ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 20ής Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-385/03
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
κατά
Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Εσφαλμένα στοιχεία – Κυρώσεις – Ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94»
I – Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 30ής Ιουλίου 2003 το Bundesfinanzhof (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία μιας ρυθμίσεως για την επιβολή κυρώσεων στο πλαίσιο του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 (2).
2. Με αυτή τη ρύθμιση περί κυρώσεων έχει ήδη ασχοληθεί το Δικαστήριο, και συγκεκριμένα με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002 στην υπόθεση C‑210/00 (3) και αποφάνθηκε ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 είναι έγκυρο, «καθόσον προβλέπει την επιβολή κυρώσεως ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο εξαγωγέας έχει ζητήσει χωρίς υπαιτιότητά του μεγαλύτερη επιστροφή κατά την εξαγωγή από την οφειλόμενη».
3. Συναφώς το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και ότι επομένως η αρχή nulla poena sine culpa οπωσδήποτε δεν έχει εφαρμογή επ’ αυτής. Το Δικαστήριο πάντως τόνισε συναφώς ότι «το γεγονός ότι η αρχή nulla poena sine culpa δεν έχει εφαρμογή σε κυρώσεις όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν σημαίνει ότι ο διοικούμενος δεν απολαύει καμιάς νομικής προστασίας». Το Δικαστήριο παρέπεμψε στη νομολογία του, κατά την οποία «μια κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνον αν στηρίζεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση» (4).
4. Αντικείμενο πάντως της προκείμενης υπόθεσης δεν είναι καταρχήν το κύρος της εν λόγω ρύθμισης περί κυρώσεων, αλλά η ερμηνεία της, και συγκεκριμένα ως προς το γεγονός ότι ανάγει σε προϋπόθεση της επιβολής κύρωσης την απόκλιση μεταξύ της ζητούμενης από τον εξαγωγέα επιστροφής κατά την εξαγωγή και της επιστροφής που ισχύει για την πραγματική εξαγωγή, χωρίς συγχρόνως να καθιστά σαφές ποιο είναι το έγγραφο από το οποίο πρέπει να προκύπτουν τα στοιχεία για τη ζητούμενη επιστροφή. Αν όμως επιβεβαιωθεί ότι η ρύθμιση περί κυρώσεων είναι, όπως δέχεται το αιτούν δικαστήριο, ασαφής, θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα της έκτασης εφαρμογής του χωρίου της απόφασης Käserei Champignon I, το οποίο παρατέθηκε παραπάνω (5).
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική νομοθεσία
5. Το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87ορίζει τα εξής:
«1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής προσδιορίζει:
α) το ποσοστό της ισχύουσας επιστροφής, εάν δεν έχει γίνει προκαθορισμός της επιστροφής,
β) τις προσαρμογές που πρέπει, κατά περίπτωση, να γίνουν στα ποσοστά της επιστροφής, εάν υπήρξε προκαθορισμός της επιστροφής.
3. Εξομοιώνεται με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής οποιαδήποτε άλλη πράξη που έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή.
4. Η ημέρα της εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϊόντος.
5. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως:
α) την ονομασία των προϊόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές,
β) την καθαρή μάζα αυτών των προϊόντων ή, κατά περίπτωση, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μετρήσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής,
γ) εφόσον αυτό χρειασθεί για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων ή μια αναφορά σ’ αυτή τη σύνθεση.
Στην περίπτωση που το έγγραφο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι η διασάφηση εξαγωγής, αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις εν λόγω ενδείξεις καθώς και τη μνεία “κώδικας επιστροφής”.
6. Τη στιγμή της αποδοχής αυτής ή της πράξεως αυτής τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.»
6. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 έχει αποσπασματικά ως εξής:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι, για τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή, ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη, η οφειλόμενη επιστροφή για τις σχετικές εξαγωγές, θα αντιστοιχεί στην επιστροφή που εφαρμόζεται για το προϊόν που εξήχθη πράγματι, μειωμένη κατά ποσό που αντιστοιχεί:
α) στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται στο πραγματικώς εξαχθέν προϊόν,
β) στο διπλάσιο της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται, εφόσον ο εξαγωγέας παρέσχε εκ προθέσεως ψευδή στοιχεία.
Ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή του άρθρου 25, παράγραφος 2. Όταν το ποσό της επιστροφής ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό, το διαφοροποιημένο μέρος της επιστροφής υπολογίζεται βάσει των στοιχείων που παρέχονται σε εφαρμογή του άρθρου 47.
Οι κυρώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ δεν εφαρμόζονται:
– στην περίπτωση ανωτέρας βίας,
– σε εξαιρετικές περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από καταστάσεις τις οποίες δεν δύναται να ελέγξει ο εξαγωγέας [και] οι οποίες προκύπτουν μετά την αποδοχή από τις αρμόδιες αρχές της δήλωσης εξαγωγής ή της δήλωσης πληρωμής, και υπό τον όρο ότι ο εξαγωγέας, αμέσως αφού λάβει γνώση των εν λόγω καταστάσεων και εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 47, παράγραφος 2, θα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, εκτός και αν οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη πεισθεί ότι η αιτούμενη επιστροφή ήταν λανθασμένη, […]
Εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι η αιτούμενη επιστροφή δεν ήταν σωστή και η εξαγωγή δεν έχει πραγματοποιηθεί και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατή η μείωση της επιστροφής, ο εξαγωγέας καταβάλλει το ποσό που αντιστοιχεί στις κυρώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄ αντίστοιχα. Εάν το ποσοστό της επιστροφής κυμαίνεται ανάλογα με τον προορισμό, το χαμηλότερο θετικό ποσοστό ή, εφόσον είναι υψηλότερο, το ποσοστό που προκύπτει από την ένδειξη του προορισμού σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 2, ή 25, παράγραφος 4, λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της αιτούμενης επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται με εξαίρεση την περίπτωση του υποχρεωτικού προορισμού.»
7. Το άρθρο 25, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 3665/87 ορίζει τα εξής:
«1. Εφόσον ο εξαγωγέας δηλώνει την πρόθεσή του να εξαγάγει τα προϊόντα ή εμπορεύματα μετά από μεταποίηση ή αποθεματοποίηση και να επωφεληθεί επιστροφής κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στα άρθρα 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80, η υπαγωγή στις διατάξεις αυτές εξαρτάται από την υποβολή στις τελωνειακές αρχές της δηλώσεως, που καλείται στο εξής δήλωση πληρωμής.
Τα κράτη μέλη μπορούν να δώσουν άλλη ονομασία στη δήλωση πληρωμής.
2. Η δήλωση πληρωμής περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον καθορισμό της επιστροφής και, κατά περίπτωση, του νομισματικού εξισωτικού ποσού για τα προς εξαγωγή προϊόντα ή εμπορεύματα, ιδίως:
α) την ονομασία των προϊόντων ή εμπορευμάτων σύμφωνα με τις ονοματολογίες που χρησιμοποιούνται για τις επιστροφές και τα νομισματικά εξισωτικά ποσά;
β) την καθαρή μάζα των προϊόντων ή εμπορευμάτων ή, κατά περίπτωση, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μετρήσεως που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής ή του νομισματικού εξισωτικού ποσού,
γ) εφόσον είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό της επιστροφής ή του νομισματικού εξισωτικού ποσού, τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων ή εμπορευμάτων ή μια αναφορά σ’ αυτή τη σύνθεση. […]»
8. Το άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87 προβλέπει τα εξής:
«Το ποσό καταβάλλεται μόνο μετά από γραπτή αίτηση του εξαγωγέα. Τα κράτη μέλη μπορούν να συντάξουν ειδικό έντυπο προς χρήση για το σκοπό αυτό.»
9. Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 έχει ως εξής:
«Η επιστροφή πληρώνεται μόνο κατόπιν γραπτής αιτήσεως του εξαγωγέα από το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει γίνει δεκτή η διασάφηση εξαγωγής.
Η αίτηση χορηγήσεως της επιστροφής υποβάλλεται:
α) είτε γραπτώς και στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ειδικό έντυπο […].»
10. Η πρώτη, η τρίτη και η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94 έχουν ως εξής:
«[...] Η ισχύουσα κοινοτική [ρύθμιση] προβλέπει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει μόνο αντικειμενικών κριτηρίων, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα, το είδος και τα χαρακτηριστικά του εξαγόμενου προϊόντος καθώς επίσης και τον γεωγραφικό προορισμό του· [...], βάσει της κτηθείσας εμπειρίας, πρέπει να ενισχυθεί η καταπολέμηση των παρατυπιών και, ιδίως, της απάτης που επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό· [...], για το σκοπό αυτό, πρέπει να προβλεφθεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών καθώς επίσης και η επιβολή κυρώσεων με τέτοιο τρόπο που να παρακινεί τους εξαγωγείς να τηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό την κοινοτική νομοθεσία.
[..].
[...] Εάν ένας εξαγωγέας έχει δώσει εσφαλμένα στοιχεία, τα εν λόγω εσφαλμένα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές εάν το λάθος δεν αποκαλυφθεί· [...] στην περίπτωση που το λάθος αποκαλυφθεί, επιβάλλεται ως κύρωση στον εξαγωγέα η καταβολή ποσού αναλόγου του ποσού που θα είχε αχρεωστήτως εισπράξει αν δεν είχε αποκαλυφθεί το λάθος· [...] στην περίπτωση που τα εσφαλμένα στοιχεία παρεσχέθησαν εκ προθέσεως, επιβάλλονται ανάλογα μεγαλύτερες κυρώσεις.
[...]
Η κτηθείσα πείρα και οι παρατυπίες και, ιδίως, οι απάτες που έχουν ήδη διαπιστωθεί στο πλαίσιο αυτό δείχνουν ότι το εν λόγω μέτρο είναι αναγκαίο, [δεν] είναι υπερβολικά αυστηρό, είναι αρκούντως αποτρεπτικό και πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
11. Η Ausfuhrerstattungsνerordnung (γερμανική κανονιστική απόφαση περί των επιστροφών κατά την εξαγωγή), της 24ης Μαΐου 1996 (6) (στο εξής: γερμανική κανονιστική απόφαση) περιέχει επίσης κανόνες σχετικά με την αίτηση χορηγήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή.
12. Το άρθρο 15 της γερμανικής κανονιστικής απόφασης έχει ως εξής:
«Άρθρο 15 – Αιτών και αίτηση
Αίτηση για επιστροφή κατά το προβλεπόμενο υπόδειγμα μπορεί να υποβάλει μόνον όποιος
1) αναφέρεται στις περιπτώσεις των άρθρων 3 και 5 στο πεδίο 2 της διασάφησης εξαγωγής προς τον σκοπό καταβολής επιστροφής ή
2) έχει υποβάλει τη δήλωση πληρωμής κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, ή το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο ή δεύτερο εδάφιο.»
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
13. Στις 29 Ιουλίου 1996 η πρoσφεύγoυσα και αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, η εταιρία Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG (στο εξής: Käserei Champignon), ζήτησε τον εκτελωνισμό για εξαγωγή μιας αποστολής με τυριά, και κυρίως με λιωμένο τυρί, υπαγόμενα σε διάφορους κωδικούς εμπορευμάτων της οργάνωσης αγοράς, αλλά μεταξύ των απαριθμούμενων εμπορευμάτων καταλέγονταν ορισμένα για τα οποία δεν επιτρεπόταν η χορήγηση επιστροφής.
14. Στις 12 Αυγούστου 1996 η Käserei Champignon ζήτησε από το Hauptzollamt Hamburg-Jonas (Κεντρικό Τελωνείο του Hamburg-Jonas, στο εξής: Hauptzollamt) την προκαταβολική πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Στην αίτηση πληρωμής αυτή οι κλάσεις που αντιστοιχούσαν σε εμπορεύματα για τα οποία δεν θα χορηγούνταν επιστροφή είχαν διαγραφεί και συνοδεύονταν από τη χειρόγραφη παρατήρηση «διαγραφέν», στην οποία είχε προστεθεί μονογραφή. Η αίτηση πληρωμής συνοδευόταν από επιστολή, με την οποία η Käserei Champignon γνωστοποιούσε ότι δεν ζητούσε επιστροφή για τις κλάσεις αυτές.
15. Το Hauptzollamt χορήγησε πρoκαταβoλικά στην Käserei Champignon, σύμφωνα με την αίτηση, επιστροφή κατά την εξαγωγή για τις μη διαγραφείσες κλάσεις, αλλά επέβαλε για τις διαγραφείσες κλάσεις, με απόφαση της 26ης Μαρτίoυ 1997, κύρωση σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87.
16. Η Käserei Champignon υπέβαλε κατά της αποφάσεως για την επιβολή κυρώσεως διοικητική προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 25ης Μαΐου 1999. Αντίθετα, η προσφυγή που άσκησε στη συνέχεια ενώπιον του Finanzgericht έγινε δεκτή. Το Finanzgericht δέχτηκε ότι η πρoσφεύγoυσα δεν είχε υποβάλει αίτηση πληρωμής όσον αφορά τις κλάσεις 4 και 5, διότι η υποβολή της διασάφησης εξαγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβολή τέτοιας αίτησης. Κατά της αποφάσεως αυτής του Finanzgericht έχει υποβληθεί από το Hauptzollamt αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesfinanzhof, δηλαδή του αιτούντος δικαστηρίου.
17. Το Bundesfinanzhof διαπιστώνει ότι η απόφαση σχετικά με τη νομιμότητα της κύρωσης εξαρτάται από το ζήτημα αν αίτηση πληρωμής υπό την έννοια του κανόνα περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 συνιστά ήδη η υποβολή της διασάφησης εξαγωγής κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 ή μόνο η γραπτή αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87. Αν δηλαδή προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα περί κυρώσεων είναι η υποβολή ειδικής γραπτής αίτησης, τότε κακώς επιβλήθηκε κύρωση εν προκειμένω.
18. Ενώπιον του Bundesfinanzhof το Hauptzollamt ισχυρίστηκε ότι η άποψη της Käserei Champignon και του Finanzgericht ότι η κύρωση μπορεί να επιβληθεί μόνον εφόσον ο εξαγωγέας έχει υποβάλει, πέρα από τη διασάφηση εξαγωγής, την αίτηση πληρωμής που έχει προβλεφθεί από τον εθνικό νομοθέτη βάσει εξουσιοδοτήσεως του κοινοτικού δικαίου θα εξουδετέρωνε το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της διατάξεως περί κυρώσεων. Επιπλέον, η άποψη αυτή αποκλίνει από τη δεσμευτική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων από το Δικαστήριο.
19. Κατά την άποψη του Hauptzollamt, από τον προληπτικό σκοπό που επιδιώκεται με τη ρύθμιση περί κυρώσεων, ο οποίος εκφράζεται κυρίως στην τρίτη και στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, με τον οποίο θεσπίστηκε η ρύθμιση περί κυρώσεων του άρθρου 11 του κανονισμού 3665/87, προκύπτει ότι η αναγραφή ψευδών στοιχείων στο στάδιο ήδη της διασάφησης εξαγωγής επισύρει την εφαρμογή της διάταξης περί κυρώσεων.
20. Τέλος, το Hauptzollamt υποστηρίζει ότι δεν επιτρέπεται να εφαρμόζονται στην Κοινότητα διαφορετικές ρυθμίσεις ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο επιβάλλεται η κύρωση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, ανάλογα με το αν το οικείο κράτος μέλος θεωρεί ότι την αίτηση πληρωμής συνιστά, σύμφωνα με τις εθνικές εκτελεστικές διατάξεις, η διασάφηση εξαγωγής ή η μεταγενέστερη αίτηση –που μπορούν να προβλέπουν τα κράτη μέλη βάσει της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 47, παράγραφοι 1 και 2 , του κανονισμού 3665/87.
21. Το Bundesfinanzhof αντιτάσσει στο επιχείρημα του Hauptzollamt –ότι η διασάφηση εξαγωγής περιέχει ήδη την αίτηση χορηγήσεως επιστροφής κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, διότι ο εξαγωγέας πρέπει να δηλώσει με την αίτηση αυτή ότι πρόκειται να ζητήσει επιστροφή για τα διασαφούμενα εμπορεύματα– το γράμμα του άρθρου 47, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87. Η διάταξη αυτή, με την οποία τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται ρητά να προβλέπουν ειδικά έντυπα για την υποβολή της γραπτής αίτησης πληρωμής κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, καθιστά δυνατή τη σαφή διάκριση μεταξύ της διασάφησης εξαγωγής και της αίτησης πληρωμής.
22. Κατά το Bundesfinanzhof, η άποψη του Hauptzollamt μπορεί πάντως να βρει ισχυρότερο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87. Η διάταξη αυτή ορίζει τη «ζητηθείσα επιστροφή» ως το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που έχουν παρασχεθεί. Η διάταξη αυτή δεν κάνει λόγο για ειδική αίτηση πληρωμής, πέρα από τη διασάφηση εξαγωγής.
23. Το Bundesfinanzhof διαπιστώνει, όσον αφορά την άποψη της Käserei Champignon –κατά την οποία προϋπόθεση για την επιβολή της κύρωσης είναι να έχει υποβληθεί από τον εξαγωγέα, πέρα από τη διασάφηση εξαγωγής, η προβλεπόμενη κατά το εθνικό δίκαιο αίτηση πληρωμής– ότι η άποψη αυτή μπορεί να στηριχτεί στο γράμμα των άρθρων 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87.
24. Επιπλέον, κατά το Bundesfinanzhof, υπέρ της νομικής άποψης της Käserei Champignon συνηγορεί ενδεχομένως το γεγονός ότι η επιβολή κύρωσης στην εταιρία αυτή θα μπορούσε να είναι δυσανάλογη, αφού η εν λόγω εταιρία απέκλεισε ρητά, με την αίτησή της για πληρωμή επιστροφής κατά την εξαγωγή, τις κλάσεις που είχε διαγράψει και, επιπλέον, δεν έλαβε καμία επιστροφή για τις κλάσεις αυτές.
25. Δεδομένου ότι το Bundesfinanzhof έχει αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 2945/94, αποφάσισε να υποβάλει συναφώς ερώτημα στο Δικαστήριο.
IV – Το προδικαστικό ερώτημα
26. Το Bundesfinanzhof ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Έχει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2945/94 –λαμβανομένης επίσης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας– την έννοια ότι η αναγραφή και μόνο ψευδών στοιχείων για ορισμένες κλάσεις εμπορευμάτων στη διασάφηση εξαγωγής, που μπορεί να οδηγήσει στην καταβολή μεγαλύτερης επιστροφής κατά την εξαγωγή από αυτή που δικαιούται ο εξαγωγέας, οδηγεί σε μείωση της επιστροφής κατά το ποσό της κυρώσεως που ορίζεται στο άρθρο αυτό, μολονότι στην ειδική αίτηση πληρωμής, που υποβάλλεται υποχρεωτικά κατά το εθνικό δίκαιο, διευκρινίζεται ρητά ότι για τις οικείες κλάσεις εμπορευμάτων της διασαφήσεως δεν ζητείται πληρωμή της επιστροφής;»
V – Επί του προδικαστικού ερωτήματος
27. Με βάση το όλο πλαίσιο που περιέγραψε το αιτούν δικαστήριο, είναι κυρίως αμφίβολο αν τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ζητήθηκε επιστροφή κατά την εξαγωγή πρέπει να προκύπτουν από τη διασάφηση εξαγωγής και/ή την ενδεχομένως αναγκαία αίτηση πληρωμής. Το ζήτημα αυτό πρέπει να επιλυθεί με βάση την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, αφού ληφθεί παράλληλα και προσηκόντως υπόψη η αρχή της αναλογικότητας.
Α – Επί του γράμματος του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87
1. Ισχυρισμοί των μετεχόντων στη διαδικασία
28. Η Käserei Champignon κάνει διάκριση μεταξύ της διασάφησης εξαγωγής και της αίτησης πληρωμής και στηρίζει καταρχάς την επιχειρηματολογία της στο γράμμα των άρθρων 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και 47, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, η επιβολή της κύρωσης εξαρτάται από το αν «ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, κρίσιμη είναι μόνο η αίτηση για τη χορήγηση επιστροφής. Σχετικά με την αίτηση αυτή τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται από το άρθρο 47, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 να προβλέπουν ειδικά έντυπα. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει κάνει χρήση, με το άρθρο 15 της γερμανικής κανονιστικής απόφασης, της ευχέρειας αυτής και έχει προβλέψει ένα υποχρεωτικό υπόδειγμα για τις αιτήσεις επιστροφής, το οποίο κάνει διάκριση μεταξύ της διασάφησης εξαγωγής και της αίτησης για πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Κατά το γερμανικό δίκαιο, η επιβαλλόμενη από το δίκαιο αυτό αίτηση πληρωμής αποτελεί την κρίσιμη αίτηση για τη χορήγηση επιστροφής. Η ορθότητα του επιχειρήματος αυτού γίνεται δεκτή και από το Bundesfinanzhof.
29. Η Käserei Champignon υποστηρίζει περαιτέρω ότι από το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 δεν προκύπτει άλλωστε ότι ως αίτηση για τη χορήγηση επιστροφής νοείται η διασάφηση εξαγωγής. Συγκεκριμένα, το δεύτερο εδάφιο δεν παρέχει κανένα ορισμό της έννοιας «ζητηθείσα επιστροφή», αλλά παρέχει απλώς, παραπέμποντας σε άλλες νομικές διατάξεις, τη βάση υπολογισμού του ύψους της ζητηθείσας επιστροφής.
30. Αντίθετα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται καν «αίτηση πληρωμής» κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 3665/87. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ορίζει την έννοια «ζητηθείσα επιστροφή», η οποία διαφέρει οπωσδήποτε από την έννοια «επιστροφή που εφαρμόζεται», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού. Από την παραπομπή που περιέχεται στον ορισμό αυτό συνάγεται ότι κρίσιμη σημασία για τη ζητηθείσα επιστροφή έχουν κατά μεν το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87 τα στοιχεία που αναγράφονται στη διασάφηση εξαγωγής, κατά δε το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87 τα στοιχεία που αναγράφονται στη δήλωση πληρωμής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αίτηση πληρωμής υπό την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87. Το Bundesfinanzhof συμφωνεί στο σημείο αυτό με την Επιτροπή και θεωρεί ότι το επιχείρημα αυτό βαρύνει περισσότερο από το επιχείρημα που στηρίζει η Käserei Champignon στο γράμμα της διάταξης.
31. Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι στο γερμανικό κείμενο της διάταξης περί κυρώσεων του άρθρου 11 του κανονισμού 3665/87 χρησιμοποιείται μεν ο όρος «Zahlungsantrag» («αίτηση πληρωμής»), αλλά ο ορθός όρος θα ήταν «Zahlungserklärung» («δήλωση πληρωμής»). Από το κείμενο της διάταξης αυτής σε άλλες γλώσσες καθίσταται σαφές ότι η δήλωση πληρωμής του άρθρου 25, παράγραφος 2, συμπίπτει με τη δήλωση πληρωμής του άρθρου 11 του κανονισμού 3665/87, καθόσον σε αμφότερες τις διατάξεις χρησιμοποιούνται οι ίδιες έννοιες, όπως π.χ. déclaration de paiement, payment declaration, declaracao de pagamiento.
2. Εκτίμηση
32. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 προβλέπει την επιβολή κύρωσης στην περίπτωση που «ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη». Τι νοείται ως «ζητηθείσα επιστροφή» ορίζεται στη συνέχεια στην πρώτη περίοδο του δεύτερου εδαφίου: σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή του άρθρου 25, παράγραφος 2». Η δεύτερη περίοδος του δεύτερου εδαφίου παραπέμπει περαιτέρω, όσον αφορά τον υπολογισμό της ζητηθείσας επιστροφής, στο άρθρο 47, όταν το ποσό της επιστροφής ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό που προκύπτει από τα παρεχόμενα στοιχεία. Από τη διατύπωση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα αν το δεύτερο αυτό εδάφιο παρέχει νομοθετικό ορισμό της έννοιας «ζητηθείσα επιστροφή» ή απλώς τη βάση υπολογισμού, όπως υποστηρίζει η Käserei Champignon.
33. Θα συμφωνήσω πάντως με την Επιτροπή ότι στο άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 απαντά μόνο η έννοια της επιστροφής, ενώ, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται για το προϊόν που εξήχθη πράγματι. Στο άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, δεν γίνεται επομένως λόγος για «αίτηση πληρωμής».
34. Συνεπώς, η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 ανάγει σαφώς σε κριτήριο, σύμφωνα με το γράμμα της, τη ζητηθείσα επιστροφή, το δε δεύτερο εδάφιο παρέχει απλώς ενδείξεις για τον υπολογισμό της. Συναφώς κρίσιμα είναι τα στοιχεία που αναγράφονται στη διασάφηση εξαγωγής κατά το άρθρο 3 ή στη δήλωση πληρωμής κατά το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87, ενώ τα στοιχεία που αναγράφονται στην αίτηση πληρωμής κατά το άρθρο 47 του κανονισμού 3665/87 μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις (7). Επιπλέον, από τη ρύθμιση του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87 συνάγεται, όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, ότι οι έννοιες «δήλωση πληρωμής» και «αίτηση πληρωμής» δεν ταυτίζονται, αλλά πρέπει να διακρίνονται: το άρθρο 29, παράγραφος 2, αφορά τη δήλωση πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, ενώ το άρθρο 47 αφορά την αίτηση πληρωμής.
35. Από τα παραπάνω συνάγεται εν πάση περιπτώσει ότι για τον προσδιορισμό της ζητηθείσας επιστροφής κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 δεν μπορεί να έχει πρωταρχική σημασία η αίτηση πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 47 του ίδιου αυτού κανονισμού.
36. Η χρήση της έννοιας «αίτηση πληρωμής» στο γερμανικό κείμενο του άρθρου 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, δεν αναιρεί την ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος. Σε άλλες γλώσσες, π.χ. στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα πορτογαλικά, γίνεται λόγος, στο ίδιο αυτό χωρίο, για τη δήλωση πληρωμής, η οποία αντιστοιχεί στην έννοια που χρησιμοποιείται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, στο οποίο παραπέμπει ήδη το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. Το ότι το γερμανικό κείμενο δεν χρησιμοποιεί, όπως τόσες άλλες γλώσσες, την έννοια «δήλωση πληρωμής», η οποία βρίσκει ανάλογη χρήση στο άρθρο 25, παράγραφος 2, αποτελεί πρόβλημα αυθεντικότητας των κειμένων σε περισσότερες της μιας γλώσσες. Αφού οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου είναι εξίσου δεσμευτικές στις διάφορες γλώσσες, για την ερμηνεία των διατάξεων αυτών απαιτείται η σύγκριση των κειμένων σε όλες τις γλώσσες (8). Λόγω της ανάγκης ομοιόμορφης εφαρμογής, άρα και ερμηνείας, δεν επιτρέπεται η εξέταση της διάταξης αυτής μεμονωμένης και επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη για την ερμηνεία της τα κείμενα σε όλες τις άλλες γλώσσες (9).
37. Η Käserei Champignon, για να αποδείξει ότι η αίτηση πληρωμής έχει κρίσιμη σημασία για τον προσδιορισμό της ζητηθείσας επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, επικαλείται επίσης εσφαλμένα το εθνικό έντυπο για την αίτηση, το οποίο βέβαια είχε την εξουσία να καθιερώσει, κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι διατάξεις όμως του κοινοτικού δικαίου δεν μπορούν να ερμηνεύονται με βάση τις ειδικές εθνικές ρυθμίσεις που έχουν την εξουσία να θεσπίζουν βάσει του κοινοτικού δικαίου τα κράτη μέλη.
38. Από το γεγονός πάντως ότι η ζητηθείσα επιστροφή, υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, δεν μπορεί να προσδιοριστεί, τουλάχιστον πρωταρχικά, με βάση την αίτηση πληρωμής δεν συνάγεται κανένα βέβαιο συμπέρασμα ως προς το ζήτημα ποια έγγραφα πρέπει να χρησιμοποιηθούν προς τούτο. Συναφώς έχει σημασία ότι το άρθρο 3, παράγραφος 5, κάνει λόγο για το «έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής» και διευκρινίζει ότι το έγγραφο αυτό μπορεί να είναι –χωρίς πάντως να πρέπει να είναι– η διασάφηση εξαγωγής (10).
39. Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, διαπιστώνεται και πάλι η ύπαρξη αποκλίσεων μεταξύ των κειμένων στις διάφορες γλώσσες. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ως ημέρα της εξαγωγής νοείται «η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή». Από το γερμανικό –ή το ολλανδικό– κείμενο του ορισμού αυτού συνάγεται όμως ότι η επιστροφή ζητείται ήδη –τουλάχιστον καταρχήν– με τη διασάφηση εξαγωγής, ενώ η χρήση μελλοντικού τύπου στο γαλλικό (11), στο αγγλικό, στο ιταλικό, στο ισπανικό ή στο πορτογαλικό κείμενο αποτελεί μάλλον ένδειξη ότι η διασάφηση εξαγωγής δεν περιέχει κατ’ ανάγκη τέτοια αίτηση.
40. Από όλα αυτά προκύπτει ότι η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, χρησιμοποιώντας τον όρο «ζητηθείσα επιστροφή», δεν ανάγει σε κριτήριο, σύμφωνα με το γράμμα της, την αίτηση πληρωμής του άρθρου 47, παράγραφος 1. Τούτο προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι το δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, παραπέμπει στα στοιχεία της διασάφησης εξαγωγής που παρέχονται κατά το άρθρο 3 ή της δήλωσης πληρωμής που παρέχονται κατά το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87, ενώ δεν χρειάζεται επί του παρόντος να εξακριβωθεί αν τα στοιχεία της αίτησης πληρωμής κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, αποτελούν επανάληψη των στοιχείων της διασάφησης εξαγωγής ή της δήλωσης πληρωμής, εφόσον το κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. Από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 δεν μπορούν πάντως να συναχθούν σαφείς ενδείξεις για το έγγραφο από το οποίο πρέπει να προκύπτουν τα στοιχεία σχετικά με τη ζητηθείσα επιστροφή.
Β – Ερμηνεία στο πλαίσιο της όλης ρύθμισης
1. Ισχυρισμοί των μετεχόντων στη διαδικασία
41. Η Käserei Champignon ισχυρίζεται ότι η ίδια η ύπαρξη του άρθρου 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης διαφοράς μεταξύ της –κατά τη γνώμη της–διασάφησης εξαγωγής και της αίτησης για τη χορήγηση επιστροφής. Η διάταξη αυτή, η οποία κάνει γλωσσικά διάκριση μεταξύ της διασάφησης εξαγωγής και της αίτησης για χορήγηση επιστροφής, θα ήταν περιττή, αν η διασάφηση εξαγωγής αποτελούσε ήδη εξαρχής αίτηση για χορήγηση επιστροφής.
42. Η Käserei Champignon θεωρεί ότι η ορθότητα της άποψής της επιβεβαιώνεται και από τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής (12). Το άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι η επιστροφή πληρώνεται μόνο μετά από ειδική αίτηση. Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 800/1999, σκοπός του είναι η αναδιατύπωση του κανονισμού 3665/87 για λόγους σαφήνειας.
43. Τέλος, από το άρθρο 11, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, δεν συνάγεται, κατά την άποψη της Käserei Champignon, κανείς λόγος να επιβάλλονται κυρώσεις για τα ανακριβή στοιχεία που περιέχει ήδη η διασάφηση εξαγωγής.
44. Αντίθετα από το Hauptzollamt, η Käserei Champignon θεωρεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 1975 στην υπόθεση 55/74, Unkel (13), δεν παρέχει καμία βοήθεια για την ερμηνεία στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον ο κανονισμός που αποτελούσε αντικείμενο εκείνης της υπόθεσης δεν πρόβλεπε καν υποχρέωση υποβολής αίτησης, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87.
45. Η Επιτροπή προβάλλει και αυτή ορισμένα επιχειρήματα που στηρίζονται στην ερμηνεία της όλης ρύθμισης. Από τη σχέση ήδη μεταξύ του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 προκύπτει ότι τα ανακριβή στοιχεία στη διασάφηση εξαγωγής επισύρουν την επιβολή κυρώσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 αποτελεί διάταξη του τίτλου 4 του κανονισμού, ο οποίος ρυθμίζει τη διαδικασία για την πληρωμή της επιστροφής, οπότε η ειδική αίτηση πληρωμής που προβλέπεται στη διάταξη αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί απλώς ως διοικητική ενέργεια ενόψει της καταβολής.
46. Η Επιτροπή εκθέτει επίσης ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο και πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 δείχνει ότι η αίτηση πληρωμής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή της κύρωσης· ειδάλλως, η μη επιβολή κύρωσης την οποία προβλέπει για την περίπτωση της «αυτοκαταγγελίας» το τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, δεν θα είχε πράγματι καμία έννοια.
2. Εκτίμηση
47. Όπως διαπιστώθηκε παραπάνω, κρίσιμη σημασία για το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 έχει μόνο η ζητηθείσα επιστροφή. Επομένως, το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, το οποίο κάνει εννοιολογική διάκριση μεταξύ της διασάφησης εξαγωγής και της αίτησης πληρωμής, δεν έχει σημασία για τις προϋποθέσεις της επιβολής κυρώσεων κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, καθόσον μάλιστα το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν αποδίδει κρίσιμη σημασία σε καμία από τις δύο αυτές έννοιες, αλλά μόνο στην έννοια της ζητηθείσας επιστροφής.
48. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11 περιλαμβάνεται στον τίτλο 2 (14), κεφάλαιο 1 (15), του κανονισμού 3665/87, ενώ το άρθρο 47 βρίσκεται στον τίτλο 4 (16) του κανονισμού αυτού. Το άρθρο 11 ρυθμίζει τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος, άρα αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 3 και στο άρθρο 25, τα οποία ανήκουν επίσης στον τίτλο 2. Αντίθετα, το άρθρο 47, που αποτελεί τμήμα του τίτλου 4, αποτελεί διάταξη διαδικαστικού δικαίου και ρυθμίζει την αίτηση πληρωμής ως διοικητική ενέργεια της όλης διαδικασίας της πληρωμής.
49. Ο νομικός χαρακτηρισμός του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 πρέπει να γίνει δεκτός και για το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999, με τον οποίο αναδιατυπώθηκε ο κανονισμός 3665/87, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη έχει σχεδόν την ίδια διατύπωση. Υπέρ της ομοιόμορφης ερμηνείας συνηγορεί επίσης η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 800/1999, κατά την οποία ο κανονισμός 3665/87, ο οποίος είχε τροποποιηθεί επανειλημμένα, έπρεπε να αναδιατυπωθεί «για λόγους σαφήνειας» και μόνο. Επομένως, η αναδιατύπωση αυτή δεν αποτελεί στοιχείο υπέρ της άποψης της Käserei Champignon ότι, αφού το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 διαφοροποιεί τη διασάφηση εξαγωγής από την αίτηση πληρωμής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση για τη χορήγηση επιστροφής –όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια– συνίσταται στην αίτηση πληρωμής.
50. Από τη σύγκριση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3, 11 και 25 του κανονισμού 3665/87 με τη διάταξη διαδικαστικού δικαίου του άρθρου 47 του κανονισμού αυτού προκύπτει απλώς ότι πρέπει να γίνεται καταρχήν διάκριση μεταξύ της διαδικασίας της αίτησης (17) και της διαδικασίας της πληρωμής, χωρίς όμως να μπορεί να συναχθεί άμεσα από ποιο έγγραφο πρέπει να προκύπτει η ζητηθείσα επιστροφή.
51. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο και πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 θα μπορούσε όμως να συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η αναγραφή ψευδών στοιχείων στη διασάφηση εξαγωγής επισύρει την επιβολή κύρωσης κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1.
52. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, προβλέπει ότι, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επισημάνει ο ίδιος την παρατυπία, δεν επιβάλλεται, κατ’ εξαίρεση, κύρωση. Η εξαίρεση αυτή πάντως εφαρμόζεται μόνο αν οι αρχές δεν έχουν ήδη διαπιστώσει οι ίδιες ότι το ποσό που ζητήθηκε ήταν εσφαλμένο. Αφού οι αρχές διενεργούν έλεγχο των εμπορευμάτων μετά τη διασάφηση εξαγωγής αλλά πριν από την αίτηση πληρωμής, η διάταξη αυτή δεν θα είχε νόημα, αν κρίσιμη σημασία για την επιβολή της κύρωσης είχε η μεταγενέστερη αίτηση πληρωμής. Η απόφαση του Δικαστηρίου ότι δεν επιτρέπεται η διόρθωση των στοιχείων της διασάφησης εξαγωγής, όταν η αίτηση για διόρθωση υποβάλλεται αφού η τελωνειακή υπηρεσία πληροφορήσει τον διασαφηστή ότι έχει την πρόθεση να εξετάσει τα εμπορεύματα ή αφού διαπιστώσει την ανακρίβεια των συγκεκριμένων ενδείξεων (18), μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επισημάνει ο ίδιος την παρατυπία (19).
53. Ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, προβλέπει την αίτηση πληρωμής ως προϋπόθεση για την επιβολή κύρωσης κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη προβλέπει την επιβολή κύρωσης ακόμη και στην περίπτωση που δεν πραγματοποιείται εξαγωγή και η ζητηθείσα επιστροφή είναι εσφαλμένη. Επομένως, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι η αίτηση πληρωμής οπωσδήποτε δεν είναι προϋπόθεση για την επιβολή της κύρωσης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί καν να υποβληθεί αίτηση πληρωμής.
54. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση στην υπόθεση 55/74 (20) δεν φαίνεται να είναι χρήσιμη εν προκειμένω. Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η υποβολή στην αρμόδια εθνική αρχή του εντύπου ελέγχου το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2315/69 της Επιτροπής (21) και στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1041/67 της Επιτροπής (22), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2586/69 της Επιτροπής (23), μπορεί να ισχύσει ως αίτηση για τη χορήγηση επιστροφής. Ο κανονισμός 1041/67 δεν πρόβλεπε πάντως ούτε καμία προϋπόθεση για αίτηση πληρωμής αντίστοιχη με το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 ούτε καμία εξουσιοδότηση προς τα κράτη μέλη, αντίστοιχη με την εξουσιοδότηση που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, σχετικά με την κατάρτιση ειδικών εντύπων. Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εν προκειμένω.
55. Το συμπέρασμα επομένως είναι ότι, ακόμη και από την άποψη του όλου συστήματος της ρυθμίσεως, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει διάκριση μεταξύ της διαδικασίας της αίτησης για χορήγηση επιστροφής και της διαδικασίας της πληρωμής της επιστροφής, πράγμα που σημαίνει ότι η ζητηθείσα επιστροφή, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, δεν μπορεί να προσδιορίζεται για πρώτη φορά με βάση την αίτηση πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
Γ – Τελολογική ερμηνεία
1. Ισχυρισμοί των μετεχόντων στη διαδικασία
56. Η Käserei Champignon, η οποία είχε υποστηρίξει στην υπόθεση C-210/00 την άποψη ότι η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, έχει πoινικό χαρακτήρα, επισημαίνει εδώ ότι η κύρωση αυτή, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση εκείνη (24), αποτελεί εννοιολογικά ένα αρνητικό ποσό επιστροφής και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα. Η Käserei Champignon ισχυρίζεται όμως εν προκειμένω ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί οπωσδήποτε κανένα «αφηρημένο έγκλημα διακινδυνεύσεως» και συνεπώς η αφηρημένη και μόνο διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας δεν μπορεί να έχει καμία σημασία από την άποψη του δικαίου περί κυρώσεων. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται ούτε από το περιεχόμενο της τρίτης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού 2945/94. Αντίθετα, μόνο η συγκεκριμένη διακινδύνευση μπορεί να επισύρει την επιβολή κύρωσης, αλλά τέτοια διακινδύνευση δεν μπορεί να δημιουργηθεί κατά τη φάση της υποβολής της διασάφησης εξαγωγής.
57. Επιπλέον, η Käserei Champignon αμφισβητεί ότι θα υπήρχε ο κίνδυνος ματαίωσης της πρόληψης που επιδιώκεται με το άρθρο 11 του κανονισμού 3665/87, αν την αίτηση, υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, συνιστά η αίτηση πληρωμής και όχι η υποβαλλόμενη σε προγενέστερη φάση διασάφηση εξαγωγής.
58. Τέλος, κατά την Käserei Champignon, δεν συντρέχει, αν η κρατούσα νομική κατάσταση εκτιμηθεί ορθά, ούτε ο κίνδυνος να μην εφαρμόζεται ομοιόμορφα μέσα στην Κοινότητα η διάταξη για την επιβολή των κυρώσεων. Συγκεκριμένα, δεν θα εφαρμοζόταν σε διαφορετικά χρονικά σημεία η ρύθμιση περί κυρώσεων, αλλά η αίτηση για χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή θα μπορούσε να υποβάλλεται σε διαφορετικά χρονικά σημεία βάσει της εξουσιοδότησης του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87.
59. Η Επιτροπή τονίζει αντίθετα τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη διάταξη περί κυρώσεων και οι οποίοι συνίστανται, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, στην ενίσχυση της καταπολέμησης των παρατυπιών και της απάτης καθώς και –σύμφωνα με το περιεχόμενο της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης– στην πρόσδοση προληπτικού και αποτρεπτικού αποτελέσματος στην κύρωση, η οποία επιβάλλεται, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη, στην περίπτωση ήδη που τα στοιχεία που έχει δηλώσει ο εξαγωγέας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές.
60. Κατά την άποψη της Επιτροπής και του Hauptzollamt, αν σε κριτήριο ανάγονταν τα στοιχεία που περιέχει η αίτηση πληρωμής κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, το αποτέλεσμα θα ήταν να υποβάλλουν οι εξαγωγείς διασάφηση εξαγωγής με ψευδή στοιχεία και στη συνέχεια, αν δεν γινόταν κανείς έλεγχος, αίτηση πληρωμής με το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να φοβούνται την επιβολή κύρωσης. Αυτό θα εκμηδένιζε το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που πρέπει να έχει η κύρωση σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87.
61. Επιπλέον, η Επιτροπή και το Hauptzollamt εκθέτουν ότι η αναγωγή των στοιχείων της αίτησης πληρωμής σε κριτήριο θα έθιγε σοβαρά τα προληπτικά αποτελέσματα του συστήματος των ελέγχων των εμπορευμάτων, διότι πραγματικός έλεγχος διενεργείται σε μικρό μόνο αριθμό εξαγωγών.
62. Τέλος, κατά της απόψεως ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 11 του κανονισμού 3665/87, κρίσιμα είναι τα στοιχεία που περιέχει η αίτηση πληρωμής πρέπει να αναφερθεί, σύμφωνα με την Επιτροπή και το Hauptzollamt, ότι, αν γίνει δεκτή η άποψη αυτή, η διάταξη περί κυρώσεων θα εφαρμοζόταν στα κράτη μέλη σε διαφορετικά χρονικά σημεία, πράγμα που αντιβαίνει στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87.
2. Εκτίμηση
63. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κυρώσεις που προβλέπουν οι ρυθμίσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής –όπως είναι, στην περίπτωση των ψευδών στοιχείων των αιτήσεων επιστροφών κατά την εξαγωγή, η ρύθμιση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87– αποσκοπούν στην καταπολέμηση των πολυάριθμων παραβάσεων που διαπράττονται στα πλαίσια των ενισχύσεων στη γεωργία και οι οποίες, επιβαρύνοντας πολύ τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, μπορούν να θίξουν τα μέτρα που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα στον εν λόγω τομέα με σκοπό τη σταθεροποίηση των αγορών, τη στήριξη του βιοτικού επιπέδου των γεωργών και τη διασφάλιση λογικών τιμών κατά τις παραδόσεις στους καταναλωτές (25).
64. Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας είναι επίσης ένας από τους ρητά προβλεπόμενους σκοπούς της διάταξης περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, όπως προκύπτει σαφώς από την πρώτη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, με τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη αυτή.
65. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικά με τη φύση της κύρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 και έκρινε ότι η κύρωση αυτή δεν έχει ποινικό χαρακτήρα (26).
66. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη φύση των παραβάσεων για τις οποίες επιβάλλονται οι κυρώσεις, το Δικαστήριο έχει δεχτεί επανειλημμένα ότι «οι κανόνες που είχαν παραβιαστεί αφορούσαν μόνον τους επιχειρηματίες που είχαν επιλέξει, με πλήρη ελευθερία, να υπαχθούν σε σύστημα ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας» (27). Στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέθεσε ότι «στο πλαίσιο κοινοτικού καθεστώτος ενισχύσεων […] η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται κατ’ ανάγκη από την προϋπόθεση να παρέχει ο λήπτης της κάθε εγγύηση εντιμότητας και αξιοπιστίας» και συνήγαγε ότι «η κύρωση που επιβάλλεται σε περίπτωση μη τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών συνιστά ειδικό διοικητικό μέσο». Το μέσο αυτό «προορίζεται να διασφαλίζει την καλή οικονομική διαχείριση των κοινοτικών δημοσίων πόρων (28).
67. Συναφώς το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η κύρωση την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 ενδέχεται να επιβληθεί μόνο στους επιχειρηματίες που έχουν ζητήσει να τους χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή, εφόσον αποδειχθεί ότι τα στοιχεία που παρέσχον προς στήριξη της αιτήσεώς τους είναι εσφαλμένα» (29).
68. Τέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η κύρωση την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 συνίσταται στην πληρωμή ποσού του οποίου το ύψος είναι ανάλογο του ποσού που θα είχε καταβληθεί αχρεωστήτως στον επιχειρηματία, αν δεν είχε εντοπιστεί η παρατυπία από τις αρμόδιες αρχές. Κατά συνέπεια, η κύρωση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του επίδικου εν προκειμένω συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα» (30).
69. Μολονότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί σαφέστατα ότι η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, η Käserei Champignon αποπειράται, ορίζοντας τις προϋποθέσεις της επιβολής της κύρωσης ως συγκεκριμένο έγκλημα διακινδυνεύσεως, να την υπαγάγει σε κάποια από τις κατηγορίες του ποινικού δικαίου. Η επιχειρηματολογία της δεν είναι πειστική, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει ποινικό χαρακτήρα. Εξάλλου, δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσον το κοινοτικό δίκαιο γνωρίζει κάποια ανάλογη κατηγορία.
70. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η κύρωση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 επιβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, λόγω των εσφαλμένων στοιχείων που έχουν παρασχεθεί με σκοπό την υποβολή αίτησης για χορήγηση επιστροφής. Δεν έχει σημασία συναφώς σε ποιο έγγραφο αναγράφονται τα στοιχεία αυτά. Η διαπίστωση αυτή συνάδει εξάλλου προς τον σκοπό της κύρωσης αυτής, όπως εκτίθεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94: σύμφωνα με την αιτιολογική αυτή σκέψη, «πρέπει να ενισχυθεί η καταπολέμηση των παρατυπιών και, ιδίως, της απάτης που επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό· [...], για το σκοπό αυτό, πρέπει να προβλεφθεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών καθώς επίσης και η επιβολή κυρώσεων με τέτοιο τρόπο που να παρακινεί τους εξαγωγείς να τηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό την κοινοτική νομοθεσία». Επιπλέον, η τρίτη αιτιολογική σκέψη τονίζει επίσης τον σκοπό αυτό, καθόσον προβλέπει ότι τα «εσφαλμένα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές εάν το λάθος δεν αποκαλυφθεί· [...] στην περίπτωση που το λάθος αποκαλυφθεί, επιβάλλεται ως κύρωση στον εξαγωγέα η καταβολή ποσού αναλόγου του ποσού που θα είχε αχρεωστήτως εισπράξει αν δεν είχε αποκαλυφθεί το λάθος».
71. Επομένως, ενόψει του σκοπού της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας μέσω της καταπολέμησης της απάτης και των προληπτικών αποτελεσμάτων της κύρωσης, δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνεται κανένα μέτρο μέχρι την επέλευση της ζημίας για τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, αλλά πρέπει να επιβάλλεται κύρωση ήδη για τα εσφαλμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να προξενήσουν ζημία, πράγμα που ανταποκρίνεται επίσης στο γράμμα της προπαρατεθείσας τρίτης αιτιολογικής σκέψης, κατά την οποία πρέπει να επιβάλλεται κύρωση για τα εσφαλμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές.
72. Από τα παραπάνω δεν συνάγεται όμως ότι κρίσιμα στο πλαίσιο της διάταξης περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 είναι μόνο τα στοιχεία που αναγράφονται στη διασάφηση εξαγωγής: το άρθρο 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού επιτρέπει στα κράτη μέλη, εξ αντιδιαστολής, να προβλέπουν ορισμένο έντυπο για την αίτηση επιστροφής το οποίο δεν συμπίπτει με τη διασάφηση εξαγωγής. Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η διασάφηση εξαγωγής πρέπει να θεωρηθεί, κατά το εθνικό δίκαιο, το «έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής».
73. Η διαφοροποιούμενη αυτή λύση δεν αντιβαίνει καταρχήν ούτε στην ανάγκη μέριμνας για ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ούτε στο προληπτικό και αποτρεπτικό αποτέλεσμα της διάταξης περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87.
74. Όσον αφορά το προληπτικό αποτέλεσμα της εν λόγω διάταξης, η Επιτροπή τονίζει μεν ορθά ότι η αναγωγή της αίτησης πληρωμής σε προϋπόθεση θα εκμηδένιζε το προληπτικό αυτό αποτέλεσμα, όταν ο έλεγχος του εμπορεύματος προηγείται της αίτησης πληρωμής. Πράγματι, κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 2221/95 της Επιτροπής (31), σε φυσικό έλεγχο υποβάλλεται περιορισμένος μόνο αριθμός εξαγωγών, με σκοπό να εξακριβωθεί αν η εξαγωγή πραγματοποιήθηκε όντως και νομοτύπως. Αν η μεταγενέστερη αίτηση πληρωμής αναγόταν σε προϋπόθεση της επιβολής της κύρωσης, ο εξαγωγέας θα είχε τη δυνατότητα, σε περίπτωση που ο δειγματοληπτικός έλεγχος οδηγούσε στον εντοπισμό εσφαλμένης διασάφησης εξαγωγής, να αποφύγει τον καθορισμό οποιασδήποτε κύρωσης, εφόσον δεν θα υπέβαλλε καμία αίτηση πληρωμής. Έτσι θα περιοριζόταν αισθητά η αποτελεσματικότητα του συστήματος των φυσικών ελέγχων των εμπορευμάτων, και ιδίως το προληπτικό αποτέλεσμα των ελέγχων αυτών, πράγμα που θα αντέβαινε επίσης στην πρακτική αποτελεσματικότητα της διάταξης περί κυρώσεων.
75. Όσον αφορά το αποτρεπτικό αποτέλεσμα, η Επιτροπή ισχυρίζεται, επίσης ορθά, ότι, αν το κύριο κριτήριο ήταν τα στοιχεία της αίτησης πληρωμής, ο εξαγωγέας θα μπορούσε να υποβάλει διασάφηση εξαγωγής με εσφαλμένα στοιχεία και, αν τα στοιχεία αυτά δεν επαληθεύονταν στη συνέχεια επ’ ευκαιρία δειγματοληπτικού ελέγχου, την ανάλογη αίτηση πληρωμής, χωρίς να φοβάται το ενδεχόμενο να του επιβληθεί καμία κύρωση. Αυτό θα έθιγε αναμφίβολα το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της διάταξης περί κυρώσεων.
76. Το γεγονός ότι η αίτηση πληρωμής δεν είναι κρίσιμη σε σχέση με τη διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 δεν πρέπει όμως να οδηγεί αναπόφευκτα στην κατά σύστημα επιβολή κύρωσης όποτε η διασάφηση εξαγωγής περιέχει σφάλματα. Ο έντιμος εξαγωγέας πρέπει να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να διορθώνει εκ των υστέρων τα αρχικά στοιχεία της διασάφησης εξαγωγής (32), εφόσον η διόρθωση πραγματοποιείται εκούσια και έγκαιρα, δηλαδή όχι κάτω από την πίεση έρευνας ή –μελλοντικού έστω– ελέγχου των τελωνειακών αρχών (33) (34).
77. Όσον αφορά την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, θα ήθελα να τονίσω ότι, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, με τον οποίο προβλέφθηκε η κύρωση, «το εν λόγω μέτρο […] πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη», πράγμα που οπωσδήποτε αποκλείει τη δυνατότητα να καθορίζονται διαφορετικές χρονικά προϋποθέσεις για την επιβολή της κύρωσης, ανάλογα με το κράτος μέλος. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν είναι βάσιμο να προσδίδεται κρίσιμη σημασία στα διάφορα έντυπα –ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τη διασάφηση εξαγωγής ή για την αίτηση πληρωμής– διότι τα έντυπα αυτά ενδέχεται να διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αν ληφθούν υπόψη η αρμοδιότητα των κρατών μελών για την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και η ευχέρεια που τους παρέχει συναφώς ο κανονισμός 3665/87. Στο σημείο αυτό αρκεί επομένως η διαπίστωση ότι κρίσιμη σημασία έχουν μόνο τα στοιχεία του εξαγωγέα –ανεξάρτητα από τα έντυπα που πρέπει ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις εθνικές εκτελεστικές διατάξεις και που ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με το αν και το πώς έχει γίνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπει ο κανονισμός 3665/87.
78. Επομένως, επί του παρόντος το συμπέρασμα είναι ότι, αν ληφθούν υπόψη το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 και η ratio legis του κανονισμού 2945/94, η ύπαρξη εσφαλμένων στοιχείων στο έγγραφο που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση επιστροφής επισύρει την επιβολή της προβλεπόμενης κύρωσης, εκτός αν γίνει εκούσια και έγκαιρη διόρθωση των στοιχείων αυτών.
Δ – Αρχή της αναλογικότητας
1. Ισχυρισμοί των μετεχόντων στη διαδικασία
79. Η Käserei Champignon ισχυρίζεται ότι η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 είναι δυσανάλογη στην περίπτωση που η διασάφηση εξαγωγής θεωρηθεί ως η κρίσιμη αίτηση υπό την έννοια της διάταξης αυτής. Αν στην εν λόγω διάταξη προσδοθεί η ερμηνεία αυτή, η κύρωση δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία της, διότι μόνο ο ενδιαφερόμενος για την επιστροφή μπορεί να θίξει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας. Ούτε άλλωστε είναι αναγκαία, διότι η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση που υπάρχουν σφάλματα στην αίτηση για τη χορήγηση επιστροφής είναι αρκούντως αποτρεπτική. Η κύρωση δεν είναι ούτε εύλογη, διότι, αν θεωρηθεί κρίσιμη η διασάφηση εξαγωγής, τότε η προπαρασκευαστική πράξη και η υπό ποινική έννοια διαπραχθείσα πράξη θα τιμωρούνταν με την ίδια αυστηρότητα, πράγμα που προσκρούει στην αντίληψη περί κράτους δικαίου που επικρατεί στα κράτη μέλη. Αμφιβολίες σχετικά με την αναλογικότητα εκφράζει και το Bundesfinanzhof.
2. Εκτίμηση
80. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, τα μέσα που προβλέπει μια κοινοτική διάταξη πρέπει να προσφέρονται για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (35).
81. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Käserei Champignon I, έχει ήδη αποφανθεί ότι η κύρωση την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως απρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την κοινοτική ρύθμιση ούτε ως βαίνουσα πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρου (36).
82. Παρά τη γενική αυτή διαπίστωση, οι αμφιβολίες της Käserei Champignon και του Bundesfinanzhof σχετικά με την αναλογικότητα της κύρωσης του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 αφορούν προφανώς το ερμηνευτικό αποτέλεσμα ότι η επιβολή κύρωσης θα επιτρεπόταν ακόμη και στην περίπτωση που ο εξαγωγέας έχει διορθώσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τα εσφαλμένα αρχικά στοιχεία.
83. Συναφώς πρέπει να γίνει δεκτό, σε σχέση μάλιστα με την κύρια δίκη, ότι η καταρχήν δυνατότητα επιβολής κύρωσης στον εξαγωγέα που παρέχει ανυπαιτίως ψευδή στοιχεία κατά την υποβολή της αίτησης για επιστροφή προκύπτει από το γεγονός ότι η σχετική διάταξη περί κυρώσεων δεν συναρτάται προς υπαιτιότητα. Το γεγονός αυτό ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο στην απόφαση Käserei Champignon I. Επομένως, δεν έχει εδώ σημασία για ποιο λόγο δεν έγινε έγκαιρη διόρθωση των εσφαλμένων αρχικών στοιχείων (37).
84. Αν, όσον αφορά την επιβολή κύρωσης κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, κρίσιμα θεωρηθούν τα στοιχεία που περιέχει το έγγραφο που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση επιστροφής –με την επιφύλαξη των ενδεχόμενων μεταγενέστερων διορθώσεων των στοιχείων αυτών, εφόσον οι διορθώσεις γίνονται εκούσια και έγκαιρα– τότε εξυπηρετείται ο σκοπός της καταπολέμησης των παρατυπιών και της απάτης. Από το επιδιωκόμενο προληπτικό και αποτρεπτικό αποτέλεσμα της κύρωσης προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αποδίδει μεγάλη σημασία στην ορθότητα των στοιχείων αυτών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει επίσης να θεωρηθούν κρίσιμα, προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί της ρύθμισης περί κυρώσεων. Συγκεκριμένα, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Käserei Champignon, η δυνατότητα και μόνο επιβολής κυρώσεων για τα εσφαλμένα στοιχεία στην αίτηση πληρωμής δεν έχει αρκούντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα (38).
85. Επιπλέον, θα ήθελα να υπενθυμίσω την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, κατά την οποία η κτηθείσα πείρα σχετικά με τις παρατυπίες και τις απάτες που έχουν ήδη διαπιστωθεί ως προς τις επιστροφές κατά την εξαγωγή δείχνουν ότι οι άλλες κυρώσεις και η απόδοση της επιστροφής και μόνο δεν αρκούν για να υπάρχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα και να παροτρύνονται οι εξαγωγείς να φροντίζουν για την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας (39).
86. Τέλος, η επιβολή της κύρωσης του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 με γνώμονα τα στοιχεία που περιέχει το έγγραφο που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση επιστροφής δεν είναι δυσανάλογη ούτε σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, καθόσον δεν εμποδίζει τη διόρθωση των στοιχείων αυτών, αν η διόρθωση αυτή πραγματοποιείται εκούσια και έγκαιρα.
87. Η Käserei Champignon, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η κατά την άποψή της εξομοίωση της προπαρασκευαστικής πράξης με την ήδη τελεσθείσα προσκρούει στην αντίληψη περί κράτους δικαίου που επικρατεί στα κράτη μέλη, ξεχνά ότι η επίμαχη διάταξη περί κυρώσεων δεν έχει ποινικό χαρακτήρα.
88. Αν όμως η διάταξη περί κυρώσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 αποδειχθεί στην πράξη υπερβολικά αυστηρή για τον λόγο ότι ο εξαγωγέας δεν μπορεί να υπολογίσει τον κίνδυνο να του επιβληθεί κύρωση, δεν είναι δυνατόν, ενόψει των σαφών –και άξιων προστασίας– σκοπών της οικείας ρύθμισης, της οποίας το κύρος δεν αμφισβητείται (πλέον), να θεωρηθεί ότι είναι έργο του Δικαστηρίου να θεραπεύει τέτοιες καταστάσεις. Ο κοινοτικός νομοθέτης είναι μάλλον αυτός που ενδεχομένως καλείται να δώσει τη λύση, έχοντας σταθμίσει όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα.
VI – Πρόταση
89. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που υπέβαλε το γερμανικό Bundesfinanzhof:
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94, έχει την έννοια –λαμβανομένης επίσης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας– ότι η αναγραφή ανακριβών στοιχείων για ορισμένες κλάσεις εμπορευμάτων στο έγγραφο που χρησιμοποιείται, σύμφωνα με τις εθνικές εκτελεστικές διατάξεις, για τη χορήγηση επιστροφής, στοιχείων λόγω των οποίων μπορεί να καταβληθεί τελικά μεγαλύτερη επιστροφή κατά την εξαγωγή από αυτή που δικαιούται ο εξαγωγέας, οδηγεί σε μείωση της επιστροφής κατά το ποσό της κύρωσης που ορίζεται στο άρθρο αυτό,
– ακόμη και αν στην ειδική αίτηση πληρωμής, η οποία υποβάλλεται υποχρεωτικά κατά το εθνικό δίκαιο, διευκρινίζεται ρητά ότι για τις οικείες κλάσεις εμπορευμάτων του σχετικού εγγράφου δεν ζητείται η πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή,
– και εφόσον ότι η διευκρίνιση αυτή παρασχέθηκε μετά την αναγγελία ή τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/94 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1994, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 191, σ. 5), καθώς και με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα όσον αφορά την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και τις κυρώσεις (ΕΕ L 310, σ. 57) (στο εξής: κανονισμός 3665/87).
3 – Υπόθεση Käserei Champignon Hofmeister (Συλλογή 2002, σ. I‑6453, στο εξής: απόφαση Käserei Champignon I).
4 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 52.
5 – Βλ. παραπάνω το σημείο 3.
6 – BGBl. I 1996, σ. 766.
7 – Βλ. συναφώς το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 3665/87.
8 – Αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, 283/81, Cilfit (Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 18), της 14ης Δεκεμβρίου 1988, 291/87, Huber (Συλλογή 1988, σ. 6449, σκέψη 11), και της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-236/97, Codan (Συλλογή 1998, σ. I‑8679, σκέψη 25).
9 – Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1969, 29/69, Stauder (Συλλογή τόμος 1969-1971, 147, σκέψη 3), της 12ης Ιουλίου 1979, 9/79, Koschniske (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 321, σκέψεις 6 και7), και της 7ης Ιουλίου 1988, 55/87, Moksel (Συλλογή 1988, σ. 3845, σκέψη 15).
10 – Η διευκρίνιση αυτή προκύπτει από το ότι η εν λόγω διάταξη αφορά την «περίπτωση που το έγγραφο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι η διασάφηση εξαγωγής».
11 – «[…] la déclaration d’exportation dans laquelle il est indiqué qu’une restitution sera demandée» (η υπογράμμιση δική μου).
12 – Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11, στο εξής: κανονισμός 800/1999).
13 – Συλλογή τόμος 1975, σ. 1.
14 – «Εξαγωγές προς τρίτες χώρες».
15 – «Δικαίωμα επιστροφής».
16 – «Διαδικασία πληρωμής της επιστροφής».
17 – Με την έννοια της αίτησης για χορήγηση επιστροφής ή της πράξης δεσμευτικής αναγραφής της ζητούμενης επιστροφής.
18 – Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-371/92, Ελληνικά Δημητριακά ΑΕ (Συλλογή 1994, σ. I‑2391, σκέψη 32).
19 – Σχετικά με την ασαφή χρήση της έννοιας «αίτηση πληρωμής» στο άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, βλ. παραπάνω το σημείο 36.
20 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
21 – Κανονισμός της 19ης Νοεμβρίου 1969, για τη χρήση των κοινοτικών εγγράφων διαμετακόμισης με σκοπό την εφαρμογή των κοινοτικών μέτρων επιτήρησης της χρήσης ή του προορισμού των εμπορευμάτων (ABl. L 295, σ. 14).
22 – Κανονισμός της 21ης Δεκεμβρίου 1967, σχετικά με τις εκτελεστικές διατάξεις για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή των προϊόντων που υπόκεινται σε σύστημα κοινών τιμών (ABl. L 314, σ. 9) (στο εξής: κανονισμός 1041/67).
23 – Κανονισμός της 22ας Δεκεμβρίου 1969, για τροποποίηση του κανονισμού 1041/67 σχετικά με τις εκτελεστικές διατάξεις για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή των προϊόντων που υπόκεινται σε σύστημα κοινών τιμών (ABl. L 322, σ. 27).
24 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 (σκέψεις 35 επ.).
25 – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑5383, σκέψη 19), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Käserei Champignon I, σκέψη 38.
26 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Käserei Champignon I, σκέψη 44.
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Käserei Champignon I, στις σκέψεις 32 και 33 της οποίας γίνεται παραπομπή στην απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 13), και στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25 απόφαση C-240/90, σκέψη 26.
28 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Käserei Champignon I, σκέψη 41.
29 – Όπ. π., σκέψη 42.
30 – Όπ. π., σκέψη 43.
31 – Κανονισμός (ΕΚ) 2221/95 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 1995, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 386/90 όσον αφορά τον φυσικό έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής (ΕΕ L 224, σ. 13).
32 – Συναφώς βλ. επίσης το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1):
«Κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή, του επιτρέπεται να διορθώσει ένα ή περισσότερα στοιχεία της διασάφησης μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές. Η διόρθωση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αφορά η διασάφηση εμπορεύματα άλλα από εκείνα τα οποία αφορούσε αρχικά.
Ωστόσο, δεν επιτρέπεται να γίνει καμία διόρθωση όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές:
α) είτε έχουν πληροφορήσει τον διασαφιστή ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα,
β) είτε έχουν διαπιστώσει ανακρίβεια των εν λόγω στοιχείων,
γ) είτε έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων.»
33 – Συναφώς βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση.
34 – Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει αν η Käserei Champignon πραγματοποίησε τις διορθώσεις στην κύρια δίκη «εκούσια και έγκαιρα». Κατά την προφορική διαδικασία το Hauptzollamt υποστήριξε ότι οι διορθώσεις έγιναν μετά τη διεξαγωγή φυσικού ελέγχου των εμπορευμάτων.
35 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27 απόφαση 137/85 (σκέψη 15), και απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-339/92, ADM Ölmühlen (Συλλογή 1993, I‑6473, σκέψη 15).
36 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση, σκέψη 68.
37 – Η Käserei Champignon ισχυρίζεται συναφώς ότι δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει την ανακρίβεια των στοιχείων που είχε παράσχει αρχικά, διότι αυτό προϋπέθετε εργαστηριακές εξετάσεις.
38 – Βλ. παραπάνω τα σημεία 74 και 75.
39 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Käserei Champignon I, σκέψη 66.
Full & Egal Universal Law Academy