ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 3ης Φεβρουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-441/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
«Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και των αγρίων πτηνών»
I – Εισαγωγή και αιτήματα
1. Στην παρούσα διαδικασία, η Επιτροπή προσάπτει στις Κάτω Χώρες ότι δεν μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο διάφορες διατάξεις της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (2) (στο εξής: οδηγία για την προστασία των πτηνών) και της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (3) (στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους).
2. Η Επιτροπή, αφού παραιτήθηκε από ένα σημείο της προσφυγής της με το υπόμνημά της απαντήσεως, ζητεί πλέον από το Δικαστήριο
«– να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις
– για να συμμορφωθεί πριν από τις 25 Απριλίου 1981 προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, ή τουλάχιστον μη κοινοποιώντας τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, και
– για να συμμορφωθεί πριν από τις 20 Ιουνίου 1994 προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 1, στοιχεία, α΄, ε΄ και θ΄, το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, καθώς και τα άρθρα 7, 11, και 15 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, ή τουλάχιστον μη κοινοποιώντας τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή,
δεν έλαβε τα κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 25 Απριλίου 1981 ή τα κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 5 Ιουνίου 1994·
– να αναγνωρίσει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4 του νόμου περί προστασίας της φύσεως (Natuurbeschermingswet) αντιβαίνει προς το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ·
– να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.»
3. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει εν μέρει την προσφυγή.
4. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν μετέφερε επαρκώς στο εσωτερικό δίκαιο τις αναφερόμενες από την Επιτροπή διατάξεις, πλην όμως αμφισβητεί το περιεχόμενο που αποδίδει η Επιτροπή στην κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
II – Νομικό πλαίσιο
5. Συνεπεία της ως επί το πλείστον παραδοχής της προσαπτόμενης με την προσφυγή παραβάσεως, σημασία έχει εν προκειμένω μόνο το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Οι διατάξεις αυτές έχουν ως εξής:
«(3) Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
III – Εκτίμηση
6. Η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι Κάτω Χώρες παρέβησαν την υποχρέωσή τους να μεταφέρουν εμπροθέσμως στο εσωτερικό δίκαιο τις προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας για την προστασία των πτηνών και της οδηγίας για τους οικοτόπους. Πάντως, όσον αφορά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, ο ισχυρισμός της Επιτροπής είναι ασαφής. Η Επιτροπή αναφέρει δύο ημερομηνίες για την οδηγία για την προστασία των πτηνών, ήτοι την 6η και την 25η Απριλίου 1981, και τρεις ημερομηνίες για την οδηγία για τους οικοτόπους, ήτοι την 5η, την 10η και την 20ή Ιουνίου 1994. Το ζήτημα ποια είναι η ορθή ημερομηνία μπορεί να παραμείνει ανοιχτό, δεδομένου ότι η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο είχε εν πάση περιπτώσει παρέλθει ήδη πολύ πριν από την κίνηση της πριν από την άσκηση της παρούσας προσφυγής διαδικασίας (4).
7. Καθόσον η Ολλανδική Κυβέρνηση παραδέχεται στο πλαίσιο αυτό την προσαπτόμενη με την προσφυγή παράβαση, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει να καταδικασθεί σύμφωνα με το αίτημα της προσφυγής.
8. Αυτό ισχύει καταρχήν και για το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, δεδομένου ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση παραδέχεται και εδώ την ύπαρξη ανεπαρκούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο. Πάντως, οι διάδικοι και πάλι ερίζουν σε σχέση με αυτή τη διάταξη ως προς το περιεχόμενο της εξαγγελλόμενης με αυτή υποχρεώσεως. Το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επ’ αυτής της διαμάχης προκειμένου να καταστεί σαφές στους διαδίκους ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν κατά το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ για να εφαρμοσθεί η απόφασή του.
9. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων κατά την παράγραφο 3. Κατά τη γνώμη της, η εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, προϋποθέτει την εξακρίβωση του αν οι εναλλακτικές λύσεις καθεαυτές παραβλάπτουν την ακεραιότητα του οικείου τόπου. Επομένως, οι λύσεις αυτές έπρεπε να ληφθούν υπόψη ήδη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων (5). Επίσης, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αν υπάρχει κίνδυνος βλάβης ενός είδους προτεραιότητας ή ενός τύπου οικοτόπου προτεραιότητας (6), μολονότι το κριτήριο της προτεραιότητας εμφανίζεται για πρώτη φορά στο άρθρο 6, παράγραφος 4.
10. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, αντιθέτως, εκτιμά ότι δεν υπάρχει κανένα έρεισμα στην οδηγία υπέρ αυτής της απόψεως, η οποία θα αντέφασκε επίσης προς τη σχετική κατευθυντήρια γραμμή της Επιτροπής (7). Το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους προβλέπει εκτίμηση σχεδίων σε περισσότερα στάδια. Επομένως, η εξέταση του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους πραγματοποιείται μόνον εφόσον πληρούται μια σειρά προϋποθέσεων –πρέπει ιδίως η εκτίμηση των επιπτώσεων να καταλήγει προηγουμένως στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο μπορεί να επηρεάζει τον οικείο τόπο. Αν, αντιθέτως, η εκτίμηση των επιπτώσεων καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο οικείος τόπος δεν επηρεάζεται, τότε περιττεύει οποιαδήποτε εξέταση του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
11. Όπως έχει ήδη διαπιστώσει το Δικαστήριο, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν ορίζει κάποια ειδική μέθοδο βάσει της οποίας πρέπει να γίνεται η εκτίμηση των επιπτώσεων (8). Πάντως, από τις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις, αλλά και από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη στη γερμανική απόδοση, μπορεί να συναχθεί ότι η εκτίμηση πρέπει να είναι κατάλληλη [«angemessen»] (9). Λαμβανομένων υπόψη των άλλων γλωσσικών αποδόσεων, π.χ. στην αγγλική «appropriate», στη γαλλική «appropriée», στην ισπανική «adecuada», στην πορτογαλική «adequada», στην ιταλική «opportuna» καθώς και στην ολλανδική «passend», σ’ αυτόν τον όρο μπορεί επίσης να προσδοθεί η σημασία του πρόσφορου ή ενδεδειγμένου.
12. Επομένως, η εκτίμηση των επιπτώσεων δεν είναι μια απλώς τυπική διαδικαστική πράξη, αλλά πρέπει να ανταποκρίνεται στους σκοπούς της. Σκοπός της εκτιμήσεως είναι να διαπιστωθεί αν το σχέδιο συνάδει προς τους καθοριζόμενους γι’ αυτόν τον τόπο στόχους διατηρήσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να επισημανθούν, λαμβανομένων υπόψη των πλέον προωθημένων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες εκείνες οι πτυχές του σχεδίου που θα μπορούσαν, αυτές καθεαυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια, να επηρεάσουν τους στόχους διατηρήσεως ενός τόπου (10).
13. Επομένως, η εκτίμηση σκοπείται εντός ευρυτάτου πλαισίου. Πρέπει ιδιαιτέρως –όπως τονίζει η Επιτροπή– να δίνεται προσοχή σε τύπους οικοτόπου προτεραιότητας ή είδη προτεραιότητας. Αυτό, πάντως, προκύπτει όχι από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, αλλά από την όλη οικονομία της οδηγίας και ιδίως από τους στόχους διατηρήσεως. Με τους στόχους αυτούς πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη σπουδαιότητα σε τύπους οικοτόπου προτεραιότητας ή είδη προτεραιότητας, δεδομένου ότι η Κοινότητα και όλα τα κράτη μέλη φέρουν εν προκειμένω, κατά το άρθρο 1, στοιχεία δ΄ και η΄, καθώς και κατά την πρώτη φράση της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψεως, ιδιαίτερη ευθύνη (11).
14. Η άλλη κατά την παράγραφο 4 πτυχή, που κατά την άποψη της Επιτροπής πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ήδη στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, είναι η εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων. Η Επιτροπή τονίζει ορθώς ότι εναλλακτικές λύσεις μπορούν να εκτιμηθούν μόνον όταν είναι γνωστές όχι μόνον οι επιπτώσεις του αρχικού σχεδίου σε προστατευόμενους τόπους, αλλά και αυτές των εναλλακτικών λύσεων. Συγχέει εντούτοις, εν προκειμένω, την εφαρμογή των κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους στο πλαίσιο της κατά την παράγραφο 4 εκτιμήσεως των εναλλακτικών λύσεων με την πραγματοποίηση του κατά την παράγραφο 3 επιτασσόμενου προγράμματος εκτιμήσεων.
15. Όταν πρέπει να πραγματοποιείται εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων, οι εναλλακτικές αυτές λύσεις πρέπει να αξιολογούνται ως προς τις επιπτώσεις τους σε προστατευόμενους τόπους βάσει των ίδιων επιστημονικών δεδομένων όπως το αρχικό σχέδιο. Μόνο κατόπιν συγκριτικής αξιολογήσεως των επιπτώσεων είναι πλέον δυνατό να συγκρίνονται εναλλακτικές λύσεις. Στην πράξη συμπίπτουν συχνά κατά τη διαδικασία εγκρίσεως και τα δύο στάδια εκτιμήσεως από τη στιγμή κατά την οποία καταφαίνεται ότι ένα σχέδιο υπό την αρχική του μορφή θα επηρεάσει τον οικείο τόπο. Δεν θα ήταν αποτελεσματικό να διαπιστώνεται πρώτα πλήρως ο επηρεασμός και μόνο στη συνέχεια να πραγματοποιούνται περαιτέρω εκτιμήσεις για το αν υφίστανται εναλλακτικές λύσεις και ποιες συνέπειες αυτές θα είχαν.
16. Εντούτοις, από νομικής απόψεως απαιτείται ο αυστηρός διαχωρισμός των εκτιμήσεων κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, έχει εφαρμογή μόνον αν κατόπιν της εκτιμήσεως κατά την παράγραφο 3 δεν μπορούν να αποκλεισθούν επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα του οικείου τόπου (12). Επομένως, υποχρέωση για εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων υφίσταται, όταν στην περίπτωση αυτή το σχέδιο πρέπει παρά ταύτα να πραγματοποιηθεί για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Αν, αντιθέτως, υπάρξει αποστασιοποίηση από την πραγματοποίηση, περιττεύει η εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων, ακόμη και στην περίπτωση που η εκτίμηση των επιπτώσεων καταλήγει σε αρνητικό συμπέρασμα. Επομένως, ορθώς η Ολλανδική Κυβέρνηση ερμηνεύει το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους ως ένα σύστημα εκτιμήσεως σχεδίων που προβλέπει περισσότερα στάδια (13). Για τους λόγους αυτούς, δεν είναι αναγκαίο ήδη κατά την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 3 να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία κατά την παράγραφο 4. Αντιστρόφως, πάντως, για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4, μπορεί να απαιτούνται εκτιμήσεις που να ανταποκρίνονται στην κατά την παράγραφο 3 εκτίμηση.
17. Χάριν πληρότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν επίσης εναλλακτικές λύσεις που δεν μεταβάλλουν το σχέδιο υπό την έννοια ενός εναλλακτικού σχεδίου, αλλά αφορούν μόνο την πραγματοποίησή του. Όσον αφορά επιπτώσεις σε προστατευόμενους τόπους, μπορεί ως παράδειγμα να αναφερθεί η άσκηση επιβλαβών δραστηριοτήτων σε χρονικές περιόδους κατά τις οποίες το επιβλαβές αποτέλεσμα περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό. Τέτοιες εναλλακτικές δυνατότητες πραγματοποιήσεως μπορούν να αποτελούν μέρος των πτυχών του σχεδίου που πρέπει να εξακριβώνονται ήδη στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους εκτιμήσεως. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν κατά την απόφασή τους για την έγκριση να λαμβάνουν υπόψη τα εν προκειμένω αποτελέσματα της εκτιμήσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερη φράση, ακόμη κι όταν ο οικείος τόπος δεν επηρεάζεται. Κατάλληλοι όροι μπορούν πράγματι να συμβάλουν, κατά την έννοια των σκοπών της οδηγίας για τους οικοτόπους σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στη διασφάλιση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, αφορά εντούτοις όχι αυτές τις εναλλακτικές δυνατότητες πραγματοποιήσεως, αλλά εναλλακτικά σχέδια.
18. Επομένως, ως προς το σημείο αυτό, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
19. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι εν προκειμένω η Επιτροπή δικαιώθηκε πλήρως όσον αφορά έξι λόγους προσφυγής και ως επί το πλείστον όσον αφορά έναν περαιτέρω λόγο προσφυγής, μπορεί να μη ληφθεί υπόψη για την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων το ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως από ένα λόγο προσφυγής και ότι ως προς έναν άλλον εν μέρει ηττάται. Επομένως, οι Κάτω Χώρες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
V – Πρόταση
20. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, δεν έλαβε τα κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409 απαραίτητα μέτρα.
2) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 1, στοιχεία, α΄, ε΄ και θ΄, το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, καθώς και τα άρθρα 7, 11, και 15 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, δεν έλαβε τα κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43 απαραίτητα μέτρα.
3) Το άρθρο 13, παράγραφος 4 του νόμου περί προστασίας της φύσεως (Natuurbeschermingswet) αντιβαίνει προς το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43.
4) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
5) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
3 – ΕΕ 1992, L 206, σ. 7.
4 – Είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς η λήξη της προθεσμίας μεταφοράς των δύο οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτή στηρίζεται, κατά το τότε σε ισχύ άρθρο 191, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 254 ΕΚ), στην ημερομηνία κατά την οποία οι οδηγίες κοινοποιήθηκαν στα κράτη μέλη. Ως προς την οδηγία για την προστασία των πτηνών, πρέπει, κατά το CELEX και την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 236/85, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών [!] (Συλλογή 1987, σ. 3989, σκέψη 2), να ληφθεί ως βάση η 6η Απριλίου 1981. Αναφορικά με την οδηγία για τους οικοτόπους, το CELEX αναφέρει την 10η Ιουνίου 1994, ενώ το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του της 26ης Ιουνίου 1997 στην υπόθεση C-329/96, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1997, σ. I-3749, σκέψη 2), και της 11ης Δεκεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-83/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I-7191, σκέψη 2), έλαβε ως βάση την 5η Ιουνίου 1994.
5 – Προς στήριξη αυτής της απόψεως, η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στο σημείο 5.3.1. των κατευθυντήριων γραμμών της «Διαχείριση των περιοχών του δικτύου Natura 2000 – Οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τα ενδιαιτήματα» (Λουξεμβούργο 2000) (σ. 43 της ελληνικής αποδόσεως), κατά το οποίο εναλλακτικές λύσεις «θα έχουν ήδη προσδιορισθεί στο πλαίσιο της αρχικής εκτιμήσεως η οποία διενεργείται δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 6».
6 – Η Επιτροπή παραθέτει συναφώς το σημείο 4.4.1 των κατευθυντήριων γραμμών της (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 5, σ. 34 της ελληνικής αποδόσεως).
7 – Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 5, σημείο 4.5.2, σ. 37 της ελληνικής αποδόσεως) ορίζουν ρητώς: «Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρόλο που για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 6 η εκτίμηση δεν χρειάζεται, με την αυστηρή έννοια, να επεκταθεί πέραν του προτεινομένου σχεδίου ή έργου και να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις και μέτρα αντιμετώπισης των επιπτώσεων, αν αυτό γίνει, μπορεί να προκύψει μια σειρά από οφέλη».
8 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-127/02, Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenzee και Nederlandse Vereniging tot Bescherming van Vogels (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 52).
9 – Η γερμανική απόδοση της οδηγίας φαίνεται στο σημείο αυτό να είναι εσφαλμένη. Επομένως, οι αρμόδιες υπηρεσίες θα έπρεπε να εξετάσουν αν είναι αναγκαίο να γίνει διόρθωση.
10 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 54).
11 – Βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, C-117/03, Società Italiana Dragaggi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-167, σκέψη 27).
12 – Βλ., συναφώς, και την απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 57 και 60).
13 – Βλ. συναφώς τα σημεία 28 επ. των προτάσεών μου της 29ης Ιανουαρίου 2004 στην υπόθεση Waddenzee (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8).
Full & Egal Universal Law Academy