως, είναι προφανές ότι ο βελγικός εγγυοδοτικός οργανισμός αρνείται συστηματικά να προβεί στην πληρωμή βάσει των συμβάσεων εγγυήσεως κατόπιν της καταγγελίας της συμβάσεως αντασφαλίσεως από τον Διεθνή Ασφαλιστικό Όμιλο και την επαπειλούμενη αφερεγγυότητά του.
78. Επομένως, η επιχειρηματολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι τα επίμαχα ποσά ορθώς καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτή, ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσον, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, οι περιστάσεις οι οποίες κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως θα δικαιολογούσαν την καταχώριση στη λογιστική Β συνέτρεχαν ήδη κατά το κρίσιμο για τη λογιστική καταχώριση χρονικό διάστημα.
79. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς την καθυστερημένη εσφαλμένη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων από τα δελτία TIR είναι βάσιμες.
80. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο πρώτος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής είναι βάσιμος.
Επί του δεύτερου λόγου προσφυγής: παράλειψη ενημερώσεως της Επιτροπής για συγκεκριμένα άλλα μη αμφισβητηθέντα ποσά δασμών τα οποία έτυχαν παρεμφερούς λογιστικής μεταχειρίσεως
α) Κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
81. Με το δεύτερο λόγο της προσφυγής της, η Επιτροπή προσάπτει στις βελγικές αρχές ότι παρέλειψαν να την ενημερώσουν σχετικά με όλα τα άλλα μη αμφισβητηθέντα ποσά δασμών σε σχέση με τα μη εκκαθαρισμένα από τις βελγικές τελωνειακές αρχές δελτία TIR από το έτος 1996 και εφεξής, τα οποία έτυχαν παρεμφερούς μεταχειρίσεως (με αυτή των ελεχθέντων δελτίων TIR), ήτοι καταχώριση στη λογιστική Β, μολονότι η Επιτροπή κάλεσε τις βελγικές αρχές να την ενημερώσουν. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη με τον τρόπο αυτόν την υποχρέωσή του καλόπιστης συνεργασίας την οποία υπέχει από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων καθώς και από το άρθρο 10 ΕΚ.
82. Η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι παρέβη την υποχρέωσή της καλόπιστης συνεργασίας.
β) Εκτίμηση
83. Όπως τόνισα ήδη με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02, τα κράτη μέλη υποχρεούνται βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, επί της οποίας ερείδεται και ο κανονισμός περί ιδίων πόρων, να ανταποκρίνονται στο αίτημα παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, όπως αυτό που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, με το οποίο η Επιτροπή, κατόπιν των ελέγχων στους οποίους προέβη προκειμένου να διαπιστώσει την ορθή εφαρμογή των κανονισμών περί ιδίων πόρων, ζήτησε ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη λογιστική μεταχείριση ορισμένων δελτίων TIR (42).
84. Δεδομένου ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ούτε την ύπαρξη εκ μέρους της Επιτροπής ενός τέτοιου αιτήματος προς αυτήν για την παροχή πληροφοριών ούτε ότι δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό, επιβάλλεται ως εκ τούτου η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων.
85. Επομένως, ο δεύτερος λόγος προσφυγής της Επιτροπής είναι βάσιμος.
Γ – Επί του τρίτου λόγου προσφυγής: μη καταβολή των τόκων για τα οφειλόμενα στην Επιτροπή ποσά
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
86. Η Επιτροπή φρονεί ότι, ενόψει του γεγονότος ότι οι βελγικές αρχές δεν απέδωσαν στην Κοινότητα ένα μεγάλο μέρος των οφειλόμενων ποσών και του γεγονότος ότι τα ήδη πιστωθέντα ποσά καταβλήθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση, οφείλονται τόκοι δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Η Επιτροπή αναφέρει το ποσό από τις δύο μη αμφισβητηθείσες περιπτώσεις το οποίο οι βελγικές αρχές είχαν ήδη δεσμευτεί να καταβάλουν, εντούτοις εξακολουθούν να μην το έχουν αποδώσει στην Επιτροπή. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να απορριφθούν οι ενστάσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως, διότι οι επίμαχες απαιτήσεις από τα δελτία TIR, τουλάχιστον στον βαθμό που καλύπτονται από την εγγύηση, έπρεπε να έχουν καταχωριστεί στη λογιστική Α.
87. Η Βελγική Κυβέρνηση επαναλαμβάνει την άποψή της ότι τα επίμαχα ποσά ορθώς καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β. Στον βαθμό που είχε ήδη λάβει τα οφειλόμενα ποσά (το 1999), προέβη στην πίστωσή τους εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Κατά τα λοιπά, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπολογίζει εσφαλμένα τους τόκους.
β) Εκτίμηση
88. Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων, η καθυστερημένη πιστωτική εγγραφή συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας οι οποίοι, κατά πάγια νομολογία, μπορούν να ζητηθούν ανεξαρτήτως από τον λόγο για τον οποίον ήταν καθυστερημένη η πιστωτική εγγραφή στον λογαριασμό της Κοινότητας (43).
89. Πρώτον, όπως ήδη διαπίστωσα, η Βελγική Κυβέρνηση συνομολογεί την παράβαση του κανονισμού περί ιδίων πόρων σε σχέση με δύο δελτία TIR καθώς και ότι δημιούργησε στην Επιτροπή την προσδοκία ότι θα πίστωνε τους αντίστοιχους ιδίους πόρους προσαυξημένους με τους τόκους υπερημερίας, τους οποίους, εντούτοις, όπως υποστήριξε η Επιτροπή χωρίς να αντικρουστεί στο σημείο αυτό, δεν έχει εισέτι καταβάλλει.
90. Δεύτερον, στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου προσφυγής διαπίστωσα ότι, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, η λογιστική καταχώριση ήτοι η βεβαίωση των ιδίων πόρων από τις βελγικές αρχές ήταν καθυστερημένη και ότι τα ποσά των ιδίων πόρων παρανόμως καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β. Επομένως, δεδομένου ότι τα επίμαχα ποσά των ιδίων πόρων πιστώθηκαν στον λογαριασμό της Κοινότητας αργότερα απ’ ό,τι θα έπρεπε να πιστωθούν κατ’ ορθήν εφαρμογή του κανονισμού περί ιδίων πόρων και των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας ήτοι εξακολουθούν να μην έχουν πιστωθεί, διότι π.χ. εσφαλμένως καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β, οι δε επίμαχες τελωνειακές οφειλές εξακολουθούν να μην έχουν πράγματι εισπραχθεί (44), οφείλονται συναφώς τόκοι υπερημερίας οι οποίοι μέχρι τούδε αναμφισβήτητα δεν έχουν καταβληθεί.
91. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν υπολογίζει στο δικόγραφο της προσφυγής της το ύψος των μη καταβληθέντων τόκων υπερημερίας, παρέλκει κατά τα λοιπά, για τον σκοπό της διαπιστώσεως της προβαλλόμενης εν προκειμένω παραβάσεως, ο υπολογισμός του ύψους των ιδίων πόρων και των τόκων υπερημερίας που εξακολουθούν να οφείλονται (45).
92. Επομένως, και ο τρίτος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής είναι βάσιμος.
V – Τα δικαστικά έξοδα
93. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε ως προς τους ισχυρισμούς του, προτείνω να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
94. Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1. Το Βασίλειο του Βελγίου
– παραλείποντας να εκκαθαρίσει νομοτύπως ορισμένα έγγραφα διαμετακομίσεως (δελτία TIR), πράγμα που είχε ως συνέπεια να μην καταχωριστούν νομοτύπως οι εντεύθεν απορρέοντες ίδιοι πόροι ούτε να αποδοθούν άνευ καθυστερήσεως στην Επιτροπή·
– παραλείποντας να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή όλα τα άλλα μη αμφισβητούμενα ποσά δασμών για τα οποία ακολουθήθηκε ανάλογη διαδικασία (εγγραφή στα λογιστικά βιβλία «Β» και όχι «Α») σχετικά με την μη εκκαθάριση δελτίων TIR από τα βελγικά τελωνεία από το 1996 και εντεύθεν·
– αρνούμενο να καταβάλει τους τόκους που αναλογούν στα ποσά που οφείλονται στην Επιτροπή,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε από 31ης Μαΐου 2000 τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, ο οποίος ρύθμιζε το ίδιο αντικείμενο.
2. Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 130, σ. 1.
3 – ΕΕ L 293, σ. 9.
4 – ΕΕ L 155, σ. 1.
5 – ΕΕ L 185, σ. 24.
6 – Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
7 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02 (σημεία 2 έως 4, 10 έως 15 και 18 έως 21).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I-3989, σκέψη 42) και της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I-7773, σκέψη 32).
9 – Βλ. την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-5767, σκέψη 21 έως 24).
10 – Κανονισμός που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/EΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 175, σ. 3).
11 – Βλ., π.χ., την απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004, C-361/02 και C-362/02, Τσάπαλος και Διαμαντάκης (Συλλογή 2004, σ. I-6405), σκέψη 19 και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία.
12 – Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα κύρωσε τη σύμβαση αυτή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2112/78 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί συνάψεως της τελωνειακής συμβάσεως περί της διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων βάσει των δελτίων TIR (σύμβαση TIR) η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 14 Νοεμβρίου 1975 (ABl. L 252, σ. 1).
13 – ΕΕ L 253, σ. 1.
14 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1).
15 – Βλ. την απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C-104/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2005, σ. Ι-2689, σκέψεις 45 και-46).
16 – Βλ., επίσης, π.χ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 10ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005) (Συλλογή 2005, σ. Ι-9811, σημείο 47).
17 – Βλ., συναφώς, π.χ. τις αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2000, C-310/98 και C-406/98, Leszek Labis και Sagpol (Συλλογή 2000, σ. I‑1797, σκέψεις 46 και 47) και της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C-78/01, Bundesverband Güterkraftverkehr und Logistik eV [BGL] (Συλλογή 2003, σ. I-9543, σκέψη 63).
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 45, και της 16ης Μαΐου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. I‑2461, σκέψη 38).
19 – Βλ., συναφώς, την εσχάτως εκδοθείσα απόφαση C-392/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16), σκέψη 67.
20 – Σημεία 77 έως 81.
21 – Βλ., μεταξύ άλλων την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-276/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑6251, σκέψη 56).
22 – Υπό την έννοια αυτή το Δικαστήριο έκρινε π.χ. ότι η καθυστερημένη ανακοίνωση του ποσού των αντίστοιχων δασμών κατά παράβαση του τελωνειακού κώδικα συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την καθυστερημένη βεβαίωση του δικαιώματος των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων: απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C-460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2005, σ. Ι-2613, 85).
23 – Βλ., π.χ., τις αποφάσεις C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψεις 60 και 70, καθώς και C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 69.
24 – Βλ. ανωτέρω σημείο 5.
25 – Βλ. τις αποφάσεις C-96/89 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18) σκέψη 38, και C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 45.
26 – Βλ. ανωτέρω σημεία 4 και 5.
27 – Βλ. τις αποφάσεις C-96/89 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18), σκέψη 45, της 15ης Ιουνίου 2000, C-348/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2000, σ. I-4429, σκέψη 64) και C-392/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16), σκέψη 60.
28 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, τις αποφάσεις C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 71, και C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 80, καθώς και την απόφαση C-392/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16), σκέψη 59.
29 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψεις 69 και 72.
30 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22.
31 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
32 – Απόφαση C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 69, και απόφαση C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 60.
33 – Απόφαση C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψεις 72 και 78, και απόφαση C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψεις 63 και 71.
34 – Απόφαση C-104/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 79, και απόφαση C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 70.
35 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
36 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22.
37 – Σημείο 83 των ανά χείρας προτάσεων.
38 – Προτάσεις επί της υποθέσεως C-105/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6), σημεία 85 έως 90.
39 – Προτάσεις επί της υποθέσεως C-105/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6), σημεία 91 έως 100.
40 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση C-78/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17), σκέψη 52.
41 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6), σημείο 84.
42 – Βλ. τα σημεία 105 έως 110.
43 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις C-460/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 91, C-96/89 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18), σκέψη 38, και C-363/00 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9), σκέψη 44· βλ, επίσης, τα σημεία 38 και 39.
44 – Βλ., συναφώς, σημείο 45.
45 – Βλ, συναφώς, και την απόφαση C-363/00 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9), σκέψη 47.
Full & Egal Universal Law Academy