ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 3ης Φεβρουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-409/03
Société d'Exportation des Produits Agricoles SA (SEPA)
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Επιστροφές κατά την εξαγωγή– Κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 – Άρθρο 13 – Έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας – Κρέας προερχόμενο από ζώα που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής – Κρέας κατάλληλο προς βρώση – Κρέας που επιτρέπεται να διατεθεί προς βρώση εντός της Κοινότητας μόνο στην τοπική αγορά – Αρχή της ασφάλειας δικαίου»
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία της έννοιας «ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη» του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (2).
2. Το Δικαστήριό σας καλείται να αποφανθεί αν το βόειο κρέας που προέρχεται από ζώα που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής υπό την έννοια της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ (3) και το οποίο κρίθηκε κατάλληλο προς βρώση μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και παρέχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή, όταν, εντός της Κοινότητας, επιτρέπεται να διατεθεί στο εμπόριο μόνο «στην τοπική αγορά». Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω προϊόν είναι μέσης ποιότητας.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος
3. Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ), για το βόειο κρέας, όπως και για πολλά άλλα γεωργικά προϊόντα, έχει προβλεφθεί κοινή οργάνωση αγοράς επιδιώκουσα κυρίως την επίτευξη των στόχων του άρθρου 33 ΕΚ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, τη σταθεροποίηση της αγοράς του προϊόντος αυτού και την εξασφάλιση ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τον ενδιαφερόμενο γεωργικό πληθυσμό. Για τον σκοπό αυτό, θεσπίστηκε ενιαίο καθεστώς εμπορίας βοείου κρέατος με τις τρίτες χώρες, που περιλαμβάνει, ιδίως, επιστροφές κατά την εξαγωγή.
4. Αυτές οι επιστροφές κατά την εξαγωγή έχουν ως σκοπό να καλύψουν τη διαφορά μεταξύ των τιμών του βοείου κρέατος στην παγκόσμια αγορά και των υψηλότερων τιμών του προϊόντος αυτού στην Κοινότητα (4). Χρηματοδοτούνται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ειδικότερα δε από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ). Το ποσό της επιστροφής είναι ίσο, για το ίδιο προϊόν, για όλους τους παραγωγούς της Κοινότητας, αλλά μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τους τόπους προορισμού (5). Οι εν λόγω επιστροφές έχουν επίσης ως αντικείμενο την εξασφάλιση της συμμετοχής της Κοινότητας στο διεθνές εμπόριο του βοείου κρέατος (6).
2. Οι κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή
5. Οι κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα ρυθμίζονται από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ρύθμιση αυτή τροποποιήθηκε συχνά. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης είχε εφαρμογή ο κανονισμός 3665/87.
6. Σύμφωνα με την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87, για να χορηγηθούν οι επιστροφές βάσει του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή, «πρέπει τα προϊόντα να είναι τέτοιας ποιότητας ώστε να μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο υπό κανονικές συνθήκες».
7. Το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως ερμηνείας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ορίζει:
«Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται προς βρώση, όταν η χρησιμοποίησή τους γι’ αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.»
8. Σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ο κανονισμός 3665/87 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 (7), στον οποίο αναφέρονται το αιτούν δικαστήριο και οι διάδικοι. Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999 έχει ως εξής:
«Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής.
Τα προϊόντα πληρούν την απαίτηση του πρώτου εδαφίου, εφόσον μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο στην Κοινότητα υπό κανονικές συνθήκες και με την ονομασία που εμφαίνεται στην αίτηση χορήγησης της επιστροφής και εφόσον τα προϊόντα αυτά προορίζονται προς βρώση και η χρησιμοποίησή τους για τον σκοπό αυτό δεν αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών τους ή της κατάστασής τους.
Η συμφωνία των προϊόντων με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να εξετάζεται με βάση τις ισχύουσες προδιαγραφές ή συνήθεις μεθόδους στα πλαίσια της Κοινότητας […]».
9. Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999 θέτει σε εφαρμογή τον στόχο της 28ης αιτιολογικής του σκέψεως, σύμφωνα με την οποία «τα προϊόντα πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας ώστε να μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο υπό κανονικές συνθήκες στο έδαφος της Κοινότητας».
10. Ως τροποποίηση της κοινοτικής έννομης τάξεως που επήλθε μετά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, αλλά μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, επισημαίνω επίσης τον κανονισμό (ΕΚ) 450/2000 (8), που αφορά ειδικά τις επιστροφές κατά την εξαγωγή βοείου κρέατος. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού αναφέρει ότι «είναι σκόπιµο η χορήγηση της επιστροφής να αφορά µόνον τα προϊόντα που µπορούν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας» και στο άρθρο 1 ορίζεται ότι τα προϊόντα που παρέχουν δικαίωμα επιστροφής πρέπει να φέρουν το υγειονομικό σήμα που προβλέπεται στο παράρτημα I, κεφάλαιο XI, της οδηγίας 64/433.
3. Τα εφαρμοστέα επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου βοείου κρέατος υγειονομικά μέτρα
11. Για την καθιέρωση ενιαίας εντός της Κοινότητας αγοράς κρεάτων ορισμένων ειδών ζώων, ιδίως των βοείων, η Κοινότητα προέβη στην ενιαία ρύθμιση των υγειονομικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται στα σφαγεία και στα εργαστήρια τεμαχισμού καθώς και στον τομέα της αποθήκευσης και της μεταφοράς του κρέατος.
12. Οι σχετικές διατάξεις για την υπόθεση της κύριας δίκης είναι οι διατάξεις της οδηγίας 64/433. Η έννοια της «ειδικής επείγουσας σφαγής» ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο ιδ΄, της εν λόγω οδηγίας ως «σφαγή με εντολή κτηνιάτρου κατόπιν ατυχήματος ή λόγω σοβαρών σωματικών και λειτουργικών διαταραχών». Η διάταξη αυτή διευκρινίζει εξάλλου ότι η ειδική επείγουσα σφαγή γίνεται εκτός σφαγείου εάν ο κτηνίατρος κρίνει ότι η μεταφορά του ζώου είναι αδύνατη ή θα το κάνει να υποφέρει άσκοπα.
13. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 64/433, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το κρέας που προέρχεται από ζώα που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής να επιτρέπεται να διατεθεί προς βρώση μόνο στην «τοπική αγορά» και μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής. Απαιτείται, ιδίως, αφού το ζώο σφαγεί, αφαιμαχθεί και, ενδεχομένως, εκσπλαχνισθεί επιτόπου, παρουσία κτηνιάτρου, να μεταφερθεί προς εγκεκριμένο σφαγείο συνοδευόμενο από βεβαίωση του κτηνιάτρου που διέταξε τη σφαγή η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες εφαρμογής που έχουν καθοριστεί σε κοινοτικό επίπεδο. Το σφάγιο πρέπει, στη συνέχεια, να επιθεωρηθεί μετά τη σφαγή από επίσημο κτηνίατρο με τους όρους της οδηγίας 64/433 και η επιθεώρηση να συμπληρωθεί, ενδεχομένως, με βακτηριολογική εξέταση, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως, εν όλω ή εν μέρει, κατάλληλο προς βρώση. Δεν δίδεται ορισμός της έννοιας της «τοπικής αγοράς».
14. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, της οδηγίας 64/433 προβλέπει ότι τα κρέατα πρέπει να φέρουν την εθνική σφραγίδα η οποία δεν μπορεί να συγχέεται με την κοινοτική σφραγίδα.
Β – Η εθνική νομοθεσία
15. Το άρθρο 13 του Fleischhygienegesetz (γερμανικού νόμου περί της υγιεινής των κρεάτων) (9) προβλέπει ότι τα ζώα που πρόκειται να σφαγούν για ειδικό λόγο ή διότι εκκρίνουν παθογόνους παράγοντες πρέπει να σφαγούν σε ειδικά σφαγεία, τα λεγόμενα «απομονωμένα σφαγεία», και ότι το κρέας που προέρχεται από ζώα που εσφάγησαν κατά τον τρόπο αυτό μπορεί να διατίθεται στην αγορά ως τρόφιμο μόνο μέσω ειδικώς εγκεκριμένων προς τούτο και επιτηρουμένων από την αρμόδια αρχή τόπων παραδόσεως των προαναφερομένων σφαγείων. Τα κρέατα αυτά πρέπει να είναι ειδικώς αναγνωρίσιμα.
16. Το Fleischhygieneverordnung (γερμανικός κανονισμός περί της υγιεινής των κρεάτων) (10), που καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του προαναφερθέντος νόμου, ορίζει ότι τα κρέατα που προέρχονται από απομονωμένα σφαγεία μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο μόνον αν προέρχονται από ζώο που αποτέλεσε αντικείμενο υγειονομικής επιθεωρήσεως και κρίθηκε κατάλληλο προς βρώση. Προβλέπει επίσης ότι τα κρέατα μπορούν να πωληθούν μόνο σε τελικούς καταναλωτές.
17. Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 64/433.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης
18. Τον Νοέμβριο του 1997, η Εταιρία Εξαγωγής Αγροτικών Προϊόντων (11) υπέβαλε προς την αρμόδια γερμανική διοικητική αρχή διασάφηση εξαγωγής για 222 κιβώτια κατεψυγμένου βoείoυ κρέατoς προερχόμενου από σφαγή σε «απoμoνωμένo σφαγείo». Τo κρέας που εξήγαγε έτσι η SEPA κρίθηκε κατάλληλo πρoς βρώση από τoν αρμόδιo κτηνίατρo.
19. Η αρμόδια διοικητική αρχή και στη συνέχεια, κατόπιν προσφυγής, το Finanzgericht (Γερμανία) έκριναν ότι η SEPA δεν μπορούσε να λάβει επιστροφές κατά την εξαγωγή για το κρέας αυτό για τον λόγο ότι η ποιότητά του δεν ήταν σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη υπό την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87. Οι αρχές αυτές στήριξαν την κρίση τους αυτή στο ότι, δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, το κρέας αυτό δεν μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο σε ολόκληρη την Κοινότητα αλλά μόνο στη Γερμανία και με πολλούς περιορισμούς.
20. Η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Finanzgericht ενώπιον του Bundesfinanzhof (Γερμανία).
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Με την απόφασή του περί παραπομπής, το Bundesfinanzhof υπενθυμίζει, πρώτον, ότι όλα τα προϊόντα που προορίζονται προς βρώση πρέπει να είναι όχι μόνον καλής πoιότητας, αλλά και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας συνεπάγεται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (12) και σύμφωνα με τη διατύπωση της ένατης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 3665/87 και του άρθρου 21 του κανονισμού 800/1999, ότι το εν λόγω προϊόν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο επί του κοινοτικού εδάφους υπό κανονικές συνθήκες και σύμφωνα με την περιγραφή που υπάρχει στην αίτηση χορηγήσεως επιστροφής. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει στη συνέχεια ότι αντιμετωπίζει τα εξής δύο ερωτήματα.
22. Πρώτον, αμφιβάλλει αν η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο ειδικών περιορισμών, όπως μέτρων ελέγχου ή περιορισμού ως προς την πώληση προς ορισμένα δίκτυα διανομής.
23. Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και της γερμανικής νομοθεσίας περί των κρεάτων που προέρχονται από σφαγή που διενεργήθηκε για ειδικούς λόγους δεν έχουν σκοπό να απαγορεύσουν τη διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω κρεάτων, οπότε δεν υπάρχει απαγόρευση εξαγωγής τους όταν χαρακτηρίζονται ως κατάλληλα προς βρώση. Η απαγόρευση αυτή δεν προκύπτει ούτε από το άρθρο 6 της οδηγίας 64/433, που προβλέπει ότι τα κρέατα ζώων που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής διατίθενται προς βρώση μόνο στην τοπική αγορά και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο αυτό. Συγκεκριμένα, η εν λόγω οδηγία δεν επιδιώκει να ρυθμίσει το εξωτερικό εμπόριο της Κοινότητας και δεν παρέχει καμία βάση για να καλύπτει και τις τρίτες χώρες ο περιορισμός της διαθέσεως στο εμπόριο που προβλέπεται στο κοινοτικό πλαίσιο.
24. Ο αποκλεισμός των εν λόγω κρεάτων, που είναι κατάλληλα προς βρώση, από τα προϊόντα που παρέχουν δικαίωμα χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας εξαρτάται από τη δυνατότητα διαθέσεως στο εμπόριο των εν λόγω εμπορευμάτων. Επίσης, ο αποκλεισμός αυτός είναι αντίθετος με τα συμφέροντα της Κοινότητας, διότι τα κρέατα αυτά μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο σε τμήμα της κοινοτικής αγοράς.
25. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει αν η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας απαιτεί μια μέση ποιότητα και αποκλείει τα προϊόντα κατώτερης ποιότητας τα οποία, όμως, μπορούν να πωληθούν με την ονομασία που εμφαίνεται στην αίτηση χορήγησης της επιστροφής. Υπενθυμίζει, συναφώς, ότι η νομοθετική ρύθμιση σε θέματα επιστροφών κατά την εξαγωγή καθορίζει κατ’ αρχήν ενιαίους συντελεστές επιστροφών χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα του εμπορεύματος. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, εν τούτοις, ότι το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, δεν χαρακτήρισε ως έχον ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη εμπόρευμα που είχε κρυμμένο ελάττωμα χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι το εμπόρευμα αυτό δεν μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο εξαιτίας του ελαττώματος αυτού.
26. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαιτεί το άρθρο 13 του κανονισμού [3665/87], με την έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, η παραγωγή και η διανομή των υποκειμένων σε αυτόν προϊόντων να υπόκεινται αποκλειστικώς σε έννομες ρυθμίσεις γενικής εφαρμογής, όπως αυτές ισχύουν για κάθε προϊόν αυτής της κατηγορίας, αποκλείει δε, κατά συνέπεια, τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή για προϊόντα επί των οποίων έχουν εφαρμογή ειδικοί περιορισμοί, ιδίως ως προς την παραγωγή, την επεξεργασία ή τη διανομή τους, όπως είναι, επί παραδείγματι, η εντολή διενέργειας ειδικού ελέγχου της καταλληλότητας προς βρώση ή ο περιορισμός να διανέμεται το προϊόν με ορισμένους μόνον τρόπους;
2) Απαιτεί το άρθρο 13 του κανονισμού [3665/87], με την έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, μέση ποιότητα του προς εξαγωγή εμπορεύματος, αποκλείει δε, ως εκ τούτου, από τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή τα προϊόντα υποδεέστερης ποιότητας, τα οποία όμως μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο με την ονομασία που εμφαίνεται στην αίτηση χορηγήσεως της επιστροφής; Συμβαίνει τούτο ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η υποδεέστερη ποιότητα δεν άσκησε επιρροή επί της εκτελέσεως της εμπορικής συναλλαγής;»
IV – Εκτίμηση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
27. Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κρέας κατάλληλο προς βρώση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έχον ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και παρέχον δικαίωμα λήψεως επιστροφών κατά την εξαγωγή όταν η διάθεσή του στο εμπόριο προς βρώση εντός της Κοινότητας περιορίζεται στην τοπική αγορά διότι προέρχεται από ζώο που αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής υπό την έννοια της οδηγίας 64/433.
28. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το κρέας αυτό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας διότι επιτρέπεται να διατεθεί προς βρώση στην Κοινότητα μόνο στην τοπική αγορά και με ειδική σήμανση στην οποία εμφαίνεται η προέλευσή του. Εκθέτει ότι ο περιορισμός αυτός δεν επιβάλλεται προς τήρηση του ελάχιστου επιπέδου υγιεινής. Κατά την Επιτροπή, ο περιορισμός αυτός επιβάλλεται λόγω της πιθανής ευπάθειας του κρέατος αυτού, το οποίο, εξαιτίας των περιστάσεων υπό τις οποίες παρήχθη, είναι πλέον δυνητικά ευάλωτο. Ο κοινοτικός νομοθέτης περιόρισε τη διανομή στην τοπική αγορά για λόγους προφύλαξης, προκειμένου να αποτραπεί η μεταφορά του κρέατος αυτού σε μεγάλες αποστάσεις και η κατανάλωσή του μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, αν και το άρθρο 6 της οδηγίας 64/433, που αφορά αποκλειστικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν απαγορεύει την εξαγωγή του κρέατος αυτού, θα ήταν οπωσδήποτε παράδοξο να ευνοεί, με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή, την πώλησή του σε τρίτες χώρες.
29. Η Επιτροπή υποστηρίζει έτσι ότι το κρέας αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διατίθεται στην αγορά υπό «κανονικές συνθήκες», κατά την έννοια της ένατης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 3665/87, που επαναλαμβάνει το σκεπτικό της προπαρατεθείσας αποφάσεως Muras. Αναφέρει, συναφώς, ότι το άρθρο 21 του κανονισμού 800/1999 επαναλαμβάνει απλώς τη νομολογία αυτή, χωρίς να μεταβάλει τους όρους που απαιτούνται για τη χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
30. Αν και δεν τίθεται τέτοιο ερώτημα από το αιτούν δικαστήριο, η Επιτροπή θεωρεί, επιπλέον, ότι το κρέας που προέρχεται από ζώα που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής δεν πληροί ούτε τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να αποκλείεται ή να μειώνεται αισθητά η χρησιμοποίηση του εν λόγω προϊόντος, όταν αυτό προορίζεται προς βρώση. Εκθέτει ότι ο περιορισμός πωλήσεως του εν λόγω κρέατος στην τοπική αγορά και η ειδική σήμανσή του περιορίζουν σημαντικά τη χρησιμοποίησή του προς βρώση.
31. Το Hauptzollamt Hamburg-Jonas συντάσσεται με την Επιτροπή στο θέμα αυτό και υποστηρίζει, εξάλλου, ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 επιδιώκει, επίσης, τη μείωση των πλεονασμάτων βοείου κρέατος στην κοινοτική αγορά. Δεν πρέπει, επομένως, κατ’ αυτό, να χορηγούνται επιστροφές κατά την εξαγωγή για κρέας που μπορεί να πωληθεί μόνο στην τοπική αγορά.
32. Μολονότι φαίνεται ελκυστική η θέση που υποστηρίζει η Επιτροπή και το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, δεν μπορώ, κατόπιν περισκέψεως, να προτείνω στο Δικαστήριό σας να την ακολουθήσει. Όπως η Ελληνική Κυβέρνηση και η SEPA, φρονώ ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, όπως είναι διατυπωμένο, δεν επιτρέπει να αποκλείεται ο χαρακτηρισμός κρέατος, του οποίου η διάθεση στο εμπόριο προς βρώση εντός της Κοινότητας περιορίζεται στην τοπική αγορά, με «ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου και να παρέχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή. Πριν να εκθέσω το σκεπτικό που θεμελιώνει ευθέως την ανάλυσή μου, θεωρώ αναγκαίο να υπενθυμίσω τη βάση στην οποία στηρίζεται το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριό σας.
33. Δεν αμφισβητείται, πρώτον, ότι σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, ένα προϊόν δεν μπορεί να παρέχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή αν δεν είναι καλής ποιότητας, δηλαδή κατάλληλο προς βρώση. Όσον αφορά, εν προκειμένω, το κρέας για το οποίο η SEPA υπέβαλε διασάφηση εξαγωγής, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο σαφώς προκύπτει ότι ο αρμόδιος κτηνίατρος το χαρακτήρισε κατάλληλο προς βρώση. Η συλλογιστική αυτή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του προδικαστικού ερωτήματος, διότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά αποκλειστικά αν το κρέας αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί με «ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη», θεωρώντας έτσι ως δεδομένο ότι είναι «υγιές» για να παρέχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή δυνάμει του κανονισμού 3665/87.
34. Στη συνέχεια, θεωρώ ότι είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το κρέας που αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάλληλο προς βρώση μόνον εφόσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 64/433, με την οποία εναρμονίστηκαν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται να χαρακτηρισθούν τα κρέατα ως κατάλληλα προς βρώση σε όλα τα κράτη μέλη. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν όρισε λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις ως προς την εγγύηση ότι το κρέας δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο όταν προορίζεται για τοπικούς καταναλωτές απ’ ό,τι όταν προορίζεται για το σύνολο των καταναλωτών της Κοινότητας. Έτσι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 64/433 διευκρινίζει ότι η υγειονομική επιθεώρηση, μετά το πέρας της οποίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάλληλο προς βρώση το κρέας που προέρχεται από ζώα που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής, πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο A, στοιχείο δ΄, της εν λόγω οδηγίας, δηλαδή με τις ίδιες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τα ζώα που εσφάγησαν υπό κανονικές συνθήκες σε εγκεκριμένο σφαγείο και των οποίων το κρέας μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο σε όλη την Κοινότητα.
35. Όπως αναφέρει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, το εν λόγω κρέας, αν και επιτρέπεται εντός της Κοινότητας ως κατάλληλο προς βρώση μόνο στην τοπική αγορά, δεν είναι κατώτερο από άποψη υγιεινής από το κρέας που προέρχεται από ζώα που εσφάγησαν υπό κανονικές συνθήκες σε εγκεκριμένο σφαγείο και το οποίο χαρακτηρίστηκε επίσης κατάλληλο προς βρώση, σύμφωνα με την επιθεώρηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο A, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 64/433, για διάθεση στο εμπόριο σε όλα τα κράτη μέλη.
36. Τέλος, μολονότι η έννοια της καλής ποιότητας είναι νομική έννοια, η εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω κρέας πρέπει να θεωρηθεί καλής ποιότητας, αποτελεί εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητά του. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης σε σχέση με τα οποία πρέπει να ερμηνευθεί το κοινοτικό δίκαιο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (13). Ομοίως, το ζήτημα αν η μέθοδος καταψύξεως του επίδικου κρέατος, που εξήχθη από τη SEPA στη Γκαμπόν και στις Κομόρες, μπορεί να αποτρέψει κάθε κίνδυνο υποβάθμισης της υγιεινής του μέχρις ότου φθάσει στην αγορά των χωρών προορισμού λόγω της ευπάθειας που, ενδεχομένως, μπορεί να παρουσιάσει λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες παρήχθη, εμπίπτει επίσης στην κυριαρχική εκτίμηση των αρμόδιων εθνικών αρχών και του αιτούντος δικαστηρίου.
37. Γι’ αυτό φρονώ ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί εκκινώντας από τη βάση σύμφωνα με την οποία είναι βέβαιο ότι το εν λόγω κρέας χαρακτηρίστηκε κατάλληλο προς βρώση, ότι επετράπη να διατεθεί προς βρώση στην τοπική αγορά ενός κράτους μέλους και ότι το αιτούν δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η καλή ποιότητά υγιεινής του αρκούσε για να εξαχθεί σε τρίτη χώρα και να παράσχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή δυνάμει του κανονισμού 3665/87.
38. Η παρούσα διαφορά συνοψίζεται, συνεπώς, στο ζήτημα αν το κρέας αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποιότητας σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το αν αρκεί το γεγονός ότι η διάθεση στο εμπόριο του εν λόγω κρέατος προς βρώση περιορίζεται, όσον αφορά την Κοινότητα, στην τοπική αγορά και ότι το κρέας αυτό πρέπει να φέρει σήμανση υποδεικνύουσα την προέλευσή του για να αποκλειστεί η περίπτωση χαρακτηρισμού του με ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και το Hauptzollamt Hamburg-Jonas.
39. Πρέπει μάλλον να διευκρινίσω, ευθύς εξ αρχής, ότι, όπως αναφέρουν το αιτούν δικαστήριο και όλοι οι παρεμβαίνοντες, ο αποκλεισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 64/433, δυνάμει των οποίων το κρέας που προέρχεται από ειδική επείγουσα σφαγή επιτρέπεται να διατεθεί προς βρώση μόνο στην τοπική αγορά, εφόσον η εν λόγω διάταξη δεν έχει ως αντικείμενο την εναρμόνιση του εμπορίου νωπού κρέατος μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών. Ο αποκλεισμός αυτός μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στις διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87. Πάντως, όπως η Ελληνική Κυβέρνηση και η SEPA, φρονώ ότι το άρθρο αυτό, όπως είναι διατυπωμένο, δεν επιτρέπει να γίνει δεκτή η ερμηνεία που υποστηρίζει η Επιτροπή και το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, παρά μόνον κατά παράβαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
40. Η αρχή αυτή αποτελεί, το υπενθυμίζω, θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (14). Συνεπάγεται ότι η κοινοτική νομοθεσία είναι βεβαία, η δε εφαρμογή της προβλεπτή από τους υποκειμένους σ’ αυτήν. Κατά πάγια επίσης νομολογία, η βεβαιότητα και η προβλεψιμότητα της κοινοτικής νομοθεσίας αποτελεί επιταγή που πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, οσάκις πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για διατάξεις που μπορούν να έχουν οικονομικές επιπτώσεις (15).
41. Το Δικαστήριό σας εφάρμοσε συχνά την αρχή αυτή στον τομέα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, στο πλαίσιο προσφυγών κατ’ αποφάσεων της Επιτροπής με τις αυτή οποίες έχει αρνηθεί, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, να αναλάβει τις δαπάνες που πραγματοποίησε κράτος μέλος. Έκρινε ως αντίθετη με την αρχή αυτή απόφαση της Επιτροπής που στηρίχθηκε σε διάταξη για την οποία οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν λάβει γνώση εγκαίρως. Έτσι, κρίθηκε ότι, όταν κράτος μέλος, κατά τη χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής στον τομέα της αλιείας, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε να προβλέψει με βεβαιότητα τη ρύθμιση που θεσπίστηκε μετά το τέλος του οικονομικού έτους, με την οποία καθορίστηκαν αναδρομικά οι ποσοστώσεις για την αλιεία, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχτεί στη μη τήρησή τους για να αρνηθεί την αναδοχή από το ΕΓΤΠΕ των οικείων επιστροφών (16). Στην ίδια κατεύθυνση, στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος πριμοδοτήσεως για τη γέννηση μόσχων, κρίθηκε ότι, αν η Επιτροπή αποφασίσει να προβλέψει οικονομικές επιπτώσεις για τη μη τήρηση εκ μέρους των εθνικών αρχών εύλογης προθεσμίας για την εξέταση των αιτήσεων που υποβάλλουν οι επιχειρηματίες προκειμένου να λάβουν τις πριμοδοτήσεις αυτές, η προθεσμία αυτή πρέπει να ανακοινώνεται εγκαίρως σε όλα τα κράτη μέλη (17).
42. Το Δικαστήριό σας έχει κρίνει επίσης ότι η αρχή αυτή δεν επιτρέπει να ερμηνεύεται έννοια του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου κατά παρέκκλιση από τη συνήθη έννοια των χρησιμοποιούμενων λέξεων, χωρίς να επιβάλλεται. Έτσι, στην υπόθεση Δανία κατά Επιτροπής (18), τέθηκε το ζήτημα του πώς έπρεπε να ερμηνευθεί ρύθμιση που καθόριζε τις επιστροφές κατά την εξαγωγή κονσερβών βοείου κρέατος σε συνάρτηση με το ποσοστό κρέατος, εξαιρουμένων των παραπροϊόντων σφαγίων και του λίπους. Το Δικαστήριό σας έκρινε ότι, ελλείψει ορισμού του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τις λέξεις «κρέας» και «λίπος» και ελλείψει αντίθετης ενδείξεως που να προκύπτει σαφώς από τις ισχύουσες διατάξεις, η έννοια της λέξεως κρέας έπρεπε να καθοριστεί σύμφωνα με το συνηθισμένο της νόημα στην καθημερινή γλώσσα (19). Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έννοια του «κρέατος» δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αποκλείουσα οποιαδήποτε αναλογία μη εμφανούς με γυμνό οφθαλμό λίπους, το οποίο μπορεί να ενυπάρχει στο μυικό ιστό και να μην είναι δυνατό να αποχωριστεί φυσικώς από το χρησιμοποιούμενο τεμάχιο (20). Το Δικαστήριό σας διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι δόθηκε μεταγενέστερα διαφορετικό περιεχόμενο στην περί ης ο λόγος διάκριση δεν μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία της διατάξεως που ίσχυε τότε (21).
43. Αυτή η εφαρμογή της αρχής της ασφάλειας δικαίου γίνεται επίσης δεκτή, ιδίως, όσον αφορά το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 (22), σχετικά με το σύστημα αγοράς βοείου κρέατος μέσω δημοπρασίας, το οποίο προέβλεπε, στην παράγραφο 1, ότι ο «υποβάλλων προσφορά» πρέπει να αναλαμβάνει γραπτώς να τηρήσει τις διατάξεις σχετικά με τις εν λόγω αγορές και, στην παράγραφο 2, ότι οι «ενδιαφερόμενοι» μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία. Έχει κριθεί ότι, βάσει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς στήριξη της ερμηνείας κατά την οποία, λόγω της διαφορετικής εννοίας των όρων «ενδιαφερόμενοι» και «υποβάλλοντες προσφορά», οι τελευταίοι μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά σε δημοπρασία εφόσον ανήκουν στον ίδιο όμιλο (23). Το Δικαστήριό σας διευκρίνισε ότι η ερμηνεία αυτή ισοδυναμεί με αναδρομική εφαρμογή μεταγενέστερου νόμου που περιέλαβε στην κοινοτική ρύθμιση διατάξεις για τις σχέσεις μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά (24).
44. Η νομολογία αυτή νομίζω ότι μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα διαφορά για τους ακόλουθους λόγους.
45. Η διατύπωση του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87, όπως προανέφερα, περιορίζεται στο να ορίσει ότι καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι καλής ποιότητας, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη, και, αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται προς βρώση, όταν η χρησιμοποίησή τους γι’ αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.
46. Το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 δεν προβλέπει επομένως ότι η χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή εξαρτάται και από την προϋπόθεση ότι το οικείο προϊόν πρέπει, εκτός από το να είναι καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, να μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο προς βρώση στο σύνολο της Κοινότητας (25).
47. Ακόμη, η απαίτηση αυτή δύσκολα συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, από την έκφραση «ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη». Οι προσδιορισμοί «ανόθευτη» και «σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη» σημαίνουν αντίστοιχα στα γαλλικά «σύμφωνα με τον νόμο» και «σύμφωνα με αυτά που συνηθίζονται στο εμπόριο». Η έκφραση, που καθιερώθηκε για τις εμπορικές συναλλαγές, «ποιότητα σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη» σημαίνει ότι το πωληθέν έχει τις ιδιότητες που απαιτεί ο νόμος ή οι εμπορικές συνήθειες (26). Όπως υποστηρίζει η SEPA, οι προσδιορισμοί αυτοί παραπέμπουν, επομένως, στα εγγενή χαρακτηριστικά του οικείου προϊόντος και δεν καλύπτουν την ειδική προϋπόθεση που αφορά τη γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο. Η έρευνα των περισσότερων από τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις της εκφράσεως αυτής του κανονισμού 3665/87 δεν μας οδηγεί σε διαφορετική ανάλυση της έννοιας αυτής (27).
48. Αντίθετα από την Επιτροπή, δεν πιστεύω ούτε ότι η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω προϊόντα όταν προορίζονται προς βρώση δεν πρέπει η χρησιμοποίησή τους γι’ αυτόν τον σκοπό «να αποκλείεται ή να μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους», πρέπει να έχει κατ’ ανάγκη την έννοια ότι ο περιορισμός της διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων αυτών εντός της Κοινότητας στην τοπική αγορά και με ένδειξη για την προέλευσή τους αποτελεί αισθητή μείωση της χρησιμοποιήσεώς τους. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί κάλλιστα να ερμηνευθεί ως αφορώσα τις λεπτομέρειες εφαρμογής σύμφωνα με τις οποίες τα προϊόντα μπορούν να καταναλωθούν ή να χρησιμοποιηθούν προς βρώση, χωρίς αναφορά στη γεωγραφική περιοχή στην οποία επιτρέπεται να διατεθούν στο εμπόριο.
49. Η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87, ο οποίος, αυτός καθαυτός, δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά περιλαμβάνει την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να θέσει σε εφαρμογή στο άρθρο 13 αυτού η οποία επομένως μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, δεν παρέχει περισσότερα καθοριστικά στοιχεία για το προς επίλυση ζήτημα. Αναφέρει, απλώς, ότι «τα προϊόντα [πρέπει να είναι] τέτοιας ποιότητας ώστε να μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο υπό κανονικές συνθήκες», χωρίς να διευκρινίζεται τι εννοείται ως «κανονικές συνθήκες».
50. Ούτε στην οικονομία και τους στόχους του κανονισμού 3665/87 βρίσκω στοιχεία που να επιτρέπουν την πειστική θεμελίωση της ερμηνείας που προτείνουν η Επιτροπή και το Hauptzollamt Hamburg-Jonas. Όσον αφορά, ειδικότερα, τους στόχους του κανονισμού, μπορεί, βεβαίως, να υποστηριχθεί, όπως υποστηρίχθηκε και από τους παρεμβαίνοντες, ότι, στον βαθμό που οι επιστροφές κατά την εξαγωγή χρηματοδοτούνται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, η χορήγησή τους θα έπρεπε να προορίζεται για τα προϊόντα που «το αξίζουν περισσότερο» και τα οποία είναι αυτά που χαρακτηρίζονται κατάλληλα προς εμπορία σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ωστόσο, στο επιχείρημα αυτό μπορεί να αντιπαρατεθεί το γεγονός ότι, όπως αναφέρει το Bundesfinanzhof, το κρέας που προέρχεται από ζώα που αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής ανταγωνίζεται, στην τοπική αγορά, το κρέας που διατίθεται στο εμπόριο στο σύνολο της Κοινότητας, οπότε η χρηματοδότηση της εξαγωγής του προς τρίτες χώρες συμβάλλει ενδεχομένως στην επίτευξη του στόχου της σταθεροποίησης της κοινοτικής αγοράς τον οποίο επιδιώκει το καθεστώς των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
51. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, εκτιμώ επομένως ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, όπως είναι διατυπωμένο, δεν επιτρέπει στους επιχειρηματίες να αντιλαμβάνονται ότι η χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το κρέας αυτό μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο προς βρώση στο σύνολο της Κοινότητας.
52. Κατόπιν επίσης των στοιχείων αυτών, δεν πιστεύω ότι το άρθρο 21 του κανονισμού 800/1999, στο μέτρο που προβλέπει ρητώς ότι μόνον τα προϊόντα που είναι καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας «μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο στο έδαφος της Κοινότητας υπό κανονικές συνθήκες», πρέπει να θεωρηθεί στο σημείο αυτό ως απλή διευκρίνιση του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87. Αν το εν λόγω άρθρο 21, όπως υποστήριξαν οι παρεμβαίνοντες και όπως ενδέχεται να θεώρησα και εγώ, έπρεπε να νοηθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει ρητώς ότι τα προϊόντα που παρέχουν δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο σε ολόκληρη την Κοινότητα, θα είχε προστεθεί, κατά τη γνώμη μου, μία προϋπόθεση την οποία ο κανονισμός 3665/87 δεν περιλαμβάνει. Η συμπληρωματική αυτή προϋπόθεση δεν θα μπορούσε, επομένως, να εφαρμοστεί αναδρομικά σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού 800/1999.
53. Η ανάλυσή μου όσον αφορά το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 επιβεβαιώνεται ακόμη, κατά τη γνώμη μου, από τον κανονισμό 450/2000, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του βοείου κρέατος, του οποίου η τρίτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι «είναι σκόπιµο η χορήγηση της επιστροφής να περιοριστεί µόνο στα προϊόντα που µπορούν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας» και ο οποίος, με το άρθρο του 1, τροποποίησε κατά συνέπεια τον κανονισμό (ΕΚ) 2698/1999 (28). Το γεγονός ότι ο κανονισμός 450/2000 κατέστη αναγκαίος, όπως εξήγησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, λόγω των ερμηνευτικών αποκλίσεων που προκάλεσε η προγενέστερη νομοθεσία, και ιδίως το άρθρο 21 του κανονισμού 800/99, αποδεικνύει a fortiori ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 δεν ήταν επαρκώς σαφές ώστε να γίνει αντιληπτό από τους ενδιαφερόμενους πολίτες ότι η χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα οικεία προϊόντα μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο προς βρώση σε ολόκληρη την Κοινότητα.
54. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι η ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 που πρέπει να γίνει δεκτή είναι αυτή που συμφωνεί περισσότερο με την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
55. Κατόπιν των σκέψεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριό σας να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει το κρέας που είναι κατάλληλο προς βρώση να μπορεί να θεωρηθεί ως καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας και να παρέχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή όταν η διάθεσή του στο εμπόριο προς βρώση εντός της Κοινότητας περιορίζεται στην τοπική αγορά διότι προέρχεται από ζώο που αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής κατά την έννοια της οδηγίας 64/433.
B – Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
56. Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός 3665/87 εξαρτά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή από την προϋπόθεση να αντιστοιχεί το εν λόγω κρέας στην ονομασία που εμφαίνεται στην αίτηση χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή ή αν επίσης είναι απαραίτητο το εν λόγω κρέας να είναι μεσαίας ποιότητας, κατά την υποκειμενική ή εμπορική έννοια του όρου.
57. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επομένως, κατ’ ουσίαν, αν η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το προς εξαγωγή εμπόρευμα πρέπει να είναι μεσαίας ποιότητας, οπότε η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή αποκλείεται όταν το εμπόρευμα είναι κατώτερης ποιότητας, ακόμη και αν μπορεί να πωληθεί με την ονομασία που εμφαίνεται στην αίτηση επιστροφής.
58. Όπως όλοι οι παρεμβαίνοντες, φρονώ ότι η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 δεν απαιτεί να έχει το οικείο προϊόν τη μεσαία ποιότητα υπό την εμπορική έννοια του όρου. Όπως έκρινε το Δικαστήριό σας στην προπαρατεθείσα απόφαση Muras, η έκφραση «καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας» αντιστοιχεί σε γενική και αντικειμενική προϋπόθεση για τη χορήγηση της επιστροφής, όποιες κι αν είναι οι τυπικές και ποιοτικές απαιτήσεις που προβλέπονται από τους κανονισμούς που καθορίζουν το ύψος των επιστροφών για κάθε προϊόν (29).
59. H ίδια έννοια, στο άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, δεν αποκαλύπτει στο σημείο αυτό διαφορετικό περιεχόμενο. Όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με την έννοια αυτή απαιτείται να μπορεί να πωληθεί το εμπόρευμα με την ονομασία με την οποία εμφαίνεται στην αίτηση περί επιστροφών κατά την εξαγωγή. Δεν απαιτείται να έχει το οικείο εμπόρευμα ορισμένο επίπεδο ποιότητας κατά την υποκειμενική ή εμπορική έννοια του όρου. Η ανάλυση αυτή συμφωνεί επίσης με το καθεστώς των επιστροφών κατά την εξαγωγή, το οποίο, όπως στην περίπτωση του βοείου κρέατος, καθόριζε ενιαίους συντελεστές επιστροφών για τα εμπορεύματα που προσδιορίζονταν σε συνάρτηση με την κλάση τους ή τις υποδιακρίσεις της κλάσης τους στη λεγόμενη «Συνδυασμένη Ονοματολογία», που χρησίμευε για την κατάταξη των εμπορευμάτων στα κοινά τελωνειακά δασμολόγια (30).
60. Αντίθετα με τις αμφιβολίες που εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριό σας δεν υιοθέτησε, κατά τη γνώμη μου, με την προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής άποψη αντίθετη με την ανάλυση αυτή. Στην υπόθεση εκείνη, η Γαλλική Κυβέρνηση προσέβαλε την απόφαση της Επιτροπής με την οποία αποκλείσθηκε η χρηματοδότηση από τον ΕΓΤΠΕ της εξαγωγής 76 500 kg λιωμένου τυριού από τη société des fromageries Bel προς τη Σαουδική Αραβία. Η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε ότι το επίδικο τυρί είχε όντως φθάσει στη χώρα και μόνον κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο ο εισαγωγέας, κρίνοντας ότι η υφή της ζύμης του τυριού ήταν πολύ μαλακή σε σχέση με τις συνήθεις προδιαγραφές, αποφάσισε να το αποσύρει από την πώληση.
61. Το Δικαστήριό σας έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν βάσιμη για τον λόγο ότι το επίδικο προϊόν, κατά την ημέρα της εξαγωγής του, είχε κρυμμένο ελάττωμα, οπότε δεν ήταν καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 (31). Πρόσθεσε ότι αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί το κοινό τις συνέπειες της εκ μέρους του παραγωγού παραβάσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων για παράδοση ενός σύμφωνου με τις σχετικές προδιαγραφές προϊόντος.
62. Στην υπόθεση αυτή, η άρνηση χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν βασίστηκε επομένως στο γεγονός ότι το εν λόγω προϊόν ήταν απλώς κατώτερης ποιότητας από αυτή που συνηθίζεται στο εμπόριο, αλλά από το γεγονός ότι υπήρχε κρυμμένο ελάττωμα κατά τη στιγμή της εξαγωγής, οπότε δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν.
63. Κατόπιν των στοιχείων αυτών, προτείνω ως απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα να ερμηνευθεί η έννοια της σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται το προς εξαγωγή εμπόρευμα να είναι μεσαίας ποιότητας, οπότε να αποκλείεται η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή όταν το εμπόρευμα είναι κατώτερης ποιότητας, ακόμη και αν μπορεί, ενδεχομένως, να πωληθεί με την ονομασία που δηλώθηκε στην αίτηση επιστροφής.
V – Πρόταση
64. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριό σας να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
«1) Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει το κρέας που είναι κατάλληλο προς βρώση να μπορεί να θεωρηθεί ως καλής, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας και να παρέχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή όταν η διάθεσή του στο εμπόριο προς βρώση εντός της Κοινότητας περιορίζεται στην τοπική αγορά διότι προέρχεται από ζώο που αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής επείγουσας σφαγής κατά την έννοια της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, όπως τροποποιήθηκε τελικώς με την οδηγία 95/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995.
2) Η έννοια “ποιότητα ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη” του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί το προς εξαγωγή εμπόρευμα να είναι μεσαίας ποιότητας, οπότε να αποκλείεται η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή όταν το εμπόρευμα είναι κατώτερης ποιότητας, ακόμη και αν μπορεί, ενδεχομένως, να πωληθεί με την ονομασία που δηλώθηκε στην αίτηση επιστροφής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 351, σ. 1.
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129), όπως έχει τροποποιηθεί και κωδικοποιηθεί με την οδηγία 91/497/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την τροποποίηση και την κωδικοποίηση της οδηγίας 64/433 ώστε να καλύπτεται η παραγωγή και η διάθεση νωπού κρέατος στην αγορά (ΕΕ L 268, σ. 69) και όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 95/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 243, σ. 7) (στο εξής: οδηγία 64/433).
4 – Άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72).
5 – Όπ.π.
6 – Δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 805/68.
7 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11).
8 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2000, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 2698/1999 για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 55, σ. 24).
9 – Νόμος της 19ης Ιανουαρίου 1996 (BGBl. 1996 I, σ. 59).
10 – BGBl. 1997 I, σ. 1138.
11 – Στο εξής: SEPA.
12 – Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στις αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1973, 12/73, Muras (Συλλογή, τόμος 1972-1973, σ. 653), και της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-235/97, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή, σ. I-7555).
13 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 1979, 36/79, Denkavit Futtermittel (Συλλογή 1979, σ. 3439, σκέψη 12), και της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-326/00, IKA (Συλλογή 2003, σ. I-1703, σκέψη 27).
14 – Βλ.,ιδίως, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, , Banque Indosuez κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-5659, σκέψη 27).
15 – Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 326/85, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5091, σκέψη 24), και της 13ης Μαρτίου 1990, , Slob (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 37).
16 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 237/86, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5251, σκέψεις 19 και 20).
17 – Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, C-10/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-1229).
18 – Απόφαση της 27 Ιανουαρίου 1988, 349/85 (Συλλογή 1988, σ. 169).
19 – Βλ. σκέψεις 9 έως 13.
20 – Σκέψη 14.
21 – Σκέψη 15.
22 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου γάλακτος (ΕΕ L 91, σ. 5).
23 – Βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (C-209/96 , Συλλογή 1998, σ. I‑5655, σκέψεις 35 και 36).
24 – Όπ.π., σκέψη 37.
25 – Το γράμμα του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 διαφέρει, επομένως, από αυτό του άρθρου 6 του κανονισμού 1041/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί λεπτομερειών εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα των προϊόντων που υπάγονται σε καθεστώς ενιαίας τιμής (JO 1967, 314, σ. 9), το οποίο όριζε ότι «επιστροφή χορηγείται μόνο για προϊόντα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας, υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας […]» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, η ερμηνεία αυτού του άρθρου 6 στην προπαρατεθείσα υπόθεση Muras, στην οποία κρίθηκε ότι προϊόν «που δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο επί του κοινοτικού εδάφους» υπό κανονικές συνθήκες δεν πληροί τις απαιτήσεις ποιότητας για να παράσχει δικαίωμα επιστροφών κατά την εξαγωγή (σκέψη 12), νομίζω ότι δεν έχει εφαρμογή κατ’ αναλογία στο σημείο αυτό στο άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87.
26 – Cornu, G., Vocabulaire juridique, Presses universitaires de France, Παρίσι, Ιούλιος 1998, σ. 508.
27 – Η έκφραση αυτή αποδίδεται ως εξής: «fair marketable quality» στα αγγλικά, «handelsüblisher Qualität» στα γερμανικά, «leale e mercantile» στα ιταλικά, «cabal y comercial» στα ισπανικά, «handelskwaliteit» στα ολλανδικά.
28 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 326, σ. 49).
29 – Σκέψη 12.
30 – Βλ., σχετικά με το βόειο κρέας, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3905/87 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, που τροποποιεί τον κανονισμό 805/68 (ΕΕ L 370, σ. 7).
31 – Απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 79).
Full & Egal Universal Law Academy