ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 26ης Ιανουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-378/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Προσφυγή λόγω παραβάσεως της Συνθήκης – Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων – Τελωνειακή οφειλή καταβαλλόμενη σε δόσεις δυνάμει συμφωνίας συμβιβασμού – Είσπραξη – Εγγραφή»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, καταβάλλοντας καθυστερημένα τους ίδιους πόρους επί κλιμακωτών καταβολών του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, 10 και 11 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000 (2), για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (3) (στο εξής: κανονισμός περί ιδίων πόρων), που κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μαΐου 2000, τον ιδίου αντικειμένου κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (4).
2. Η παρούσα διαδικασία αφορά κυρίως το ερώτημα κατά πόσον τμηματικές καταβολές από οφειλές εισαγωγικών δασμών, για τις οποίες συμφωνήθηκε η καταβολή δόσεων, πρέπει, σύμφωνα με τον κανονισμό περί ιδίων πόρων, να μεταφερθούν από την καλούμενη λογιστική Β στη λογιστική Α και πότε αυτές οι τμηματικές καταβολές πρέπει να τεθούν στη διάθεση της Επιτροπής.
II – Το νομοθετικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο: ο κανονισμός περί των ιδίων πόρων
3. Η Επιτροπή αναφέρθηκε με την προσφυγή της στον κανονισμό 1150/2000, που κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μαΐου 2000, τον κανονισμό 1552/89, ο οποίος ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω διάστημα. Λαμβανομένου υπόψη, αφενός, ότι το περιεχόμενο των διατάξεων περί λογιστικής καταχωρήσεως, εγγραφής και τόκων υπερημερίας (άρθρα 6, 10 και 11) παρέμεινε κατ’ ουσίαν το ίδιο, παρά τις διαδοχικές τροποποιήσεις, και συνεπώς δεν ανακύπτουν εξ αυτού του λόγου προβλήματα σχετικά με το δικαίωμα άμυνας του καθού κράτους μέλους, και, αφετέρου, ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας που ισχύει κατά την εκπνοή της τασσομένης εκ μέρους της Επιτροπής στο οικείο κράτος μέλος προθεσμίας (5), παραδεκτώς η Επιτροπή ζητεί εν προκειμένω τη διαπίστωση παραβάσεων του κανονισμού περί ιδίων πόρων βάσει του κειμένου του κανονισμού 1150/2000 (6).
4. Πρέπει, εντούτοις, να προστεθεί ότι διάφορες διατάξεις του κανονισμού 1552/89, ιδίως το άρθρο 2 του κανονισμού περί της υποχρεώσεως βεβαιώσεως (7), είχαν ήδη τροποποιηθεί, με ισχύ από 14 Ιουλίου 1996, με τον κανονισμό (Eυρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου της 8ης Ιουλίου 1996 (8). Κρίσιμος, συνεπώς, για την εκτίμηση της συμπεριφοράς των βελγικών αρχών όσον αφορά τις τελωνειακές οφειλές που γεννήθηκαν εν προκειμένω μεταξύ 1990 και 1992 και βεβαιώθηκαν τον Μάρτιο του 1993 θα ήταν κατ’ αρχήν ο κανονισμός 1552/89 ως είχε αρχικώς, σε κάθε περίπτωση –σύμφωνα με την αρχή ότι οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους (9)–, μέχρι τη θέση σε ισχύ, στις 14 Ιουλίου 1996, της τροποποιήσεως που επέφερε ο κανονισμός 1355/96.
5. Δεδομένου όμως ότι, όπως αναφέρει και η Βελγική Κυβέρνηση, ούτε ο κανονισμός 1355/96 τροποποίησε κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων, στο μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτές είναι κρίσιμες στην παρούσα διαδικασία, θα αναφερθώ στη συνέχεια, σύμφωνα με το αίτημα της προσφυγής, στον κανονισμό περί ιδίων πόρων όπως αυτός διαμορφώθηκε με τον κανονισμό 1150/2000, του οποίου παρατίθενται κατωτέρω οι κρίσιμες διατάξεις.
6. Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, που αφορούν τη λογιστική καταχώρηση, έχουν ως εξής:
«1. Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.
[…]
3. α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία, υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄, σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί καλύπτονται από εγγυήσεις, αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.»
7. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων ορίζει, σχετικά με την προθεσμία θέσεως των ιδίων πόρων στη διάθεση της Επιτροπής, τα εξής:
«1. Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
Πάντως, για τις απαιτήσεις που, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία, η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.»
8. Το άρθρο 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων θεσπίζει υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
Επί των εθνικών ρυθμίσεων που αφορούν συμβιβασμό με τον οφειλέτη τελωνειακής οφειλής και κλιμακωτή καταβολή δασμών
9. Από τη δικογραφία και τα στοιχεία της Βελγικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 281 του γενικού νόμου περί δασμών και φόρων (loi générale sur les douanes et accises, στο εξής: LGDA), η δίωξη των παραβάσεων της νομοθεσίας περί δασμών και φόρων ανατίθεται στις τελωνειακές αρχές, που διαθέτουν, για τον σκοπό αυτό, τις ίδιες εξουσίες με την Εισαγγελία.
10. Το άρθρο 263 του LGDA εξουσιοδοτεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις τελωνειακές αρχές να συνάπτουν με τον παραβάτη της νομοθεσίας περί δασμών και φόρων συμβιβασμό, έναντι καταβολής συγκεκριμένου ποσού, που καλύπτει τόσο τον οφειλόμενο φόρο όσο και το πρόστιμο, προς τον σκοπό παύσεως ή αποφυγής της ποινικής διώξεως.
11. Για να διασφαλιστεί η απόλυτη τήρησή του, ο συμβιβασμός συνάπτεται, σύμφωνα με την πρακτική των βελγικών αρχών –σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τη συναφθείσα εν προκειμένω συμφωνία–, υπό τη «διαλυτική αίρεση» ότι, στην περίπτωση που ο παραβάτης της νομοθεσίας περί δασμών και φόρων δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού, αναβιώνει το δικαίωμα ασκήσεως ποινικής διώξεως και, συνεπώς, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να εγκαλέσουν τον παραβάτη. Σύμφωνα με τη συμφωνία συμβιβασμού, στην περίπτωση που ο οφειλέτης παύσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις καταβολής που υπέχει και οι αρχές ασκήσουν εναντίον του αγωγή, ζητώντας την καταβολή, τα ήδη καταβληθέντα από αυτόν ποσά παραμένουν στις τελωνειακές αρχές ως «παρακαταθήκη».
12. Στο πλαίσιο του συμβιβασμού, είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη η κατάσταση του οφειλέτη, π.χ. με τη χορήγηση ευκολιών ή προθεσμιών πληρωμής.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
13. Η Επιτροπή στηρίζει, κυρίως, την υπό κρίση προσφυγή στα αποτελέσματα ενός ελέγχου ιδίων πόρων, που διενεργήθηκε κατ’ εντολή της τον Νοέμβριο του 1996 στο Βέλγιο και από τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυψαν παρατυπίες όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση και εγγραφή ιδίων πόρων από επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, που εισπράχθηκαν με τη μορφή κλιμακωτών καταβολών ή καταβολών με δόσεις. Πρόκειται για εισαγωγικούς δασμούς οφειλόμενους από έναν εισαγωγέα (Tefron), λόγω εισαγωγής προϊόντων υφαντουργίας (T-Shirts) από το Μπαγκλαντές με ανίσχυρα πιστοποιητικά προελεύσεως.
14. Από την αντίστοιχη έκθεση ελέγχου της 29ης Σεπτεμβρίου 1997, που απεστάλη στις βελγικές αρχές, προκύπτει ότι το επίδικο ποσό δασμών [2 011 294 βελγικών φράγκων (BEF)] καταχωρήθηκε κατά το δεύτερο τρίμηνο 1993 στο τελωνείο της Αμβέρσας στη λογιστική Β, κατόπιν της καταγγελίας της απάτης στην Επιτροπή, η οποία έλαβε χώρα κατά το πρώτο εξάμηνο του 1993.
15. Στις 16 Νοεμβρίου 1993, οι βελγικές αρχές χορήγησαν στον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, στο πλαίσιο συμφωνίας συμβιβασμού, ευκολίες πληρωμής, με τη μορφή καταβολής μηνιαίων δόσεων ύψους 100 000 BEF. Αυτός ο τρόπος καταβολής αφορούσε τελωνειακή οφειλή ύψους 2 223 710 BEF, που περιελάμβανε το προαναφερθέν ποσό δασμών ύψους 2 011 294 BEF. Οι καταβολές, στις οποίες στη συνέχεια προέβη τακτικά ο οφειλέτης, διακόπηκαν στα τέλη του Αυγούστου του 1997, όταν είχε ήδη εξοφληθεί ποσό της τελωνειακής οφειλής ανερχόμενο σε 1 818 710 BEF. Μετά την καταδίκη του οφειλέτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε καταβολή του υπολοίπου ποσού σε δόσεις, συνεχίστηκε στις 22 Οκτωβρίου 1998 η αποπληρωμή της τελωνειακής οφειλής σε μηνιαίες πλέον δόσεις των 15 000 BEF. Το καταβληθέν μέχρι τον Αύγουστο του 1997 ποσό των δασμών, ύψους 1 818 710 BEF, καταχωρήθηκε στο σύνολό του στις 22 Ιανουαρίου 2001 στη λογιστική Α.
16. Η Επιτροπή, με επιστολή της 12ης Μαΐου 1999, εξέθεσε στις βελγικές αρχές την άποψή της, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση κλιμακωτών καταβολών, όλα τα εισπραχθέντα ποσά πρέπει να καταχωρούνται, κατά τον χρόνο εισπράξεώς τους, στη λογιστική Α και να τίθενται στη διάθεσή της, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων.
17. Η Επιτροπή, με επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 1999, κάλεσε τις βελγικές αρχές να καταβάλουν τόκους υπερημερίας ύψους 959 144 BEF.
18. Με απαντητική επιστολή της 15ης Μαρτίου 2000, οι βελγικές αρχές απέρριψαν την άποψη της Επιτροπής και υποστήριξαν ότι ορθώς προέβησαν σε καταχώρηση στη λογιστική Β και δεν υπήρξε καθυστέρηση όσον αφορά την εγγραφή των οικείων ιδίων πόρων.
19. Στις 18 Ιουλίου 2001 η Επιτροπή απηύθυνε στις βελγικές αρχές έγγραφο οχλήσεως και στις 11 Απριλίου 2002 αιτιολογημένη γνώμη. Οι βελγικές αρχές, με τις αντίστοιχες απαντητικές επιστολές τους, ενέμειναν στην άποψή τους, κατόπιν δε αυτού η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
IV – Εξέταση της προσφυγής
Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των διαδίκων
20. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η καταχώρηση στη λογιστική B αφορά, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, μόνον απαιτήσεις που δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια ή απαιτήσεις για τις οποίες έχει μεν συσταθεί ασφάλεια, αποτελούν όμως αντικείμενο αμφισβήτησης. Αντίθετα, η καταχώρηση στη λογιστική Β δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην είσπραξη δόσεων που καταβάλλει ο οφειλέτης τελωνειακής οφειλής στο πλαίσιο συμβιβασμού.
21. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτά τα τμηματικά ποσά της τελωνειακής οφειλής, των οποίων η βεβαίωση από τις βελγικές αρχές δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, θα έπρεπε να μεταφερθούν από τη λογιστική Β στη λογιστική Α, στο μέτρο που καταβάλλονταν από τον οφειλέτη –δηλαδή αμέσως με τις πρώτες καταβολές– και όχι, όπως υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, το πρώτον μετά την αποπληρωμή του συνολικού ποσού.
22. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στην περίπτωση τμηματικών καταβολών δεν πρόκειται για ασφάλεια ή εγγύηση· με τις καταβολές αυτές ο οφειλέτης θέλει μόνο να εξοφλήσει την τελωνειακή οφειλή. Εκτός αυτού δεν υφίσταται «αμφισβήτηση» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων. Η διακοπή καταβολής των δόσεων από τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής δεν πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αξιολογηθεί ως αμφισβήτηση. Εξάλλου, η αμφισβήτηση θα έπρεπε να χωρήσει εγγράφως.
23. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί αυτή καθαυτήν τη βελγική πρακτική της συμφωνίας συμβιβασμού, απορρίπτει όμως την επιχειρηματολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία οι διενεργηθείσες τμηματικές καταβολές πρέπει να θεωρούνται, μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού, όχι ως εισπραχθέντα, αλλά απλώς ως «παρακατατεθέντα» ποσά. Η εθνική πρακτική του συμβιβασμού ή το ζήτημα της μερικής ή πλήρους αποσβέσεως της αξιώσεως διώξεως των βελγικών αρχών κατά το βελγικό δίκαιο δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις υποχρεώσεις καταχωρήσεως σε λογιστικά βιβλία και ταχείας θέσεως των ιδίων πόρων στη διάθεση της Επιτροπής, όπως αυτές προκύπτουν από τον –απευθείας εφαρμοστέο– κανονισμό περί ιδίων πόρων.
24. Τέλος, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η επί πολλούς μήνες εσφαλμένη καταχώρηση των εισπραχθέντων τμηματικών ποσών των τελωνειακών οφειλών στη λογιστική Β οδήγησε σε καθυστερήσεις όσον αφορά την εγγραφή των ιδίων πόρων, με αποτέλεσμα να οφείλονται τόκοι υπερημερίας κατά το άρθρο 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων.
25. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η καταχώρηση στη λογιστική Β καθιερώθηκε για να μην υποχρεούνται τα ίδια τα κράτη μέλη να επιβαρύνονται με απαιτήσεις των Κοινοτήτων, που δεν κατέστη δυνατόν να εισπραχθούν πράγματι εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων προθεσμίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η τελωνειακή οφειλή δεν εξοφλήθηκε εντός της προθεσμίας αυτής και ούτε είχε συσταθεί ασφάλεια, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί το αντίστοιχο ποσό στη λογιστική Β. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε αυτή την αρχική λογιστική καταχώρηση.
26. Εκτός αυτού, από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων δεν προκύπτει ότι τα καταχωρηθέντα στη λογιστική Β και εισπραχθέντα ποσά πρέπει στη συνέχεια να καταχωρούνται στη λογιστική Α.
27. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι καταβληθείσες από τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής δόσεις δεν πρέπει να θεωρούνται ως πράγματι «εισπραχθείσες», αλλά, όπως προκύπτει από τη συμφωνία συμβιβασμού, ως ποσά που έχουν απλώς «παρακατατεθεί» στις τελωνειακές αρχές υπέρ του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής. Εάν ο οφειλέτης σταματήσει τις καταβολές, εξακολουθεί να χωρεί η ποινική δίωξη και οι τελωνειακές αρχές μπορούν να διεκδικήσουν το ποσό δικαστικά.
28. Υπό την έννοια αυτή, η συμφωνία συμβιβασμού υπόκειται σε «διαλυτική αίρεση», που είναι απαραίτητη για να διασφαλίσει την τήρηση της συμφωνίας αυτής. Βάσει της συμφωνίας συμβιβασμού θα πρέπει, συνεπώς, να διαπιστωθεί ότι οριστική μεταβίβαση κυριότητας και «είσπραξη», κατά την έννοια του κανονισμού περί ιδίων πόρων, υφίσταται το πρώτον κατά τον χρόνο που είτε εξοφλείται η συνολική τελωνειακή οφειλή και παύει έτσι η ποινική δίωξη είτε βεβαιώνεται δικαστικά η αξίωση των τελωνειακών αρχών επί της τελωνειακής οφειλής. Μέχρι τότε, οι καταβολές σε δόσεις πρέπει να θεωρούνται –όπως, στο δίκαιο του ανταγωνισμού, στην περίπτωση των προστίμων που αποτελούν αντικείμενο αγωγής ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου– ως προσωρινές ή υπό αίρεση. Εάν οι τμηματικές καταβολές θεωρούνταν ως οριστικές καταβολές, αυτό θα είχε ως συνέπεια και την παύση της ποινικής διώξεως.
29. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε συσταθεί ασφάλεια. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί ότι είχε συσταθεί ασφάλεια, τότε η διακοπή των καταβολών θα πρέπει να θεωρηθεί ως αμφισβήτηση, κατά την έννοια της καταχωρήσεως στη λογιστική Β, στο μέτρο που θα πρέπει οι βελγικές αρχές να επιδιώξουν την απόκτηση τίτλου εκτελεστού. Η αμφισβήτηση αυτή δεν υπόκειται, εξάλλου, σε συγκεκριμένο τύπο.
30. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, τέλος, ότι δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, διότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι οφειλόμενοι εισαγωγικοί δασμοί θεωρούνται, κατά την έννοια του κανονισμού περί ιδίων πόρων, ως εισπραχθέντες το πρώτον από της εκδόσεως της (εθνικής) δικαστικής αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2000 και εγγραφή ποσού ίσου προς τους οφειλόμενους εισαγωγικούς δασμούς –προς αποφυγή των τόκων υπερημερίας– έλαβε χώρα στις 11 Ιανουαρίου 1998.
Β – Επί του βασίμου
31. Πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι τον Μάρτιο του 1993 οι βελγικές αρχές βεβαίωσαν τους ιδίους πόρους που προέρχονταν από τους επίδικους εισαγωγικούς δασμούς.
32. Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ούτε την αρχική καταχώρηση του ποσού της τελωνειακής οφειλής στη λογιστική Β, που ακολούθησε την εν λόγω βεβαίωση.
33. Τρίτον, οι αιτιάσεις της Επιτροπής δεν αφορούν αυτές καθαυτές τις βελγικές ρυθμίσεις ή αυτή καθαυτήν την πρακτική των βελγικών τελωνειακών αρχών όσον αφορά τον συμβιβασμό με τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής και την κλιμακωτή καταβολή των δασμών. Αντίθετα, βάλλουν κατά του τρόπου ενεργείας των βελγικών αρχών όσον αφορά την καταχώρηση σε λογιστικά βιβλία και την εγγραφή των καταβολών σε δόσεις που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο συμβιβασμού για την εξόφληση της τελωνειακής οφειλής.
34. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως ορθά υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι οι δόσεις της τελωνειακής οφειλής θα έπρεπε, κατά το μέτρο της καταβολής τους, να μεταφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, από τη λογιστική Β στη λογιστική Α, περιπίπτει σε σφάλμα, που είναι καθοριστικό και στο πλαίσιο εξετάσεως της υπό κρίση υποθέσεως.
35. Από το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων προκύπτει ότι η καταχώρηση των απαιτήσεων που βεβαιώθηκαν στα λογιστικά βιβλία –και αυτό ισχύει τόσο για τη λογιστική Α όσο και για τη λογιστική Β– πρέπει να λαμβάνει χώρα το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
36. Εντός της προθεσμίας αυτής, που συναρτάται, συνεπώς, με τη βεβαίωση της απαιτήσεως, καταχωρούνται στη λογιστική Β, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, αφενός, οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί, για τις οποίες δεν έχει συσταθεί ασφάλεια, και, αφετέρου, οι μη εισπραχθείσες απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί, για τις οποίες έχει μεν συσταθεί ασφάλεια, οι οποίες ωστόσο αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές συνεπεία αντιδικίας. Επομένως, οι εισπραχθείσες απαιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται στη λογιστική Α, ενώ οι μη εισπραχθείσες απαιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται στη λογιστική Α εφόσον έχει συσταθεί ασφάλεια και, επιπλέον, οι απαιτήσεις δεν αμφισβητούνται (10).
37. Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο ειδών λογιστικής και ειδικότερα η σημασία του είδους της λογιστικής έγκειται πράγματι στις διαφορετικές συνέπειες, όσον αφορά τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων εγγραφή των ποσών που καταχωρούνται λογιστικά.
38. Πράγματι, ενώ, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, η εγγραφή των ποσών που καταχωρούνται στη λογιστική Α πρέπει να διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση της Επιτροπής, η εγγραφή των ποσών που καταχωρούνται στη λογιστική Β πρέπει να διενεργείται εντός της αντίστοιχης προθεσμίας από της εισπράξεως (11).
39. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων ορίζει, συνεπώς, ότι τα ποσά που καταχωρούνται στη λογιστική Β πρέπει να εγγράφονται εντός της προβλεπομένης σε αυτό προθεσμίας από της εισπράξεως και όχι, όπως θεωρεί η Επιτροπή, ότι τα ποσά αυτά πρέπει, από της εισπράξεώς τους, να καταχωρούνται στη λογιστική Α. Τα ποσά που καταχωρούνται στη λογιστική Β υπόκεινται, από της εισπράξεώς τους, άνευ ετέρου στην υποχρέωση εμπρόθεσμης εγγραφής, με αποτέλεσμα η μεταφορά των ποσών αυτών στη λογιστική Α να παρίσταται περιττή και, επιπλέον, να οδηγεί, όσον αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, σε ορισμένες αντιφάσεις, στο μέτρο που η προβλεπόμενη για την εγγραφή των ποσών που καταχωρούνται στη λογιστική Α προθεσμία συναρτάται με τον χρόνο της βεβαιώσεως.
40. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αιτίαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι βελγικές αρχές έσφαλαν, παραλείποντας να μεταφέρουν τις καταβληθείσες δόσεις στη λογιστική Α.
41. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η Επιτροπή δεν αιτιάται την αρχική καταχώρηση του επίδικου ποσού τελωνειακής οφειλής στη λογιστική Β και δεν αμφισβητεί ότι, μέχρι το χρονικό αυτό σημείο, ούτε είσπραξη του ποσού αυτού είχε λάβει χώρα ούτε ασφάλεια είχε συσταθεί, η εξέταση περιορίζεται, κατά λογική συνέπεια, στο ζήτημα του κατά πόσον η εγγραφή του ποσού της τελωνειακής οφειλής ή των επί μέρους δόσεων που καταβλήθηκαν –που έλαβε χώρα το πρώτον στις 11 Ιανουαρίου 1998 ή μετά την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2000– ήταν καθυστερημένη. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί σε ποιο χρονικό σημείο, σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη, στην οποία μια βεβαιωμένη απαίτηση αποπληρώνεται με δόσεις, πρέπει να θεωρηθεί ότι λαμβάνει χώρα είσπραξη, κατά την έννοια του κανονισμού περί ιδίων πόρων.
42. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Βελγικής Κυβερνήσεως σύμφωνα με τον οποίο η επίδικη τελωνειακή οφειλή πρέπει, σύμφωνα με τη συμφωνία συμβιβασμού και τη σχετική βελγική νομοθεσία περί εισπράξεως τελωνειακών οφειλών και διώξεως των παραβάσεων του τελωνειακού δικαίου, να θεωρηθεί ως εισπραχθείσα το πρώτον από της δικαστικής βεβαιώσεως ή της πλήρους καταβολής της τελωνειακής οφειλής, πρέπει κατ’ αρχήν να επισημανθεί γενικώς ότι η υποχρέωση θέσεως των ιδίων πόρων στη διάθεση της Επιτροπής, όπως καθιερώνεται με τον κανονισμό περί ιδίων πόρων, αποτελεί υποχρέωση του κοινοτικού δικαίου, η πλήρης αποτελεσματικότητα της οποίας πρέπει να διασφαλιστεί (12).
43. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί, όπως ορθά υποστήριξε και η Επιτροπή, να είναι κατ’ αρχήν κρίσιμο για τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου της εισπράξεως, με το οποίο συναρτάται η υποχρέωση θέσεως στη διάθεση της Επιτροπής των ιδίων πόρων για τις απαιτήσεις που καταχωρούνται στη λογιστική Β, το κατά πόσον οι δόσεις της τελωνειακής οφειλής που κατέβαλε ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής στις βελγικές τελωνειακές αρχές πρέπει, σύμφωνα με τη συμφωνία συμβιβασμού ή το εφαρμοστέο βελγικό δίκαιο, να θεωρηθούν ως αντικείμενο «παρακαταθήκης». Πράγματι, η αναγνώριση στα κράτη μέλη του δικαιώματος να καθορίζουν από πότε πρέπει να θεωρούνται ως «εισπραχθείσες», για τους σκοπούς του κανονισμού περί ιδίων πόρων, οι βεβαιωθείσες και καταχωρημένες απαιτήσεις των Κοινοτήτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε διατάραξη της δημοσιονομικής ισορροπίας των Κοινοτήτων (13).
44. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν είναι, αντίστροφα, προφανές για ποιο λόγο θα έπρεπε ο χαρακτηρισμός των δόσεων της τελωνειακής οφειλής που έχουν καταβληθεί, για τους σκοπούς του κανονισμού περί ιδίων πόρων, ως απαιτήσεων που έχουν εισπραχθεί, να θέτει εν αμφιβόλω την εξακολούθηση της εθνικής ποινικής διώξεως στην περίπτωση διακοπής των τμηματικών καταβολών, όπως αυτές έχουν οριστεί στη συμφωνία του συμβιβασμού. Το να θεωρούνται οι καταβληθείσες δόσεις ως εισπραχθείσες απαιτήσεις, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι καταβολές αυτές πρέπει να θεωρηθούν, κατά την έννοια του βελγικού δικαίου ή της συμφωνίας συμβιβασμού, ως «οριστική» καταβολή, που οδηγεί σε απόσβεση της αξιώσεως των βελγικών αρχών για ποινική δίωξη.
45. Η έννοια της εισπράξεως απαιτήσεων κατά τον κανονισμό περί ιδίων πόρων δεν ορίζεται στον ίδιο τον κανονισμό.
46. Πρέπει όμως, πρώτον, να επισημανθεί ότι –όπως υποστήριξε και η Βελγική Κυβέρνηση και έχω ήδη αναφέρει στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-105/02 (14)– η εισαγωγή της λογιστικής Β με τον κανονισμό 1552/89 της 29ης Μαΐου 1989 δεν αποσκοπούσε μόνο στον καλύτερο έλεγχο των ενεργειών των κρατών μελών κατά την είσπραξη των ιδίων πόρων, αλλά και στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων των κρατών μελών.
47. Πράγματι, το γεγονός ότι η υποχρέωση εγγραφής για ορισμένες, περιγραφόμενες στο άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, απαιτήσεις εξαρτήθηκε από την είσπραξή τους μειώνει τον κίνδυνο που διατρέχουν τα κράτη μέλη να υποχρεωθούν να καταβάλουν σε τελευταία ανάλυση από δικούς τους πόρους τους αποδοθέντες ίδιους πόρους.
48. Ο σκοπός της ρυθμίσεως περί της θέσεως των ιδίων πόρων στη διάθεση της Επιτροπής, σε σχέση με τις απαιτήσεις που καταχωρούνται στη λογιστική Β, να μειωθεί ο οικονομικός κίνδυνος που διατρέχουν τα κράτη μέλη συνηγορεί, κατά την άποψή μου, υπέρ της απόψεως να θεωρηθούν οι καταβληθείσες δόσεις της τελωνειακής οφειλής ως εισπραχθείσες απαιτήσεις των Κοινοτήτων που πρέπει να τεθούν στη διάθεση της Επιτροπής εντός της αναφερομένης στο άρθρο 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού περί ιδίων πόρων προθεσμίας. Και τούτο διότι, με την πληρωμή ή –όπως αναφέρει η Βελγική Κυβέρνηση– την «παρακαταθήκη» των δόσεων που καταβλήθηκαν σε λογαριασμό των τελωνειακών αρχών, διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση ότι, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, οι καταβληθείσες δόσεις έχουν τεθεί στη διάθεση των βελγικών αρχών και, συνεπώς, δεν υφίσταται σχετικός κίνδυνος να υποχρεωθεί το κράτος μέλος να καταβάλει από δικούς του πόρους τους προερχόμενους από τις δόσεις αυτές ιδίους πόρους που τέθηκαν στη διάθεση των Κοινοτήτων.
49. Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή, σύμφωνα με την οποία οι κλιμακωτές καταβολές, όπως αυτές τις οποίες αφορά η υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να θεωρούνται ως εισπραχθείσες απαιτήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού περί ιδίων πόρων, επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, και υπό το πρίσμα του σκοπού της ταχείας και αποτελεσματικής αποδόσεως των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, όπως αυτός επιδιώκεται με τον κανονισμό περί ιδίων πόρων (15).
50. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να διενεργήσει την εκάστοτε εγγραφή των δόσεων που κατέβαλε ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής το αργότερο τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο καταβλήθηκε και, συνεπώς, εισπράχθηκε το ποσό της δόσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό περί ιδίων πόρων και ιδίως από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού.
51. Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού περί ιδίων πόρων, κάθε εκπρόθεσμη εγγραφή δημιουργεί την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας, οι οποίοι, κατά πάγια νομολογία, είναι απαιτητοί, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή στον λογαριασμό της Κοινότητας έγινε εκπρόθεσμα (16).
52. Δεδομένου ότι η εγγραφή, όσον αφορά τις διάφορες δόσεις που καταβλήθηκαν από τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής στο πλαίσιο της συμφωνίας συμβιβασμού, χώρησε –όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα– εκπρόθεσμα, οφείλονται τόκοι υπερημερίας, οι οποίοι δεν αμφισβητείται ότι δεν έχουν μέχρι τώρα καταβληθεί.
53. Η προσφυγή της Επιτροπής είναι, συνεπώς, και ως προς το σημείο αυτό βάσιμη.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
54. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η παράγραφος 3 του άρθρου 69 του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
55. Δεδομένου ότι η αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τη μεταφορά των επίδικων ποσών των δόσεων στη λογιστική Α είναι αβάσιμη, προτείνω να καταδικαστεί το Βασίλειο του Βελγίου, το οποίο κατά τα λοιπά ηττήθηκε, στα δύο τρίτα των συνολικών εξόδων. Η Επιτροπή θα πρέπει, συνεπώς, να φέρει το υπόλοιπο ένα τρίτο των εξόδων.
VI – Πρόταση
56. Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
1. Το Βασίλειο του Βελγίου, προβαίνοντας σε εκπρόθεσμη εγγραφή των ιδίων πόρων επί κλιμακωτών καταβολών του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, με αποτέλεσμα την οφειλή τόκων υπερημερίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, που κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μαΐου 2000, τον ιδίου αντικειμένου κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
2. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3. Το Βασίλειο του Βελγίου φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει το υπόλοιπο ένα τρίτο των εξόδων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 130, σ. 1.
3 – ΕΕ L 293, σ. 9.
4 – ΕΕ L 155, σ. 1.
5 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I‑3989, σκέψη 42) και της 9ης Νοεμβρίου 1999, C‑365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I‑7773, σκέψη 32).
6 – Βλ. την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C‑363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑5767, σκέψεις 21 έως 24).
7 – Βλ. τις προτάσεις μου της 26ης Ιανουαρίου 2006 επί της υποθέσεως C‑377/03 (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 4 και 5).
8 – Κανονισμός που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 175, σ. 3).
9 – Βλ. π.χ. την απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004, C‑361/02 και C‑362/02, Τσάπαλος και Διαμαντάκης (Συλλογή 2004, σ. I‑6405, σκέψη 19, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
10 – Βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Δεκεμβρίου 2005 επί της υποθέσεως C‑105/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 83).
11 – Βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C‑105/02 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10), σημεία 2 και 81.
12 – Βλ. επ’ αυτού την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑78/01, Bundesverband Güterkraftverkehr und Logistik eV [BGL] (Συλλογή 2003, σ. I‑9543, σκέψη 57).
13 – Βλ. στο πνεύμα αυτό τις αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1991, C‑96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. I‑2461, σκέψη 37) και της 15ης Ιουνίου 2000, C‑348/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2000, σ. I‑4429, σκέψη 64).
14 – Βλ. τις προτάσεις επί της υποθέσεως C‑105/02 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10), σημεία 81, 86 και 87.
15 – Βλ., ως προς τον σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, C‑460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2005, σ. Ι-2613, σκέψεις 60 και 70), καθώς και C‑104/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2005, σ. Ι‑2689, σκέψη 69).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις C‑460/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 91), καθώς και C‑96/89 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 38) και C‑363/00 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 44).
Full & Egal Universal Law Academy