ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 12ης Ιουλίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-436/03
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Κανονισμός 1435/2003 του Συμβουλίου – Ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρία (SCE) – Νομική βάση – Άρθρο 95 ΕΚ – Άρθρο 308 ΕΚ»
I – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Αντικείμενο της παρούσας ένδικης διαφοράς μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου είναι η δημιουργία της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρίας. Με την προσφυγή το Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας (η εταιρία αυτή θα αναφέρεται στο εξής ως SCE) (2), ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 308 ΕΚ (στο εξής: κανονισμός). Συναφώς τίθεται το ζήτημα αρχής κατά πόσον και υπό ποιες ενδεχομένως προϋποθέσεις το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει νομικές πράξεις βάσει του άρθρου 308 ΕΚ. Κατά συνέπεια, το κύριο αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η ερμηνεία του άρθρου 95 ΕΚ.
II – Ο επίδικος κανονισμός
Α – Η νομοθετική διαδικασία
2. Στις 6 Μαρτίου 1992 η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο την αρχική της πρόταση για την ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρία (3). Η πρόταση αυτή στηριζόταν στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ, δηλαδή στη διάταξη που αποτελεί σήμερα το άρθρο 95 ΕΚ. Στις 6 Ιουλίου 1993 η Επιτροπή, μετά από την πρώτη ανάγνωση από το Κοινοβούλιο, ενέκρινε την τροποποιημένη πρότασή της (4) και τη διαβίβασε στο Συμβούλιο.
3. Κατόπιν των τροποποιήσεων των Συνθηκών με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, προσαρμόστηκε η νομική βάση, ώστε να είναι άρθρο 95 ΕΚ (5). H ορθότητα της νομικής αυτής βάσης έγινε δεκτή και με τη γνώμη του Κοινοβουλίου.
4. Την άνοιξη του 2002 άρχισαν στα πλαίσια του Συμβουλίου συζητήσεις που κατέληξαν στην αντικατάσταση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης από το άρθρο 308 ΕΚ. Κατόπιν της αλλαγής αυτής, το Συμβούλιο αποφάσισε να διαβουλευτεί και πάλι με το Κοινοβούλιο.
5. Στις 14 Μαΐου 2003 το Κοινοβούλιο γνωμοδότησε ότι ως νομική βάση πρέπει να επανέλθει το άρθρο 95 ΕΚ. Με την άποψη αυτή συμφώνησε και η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε σχετικά με τις τροπολογίες που πρότεινε το Κοινοβούλιο.
6. Στις 22 Ιουλίου 2003 πραγματοποιήθηκε η επίσημη έγκριση του κανονισμού από το Συμβούλιο, το οποίο ενέμεινε στη χρησιμοποίηση του άρθρου 308 ΕΚ ως νομικής βάσης.
Β – Σκοποί και περιεχόμενο του κανονισμού
7. Σε σχέση με τον σκοπό του κανονισμού εκτίθενται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη τα εξής: «Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και η βελτίωση που αυτή επιφέρει στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση παντού στην Κοινότητα σημαίνει ότι όχι μόνο θα πρέπει να εξαλειφθούν τα εμπόδια του εμπορίου, αλλά και ότι οι παραγωγικές δομές θα πρέπει να προσαρμοστούν στην κοινοτική διάσταση. Για τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό όλων των τύπων οι επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα δεν περιορίζεται στην ικανοποίηση αποκλειστικά τοπικών αναγκών να μπορούν να σχεδιάζουν και να πραγματοποιούν την αναδιοργάνωση της δραστηριότητάς τους σε κοινοτική κλίμακα.»
8. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής:
«Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να ασκείται η επιχειρηματική δραστηριότητα μέσα στην Κοινότητα συνεχίζει να βασίζεται σημαντικά στις εθνικές νομοθεσίες και συνεπώς δεν ανταποκρίνεται στο οικονομικό πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου 18 της Συνθήκης. Η κατάσταση αυτή αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στη σύσταση ομίλων εταιριών από διαφορετικά κράτη μέλη.»
9. Από την έκτη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι η Κοινότητα θα πρέπει να προσφέρει στους συνεταιρισμούς, οι οποίοι αποτελούν μια γενικά αποδεκτή οργανωτική μορφή σε όλα τα κράτη μέλη, κατάλληλα νομικά μέσα, ικανά να διευκολύνουν τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους.
10. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη διασαφηνίζει την κατάσταση ως εξής:
«Η διασυνοριακή συνεργασία των συνεταιρισμών προσκρούει επί του παρόντος μέσα στην Κοινότητα σε δυσχέρειες νομικής και διοικητικής φύσεως, οι οποίες θα πρέπει να εξαλειφθούν σε μια αγορά χωρίς σύνορα.»
11. Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη κάνει λόγο για τα μέσα προς επίτευξη του σκοπού:
«Η εισαγωγή ενός ευρωπαϊκού νομικού τύπου για τους συνεταιρισμούς, που βασίζεται σε κοινές αρχές αλλά λαμβάνει υπόψη την ιδιομορφία τους, θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους πέρα από τα εθνικά τους σύνορα, στο σύνολο ή σε τμήμα του εδάφους της Κοινότητας.»
12. Κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη, «κύριος σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να καταστήσει δυνατή τη σύσταση SCE από φυσικά πρόσωπα που διαμένουν σε διαφορετικά κράτη μέλη ή από νομικές οντότητες που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο διαφορετικών κρατών μελών».
13. Η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη επισημαίνει ότι ο κανονισμός δεν καλύπτει το φορολογικό δίκαιο, το δίκαιο του ανταγωνισμού, την πνευματική ιδιοκτησία ή το δίκαιο που ρυθμίζει την αφερεγγυότητα.
14. Η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει γιατί το νομικό πλαίσιο καθορίζεται εν μέρει με παραπομπή στο εθνικό δίκαιο:
«Οι εργασίες προσέγγισης των εθνικών νομοθεσιών στο πεδίο του εταιρικού δικαίου έχουν προχωρήσει σημαντικά και έχει έτσι καταστεί δυνατή η κατ' αναλογία παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του κράτους μέλους της καταστατικής έδρας της SCE οι οποίες έχουν θεσπιστεί για τη θέση σε εφαρμογή των οδηγιών περί εταιριών, προκειμένου περί τομέων όπου για τη λειτουργία της SCE δεν απαιτούνται ομοιόμορφοι κοινοτικοί κανόνες, και οι σχετικές διατάξεις είναι πρόσφορες για τη ρύθμιση της SCE.»
15. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, αναφέρει ως κύριο σκοπό της SCE την ικανοποίηση των αναγκών των μελών της ή/και την ανάπτυξη των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων τους.
16. Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού προβλέπει ρητά ότι η SCE έχει νομική προσωπικότητα. Κατά το άρθρο 18, η νομική προσωπικότητα αποκτάται με την καταχώριση της SCE σε ορισμένο μητρώο.
17. Ο κανονισμός περιλαμβάνει επιπλέον διατάξεις για το κεφάλαιο της SCE (άρθρα 3 και 4), το καταστατικό της (άρθρο 5), την έδρα της και τη μεταφορά της έδρας (άρθρα 6 και 7), τις καταχωρίσεις και τη δημοσιότητα (άρθρα 11 έως 13), τα μέλη (άρθρα 14 έως 16), τους τρόπους σύστασης, και συγκεκριμένα με συγχώνευση ή μετατροπή (άρθρα 2 και 19 έως 35), τη διάρθρωση (άρθρα 36 έως 63), την έκδοση αξιογράφων (άρθρο 64), τη διάθεση των κερδών (άρθρα 65 έως 67), την κατάρτιση των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών (άρθρα 68 έως 71), καθώς και για τη λύση, την εκκαθάριση, την αφερεγγυότητα και την παύση των πληρωμών (άρθρα 72 έως 76).
18. Μεταξύ των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της SCE πρέπει να τονιστεί η κατά το άρθρο 7 δυνατότητα μεταφοράς της έδρας χωρίς λύση της εταιρίας.
19. Το άρθρο 8 αποτελεί τη βασική διάταξη που καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο. Η διάταξη αυτή προβλέπει μια σαφή ιεράρχηση των εφαρμοστέων κανόνων: η SCE δηλαδή διέπεται πρωτίστως από τον κανονισμό και δευτερευόντως από τις διατάξεις του καταστατικού της –εφόσον το επιτρέπει ρητά ο κανονισμός– και από το εθνικό δίκαιο.
20. Το άρθρο 9 αφορά τη μεταχείριση της SCE στα διάφορα κράτη μέλη. Το άρθρο αυτό προβλέπει συγκεκριμένα ότι, με την επιφύλαξη του κανονισμού, μια SCE τυγχάνει σε κάθε κράτος μέλος της αυτής μεταχείρισης με συνεταιρισμό ο οποίος έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους της καταστατικής έδρας της SCE.
21. Ο κανονισμός επομένως αφορά, σύμφωνα με τον σκοπό και το περιεχόμενό του, τη δημιουργία ορισμένης εταιρικής μορφής, και συγκεκριμένα της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρίας (SCE).
III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
22. Η προσφυγή του Κοινοβουλίου πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 2003. Το Δικαστήριο επέτρεψε, με διάταξη του Προέδρου του, την παρέμβαση του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας υπέρ του Συμβουλίου και την παρέμβαση της Επιτροπής υπέρ του Κοινοβουλίου.
23. Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τον κανονισμό, να διατηρήσει τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού μέχρι τη θέση σε ισχύ, εντός εύλογης προθεσμίας και με προσήκουσα νομική βάση, της νέας σχετικής κανονιστικής ρύθμισης και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
24. Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
IV – Οι κυριότεροι ισχυρισμοί των διαδίκων και των παρεμβαινόντων
Α – Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος και της παρεμβαίνουσας υπέρ αυτού
25. Το Κοινοβούλιο θεμελιώνει το αίτημά του για ακύρωση του κανονισμού στον ισχυρισμό ότι το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό με βάση το άρθρο 308 ΕΚ, μολονότι έπρεπε να τον στηρίξει στο άρθρο 95 ΕΚ. Ενώ το άρθρο 308 ΕΚ προβλέπει τη διαβούλευση απλώς με το Κοινοβούλιο, το άρθρο 95 ΕΚ καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή της διαδικασίας συναπόφασης του άρθρου 251 ΕΚ.
26. Κατά το Κοινοβούλιο, το άρθρο 95 ΕΚ αποτελεί την ορθή νομική βάση για τη θέσπιση του καταστατικού της SCE, καθόσον ο κανονισμός, για να καταστήσει δυνατή την ίδρυση SCE, οδηγεί σε προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών. Η νομική μορφή της SCE συνιστά εταιρία εθνικού δικαίου με ευρωπαϊκό χαρακτήρα, καθόσον παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο, το οποίο παραμένει το εφαρμοστέο δίκαιο για ορισμένα ζητήματα.
27. Η Επιτροπή, που έχει παρέμβει υπέρ του Κοινοβουλίου, προσδίδει επίσης ευρεία έννοια στον όρο «προσέγγιση των νομοθεσιών», διότι θεωρεί ότι καλύπτει επίσης τη θέσπιση νέων ρυθμίσεων, δηλαδή και τη συμπλήρωση των εθνικών νομοθεσιών περί συνεταιρισμών την οποία συνεπάγεται το καταστατικό της SCE. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός έπρεπε, αν ληφθούν υπόψη ο σκοπός του και το περιεχόμενό του, να στηριχτεί στο άρθρο 95 ΕΚ, καθόσον μάλιστα συμβάλλει στην εγκαθίδρυση και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Β – Οι ισχυρισμοί του καθού και των παρεμβαινόντων υπέρ αυτού
28. Το Συμβούλιο, καθού, για να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός προβλέπει μια νέα νομική μορφή. Εξάλλου, το άρθρο 95 ΕΚ δεν αποτελεί τη μόνη νομική βάση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς. Η προληπτική προσέγγιση των νομοθεσιών επιτρέπεται μεν, αλλά προϋποθέτει ότι τα κράτη μέλη είναι σε θέση να την πραγματοποιήσουν. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της δημιουργίας μιας παράλληλης κοινοτικής οντότητας.
29. Το Ηνωμένο Βασίλειο, ως παρεμβαίνον υπέρ του Συμβουλίου, θεωρεί και αυτό ότι το άρθρο 95 ΕΚ θα αποτελούσε εσφαλμένη νομική βάση για τον κανονισμό, διότι ούτε τα κράτη μέλη είναι σε θέση να θεσπίσουν τέτοια ρύθμιση ούτε εξαλείφονται οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών που συνιστούν εμπόδια στην εσωτερική αγορά. Κατά συνέπεια, την ορθή νομική βάση αποτελεί το άρθρο 308 ΕΚ.
30. Το Βασίλειο της Ισπανίας, ως παρεμβαίνον υπέρ του Συμβουλίου, τονίζει ότι η νομική μορφή της SCE, η οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον κανονισμό, αποτελεί καινοτομία και επομένως δεν μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 95 ΕΚ, διότι δεν συνιστά προσέγγιση των νομοθεσιών κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
V – Η άποψή μου επί της υποθέσεως
31. Το νομικό πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί εν προκειμένω αφορά το ζήτημα αν ο επίδικος κανονισμός ορθά στηρίχτηκε στο άρθρο 308 ΕΚ. Επομένως, πρέπει καταρχάς να εξεταστούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής. Στο πλαίσιο της ανάλυσης αυτής, θα πρέπει στη συνέχεια να εξακριβωθεί αν ο κανονισμός μπορούσε να στηριχτεί στο άρθρο 95 ΕΚ.
32. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι, στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, η επιλογή της νομικής βάσης μιας νομικής πράξης δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από την πεποίθηση ενός οργάνου ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που να επιδέχονται δικαστικό έλεγχο. Μεταξύ των στοιχείων αυτών καταλέγονται ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξης (6).
Α – Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 308 ΕΚ
33. Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση το άρθρο 308 ΕΚ συνάγονται από το ίδιο το γράμμα του άρθρου αυτού.
34. Το Κοινοβούλιο συναφώς επισήμανε ορθά τις δύο προϋποθέσεις: πρέπει, πρώτον, η ενέργεια της Κοινότητας να θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της στο πλαίσιο της κοινής αγοράς και, δεύτερον, να μην προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΚ οι προς τον σκοπό αυτό απαιτούμενες εξουσίες.
35. Είναι επομένως προφανές ότι το άρθρο 308 ΕΚ, ως νομική βάση, έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι άλλων διατάξεων, π.χ. έναντι του άρθρου 95 ΕΚ. Επ’ αυτού υπάρχει πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η χρησιμοποίηση του άρθρου 308 ΕΚ ως νομικής βάσης μιας πράξης δικαιολογείται μόνον όταν καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την αναγκαία αρμοδιότητα για την έκδοση της πράξης αυτής (7).
Β – Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 95 ΕΚ
36. Η χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης επιτρέπεται μόνο όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή, όπως έχουν ερμηνευτεί νομολογιακά. Στην παρούσα περίπτωση τίθεται ζήτημα συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, δηλαδή κατά πόσον πρόκειται για μέτρα για την προσέγγιση των νομοθεσιών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, η φράση «εκτός αν ορίζει άλλως η παρούσα Συνθήκη» εκφράζει την επικουρικότητα έναντι των ειδικών αρμοδιοτήτων που αφορούν την προσέγγιση των νομοθεσιών.
1. Επικουρικότητα του άρθρου 95 ΕΚ
37. Το άρθρο 95 ΕΚ παραπέμπει, όσον αφορά την πραγματοποίηση των στόχων των νομικών πράξεων που εκδίδονται με βάση το άρθρο αυτό, στο άρθρο 14 ΕΚ, δηλαδή στην εσωτερική αγορά. Το άρθρο 95 ΕΚ δεν αποτελεί πάντως τη μόνη διάταξη προς πραγματοποίηση των στόχων της εσωτερικής αγοράς ή, όπως το εκφράζει το Συμβούλιο, δεν παρέχει γενική αρμοδιότητα για τη ρύθμιση της εσωτερικής αγοράς.
38. Το άρθρο 95 ΕΚ δεν αποτελεί την ορθή νομική βάση όχι μόνο όταν η υπό έκδοση νομική πράξη έχει «παρεμπιπτόντως» μόνον ως αποτέλεσμα την εναρμόνιση των όρων της αγοράς εντός της Κοινότητας (8), αλλά και όταν έχει εφαρμογή μια από τις ειδικές διατάξεις περί εναρμονίσεως.
39. Μεταξύ των διατάξεων αυτών, που πρέπει να εφαρμόζονται κατά προτεραιότητα έναντι του άρθρου 95 ΕΚ, καταλέγονται επίσης οι διατάξεις που προβλέπουν εξουσίες συντονισμού στον τομέα των θεμελιωδών ελευθεριών.
40. Αφού ο κανονισμός για την SCE περιλαμβάνει, ως νομική πράξη που αφορά συγκεκριμένη μορφή συνεταιρισμού, ρυθμίσεις εταιρικού δικαίου, τίθεται καταρχάς ζήτημα εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 44 ΕΚ.
41. Η διάταξη αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την προσέγγιση των εθνικών εταιρικών δικαίων. Επομένως, η διάταξη αυτή θα επέτρεπε επίσης την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τους συνεταιρισμούς, άρα μια νομική πράξη που θα στηριζόταν στο άρθρο 44 ΕΚ θα μπορούσε να περιλαμβάνει διατάξεις σαν αυτές που περιέχει ο κανονισμός, π.χ. σχετικά με τη ρύθμιση της σύστασης ή σχετικά με την αύξηση του κεφαλαίου.
42. Πάντως ο συντονισμός ως προϋπόθεση αποτελεί συγχρόνως και όριο, και μάλιστα σε σχέση με τη θέσπιση νέων εταιρικών μορφών. Οι σχετικές νομικές πράξεις δεν θα μπορούσαν επομένως να στηριχτούν στο άρθρο 44 ΕΚ (9).
43. Άλλο ένα όριο για την εφαρμογή του άρθρου 44 ΕΚ αποτελεί το γεγονός ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει μόνο την εξάλειψη των εμποδίων στην ελευθερία εγκατάστασης και όχι των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Αν επομένως μια νομική πράξη αποσκοπεί στην εξάλειψη τέτοιων εμποδίων σε σχέση με τις δραστηριότητες των συνεταιρισμών, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 44 ΕΚ.
44. Ενώ οι διατάξεις για την έδρα της SCE και για τη μεταφορά της έδρας αυτής αφορούν την ελευθερία εγκατάστασης, υπάρχουν άλλες διατάξεις του κανονισμού που προχωρούν πέρα από τη θεμελιώδη αυτή ελευθερία και αποσκοπούν στην κατά το άρθρο 14 ΕΚ εξάλειψη των εμποδίων που παρεμβάλλονται επίσης στην άσκηση των άλλων ελευθεριών.
45. Επειδή όμως το προσφεύγον δεν ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο ότι ως νομική βάση έπρεπε να έχει χρησιμοποιηθεί το άρθρο 44 ΕΚ, δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω το συγκεκριμένο ζήτημα αν ο κανονισμός μπορούσε να στηριχτεί στο άρθρο αυτό.
46. Το γενικό επομένως συμπέρασμα είναι ότι το άρθρο 95 ΕΚ έχει επίσης σημασία για το εταιρικό δίκαιο, και μάλιστα για την εναρμόνιση που δεν καλύπτεται από το άρθρο 44 ΕΚ.
2. Σκοπός του άρθρου 95 ΕΚ: εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς
47. Οι νομικές πράξεις μπορούν να στηρίζονται στο άρθρο 95 ΕΚ μόνο εφόσον έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Εξάλλου, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το κριτήριο αυτό αφορά το μέτρο εναρμόνισης και όχι, όπως θα μπορούσε να συναχθεί από τη διατύπωση του άρθρου 95 ΕΚ, τις διατάξεις των κρατών μελών που αφορά η προσέγγιση. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «τα μέτρα τα οποία αφορά η εν λόγω διάταξη αποσκοπούν στη βελτίωση των συνθηκών εγκαθιδρύσεως και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και πρέπει πράγματι να έχουν αυτόν τον σκοπό, συμβάλλοντας στην εξάλειψη εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή ακόμη στην εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού» (10).
48. Αυτό θα συνέβαινε στην περίπτωση που ο επίδικος κανονισμός εξάλειφε ή μείωνε τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και που μπορούν να θίγουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και να επηρεάζουν έτσι άμεσα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (11).
49. Από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προκύπτει ότι το νομικό πλαίσιο για την επιχειρηματική δράση μιας εταιρίας στην Κοινότητα βασίζεται σημαντικά στις εθνικές νομοθεσίες και ότι η κατάσταση αυτή αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στη σύσταση ομίλων εταιριών από διαφορετικά κράτη μέλη.
50. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη εκθέτει, όσον αφορά την κατάσταση στα κράτη μέλη, ότι η διασυνοριακή συνεργασία των συνεταιρισμών στην Κοινότητα προσκρούει επί του παρόντος σε δυσχέρειες νομικής και διοικητικής φύσεως, οι οποίες θα πρέπει να εξαλειφθούν.
51. Η μείωση των εμποδίων αυτών θα μπορούσε βέβαια να επιτευχθεί με την έκδοση οδηγίας για την προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν τους συνεταιρισμούς, δηλαδή με συνηθισμένη για τον τομέα του εταιρικού δικαίου οδηγία. Η οδηγία για την προσέγγιση των διατάξεων περί συνεταιρισμών θα μπορούσε πάντως να στηριχτεί στο άρθρο 95 ΕΚ μόνον αν δεν είχε εφαρμογή καμία ειδικότερη διάταξη περί εναρμονίσεως.
52. Αντίθετα, η έκδοση νομικής πράξης με τη μορφή κανονισμού θα έδινε τη δυνατότητα αντικατάστασης των εθνικών διατάξεων που διέπουν τους συνεταιρισμούς με ενιαίες διατάξεις που θα ίσχυαν σε όλη την Κοινότητα. Όπως όμως αναγνωρίζουν και το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, δεν είναι αυτή η μέθοδος που επιλέγει ο επίδικος κανονισμός.
53. Ορθά το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει και την έκδοση κανονισμών. Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι ρυθμίσεις που περιέχει ένας κανονισμός αποτελούν, αυτόματα, μέτρα για την προσέγγιση των νομοθεσιών τα οποία ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις του άρθρου 95 ΕΚ.
54. Εν προκειμένω ο λόγος για τον οποίο επελέγη η νομική μορφή του κανονισμού έγκειται στο ότι η οδηγία θα έπρεπε να μεταφερθεί στη συνέχεια στις εθνικές νομοθεσίες. Τούτο θα οδηγούσε επίσης σε πληθώρα εθνικών διατάξεων μεταφοράς (12), οι οποίες όμως θα ίσχυαν μόνο στο έδαφος ενός κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν ούτε κατά προσέγγιση τα πλεονεκτήματα που παρέχει ένας κανονισμός, με τον οποίο μπορεί να θεσπιστεί ομοιόμορφο δίκαιο που να έχει απευθείας εφαρμογή. Ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί δηλαδή, εκδίδοντας κανονισμό που δημιουργεί μια πρόσθετη νομική μορφή, να επιλύει αυτά τα προβλήματα εδαφικής ισχύος (13).
55. Το ότι ο κανονισμός συμβάλλει γενικά στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς αληθεύει μεν, αλλά δεν αρκεί, αντίθετα από ό,τι υποστηρίχθηκε κατά την παρούσα διαδικασία, για να στηριχτεί ο κανονισμός αυτός βασίμως στο άρθρο 95 ΕΚ. Πράγματι, τέτοια «συμβολή» μπορούν να έχουν όχι μόνο τα μέτρα προσέγγισης των νομοθεσιών, αλλά και άλλα μέτρα.
3. Προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών
56. Όσον αφορά την προϋπόθεση ότι για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης απαιτείται να εξυπηρετεί η νομική πράξη την προσέγγιση των νομοθεσιών, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η τήρηση της προϋπόθεσης αυτής έχει μεγάλη σημασία, επειδή τα κράτη μέλη θέλησαν, ως «κυρίαρχοι των Συνθηκών», να επιβάλουν έτσι μια πρόσθετη προϋπόθεση για τη νομοθετική αρμοδιότητα της Κοινότητας, την οποία δεν περιείχε η πρόταση της Επιτροπής για το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ, η οποία πρόβλεπε επίσης άλλα μέσα για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς.
57. Εντούτοις, το άρθρο 95 ΕΚ δεν πρέπει να ερμηνεύεται ούτε υπερβολικά στενά. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συμφωνούν ότι η νομική αυτή βάση επιτρέπει επίσης, μεταξύ άλλων, τη λεγόμενη προληπτική προσέγγιση των νομοθεσιών, δηλαδή τη θέσπιση μέτρων χωρίς να υπάρχουν στα κράτη μέλη παρεμφερείς διατάξεις τις οποίες θα αφορούσε η προσέγγιση.
58. Η ορθότητα της άποψης αυτής επιβεβαιώνεται επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά τη νομολογία αυτή, «η χρησιμοποίηση του άρθρου [95 ΕΚ] ως νομικής βάσεως είναι δυνατή προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση μελλοντικών εμποδίων στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών, [αλλά] η εμφάνιση τέτοιων εμποδίων πρέπει να είναι πιθανή και το επίμαχο μέτρο πρέπει να σκοπεί στην πρόληψή τους» (14).
59. Ο σκοπός της προσέγγισης των νομοθεσιών κατά το άρθρο 95 ΕΚ έγκειται στην προσέγγιση των νομικών συστημάτων.
60. Από τα παραπάνω συνάγεται συγχρόνως ότι τα μέτρα προσέγγισης των νομοθεσιών δεν απαιτούν την αντικατάσταση των εθνικών διατάξεων από τις διατάξεις της κοινοτικής νομικής πράξης. Η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο μιας οδηγίας για προσέγγιση των νομοθεσιών οδηγεί μεν τελικά στην τροποποίηση του εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνο με το κοινοτικό, άρα ουσιαστικά στην αντικατάσταση του μέχρι τούδε ισχύοντος δικαίου, αλλά το ζήτημα αυτό δεν έχει καμία σημασία εν προκειμένω.
61. Το άρθρο 95 ΕΚ πάντως δεν επιτρέπει μόνο την υπό στενή έννοια προσέγγιση των νομοθεσιών, αλλά και τη λεγόμενη ενοποίηση, δηλαδή τη θέσπιση ομοιόμορφων κανόνων στους συγκεκριμένους τομείς. Τούτο οφείλεται αφενός στο ότι το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει την έκδοση πράξεων με τη μορφή όχι μόνο οδηγίας, αλλά και κανονισμού, και αφετέρου στο ότι η ενοποίηση του δικαίου δεν διαφέρει, για την ακρίβεια, από την υπό στενή έννοια προσέγγιση των νομοθεσιών παρά μόνο ποσοτικά. Πράγματι, η ενοποίηση του δικαίου έχει ουσιαστικά ως αποτέλεσμα την προσέγγιση των νομικών συστημάτων, και μάλιστα σε ύψιστο βαθμό. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό θα σήμαινε π.χ. τη θέσπιση ενιαίου δικαίου για τους συνεταιρισμούς.
62. Η παρούσα διαδικασία αφορά συνεπώς το ζήτημα αν και υπό ποιες ενδεχομένως προϋποθέσεις το άρθρο 95 ΕΚ συνιστά την ενδεδειγμένη νομική βάση ακόμη και για τις πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται διατάξεις που θα ισχύουν παράλληλα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου.
63. Επομένως το νομικό πρόβλημα είναι εδώ αν το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει επίσης τη δημιουργία τελείως νέων νομικών μορφών, οι οποίες να εμπίπτουν π.χ. σε κατηγορίες του εταιρικού δικαίου.
4. Η δημιουργία νέων νομικών μορφών
64. Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί το βασικό ζήτημα αν το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί επίσης ως νομική βάση για τη δημιουργία νέων νομικών μορφών. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν ο κανονισμός με τον οποίο δημιουργήθηκε η νομική μορφή της SCE μπορούσε να στηριχτεί στο άρθρο 95 ΕΚ.
α) Το ζήτημα αν το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπεται γενικά να χρησιμοποιείται ως νομική βάση
65. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν επιτρέπεται η δημιουργία νέων νομικών μορφών με την έκδοση νομικής πράξης που να στηρίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ ή πρέπει να χρησιμοποιείται ως νομική βάση μόνο το άρθρο 308 ΕΚ, το σημείο εκκίνησης θα αποτελέσει η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη δημιουργία νέων δικαιωμάτων στον τομέα του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.
66. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί π.χ. ότι η Κοινότητα μπορεί να δημιουργεί, βάσει του άρθρου 308 ΕΚ, νέα δικαιώματα, τα οποία προστίθενται στα δικαιώματα που απορρέουν από τις εθνικές διατάξεις (15). Αυτό αφορούσε τα δικαιώματα που δημιουργούσε ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (16).
67. Από τη νομολογία μπορεί πάντως να συναχθεί το γενικό συμπέρασμα ότι το άρθρο 308 ΕΚ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για τη δημιουργία νομικών οντοτήτων ή νομικών μορφών που ορίζονται με βάση το κοινοτικό δίκαιο.
68. Έτσι, η δημιουργία νέων δικαιωμάτων στον τομέα του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας αναφέρεται στη θεωρία ως ένα απλώς παράδειγμα για τη δημιουργία νέων νομικών μορφών που ορίζονται με βάση το κοινοτικό δίκαιο. Επιπλέον, η κρατούσα άποψη (17) είναι ότι ούτε η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής εταιρικής μορφής είναι δυνατή με νομική πράξη στηριζόμενη στο άρθρο 95 ΕΚ. Ως παράδειγμα αναφέρεται η ευρωπαϊκή ανώνυμη εταιρία (18).
69. Το αντεπιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι η νομολογία αφορά τον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, ο οποίος κατέχει ιδιαίτερη θέση λόγω του άρθρου 295 ΕΚ, δεν είναι βάσιμο.
70. Πρώτον, το άρθρο 295 ΕΚ δεν καλύπτει μόνο τα δικαιώματα σε άυλα αγαθά, όπως είναι ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεύτερον, η διάταξη αυτή έχει περιορισμένη σημασία ακόμη και στον τομέα αυτό (19): για παράδειγμα, η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας υπόκειται αναμφισβήτητα στη Συνθήκη, δηλαδή στις υπόλοιπες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου.
71. Από τη νομολογία δεν συνάγεται, όσον αφορά τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της νομικής βάσης, καμία σαφής διάκριση μεταξύ αφενός της εναρμόνισης υπό μορφή προσέγγισης και αφετέρου της δημιουργίας νέων νομικών μορφών. Όπως ορθά εκθέτει το Κοινοβούλιο, το νέο νομικό πλαίσιο που δημιούργησε ο επίδικος κανονισμός συμβάλλει επιπρόσθετα στην προσέγγιση, και συγκεκριμένα με την επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρέωσης να τηρούν τους ενιαίους κοινοτικούς κανόνες.
72. Η αντίθετη άποψη (20), κατά την οποία το άρθρο 95 ΕΚ καλύπτει οπωσδήποτε και τη δημιουργία νέων νομικών μορφών, στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει την έκδοση νομικών πράξεων με τη μορφή όχι μόνο οδηγίας, αλλά και κανονισμού. Κατά της άποψης αυτής πρέπει βέβαια να αντιταχθεί ότι από το γεγονός ότι επιτρέπεται η έκδοση νομικών πράξεων με τη μορφή κανονισμού δεν συνάγεται κατ’ ανάγκη ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει επίσης τη δημιουργία νέων νομικών οντοτήτων ή μορφών του κοινοτικού δικαίου, διότι οι κανονισμοί είναι αναγκαίοι για την επίτευξη επίσης άλλων σκοπών, όπως είναι η αντικατάσταση των εθνικών νομοθεσιών περί συνεταιρισμών από ενιαίο κοινοτικό δίκαιο περί συνεταιρισμών, χωρίς να δημιουργείται ταυτόχρονα καμία νέα κοινοτική νομική μορφή.
73. Ενώ η δημιουργία νέων κοινοτικών νομικών μορφών που προστίθενται στις προβλεπόμενες από τα εθνικά δίκαια νομικές μορφές δεν καλύπτεται επομένως από το άρθρο 95 ΕΚ, τα πράγματα δεν είναι τόσο σαφή για τις νομικές μορφές που ισχύουν ανεξάρτητα από τις εθνικές ρυθμίσεις (21) ή για τα δικαιώματα που προστατεύονται ανεξάρτητα από το εθνικό δίκαιο (22). Ειδικότερα, δεν είναι σαφές πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ αφενός των πραγματικά ή τελείως νέων νομικών μορφών και αφετέρου των νέων νομικών μορφών για τις οποίες ισχύει και το εθνικό δίκαιο.
74. Το ζήτημα αν το άρθρο 95 ΕΚ αποτελεί την ορθή νομική βάση πρέπει επομένως να επιλύεται πάντα σε σχέση με τη συγκεκριμένη νομική πράξη, εν προκειμένω δηλαδή σε σχέση με τον επίδικο κανονισμό. Συναφώς πρέπει να εξεταστεί κυρίως σε ποια από τις δύο κατηγορίες νέων νομικών μορφών που ανέφερα παραπάνω ανήκει η SCE.
β) Το ζήτημα αν το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ειδικότερα ως νομική βάση για τον κανονισμό
75. Θα ήθελα καταρχάς να επισημάνω ότι για την κατάταξη της SCE σε μία από τις δύο κατηγορίες δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός της, και συγκεκριμένα ο χαρακτηρισμός της υπό την έννοια της ονομασίας της. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν η SCE είναι πράγματι «εταιρία εθνικού δικαίου με ευρωπαϊκό χαρακτήρα», όπως ισχυρίζονται η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο. Εξάλλου, μεταξύ των θεωρητικών του δικαίου υποστηρίζεται κυρίως η άποψη ότι πρόκειται για εταιρική μορφή ευρωπαϊκής εμβέλειας (23), ευρωπαϊκή νομική μορφή (24), νομικό πρόσωπο του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου (25) ή για υπερεθνική επιχειρηματική οντότητα (26). Κρίσιμο είναι επομένως το ρυθμιστικό περιεχόμενο του κανονισμού.
76. Όπως και η γενική εξέταση του ζητήματος αν το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει γενικά τη δημιουργία νέων νομικών μορφών, έτσι και η νομική εξέταση του επίδικου κανονισμού πρέπει να πραγματοποιηθεί με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου.
77. Το Δικαστήριο, για να αποφανθεί σχετικά με την ορθότητα της επιλογής της νομικής βάσης για την πράξη με την οποία δημιουργούνταν ορισμένο δικαίωμα, θεώρησε κρίσιμο το γεγονός ότι «τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τη χορήγηση των οποίων προβλέπει η οδηγία, είναι εθνικά διπλώματα χορηγούμενα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες στα κράτη μέλη διαδικασίες […]. Δεδομένου ότι η οδηγία δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα που θα προϋπέθετε την επίκληση ως νομικής βάσεως του άρθρου 235 της Συνθήκης» (27).
78. Αντίθετα όμως από ό,τι συνέβαινε με τα δικαιώματα εκείνα, οι συνεταιρισμοί που ιδρύονται με βάση τον επίδικο κανονισμό δεν αποτελούν εθνικούς συνεταιρισμούς που ιδρύονται κατά το εθνικό δίκαιο, αλλά κατά τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού.
79. Ένα ιδιαίτερα χρήσιμο στοιχείο παρέχει συναφώς η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, με την οποία τονίζεται ο «διακεκριμένος κοινοτικός χαρακτήρας» της SCE.
80. Στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη ο κοινοτικός νομοθέτης εκφράζεται ακόμη σαφέστερα και κάνει λόγο για «εισαγωγή ενός ευρωπαϊκού νομικού τύπου για τους συνεταιρισμούς, που βασίζεται σε κοινές αρχές αλλά λαμβάνει υπόψη την ιδιομορφία τους […]».
81. Το ότι πάντως ο κανονισμός δημιουργεί μια νέα νομική μορφή δεν αμφισβητείται εξάλλου ούτε από το Κοινοβούλιο. Επομένως πρέπει να εξεταστεί λεπτομερέστερα ποια επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της χρησιμοποίησης του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης, παρά τον χαρακτηρισμό της SCE ως νέας νομικής μορφής.
γ) Επιχειρήματα υπέρ της χρησιμοποίησης του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης
82. Υπέρ της άποψης ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση το άρθρο 95 ΕΚ θα μπορούσε πάντως να συνηγορεί το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει πλήρες νομικό πλαίσιο ή ότι, κατά τη διατύπωση του Κοινοβουλίου, η SCE μπορεί να υφίσταται μόνο με παράλληλη εφαρμογή του εθνικού δικαίου.
83. Οι SCE είναι βέβαια αυτοτελείς έναντι των συνεταιρισμών που ιδρύονται κατά το εθνικό δίκαιο. Αυτό πάντως είναι σαφές μόνο από τυπική το πολύ άποψη. Από ουσιαστική άποψη δεν είναι τόσο σαφές, διότι η SCE διέπεται επίσης από διατάξεις του εθνικού δικαίου περί συνεταιρισμών.
84. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός περιέχει σε πολλά σημεία παραπομπές στο εθνικό δίκαιο, το οποίο καθίσταται έτσι το εφαρμοστέο δίκαιο για ευρύτατους τομείς που ενδιαφέρουν την SCE (28): π.χ. για τις διατάξεις που αφορούν την καταχώριση στο μητρώο (άρθρο 11) και τη δημοσιότητα των εγγράφων (άρθρο 12) καθώς και για τις διατάξεις που αφορούν τη συγχώνευση (άρθρο 28).
85. Επομένως ευσταθεί το ότι ο κανονισμός ρυθμίζει διάφορα θέματα παραπέμποντας στο εθνικό δίκαιο. Εντούτοις, περιέχει μια ρητή διάταξη που καθορίζει με πλήρη σαφήνεια την ιεραρχία των εφαρμοστέων διατάξεων: συγκεκριμένα, το άρθρο 8 προβλέπει σαφώς την υπεροχή του κανονισμού (29).
86. Ο κανονισμός περιέχει φυσικά, σε μεγάλο βαθμό, τελείως νέες διατάξεις. Αυτό ισχύει πρωτίστως για τις διατάξεις σχετικά με τη σύσταση της SCE, και συγκεκριμένα για τη σύσταση ex nihilo, δηλαδή τη σύσταση νέας SCE χωρίς συγχώνευση ή μετατροπή υφιστάμενων ήδη νομικών προσώπων (30).
87. Με τον επίδικο κανονισμό δημιουργήθηκε επομένως η νέα νομική μορφή που συνίσταται στη SCE. Όπως δέχονται τόσο το Συμβούλιο όσο και το Κοινοβούλιο, ο κανονισμός δημιουργεί μια κοινοτική οργανωτική δομή που θα υπάρχει παράλληλα με τις προβλεπόμενες από τα εθνικά δίκαια οργανωτικές δομές.
88. Το γεγονός ότι η SCE προστίθεται στις υπάρχουσες νομικές μορφές που έχει ένας συνεταιρισμός κατά τα εθνικά δίκαια καθίσταται σαφές κυρίως από το άρθρο 9. Κατά το άρθρο αυτό, η SCE πρέπει καταρχήν να αντιμετωπίζεται ως συνεταιρισμός ο οποίος έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους της καταστατικής έδρας της.
89. Οι διατάξεις του κανονισμού συμπληρώνουν επομένως τις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Κατά συνέπεια, οι SCE πρέπει να θεωρηθούν, παρά τις υπάρχουσες παραπομπές στο εθνικό δίκαιο, ως πραγματικά νέο δημιούργημα. Το αποτέλεσμα του συμπεράσματος αυτού όμως είναι ότι το άρθρο 95 ΕΚ δεν μπορεί να αποτελεί επαρκή νομική βάση (31).
90. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι ο κανονισμός δεν θίγει το εθνικό δίκαιο περί συνεταιρισμών. Η νομική μορφή της SCE δεν αντικαθιστά δηλαδή τις νομικές μορφές που προβλέπουν τα εθνικά δίκαια, αλλά διαφέρει από αυτές και προστίθεται σε αυτές (32).
91. Επιπλέον, στην παρούσα διαδικασία χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα ότι το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει μόνο την έκδοση πράξεων που θα μπορούσε επίσης να θεσπίσει ένα κράτος μέλος. Η άποψη αυτή εκφράζεται επίσης ποικιλοτρόπως στη νομική θεωρία (33).
92. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η προσέγγιση των νομοθεσιών μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην εξάλειψη των εμποδίων που οφείλονται στο γεγονός ότι η νομοθεσία κάθε κράτους μέλους έχει περιορισμένο μόνο τοπικό πεδίο εφαρμογής. Με το επιχείρημα αυτό το Κοινοβούλιο επιδιώκει να θεμελιώσει την άποψή του ότι το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει επίσης τη δημιουργία νέων οργανωτικών δομών που να ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα.
93. Η άποψη του Κοινοβουλίου ότι η εξάλειψη των εμποδίων που οφείλονται στο γεγονός ότι η νομοθεσία κάθε κράτους μέλους έχει περιορισμένο μόνο τοπικό πεδίο εφαρμογής δεν μπορεί εξ ορισμού να πραγματοποιηθεί με τη θέσπιση μέτρων ενός μόνο κράτους μέλους είναι ορθή.
94. Για λόγους σαφήνειας πρέπει πάντως να επισημάνω ότι το ζήτημα φυσικά δεν είναι αν ένα κράτος μέλος μπορεί να εκδώσει πράξη που να έχει το ίδιο περιεχόμενο και τα ίδια αποτελέσματα. Το αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί μάλλον η κατανομή αρμοδιοτήτων, πράγμα που ανταποκρίνεται στη βασική αντίληψη ότι η αρμοδιότητα για την προσέγγιση των νομοθεσιών αποτελεί συντρέχουσα αρμοδιότητα.
95. Για την αποφυγή παρανοήσεων θα έπρεπε επομένως να γίνεται μάλλον λόγος για αρμοδιότητα για συγκεκριμένα θέματα (34) ή για συγκεκριμένο τομέα (35) και όχι για θέσπιση μέτρων με το ίδιο περιεχόμενο. Στην παρούσα περίπτωση δεν θα επρόκειτο όμως για την αρμοδιότητα θέσπισης ρυθμίσεων στον τομέα του δικαίου των συνεταιρισμών, αλλά πιο συγκεκριμένα για την αρμοδιότητα δημιουργίας μιας νομικής μορφής στον τομέα του δικαίου των συνεταιρισμών η οποία προορίζεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ολόκληρη την Κοινότητα.
96. Στο επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει τη δημιουργία νέων οργανωτικών δομών, εφόσον επιδιώκεται η εξάλειψη των εμποδίων που οφείλονται στο γεγονός ότι η νομοθεσία κάθε κράτους μέλους έχει περιορισμένο μόνο τοπικό πεδίο εφαρμογής, μπορεί να αντιταχθεί ότι το άρθρο 95 ΕΚ επιτρέπει μεν και την εξάλειψη των γεωγραφικών ορίων των εθνικών νομοθεσιών, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το άρθρο αυτό καλύπτει επίσης όλα τα νομικά μέτρα, π.χ. οποιοδήποτε κανονισμό, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του, εφόσον ο κανονισμός αυτός δίδει τη δυνατότητα υπέρβασης των ορίων αυτών. Το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου σαφές, και μάλιστα όσον αφορά τη δημιουργία οργανωτικών δομών που ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα (36). Αντίθετα, η δημιουργία τέτοιων δομών, όπως είναι η δημιουργία νέων εταιρικών μορφών σαν την SCE, αποτελεί εκ φύσεως κάτι το νέο. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του κανονισμού που αφορά την SCE. Ο σκοπός που επιδιώκεται με τον κανονισμό αυτό έχει δευτερεύουσα σημασία.
97. Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι ορισμένα αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη δημιουργία δομών κοινοτικής εμβέλειας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα μέτρα που προορίζονται να παραγάγουν τέτοια αποτελέσματα μπορούν να στηρίζονται στο άρθρο 95 ΕΚ. Για την ερμηνεία της νομικής αυτής βάσης και επομένως για το ζήτημα της δυνατότητας χρησιμοποίησής της δεν μπορεί να ανάγεται σε μόνο κριτήριο το αν ορισμένη νομική πράξη επιδιώκει απλώς κάποιο σκοπό στο πλαίσιο της προσέγγισης των νομοθεσιών. Επιπλέον, δεν πρέπει να συνάγεται από τον σκοπό αυτό ότι οποιοδήποτε μέσο για την επίτευξή του, δηλαδή οποιοδήποτε μέτρο, επιτρέπεται αυτόματα να θεσπίζεται με αυτή τη νομική βάση.
98. Θα ήθελα να τονίσω και πάλι ότι το άρθρο 95 ΕΚ αποτελεί απλώς μία από τις νομικές βάσεις στις οποίες μπορεί να στηριχτεί η επιδίωξη των στόχων της προσέγγισης των νομοθεσιών. Το ότι οι οργανωτικές δομές που προορίζονται να ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα μπορούν να δημιουργούνται μόνο με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει αυτόματα να χρησιμοποιηθεί ορισμένη νομική βάση, και συγκεκριμένα το άρθρο 95 ΕΚ. Ορισμένοι στόχοι, όπως είναι η δημιουργία νέων κοινοτικών νομικών μορφών, μπορούν αντίθετα να επιτευχθούν μόνο με βάση το άρθρο 308 ΕΚ.
Γ – Συμπέρασμα
99. Δεδομένου ότι η έκδοση του επίδικου κανονισμού δεν μπορούσε να στηριχτεί στο άρθρο 95 ΕΚ και, επιπλέον, συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 308 ΕΚ, το άρθρο 308 ΕΚ αποτελεί την ορθή νομική βάση.
VI – Διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων του κανονισμού
100. Επειδή επομένως ο κανονισμός δεν πρέπει, κατά την άποψή μου, να ακυρωθεί, δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με το ζήτημα της διατήρησης σε ισχύ των διαχρονικών αποτελεσμάτων του.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
101. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι παρεμβαίνοντες, δηλαδή το Βασίλειο της Ισπανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή, θα πρέπει να φέρουν τα έξοδά τους.
VIII – Πρόταση
102. Κατόπιν όλων των παραπάνω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή του Κοινοβουλίου ως αβάσιμη,
2) να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα,
3) να αποφανθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή φέρουν τα έξοδά τους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 207, σ. 1.
3 – COM (91) 273 τελ. (ΕΕ 1992, C 99, σ. 14).
4 – COM (93) 252 τελ. (ΕΕ 1993, C 236, σ. 17).
5 – COM (93) 570 τελ. καθώς και SEK (99) 581 τελ.
6 – Αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 11), και της 11ης Ιουλίου 1991, C‑300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I‑2867, σκέψη 10).
7 – Αποφάσεις 45/86 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 13), της 7ης Ιουλίου 1992, C‑295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I‑4193, σκέψη 11), της 13ης Ιουλίου 1995, C‑350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I‑1985, σκέψη 26), και της 10ης Ιουλίου 2003, C‑15/00, Επιτροπή κατά ΕΤΕπ (Συλλογή 2003, σ. I‑7281).
8 – Αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1991, C‑70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I‑4529, σκέψη 17), και της 17ης Μαρτίου 1993, C‑155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I‑939, σκέψη 19).
9 – Deckert/Lilienthal, «Die Rechtsetzungskompetenzen der EG im Privatrecht», Europäisches Wirtschafts- & Steuerrecht 1999, σ. 121 (σ. 123 και 124.)· Troberg/Tiedje, Rz. 27 zu Artikel44· διαφορετική άποψη έχει ο Trüe, Das System der Rechtsetzungskompetenzen der Europäischen Gemeinschaft und der Europäischen Union, 2002, σ. 231 και 232.
10 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C‑491/01, BAT (Συλλογή 2002, σ. I‑11453, σκέψη 60).
11 – Αποφάσεις C‑491/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 60), και της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑210/03, Swedish Match (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή).
12 – Wahlers, «Art. 100a EWGV – Unzulässige Rechtsgrundlage für den geänderten Vorschlag einer Verordnung über das Statut der Europäischen Aktiengesellschaft?», Aktiengesellschaft 1990, 448 (451).
13 – Trüe (όπ. π. στην υποσημείωση 9), σ. 205 και 208. Βλ. επίσης την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994, C‑9/93, IHT (Συλλογή 1994, σ. I‑2789, σκέψη 58).
14 – Αποφάσεις C‑350/92 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 35), της 5ης Οκτωβρίου 2000, C‑376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I‑8419, σκέψη 86), της 9ης Οκτωβρίου 2001, C‑377/98, Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑7079, σκέψη 15), και C‑491/01 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 61).
15 – Γνωμοδότηση 1/94 της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. I‑5267, σκέψη 59) και αποφάσεις C‑350/92 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 23 και 27) και C‑377/98 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 24).
16 – ΕΕ L 11, σ. 1.
17 – Dashwood. «The Limits of European Community Powers», EuropeanLawReview 1996, 113 (120), Müller-Graff, «Die Rechtsangleichung zur Verwirklichung des Binnenmarktes», Europarecht 1989, 107 (129)· βλ. επίσης Tietje, στο: Grabitz/Hilf, Kommentar, «Art. 95 EGV», αριθ. 52.
18 – Herrnfeld, Schwarze (επιμ.), EU-Kommentar, «Art. 95 EGV», αριθ. 23, Schwartz, «30 Jahre EG-Rechtsangleichung», στο: Eine Ordnungspolitik für Europa, Festschrift von der Groeben, 1987, 330 (365)· Tietje (όπ. π. στην υποσημείωση 17), αριθ. 52.
19 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, C‑92/92 και C‑326/92, Collins και Patricia Im- und Export (Συλλογή 1993, σ. I‑5145).
20 – Βλ. Pipkorn/Bardenhewer-Rating/Taschner, von der Groeben/Schwarze (επιμ.), EU‑/EG-Vertrag Kommentar, 6η έκδοση, «Artikel 95 EG», αριθ. 41, καθώς και Leible, Streinz/Ohler/Burgi (επιμ.), EUV/ΕΚV: Vertrag über die Europäische Union und Vertrag zur Gründung der Europäischen Gemeinschaft, 2003, «Art. 95 ΕΚV», αριθ. 29, που υποστηρίζουν την άποψη της Επιτροπής. Βλ. Trüe (όπ. π. στην υποσημείωση 9), σ. 268, όπου όμως υποστηρίζεται ότι για ορισμένα ζητήματα, και ειδικά για τη συμπλήρωση με διατάξεις του εθνικού δικαίου, πρέπει να δίδεται το προβάδισμα στο άρθρο 44 ΕΚ.
21 – Βλ. Ehlermann, «The Internal Market Following the Single European Act», Common Market Law Review 1987, 361 (385).
22 – Arnull/Dashwood/Ross/Wyatt, European Union Law, 4η έκδοση, 2000, σ. 521.
23 – Snaith, «Das anwendbare Recht», στο: Reiner Schulze (επιμ.), Europäische Genossenschaft, 2004, σ. 25.
24 – Reiner Schulze, «Einführung: Die Verordnung über das Statut der Europäischen Genossenschaft (SCE)», στο: Reiner Schulze (επιμ.), Europäische Genossenschaft, 2004, 1 (2), και Wahlers (όπ. π. στην υποσημείωση 12), σ. 451.
25 – Schulze (όπ. π. στην υποσημείωση 24), σ. 4.
26 – Snaith (όπ. π. στην υποσημείωση 23), σ. 19 (38).
27 – Απόφαση C‑377/98 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψη 25.
28 – Snaith (όπ. π. στην υποσημείωση 23), σ. 40 και 41.
29 – Αυτό επισημαίνεται επίσης από τον Snaith (όπ. π. στην υποσημείωση 23), σ. 19.
30 – Parléani, «Le règlement relatif à la société coopérative européenne, et la subtile articulation du droit communautaire et des droits nationaux», Revue des sociétés 2004, 74 (87).
31 – Βλ. συναφώς Wahlers (όπ. π. στην υποσημείωση 12), σ. 454.
32 – Schulze (όπ. π. στην υποσημείωση 24), σ. 1.
33 – Dashwood (όπ. π. στην υποσημείωση 17), σ. 120· Deckert/Lilienthal (όπ. π. στην υποσημείωση 9), σ. 128· Müller-Graff (όπ. π. στην υποσημείωση 17), σ. 129· Wahlers (όπ. π. στην υποσημείωση 12), σ. 453· Arnull/Dashwood/Ross/Wyatt (όπ. π. στην υποσημείωση 22), σ. 521. Αντίθετα, βλ. την άποψη των Pipkorn/Bardenhewer-Rating/Taschner (όπ. π. στην υποσημείωση 20), αριθ. 40, οι οποίοι εργάζονται ή εργάστηκαν στην Επιτροπή.
34 – Dashwood (όπ. π. στην υποσημείωση 17), σ. 120.
35 – Trüe (όπ. π. στην υποσημείωση 9), σ. 217, που όμως δεν θεωρεί καταρχήν κατάλληλο το κριτήριο αυτό.
36 – Υπέρ της άποψης αυτής οι Pipkorn/Bardenhewer-Rating/Taschner (όπ. π. στην υποσημείωση 20), αριθ. 40, καθώς και ο Leible (όπ. π. στην υποσημείωση 20), αριθ. 29, σχετικά με τα προστατευόμενα δικαιώματα. Κατά της άποψης αυτής ο Herrnfeld (όπ. π. στην υποσημείωση 18), αριθ. 22.
Full & Egal Universal Law Academy