ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 13ης Ιουνίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-380/03
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Οδηγία 2003/33/ΕΚ – Διαφήμιση και χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού – Νομική βάση – Άρθρο 95 ΕΚ – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Διαδικασία συναποφάσεως – Αρχή της αναλογικότητας – Θεμελιώδη δικαιώματα – Ελευθερία εκφράσεως»
1. Με την κρινόμενη προσφυγή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, τη μερική ακύρωση της οδηγίας 2003/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού (2).
2. Η προσφυγή αυτή αποτελεί προέκταση της διαδικασίας που κίνησε το εν λόγω κράτος μέλος κατά της προηγούμενης οδηγίας 98/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, με τον ίδιο τίτλο (3), και η οποία κατέληξε στην εν όλω ακύρωση της οδηγίας εκείνης με απόφαση του Δικαστηρίου, της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-376/98, Γερμανία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (4). Η οδηγία 2003/33 (που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής) εκδόθηκε μετά από την απόφαση αυτή. Με τη νέα αυτή προσφυγή (5), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καλεί το Δικαστήριο, με το κύριο αίτημά της, να προσδιορίσει την έκταση του πεδίου εφαρμογής της νομολογίας του όσον αφορά την επιλογή της νομικής βάσεως που χρησιμοποιήθηκε αρχικώς για την έκδοση της ακυρωθείσας οδηγίας και στη συνέχεια εκ νέου για την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας.
I – Το νομικό πλαίσιο
3. Θα αναφέρουμε, κατ’ αρχάς, τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ που επικαλείται η κρινομένη προσφυγή. Στη συνέχεια, θα εντοπίσουμε τα νομολογιακά προηγούμενα, υπενθυμίζοντας το περιεχόμενο της οδηγίας 98/43, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου που την ακύρωσε. Τέλος, θα αναφερθούμε στην οδηγία 2003/33 που τη διαδέχθηκε και που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως.
Α – Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ που επικαλείται η προσφεύγουσα
4. Το άρθρο 95 ΕΚ, το οποίο αποτελεί (μαζί με το άρθρο 55 ΕΚ που αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) την καθ’ ύλην νομική βάση της προσβαλλομένης οδηγίας, προβλέπει, στην παράγραφο του 1, ότι «[ε]κτός αν ορίζει άλλως η […] Συνθήκη, […] για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 14, [τ]ο Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδει τα μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (6).
5. Το άρθρο 251 ΕΚ, στο οποίο παραπέμπουν τόσο το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ όσο και το άρθρο 47, παράγραφος 2, ΕΚ (στο οποίο κάνει επίσης μνεία η προσβαλλόμενη οδηγία), προβλέπει τη λεγόμενη «διαδικασία της συναπόφασης», δυνάμει της οποίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει ευρέως στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων του Συμβουλίου. Η επιλογή της διαδικασίας αυτής μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση μιας πράξεως από την πρώτη ανάγνωση. Πράγματι, το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, ΕΚ προβλέπει ότι «[τ]ο Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, και αφού λάβει τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εφόσον εγκρίνει όλες τις τροπολογίες που περιέχονται στη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δύναται να εκδώσει την προτεινόμενη πράξη όπως τροποποιήθηκε».
6. Κατά το άρθρο 254, παράγραφος 1, ΕΚ, οι πράξεις που έχουν εκδοθεί με τη διαδικασία της συναπόφασης κατά το άρθρο 251 ΕΚ υπογράφονται από τους προέδρους τόσο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και του Συμβουλίου.
7. Το άρθρο 152, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο XIII της Συνθήκης με τίτλο «Δημόσια υγεία», διευκρινίζει, στην παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ότι «[τ]ο Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων του παρόντος άρθρου, θεσπίζοντας μέτρα ενθάρρυνσης της προστασίας και της βελτίωσης της υγείας του ανθρώπου, εκτός οιασδήποτε εναρμόνισης των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών».
Β – Η ακυρωθείσα οδηγία
8. Η ακυρωθείσα οδηγία εκδόθηκε βάσει των άρθρων 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 47, παράγραφος 2, ΕΚ), 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 55 ΕΚ) και 100 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ).
9. Η θέσπιση της οδηγίας αυτής ανταποκρινόταν, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, στη διαπίστωση ότι «υπάρχουν διαφορές μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού [και στην ιδέα] ότι επειδή αυτή η διαφήμιση και αυτή η χορηγία ξεπερνούν τα σύνορα των κρατών μελών, οι εν λόγω διαφορές είναι τέτοιες ώστε να παρεμποδίζουν την κυκλοφορία των προϊόντων, που αποτελούν τα μέσα των ανωτέρω δραστηριοτήτων, και την ελεύθερη παροχή των σχετικών υπηρεσιών καθώς και να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και να αποτελούν με τον τρόπο αυτό εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας διευκρίνιζε ότι «θα πρέπει να καταργηθούν τα εμπόδια αυτά και, προς τον σκοπό αυτό, να επιδιωχθεί η προσέγγιση των κανόνων σχετικά με τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού, αφήνοντας παράλληλα στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίζουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις απαιτήσεις που κρίνουν αναγκαίες για την εξασφάλιση της προστασίας της υγείας των ατόμων».
10. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ακυρωθείσας οδηγίας κατοχύρωσε την αρχή ότι «απαγορεύεται κάθε μορφή διαφήμισης (7) ή χορηγίας (8) [υπέρ των προϊόντων καπνού] εντός της Κοινότητας».
11. Η υποχρέωση των κρατών μελών να συμμορφώνονται προς την απαγόρευση αυτήν εφαρμόστηκε σταδιακά, προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσαρμογή των εμπορικών πρακτικών (9). Στην προέκταση της απαγορεύσεως αυτής, απαγορεύτηκε επίσης, με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της ακυρωθείσας οδηγίας, «[κ]άθε δωρεάν διανομή που αποσκοπεί ή που έχει ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση προϊόντων καπνού».
12. Παρά ταύτα, πολλά είδη προωθήσεως των προϊόντων καπνού εξακολουθούσαν να εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Αυτό συνέβαινε με την τηλεοπτική διαφήμιση (άρθρο 3, παράγραφος 1) (10) των ανακοινώσεων οι οποίες προορίζονται αποκλειστικά για τους επαγγελματίες που ασχολούνται με το εμπόριο καπνού, με τη διαφήμιση εντός ειδικών καταστημάτων πωλήσεως προϊόντων καπνού και με τη διαφήμιση που περιέχεται σε έντυπα που εκδίδονται και τυπώνονται σε τρίτες χώρες και που δεν προορίζονται κυρίως για την κοινοτική αγορά (άρθρο 3, παράγραφος 5, πρώτη, τρίτη και τελευταία περίπτωση).
13. Επιπλέον, το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιβάλλουν, τηρουμένης της Συνθήκης, αυστηρότερες προϋποθέσεις αν τις κρίνουν αναγκαίες για να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας των προσώπων σε θέματα διαφήμισης ή χορηγίας προϊόντων καπνού.
Γ – Η προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
14. Όπως προαναφέραμε, η οδηγία 98/43 (την οποία εξετάσαμε ανωτέρω) ακυρώθηκε στο σύνολό της από την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου για τον μόνο λόγο ότι είχαν εσφαλμένως επιλεγεί ως νομικές της βάσεις τα άρθρα 100 A, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης.
15. Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε σχετικώς η προσφεύγουσα κρίθηκαν βάσιμοι, το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της (11), που αντλούνταν αντιστοίχως από την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της επικουρικότητας, από την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν αντιστοίχως, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ) και του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 253 ΕΚ).
16. Το σκεπτικό που ακολούθησε το Δικαστήριο για να καταλήξει στο εσφαλμένο της επιλογής των άρθρων 100 A, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης ως νομικής βάσεως της οδηγίας 98/43 και, ως εκ τούτου, στην ακύρωσή της μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
17. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο φρόντισε να διευκρινίσει ότι, καίτοι το άρθρο 129, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρο 152, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ΕΚ) αποκλείει κάθε εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών με σκοπό την προστασία και τη βελτίωση της ανθρώπινης υγείας, «[ε]ντούτοις, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται ότι μέτρα εναρμονίσεως θεσπισθέντα βάσει άλλων διατάξεων της Συνθήκης δεν μπορούν να ασκούν επιρροή στην προστασία της υγείας του ανθρώπου», διευκρινίζοντας, πάντως, ότι «[τ]ο άρθρο 129, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο της Συνθήκης προβλέπει εξάλλου ότι οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας» (12). Ωστόσο, κατά το Δικαστήριο, αυτό δεν σημαίνει ότι «η χρησιμοποίηση άλλων άρθρων της Συνθήκης [πέραν του άρθρου 129 της Συνθήκης ως νομικής βάσεως […] μπορεί γίνει προς καταστρατήγηση της ρητής απαγορεύσεως κάθε εναρμονίσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 129, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης» (13).
18. Υπό το πρίσμα των εισαγωγικών αυτών παρατηρήσεων και των αρχών που πρέπει κατά παράδοση να διέπουν τη χρησιμοποίηση των άρθρων 100 A, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης (14), το Δικαστήριο εξέτασε αν η επιλογή των άρθρων αυτών ως νομικής βάσεως της οδηγίας 98/43 ήταν σύννομη. Προς τον σκοπό αυτόν, ερεύνησε αν η οδηγία αυτή συνέβαλε πραγματικά, αφενός, στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και, αφετέρου, στην κατάργηση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
19. Όσον αφορά τον σκοπό της εξαλείψεως των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, «λόγω των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού, υπάρχουν ή μπορούν πιθανώς να ανακύψουν εμπόδια […]», ιδίως όσον αφορά τα προϊόντα του Τύπου, οπότε «[τ]ο άρθρο 100 A της Συνθήκης θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή, κατ’ αρχήν, την έκδοση οδηγίας απαγορεύουσας τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στα περιοδικά και στις εφημερίδες, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εντύπων αυτών, όπως συνέβη με την οδηγία [ΤΧΣ], η οποία απαγορεύει, με το άρθρο 13, την τηλεοπτική διαφήμιση των προϊόντων καπνού προκειμένου να προωθήσει την ελεύθερη μετάδοση των τηλεοπτικών προγραμμάτων» (15).
20. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[ο] κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορεί να βασιστεί στην ανάγκη εξαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των διαφημιστικών μέσων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών για να εκδώσει την οδηγία [αυτή] βάσει των άρθρων 100 Α, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης» (16). Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε δύο επιχειρήματα.
21. Το πρώτο επιχείρημα απορρέει, κατά το Δικαστήριο, από την άποψη ότι «[γ]ια μεγάλο μέρος αυτών των μορφών διαφημίσεως των προϊόντων καπνού, η απαγόρευσή τους, η οποία απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ακυρωθείσας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη εξαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των διαφημιστικών μέσων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα της διαφημίσεως» (17). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «[τ]ούτο ισχύει, ιδίως, για την απαγόρευση της διαφημίσεως με αφίσες, ομπρέλες ηλίου, σταχτοδοχεία και άλλα αντικείμενα χρησιμοποιούμενα στα ξενοδοχεία, στα εστιατόρια και στις καφετέριες και για την απαγόρευση των διαφημιστικών μηνυμάτων στον κινηματογράφο, απαγορεύσεις οι οποίες ουδόλως συμβάλλουν στη διευκόλυνση του εμπορίου των οικείων προϊόντων» (18). Παρότι δέχθηκε ότι «[μ]ια πράξη εκδιδόμενη βάσει των άρθρων 100 Α, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης μπορεί να περιλάβει διατάξεις μη συμβάλλουσες στην εξάλειψη των εμποδίων στις θεμελιώδεις ελευθερίες, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι αναγκαίες για την αποφυγή της καταστρατηγήσεως ορισμένων απαγορεύσεων που έχουν τέτοιο σκοπό», εντούτοις, έκρινε ότι τούτο προδήλως δεν συμβαίνει όσον αφορά τις ανωτέρω απαγορεύσεις (19).
22. Το δεύτερο επιχείρημα στηρίζεται στη διαπίστωση ότι «[η] οδηγία ακυρωθείσα δεν διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της» (20). Προς στήριξη της διαπιστώσεως αυτής, το Δικαστήριο επικαλέστηκε το άρθρο 5 της οδηγίας 98/43, σύμφωνα με το οποίο, θυμίζουμε, τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να επιβάλλουν, τηρουμένης της Συνθήκης, αυστηρότερες προϋποθέσεις, αν τις θεωρούν αναγκαίες για την εξασφάλιση της προστασίας της υγείας των ανθρώπων σε θέματα διαφημίσεως ή χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού (21). Επιπλέον, επισήμανε ότι, αντιθέτως προς άλλες οδηγίες που αφήνουν επίσης στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα για την προστασία ενός δημόσιου συμφέροντος, η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμιά ρήτρα που να κατοχυρώνει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της (22).
23. Το Δικαστήριο συνήγαγε από το σύνολο των επιχειρημάτων αυτών ότι η νομική βάση της οδηγίας 98/43 είναι ακατάλληλη, καθόσον η οδηγία αυτή δεν μπορεί να βασιστεί στην ανάγκη εξαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των διαφημιστικών μέσων και στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών (23).
24. Το Δικαστήριο συνήγαγε το ίδιο συμπέρασμα από την εξέταση της εν λόγω οδηγίας υπό το πρίσμα του σκοπού της καταργήσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού (24). Προς τον σκοπό αυτόν, εισήγαγε διάκριση μεταξύ, αφενός, της καταστάσεως των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού (διαφημιστικών γραφείων, κατασκευαστών διαφημιστικών μέσων, επιχειρήσεων διοργανώσεως αθλητικών αγώνων) και, αφετέρου, αυτής των παραγωγών και των πωλητών των προϊόντων αυτών.
25. Όσον αφορά τα διαφημιστικά γραφεία και τους κατασκευαστές διαφημιστικών μέσων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση από πλευράς οικονομιών κλίμακας και αυξήσεως των κερδών όταν είναι εγκατεστημένες στο έδαφος κρατών μελών τα οποία έχουν λιγότερο αυστηρούς κανόνες όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού. Εντούτοις, έκρινε ότι τα αποτελέσματα των πλεονεκτημάτων αυτών επί του ανταγωνισμού είναι απομακρυσμένα και έμμεσα, οπότε, κατά την άποψή του, αντιθέτως προς τις διαφορές του κόστους παραγωγής, δεν συνιστούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού δυνάμενες να χαρακτηρισθούν ως αισθητές και να δικαιολογήσουν έτσι την προσφυγή στα άρθρα 100 Α, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης (25).
26. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, ακόμη και όταν υπάρχουν αισθητές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, στις περιπτώσεις που η απαγόρευση της χορηγίας σε ορισμένα κράτη μέλη και η μη απαγόρευση σε άλλα συνεπάγεται τη μεταφορά σε άλλο τόπο της διεξαγωγής ορισμένων αθλητικών αναμετρήσεων, «οι στρεβλώσεις αυτές, στις οποίες θα μπορούσε να βασιστεί η χρησιμοποίηση του άρθρου 100 Α της Συνθήκης για να απαγορευθούν ορισμένες μορφές χορηγίας, δεν επιτρέπουν τη χρήση αυτής της νομικής βάσεως για μια γενική απαγόρευση της διαφημίσεως όπως η θεσπιζόμενη με την ακυρωθείσα οδηγία» (26).
27. Όσον αφορά τους παραγωγούς και τους πωλητές των προϊόντων καπνού, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι είναι αναγκασμένοι να καταφεύγουν στον ανταγωνισμό διά των τιμών για να επηρεάζουν τη θέση τους στην αγορά των κρατών μελών που έχουν αυστηρή νομοθεσία. Εντούτοις, έκρινε ότι «το γεγονός αυτό δεν αποτελεί στρέβλωση του ανταγωνισμού, αλλά περιορισμό των μορφών ανταγωνισμού, επιβαλλόμενο κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους τους επιχειρηματίες εντός αυτών των κρατών μελών» (27). Έτσι, «[η] ακυρωθείσα οδηγία, απαγορεύοντας ευρέως τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού, γενικεύει στο μέλλον τον περιορισμό αυτό των μορφών ανταγωνισμού, περιορίζοντας εντός όλων των κρατών μελών τα μέσα που διαθέτουν οι επιχειρηματίες για να έχουν πρόσβαση ή για να παραμείνουν στην αγορά» (28).
28. Το Δικαστήριο συνήγαγε από την ως άνω ανάλυση το συμπέρασμα ότι «ο κοινοτικός νομοθέτης δεν [έπρεπε] να βασιστεί [ούτε] στην ανάγκη καταργήσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, είτε στον τομέα της διαφημίσεως είτε στον τομέα των προϊόντων καπνού, για την έκδοση της οδηγίας [98/43] βάσει των άρθρων 100 Α, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης» (29).
29. Αφού έκρινε έτσι ακατάλληλη τη νομική βάση της εν λόγω οδηγίας, το Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η οδηγία αυτή θα έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της και όχι μόνον εν μέρει. Πράγματι, καίτοι, όπως επισήμανε, «το άρθρο 100 Α της Συνθήκης επιτρέπει την έκδοση οδηγίας απαγορεύουσας ορισμένες μορφές διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού», «δεδομένης της γενικότητας της απαγορεύσεως […] που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία, η μερική ακύρωση αυτής θα συνεπαγόταν την τροποποίηση διατάξεων της οδηγίας από το Δικαστήριο, τροποποίηση η οποία απόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη» (30).
30. Βάσει αυτού και μόνο του λόγου περί ακαταλληλότητας της νομικής βάσεως της οδηγίας 97/43, το Δικαστήριο ακύρωσε την οδηγία στο σύνολό της. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θεσπίστηκε νέα σχετική οδηγία, δηλαδή η προσβαλλόμενη οδηγία.
Δ – Η προσβαλλόμενη οδηγία
31. Όπως προαναφέραμε, η προσβαλλομένη οδηγία θεσπίστηκε επί των ίδιων νομικών βάσεων με την ακυρωθείσα οδηγία, δηλαδή βάσει των άρθρων 95 ΕΚ, 47, παράγραφος 2, ΕΚ και 55 ΕΚ.
32. Όπως και η ακυρωθείσα, η προσβαλλομένη οδηγία ρυθμίζει τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού σε διάφορα μέσα πλην της τηλεοράσεως (31).
33. Απηχώντας την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, η πρώτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης οδηγίας επισημαίνει, αφενός, ότι έχουν παρουσιαστεί ήδη ορισμένα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων ή των υπηρεσιών, λόγω των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση στον Τύπο και, αφετέρου, ότι έχουν επίσης παρατηρηθεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού υπό τις ίδιες συνθήκες στο πλαίσιο της χορηγίας ορισμένων σημαντικών αθλητικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.
34. Όσον αφορά τη διαφήμιση, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας αναφέρει ότι «[η] κυκλοφορία, στην εσωτερική αγορά, εντύπων, όπως εφημερίδες, περιοδικά και λοιπές περιοδικές εκδόσεις, διατρέχει σημαντικό κίνδυνο να προσκρούσει σε φραγμούς, λόγω των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που απαγορεύουν ή ρυθμίζουν τη διαφήμιση του καπνού σ’ αυτά τα μέσα ενημέρωσης». Η ίδια αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι, «[γ]ια να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία σε όλη την εσωτερική αγορά όλων αυτών των μέσων ενημέρωσης, είναι αναγκαίο να περιορισθεί η μέσω αυτών διαφήμιση του καπνού σε όσες περιοδικές εκδόσεις και περιοδικά δεν προορίζονται για το ευρύ κοινό, όπως τα έντυπα που προορίζονται αποκλειστικώς για τους επαγγελματίες του κλάδου του καπνού και τα έντυπα που τυπώνονται και εκδίδονται σε τρίτες χώρες και δεν προορίζονται κυρίως για την κοινοτική αγορά».
35. Η έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής προσθέτει ότι «[ο]ι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας αποτελούν ένα μέσο διαφήμισης των προϊόντων καπνού, η χρήση του οποίου αυξάνεται με την αύξηση της πρόσβασης του κοινού στις υπηρεσίες αυτές και τη διάδοση της χρήσης τους. Οι εν λόγω υπηρεσίες, καθώς και οι ραδιοφωνικές εκπομπές, που μπορούν να μεταδίδονται και μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, προσελκύουν ιδιαίτερα τους νέους καταναλωτές και είναι εύκολα προσπελάσιμες από αυτούς», ενώ διευκρινίζεται ότι «[η] διαφήμιση του καπνού και από τα δύο αυτά μέσα έχει από τη φύση της διασυνοριακό χαρακτήρα και θα πρέπει [επομένως] να ρυθμισθεί σε κοινοτικό επίπεδο».
36. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης οδηγίας αναφέρει ότι «[ο]ι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών σχετικά με ορισμένα είδη χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, με διασυνοριακό αντίκτυπο, δημιουργούν σημαντικό κίνδυνο στρέβλωσης των όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, όσον αφορά τη δραστηριότητα αυτή [και ότι] για να εξαλειφθούν αυτές οι στρεβλώσεις, είναι αναγκαίο να απαγορευθεί η χορηγία εκείνων μόνον των δραστηριοτήτων ή εκδηλώσεων που έχουν διασυνοριακό αντίκτυπο, δεδομένου ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η χορηγία θα μπορούσε να αποτελέσει μέσο καταστρατήγησης των περιορισμών που επιβάλλονται στην άμεση διαφήμιση […]».
37. Κατόπιν των ανωτέρω, το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Διαφήμιση σε έντυπα μέσα ενημέρωσης και σε υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, ότι «[η] διαφήμιση στον Τύπο και σε άλλα έντυπα μέσα περιορίζεται σε έντυπα που προορίζονται αποκλειστικά για τους επαγγελματίες του εμπορίου καπνού και σε έντυπα που τυπώνονται και εκδίδονται σε τρίτες χώρες, εφόσον η κοινοτική αγορά δεν είναι ο κύριος προορισμός των εντύπων αυτών» και ότι, συνεπώς, «[κ]άθε άλλη διαφήμιση στον Τύπο και σε άλλα έντυπα μέσα απαγορεύεται». Σύμφωνα με την ίδια λογική, η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 3 διευκρινίζει ότι «[η] διαφήμιση που δεν επιτρέπεται στον Τύπο και σε άλλα έντυπα μέσα δεν επιτρέπεται ούτε στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας».
38. Επιπλέον, το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Ραδιοφωνική διαφήμιση και χορηγία», ορίζει στην παράγραφό του 1 ότι «[α]παγορεύεται κάθε μορφή ραδιοφωνικής διαφήμισης των προϊόντων καπνού» και στην παράγραφό του 2 ότι «[τ]α ραδιοφωνικά προγράμματα δεν λαμβάνουν χορηγίες από επιχειρήσεις η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι η παρασκευή ή πώληση προϊόντων καπνού».
39. Πέραν των εν λόγω άρθρων 3 και 4, που είναι τα μόνα που αφορά η παρούσα προσφυγή ακυρώσεως, η οδηγία 2003/33 περιλαμβάνει και άλλες διατάξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη χορηγία ορισμένων εκδηλώσεων (άρθρο 5), καθώς και τις διαδικασίες και κυρώσεις που σκοπούν στην εξασφάλιση της τηρήσεως των μέτρων για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας (άρθρο 7). Το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων και υπηρεσιών», επισημαίνει κατά τρόπο γενικό ότι «[τ]α κράτη μέλη δεν απαγορεύουν ούτε περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων ή υπηρεσιών που συμφωνούν με την παρούσα οδηγία».
40. Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, η προθεσμία που προβλεπόταν για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών έληξε στις 31 Ιουλίου 2005.
II – Η προσφυγή ακυρώσεως
41. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Σεπτεμβρίου 2003, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (η οποία ψήφισε κατά της θεσπίσεως της οδηγίας 2003/33) ζήτησε την ακύρωση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας αυτής.
42. Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως. Κυρίως, προβάλλει ότι η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας είναι εσφαλμένη και ότι η οδηγία αυτή θεσπίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 152, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι κατά την έκδοση της εν λόγω οδηγίας δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας συναποφάσεως που προβλέπονται στο άρθρο 251 ΕΚ και ότι παραβιάστηκαν τόσο η υποχρέωση αιτιολογήσεως, όσο και η αρχή της αναλογικότητας.
43. Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Ιανουαρίου και της 2ας Μαρτίου 2004, έγιναν δεκτά τα αιτήματα της Δημοκρατίας της Φινλανδίας (με την πρώτη) και στη συνέχεια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας (με τη δεύτερη) να παρέμβουν υπέρ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
44. Προτού εξεταστεί το βάσιμο της προσφυγής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατία της Γερμανίας, επιβάλλεται να εξεταστεί το παραδεκτό της, καίτοι κανένας από τους λοιπούς διαδίκους δεν το έχει αμφισβητήσει ούτε γραπτώς ούτε προφορικώς.
III – Το παραδεκτό της προσφυγής
45. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, «η μερική ακύρωση κοινοτικής πράξεως είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη πράξη» (32), ενώ διευκρινίζεται ότι «δεν πληρούται αυτή η προϋπόθεση της δυνατότητας διαχωρισμού οσάκις η μερική ακύρωση πράξεως έχει ως αποτέλεσμα ότι μεταβάλλει την ουσία της πράξεως» (33), γεγονός το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί ως «αντικειμενικό κριτήριο και όχι υποκειμενικό κριτήριο συνδεόμενο με την πολιτική βούληση της αρχής που εξέδωσε την επίδικη πράξη» (34).
46. Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, φρονούμε ότι η κρινόμενη προσφυγή ασκείται παραδεκτώς.
47. Τίθεται, βεβαίως, το ερώτημα εάν η ενδεχόμενη ακύρωση των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας θα μπορούσαν να την καταστήσουν κατά ένα μεγάλο μέρος άνευ αντικειμένου και να επηρεάσουν σημαντικά τη γενική συνοχή της πράξεως, στο μέτρο που τα άρθρα αυτά αποτελούν σημαντικό τμήμα της εν λόγω οδηγίας.
48. Παρά ταύτα, όσο σημαντικά και αν είναι τα εν λόγω άρθρα, η ακύρωσή τους δεν θα καθιστούσε, κατά την άποψή μας, την οδηγία άνευ περιεχομένου (35). Πράγματι, μία τέτοια ακύρωση δεν θα έθιγε καθόλου την απαγόρευση της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού στο πλαίσιο ορισμένων εκδηλώσεων και της δωρεάν διανομής των ίδιων προϊόντων στο πλαίσιο αυτό (άρθρο 5), ούτε, βεβαίως, την υποχρέωση προβλέψεως κατάλληλων διαδικασιών και κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως των απαγορεύσεων αυτών (άρθρο 7) και διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που είναι σύμφωνες με την εν λόγω οδηγία (άρθρο 8). Αντικειμενικά, και μόνον οι διατάξεις αυτές δεν παρουσιάζουν καθόλου αμελητέο ενδιαφέρον.
49. Επιπλέον, κατά την άποψή μας, τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας μπορούν πράγματι να αποσπαστούν από το υπόλοιπο μέρος της πράξεως, τόσο από τυπικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως.
50. Πράγματι, από καθαρά τυπική άποψη, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι ενδεχόμενη ακύρωση των εν λόγω άρθρων 3 και 4 δεν θα μπορούσε να επιφέρει τροποποίηση του άρθρου 5 που αφορά τη χορηγία ορισμένων εκδηλώσεων, καθόσον το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει καμιά παραπομπή στα άρθρα 3 και 4. Επιπλέον, επί της ουσίας, καίτοι είναι αληθές ότι το άρθρο 5 αποτελεί προέκταση του άρθρου 4, παράγραφος 2, σχετικά με τη χορηγία ραδιοφωνικών προγραμμάτων, του οποίου το κύρος αμφισβητείται, εντούτοις, το εν λόγω άρθρο 5 αφορά έναν άλλον Τύπο χορηγίας και, επομένως, θα εξακολουθούσε να διατηρεί όλο του το νόημα και το πεδίο εφαρμογής, ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 2 (36).
51. Τα άρθρα 7 και 8 της προσβαλλομένης οδηγίας (που, υπενθυμίζουμε, αναφέρονται αντιστοίχως στις διαδικασίες και στις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβιάσεως των απαγορεύσεων τις οποίες επιβάλλουν τα κράτη μέλη δυνάμει της οδηγίας αυτής, και στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που συμφωνούν με την εν λόγω οδηγία), περιέχουν διατάξεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «σκούπα», που αφορούν, δηλαδή, καθεμιά από τις απαγορεύσεις που επιβάλλει η προσβαλλομένη οδηγία (στα άρθρα 3, 4 και 5, που όμως δεν αναφέρονται ρητώς), και, ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη ακύρωση των εν λόγω άρθρων 3 και 4 δεν θα απέκλειε την εφαρμογή των άρθρων 7 και 8 σε περίπτωση παραβάσεως των απαγορεύσεων του άρθρου 5 (το οποίο δεν αφορά η προσφυγή). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση τέτοιας μερικής ακυρώσεως, τα εν λόγω άρθρα 7 και 8 δεν θα στερούνταν εντελώς αντικειμένου. Το ίδιο θα ίσχυε και για την εφαρμογή του άρθρου 6 της προσβαλλομένης οδηγίας (το οποίο υποχρεώνει την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση σχετική με την εφαρμογή της οδηγίας αυτής) και των άρθρων 9 έως 12 της εν λόγω οδηγίας (τελικές διατάξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας και την προθεσμία που τάχθηκε για τη μεταφορά της).
52. Όσον αφορά τα άρθρα 1 και 2 της προσβαλλομένης οδηγίας, που προσδιορίζουν το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της και δίνουν τον ορισμό κάποιων από τους χρησιμοποιούμενους όρους (37), καίτοι θα ήταν αναμφίβολα επιθυμητές ορισμένες διορθώσεις ή προσαρμογές τους και η κατάργηση ορισμένων από τις διατάξεις τους σε περίπτωση ακυρώσεως των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας αυτής, θα ήταν πάντως υπερβολικό, κατά την άποψή μας, να θεωρηθεί ότι η καθαρά τυπική «τακτοποίηση» θα αρκούσε για να επιφέρει το απαράδεκτο της κρινομένης προσφυγής ακυρώσεως. Πράγματι, μία τέτοια τακτοποίηση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη στην οποία αρνήθηκε να προβεί το Δικαστήριο (και να υπεισέλθει έτσι στο έργο του κοινοτικού νομοθέτη) στην προπαρατεθείσα υπόθεση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, τακτοποίηση η οποία, προκειμένου να αποφευχθεί η συνολική ακύρωση της οδηγίας 98/43, θα συνίστατο στην πλήρη εκ νέου σύνταξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της γενικής απαγορεύσεως της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, που επιβάλλεται με το ως άνω άρθρο 3, παράγραφος 1, σε συγκεκριμένες μορφές διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων αυτών (38).
53. Από την ως άνω ανάπτυξη συνάγουμε ότι η κρινόμενη προσφυγή μερικής ακυρώσεως της οδηγίας 2003/33 ασκείται παραδεκτώς. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί αν είναι βάσιμη.
IV – Το βάσιμο της προσφυγής
54. Όπως προαναφέραμε, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της. Κυρίως προβάλλει ότι η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας είναι εσφαλμένη και ότι η οδηγία θεσπίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 152, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Επικουρικώς, ισχυρίζεται ότι κατά την έκδοση της εν λόγω οδηγίας δεν τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας συναποφάσεως που προβλέπονται στο άρθρο 251 ΕΚ και ότι παραβιάστηκαν η υποχρέωση αιτιολογήσεως και η αρχή της αναλογικότητας.
55. Κατ’ αρχάς, θα εξετάσουμε τους δύο λόγους που προβάλλονται κυρίως, οι οποίοι επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, και, ενδεχομένως, και τους λοιπούς λόγους που προβάλλονται επικουρικώς.
Α – Επί των λόγων που αντλούνται από την εσφαλμένη επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
α) Η άποψη της προσφεύγουσας
56. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως για τη θέσπιση των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας. Πράγματι, κατά την άποψή της, καμία από τις απαγορεύσεις των εν λόγω άρθρων 3 και 4 δεν συμβάλλει αποτελεσματικά ούτε στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων ή στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών ούτε στην κατάργηση των αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Η προσφεύγουσα επικαλείται συναφώς σειρά στοιχείων για κάθε είδος μέσου διαφημίσεως ή χορηγίας που ρυθμίζεται από τα εν λόγω άρθρα 3 και 4.
57. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τον Τύπο και άλλα έντυπα μέσα, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, περισσότερο από το 99,9 % των προϊόντων δεν διατίθενται, κατά την προσφεύγουσα, στο εμπόριο άλλων κρατών μελών, αλλά σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο και μόνον και, ως εκ τούτου, η γενική απαγόρευση της παρουσίας οποιασδήποτε διαφημίσεως υπέρ των προϊόντων καπνού σε αυτά, που επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, ανταποκρίνεται κατά τρόπο πολύ περιθωριακό στην προβαλλόμενη ανάγκη εξαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία τέτοιων διαφημιστικών μέσων.
58. Προς στήριξη αυτής της στατιστικής αυτής αναλύσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η έκφραση «άλλα έντυπα μέσα», που χρησιμοποιεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εντύπων, όπως οι περιοδικές εκδόσεις των τοπικών συλλόγων (αθλητικού, κοινωνικού, πολιτιστικού, πολιτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα), τα προγράμματα εκδηλώσεων ή εκθέσεων (ιδίως πολιτιστικής φύσεως), οι αφίσες, οι τηλεφωνικοί κατάλογοι, τα διάφορα διαφημιστικά και ενημερωτικά φυλλάδια. Τα έντυπα αυτά, όμως, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, απευθύνονται αποκλειστικώς στον τοπικό πληθυσμό και δεν έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα.
59. Όσον αφορά τα λεγόμενα προϊόντα «του Τύπου» (εφημερίδες, περιοδικά), σπανίως αποτελούν αντικείμενο διασυνοριακού εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, για λόγους όχι μόνον γλωσσικούς ή πολιτισμικούς, αλλά και για λόγους εκδοτικής πολιτικής. Κατά τα λοιπά, για όσα μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εκτός της εθνικής επικράτειας, δεν υπάρχει, κατά την προσφεύγουσα, κανένα πραγματικό εμπόδιο στη διασυνοριακή τους κυκλοφορία, παρότι δεν αμφισβητείται ότι ορισμένα κράτη μέλη απαγορεύουν τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στον τύπο. Πράγματι, κατά την προσφεύγουσα, στα κράτη αυτά ο ξένος τύπος εκφεύγει, είτε εκ του νόμου είτε εν τοις πράγμασι, της απαγορεύσεως αυτής.
60. Η προσφεύγουσα συνάγει από τα στοιχεία αυτά σχετικά με τον Τύπο και τα λοιπά έντυπα μέσα ότι, αντίθετα με το άρθρο 5 της προσβαλλομένης οδηγίας (το οποίο εφαρμόζεται αποκλειστικά στη χορηγία εκδηλώσεων με διασυνοριακό χαρακτήρα), το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δεν σκοπεί πραγματικά στην εξάλειψη των προβαλλόμενων εμποδίων στις συναλλαγές. Προσθέτει ότι, απαγορεύοντας τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στα έντυπα μέσα που στερούνται διασυνοριακού χαρακτήρα, το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν συμβάλλει –εμμέσως– ούτε στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές εμποδίζοντας την ενδεχόμενη παράκαμψη της απαγορεύσεως όσον αφορά τα έντυπα μέσα που θα μπορούσαν να διατίθενται στο εμπόριο περισσότερων κρατών μελών.
61. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της καταργήσεως των αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Πράγματι, δεν υπάρχει καμία ανταγωνιστική σχέση ούτε μεταξύ των τοπικών εκδόσεων δύο κρατών μελών ούτε μεταξύ των εφημερίδων και περιοδικών ευρύτερης κυκλοφορίας που θα μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο διασυνοριακών συναλλαγών και, άρα, ο σκοπός αυτός δεν έχει λόγο ύπαρξης. Το επιχείρημα αυτό, μαζί με τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά, αφενός, με τα διαφημιστικά γραφεία και με τους κατασκευαστές διαφημιστικών μέσων (σκέψη 109) και, αφετέρου, με τους παραγωγούς και πωλητές προϊόντων καπνού (σκέψη 113), ενισχύει, κατά την προσφεύγουσα, την άποψη ότι το άρθρο 95 ΕΚ δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση για μια γενική απαγόρευση, όπως η επιβληθείσα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης οδηγίας.
62. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το οποίο αφορά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, δεν εξυπηρετεί επίσης κανέναν από τους εν λόγω σκοπούς, ούτε αυτόν της εξαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων ή στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών ούτε αυτόν της καταργήσεως των αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Πράγματι, η ανάγνωση μέσω του Διαδικτύου εντύπων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη είναι αμελητέα και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα συναντούσε κανένα τεχνικό εμπόδιο λαμβανομένης υπόψη της ελεύθερης προσβάσεως στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο· ως εκ τούτου, δεν θα υπήρχε στις τυχόν συναλλαγές κανένα πραγματικό εμπόδιο που θα έπρεπε να καταργηθεί.
63. Κατά την προσφεύγουσα πάντοτε, η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας είναι εσφαλμένη και όσον αφορά την απαγόρευση της ραδιοφωνικής διαφημίσεως και της χορηγίας ραδιοφωνικών προγραμμάτων, που επιβάλλει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας. Ειδικότερα, τα προγράμματα αυτά απευθύνονται κυρίως στο κοινό της οικείας περιοχής ή περιφέρειας και όχι σε κοινό περισσότερων χωρών, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των προγραμμάτων, της χρησιμοποιούμενης γλώσσας και της περιορισμένης ισχύος των ραδιοφωνικών πομπών. Επιπλέον, δεδομένου ότι η ραδιοφωνική διαφήμιση προϊόντων καπνού απαγορεύεται σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη, δεν είναι αναγκαία η πρόβλεψη τέτοιας απαγορεύσεως από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Κατά την προσφεύγουσα, το ίδιο ισχύει και για την απαγόρευση της χορηγίας ραδιοφωνικών προγραμμάτων, που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
64. Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας σκοπούν όχι στην εγκαθίδρυση και βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, με την άρση τα προβαλλόμενων εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων ή στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και την κατάργηση ενδεχόμενων αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, αλλά αποκλειστικώς στην προστασία της δημόσιας υγείας. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της οδηγίας είναι όχι μόνον εσφαλμένη, αλλά και αντίθετη προς το άρθρο 152, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ΕΚ, που αποκλείει ρητώς κάθε εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών στον τομέα της δημόσιας υγείας.
β) Η άποψη των καθών και των υπέρ αυτών παρεμβαινόντων
65. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτών υποστηρίζουν ότι τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας νομίμως θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 95 ΕΚ και ότι, επομένως, δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 152, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
66. Συναφώς, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η απαγόρευση της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, η οποία επιβάλλεται με τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, είναι πολύ πιο περιορισμένη από εκείνη που προέβλεπε στο παρελθόν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ακυρωθείσας οδηγίας. Ισχυρίζονται ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας περιορίζεται στην απαγόρευση της διαφημίσεως τέτοιων προϊόντων σε περιοδικά και εφημερίδες και δεν αφορά πλέον τις αφίσες, τις ομπρέλες ηλίου, τα σταχτοδοχεία και άλλα αντικείμενα χρησιμοποιούμενα στα ξενοδοχεία, στα εστιατόρια και στις καφετέριες, ούτε τα διαφημιστικά μηνύματα στον κινηματογράφο. Η απαγόρευση αυτή δεν εκτείνεται στα άλλα είδη εντύπων που επικαλείται η προσφεύγουσα, όπως οι περιοδικές εκδόσεις τοπικών συλλόγων, τα προγράμματα εκδηλώσεων ή εκθέσεων, οι αφίσες, οι τηλεφωνικοί κατάλογοι, τα διαφημιστικά και ενημερωτικά φυλλάδια.
67. Δεδομένου του ως άνω πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν την άποψη της προσφεύγουσας ότι το εμπόριο των προϊόντων του Τύπου (των μόνων που καλύπτονται, κατά την άποψή τους, από το εν λόγω άρθρο) δεν παράγει σχεδόν καθόλου διασυνοριακά αποτελέσματα. Αμφισβητούν τη σημασία της στατιστικής αναλύσεως της προσφεύγουσας για την κρινομένη υπόθεση (αναλύσεως της οποίας τα αποτελέσματα, ως περιοριζόμενα στη γερμανική αγορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύουν για το σύνολο της Κοινότητας) και επισημαίνουν ότι το σύγχρονο φαινόμενο της λεγόμενης «συγκλίσεως των μέσων» συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη ενδοκοινοτικών συναλλαγών στον τομέα του Τύπου, καθόσον πολλές εφημερίδες ή περιοδικά δημοσιεύονται πλέον στο Διαδίκτυο και καθίστανται έτσι εύκολα προσπελάσιμα σε όλα τα κράτη μέλη.
68. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα πάντοτε με το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, πάντοτε, είναι ιδιαιτέρως δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί με ακρίβεια αν τα έντυπα κυκλοφορούν σε αμιγώς τοπικό ή εθνικό επίπεδο ή έχουν πανευρωπαϊκή ή διεθνή κυκλοφορία. Κατά συνέπεια, η απαγόρευση της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού αποκλειστικά στα έντυπα με διασυνοριακή κυκλοφορία στο εσωτερικό της Κοινότητας και όχι σε αυτά που θεωρείται ότι κυκλοφορούν αποκλειστικώς σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, όπως είχε προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση κατά τη διαπραγμάτευση της προσβαλλομένης οδηγίας, θα κινδύνευε να καταστήσει τα όρια του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως αυτής ιδιαιτέρως αβέβαια και τυχαία. Η προοπτική αυτή θα ήταν αντίθετη τόσο προς τις επιταγές της ασφάλειας δικαίου όσο και προς τον επιδιωκόμενο με την εν λόγω οδηγία σκοπό, ο οποίος, σύμφωνα με τα ως άνω κοινοτικά όργανα, συνίσταται στην προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων αυτών, προκειμένου να εξαλειφθούν τα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
69. Εξάλλου, πολλές οδηγίες έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η νομιμότητά τους από το Δικαστήριο, παρότι το πεδίο εφαρμογής τους δεν περιοριζόταν σε καταστάσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα (39). Συναφώς, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η οδηγία ΤΧΣ προβλέπει στο άρθρο της 13 ότι «[α]παγορεύεται κάθε μορφή τηλεοπτικής διαφήμισης τσιγάρων και άλλων προϊόντων καπνού», όποια και αν είναι η γεωγραφική διάδοση της κυκλοφορίας των εν λόγω τηλεοπτικών προγραμμάτων.
70. Κατά την άποψή των ως άνω διαδίκων, το σύνολο των στοιχείων αυτών καταδεικνύει ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τα έντυπα μέσα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας αποτελούν πράγματι αντικείμενο διασυνοριακών συναλλαγών.
71. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 97 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών προς μια διαρκώς περιοριστικότερη κατεύθυνση όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού, είναι πιθανόν ότι στο μέλλον θα ανακύψουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων καπνού· ως εκ τούτου, κατά πάγια νομολογία, είναι νόμιμη η χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της εν λόγω οδηγίας, προκειμένου να εξαλειφθούν τα εμπόδια αυτά στις συναλλαγές.
72. Κατά το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η χρησιμοποίηση αυτής της νομικής βάσεως αποδεικνύεται ακόμη ορθότερη στον βαθμό που, σε κάθε περίπτωση και οποιοδήποτε και αν είναι το εύρος των ενδοκοινοτικών συναλλαγών των προϊόντων του Τύπου, το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, ανταποκρίνεται και στην ανάγκη να αποφευχθεί, αφενός, η παράκαμψη της απαγορεύσεως της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού διά της οδού του προβαλλόμενου ως τοπικού Τύπου και, αφετέρου, η εμφάνιση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στον τομέα των έντυπων μέσων, λόγω του πλεονεκτήματος που θα αποκτούσαν, όσον αφορά τα προερχόμενα από διαφημιστικές καταχωρίσεις έσοδα, όσοι δραστηριοποιούνται στη λεγόμενη «τοπική» ή «εθνική» αγορά σε σχέση με αυτούς που δραστηριοποιούνται και στην κοινοτική αγορά (σε περίπτωση που υπέκειντο στην εν λόγω απαγόρευση μόνο τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διασυνοριακών συναλλαγών, όπως είχε προτείνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά τη διαπραγμάτευση της προσβαλλομένης οδηγίας) (40).
73. Η απαγόρευση της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, που επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, είναι επίσης προϊόν της βουλήσεως να αρθούν τα τυχόν εμπόδια στις συναλλαγές του κλάδου αυτού και, κυρίως, από τη βούληση να αποφευχθεί η παράκαμψη, διά της ηλεκτρονικής οδού, της απαγορεύσεως της διαφημίσεως αυτής στα έντυπα μέσα, δηλαδή η δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
74. Τέλος, η γενική απαγόρευση της ραδιοφωνικής διαφημίσεως των προϊόντων καπνού που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας ταυτίζεται πλήρως με την απαγόρευση του άρθρου 13 της οδηγίας ΤΧΣ (41). Οι ραδιοφωνικές εκπομπές, όπως και οι τηλεοπτικές, παρουσιάζουν ως εκ της φύσεώς τους διασυνοριακό χαρακτήρα λόγω της ευρείας καλύψεως των επίγειων συχνοτήτων και της αυξημένης χρήσεως του δορυφόρου, του καλωδίου και του Διαδικτύου.
75. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω συγκεκριμένα για καθένα από τα είδη διαφημιστικών μέσων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η οδηγία αυτή ευθυγραμμίζεται επίσης με την απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, στον βαθμό που τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον ελεύθερα να επιβάλουν αυστηρότερες από τις επιβαλλόμενες με την οδηγία απαγορεύσεις, προκειμένου να διασφαλίσουν την προστασία της δημόσιας υγείας, όσον αφορά τη διαφήμιση ή τη χορηγία των προϊόντων καπνού, και που, ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 8 της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη αυτά δεν μπορούν πλέον να απαγορεύουν ή να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων ή των υπηρεσιών που είναι σύμφωνα με την οδηγία· επομένως, η οδηγία αυτή σκοπεί όντως στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές και στη βελτίωση, με αυτό τον τρόπο, των συνθηκών δημιουργίας και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με τον σκοπό που αποδίδεται στις πράξεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 95 ΕΚ.
76. Σύμφωνα, πάντοτε, με το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, δεδομένου ότι πληρούνται έτσι οι προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της οδηγίας, δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 152, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ΕΚ, ακόμη και αν η οδηγία αυτή υπαγορεύεται εν μέρει από τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας.
77. Συναφώς, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Φινλανδική Δημοκρατία επισημαίνουν τη σημασία και τη σταθερή αύξηση των διασυνοριακών συναλλαγών όσον αφορά τα έντυπα μέσα, το Διαδίκτυο και τη ραδιοφωνική μετάδοση, καθώς και την ύπαρξη ή πιθανή αύξηση των εμποδίων στις συναλλαγές αυτές λόγω των διαφορών που παρουσιάζουν οι εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού. Η Φινλανδική Δημοκρατία, όπως και το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, επικαλείται την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις προϋποθέσεις της προσφυγής στο άρθρο 95 ΕΚ, υποστηρίζοντας ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι ορθώς επελέγη το άρθρο αυτό ως νομική βάση της προσβαλλομένης οδηγίας, η οδηγία αυτή πρέπει να συμβάλλει πραγματικά στην εξάλειψη των εμποδίων αυτών και ότι παρέλκει η εξέταση του αν τείνει πραγματικά στην κατάργηση των αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
2. Εκτίμηση
78. Σχετικά με την επιλογή του άρθρου 100 A της Συνθήκης, νυν άρθρου 95 ΕΚ, ως νομικής βάσεως μιας οδηγίας υπάρχει άφθονη νομολογία. Με τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο καθόρισε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η προσφυγή στο άρθρο αυτό. Θα εξετάσουμε τη νομολογιακή αυτή εξέλιξη προκειμένου να συναγάγουμε από αυτήν τα επιβαλλόμενα συμπεράσματα όσον αφορά την επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα της 3 και 4.
α) Η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την επιλογή του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ως νομικής βάσεως μιας οδηγίας
79. Όπως προαναφέραμε, το άρθρο 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης παρέχει στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα να εκδίδει, σύμφωνα με ορισμένη διαδικασία και για την επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 7 της Συνθήκης, «τα μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Η αγορά αυτή ορίζεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, ΕΚ ως «ένας χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίον εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις της […] Συνθήκης» και ο οποίος προϋποθέτει, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ, «[την] εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών».
80. Προχωρώντας πέρα από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, το Δικαστήριο δέχθηκε, με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή και ως «Διοξείδιο του τιτανίου» (42), ότι η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς δεν προϋποθέτουν μόνο την εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές, αλλά και την κατάργηση ορισμένων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Κοινότητας (43).
81. Καίτοι στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (που εκδόθηκε πολλά χρόνια μετά την απόφαση Διοξείδιο του τιτανίου), το Δικαστήριο εξέτασε την οδηγία 98/43 υπό το πρίσμα καθενός από τους δύο αυτούς σκοπούς, που συντρέχουν σωρευτικώς κατά την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, δεν μπορεί να συναχθεί, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα (44), το συμπέρασμα ότι η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως οποιασδήποτε οδηγίας θα ήταν δικαιολογημένη μόνο σε περίπτωση που η οδηγία αυτή εξυπηρετεί πραγματικά και τους δύο αυτούς σκοπούς και όχι μόνο τον ένα από αυτούς και ότι, επομένως, σε περίπτωση που μία οδηγία συμβάλλει είτε μόνο στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές είτε μόνο στην κατάργηση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη νομική βάση για να θεσπίσει την οδηγία αυτή.
82. Κατά την άποψή μας, με τη διπλή αυτή εξέταση, το Δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η προσφυγή στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης για τη θέσπιση της οδηγίας εκείνης δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα κανενός από τους δύο σκοπούς στους οποίους στηρίζεται η εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς (45). Μόνο κατόπιν της εξαντλητικής αυτής αναλύσεως κατέληξε το Δικαστήριο στην ακύρωση στο σύνολό της της οδηγίας 98/43, για τον μόνο λόγο ότι η επιλογή του εν λόγω άρθρου 100 A ως νομικής βάσεώς της ήταν εσφαλμένη.
83. Η νομολογία που εκδόθηκε μετά την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής.
84. Πράγματι, όπως ορθώς επισήμαναν το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και η Φινλανδική Δημοκρατία, στην προπαρατεθείσα απόφαση BAT, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «από τις σκέψεις 83, 84 και 95 της αποφάσεως [Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου] για τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού προκύπτει ότι τα μέτρα τα οποία αφορά [το άρθρο 100 Α, παράγραφος 1, της Συνθήκης] αποσκοπούν στη βελτίωση των συνθηκών εγκαθιδρύσεως και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και πρέπει πραγματικά να έχουν αυτόν τον σκοπό, συμβάλλοντας στην εξάλειψη εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή ακόμη στην εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού» (46).
85. Η διατύπωση αυτή καθιστά εμφανή τον μη σωρευτικό χαρακτήρα των προϋποθέσεων για την προσφυγή στο άρθρο 95 ΕΚ. Έτσι, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι μία οδηγία που έχει ως νομική της βάση το άρθρο αυτό συμβάλλει αποκλειστικά στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές και όχι την κατάργηση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ή, αντιστρόφως, συμβάλλει στον δεύτερο αυτόν σκοπό και όχι στον πρώτο ή ακόμη αν εξυπηρετεί και τους δύο σκοπούς ταυτοχρόνως. Αυτό που έχει σημασία είναι, με την επιδίωξη του ενός ή του άλλου σκοπού, η οικεία οδηγία να έχει πραγματικά ως αντικείμενο τη βελτίωση των συνθηκών της δημιουργίας και της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
86. Εξάλλου, στην προπαρατεθείσα απόφαση BAT, το Δικαστήριο περιορίστηκε στην εξέταση της οδηγίας 2001/37 (σχετικά με την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού) υπό το πρίσμα του σκοπού της εξαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αυτών. Αφού έκρινε ότι η οδηγία αυτή επιδίωκε πραγματικά τον σκοπό αυτόν και συνέβαλλε, έτσι, εκ μόνου του γεγονότος αυτού, στη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω οδηγία μπορούσε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 95 ΕΚ (47).
87. Το Δικαστήριο ακολούθησε ακριβώς το ίδιο σκεπτικό στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Arnold André και Swedish Match (48), σχετικά με την ίδια οδηγία, και στη συνέχεια στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Alliance for Natural Health κ.λπ. (49), σχετικά με την οδηγία 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (50).
88. Από όλη την ως άνω νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μία οδηγία έχει ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ, αρκεί να συμβάλλει πραγματικά στην εξάλειψη των εμποδίων στις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη ή στην κατάργηση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Έτσι, εφόσον μία οδηγία συμβάλλει πραγματικά στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές, δεν χρειάζεται να έχει επιπτώσεις στους όρους του ανταγωνισμού προκειμένου να εξυπηρετεί τον σκοπό του άρθρου 95 ΕΚ.
89. Επιπλέον, δεδομένου ότι πρόκειται ειδικότερα για τον σκοπό της εξαλείψεως των περιορισμών στις συναλλαγές, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι, «αν η απλή διαπίστωση διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών δεν αρκεί προς δικαιολόγηση της προσφυγής στο άρθρο 95 ΕΚ […], δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση διαφορών μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών ικανών να εμποδίσουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και να έχουν ως εκ τούτου άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (51). Το Δικαστήριο έχει επίσης επανειλημμένως προσθέσει ότι «η χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως είναι μεν δυνατή προκειμένου να προληφθούν μελλοντικά εμπόδια στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών, η εμφάνιση, όμως, των εμποδίων αυτών πρέπει να είναι πιθανή και το επίδικο μέτρο πρέπει να έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους» (52).
90. Έτσι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις προσφυγής στο άρθρο 95 ΕΚ υπό το πρίσμα του σκοπού της εξαλείψεως των εμποδίων στις συναλλαγές, απαιτείται, κατ’ αρχάς, να διαπιστωθεί αν, κατά τη θέσπιση του οικείου μέτρου, υπήρχαν διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών ή, τουλάχιστον, αν οι νομοθεσίες αυτές ακολουθούσαν διαφορετική εξέλιξη. Στη συνέχεια, πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούσαν να παρακωλύσουν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη ή αν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να προκληθεί τέτοιο αποτέλεσμα. Τέλος, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν το επίμαχο μέτρο έχει πραγματικά, εμμέσως ή αμέσως (53), ως αντικείμενο την εξάλειψη ή την πρόληψη αυτών των (υφισταμένων ή πιθανών) εμποδίων. Η συλλογιστική αυτή προσεγγίζει αυτήν του Δικαστηρίου σχετικά με τον σκοπό της καταργήσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, ο οποίος συντρέχει με αυτόν της εξαλείψεως των εμποδίων στις συναλλαγές, κατά την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς (54).
91. Κατά πάγια νομολογία, «εφόσον πληρούνται [αυτές] οι προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως, δεν μπορεί να εμποδίζεται ο κοινοτικός νομοθέτης να στηριχθεί σ’ αυτή τη νομική βάση λόγω του ότι η προστασία της δημόσιας υγείας είναι καθοριστική για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν» (55).
92. Πράγματι, θυμίζουμε ότι στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου το Δικαστήριο επισήμανε ότι «[τ]ο άρθρο 129, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης αποκλείει [μεν] κάθε εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες σκοπούν στην προστασία και στη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου, [ω]στόσο, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται ότι μέτρα εναρμονίσεως θεσπισθέντα βάσει άλλων διατάξεων της Συνθήκης δεν μπορούν να ασκούν επιρροή στην προστασία της υγείας του ανθρώπου» (56). Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι «[α]ντιθέτως, το άρθρο 129, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, προβλέπει ότι οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας και το άρθρο 100 Α, παράγραφος 3, απαιτεί ρητώς όπως, κατά την πραγματοποίηση της εναρμονίσεως, διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των ανθρώπων» (57).
93. Υπό το πρίσμα του συνόλου της ως άνω νομολογίας, πρέπει τώρα να εξεταστεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις της χρησιμοποιήσεως του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας.
β) Η καταλληλότητα της επιλογής του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα της 3 και 4
94. Κατά την άποψή μας, οι ισχυρισμοί που προβάλλει η προσφεύγουσα περί εσφαλμένης επιλογής του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα της 3 και 4, είναι αβάσιμοι.
95. Η σχετική ανάλυσή μας θα ακολουθήσει τη συλλογιστική που ακολουθεί συνήθως το Δικαστήριο όσον αφορά τον σκοπό της καταργήσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ή αυτόν της εξαλείψεως των εμποδίων (58). Έτσι, θα εξετάσουμε, κατ’ αρχάς, την ύπαρξη (κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας) των προβαλλόμενων διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με ζητήματα που καλύπτονται από τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας αυτής, στη συνέχεια, τα αποτελέσματα των προβαλλόμενων αυτών διαφορών στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, τέλος, το αντικείμενο των άρθρων αυτών 3 και 4, προκειμένου να διαπιστώσουμε τις συνέπειές τους όσον αφορά την καταλληλότητα της επιλογής του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας (στους τομείς που καλύπτονται από τα εν λόγω άρθρα 3 και 4).
i) Η ύπαρξη των προβαλλόμενων διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών στα ζητήματα που καλύπτονται από τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας
96. Υπενθυμίζουμε ότι, στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, το Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη, κατά την έκδοση της οδηγίας 98/43, διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού (59), καθώς και «της εξελίξεώς [τους] προς μια διαρκώς περιοριστικότερη κατεύθυνση […], η οποία αντιστοιχεί στην πεποίθηση ότι η διαφήμιση αυτή συνεπάγεται αισθητή αύξηση της καταναλώσεως καπνού» (60).
97. Δεν αμφισβητείται ότι το ίδιο ίσχυε και κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας, όχι μόνο για τη διαφήμιση, αλλά και για τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού. Αυτό προκύπτει σαφώς από την εξέταση των εθνικών νομοθεσιών στην οποία προέβη κατά τρόπο συγκεκριμένο και λεπτομερή η Επιτροπή, η οποία φρόντισε να περιλάβει την έκθεση αυτή στο σημείο 4 της αιτιολογικής εκθέσεως της οδηγίας που παρουσίασε στις 20 Ιουνίου 2001 (61). Αυτό τονίζουν, επιπλέον, και η πρώτη και τρίτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης οδηγίας (62).
98. Αυτό ισχύει πολλώ μάλλον δεδομένου ότι η οδηγία αυτή θεσπίστηκε ένα μόλις χρόνο πριν από τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε δέκα νέα κράτη μέλη. Η εγγύτητα της προοπτικής αυτής αύξησε τον κίνδυνο της εκδηλώσεως, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών στο ζήτημα αυτό (63).
99. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το γεγονός ότι, όπως αναφέρουν το σημείο 5 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως οδηγίας και η όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, κατά την έκδοση της οδηγίας αυτής βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας (ΠΟΥ), με σκοπό την επεξεργασία μιας συμβάσεως-πλαισίου για τον αντικαπνιστικό αγώνα (στο εξής: σύμβαση ΠΟΥ).
100. Πράγματι, καίτοι αυτό το σχέδιο συμβάσεως ΠΟΥ σκοπούσε στη μείωση της καταναλώσεως των προϊόντων καπνού προβλέποντας, μεταξύ άλλων, πλήρη απαγόρευση της διαφημίσεως, της προωθήσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων αυτών, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει την προσέγγιση των σχετικών εθνικών νομοθεσιών, οι εν λόγω διαπραγματεύσεις βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη όταν εκδόθηκε η προσβαλλομένη οδηγία (στις 26 Μαΐου 2003) και, παρόλο που οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν πολύ λίγο αργότερα (τον επόμενο μήνα) στην υπογραφή της συμβάσεως ΠΟΥ, η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ μόλις στις 27 Φεβρουαρίου 2005 και δεν δεσμεύει μέχρι σήμερα όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (64).
101. Κατά τα λοιπά, καίτοι το άρθρο 13 της εν λόγω συμβάσεως, το οποίο αφορά τη διαφήμιση, την προώθηση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού, μπορεί πράγματι να μειώσει τις διαφορές των σχετικών εθνικών νομοθεσιών, δεν στοχεύει, ωστόσο, στην πλήρη και άμεση κατάργησή τους και δεν αποκλείει τον κίνδυνο της εξελίξεως προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πράγματι, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να επιλέξουν εντός προθεσμίας πέντε ετών από την έναρξη ισχύος της συμβάσεως ΠΟΥ (δηλαδή μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 2010) είτε την πλήρη απαγόρευση των διαφορετικών αυτών ειδών εμπορικής δραστηριότητας (ακόμη και όταν έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα), είτε ορισμένες μόνον απαγορεύσεις ή περιορισμούς στον τομέα αυτόν.
102. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας, εξακολουθούσαν να υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού (ιδίως στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας) και ότι υπήρχε στον ορίζοντα προοπτική καταργήσεως των διαφορών αυτών.
103. Αφού υπενθυμίσαμε τις περιστάσεις αυτές, πρέπει τώρα να προσδιορίσουμε τις συνέπειες των διαφορών αυτών στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
ii) Οι συνέπειες των υφιστάμενων και των μελλοντικών διαφορών στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς
104. Αντίθετα με την προσφεύγουσα, θεωρούμε ότι οι διαφορές που υπήρχαν κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών, καθώς και η διαφορετική εξέλιξη των εν λόγω νομοθεσιών, στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας, είχαν επιπτώσεις στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθόσον, κατά την άποψή μας, οι (υφιστάμενες και μελλοντικές) αυτές διαφορές μπορούσαν αντίστοιχα να παρακωλύσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή υπήρχε ο πραγματικός κίνδυνος να δημιουργήσουν νέα εμπόδια στις συναλλαγές αυτές.
105. Πράγματι, είναι, κατ’ αρχάς, αναγκαία η διαπίστωση ότι, όπως επισημαίνει η έκτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης οδηγίας, οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και τα ραδιοφωνικά προγράμματα (που μπορούν εξάλλου να αναμεταδίδονται ταυτόχρονα από το Διαδίκτυο) έχουν έντονο διασυνοριακό χαρακτήρα (65).
106. Τα προϊόντα του Τύπου δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτό το φαινόμενο διεθνοποιήσεως των μέσων. Συγκεκριμένα, από την έκθεση που κατάρτισε το 1997 η Επιτροπή σχετικά με την αγορά του Τύπου προκύπτει ότι η κυκλοφορία των εφημερίδων και περιοδικών μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί (66). Αυτό ισχύει ιδίως μεταξύ των χωρών που έχουν κοινή γλώσσα, όπως η γαλλική (στην περίπτωση του Βελγίου, της Γαλλίας και του Λουξεμβούργου), η αγγλική (στην περίπτωση της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου) ή η γερμανική (στην περίπτωση της Γερμανίας, της Αυστρίας και της περιοχής του Bolzano στην Ιταλία). Επιπλέον, η εισαγωγή των προϊόντων του Τύπου που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη είναι, κατά τα φαινόμενα, πολύ διαδεδομένη στο Βέλγιο, στις Κάτω Χώρες, στην Δανία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία. Τέλος, ορισμένα έντυπα έχουν αποκτήσει από μακρού χρόνου σημαντικό αναγνωστικό κοινό πέραν των εθνικών συνόρων, δημιουργώντας έτσι σταθερή ροή εξαγωγών προς κράτη μέλη πέραν αυτών από τα οποία προέρχονται (67). Στις παραδοσιακές αυτές συναλλαγές με αντικείμενο έντυπα προϊόντα του Τύπου, πρέπει να προστεθούν και όλες εκείνες που διεξάγονται μέσω του Διαδικτύου, όπου είναι ήδη προσβάσιμα πολλά δημοσιεύματα, και που κερδίζουν συνεχώς έδαφος.
107. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η αγορά των προϊόντων του Τύπου, όπως η αγορά του ραδιοφώνου, είναι μία αγορά της οποίας οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών αποτελούν σχετικά σημαντικό μέρος και πρόκειται να αναπτυχθούν ακόμη περισσότερο, μεταξύ άλλων και λόγω της συγκλίσεως των σχετικών μέσων με το Διαδίκτυο, που συνιστά το κατ’ εξοχήν διασυνοριακό μέσο.
108. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών αποτελούν σχετικά σημαντικό μέρος και της αγοράς των προϊόντων του καπνού (68). Επιπλέον, είναι κοινώς παραδεκτό ότι η διαφήμιση και, σε ορισμένο βαθμό, η χορηγία συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της καταναλώσεως των προϊόντων αυτών, προτρέποντας ιδίως τους νέους να «περάσουν στη δράση» και να εκτεθούν έτσι στον κίνδυνο εξαρτήσεως από τα προϊόντα αυτά (69).
109. Υπό τις συνθήκες αυτές, η βιομηχανία καπνού έχει κάθε συμφέρον να αναπτύσσει στρατηγικές μάρκετινγκ σε διεθνή κλίμακα προκειμένου να προωθεί τα προϊόντα της, ιδίως στην κοινοτική αγορά, καταφεύγοντας σε ένα ευρύ φάσμα μέσων διαφημίσεως ή χορηγίας που παρουσιάζουν το πλεονέκτημα της διασυνοριακής καλύψεως, όπως, μεταξύ άλλων, ο έγγραφος τύπος, το ραδιόφωνο και το Διαδίκτυο.
110. Συνάγουμε, επομένως, το συμπέρασμα ότι οι διαφορές που υπήρχαν κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών περί διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, ιδίως στον τομέα του Τύπου, του ραδιοφώνου ή των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, είχαν πράγματι ως συνέπεια την παρακώλυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων και της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών (70).
111. Πέραν αυτού, και εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι, δεδομένης της εξελίξεως των εν λόγω νομοθεσιών προς μια διαρκώς περιοριστικότερη κατεύθυνση (η οποία δεν μπορεί παρά να ενταθεί μετά την έναρξη ισχύος της συμβάσεως ΠΟΥ), ήταν πολύ πιθανό ότι θα ανέκυπταν και θα αυξάνονταν τέτοιου είδους εμπόδια (71).
112. Πράγματι, όσον αφορά τα προϊόντα του Τύπου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πολλά κράτη μέλη είχαν ήδη απαγορεύσει τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στα μέσα αυτά (συμπεριλαμβανομένων των προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη) ή ετοιμάζονταν να την απαγορεύσουν (72). Εξάλλου, πρόσφατες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις επιβεβαιώνουν μια αδιάψευστη ισχυρή τάση προς την κατεύθυνση αυτή. Η νέα ισπανική νομοθετική ρύθμιση, η οποία ενισχύει σημαντικά τους περιορισμούς που προβλέπονταν παλαιότερα για τη διαφήμιση των προϊόντων αυτών, αποτελεί σαφή απόδειξη του γεγονότος αυτού (73).
113. Οι εν λόγω εθνικοί κανόνες που επιβάλλουν ορισμένες από τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα προϊόντα του Τύπου προκειμένου να διατεθούν στο εμπόριο, έχουν άμεσο αντίκτυπο ακόμη και στο περιεχόμενο των προϊόντων αυτών.
114. Πράγματι, οι κανόνες αυτοί σκοπούν στην απαγόρευση των διαφημιστικών καταχωρίσεων σε μέσα όπως οι εφημερίδες ή τα περιοδικά, των οποίων οι καταχωρίσεις αυτές θα αποτελούσαν συστατικό μέρος. Έτσι, οι εν λόγω διατάξεις υποχρεώνουν τις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη εκδοτικές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται σε τέτοιους κανόνες, να τροποποιήσουν αναλόγως το περιεχόμενο των εντύπων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές.
115. Επομένως, σύμφωνα με την απόφαση της 26ης Ιουνίου 1997, Familiapress (74), κλίνουμε υπέρ της απόψεως ότι τα μέτρα που απαγορεύουν ή περιορίζουν τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού, καίτοι αφορούν μια μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων των προϊόντων, δεν περιορίζονται στη ρύθμιση απλών λεπτομερειών της πωλήσεως κατά την έννοια της αποφάσεως Keck και Mithouard (75) και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση, βάσει του άρθρου 28 ΕΚ, των μέσων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή (76).
116. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η απαγόρευση ή ο περιορισμός της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού διά του Τύπου αφορά απλές λεπτομέρειες της πωλήσεως των προϊόντων αυτών (που δεν πρέπει να συγχέονται με τα προϊόντα του Τύπου), τα μέτρα αυτά εξακολουθούν να περιορίζουν αισθητά, και από την άποψη αυτή, την πρόσβαση στην αγορά των προϊόντων καπνού που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, καθώς αντιμετωπίζουν δυσμενέστερα τη διάθεση των προϊόντων αυτών στο εμπόριο απ’ ό,τι αυτήν των εθνικών προϊόντων.
117. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του στην υπόθεση Gourmet International Products (77), η διαφήμιση παίζει σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο της θέσεως σε κυκλοφορία ενός νέου προϊόντος ή της εισόδου σε μια νέα αγορά. Πράγματι, πέρα από την αύξηση της καταναλώσεως ορισμένων προϊόντων με τη διεύρυνση της πελατείας, οι διαφημιζόμενοι επιδιώκουν κυρίως να πείσουν όσους ήδη καταναλώνουν ένα προϊόν να αλλάξουν μάρκα, με δεδομένο ότι χωρίς διαφήμιση είναι μάλλον απίθανο να αλλάξουν οι καταναλωτές τις συνήθειές τους.
118. Η ανάλυση αυτή, που έγινε με αφορμή σουηδική ρύθμιση που απαγόρευε τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, μεταξύ άλλων, σε περιοδικές εκδόσεις προοριζόμενες για τους καταναλωτές, έχει εφαρμογή σε εθνικά μέτρα απαγορεύσεως ή περιορισμού της διαφημίσεως προϊόντων καπνού σε έντυπα μέσα, όπως οι εφημερίδες και τα περιοδικά, που απευθύνονται και στους καταναλωτές. Πολλώ μάλλον όταν οι καταναλωτικές συνήθειες αποδεικνύονται ιδιαιτέρως ισχυρές όσον αφορά τα προϊόντα καπνού, καθόσον οι καταναλωτές μένουν πιστοί σε ένα προϊόν συγκεκριμένης μάρκας (συνήθως σε ένα και μόνο προϊόν), που επέλεξαν αρχικά και που το έχουν συνηθίσει.
119. Συνεπώς, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Gourmet International Products, ακολουθώντας τη λογική της νομολογίας που προέκυψε από την απόφαση Keck και Mithouard, τέτοια μέτρα, που πλήττουν περισσότερο την εμπορία των προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων καπνού απ’ ό,τι των εγχώριων, συνιστούν εμπόδιο στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, το οποίο εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 28 ΕΚ (78).
120. Από τα παραπάνω συνάγουμε το συμπέρασμα ότι, όπως οι εθνικές ρυθμίσεις περί κατασκευής, παρουσιάσεως και πωλήσεως των προϊόντων καπνού (79), έτσι και οι σχετικές με τη διαφήμιση –διά του Τύπου– των ίδιων αυτών προϊόντων μπορούν, ως εκ της φύσεώς τους και ελλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο, να αποτελέσουν εμπόδια στη ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων.
121. Στην ως άνω επίπτωση στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων του Τύπου ή του καπνού πρέπει να προστεθεί η σχετική με την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών διαφημίσεως.
122. Πράγματι, η νομοθετική ρύθμιση ενός κράτους μέλους που απαγορεύει ή περιορίζει την καταχώριση στον Τύπο διαφημίσεων προϊόντων όπως τα προϊόντα καπνού, περιορίζει τη δυνατότητα των εγκατεστημένων σε αυτό το κράτος μέλος εκδοτικών επιχειρήσεων να προσφέρουν στους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη διαφημιζομένους διαφημιστικό χώρο στις εκδόσεις τους (80). Επιπλέον, μία τέτοια νομοθετική ρύθμιση πλήττει ιδιαιτέρως τη διασυνοριακή προσφορά διαφημιστικού χώρου, λαμβανομένου υπόψη του διεθνούς χαρακτήρα της διαφημιστικής αγοράς των προϊόντων καπνού (81).
123. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ως άνω αναλύσεων σχετικά με τα προϊόντα του Τύπου, θεωρούμε ότι οι διαφορές που υπήρχαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης οδηγίας μεταξύ των εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων περί διαφημίσεως –διά του Τύπου– των προϊόντων καπνού (οι περισσότερες από τις οποίες προβλέπουν περιορισμό ή απαγόρευση της διαφημίσεως αυτής) είχαν αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα την παρακώλυση όχι μόνο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων, αλλά και της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών. Κατά τα λοιπά, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών προς μια διαρκώς περιοριστικότερη κατεύθυνση, ήταν πολύ πιθανό τα εμπόδια αυτά να ενταθούν και να επεκταθούν και σε νέα κράτη μέλη.
124. Κατά την άποψή μας, παρόμοιο συμπέρασμα επιβάλλεται όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στο ραδιόφωνο και στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.
125. Πράγματι, όπως διαπιστώσαμε, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, πολλά κράτη μέλη είχαν ήδη ρυθμίσει ή επρόκειτο να ρυθμίσουν νομοθετικά το ζήτημα αυτό, όσον αφορά είτε το ραδιόφωνο (προς την κατεύθυνση της οδηγίας ΤΧΣ, η οποία, θυμίζουμε, απαγορεύει κάθε είδους τηλεοπτική διαφήμιση των προϊόντων καπνού) είτε τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας (προς την κατεύθυνση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο (82)). Οι εθνικές αυτές ρυθμίσεις αντικατοπτρίζουν επίσης την αυξανόμενη συνειδητοποίηση από το κοινό του βλαπτικού για την υγεία χαρακτήρα της καταναλώσεως προϊόντων καπνού, καθόσον προβλέπουν απαγόρευση ή περιορισμό της διαφημίσεως των εν λόγω προϊόντων.
126. Τέτοια μέτρα, όμως, επηρεάζουν τη διασυνοριακή προσφορά διαφημιστικών χώρων από ραδιοφωνικούς σταθμούς ή από παρέχοντες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που είναι εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος (στο οποίο ισχύουν οι ρυθμίσεις αυτές), σε διαφημιζόμενους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος (όπου δεν υπάρχουν τέτοιες ρυθμίσεις).
127. Επιπλέον, και συναφώς, τα μέτρα αυτά περί απαγορεύσεως ή περιορισμού της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο στη διάδοση, μεταξύ των κρατών μελών, ραδιοφωνικών εκπομπών και ηλεκτρονικών επικοινωνιών (που εμπίπτουν στον τομέα των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας), όταν οι εν λόγω εκπομπές και επικοινωνίες περιέχουν διαφημίσεις των προϊόντων αυτών.
128. Επομένως, τέτοιες εθνικές ρυθμίσεις, οι οποίες υπήρχαν ήδη ή επρόκειτο να θεσπιστούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, συνιστούσαν πραγματικά ή δυνητικά εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
129. Το ίδιο ίσχυε και για τη χορηγία ραδιοφωνικών εκπομπών εκ μέρους επιχειρήσεων της αγοράς του καπνού. Η δραστηριότητα αυτή δεν εξαιρούνταν από την περιοριστική εξέλιξη των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τους τρόπους προωθήσεως των προϊόντων αυτών. Ήδη κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης οδηγίας είτε είχαν εμφανιστεί είτε ήταν σφόδρα πιθανό ότι επρόκειτο σύντομα να εμφανιστούν διαφορές μεταξύ των σχετικών εθνικών νομοθεσιών.
130. Τέτοιες διαφορές, όμως, μπορούν να αποδειχθούν περιοριστικές για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στερώντας, μεταξύ άλλων, από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς που βρίσκονται εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος (στο οποίο ισχύει απαγορευτικό μέτρο) τη δυνατότητα να επωφελούνται, ως λήπτες υπηρεσιών, της χορηγίας επιχειρήσεων κατασκευής ή διαθέσεως στο εμπόριο προϊόντων καπνού, οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος (όπου δεν ισχύει τέτοιο μέτρο).
131. Όλα αυτά τα εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα του ραδιοφώνου και των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, καθώς και στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα του Τύπου, μπορούσαν να δικαιολογήσουν πλήρως την παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη βάσει του άρθρου 95 ΕΚ, προκειμένου να θέσει τέρμα στη διαφορετική εξέλιξη των σχετικών εθνικών νομοθεσιών, η οποία συνέβαλλε σημαντικά στον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς.
132. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν έχει σημασία αν οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών αυτών (υφισταμένων ή μελλοντικών) μπορούσαν να προκαλέσουν επιπλέον και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της Κοινότητας.
133. Αντιθέτως, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα της 3 και 4, είναι σημαντικό να επιβεβαιωθεί, εν τέλει, ότι τα εν λόγω άρθρα 3 και 4 έχουν πράγματι ως αντικείμενο την εξάλειψη ή την πρόληψη τέτοιων εμποδίων.
iii) Το αντικείμενο των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας
134. Κατά την άποψή μας, τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, έχουν πράγματι ως αντικείμενο (όπως προβλέπει το άρθρο της 1) (83), αφενός, την εξάλειψη των υφιστάμενων εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και, αφετέρου, την πρόληψη της πιθανής εμφανίσεως νέων εμποδίων.
135. Βεβαίως, μπορεί κατ’ αρχάς να τεθεί το ερώτημα πώς η προβλεπόμενη στα άρθρα 3 και 4 απαγόρευση ορισμένων μορφών διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού μπορεί να συμβάλει στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές του κλάδου. Δεν θα οδηγούσε εν τέλει η παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη μάλλον στη διατήρηση των εμποδίων αυτών παρά στην κατάργησή τους, αντικαθιστώντας τα προερχόμενα από τις εθνικές νομοθεσίες εμπόδια με τα απορρέοντα από τα εν λόγω άρθρα 3 και 4;
136. Όσο οξύμωρη και να φαίνεται η κατάσταση αυτή, τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, από πολλές απόψεις, συμβάλλουν πραγματικά στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές και αφορούν εμπόδια που σχετίζονται τόσο με τα εμπορεύματα όσο και με τις υπηρεσίες.
137. Κατ’ αρχάς, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, η απαγόρευση της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού στα περιοδικά και στις εφημερίδες (όπως η επιβαλλόμενη με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας) σκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας αυτών των προϊόντων καπνού, όπως και η οδηγία ΤΧΣ, η οποία (όπως προαναφέραμε) απαγορεύει την τηλεοπτική διαφήμιση για τα προϊόντα καπνού, προκειμένου να προωθήσει την ελεύθερη μετάδοση των τηλεοπτικών προγραμμάτων (84).
138. Πράγματι, η θέσπιση ενός τέτοιου απαγορευτικού μέτρου, προοριζόμενου να εφαρμοστεί ομοιόμορφα στο σύνολο της Κοινότητας, σκοπό έχει την αποφυγή της παρακωλύσεως της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας προϊόντων του Τύπου κατά τη βούληση κάθε κράτους μέλους, αναλόγως της κάθε υπάρχουσας ή μελλοντικής σχετικής εθνικής νομοθεσίας.
139. Πέραν του ενδιαφέροντος που έχει το εν λόγω μέτρο από απόψεως κατανοήσεως και σταθερότητας του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάθεση στο εμπόριο αυτών των προϊόντων του Τύπου, που μόνο να συμβάλει μπορεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας τους, πρέπει να προστεθεί ειδικότερα ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας επιτρέπει ρητώς την καταχώριση διαφημίσεων των προϊόντων καπνού σε ορισμένα έντυπα, ιδίως σε εκείνα που προορίζονται αποκλειστικά για τους επαγγελματίες του εμπορίου καπνού (85). Έτσι, το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, επαναφέρει την αρχή σύμφωνα με την οποία αυτό το είδος εντύπων κυκλοφορεί ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας, ακόμη και όταν τα έντυπα αυτά περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα υπέρ των προϊόντων καπνού.
140. Επιπλέον, υπενθυμίζουμε ότι, αντίθετα με την ακυρωθείσα οδηγία, το άρθρο 8 της προσβαλλομένης οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι «[τ]α κράτη μέλη δεν απαγορεύουν ούτε περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων […] που συμφωνούν με την παρούσα οδηγία».
141. Τούτο ισχύει πολλώ μάλλον καθόσον, σε αντίθεση, για μια ακόμη φορά, προς την προϊσχύσασα οδηγία (86), η προσβαλλομένη οδηγία δεν περιλαμβάνει καμιά ρήτρα διασφαλίσεως που θα παρείχε στα κράτη μέλη το δικαίωμα να επιβάλλουν, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως της Συνθήκης, αυστηρότερες (από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω οδηγία) προϋποθέσεις, τις οποίες κρίνουν αναγκαίες για να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας των προσώπων, όσον αφορά τη διαφήμιση ή τη χορηγία προϊόντων καπνού.
142. Έτσι, το άρθρο 8 της προσβαλλομένης οδηγίας απαγορεύει, μεταξύ άλλων, στα κράτη μέλη να παρακωλύουν την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εντύπων που απευθύνονται αποκλειστικά στους επαγγελματίες του εμπορίου καπνού, εκ μόνου του λόγου ότι τα έντυπα αυτά περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα υπέρ των προϊόντων καπνού, καθόσον, ειδικά στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω προϊόντα του Τύπου θα ήταν απολύτως σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
143. Με το εν λόγω άρθρο 8, ο κοινοτικός νομοθέτης φρόντισε να λάβει υπόψη τα διδάγματα από την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου. Πράγματι, θυμίζουμε ότι η απουσία ρήτρας ελεύθερης κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ρήτρας διασφαλίσεως, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση του Δικαστηρίου να ακυρώσει τη δεύτερη αυτή ρήτρα (87).
144. Η σημασία που έδωσε το Δικαστήριο στην ύπαρξη μιας ρήτρας ελεύθερης κυκλοφορίας επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια με την προπαρατεθείσα απόφαση BAT, σε σχέση με την οδηγία 2001/37 (σχετικά με την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού). Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε αντίθεση με την ακυρωθείσα οδηγία, η οδηγία εκείνη περιέχει ρήτρα ελεύθερης κυκλοφορίας και συνήγαγε εξ αυτού το συμπέρασμα ότι «χάρη στη διάταξη αυτή, που δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν, για λόγους σχετικούς με τα θέματα που εναρμονίζει η οδηγία, την εισαγωγή, πώληση και κατανάλωση προϊόντων καπνού που τηρούν τις διατάξεις της οδηγίας, η οδηγία αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά της ενόψει του σκοπού της βελτιώσεως των συνθηκών λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς» (88).
145. Παρόμοιο συμπέρασμα επιβάλλεται όσον αφορά την προσβαλλομένη οδηγία. Το άρθρο της 8 αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά του ως προς τον σκοπό της, ο οποίος εξαγγέλλεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, και συνίσταται στη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (89).
146. Όπως μόλις είδαμε, τούτο ισχύει όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων. Το ίδιο ισχύει επίσης για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στην οποία αναφέρεται επίσης το εν λόγω άρθρο 8 και της οποίας ο σκοπός επιδιώκεται διά των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας.
147. Πράγματι, κατ’ αρχάς, σκοπός του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής (90) είναι να επιτρέψει τη διάθεση διαφημιστικού χώρου σε έντυπα που απευθύνονται αποκλειστικώς στους επαγγελματίες του εμπορίου καπνού, εκ μέρους εκδοτικών επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε ένα κράτος μέλος προς διαφημιζόμενους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος. Το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, επιτρέπει επίσης την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών, έτσι ώστε διαφημιστικά γραφεία εγκατεστημένα σε ένα κράτος μέλος να παρέχουν προς εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος διαφημιζομένους υπηρεσίες καταχωρίσεως διαφημιστικών μηνυμάτων υπέρ των προϊόντων καπνού σε έντυπα που τυπώνονται και εκδίδονται σε τρίτες χώρες και δεν προορίζονται κυρίως για τη κοινοτική αγορά. Επιτρέποντας αυτή την παροχή υπηρεσιών, το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, συμβάλλει στην εξάλειψη των υφισταμένων ή μελλοντικών εμποδίων στον τομέα της διαφημίσεως υπέρ των προϊόντων καπνού.
148. Επιπλέον, και κυρίως, ο ορισμός γενικότερα, στα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, ενός μέτρου απαγορεύσεως των αναφερόμενων στις ως άνω μορφές διαφημίσεως και χορηγίας, το οποίο πρόκειται να εφαρμοστεί ομοιόμορφα στο σύνολο της Κοινότητας, έχει ως σκοπό την αποφυγή της παρακωλύσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των οικείων μέσων αναλόγως της σχετικής υφιστάμενης ή μελλοντικής εθνικής νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους.
149. Το ίδιο ισχύει ειδικότερα για τη διάδοση μεταξύ των κρατών μελών των ραδιοφωνικών εκπομπών και των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που εμπίπτουν στον τομέα των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Όπως το άρθρο 13 της οδηγίας ΤΧΣ, που απαγορεύει την τηλεοπτική διαφήμιση για τα προϊόντα καπνού, με σκοπό την προώθηση της ελεύθερης μεταδόσεως των τηλεοπτικών προγραμμάτων (91), έτσι και τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, που απαγορεύουν τη διαφήμιση των εν λόγω προϊόντων στο ραδιόφωνο και στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, επιδιώκουν την προώθηση της ελεύθερης διαδόσεως των ραδιοφωνικών προγραμμάτων και των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
150. Κατά τα λοιπά, και εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμαναν το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η απαγόρευση της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας αποδεικνύεται αναγκαία, λαμβανομένου υπόψη του φαινομένου της συγκλίσεως των μέσων, προκειμένου να αποφευχθεί η παράκαμψη διά της ηλεκτρονικής οδού της απαγορεύσεως της διαφημίσεως αυτής στα έντυπα μέσα (92). Όπως, όμως, αναφέραμε ήδη, η τελευταία αυτή απαγόρευση έχει πράγματι ως αντικείμενο την εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές, ιδίως στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων. Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης οδηγίας συμβάλλει, ούτως ή άλλως, στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο άρθρο 95 ΕΚ για τη θέσπιση του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 2, είναι προδήλως δικαιολογημένη (93).
151. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβολή των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ενισχύεται από τη ρήτρα της ελεύθερης κυκλοφορίας που εισάγει το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας. Απαγορεύοντας στα κράτη μέλη να απαγορεύουν ή να περιορίζουν την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και των προϊόντων που είναι σύμφωνα με την προσβαλλομένη οδηγία, το εν λόγω άρθρο 8 επιτρέπει στην τελευταία να αναπτύξει πλήρως τα αποτελέσματά της ως προς τον σκοπό της βελτιώσεως των προϋποθέσεων της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
152. Κατά την άποψή μας, από το σύνολο των παραπάνω προκύπτει ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις χρησιμοποιήσεως του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας για τη θέσπιση των άρθρων 3 και 4, ενώ παρέλκει η εξέταση του αν τα τελευταία αυτά άρθρα συμβάλλουν και στην κατάργηση ενδεχόμενων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
153. Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το γεγονός ότι, όπως αφήνουν να εννοηθεί η τρίτη, όγδοη και ένατη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης οδηγίας, η προστασία της δημόσιας υγείας υπαγόρευσε σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές του κοινοτικού νομοθέτη κατά την έκδοση της εν λόγω οδηγίας, ειδικότερα όσον αφορά τα άρθρα της 3 και 4. Παραπέμπουμε στο σημείο αυτό στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί (94).
154. Κατά την άποψή μας, ούτε το συμπέρασμα αυτό μπορεί να αμφισβητηθεί από την άποψη της προσφεύγουσας ότι η απαγόρευση που προβλέπουν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας αφορά κατ’ ουσίαν τα διαφημιστικά μέσα τοπικού ή εθνικού χαρακτήρα, που δεν έχουν διασυνοριακή κυκλοφορία μεταξύ των κρατών μελών.
155. Κατ’ αρχάς, δεν έχουμε πειστεί ότι η έκφραση «έντυπα μέσα», που χρησιμοποιεί το ως άνω άρθρο 3, όπως και το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της ίδιας αυτής οδηγίας, πρέπει να ερμηνευθεί τόσο ευρέως όσο υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δηλαδή ως καλύπτουσα όχι μόνο τις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά και τις περιοδικές εκδόσεις των τοπικών συλλόγων (αθλητικού, κοινωνικού, πολιτιστικού, πολιτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα), τα προγράμματα εκδηλώσεων ή εκθέσεων (ιδίως πολιτιστικής φύσεως), τις αφίσες, τους τηλεφωνικούς καταλόγους και τα διάφορα διαφημιστικά και ενημερωτικά φυλλάδια.
156. Είναι μεν αληθές ότι η έκφραση αυτή καθεαυτή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, εκτείνεται σε κάθε είδους έντυπο που περιέχει μηνύματα ή πληροφορίες σε έντυπη μορφή, ωστόσο η ερμηνεία της εκφράσεως αυτής προϋποθέτει εξέτασή της εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται.
157. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προσβαλλομένη οδηγία εκδόθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες, λίγο αφότου το Δικαστήριο ακύρωσε στο σύνολό της την προϊσχύσασα σχετικώς οδηγία.
158. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου, που έκρινε, θυμίζουμε, το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο φρόντισε να επισημάνει ότι «[…] το άρθρο 100 Α της Συνθήκης θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή, κατ’ αρχήν, την έκδοση οδηγίας απαγορεύουσας τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στα περιοδικά και στις εφημερίδες, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εντύπων αυτών» (95), διευκρινίζοντας, πάντως, ότι η απαγόρευση της διαφημίσεως σε ορισμένα διαφημιστικά μέσα, όπως, μεταξύ άλλων, οι αφίσες, ουδόλως συμβάλλουν στη διευκόλυνση των συναλλαγών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (96).
159. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θα ήταν απίθανη η απόφαση του κοινοτικού νομοθέτη, το έργο του οποίου λογοκρίθηκε από το Δικαστήριο διά της ακυρώσεως της προηγούμενης οδηγίας στο σύνολό της, να αγνοήσει τα νομολογιακά αυτά δεδομένου κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας και να εκθέσει, έτσι, στον κίνδυνο νέας αμφισβητήσεως το νομοθέτημά του.
160. Κατά την άποψή μας, τούτο ισχύει πολλώ μάλλον καθόσον η έκταση της απαγορεύσεως διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, η οποία προβλεπόταν από την ακυρωθείσα οδηγία, μειώθηκε αισθητά με την προσβαλλομένη οδηγία ως προς διάφορες πτυχές της, προκειμένου ακριβώς να ληφθεί υπόψη η προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, στην οποία γίνεται εξάλλου αναφορά από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της τελευταίας αυτής οδηγίας. Τη σχεδόν γενική απαγόρευση που επέβαλλε η προηγούμενη οδηγία διαδέχθηκε μία απαγόρευση που περιορίζεται σε ορισμένες εξαντλητικώς απαριθμούμενες μορφές διαφημίσεως ή χορηγίας υπέρ των προϊόντων αυτών.
161. Έτσι, από την απαγόρευση αυτή εξαιρούνται τα διαφημιστικά μέσα που αναφέρονται στη σκέψη 99 της εν λόγω αποφάσεως, όπως οι ομπρέλες ηλίου, τα σταχτοδοχεία και άλλα αντικείμενα χρησιμοποιούμενα στα ξενοδοχεία, στα εστιατόρια και στις καφετέριες, καθώς τα διαφημιστικά μηνύματα στον κινηματογράφο. Επίσης, η απαγόρευση της χορηγίας υπέρ εκδηλώσεων περιορίστηκε στις εκδηλώσεις ή δραστηριότητες που έχουν διασυνοριακά αποτελέσματα (άρθρο 5, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας). Σε συνέχεια των διατάξεων αυτών, η απαγόρευση της δωρεάν διανομής προϊόντων καπνού περιορίστηκε μόνο στο πλαίσιο αυτού του είδους χορηγίας (άρθρο 5, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας).
162. Τα διαφορετικά αυτά μέτρα που σκοπούν στον περιορισμό της απαγορεύσεως της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, όπως επίσης και στην εισαγωγή ρήτρας ελεύθερης κυκλοφορίας και στη συνακόλουθη κατάργηση μιας ρήτρας διασφαλίσεως, αντικατοπτρίζουν σαφώς τη μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη να συμμορφωθεί προς τις επιταγές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.
163. Έτσι, δεν κατανοούμε για ποιο λόγο ο κοινοτικός νομοθέτης, αν δεν ήθελε να έρθει σε αντίθεση τόσο προς τον εαυτό του όσο και προς το Δικαστήριο, θα επιδίωκε να προσδώσει στην απαγόρευση της διαφημίσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας μια ερμηνεία τόσο ευρεία όσο αυτή που προτείνει η προσφεύγουσα.
164. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής συνηγορεί υπέρ της απόψεώς μας. Πράγματι, υπενθυμίζουμε ότι η σκέψη αυτή (με υπογράμμιση δική μας) αναφέρει ότι «[η] κυκλοφορία, στην εσωτερική αγορά, εντύπων, όπως εφημερίδες, περιοδικά και λοιπές περιοδικές εκδόσεις, διατρέχει σημαντικό κίνδυνο να προσκρούσει σε φραγμούς, λόγω των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που απαγορεύουν ή ρυθμίζουν τη διαφήμιση του καπνού σ’ αυτά τα μέσα ενημέρωσης» και ότι «[γ]ια να εξασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία σε όλη την εσωτερική αγορά όλων αυτών των μέσων ενημέρωσης, είναι αναγκαίο να περιορισθεί η μέσω αυτών διαφήμιση του καπνού σε όσες περιοδικές εκδόσεις και περιοδικά δεν προορίζονται για το ευρύ κοινό, όπως τα έντυπα που προορίζονται αποκλειστικώς για τους επαγγελματίες του κλάδου του καπνού και τα έντυπα που τυπώνονται και εκδίδονται σε τρίτες χώρες και δεν προορίζονται κυρίως για την κοινοτική αγορά».
165. Από την ανωτέρω αιτιολογική σκέψη, η οποία απηχεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, συνάγουμε το συμπέρασμα ότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται αποκλειστικά στις εφημερίδες και στα περιοδικά (τα μόνα έντυπα που αναφέρονταν στη σκέψη 98 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου), δηλαδή στις περιοδικές εκδόσεις που προορίζονται για ευρύ κοινό.
166. Εξάλλου, αυτό προέβλεπε και η πρόταση οδηγίας. Πράγματι, ευθυγραμμιζόμενα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη που αναφερόταν επίσης σε εκδόσεις όπως τα περιοδικά και οι εφημερίδες, τα άρθρα 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, και 3 της εν λόγω προτάσεως αναφέρονταν αποκλειστικά στη διαφήμιση «στον Τύπο και σε άλλα έντυπα», ενώ αυτό ακριβώς το άρθρο 3 τιτλοφορούνταν ήδη «Διαφήµιση σε έντυπα και στις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών». Κατά την άποψή μας, η διατήρηση του τίτλου αυτού συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας σύμφωνα με την οποία, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η απαγόρευση της διαφημίσεως υπέρ των προϊόντων καπνού «στα έντυπα μέσα ενημέρωσης», που επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, περιορίζεται στις εφημερίδες και στα περιοδικά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έθεσε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου για την προσφυγή στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης.
167. Τέλος, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει επίσης η προσφεύγουσα, μικρή σημασία έχει, κατά την άποψή μας, για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, το γεγονός ότι η απαγόρευση του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά ή ως επί το πλείστον σε καταστάσεις με διασυνοριακά χαρακτηριστικά.
168. Πράγματι, με την προσβαλλομένη απόφαση της 20ής Μαΐου 2003, Österreichischer Rundfunk κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με την οδηγία 95/46, ότι «η επίκληση του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ως νομικής βάσεως δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ουσιαστικής σχέσεως με την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών σε καθεμιά από τις καταστάσεις τις οποίες αφορά η στηριζόμενη σε μια τέτοια νομική βάση πράξη» (97). Προς στήριξη της κρίσεως αυτής, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά ήδη πάγια νομολογία, «αυτό το οποίο έχει σημασία προκειμένου περί της δικαιολογήσεως της προσφυγής στη νομική βάση του άρθρου 100 Α της Συνθήκης είναι ότι η πράξη που εκδίδεται στηριζόμενη στην εν λόγω νομική βάση πρέπει πράγματι να αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών εγκαθιδρύσεως και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς»(98). Πρόσθεσε ακόμη ότι «αντίθετη ερμηνεία θα μπορούσε να καταστήσει ιδιαίτερα αβέβαια και τυχαία τα όρια του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής, πράγμα το οποίο θα αντέβαινε προς τον κύριο σκοπό της, που είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών με σκοπό την εξάλειψη των εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς τα οποία απορρέουν ακριβώς από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών» (99).
169. Η νομολογία αυτή επικυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, Lindqvist (100), σχετικά με την ίδια οδηγία 95/46.
170. Κατά την άποψή μας, όσα ισχύουν για την οδηγία αυτή ισχύουν και για την προσβαλλομένη οδηγία.
171. Πράγματι, φρονούμε, όπως και το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή (101), ότι ενδεχόμενος περιορισμός της εφαρμογής της απαγορεύσεως της διά του Τύπου διαφημίσεως υπέρ των προϊόντων καπνού μόνο στα έντυπα με διασυνοριακή διάδοση στο εσωτερικό της Κοινότητας, και όχι σε εκείνα που θεωρούνται αμιγώς τοπικά ή εθνικά, θα κινδύνευε να καταστήσει ιδιαίτερα αβέβαια και τυχαία τα όρια του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως αυτής. Το ενδεχόμενο αυτό θα ήταν αντίθετο, τόσο προς τις επιταγές της ασφάλειας δικαίου όσο και προς τον σκοπό που επιδιώκει η προσβαλλομένη οδηγία, η οποία, θυμίζουμε, σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο της 1, «[…] [στην] προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού και την προώθησή τους», προκειμένου «να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων μέσων ενημέρωσης και των συναφών υπηρεσιών και να άρει τα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
172. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και όσον αφορά τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Εξάλλου, το άρθρο 13 της οδηγίας ΤΧΣ, που προβλέπει, θυμίζουμε, ότι «[α]παγορεύεται κάθε μορφή τηλεοπτικής διαφήμισης τσιγάρων και άλλων προϊόντων καπνού», εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της καλύψεως (διεθνούς ή αμιγώς εθνικής) των σχετικών εκπομπών.
173. Από τα ανωτέρω συνάγουμε το συμπέρασμα ότι ορθώς εκδόθηκε η προσβαλλομένη οδηγία, όσον αφορά τους τομείς που καλύπτουν τα άρθρα της οδηγίας 3 και 4, βάσει του άρθρου 95 ΕΚ. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως περί υποτιθέμενης εσφαλμένης επιλογής αυτής της νομικής βάσεως πρέπει να απορριφθούν.
174. Σε συνέχεια των ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί αν είναι βάσιμος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Β – Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίον προβάλλεται παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
175. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένα, με αποτέλεσμα να συντρέχει παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ.
176. Όσον αφορά τις απαγορεύσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας σχετικά με τις ραδιοφωνικές εκπομπές, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν γίνεται αναφορά ούτε στην ύπαρξη πραγματικών εμποδίων στις συναλλαγές ούτε στην ύπαρξη στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Η απλή αναφορά στην ύπαρξη διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών (πρώτη αιτιολογική σκέψη) ή στον διασυνοριακό χαρακτήρα των μέσων αυτών (έκτη αιτιολογική σκέψη) δεν αρκεί προκειμένου να αποτελέσει βάση της αρμοδιότητας του κοινοτικού νομοθέτη και δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του στο σημείο αυτό.
177. Όσον αφορά την απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας σχετικά με τον Τύπο και άλλα έντυπα μέσα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η γενική επίκληση τέτοιων διαφορών και η άποψη ότι έχουν ήδη παρουσιαστεί ορισμένα εμπόδια στις συναλλαγές στον τομέα αυτόν (πρώτη αιτιολογική σκέψη), η οποία, κατά την άποψή της, είναι ανακριβής, δεν ανταποκρίνονται στις περί αιτιολογήσεως επιταγές που απορρέουν από τη σκέψη 86 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (102). Προσθέτει ότι, αφενός, δεν έχει γίνει καμία αναφορά στην ενδεχόμενη ύπαρξη αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και, αφετέρου, η επέκταση της εν λόγω απαγορεύσεως σε καταστάσεις στερούμενες διασυνοριακού χαρακτήρα δεν αποτελεί αντικείμενο καμιάς εξηγήσεως που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει.
178. Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, καθώς και οι τρεις παρεμβαίνοντες, αμφισβητούν αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, επικαλούμενοι τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και υπενθυμίζοντας ότι δεν έχει σημασία το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην ενδεχόμενη ύπαρξη στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, εφόσον η οδηγία έχει πράγματι ως αντικείμενο την εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές.
179. Φρονούμε ότι ούτε ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.
180. Πράγματι, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, «[κ]αίτοι είναι αληθές ότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη, κατά τρόπο ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, δεν απαιτείται, ωστόσο, η αιτιολογία να διευκρινίζει όλα τα καίρια πραγματικά και νομικά στοιχεία» (103).
181. Έχει κριθεί επίσης ότι «[η] τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενο της προσβαλλομένης πράξεως, αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα [και ότι, ως εκ τούτου] εφόσον από την αμφισβητουμένη πράξη προκύπτει το ουσιώδες στοιχείο του επιδιωκομένου από το κοινοτικό όργανο στόχου, είναι περιττό να απαιτείται ειδική αιτιολογία για κάθε μία από τις τεχνικής φύσεως επιλογές του» (104).
182. Όσον αφορά την προσβαλλομένη οδηγία, η πρώτη, δεύτερη, τρίτη και δωδέκατη αιτιολογική της σκέψη καταδεικνύουν σαφώς ότι τα μέτρα απαγορεύσεως της διαφημίσεως που εισάγει σκοπούν, μέσω της προσεγγίσεως των κανόνων που εφαρμόζονται σε ορισμένες μορφές διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων ή των υπηρεσιών (που χρησιμεύουν ως μέσα για την εν λόγω διαφήμιση ή χορηγία), τα οποία απορρέουν από τις διαφορές μεταξύ των υφιστάμενων σχετικών εθνικών νομοθεσιών (σκοπός των οποίων είναι να μην παρασύρονται οι νέοι στο κάπνισμα, και κατά συνέπεια στον εθισμό στα προϊόντα καπνού, από πολύ νεαρή ηλικία, εξαιτίας της προωθήσεως των προϊόντων αυτών), διασφαλίζοντας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας.
183. Οι δικαιολογητικοί λόγοι της λήψεως των μέτρων αυτών εξειδικεύτηκαν στη συνέχεια για καθεμιά από τις μορφές διαφημίσεως και χορηγίας που αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας. Τούτο ισχύει για τη διαφήμιση που περιέχεται σε ορισμένα έντυπα (τέταρτη αιτιολογική σκέψη), καθώς και για τη διαφήμιση μέσω του ραδιοφώνου ή των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, των οποίων έχει αποδειχθεί ο διασυνοριακός και ελκυστικός για τους νεαρούς καταναλωτές χαρακτήρας (έκτη αιτιολογική σκέψη). Αυτό ισχύει επίσης για ορισμένα είδη χορηγίας που παράγουν αποτελέσματα και πέραν των συνόρων του οικείου κράτους, όπως η χορηγία ραδιοφωνικών εκπομπών, η απαγόρευση της οποίας παρουσιάζεται ως μέσο αποφυγής, μεταξύ άλλων, της παρακάμψεως των περιορισμών που εφαρμόζονται στις διάφορες μορφές άμεσης διαφημίσεως (πέμπτη αιτιολογική σκέψη).
184. Κατά την άποψή μας, οι ως άνω αιτιολογικές σκέψεις αναδεικνύουν την ουσία του σκοπού που επιδιώκουν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και, ως εκ τούτου, αρκούν για να ικανοποιήσουν την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ.
185. Αυτό ισχύει πολλώ μάλλον στον βαθμό που η πρόταση οδηγίας που επεξεργάστηκε η Επιτροπή, και η οποία αποτελεί μέρος των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλομένη οδηγία, συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση που περιέχει ουσιώδεις αναλύσεις σχετικά με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που πρυτάνευσαν κατά την έκδοσή της, ιδίως, όπως είδαμε, από την άποψη του συγκριτικού δικαίου.
186. Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, «λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών προς μια διαρκώς περιοριστικότερη κατεύθυνση όσον αφορά τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού, η οποία αντιστοιχεί στην πεποίθηση ότι η διαφήμιση αυτή συνεπάγεται αισθητή αύξηση της καταναλώσεως καπνού, είναι πιθανόν ότι στο μέλλον θα ανακύψουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων του Τύπου» και ότι, κατά συνέπεια, «[τ]ο άρθρο 100 A της Συνθήκης θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή, κατ’ αρχήν, την έκδοση οδηγίας απαγορεύουσας τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού στα περιοδικά και στις εφημερίδες, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εντύπων αυτών, όπως συνέβη με την οδηγία [ΤΧΣ]» (105). Από τις νομολογιακές αυτές παρατηρήσεις, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη ως στοιχεία του γενικότερου πλαισίου της υποθέσεως, προκύπτει ότι δεν επιβαλλόταν λεπτομερής αιτιολόγηση της απαγορεύσεως της διαφημίσεως υπέρ των εν λόγω προϊόντων στα έντυπα μέσα επικοινωνίας (που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας).
187. Από τα ανωτέρω προκύπτει, κατά την άποψή μας, ότι το γράμμα και το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η οδηγία αυτή, αφενός, παρέχουν τη δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους κύκλους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τις απαγορεύσεις τις οποίες επιβάλλουν τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας και, αφετέρου, παρέχουν στο Δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του όσον αφορά την επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας (στους τομείς που καλύπτονται από τα εν λόγω άρθρα 3 και 4). Αυτό αποδεικνύεται από την ανάλυση που μόλις προηγήθηκε, σχετικά με τους λόγους ακυρώσεως που αντλούνται από την προβαλλόμενη ως εσφαλμένη επιλογή της ως άνω νομικής βάσεως.
188. Από τα ανωτέρω συνάγουμε ότι ο λόγος που αντλείται από την προβαλλόμενη παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Γ – Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την προβαλλόμενη παράβαση, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας, των κανόνων του άρθρου 251 ΕΚ για τη διαδικασία συναποφάσεως
189. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη οδηγία εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων του άρθρου 251 ΕΚ που διέπουν τη διαδικασία συναποφάσεως. Πράγματι, κατά την άποψή της, το Συμβούλιο δεν περιορίστηκε να υιοθετήσει την πρόταση οδηγίας όπως αυτή τροποποιήθηκε από το Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, ΕΚ, αλλά επέφερε στην πρόταση αυτή ουσιώδεις τροποποιήσεις επί των οποίων δεν αποφάνθηκε το Κοινοβούλιο, ενώ, βάσει του άρθρου 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΕΚ, το Συμβούλιο όφειλε να υιοθετήσει κοινή θέση και να τη διαβιβάσει στο Κοινοβούλιο, προκειμένου το δεύτερο να αποφανθεί επ’ αυτής.
190. Κατά την προσφεύγουσα, μία τέτοια παρατυπία σημειώθηκε στην περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, όταν η έκφραση «έντυπα» αντικαταστάθηκε από την έκφραση «έντυπα μέσα ενημέρωσης». Το ίδιο συνέβη τόσο με την παράγραφο 2 του άρθρου 10, της οδηγίας αυτής, που προστέθηκε από το Συμβούλιο μονομερώς (106) όσο και με το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας, που τροποποιήθηκε ουσιωδώς υπό τις ίδιες συνθήκες (107).
191. Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Γαλλική Δημοκρατία ζητούν την απόρριψη αυτού του λόγου ακυρώσεως.
192. Το Συμβούλιο, το οποίο αφορά άμεσα ο ως άνω λόγος ακυρώσεως, θεωρεί ότι η αμφισβήτηση όσον αφορά τα άρθρα 10, παράγραφος 2, και 11 της προσβαλλομένης οδηγίας είναι αλυσιτελής, διότι τα άρθρα αυτά έχουν ήδη υποστεί τις σχετικές διορθώσεις (108). Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, η αμφισβήτηση αυτή είναι ξένη προς το αντικείμενο της κρινόμενης προσφυγής, δεδομένου ότι αυτό περιορίζεται στην ακύρωση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας αυτής.
193. Όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι καμία τροποποίηση δεν εμφανίζεται στο αγγλικό κείμενο της οδηγίας, το οποίο χρησιμοποιηθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις, ότι οι τροποποιήσεις που ενδεχομένως υπάρχουν στην απόδοση της οδηγίας σε άλλες γλώσσες έγιναν στο πλαίσιο του έργου των νομικών-μεταφραστών του κειμένου, προκειμένου οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της προσβαλλομένης οδηγίας να προσαρμοστούν στο αγγλικό κείμενο αναφοράς και ότι, ως εκ τούτου, οι τροποποιήσεις αυτές δεν πρέπει να θεωρηθούν ουσιώδεις. Επιπλέον, στην οριστική της μορφή, η οδηγία αυτή υπογράφηκε τόσο από το Συμβούλιο όσο και από το Κοινοβούλιο. Με τον τρόπο αυτόν, εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο στο σύνολό της.
194. Το Κοινοβούλιο προσθέτει στην επιχειρηματολογία αυτή, την οποία και συμμερίζεται, ότι το αγγλικό κείμενο δεν είναι το μόνο που δεν υπέστη τροποποιήσεις (το ίδιο συμβαίνει και με το ισπανικό και το ολλανδικό κείμενο) και ότι οι τροποποιήσεις που υπέστησαν οι αποδόσεις στις άλλες γλώσσες ήταν δευτερεύουσες και είχαν σκοπό την εναρμόνιση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων. Κατά το Κοινοβούλιο πάντοτε, η εξασφάλιση απόλυτης ταυτότητας μεταξύ του κειμένου που ενέκρινε το ίδιο και του κειμένου που θεσπίστηκε τελικώς με τη διαδικασία της συναποφάσεως θα ερχόταν σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της ποιότητας στη σύνταξη που απορρέουν από την ύπαρξη ένδεκα επίσημων γλωσσών (κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης οδηγίας) που σύντομα θα ανέρχονταν σε περισσότερες από είκοσι με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
195. Η Επιτροπή, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Γαλλική Δημοκρατία συμμερίζονται την ανάλυση αυτή.
196. Κατά την άποψη μας, πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξ αρχής ο ισχυρισμός περί μη τηρήσεως των κανόνων του άρθρου 251 ΕΚ κατά τη θέσπιση των άρθρων 10 και 11 της προσβαλλομένης οδηγίας. Ο ισχυρισμός αυτός κατέστη άνευ αντικειμένου με το διορθωτικό που εξέδωσαν από κοινού το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μετά την προβολή του σχετικού λόγου ακυρώσεως. Κατά τα λοιπά, ακόμη και αν δεν υπήρχε τέτοιο διορθωτικό, δεν κατανοούμε πώς η αμφισβήτηση από την προσφεύγουσα της νομιμότητας των άρθρων 10 και 11 θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ακύρωση των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, που είναι τα μόνα άρθρα των οποίων αμφισβητείται η νομιμότητα.
197. Όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας, καίτοι υπήρξαν τροποποιήσεις σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, θεωρούμε ότι δεν υπερέβησαν τα όρια που επιβάλλονται κατά την εναρμόνιση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας κοινοτικής πράξεως.
198. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την προβαλλόμενη παράβαση, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας, των κανόνων του άρθρου 251 ΕΚ πρέπει επίσης να απορριφθεί.
199. Μένει πλέον να εξεταστεί αν είναι βάσιμος ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Δ – Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
200. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι απαγορεύσεις των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας αντιβαίνουν προς την αρχή της αναλογικότητας. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, ισχυρίζεται, για μια ακόμη φορά, ότι οι απαγορεύσεις αυτές καλύπτουν κυρίως καταστάσεις με αμιγώς τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα και ότι, στις σπάνεις περιπτώσεις που εφαρμόζονται σε καταστάσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα, οι σχετικές συναλλαγές δεν αντιμετωπίζουν κανένα πραγματικό ή δυνητικό εμπόδιο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει οποιαδήποτε μέτρα απαγορεύσεως ή, τουλάχιστον, μέτρα απαγορεύσεως τόσο γενικά όσο τα επιβαλλόμενα με τα εν λόγω άρθρα 3 και 4. Επισημαίνει συναφώς ότι τα μέτρα αυτά έπρεπε να είχαν περιοριστεί στα διαφημιστικά μέσα που κυκλοφορούν μεταξύ των κρατών μελών, όπως προβλέπεται, αφενός, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας για τα έντυπα που προέρχονται από τρίτες χώρες και που δεν προορίζονται κυρίως για την κοινοτική αγορά (τα οποία εκφεύγουν της εν λόγω απαγορεύσεως) και, αφετέρου, στο άρθρο 5 της ως άνω οδηγίας, για τη χορηγία εκδηλώσεων (η οποία υπόκειται στην απαγόρευση αυτή μόνον όταν οι εκδηλώσεις αυτές έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα).
201. Σύμφωνα πάντοτε με την προσφεύγουσα, ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας άξιζε ιδιαίτερης προσοχής για τον επιπλέον λόγο ότι τα εν λόγω μέτρα απαγορεύσεως θίγουν σοβαρά το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.
202. Πράγματι, στον βαθμό που η διαφήμιση ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο β΄, της προσβαλλομένης οδηγίας ως «κάθε μορφή εμπορικής ανακοίνωσης με σκοπό ή με άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση ενός προϊόντος καπνού», η απαγόρευση της διαφημίσεως αυτής (από τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας) θα είχε ευρεία εφαρμογή και θα εκτεινόταν, αφενός, στα λεγόμενα «προϊόντα διαφοροποιήσεως» (δηλαδή στα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο με σήμα προϊόντος καπνού, χωρίς να αποτελούν προϊόντα καπνού) και, αφετέρου, σε ορισμένα είδη Τύπου ή άλλα έντυπα (συνταγμένα από δημοσιογράφους σχετικά με θέματα συνδεόμενα με την παραγωγή ή τη διανομή προϊόντων καπνού).
203. Έτσι, τα εν λόγω μέτρα απαγορεύσεως θα μπορούσαν να στερήσουν τις επιχειρήσεις του κλάδου του Τύπου από μεγάλα χρηματικά ποσά προερχόμενα από τη διαφήμιση, που θα αποτελούσαν σημαντικό τμήμα των εσόδων τους, ιδίως σε κράτη μέλη όπως η Γερμανία, όπου ο οικείος κλάδος δεν λαμβάνει επιχορηγήσεις από το κράτος. Η διαφυγή των κερδών αυτών θα επέφερε σημαντική συρρίκνωση των διαφημιστικών καταχωρίσεων ή και το κλείσιμο ορισμένων εκδοτικών επιχειρήσεων, γεγονός που θα συνέβαλλε σημαντικά στην εξασθένηση της πολυφωνίας στον Τύπο και, ως εκ τούτου, της ελευθερίας της έκφρασης.
204. Κατά την προσφεύγουσα, καίτοι το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία αυτή μπορεί να περιοριστεί λόγω επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης, όπως η προστασία της δημόσιας υγείας έναντι των κινδύνων του καπνίσματος, τέτοιος περιορισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός παρά μόνο στην περίπτωση, η οποία κατά την άποψή της δεν συντρέχει, που δεν θα υπήρχαν λιγότερο περιοριστικά μέτρα για την ικανοποίηση της ανάγκης αυτής. Η προσφεύγουσα συνάγει από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι, και από αυτή την άποψη, τα εν λόγω μέτρα απαγορεύσεως είναι δυσανάλογα αυστηρά.
205. Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Γαλλική Δημοκρατία ζητούν την απόρριψη αυτού του λόγου ακυρώσεως.
206. Επισημαίνουν συναφώς ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση BAT, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει σχετικώς ευρεία διακριτική ευχέρεια και ότι, ως εκ τούτου, μόνον ο προδήλως ακατάλληλος χαρακτήρας ενός ληφθέντος στον τομέα αυτόν μέτρου θα μπορούσε να θίξει τη νομιμότητά του. Προσθέτουν ότι, με την απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004, Karner (109), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο έλεγχος νομιμότητας μιας εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως, όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης, είναι επίσης περιορισμένος, καθόσον πρόκειται για έναν τομέα τόσο περίπλοκο και με τόσες διακυμάνσεις όπως η διαφήμιση. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει όσον αφορά τις κοινοτικές ρυθμίσεις όπως η προσβαλλομένη οδηγία.
207. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου ελέγχου, οι ως άνω διάδικοι θεωρούν ότι τα μέτρα απαγορεύσεως που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας δεν αντιβαίνουν προδήλως στην αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω άρθρα 3 και 4 δεν εισάγουν πλήρη απαγόρευση της διαφημίσεως ή της χορηγίας, αλλά μερική απαγόρευση, η οποία, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δεν θίγει ούτε την έμμεση διαφήμιση ούτε τα προϊόντα διαφοροποιήσεως ούτε τη δημοσίευση στον Τύπο άρθρων που αφορούν τα προϊόντα καπνού.
208. Κατά το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Βασίλειο της Ισπανίας και τη Γαλλική Δημοκρατία, περαιτέρω περιορισμός των μέτρων απαγορεύσεως που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής τους όλες τις καταστάσεις που στερούνται διασυνοριακού χαρακτήρα, θα ήταν αντίθετος, αφενός, προς τους σκοπούς του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον θα προκαλούσε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ανασφάλεια δικαίου και, αφετέρου, προς την επιταγή του άρθρου 95, παράγραφος 3, ΕΚ, που συνίσταται, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου στη δημόσια υγεία. Συναφώς, η Γαλλική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι είναι σημαντική η διατήρηση μιας συνέπειας, όσον αφορά το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας, μεταξύ της προσβαλλομένης οδηγίας (όσον αφορά την προώθηση των προϊόντων καπνού) και της οδηγίας 2001/37 (όσον αφορά τις προειδοποιήσεις για την επικινδυνότητα των προϊόντων αυτών).
2. Εκτίμηση
209. Κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, τα μέσα που εφαρμόζονται από μια κοινοτική διάταξη πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, χωρίς να υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη αυτή, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό και ότι τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκομένους σκοπούς (110).
210. Εντούτοις, με την προπαρατεθείσα απόφαση BAT (111), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, «επιβάλλεται να αναγνωριστεί στον κοινοτικό νομοθέτη ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τις επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως στις οποίες προβαίνει σε έναν τομέα όπως ο προκείμενος, στον οποίο καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις [, με αποτέλεσμα] η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό [να] μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού».
211. Κατά την άποψή μας, ό,τι ισχύει στον τομέα της κατασκευής, της παρουσιάσεως και της πωλήσεως των προϊόντων καπνού, στον οποίον αναφέρεται η απόφαση αυτή, ισχύει επίσης και κατ’ ανάγκη και στον τομέα της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των ίδιων αυτών προϊόντων, που καλύπτεται από τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας.
212. Πράγματι, καίτοι είναι κοινώς αποδεκτό ότι αυτές οι μορφές προωθήσεως των προϊόντων καπνού ασκούν επιρροή στην κατανάλωση των προϊόντων αυτών, με το σημερινό επίπεδο γνώσεων, δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί ακριβώς η πραγματική ή δυνητική επιρροή των μορφών αυτών διαφημίσεως ή χορηγίας και, αντιστρόφως, η επιρροή της απαγορεύσεώς τους σε κάποιο μέσο ενημέρωσης στο επίπεδο καταναλώσεως των οικείων προϊόντων (112). Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για λεπτά και περίπλοκα ζητήματα που προϋποθέτουν επιλογές πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη.
213. Σε παρόμοια προσέγγιση προέβη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκειμένου να εξετάσει αν η προσβολή της ελευθερίας της έκφρασης από εθνικό μέτρο που περιορίζει τη διαφήμιση είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού.
214. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο, καίτοι δέχθηκε ότι η ελευθερία της έκφρασης, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), μπορεί να προβάλλεται όχι μόνον για ορισμένες κατηγορίες πληροφοριών, ιδεών ή τρόπων έκφρασης που εντάσσονται σε συζητήσεις γενικού ενδιαφέροντος (πολιτικής, επιστημονικής, καλλιτεχνικής ή θρησκευτικής φύσεως), αλλά και στην περίπτωση των επικοινωνιών εμπορικού χαρακτήρα (113), εντούτοις, επιφύλαξε στα υφιστάμενα σχετικά εθνικά μέτρα λιγότερο αυστηρό έλεγχο της αναλογικότητας, με το σκεπτικό ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης ανταποκρίνεται, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, σε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη», το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των εθνικών αρχών είναι «ιδιαιτέρως αναγκαίο εμπορικώς και, ειδικώς, σε έναν τομέα τόσο περίπλοκο και με τόσες διακυμάνσεις όπως η διαφήμιση» (114).
215. Προσθέτουμε ότι τα ανωτέρω ισχύουν πολλώ μάλλον όταν ένα εθνικό μέτρο τέτοιας φύσεως ανταποκρίνεται σε κοινωνική ανάγκη τόσο επιτακτική όσο η προστασία της δημόσιας υγείας. Πράγματι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα υπόθεση Karner, «[δ]εν αμφισβητείται ότι η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές, όσον αφορά το ζήτημα του προσδιορισμού του σημείου της δέουσας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας εκφράσεως και των [σκοπών γενικού συμφέροντος που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ] ποικίλλει για κάθε ένα από τους σκοπούς που δικαιολογούν τον περιορισμό του δικαιώματος και σύμφωνα με τη φύση των εμπλεκομένων δραστηριοτήτων» (115). Συνάγουμε, επομένως, το συμπέρασμα ότι ο έλεγχος της αναλογικότητας μιας εθνικής διατάξεως σχετικής με τη διαφήμιση θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως περιορισμένος, όταν ο επιδιωκόμενος με τη διάταξη αυτή σκοπός συνίσταται στην προστασία της δημόσιας υγείας και όχι απλώς στην προάσπιση της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων (116).
216. Υπό το πρίσμα της αναλύσεως αυτής πρέπει να εξεταστεί αν οι απαγορεύσεις της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, πρέπει να θεωρηθούν ευλόγως ανάλογες ή προδήλως ακατάλληλες υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου με την εν λόγω οδηγία σκοπού.
217. Όπως προαναφέραμε (117), η προσβαλλομένη οδηγία έχει ως σκοπό την εξάλειψη, διά της προσεγγίσεως των κανόνων που εφαρμόζονται στη διαφήμιση και στη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού, των εμποδίων στις συναλλαγές που προκαλούνται από υφιστάμενες ή δυνητικές διαφορές μεταξύ των σχετικών εθνικών νομοθεσιών, τα οποία παρακωλύουν την εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προκύπτει ότι, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, τα κοινοτικά όργανα λαμβάνουν ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ.
218. Κατά την άποψή μας, οι απαγορεύσεις της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού, που επιβάλλουν τα άρθρα 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας, είναι κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν υπερβαίνουν προδήλως τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη αυτή μέτρου.
219. Πράγματι, όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν φαίνεται να έχει υπερβεί τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας με το να θεωρήσει ότι η απαγόρευση της διαφημίσεως αυτής σε έντυπα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μπορεί να έχουν ουσιαστικά τοπική κάλυψη, και όχι αποκλειστικά διασυνοριακή, θα μπορούσε να συμβάλλει σημαντικά στην εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές, καθώς και στον περιορισμό του καπνίσματος.
220. Ο περιορισμός της απαγορεύσεως της εν λόγω διαφημίσεως μόνο στα έντυπα με διασυνοριακή κυκλοφορία μεταξύ των κρατών μελών θα ήταν αντίθετος τόσο προς τις επιταγές της ασφάλειας δικαίου όσο και προς τον σκοπό της προσβαλλομένης οδηγίας, που συνίσταται, επιμένουμε, στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των προϊόντων και των υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά, και στην ταυτόχρονη διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας (118).
221. Στην πραγματικότητα, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε καλούς λόγους να πιστεύει ότι ένας τέτοιος περιορισμός της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας θα ήταν προδήλως ανεπαρκής ή δεν θα είχε κανένα νόημα για την προάσπιση της δημόσιας υγείας. Πράγματι, πολλές μελέτες εξουσιοδοτημένων παρατηρητών είχαν αποδείξει (πριν την έκδοση της εν λόγω οδηγίας) ότι η μερική ή αποσπασματική απαγόρευση της διαφημίσεως των προϊόντων καπνού θα είχε πενιχρά αποτελέσματα στην κατανάλωση καπνού, καθόσον ένα τέτοιο μέτρο θα οδηγούσε αναπόφευκτα στη μετακίνηση της διαφημίσεως σε άλλα μέσα ενημερώσεως (που δεν υπόκεινται στην απαγόρευση αυτήν), με αποτέλεσμα η έκθεση του κοινού στη διαφήμιση να παραμένει σημαντική, ενώ η συνολική της απαγόρευση στα μέσα θα είχε πιθανότατα σημαντική επίδραση στο συνολικό επίπεδο της καταναλώσεως και στο κάπνισμα (119).
222. Επομένως, η απαγόρευση της διαφημίσεως υπέρ των προϊόντων καπνού, που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης οδηγίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
223. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται για την απαγόρευση της διαφημίσεως υπέρ των προϊόντων καπνού στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και στο ραδιόφωνο, η οποία προβλέπεται από τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
224. Τα ανωτέρω ισχύουν πολλώ μάλλον, καθόσον, όπως επισημαίνει η έκτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, τα μέσα αυτά έχουν εκ φύσεως διασυνοριακό χαρακτήρα και είναι, όπως και η τηλεόραση, ιδιαιτέρως ελκυστικά για τους νέους. Οι νέοι αποτελούν ιδιαιτέρως προτιμώμενο «στόχο» για τους διαφημιζομένους λόγω της φυσικής τους τάσεως να επηρεάζονται εύκολα και να εξαρτώνται από τα προϊόντα καπνού για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Επομένως, η απαγόρευση της διαφημίσεως υπέρ των εν λόγω προϊόντων στα μέσα αυτά, όπως και η απαγόρευση του άρθρου 13 της οδηγίας ΤΧΣ, δεν έχει τίποτε το δυσανάλογο έναντι του επιδιωκόμενου σκοπού. Κατά τα λοιπά, και ειδικότερα και όσον αφορά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι απαραίτητο, στο σημερινό πλαίσιο της συγκλίσεως των μέσων, προκειμένου να αποφευχθεί η παράκαμψη της απαγορεύσεως που εφαρμόζεται στα έντυπα μέσα και στα ραδιοφωνικά προγράμματα.
225. Όσον αφορά την απαγόρευση της χορηγίας ραδιοφωνικών εκπομπών από επιχειρηματίες της αγοράς των προϊόντων καπνού, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης οδηγίας, καίτοι είναι αληθές ότι, κατ’ αρχήν, μπορεί κάποιος να διερωτηθεί αν μία τέτοια απαγόρευση μπορεί να έχει τα ίδια αποτελέσματα, όσον αφορά το επίπεδο καταναλώσεως των προϊόντων αυτών, με αυτά της διαφημίσεως υπέρ των εν λόγω προϊόντων, πάντως, κατά την άποψή μας, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας εκτιμώντας, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, ότι η απαγόρευση της χορηγίας αυτού του είδους αποτελεί τη φυσική προέκταση της απαγορεύσεως της σχετικής διαφημίσεως. Εξάλλου, το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας ΤΧΣ (η οποία θεσπίστηκε πριν από την προσβαλλομένη οδηγία) προβλέπει, με την ίδια σχεδόν διατύπωση, ότι «[τ]α τηλεοπτικά προγράμματα δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο χορηγίας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατασκευή ή πώληση προϊόντων ή στην παροχή υπηρεσιών των οποίων η διαφήμιση απαγορεύεται δυνάμει των άρθρων 13 ή 14». Οι διατάξεις αυτές περί χορηγίας των τηλεοπτικών εκπομπών επιρρωννύουν την άποψη ότι η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης οδηγίας και που αφορά τη χορηγία των ραδιοφωνικών εκπομπών δεν είναι προδήλως δυσανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού.
226. Έτσι, κατά την άποψή μας, καμία από τις απαγορεύσεις που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας αυτής δεν υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με την εν λόγω οδηγία σκοπών και, επομένως, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί.
227. Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το επιχείρημα ότι τα επίδικα μέτρα απαγορεύσεως της διαφημίσεως, στερώντας από τα έντυπα σημαντικά έσοδα από τη διαφήμιση, θα επέφεραν σημαντική συρρίκνωση των διαφημιστικών καταχωρίσεων ή και το κλείσιμο ορισμένων εκδοτικών επιχειρήσεων, γεγονός που θα συνέβαλλε σημαντικά στην εξασθένηση της πολυφωνίας στον Τύπο και, ως εκ τούτου, της ελευθερίας της έκφρασης. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα επίδικα μέτρα μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις, φρονούμε, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπερέβη, παρόλα αυτά, τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που του έχει παρασχεθεί, καθόσον πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τόσο περίπλοκο και με τόσες διακυμάνσεις όπως η διαφήμιση και η χορηγία, και που ανταποκρίνεται, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, σε κοινωνική ανάγκη εξίσου επιτακτική με την προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία επιπλέον πρέπει να βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο.
228. Επομένως, τόσο ο τελευταίος αυτός λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας όσο και η προφυγή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν.
V – Πρόταση
229. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνουμε στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
1) να απορρίψει την προσφυγή,
2) να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα,
3) να αποφανθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν η καθεμία τα δικαστικά τους έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 152, σ. 16, στο εξής: προσβαλλομένη οδηγία ή οδηγία 2003/33.
3 – ΕΕ L 213, σ. 9, στο εξής: προηγούμενη οδηγία, ακυρωθείσα οδηγία ή οδηγία 98/43.
4 – Συλλογή 2000, σ. I-8419. Λίγο μετά την άσκηση της εν λόγω προσφυγής ακυρώσεως κατά της οδηγίας 98/43, το Δικαστήριο επελήφθη προδικαστικού ερωτήματος αγγλικού δικαστηρίου σχετικό με το κύρος της ίδιας οδηγίας. Μετά την ακύρωση της οδηγίας αυτής από την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, το Δικαστήριο, με την απόφασή του Imperial Tobacco κ.λπ. (C-74/99, Συλλογή 1999, σ. I‑8599), που εκδόθηκε την ίδια μέρα, έκρινε ότι παρείλκε πλέον η απάντηση σε αυτό το προδικαστικό ερώτημα.
5 – Πρόκειται, τελικώς, για την τρίτη προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για την ακύρωση οδηγίας αφορώσας τα προϊόντα καπνού. Πράγματι, το εν λόγω κράτος είχε ζητήσει στο παρελθόν τη μερική ακύρωση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού (ΕΕ L 194, σ. 26). Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως προδήλως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως [διάταξη της 17ης Μαΐου 2002, C‑406/01, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I‑4561)]. Στη συνέχεια, πάντως, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί του κύρους της οδηγίας αυτής 2001/37, ή ορισμένων από τις διατάξεις της, στο πλαίσιο διαφόρων διαδικασιών προδικαστικής παραπομπής εκ μέρους ενός αγγλικού και ενός γερμανικού δικαστηρίου. Βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C-491/01, Συλλογή 2002, σ. I-11453, στο εξής: απόφαση BAT), καθώς και αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-434/02, Arnold André (Συλλογή 2004, σ. I‑11825), και C‑210/03, Swedish Match (Συλλογή 2004, σ. I‑11893).
6 – Το εν λόγω άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ διαδέχθηκε το άρθρο 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, που θεσπίστηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ ταυτίζονται με αυτά που προέβλεπε παλαιότερα το άρθρο 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Έτσι, μεταξύ άλλων, η έννοια της εσωτερικής αγοράς ορίζεται με τους ίδιους ακριβώς όρους [από το άρθρο 7 A, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 14, παράγραφος 2, ΕΚ), σύμφωνα με το οποίο «[η] εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης»]. Αντιθέτως, η διαδικασία λήψεως των εν λόγω μέτρων έχει αλλάξει.
7 – Η διαφήμιση οριζόταν από το άρθρο 2, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας ως «κάθε μορφή εμπορικής ανακοίνωσης με σκοπό ή με άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση ενός προϊόντος καπνού, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης η οποία, χωρίς να αναφέρεται άμεσα στο προϊόν καπνού, προσπαθεί να παρακάμψει την απαγόρευση διαφήμισης χρησιμοποιώντας ονόματα, σήματα, σύμβολα ή άλλα διακριτικά στοιχεία προϊόντων καπνού».
8 – Η χορηγία ορίζεται από το άρθρο 2, σημείο 3, της ίδιας οδηγίας ως «οποιαδήποτε δημόσια ή ιδιωτική συμβολή σε εκδήλωση ή δραστηριότητα, με σκοπό ή με άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την προώθηση ενός προϊόντος καπνού».
9 – Έτσι, σε πρώτη φάση, από τις 30 Ιουλίου 1998, απαγορεύτηκε η χρησιμοποίηση του ίδιου ονόματος για τα προϊόντα καπνού και για άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες, με εξαίρεση –υπό ορισμένες προϋποθέσεις– την περίπτωση των προϊόντων ή των υπηρεσιών που διετίθεντο ήδη στο εμπόριο πριν από την ημερομηνία αυτή με όνομα που χρησιμοποιείται και για προϊόν καπνού (άρθρο 3, παράγραφος 2, της ακυρωθείσας οδηγίας). Σε μια δεύτερη φάση, από τις 30 Ιουλίου 2001, τα προϊόντα καπνού δεν έπρεπε πλέον να φέρουν το όνομα, το σήμα, το σύμβολο ή άλλο διακριτικό στοιχείο κανενός άλλου προϊόντος ή υπηρεσίας, εκτός εάν αυτό το προϊόν καπνού διετίθετο ήδη στο εμπόριο με αυτό το όνομα, το σήμα, το σύμβολο ή κάθε άλλο διακριτικό στοιχείο πριν από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής). Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας προέβλεπε και άλλους τρόπους σταδιακής εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.
10 – Η απαγόρευση κάθε μορφής διαφημίσεως και χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού στην Κοινότητα επιβλήθηκε με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/43, «[μ]ε την επιφύλαξη της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 [ΕΕ L 202, σ. 60, στο εξής: οδηγία ΤΧΣ (τηλεόραση χωρίς σύνορα)]. Η όγδοη αιτιολογική σκέψη της ακυρωθείσας οδηγίας διευκρίνιζε την έννοια του όρου αυτού, αναφέροντας ότι «λαμβανομένης υπόψη της υπάρχουσας αλληλεξάρτησης μεταξύ όλων των μέσων προφορικής, γραπτής, έντυπης, ραδιοφωνικής ή τηλεοπτικής και κινηματογραφικής διαφήμισης και προκειμένου να αποφευχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος στρέβλωσης του ανταγωνισμού και καταστρατήγησης της νομοθεσίας, η παρούσα οδηγία πρέπει να καλύπτει κάθε μορφή και κάθε μέσο διαφήμισης εκτός από την τηλεοπτική διαφήμιση που καλύπτεται ήδη από την οδηγία [ΤΧΣ]».
11 – Βλ προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σκέψη 118.
12 – Όπ.π., σκέψη 78.
13 – Όπ.π., σκέψη 79.
14 – Όπ.π., σκέψεις 83 έως 87 (στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια).
15 – Όπ.π., σκέψεις 96 έως 98.
16 – Όπ.π., σκέψη 105.
17 – Όπ.π., σκέψη 99.
18 – Όπ.π.
19 – Όπ.π., σκέψη 100.
20 – Όπ.π., σκέψη 101.
21 – Όπ.π., σκέψη 103.
22 – Όπ.π. σκέψη 104. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/239 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1990, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τη μέγιστη περιεκτικότητα των τσιγάρων σε πίσσα (ΕΕ L 137, σ. 36), καθώς και στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/622/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 1989, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τη σήμανση των προϊόντων καπνού (ΕΕ L 359, σ. 1).
23 – Όπ.π. σκέψη 105.
24 – Όπ.π. σκέψη 114.
25 – Όπ.π. σκέψη 109.
26 – Όπ.π. σκέψεις 110 και 111.
27 – Όπ.π. σκέψη 113.
28 – Όπ.π.
29 – Όπ.π. σκέψη 114.
30 – Όπ.π. σκέψη 117.
31 – Βλ. δωδέκατη και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/33, οι οποίες αποκλείουν την τηλεοπτική διαφήμιση και τη χορηγία των τηλεοπτικών προγραμμάτων από το πεδίο εφαρμογής της. Το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής προσδιορίζονται από το άρθρο της 1, που έχει ως εξής:
«1. Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού και την προώθησή τους:
α) στον Τύπο και σε άλλα έντυπα μέσα·
β) στο ραδιόφωνο·
γ) στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και
δ) μέσω χορηγιών συνδεόμενων με τον καπνό, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν διανομής προϊόντων καπνού.
2. Η παρούσα οδηγία προτίθεται να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων μέσων ενημέρωσης και των συναφών υπηρεσιών και να άρει τα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής περιλαμβάνει τους ορισμούς ορισμένων όρων που χρησιμοποιούνται σε αυτήν (προϊόντα καπνού, διαφήμιση, χορηγία, υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας).
32 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑10333, σκέψη 33), της 24ης Μαΐου 2005, C‑244/03, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2005, σ. I‑4021, σκέψη 12), και της 30ής Μαρτίου 2006, C‑36/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 12). Βλ. επίσης συναφώς, τις αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1972, 37/71, Jamet (Συλλογή 1972, σ. 483, σκέψη 11), της 23ης Οκτωβρίου 1974, 17/74, Transocean Marine Paint (Συλλογή 1974, σ. 1063, σκέψη 21), της 31ης Μαΐου 1998, C‑68/94 και C‑30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑11375, σκέψη 256), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C‑29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I‑11221, σκέψη 45), και της 21ης Ιανουαρίου 2003, C‑378/00, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑937, σκέψεις 29 και 30).
33 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 13), Ισπανία κατά Συμβουλίου (σκέψη 13), και, υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 257), Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 46) και Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψη 34).
34 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψη 37), Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 14) και Ισπανία κατά Συμβουλίου (σκέψη 14).
35 – Βλ. με παρόμοιο σκεπτικό, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Jamet (σκέψη 11) και Transocean Marine Paint (σκέψη 21), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 142 και 144).
36 – Αντίθετα με όσα ίσχυαν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η σχετική προσφυγή μερικής ακυρώσεως, στην υπό κρίση υπόθεση, η ενδεχόμενη ακύρωση των εν λόγω διατάξεων δεν θα κατέληγε να προσδώσει άλλη, ριζικώς διαφορετική, έννοια στις διατηρηθείσες διατάξεις και να έρθει έτσι σε σοβαρή αντίθεση με τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη.
37 – Βλ. την παράθεση του περιεχομένου τους στην υποσημείωση 31 των ανά χείρας προτάσεων.
38 – Όπ.π. σκέψη 117 της αποφάσεως (που μνημονεύθηκε στο σημείο 29 των ανά χείρας προτάσεων), που απηχεί το σημείο 127 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Fennelly στην υπόθεση εκείνη.
39 – Το Συμβούλιο κάνει αναφορά στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, σ. 31), στην οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 346, σ. 61), και στην οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17).
40 – Κατά την Επιτροπή, η προπαρατεθείσα απόφαση BAT διαψεύδει το λυσιτελές της αναλύσεως στην οποία είχε προβεί παλαιότερα το Δικαστήριο στην επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, εξετάζοντας αν η οδηγία 2001/37 ανταποκρινόταν τόσο στον σκοπό της εξαλείψεως των εμποδίων στις συναλλαγές όσο και σε αυτόν της καταργήσεως των αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Κατά την άποψη της Επιτροπής, από την πρόσφατη αυτή νομολογία προκύπτει ότι οι δύο αυτοί σκοποί πρέπει να θεωρηθεί ότι απαιτείται να συντρέχουν διαζευκτικώς και όχι σωρευτικώς. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν προέβη σε καμιά ανάλυση επί της ενδεχόμενης σχέσεως μεταξύ των άρθρων 3 και 4 της προσβαλλομένης οδηγίας και της καταργήσεως των αισθητών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Το Κοινοβούλιο συμμερίζεται την ανάγνωση αυτή της νομολογίας (βλ. σημεία 41 έως 43 του υπομνήματός του αντικρούσεως), θεωρεί, ωστόσο, όπως και το Συμβούλιο, ότι ο περιορισμός των επίμαχων άρθρων μόνο στις καταστάσεις διασυνοριακού χαρακτήρα θα προκαλούσε αναμφίβολα στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ότι, επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης, μην προβλέποντας τέτοιον περιορισμό, μάλλον απέφυγε τελικώς την εμφάνιση των στρεβλώσεων αυτών παρά τις κατάργησε.
41 – Βλ. σημείο 69 των ανά χείρας προτάσεων.
42 – C‑300/89, Συλλογή 1989, σ. I‑2867.
43 – Σκέψεις 14, 15 και 23. Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην ίδια υπόθεση (σημείο 10). Το Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη τότε οδηγία με το αιτιολογικό ότι έπρεπε να είχε θεσπισθεί βάσει του άρθρου 100 A της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ και όχι του άρθρου 130 S της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 130 S της Συνθήκης ΕΚ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 175 ΕΚ) (που αφορά το περιβάλλον), λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων στο κόστος παραγωγής της βιομηχανίας διοξειδίου του τιτανίου και, κατά συνέπεια, στις συνθήκες ανταγωνισμού στον κλάδο αυτόν, των εθνικών διατάξεων περί επεξεργασίας των αποβλήτων τις οποίες η οδηγία επιδίωκε την εναρμόνιση. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στο σημείο 45 των προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995, C‑350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I‑1985), δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εν λόγω οδηγία συμβάλλει ευθέως στην ελεύθερη κυκλοφορία των αποβλήτων ή των τελικών προϊόντων.
44 – Βλ., συναφώς, σημεία 53, 71, 81, 85 και 89 του υπομνήματος απαντήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Θυμίζουμε ότι η ερμηνεία αυτή της προπαρατεθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου αμφισβητήθηκε τόσο από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όσο και από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας.
45 – Εξάλλου, οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Fennelly στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου εντάσσονται στην ίδια λογική. Στο σημείο 83, ο γενικός εισαγγελέας τονίζει ότι το άρθρο 100 A της Συνθήκης δεν παρέχει στην Κοινότητα γενική κανονιστική αρμοδιότητα, αλλά περιορισμένες αρμοδιότητες, στο μέτρο που προορίζονται αποκλειστικώς είτε για τη διευκόλυνση της ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών είτε για την ομογενοποίηση των συνθηκών του ανταγωνισμού. Στο σημείο 93, προσθέτει ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι ένα κοινοτικό μέτρο επιδιώκει σκοπούς σχετικούς με την εσωτερική αγορά, πρέπει, πρώτον, να επιβεβαιωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εναρμονίσεως, δηλαδή ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών είτε αποτελούν εμπόδια στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών είτε στρεβλώνουν τις συνθήκες ανταγωνισμού σε έναν οικονομικό τομέα, και, στη συνέχεια, ότι τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία ή εξισώνουν τους όρους του ανταγωνισμού σε συγκεκριμένο τομέα. Στο σημείο 117, ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί αναγκαίο να εξεταστεί εάν η απαγόρευση από την οδηγία 98/43 της προωθήσεως των προϊόντων καπνού εξυπηρετεί ενδεχομένως τον σκοπό της καταργήσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού αποκλειστικά όσον αφορά ορισμένα από τα διαφημιστικά μέσα τα οποία αφορά η εν λόγω απαγόρευση, που δεν συνδέονται, κατά την άποψή του, με τον σκοπό της εξαλείψεως των εμποδίων στις συναλλαγές.
46 – Σκέψη 60 της αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου).
47 – Βλ. σκέψεις 64 έως 75 της αποφάσεως.
48 – Βλ. σκέψεις 38 έως 42 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Arnold André και 37 έως 42 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Swedish Match.
49 – C‑154/04 και C‑155/04, Συλλογή 2005, σ. Ι-645, σκέψεις 35 έως 38.
50 – ΕΕ L 183, σ. 51.
51 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Arnold André (σκέψη 30), Swedish Match (σκέψη 29) και Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 28), που παραπέμπουν στις επίσης προπαρατεθείσες Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψεις 84 και 95) και BAT (σκέψη 60).
52 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Arnold André (σκέψη 31), Swedish Match (σκέψη 30) και Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 29), που παραπέμπουν στις επίσης προπαρατεθείσες αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1995, Ισπανία κατά Συμβουλίου (σκέψη 35), Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 86), και BAT (σκέψη 61), καθώς και στην απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, C‑377/98, Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑7079, σκέψη 15).
53 – Θυμίζουμε ότι, στη σκέψη 100 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «μια πράξη εκδιδόμενη βάσει των άρθρων 100 Α, 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης μπορεί να περιλάβει διατάξεις μη συμβάλλουσες [ευθέως] στην εξάλειψη των εμποδίων στις θεμελιώδεις ελευθερίες, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι αναγκαίες για την αποφυγή της καταστρατηγήσεως ορισμένων απαγορεύσεων που έχουν τέτοιο σκοπό». Η νομολογία αυτή επικυρώθηκε ιδίως με την προπαρατεθείσα απόφαση ΒΑΤ (σκέψη 82).
54 – Βλ. συναφώς προπαρατεθείσες αποφάσεις Διοξείδιο του τιτανίου (σκέψη 23) και της 13ης Ιουλίου 1995, Ισπανία κατά Συμβουλίου (σκέψεις 32 έως 36 και 40).
55 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις BAT (σκέψη 62), Arnold André (σκέψη 32), Swedish Match (σκέψη 31) και Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 30), που συντάσσονται με την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 88).
56 – Σκέψεις 77 και 78.
57 – Σκέψη 88. Τα επιχειρήματα αυτά επαναλήφθηκαν αυτούσια στις προπαρατεθείσες αποφάσεις BAT (σκέψη 62), Arnold André (σκέψη 33), Swedish Match (σκέψη 32) και Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 31).
58 – Πρόκειται για τη συλλογιστική που ακολουθήσαμε στη σκέψη 90 των ανά χείρας προτάσεων.
59 – Βλ. σκέψη 96.
60 – Σκέψη 97.
61 – Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού [COM(2001) 283 τελικό, στο εξής: πρόταση της οδηγίας]. Όπως υπενθύμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, κατά την παρουσίαση αυτής της προτάσεως οδηγίας, η διαφήμιση ή/και η χορηγία υπέρ των προϊόντων αυτών αποτελούσαν το αντικείμενο μερικής απαγορεύσεως σε έξι κράτη μέλη (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ελληνική Δημοκρατία, Βασίλειο της Ισπανίας, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, Δημοκρατία της Αυστρίας και Βασίλειο της Σουηδίας), πλήρους απαγορεύσεως σε τέσσερα κράτη μέλη (Γαλλική Δημοκρατία, Ιταλική Δημοκρατία, Πορτογαλική Δημοκρατία και Φινλανδική Δημοκρατία) και νομοπαρασκευαστικών εργασιών με σκοπό την πλήρη απαγόρευση σε πέντε άλλα κράτη μέλη (Βασίλειο του Βελγίου, Βασίλειο της Δανίας, Ιρλανδία, Βασίλειο των Κάτω Χωρών καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας).
62 – Η πρώτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι «[υ]πάρχουν διαφορές μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού και τη σχετική με αυτά χορηγία». Η τρίτη αιτιολογική σκέψη τονίζει ότι «[ο]ι νομοθεσίες των κρατών μελών που αποτελούν το αντικείμενο της προσέγγισης αποσκοπούν στην προστασία της δημόσιας υγείας, με τη ρύθμιση της προώθησης στην αγορά του καπνού προϊόντος το οποίο προκαλεί εθισμό και ευθύνεται για το θάνατο περισσότερων από μισό εκατομμύριο ανθρώπων στην Κοινότητα κάθε χρόνο, ώστε να μην αρχίζουν οι νέοι να καπνίζουν πολύ νωρίς, παρασυρόμενοι από την προώθηση του προϊόντος, και να εθίζονται».
63 – Κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν πλήρη απαγόρευση της διαφημίσεως και της χορηγίας υπέρ των προϊόντων καπνού (όπως η Τσεχική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λετονίας και η Δημοκρατία της Λιθουανίας), ενώ άλλα κράτη μέλη τις επιτρέπουν υπό ορισμένες προϋποθέσεις (όπως η Δημοκρατία της Ουγγαρίας και η Δημοκρατία της Μάλτας).
64 – Μέχρι σήμερα, τρία κράτη μέλη, καίτοι υπέγραψαν τη σύμβαση ΠΟΥ αμέσως μετά την υιοθέτησή της, δεν την έχουν ακόμη κυρώσει. Πρόκειται για τη Δημοκρατία της Τσεχίας, την Ιταλική Δημοκρατία και τη Δημοκρατία της Πολωνίας.
65 – Όπως διευκρίνισε η Γαλλική Δημοκρατία στο σημείο 30 του υπομνήματός της, η κάλυψη των ραδιοφωνικών προγραμμάτων, η οποία ποικίλλει αναλόγως της χρησιμοποιούμενης ζώνης συχνοτήτων, μπορεί να εκτείνεται σε πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα από τον τόπο εκπομπής. Έτσι, ορισμένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί απευθύνονται ακριβώς σε αλλοδαπό ακροατήριο (BBC World, Radio France International, Deutsche Welle).
66 – Η έκθεση αυτή, την οποία προσκόμισε στον φάκελο η Επιτροπή, έχει τίτλο «Newspaper distribution and pricing structure of crossborder printed press within the Member States and its effect on the free circulation of printed media within the European Union».
67 – Μπορούμε να αναφέρουμε, μεταξύ άλλων, τους Times ή τη Monde και, από τον εξειδικευμένο Τύπο τους FinancialTimes, τον Economist, το Newsweek ή ακόμη το Handelsblatt.
68 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις BAT (σκέψη 64), Arnold André (σκέψη 39) και Swedish Match (σκέψη 38).
69 – Το Δικαστήριο προέβη στη σχετική επισήμανση, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 97, που παρατέθηκε στο σημείο 96 των ανά χείρας προτάσεων), BAT (σκέψη 67), Arnold André (σκέψεις 38 και 40) και Swedish Match (σκέψεις 37 και 39).
70 – Εξάλλου, είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση ότι το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής για τις Εμπορικές επικοινωνίες στην εσωτερική αγορά, που συντάχθηκε το 1996 (και που υπήρξε αφορμή για ευρείας κλίμακας διαβουλεύσεις με διαφόρους ενδιαφερόμενους κύκλους), είχε ήδη καταδείξει ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών περί διαφημίσεως και χορηγίας εν γένει γίνονταν αντιληπτές από τους επιχειρηματίες (διαφημιστικά γραφεία, διαφημιζόμενους, έντυπα και ραδιοφωνικά μέσα) ως σημαντική πηγή δυσκολιών για τη διεξαγωγή των σχετικών δραστηριοτήτων τους σε διασυνοριακό επίπεδο, στον ίδιο σχεδόν βαθμό με αυτές που απορρέουν από τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους [COM(1996) 192 τελικό (πρώτο μέρος)].
71 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 97, όσον αφορά τα προϊόντα του Τύπου).
72 – Αυτό προκύπτει από τη μελέτη συγκριτικού δικαίου που περιλαμβάνεται στο σημείο 4 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως οδηγίας (βλ. σημείο 97 των ανά χείρας προτάσεων). Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, το Βασίλειο της Σουηδίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία και η Πορτογαλική Δημοκρατία απαγόρευαν κάθε είδους διαφήμιση των προϊόντων καπνού στον Τύπο, συμπεριλαμβανομένου του προερχόμενου από άλλα κράτη μέλη. Η Ιρλανδία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ετοιμάζονταν να πράξουν το ίδιο. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, από όλα τα κράτη μέλη την περίοδο εκείνη μόνο η Δημοκρατία της Φινλανδίας προέβλεπε ρητώς ότι ο αλλοδαπός Τύπος του οποίου δεν ήταν ο κύριος σκοπός η διαφήμιση των προϊόντων καπνού, εξαιρούνταν της απαγορεύσεως αυτής ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο του Βελγίου, που βρίσκονταν σε στάδιο ενισχύσεως της σχετικής νομοθεσίας τους, φαίνεται ότι σχεδίαζαν τη θέσπιση παρόμοιας εξαιρέσεως.
73 – Ισπανικός νόμος της 26ης Δεκεμβρίου 2005, για τη θέσπιση μέτρων υγιεινής κατά του καπνίσματος και για τη ρύθμιση της πωλήσεως της προμήθειας της καταναλώσεως και τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού [Ley de medidas sanitarias frente al tabaquismo y reguladora de la venta, el suministro, el consumo y la publicidad de los productos del tabaco (BOE αριθ. 309, της 27ης Δεκεμβρίου 2005, σ. 42241)]. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου αυτού καθιερώνει αρχή σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού, καθώς και κάθε είδους διαφήμιση και προώθηση των προϊόντων αυτών από οποιοδήποτε μέσο (συμπεριλαμβανομένων των αυτόματων μηχανημάτων πώλησης και των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας), πλην εξαιρέσεων απαριθμούμενων περιοριστικώς. Όσον αφορά τα προϊόντα του Τύπου, εκφεύγουν της γενικής αυτής απαγορεύσεως μόνο τα έντυπα που απευθύνονται αυστηρώς στους επαγγελματίες του εμπορίου καπνού, καθώς και εκείνα που περιέχουν διαφημίσεις των προϊόντων καπνού, αλλά που εκδίδονται ή τυπώνονται σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον τα έντυπα αυτά δεν απευθύνονται κυρίως στην κοινοτική αγορά, εκτός από εκείνα που απευθύνονται κυρίως σε ανηλίκους. Οι νέες αυτές διατάξεις παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες με αυτές του άρθρου 3 της προσβαλλομένης οδηγίας. Για καλύτερη κατανόηση της διαδρομής της σχετικής ισπανικής νομοθεσίας, βλ. σημείο 4.1.3 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως οδηγίας.
74 – C‑368/95, Συλλογή 1997, σ. I‑3689 (βλ. σκέψεις 11 και 12). Η κριθείσα στην υπόθεση εκείνη αυστριακή νομοθετική ρύθμιση απαγόρευε στους εκδότες περιοδικών να προτείνουν στους καταναλωτές τη συμμετοχή σε λαχειοφόρο αγορά. Η ρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να απαγορευθεί στην αυστριακή επικράτεια η διανομή, από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, περιοδικού που εκδιδόταν στο άλλο αυτό κράτος, επειδή το εν λόγω περιοδικό περιείχε γρίφους, η λύση των οποίων συνεπαγόταν βραβεία ή συμμετοχή σε διαγωνισμό.
75 – Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C‑267/91 και C‑268/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑6097).
76 – Σκέψεις 15 και 16 της προπαρατεθείσας απόφασης Keck και Mithouard.
77 – Απόφαση της 8ης Μαΐου 2001, C‑405/98 (Συλλογή 2001, σ. I‑1795, σκέψη 36).
78 – Βλ. σκέψεις 18 έως 25.
79 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις BAT (σκέψη 64), Arnold André (σκέψη 39) και Swedish Match (σκέψη 38).
80 – Βλ. συναφώς προπαρατεθείσα απόφαση Gourmet International Products (σκέψη 38).
81 – Όπ.π. (σκέψη 39).
82 – Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 178, σ. 1). Η οδηγία αυτή, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 ΕΚ, περιέχει ορισμένες διατάξεις σχετικές με τις εμπορικές επικοινωνίες, οι οποίες, καίτοι δεν αφορούν συγκεκριμένα τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού, έχουν συμβάλει, όπως και τα μέτρα της συμβάσεως ΠΟΥ, στη θέσπιση εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων επί του ζητήματος αυτού. Βλ., για παράδειγμα, τον ισπανικό νόμο, της 26ης Δεκεμβρίου 2005, που παρατίθεται στην υποσημείωση 73 των ανά χείρας προτάσεων.
83 – Θυμίζουμε ότι το άρθρο 1 της προσβαλλομένης οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν τη διαφήμιση των προϊόντων καπνού και την προώθησή τους:
α) στον Τύπο και σε άλλα έντυπα μέσα,
β) στο ραδιόφωνο,
γ) στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και
δ) μέσω χορηγιών συνδεόμενων με τον καπνό, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν διανομής προϊόντων καπνού.
2. Η παρούσα οδηγία προτίθεται να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων μέσων ενημέρωσης και των συναφών υπηρεσιών και να άρει τα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
84 – Βλ. σκέψη 98 (προπαρατεθείσα στο σημείο 19 των ανά χείρας προτάσεων).
85 – Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν ακριβώς τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 5, πρώτη περίπτωση, της ακυρωθείσας οδηγίας.
86 – Βλ. άρθρο 5 της ακυρωθείσας οδηγίας (που μνημονεύθηκε ανωτέρω, στο σημείο 13 των ανά χείρας προτάσεων).
87 – Βλ. σκέψεις 101 έως 104 της αποφάσεως (προμνημονευθείσες στο σημείο 22 των ανά χείρας προτάσεων).
88 – Σκέψη 74.
89 – Υπενθυμίζουμε ότι το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζει ότι «[η] παρούσα οδηγία προτίθεται να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των οικείων μέσων ενημέρωσης και των συναφών υπηρεσιών και να άρει τα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
90 – Υπενθυμίζουμε ότι το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προβλέπει ότι «[η] διαφήμιση στον Τύπο και σε άλλα έντυπα μέσα περιορίζεται σε έντυπα που προορίζονται αποκλειστικά για τους επαγγελματίες του εμπορίου καπνού και σε έντυπα που τυπώνονται και εκδίδονται σε τρίτες χώρες, εφόσον η κοινοτική αγορά δεν είναι ο κύριος προορισμός των εντύπων αυτών».
91 – Αυτό επισήμανε, υπενθυμίζουμε, το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 98).
92 – Βλ. σημείο 73 των ανά χείρας προτάσεων.
93 – Βλ. παρόμοια συλλογιστική στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 100) και BAT (σκέψη 82).
94 – Βλ. σκέψεις 91 και 92 των ανά χείρας προτάσεων.
95 – Σκέψη 98.
96 – Βλ. σκέψη 99.
97 – C‑465/00, C‑138/01 και C‑139/01, Συλλογή 2003, σ. I‑4989 (σκέψη 41).
98 – Όπ.π.. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 85) και BAT (σκέψη 60).
99 – Προπαρατεθείσα απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., σκέψη 42.
100 – C‑101/01, Συλλογή 2003, σ. I‑12971 (σκέψεις 40 και 41). Βλ. επίσης συναφώς, σε σχέση με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1972, L 299, σ. 32), απόφαση της 1ης Μαρτίου 2005, C‑281/02, Owusu (Συλλογή 2005, σ. 1383, σκέψη 34), καθώς και τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή (σκέψεις 197 έως 203).
101 – Βλ. σημείο 68 των ανά χείρας προτάσεων.
102 – Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι στη σκέψη 84 της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι «[α]ν απλώς και μόνον η διαπίστωση διαφορών μεταξύ των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων και ο αφηρημένος κίνδυνος να προκαλέσουν οι διαφορές αυτές εμπόδια στις θεμελιώδεις ελευθερίες ή στρεβλώσεις του ανταγωνισμού αρκούσαν για να δικαιολογήσουν την επιλογή του άρθρου 100 Α ως νομικής βάσεως, ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της νομικής βάσεως θα εστερείτο κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας».
103 – Βλ., μεταξύ άλλων προπαρατεθείσες αποφάσεις Arnold André (σκέψη 61), Swedish Match (σκέψη 63) και Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 133). Βλ. επίσης συναφώς, αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑122/94, Επιτροπή κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1996, σ. I‑881, σκέψη 29), και προπαρατεθείσα BAT (σκέψη 165).
104 – Βλ. μεταξύ άλλων προπαρατεθείσες αποφάσεις Arnold André (σκέψη 62), Swedish Match (σκέψη 64) και Alliance for Natural Health κ.λπ. (σκέψη 134). Βλ. επίσης συναφώς, αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2001, C‑100/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑5217, σκέψη 64), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση BAT (σκέψη 166).
105 – Σκέψεις 97 και 98.
106 – Στο άρθρο 10 της προσβαλλομένης οδηγίας προστέθηκε παράγραφος 2 που έχει ως εξής: «Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των κυρίων διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία».
107 – Έτσι, επισπεύσθηκε η έναρξη ισχύος της προσβαλλομένης οδηγίας: ενώ αρχικώς είχε οριστεί την εικοστή ημέρα από την έκδοσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στη συνέχεια ορίστηκε για την ίδια την ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίας.
108 – Διορθωτικό στην προσβαλλομένη οδηγία (ΕΕ 2004, L 67, σ. 34). Βάσει του διορθωτικού αυτού, το οποίο εκδόθηκε μετά την άσκηση της κρινομένης προσφυγής, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης οδηγίας καταργείται και το άρθρο της 11 πρέπει να διαβαστεί «[η] παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», αντί «[η] παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
109 – C‑71/02, Συλλογή 2004, σ. I‑3025.
110 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 13)· της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑133/93, C‑300/93 και C‑362/93, Crispoltoni κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑4863, σκέψη 41), και της 15ης Μαΐου 1998, C‑157/96, National Farmers’ Union κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑2211, σκέψη 60).
111 – Σκέψη 123. Βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά άλλους τομείς, τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1996, C‑84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I‑5755, σκέψη 58)· της 13ης Μαΐου 1997, C‑233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I‑2405, σκέψεις 55 και 56), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση National Farmers’ Union κ.λπ. (σκέψη 61).
112 – Βλ. συναφώς την έκθεση που συνέταξε η Παγκόσμια Τράπεζα το 1999 με τίτλο «Curbing the Epidemic: Governments and the Economics of Tobacco Control» (Η συγκράτηση της επιδημίας: Οι κυβερνήσεις και τα οικονομικά της καταπολέμησης της κατανάλωσης καπνού) (σ. 52 έως 55), καθώς και το έργο του R. Roemer, L’actionlégislativecontrel’épidémiemondialedutabagisme, δεύτερη έκδοση, ΠΟΥ, Γενεύη (σ. 25 έως 30).
113 – Βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Markt Int.Verlag και Klauss Beerlmann κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατία της Γερμανίας, της 20ής Νοεμβρίου 1989 (σειρά A αριθ. 165, § 25 και 26), Groppera Radio AG. Suisse της 28ης Μαρτίου 1990 (σειρά A αριθ. 173, § 54 και 55), Casado Coca κατά Espagne της 23ης Φεβρουαρίου 1994 (σειρά A αριθ. 285, § 35), και Jacubowski κατά Γερμανίας της 23ης Ιουνίου 1994 (σειρά A αριθ. 291-A, § 25).
114 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Casado Coca κατά Ισπανίας (§ 50), καθώς και αποφάσεις VGT Verein gegen Tierfabriken κατά Ελβετίας, της 28ης Ιουνίου 2001 (Recueildesarrêtsetdécisions 2001-VI, § 66 έως 69) και Demuth κατά Ελβετίας της 5ης Νοεμβρίου 2002 (Recueildesarrêtsetdécisions 2002-IX, § 42). Το Δικαστήριο παρέπεμψε στη νομολογία αυτή με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑245/01, RTL Television (Συλλογή 2003, σ. I‑12489, σκέψη 73), καθώς και με την προπαρατεθείσα απόφαση Karner (σκέψη 51).
115 – Σκέψη 51.
116 – Ο σκοπός αυτός της προασπίσεως της υπολήψεως και των δικαιωμάτων άλλων (ο οποίος αναφέρεται επίσης από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, ως δικαιολογητικός λόγος περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης) αποτελεί την αφετηρία των περισσότερων εθνικών μέτρων για τη διαφήμιση, τα οποία αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως προσβάλλοντα την ελευθερία της έκφρασης.
117 – Βλ. την ανάλυσή μας σχετικά με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως.
118 – Βλ. προηγηθείσα ανάλυσή μας στο σημείο 171 των ανά χείρας προτάσεων.
119 – Βλ., συναφώς, την έκθεση και το έργο που μνημονεύσαμε ήδη στην υποσημείωση 112, καθώς και τα σημεία 161 έως 163 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Fennelly στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.
Full & Egal Universal Law Academy