ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 17ης Μαρτίου 2005 (1)
Υπόθεση C-437/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Οδηγία 78/686 – Οδηγία 78/687 – Άρθρο 1 – Άσκηση δραστηριοτήτων οδοντιάτρου – Περιορισμός στους επαγγελματίες που έχουν λάβει οδοντιατρική εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου – Παρέκκλιση – Προϋποθέσεις»
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέβη τις διατάξεις των οδηγιών 78/686/ΕΟΚ και 78/687/ΕΟΚ οι οποίες προβλέπουν ότι μόνον οι επαγγελματίες που έχουν περατώσει ειδικές σπουδές οδοντιατρικής μπορούν να ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, καθώς και τις διατάξεις οι οποίες προσδιορίζουν πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις οι εν λόγω δραστηριότητες μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να ασκούνται και από επαγγελματίες που έχουν λάβει πανεπιστημιακή εκπαίδευση ιατρού.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτική νομοθεσία
2. Το Συμβούλιο σταδιακώς έχει εκδώσει για ορισμένες δραστηριότητες ανά δύο αλληλοσυμπληρούμενες οδηγίες προς διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των επαγγελματιών: η μια συντονίζει τις εφαρμοστέες σε κάθε κράτος μέλος προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως για την ανάληψη των οικείων δραστηριοτήτων, η δε άλλη ρυθμίζει την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων που χορηγούνται με το πέρας της εν λόγω εκπαιδεύσεως.
3. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, οι δύο κρίσιμες οδηγίες που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου είναι η οδηγία 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (στο εξής: οδηγία περί αναγνωρίσεως) (2), και η οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (στο εξής: οδηγία περί συντονισμού) (3), όπως έχουν τροποποιηθεί με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
Η οδηγία περί συντονισμού
4. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού προβλέπει ότι:
«1. Τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου που ασκούνται με τους τίτλους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ [περί αναγνωρίσεως] από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου που αναφέρεται στο παράρτημα Α της ιδίας οδηγίας και παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του [ειδικές γνώσεις.]
[…]
Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να του παρέχει τις αναγκαίες αρμοδιότητες για το σύνολο των προληπτικών, διαγνωστικών και θεραπευτικών δραστηριοτήτων των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών.
2. Η οδοντιατρική αυτή εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη απασχόληση στην ύλη που απαριθμείται στο παράρτημα και πραγματοποιείται σε πανεπιστήμιο, σε ανώτατο ινστιτούτο αναγνωρισμένο ως ισότιμο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.»
5. Εν συνεχεία, το άρθρο 2, παράγραφος 1, υπογραμμίζει εκ νέου ότι:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου του ειδικευμένου οδοντιάτρου να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στους ακόλουθoυς όρους:
α) […] την επιτυχή περάτωση πενταετών θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη απασχόληση στο πλαίσιο του κύκλου σπουδών που προβλέπεται στο άρθρο 1 […].»
6. Τέλος, το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι:
«Θεωρούνται ότι καλύπτουν τους όρους, που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, περίπτωση α), οι δικαιούχοι του άρθρου 19 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ [περί αναγνωρίσεως].»
Η οδηγία περί αναγνωρίσεως
7. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως προβλέπει ότι:
«Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου που ορίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ [περί συντονισμού] και ασκούνται υπό τους κατωτέρω τίτλους:
[…]
– στην Αυστρία: το δίπλωμα του οποίου η ονομασία θα κοινοποιηθεί από τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998,
[…]»
8. Επιπλέον, το άρθρο 2 ορίζει ότι:
«Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους του οδοντιάτρου που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ [περί συντονισμού], και που απαριθμούνται στο παράρτημα Α της παρούσης οδηγίας, προσδίδοντάς τους στην επικράτειά του, όσον αφορά την ανάληψη μη μισθωτών δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου και την άσκηση αυτών, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί.»
9. Το άρθρο 19 β, το οποίο ασκεί ιδιαίτερη επιρροή εν προκειμένω, προβλέπει τα εξής:
«Από τη στιγμή που η Δημοκρατία της Αυστρίας θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσης οδηγίας τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους ιατρού, οι οποίοι έχουν εκδοθεί στην Αυστρία σε πρόσωπα που άρχισαν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην ιατρική πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, εφόσον συνοδεύονται από βεβαίωση που παρέχεται από τις αρμόδιες αυστριακές αρχές, η οποία πιστοποιεί ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν ασχοληθεί, στην Αυστρία, πραγματικά και νόμιμα και κυρίως με τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ [περί συντονισμού], τουλάχιστον επί τρία συνεχή έτη κατά τη διάρκεια των πέντε ετών προ της χορηγήσεως της βεβαιώσεως και ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν άδεια ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών με τους ιδίους όρους αυτών που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που αναφέρεται στο παράρτημα Α της παρούσης οδηγίας.
Απαλλάσσονται από την απαίτηση της τριετούς πρακτικής η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τα πρόσωπα τα οποία περάτωσαν με επιτυχία σπουδές τουλάχιστον τριών ετών που βεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές σαν ισότιμες με την εκπαίδευση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ [περί συντονισμού].»
10. Τέλος, το παράρτημα Α απαριθμεί τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους λοιπούς τίτλους οδοντιάτρου που χορηγούν τα κράτη μέλη.
Β – Εθνική νομοθεσία
11. Πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη δραστηριότητα οδοντιάτρου ασκούσαν στο εν λόγω κράτος δύο κατηγορίες επαγγελματιών, των οποίων η οδοντιατρική εκπαίδευση δεν ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου:
– οι «Dentisten» (πρακτικοί οδοντίατροι) που παρακολουθούσαν τριετή κύκλο σπουδών σε μη πανεπιστημιακό ίδρυμα (ο εν λόγω κύκλος σπουδών καταργήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1975)
– και οι «Fachärzte für Zahn-, Mund- und Kieferheilkunde» (ιατροί με ειδίκευση στην οδοντιατρική, στο εξής: εξειδικευμένοι ιατροί) που διέθεταν πανεπιστημιακό πτυχίο ιατρικής, με ειδίκευση στην οδοντιατρική.
12. Η Δημοκρατία της Αυστρίας, κατόπιν της προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέσπισε, προκειμένου να συμμορφωθεί προς αμφότερες τις οδηγίες, περί συντονισμού και περί αναγνωρίσεως, τρεις κανονιστικές ρυθμίσεις (τον νόμο του 1998 για τους ιατρούς (4), τον νέο νόμο για τους οδοντιάτρους (5) και το διάταγμα περί της αποδείξεως των τυπικών προσόντων των ιατρών για τον ΕΟΧ (6)) οι οποίες αναδιαμόρφωσαν τη νομοθεσία της ως προς το επίμαχο ζήτημα.
13. Ειδικότερα, καθιερώθηκε, μεταξύ άλλων, η επαγγελματική ιδιότητα του «Zahnarzt» (οδοντιάτρου), ο οποίος, όπως απαιτεί το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού, αναλαμβάνει και ασκεί τις δραστηριότητές του μόνον κατόπιν αποκτήσεως πανεπιστημιακού τίτλου στον συγκεκριμένο τομέα της οδοντιατρικής.
14. Επιπλέον, όσον αφορά τις προϋφιστάμενες κατηγορίες επαγγελματιών, οι νέες κανονιστικές ρυθμίσεις προβλέπουν τα εξής:
– οι «Dentisten» που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται επαγγελματικώς μπορούν να καταθέσουν στον επαγγελματικό τους σύλλογο αίτηση για τη χορήγηση της κατά το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως βεβαιώσεως και να συνεχίσουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να ασκούν τις δραστηριότητές τους, υπό την ονομασία εντούτοις του «Zahnarzt» ή του «Zahnarzt (Dentist)» (άρθρο 4, παράγραφος 3, και άρθρο 6 του νέου νόμου για τους οδοντιάτρους)·
– αντιθέτως, οι «Fachärzte» εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό την προηγούμενη ονομασία τους (άρθρα 17 και 23 του νόμου για τους ιατρούς).
15. Σύμφωνα με το τροποποιηθέν νομοθετικό πλαίσιο, στις 29 Ιουλίου 1999, η Δημοκρατία της Αυστρίας κοινοποίησε στην Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, τις ονομασίες υπό τις οποίες ασκούνται οι δραστηριότητες του οδοντιάτρου στην επικράτειά της, ήτοι: «Zahnarzt», «Zahnarzt (Dentist)» και «Facharzt».
16. Κατόπιν της εν λόγω κοινοποιήσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας τροποποίησε εκ νέου τη νομοθεσία της, παρέχοντας στους εξειδικευμένους ιατρούς τη δυνατότητα να επιλέξουν μία εκ των ονομασιών «Facharzt» ή «Zahnarzt» για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους (άρθρο 43, παράγραφος 7, του νόμου για τους ιατρούς, όπως τροποποιήθηκε με τον νέο νόμο για τους ιατρούς (7)).
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
17. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις, διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το συμβατό τους με τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού και, κατόπιν τούτου, στις 24 Ιουλίου 2000, απηύθυνε στη Δημοκρατία της Αυστρίας έγγραφο οχλήσεως.
18. Εν συνεχεία, στις 18 Ιουλίου 2001, απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος αιτιολογημένη γνώμη προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις επίμαχες οδηγίες εντός προθεσμίας δύο μηνών.
19. Η Επιτροπή, κρίνοντας μη ικανοποιητικές τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις και απαντήσεις, ζήτησε από το Δικαστήριο, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του στις 16 Οκτωβρίου 2003:
«1) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, παρέχοντας, με τα άρθρα 6 και 4, παράγραφος 3, του νόμου για τους οδοντιάτρους, στους πρακτικούς οδοντιάτρους (Dentisten) τη δυνατότητα να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό την ονομασία “Zahnarzt” ή “Zahnarzt (Dentist)”, επικαλούμενοι την παρέκκλιση που καθιερώνει το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, μολονότι δεν πληρούν τις κατά το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού ελάχιστες προϋποθέσεις και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 2 και 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και από το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού·
2) να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, παρέχοντας, με τα άρθρα 17 και 23 του νόμου για τους ιατρούς, στους “Fachärzte für Zahn-, Mund- und Kieferheilkunde” (ιατρούς με ειδίκευση στην οδοντιατρική) τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους, κατά παράβαση του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, και εξομοιώνοντάς τους ανεπαρκώς προς τους οδοντιάτρους, καθόσον οι εν λόγω ιατροί έχουν το δικαίωμα να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους κατόχους των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Α (οδοντιάτρους) (8), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.»
III – Νομική εκτίμηση
Α – Εισαγωγή
20. Πριν προχωρήσω στην ανάλυση των δύο αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να προσδιορισθεί το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από τις επίμαχες οδηγίες, ιδίως όσον αφορά την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου από ορισμένους μόνον επαγγελματίες.
21. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού, τα κράτη μέλη δεσμεύονται να εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου από την κατοχή τίτλου χορηγηθέντος με το πέρας οδοντιατρικής εκπαιδεύσεως πανεπιστημιακού επιπέδου, σύμφωνα με τις κατά την εν λόγω οδηγία ελάχιστες προϋποθέσεις.
22. Δεδομένου ότι σε ορισμένα κράτη μέλη, πριν από τη θέσπιση των επίμαχων οδηγιών (ή πριν από την προσχώρησή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση), τη δραστηριότητα του οδοντιάτρου ασκούσαν οι ιατροί που δεν είχαν λάβει παρόμοια ειδική εκπαίδευση, ο κοινοτικός νομοθέτης καθιέρωσε, με τα άρθρα 19, 19 α και 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως (στα οποία παραπέμπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί συντονισμού), ειδική παρέκκλιση προς όφελος των εν λόγω ιατρών. Παρόμοια ειδικά μέτρα θεσπίστηκαν, μεταξύ άλλων, για την Ιταλική Δημοκρατία, για το Βασίλειο της Ισπανίας και για τη Δημοκρατία της Αυστρίας (9).
23. Με τις ειδικές αυτές διατάξεις, οι ιατροί οι οποίοι ασκούσαν ήδη δραστηριότητες οδοντιάτρου εξομοιώθηκαν προς τους επαγγελματίες που πραγματοποιούν ειδικές πανεπιστημιακές σπουδές οδοντιατρικής, με συνέπεια να έχουν το δικαίωμα, εφόσον πληρούν τις κατά την οδηγία ελάχιστες προϋποθέσεις, να εξακολουθήσουν να ασκούν τις δραστηριότητές τους στο κράτος μέλος καταγωγής τους και να αιτούνται την αναγνώριση του τίτλου τους στα λοιπά κράτη μέλη.
24. Συνεπώς, πρόκειται σαφώς για ειδικό καθεστώς που εισάγει παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις που αφορούν τις κατά την οδηγία περί συντονισμού προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως. Για τον λόγο αυτό, οι επίμαχες διατάξεις, ως ειδικές, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, σύμφωνα με πάγια αρχή του κοινοτικού δικαίου (10).
25. Εντεύθεν προκύπτει, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ότι άλλοι επαγγελματίες, πλην εκείνων που ορίζουν οι κοινοτικές οδηγίες, ειδικότερα δε το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού και οι ειδικές διατάξεις που εισάγουν ρητή παρέκκλιση από το εν λόγω άρθρο, δεν μπορούν να λαμβάνουν άδεια ασκήσεως δραστηριοτήτων οδοντιάτρου.
26. Εξάλλου, το Δικαστήριο, ακριβώς κατ’ εφαρμογήν της πάγιας αυτής αρχής του κοινοτικού δικαίου, έκρινε, με την απόφασή του της 1ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (11), ότι το επίμαχο καθεστώς δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλες κατηγορίες επαγγελματιών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να ασκούν τις οικείες δραστηριότητες, ακόμη και στην περίπτωση που η άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων περιορίζεται μόνο στο εθνικό έδαφος. Πράγματι, μολονότι η Ιταλική Δημοκρατία προέβαλε αυτόν ακριβώς τον ισχυρισμό, ήτοι ότι η παρέκκλιση που καθιερώνει η οδηγία μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωση του περιορισμού των δραστηριοτήτων στο εθνικό έδαφος κράτους μέλους (12), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν εναπόκειται στα κράτη μέλη «η δημιουργία μιας κατηγορίας οδοντιάτρων μη αντιστοιχούσας σε καμιά από τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω οδηγίες κατηγορίες» και, συνεπώς, η δημιουργία της νέας αυτής κατηγορίας αντιβαίνει στο σύστημα των κανόνων που θεσπίζουν οι επίμαχες οδηγίες (13).
27. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων ως προς αυτό το ζήτημα, το οποίο ενδεχομένως εγείρει ορισμένες αμφιβολίες, εκλείπει οποιαδήποτε πραγματική διαφωνία μεταξύ των διαδίκων της παρούσας διαφοράς, δεδομένου ότι η ίδια η Δημοκρατία της Αυστρίας, όπως θα επισημανθεί εν συνεχεία, αναγνωρίζει το βάσιμο των αιτιάσεων της Επιτροπής.
28. Οι εν λόγω αιτιάσεις αφορούν την ερμηνεία μιας εκ των προαναφερθεισών διατάξεων της οδηγίας που εισάγουν παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, ειδικότερα δε του άρθρου 19 β, το οποίο ορίζει ότι:
«Από τη στιγμή που η Δημοκρατία της Αυστρίας θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσης οδηγίας, τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους ιατρού, οι οποίοι έχουν εκδοθεί στην Αυστρία σε πρόσωπα που άρχισαν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην ιατρική πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, εφ' όσον συνοδεύονται από βεβαίωση που παρέχεται από τις αρμόδιες αυστριακές αρχές, η οποία πιστοποιεί ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν ασχοληθεί, στην Αυστρία, πραγματικά και νόμιμα και κυρίως με τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ [περί συντονισμού], τουλάχιστον επί τρία συνεχή έτη κατά την διάρκεια των πέντε ετών προ της χορηγήσεως της βεβαιώσεως και ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν άδεια ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών με τους ιδίους όρους αυτών που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που αναφέρεται στο παράρτημα Α της παρούσης οδηγίας.
Απαλλάσσονται από την απαίτηση της τριετούς πρακτικής η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τα πρόσωπα τα οποία περάτωσαν με επιτυχία σπουδές τουλάχιστον τριών ετών που βεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές σαν ισότιμες με την εκπαίδευση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ [περί συντονισμού].» (14)
Β – Επί της πρώτης αιτιάσεως που αφορά τους «Dentisten»
29. Η Επιτροπή, με την πρώτη της αιτίαση, προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέσχε παρανόμως στους «Dentisten» τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό την ονομασία «Zahnarzt» ή «Zahnarzt (Dentist)».
30. Συναφώς, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι οι «Dentisten» οι οποίοι εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται επαγγελματικώς δεν έχουν λάβει πανεπιστημιακή εκπαίδευση και, συνεπώς, δεν πληρούν τις κατά το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού ελάχιστες προϋποθέσεις· επιπλέον, οι εν λόγω πρακτικοί οδοντίατροι δεν διαθέτουν ούτε πτυχίο ιατρικής και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να απολαύουν του ειδικού καθεστώτος που καθιερώνει το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.
31. Συνεπώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας, παρέχοντας στους «Dentisten» το δικαίωμα να ασκούν τις δραστηριότητές τους, διατήρησε στην έννομή της τάξη μια «κατηγορία οδοντιάτρων μη αντιστοιχούσα σε καμιά από τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω οδηγίες κατηγορίες» και, κατά συνέπεια, ασύμβατη με τις διατάξεις των επίμαχων οδηγιών.
32. Η Δημοκρατία της Αυστρίας αναγνώρισε το βάσιμο των ανωτέρω επιχειρημάτων της Επιτροπής.
33. Για τους λόγους αυτούς και κατόπιν των προεκτεθεισών με τα ανωτέρω σημεία 25 και 26 σκέψεων, φρονώ ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Γ – Επί της δεύτερης αιτιάσεως που αφορά τους «Fachärzte»
34. Η Επιτροπή, με τη δεύτερή της αιτίαση, προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ότι παρέσχε παρανόμως στους «Fachärzte» (ιατρούς ειδικευμένους στην οδοντιατρική), οι οποίοι απολαύουν του ειδικού καθεστώτος που καθιερώνει το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους τόσο υπό αυτήν την ονομασία όσο και υπό την ονομασία «Zahnarzt».
35. Όπως επισήμανε η Επιτροπή και αναγνωρίζει και η ίδια η Δημοκρατία της Αυστρίας, φρονώ ότι το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής προκύπτει τόσο από τη γραμματική όσο και από την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.
36. Όσον αφορά το γράμμα της επίμαχης διατάξεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου, οι «Fachärzte» μπορούν να ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου και να αιτούνται την αναγνώριση του τίτλου τους στα άλλα κράτη μέλη μόνον εφόσον λάβουν από τις αρμόδιες αυστριακές αρχές βεβαίωση από την οποία να προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι «έχουν άδεια ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών με τους ιδίους όρους αυτών που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που αναφέρεται στο παράρτημα Α της παρούσης οδηγίας», ήτοι με τους κατόχους των διπλωμάτων που πιστοποιούν την περάτωση των προβλεπόμενων από την οδηγία περί συντονισμού πανεπιστημιακών σπουδών οδοντιατρικής (συνεπώς, με τους «Zahnärzte»).
37. Κατόπιν τούτου, η αυστριακή νομοθεσία οφείλει, προς διασφάλιση της τηρήσεως αυτής της υποχρεώσεως και, συνεπώς, της χορηγήσεως αληθών βεβαιώσεων, να επιβάλει τόσο στους «Fachärzte» όσο και στους «Zahnärzte» τους «ίδιους όρους» ασκήσεως των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται αδιαμφισβητήτως και η ονομασία υπό την οποία ασκούν τις δραστηριότητές τους.
38. Επιπλέον, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η υποχρέωση επιβολής μίας και μοναδικής ονομασίας όχι μόνον προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, αλλά εξυπηρετεί και τον επιδιωκόμενο με τις επίμαχες οδηγίες σκοπό «του σαφούς διαχωρισμού των επαγγελμάτων του οδοντιάτρου και του ιατρού» (15).
39. Συνεπώς, σύμφωνα με τη συλλογιστική αυτή, όλοι οι δραστηριοποιούμενοι στον εν λόγω τομέα αυστριακοί επαγγελματίες πρέπει να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό την ίδια ονομασία («Zahnarzt»-οδοντίατρος), η οποία, αντιθέτως προς την ονομασία «Facharzt» (ιατρός με ειδίκευση στην οδοντιατρική) δεν παραπέμπει στην άσκηση δραστηριοτήτων ιατρού και, κατόπιν τούτου, παρέχει τη δυνατότητα σαφούς και άμεσης διακρίσεως των οδοντιάτρων από τους ιατρούς.
40. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι και η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
41. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Δημοκρατία της Αυστρίας ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V – Πρόταση
42. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
«1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας, παρέχοντας, με τα άρθρα 6 και 4, παράγραφος 3, του νόμου για τους οδοντιάτρους, στους πρακτικούς οδοντιάτρους (Dentisten) τη δυνατότητα να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό την ονομασία “Zahnarzt” ή “Zahnarzt (Dentist)”, επικαλούμενοι την παρέκκλιση που καθιερώνει το άρθρο 19 β της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ, μολονότι δεν πληρούν τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ ελάχιστες προϋποθέσεις και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 78/686/ΕΟΚ και 78/687/ΕΟΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19 β της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, και από το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978,
2) παρέχοντας, με τα άρθρα 17 και 23 του νόμου για τους ιατρούς, στους “Fachärtze für Zahn-, Mund- und Kieferheilkunde” (ιατρούς με ειδίκευση στην οδοντιατρική) τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό αυτήν την ονομασία και εξομοιώνοντάς τους ανεπαρκώς προς τους οδοντιάτρους, καθόσον οι εν λόγω ιατροί έχουν το δικαίωμα να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους κατόχους των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Α (οδοντιάτρους), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 β της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978,
3) και να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/03, σ. 12. Η οδηγία περί αναγνωρίσεως έχει τροποποιηθεί με: την οδηγία 89/594/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση των οδηγιών 75/362/ΕΟΚ, 77/452/ΕΟΚ, 78/686/ΕΟΚ, 78/1026/ΕΟΚ και 80/154/ΕΟΚ για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για τη γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου και μαίας, αντίστοιχα, καθώς και των οδηγιών 75/363/ΕΟΚ, 78/1027/ΕΟΚ και 80/155/ΕΟΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες ιατρού, κτηνιάτρου και μαίας, αντίστοιχα (ΕΕ 1989, L 341, σ. 19)· την οδηγία 90/658/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1990, περί προσαρμογής ορισμένων οδηγιών σχετικών με την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων ενόψει της γερμανικής ενοποίησης (ΕΕ 1990, L 353, σ. 73)· την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 2001 που τροποποιεί τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ και 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, καθώς και τις οδηγίες 77/452/ΕΟΚ, 77/453/ΕΟΚ, 78/686/ΕΟΚ, 78/687/ΕΟΚ, 78/1026/ΕΟΚ, 78/1027/ΕΟΚ, 80/154/ΕΟΚ, 80/155/ΕΟΚ, 85/384/ΕΟΚ, 85/432/ΕΟΚ, 85/433/ΕΟΚ και 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου που αφορούν το επάγγελμα του νοσηλευτού υπεύθυνου για γενικές φροντίδες, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας, του αρχιτέκτονα, του φαρμακοποιού και του ιατρού (ΕΕ 2001, L 206, σ. 1)· την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών (ΕΕ 1979, L 291, σ. 17)· την Πράξη για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23) και την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21 και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1).
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21. Η οδηγία περί συντονισμού έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19 και με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
4 – BGBl. I αριθ. 169/1998.
5 – BGBl. I αριθ. 45/1999.
6 – BGBl. II αριθ. 57/1999.
7 – BGBl. αριθ. 110/2001
8 – Υποσημείωση άνευ σημασίας.
9 – Κατόπιν της διευρύνσεως, ανάλογα μέτρα θεσπίστηκαν για τη Δημοκρατία της Τσεχίας και για τη Δημοκρατία της Σλοβακίας (νέα άρθρα 19 γ και 19 δ της οδηγίας περί αναγνωρίσεως).
10 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1975, 67/74, Carmelo Angelo Bonsignore (δεν έχει μεταφρασθεί στην ελληνική), της 23ης Μαρτίου 1983, 77/82, Πεσκέλογλου (Συλλογή 1983, σ. 1085) και της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459).
11 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1995, C-40/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-1319).
12 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 18.
13 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 24. Βλ., επίσης, διατάξεις του Δικαστηρίου της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-204/01, Klett (Συλλογή 2002, σ. Ι-10007, σκέψη 33), και της 17ης Οκτωβρίου 2003, C-35/02, Vogel (Συλλογή 2003, σ. Ι-12229, σκέψη 28).
14 – Η υπογράμμιση δική μου.
15 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-202/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I-9319, σκέψη 51). Βλ., επίσης, την προαναφερθείσα διάταξη Vogel, σκέψη 33. Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy