ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 28ης Ιουνίου 2005 (1)
Υπόθεση C-451/03
Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti Srl
κατά
Giuseppe Calafiori
[αίτηση του Corte d’Appello di Milano (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άρθρο 43 ΕΚ – Δικαίωμα εγκαταστάσεως – Άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ – Ελεύθερος ανταγωνισμός – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως – Άρθρο 87 ΕΚ – Κρατικές ενισχύσεις – Εθνική ρύθμιση θεσπίζουσα υπέρ ορισμένων οργανισμών αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων παροχής συμβουλών και φορολογικής αρωγής σε μισθωτούς και μικρές επιχειρήσεις όσον αφορά τη δήλωση φόρου εισοδήματος»
1. Η ιταλική έννομη τάξη έχει αναθέσει σε ορισμένους συγκεκριμένους φορείς, τους οποίους ενίοτε αμείβει από το Δημόσιο Ταμείο, την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων όσον αφορά τη διαχείριση του φόρου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων.
2. Το Corte d’appello di Milano (Ιταλία) εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα του συστήματος αυτού με το κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που είχε ως συνέπεια την υποβολή στο Δικαστήριο τριών προδικαστικών ερωτημάτων προκειμένου να διαλυθούν οι σχετικές του αμφιβολίες. Το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο ζητεί να μάθει αν αυτό το σύστημα συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως (πρώτο ερώτημα), αν είναι αντίθετο προς τις ελευθερίες εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών (δεύτερο ερώτημα) και αν, τέλος, συνεπάγεται πραγματικές κρατικές ενισχύσεις (τρίτο ερώτημα).
I – Κοινοτικό δίκαιο
A – Επί του ελεύθερου ανταγωνισμού
3. Οι δηλωμένοι στο άρθρο 2 ΕΚ στόχοι πρέπει να επιτευχθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 4 ΕΚ και 98 ΕΚ, μέσω της αναπτύξεως μιας ανοικτής οικονομίας της αγοράς, όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος στο πλαίσιο μιας καλόπιστης συνεργασίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 ΕΚ.
4. Σύμφωνα με τους στόχους αυτούς, το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82 ΕΚ) απαγορεύει, στο μέτρο που μπορεί να επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις δεσπόζουσας θέσεως στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα αυτής.
5. Το άρθρο 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 86 ΕΚ) απαγορεύει στα κράτη μέλη, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν χορηγηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ και, καθόσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
6. Η απαγόρευση, στο μέτρο που τα εν λόγω μέτρα επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κρατικών ενισχύσεων οι οποίες «νοθεύουν η απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό» διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής αποτελεί προηγούμενη αυτής της επιταγής προϋπόθεση, όπως αυτό έχει διατυπωθεί στο άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87 ΕΚ). Στην παράγραφο 2 απαριθμούνται οι ενισχύσεις της φύσεως αυτής που επιτρέπονται κατά παρέκκλιση και στην παράγραφο 3 αυτές που πρέπει να θεωρούνται ως συμβατές με την κοινή αγορά.
B – Επί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών
7. Το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ) διακηρύσσει την ελευθερία εγκαταστάσεως των υπηκόων κράτους μέλους στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, πράγμα που περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων καθώς και τη σύσταση και τη διαχείριση επιχειρήσεων, ιδίως εταιριών. Η διάταξη αυτή απαγορεύει τους περιορισμούς στην προπαρατεθείσα ελευθερία, επεκτείνοντάς την και σ’ αυτούς που επηρεάζουν την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων και θυγατρικών εντός άλλης κοινοτικής χώρας.
8. Παρ’ όλα αυτά, εξαιρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 45 ΕΚ), οι δραστηριότητες που συνδέονται, έστω και περιστασιακώς, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθώς και, δυνάμει του άρθρου 56 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 46 ΕΚ), οι εσωτερικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους και οι οποίες δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.
9. Όσον για τις εταιρίες, το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 48 ΕΚ) τους διασφαλίζει το εν λόγω δικαίωμα εφόσον αυτές έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους και έχουν την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους στο εσωτερικό της Κοινότητας. Για τον σκοπό αυτόν, με τον όρο εταιρίες νοούνται οι εταιρίες αστικού ή εμπορικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση αυτά που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό.
10. Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 49 ΕΚ) προστατεύει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 50 ΕΚ), τις υπηρεσίες που παρέχονται έναντι αμοιβής και, ειδικότερα, τις δραστηριότητες των ελευθέρων επαγγελμάτων.
II – Το ιταλικό νομικό πλαίσιο
11. Ο νόμος 413 της 30ής Δεκεμβρίου 1991 (2) παρέχει στους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τους προς αυτούς εξομοιουμένους (3) την ευκαιρία να εκπληρώνουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους διά της υποβολής απλουστευμένης δηλώσεως (έντυπο 730) αντί της δηλώσεως που γίνεται σύμφωνα με τις συνήθεις διατυπώσεις (έντυπο 740, νυν ενιαίο έντυπο) επιτρέποντας στους φορολογουμένους να λαμβάνουν τυχόν επιστροφές σε σύντομο χρονικό διάστημα και απ’ ευθείας από τον εργοδότη ή, ενδεχομένως, τον οφείλοντα το εισόδημα φορέα.
12. Με το άρθρο 78 του προπαρατεθέντος νόμου ιδρύθηκαν τα Centri di Assistenza Fiscale (Κέντρα Φορολογικής Αρωγής) (γνωστά με τα αρχικά CAF), που μεταγενέστερα διέπονταν από το νομοθετικό διάταγμα 241 της 9ης Ιουλίου 1997 (4), που επιφυλάσσει την ευχέρεια ιδρύσεως των προπαρατεθέντων φορέων:
α) στις εργοδοτικές οργανώσεις ανά τομέα δραστηριότητας που έχουν συσταθεί από δεκαετίας και πλέον και εκπροσωπούνται στο Εθνικό Συμβούλιο Οικονομίας, και στις οργανώσεις η σημασία των οποίων έχει αναγνωριστεί από το Υπουργείο Εσωτερικών για τον λόγο ότι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 5 % των εγγεγραμμένων στο Εμπορικό Επιμελητήριο Επιχειρηματιών και διαθέτουν εγκαταστάσεις σε τουλάχιστον 30 επαρχίες· το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται στις ενεργούσες κατ’ εξουσιοδότηση θυγατρικές τους [άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχεία a), b), και c)]. Αυτή η κατηγορία (στο εξής: Εργοδοτικά Κέντρα) επικουρεί τις επιχειρήσεις (άρθρο 34, παράγραφος 1)·
β) στις συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και στις σχετικές τοπικές οργανώσεις τους, που περιλαμβάνουν τουλάχιστον 50 000 εγγεγραμμένα μέλη, τις ενώσεις εργαζομένων που έχουν ιδρύσει istituti di patronato (σωματεία διοικητικοοικονομικής συνδρομής) που περιλαμβάνουν αριθμό μελών εξίσου τουλάχιστον υψηλό, καθώς και τους φορείς που περιλαμβάνουν τον ίδιο αριθμό απασχολουμένων και καταβάλλουν εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών υποκείμενο στον φόρο (πράκτορες επιφορτισμένοι με την είσπραξη του φόρου) [άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχεία d), f) και e)]. Αυτές οι δομές (στο εξής: Κέντρα Εργαζομένων) επικουρούν τα πρόσωπα που δεν έχουν εισόδημα από ανεξάρτητη δραστηριότητα ή από επιχείρηση (άρθρο 34, παράγραφος 2), δηλαδή τους μισθωτούς και τους προς αυτούς εξομοιουμένους που μπορούν να χρησιμοποιούν το έντυπο 730 (5).
13. Δυνάμει του άρθρου 33, τα CAF ιδρύονται υπό τη μορφή κεφαλαιουχικών εταιριών. Για την έναρξη ασκήσεως των δραστηριοτήτων τους απαιτείται άδεια του Υπουργείου Οικονομικών· το αντικείμενό τους περιορίζεται σε φορολογική αρωγή σύμφωνα με το άρθρο 34, έργο που αναλαμβάνουν ένας ή περισσότεροι επαγγελματίες που επιλέγονται για τον σκοπό αυτό μεταξύ των μελών του επαγγελματικού συλλόγου των λογιστών ή των εμπειρογνωμόνων-λογιστών, στους οποίους έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να ασκούν τα καθήκοντά τους ως απασχολούμενοι του φορέα.
14. Το περιεχόμενο της δραστηριότητας που ασκείται κατόπιν αιτήσεως του χρήστη περιγράφεται στο άρθρο 34, παράγραφοι 3 και 4.
15. Τα Κέντρα Εργαζομένων, που παρέχουν την αρωγή τους για τη συμπλήρωση του εντύπου 730, ελέγχουν την ακρίβεια των παρεχομένων στοιχείων, παραδίδουν στους φορολογουμένους αντίγραφο του σχετικού εκκαθαριστικού του φόρου, ανακοινώνουν το αποτέλεσμα στους πράκτορες που είναι επιφορτισμένοι με την είσπραξη του φόρου προκειμένου αυτοί να προβαίνουν στον συμψηφισμό των κρατήσεων στην πηγή και αποστέλλουν τη δήλωση στην αρμόδια φορολογική υπηρεσία (άρθρο 34, παράγραφος 4) (6). Ο υπεύθυνος σύμβουλος επιβεβαιώνει, ύστερα από αίτημα του ενδιαφερομένου, τη συμφωνία μεταξύ των στοιχείων που μνημονεύονται στο έντυπο και αυτών που περιλαμβάνονται στα συνημμένα σχετικά έγγραφα (άρθρο 35, παράγραφος 2). Τα Κέντρα Εργαζομένων εισπράττουν, για κάθε συμπληρούμενο έντυπο 730, αμοιβή 13,98 ευρώ προσαρμοζόμενη βάσει προκαθορισμένης διαδικασίας (άρθρο 38) (7).
16. Κατά την άσκηση της αποστολής τους, τα κέντρα διοικητικοοικονομικής συνδρομής, εκτός του ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις των Κέντρων Εργαζομένων, καταρτίζουν τις δηλώσεις φόρου και αναλαμβάνουν την τήρηση των λογιστικών των επιχειρήσεων τις οποίες επικουρούν (άρθρο 34, παράγραφος 3) επιθέτοντας επίσης, αναφορικά με τα στοιχεία αυτά, τη «θεώρηση πιστότητας» (άρθρο 35, παράγραφος 1). Τα εν λόγω κέντρα δεν αμείβονται από το Δημόσιο.
III – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
17. Η εταιρία Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti Srl (στο εξής: ADC Servizi) ιδρύθηκε στις 4 Ιουλίου 2002 με σκοπό την παροχή υπηρεσιών συμβούλου επί λογιστικών και διοικητικών θεμάτων. Η έκτακτη συνέλευση, που έλαβε χώρα στις 25 Φεβρουαρίου 2003, επεξέτεινε το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτό, σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα 241 του 1997, και την παροχή φορολογικών συμβουλών στις επιχειρήσεις και στους εργαζομένους.
18. Ο συμβολαιογράφος Giuseppe Calafiori, στον οποίο ανατέθηκε η σύνταξη του πρακτικού της συνεδριάσεως, αρνήθηκε να εγγράψει στο μητρώο εταιριών τη συμφωνία περί τροποποιήσεως του καταστατικού για τον λόγο ότι το άρθρο 34 του προπαρατεθέντος νομοθετικού διατάγματος επιφυλάσσει τη δραστηριότητα αυτή στα CAF, καθεστώς το οποίο δεν διαθέτει η ADC Servizi.
19. Η εν λόγω εταιρία προσέφυγε στο Tribunale di Milano επιδιώκοντας να πετύχει την εγγραφή που της είχε αρνηθεί το δημόσιο όργανο· το Tribunale di Milano απέρριψε το σχετικό αίτημα στις 15 Μαΐου 2003 κρίνοντας ότι ο ισχυρισμός που αντλούνταν από την ασυμβατότητα μεταξύ της ιταλικής νομοθεσίας και του κοινοτικού δικαίου δεν ήταν βάσιμος.
20. Η ADC Servizi, υπενθυμίζοντας την υφιστάμενη μεταξύ των δύο εννόμων τάξεων αντιφατικότητα, προσέφυγε ενώπιον του Corte d’appello di Milano το οποίο, για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς, υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχουν τα άρθρα 4 ΕΚ, 10 ΕΚ, 92 ΕΚ, 86 ΕΚ και 98 ΕΚ την έννοια ότι αντίκειται προς αυτά μια εθνική νομοθεσία, όπως αυτή που προκύπτει από το decreto legislativo (ΝΔ) 241 της 9ης Ιουλίου 1997, όπως τροποποιήθηκε με το ΝΔ 490 της 28ης Δεκεμβρίου 1998, θεωρούμενη, ιδίως, υπό το φως των κωδικοποιημένων νόμων (8) σχετικά με τον φόρο εισοδήματος (Decreto del Presidente della Repubblica [DPR] 917 της 22ας Δεκεμβρίου 1986) και τον νόμο 413 της 30ής Δεκεμβρίου 1991, που επιφυλάσσει αποκλειστικώς το δικαίωμα ασκήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων φορολογικού συμβούλου σε μία και μόνη κατηγορία υποκειμένων δικαίου, τα Centri di Assistenza Fiscale [Κέντρα Φορολογικής Αρωγής] ή (CAF), και αρνείται στους λοιπούς επιχειρηματίες του τομέα, έστω και αν διαθέτουν τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος του φορολογικού και λογιστικού συμβούλου (εμπειρογνώμονες-λογιστές, δικηγόροι και λοιποί σύμβουλοι εργασίας και απασχολήσεως), το δικαίωμα ασκήσεως, υπό τους ιδίους όρους και κατά τον ίδιο τρόπο, των επιφυλασσομένων στα CAF δραστηριοτήτων;
2. Έχουν τα άρθρα 43 ΕΚ, 48 ΕΚ και 49 ΕΚ την έννοια ότι αντίκειται προς αυτά μια εθνική νομοθεσία, όπως αυτή που προκύπτει από το ΝΔ 241/97 της 9ης Ιουλίου 1997, όπως τροποποιήθηκε με το ΝΔ 490 της 28ης Δεκεμβρίου 1998, θεωρούμενη ιδίως υπό το φως της κωδικοποιημένης νομοθεσίας σχετικά με τον φόρο εισοδήματος (DPR 917 της 22ας Δεκεμβρίου 1986) και του νόμου 413 της 30ής Δεκεμβρίου 1991, που επιφυλάσσει αποκλειστικώς το δικαίωμα ασκήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων φορολογικού συμβούλου σε μία και μόνη κατηγορία υποκειμένων δικαίου, τα (CAF), και αρνείται στους λοιπούς επιχειρηματίες του τομέα, αν και διαθέτουν τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος του φορολογικού συμβούλου και του λογιστή (εμπειρογνώμονες-λογιστές, δικηγόροι και λοιποί σύμβουλοι εργασίας και απασχολήσεως), το δικαίωμα ασκήσεως, υπό τους ιδίους όρους και σύμφωνα με τις ίδιες διαδικασίες, των επιφυλασσομένων στα CAF δραστηριοτήτων;
3. Έχει το άρθρο 87 ΕΚ την έννοια ότι συνιστά κρατική βοήθεια ένα μέτρο όπως το προβλεπόμενο από το ΝΔ 241/97 της 9ης Ιουλίου 1997, ειδικότερα το άρθρο του 38, που προβλέπει την καταβολή υπέρ των CAF αποζημιώσεως βαρύνουσας τον δημόσιο προϋπολογισμό όσον αφορά την άσκηση των δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο άρθρο 34, τέταρτο εδάφιο, και στο άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω διατάγματος;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
21. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Κυβέρνηση και η ADC Servizi κατέθεσαν παρατηρήσεις εντός της καθοριζομένης από το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προθεσμίας.
22. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαΐου 2005 προκειμένου να αναπτύξουν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
V – Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
A – Δύο προκαταρκτικές διευκρινίσεις
23. Η Επιτροπή κρίνει αναγκαίο να δικαιολογηθεί το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων, πράγμα που κανένας διάδικος δεν αμφισβητεί και που, υπό το φως της κοινοτικής νομολογίας, φαίνεται αναμφισβήτητο. Όπως το εν λόγω κοινοτικό όργανο υπενθυμίζει, με τις αποφάσεις του Job Centre II (9) και Payroll κ.λπ. (10), το Δικαστήριο αποφάνθηκε, χωρίς να αναρωτηθεί σχετικά με το παραδεκτό, επί των δύο αυτών αιτήσεων του Corte d’appello de Milano που προέκυπταν από δύο αποφάσεις του Tribunale di Milano με τις οποίες είχε προβληθεί άρνηση επικυρώσεως ορισμένων αποφάσεων επιχειρήσεων.
24. Το Corte d’appello di Milano δεν διευκρινίζει αν τα ερωτήματα αυτά αφορούν το σύνολο των CAF ή μόνον αυτά που έχω αποκαλέσει Κέντρα Εργαζομένων. Το τρίτο ερώτημα αφορά μόνον τα τελευταία, τα μόνα που αμείβονται από το Δημόσιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εξέταση των δύο πρώτων ερωτημάτων αφορά όλα, αδιακρίτως, τα CAF ενώ η τελευταία περιορίζεται σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη κατηγορία Κέντρων.
B – Το πρώτο ερώτημα: τα CAF και η θέση τους στην αγορά
25. Η αναφορά με το ερώτημα αυτό στα άρθρα 4 ΕΚ, 10 ΕΚ και 98 ΕΚ είναι αποκαλυπτική της ουσίας των ερμηνευτικών αμφιβολιών του Corte d’appello. Οι διατάξεις αυτές, που είναι προγραμματικού χαρακτήρα, καθορίζουν, όπως υπογραμμίζει η ADC Servizi, τις θεμελιώδεις αρχές της οικονομικής δημόσιας τάξης του κοινοτικού συστήματος και υπογραμμίζουν το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ, πραγματικό αντικείμενο της ζητούμενης ερμηνείας.
26. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να προσδιορισθεί αν η κατ’ αποκλειστικότητα ανάθεση ορισμένων δραστηριοτήτων συμβούλου επί φορολογικών θεμάτων αποτελεί την αιτία της υπάρξεως καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, πράγμα που απαγορεύει το άρθρο 82 ΕΚ, που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 1, ΕΚ. Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν το ιταλικό καθεστώς είναι κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένο ώστε να ενθαρρύνει τα CAF στο να ακολουθούν αντίθετες προς αυτό το άρθρο 82 ΕΚ πρακτικές.
27. Η σχετική επιχειρηματολογία πρόκειται να στηριχθεί επί δύο αναμφισβήτητων δεδομένων όσον αφορά την προδικαστική διαδικασία: για τη Συνθήκη ΕΚ, τα CAF έχουν τον χαρακτήρα επιχειρήσεων (11) και, δεδομένου ότι επιφυλάσσεται υπέρ αυτών η παροχή ορισμένων υπηρεσιών φορολογικής αρωγής, μπορεί τούτο να χαρακτηριστεί ως ειδικό δικαίωμα (12).
28. Πρέπει, στην αλληλουχία αυτή, να υπενθυμιστεί ότι, μολονότι το άρθρο 82 ΕΚ αφορά τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα ή αυτές που διαθέτουν αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, η παράγραφος 1 της τελευταίας αυτής διατάξεως απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν, όσον αφορά τις επιχειρήσεις αυτές, κάθε αντίθετο προς τους κανόνες της Συνθήκης, ιδίως αυτούς που προβλέπονται στα άρθρα 81 ΕΚ έως 89 ΕΚ, μέτρο. Επομένως, είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο κάθε ρύθμιση που δημιουργεί κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας οι προπαρατεθείσες επιχειρήσεις υποχρεώνονται να παραβαίνουν το άρθρο 82 ΕΚ, διακυβεύοντας έτσι την αποτελεσματικότητά του (13).
29. Στη συνέχεια, θα πρέπει να διευκρινιστεί το ζήτημα αν τα CAF, μεταξύ των οποίων οι χρήστες μπορούν να κάνουν ελευθέρως την επιλογή τους (14), απολαύουν δεσπόζουσας θέσεως. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αριθμός αυτών των φορέων αυξήθηκε για να σταθεροποιηθεί στους άνω των 70 (15), κατά τρόπο ώστε κανένας απ’ αυτούς δεν μπορεί να επιβληθεί μόνος του στην ιταλική αγορά. Ωστόσο, το νόμιμο μονοπώλιο του οποίου τα CAF απολαύουν τα θέτει, λαμβανόμενα συνολικώς υπόψη, σε προνομιακή κατάσταση (16) που μπορεί να επηρεάζει σημαντικό μέρος της κοινής αγοράς (17).
30. Σύμφωνα με το άρθρο 82 ΕΚ, μια τέτοιου τύπου δεσπόζουσα θέση μπορεί να έχει «μια ή περισσότερες επιχειρήσεις», έκφραση που σημαίνει ότι είναι δυνατόν στη θέση αυτή να βρίσκονται δύο ή περισσότερες εταιρίες, άσχετες νομικώς μεταξύ τους, οι οποίες όμως, από οικονομική άποψη, εμφανίζονται ή δρουν από κοινού στο πλαίσιο δεδομένου τομέα. Έτσι ακριβώς εμφανίζεται η έννοια της «συλλογικής δεσπόζουσας θέσεως», όταν οι επιχειρήσεις αποτελούν μια ενιαία μονάδα (18), υιοθετούν την ίδια γραμμή δράσεως στην αγορά και ενεργούν σε σημαντικό βαθμό κατά τρόπο ανεξάρτητο των λοιπών ανταγωνιστών, των πελατών τους και, σε τελική ανάλυση, των καταναλωτών (19), λαμβανομένου υπόψη ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να αποδεικνύονται επαρκώς.
31. Όμως, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων δεσμών μεταξύ των διαφόρων CAF (20) τα οποία σύγκεινται από λίαν διαφορετικούς φορείς: οργανισμούς διοικητικοοικονομικής αρωγής, συνδικαλιστικά και εργοδοτικά όργανα εργαζομένων ή πράκτορες επιφορτισμένους με την είσπραξη του φόρου.
32. Κατ’ αρχάς, η πρώτη κατηγορία επικουρεί τις επιχειρήσεις ενώ οι δύο άλλες παρέχουν συμβουλές στους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τα αξιομοιούμενα προς αυτούς πρόσωπα, αποκλειομένης, έτσι, οποιασδήποτε μεταξύ των μεν και των δε σχέσεως.
33. Όσον αφορά την τελευταία αυτή κατηγορία και στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων μεσάζοντος που ασκούνται για την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος σύμφωνα με το έντυπο 730, που χρησιμοποιείται ακόμα, σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, από περίπου 14 εκατομμύρια φορολογουμένων, οι εταιρίες που μπορούν να ιδρύουν CAF καλύπτουν διάφορους τομείς και διάφορα κοινωνικά συμφέροντα, εφόσον η συνδικαλιστική δράση και η προστασία των εργαζομένων είναι άσχετες προς την καταβολή «υποκείμενου στον φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες», έκφραση που προσδιορίζει τους επιφορτισμένους με την είσπραξη του φόρου πράκτορες. Στο πλαίσιο κάθε ομάδας προκύπτει χιμαιρική η πιθανότητα συνεννόησης με σκοπό την απόκτηση πλεονεκτήματος προς καταχρηστική εκμετάλλευση αυτού. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, οι μεγάλες ιταλικές ενώσεις συνδικαλιστικών φορέων (21) ενεργούν, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, για την προάσπιση των εργαζομένων, εφόσον θα ήταν παράλογο να υποτεθεί ότι σχηματίζουν ένα κοινό μέτωπο προκειμένου να εκμεταλλευθούν καταχρηστικώς, σε βάρος των εγγεγραμμένων μελών τους, μια προβαλλόμενη συλλογική δεσπόζουσα θέση στην αγορά παροχής αρωγής όσον αφορά την απλουστευμένη εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος. Παρόμοια επιχειρήματα ισχύουν και για τις εργοδοτικές οργανώσεις. Μεταξύ των επιφορτισμένων με την είσπραξη του φόρου πρακτόρων, κάθε εργοδότης παρέχει φορολογική αρωγή στους δικούς του μισθωτούς, σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 241, οπότε δεν υφίσταται, κατ’ αρχήν, δεσμός δυνάμενος να στηρίξει ενότητα δράσεως.
34. Κατά συνέπεια, από πουθενά δεν προκύπτει ότι μεταξύ των CAF υφίσταται επαρκής δεσμός συνεπαγόμενος κατάσταση συλλογικής δεσπόζουσας θέσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή προτείνει να μην απαντήσει το Δικαστήριο στο πρώτο ερώτημα, ισχυριζόμενη ότι στη σχετική αίτηση δεν περιλαμβάνονται ακριβή στοιχεία όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό το φως της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 18 αποφάσεως Sodemare κ.λπ., (σκέψη 57), τα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ δεν εφαρμόζονται επί μιας εθνικής νομοθεσίας όπως η αποτελούσα το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
Γ – Το δεύτερο ερώτημα: τα CAF και οι ελευθερίες της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών
1. Επί του παραδεκτού
35. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ADC Servizi, η οποία δεν έχει σχέση με εταιρίες από άλλα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επικαλείται αυτές τις ελευθερίες εφόσον όλα τα σχετικά στοιχεία είναι εθνικού χαρακτήρα. Όμως, η θέση αυτή, την οποία αμφισβητεί η Επιτροπή, αγνοεί την εσωτερική νομοθεσία που διέπει, αδιακρίτως, ιταλικές και αλλοδαπές εταιρίες, οπότε, στην περίπτωση που μια από τις τελευταίες θα ήθελε να εγκατασταθεί στην Ιταλία και να παρέχει εκεί υπηρεσίες φορολογικής αρωγής, θα προσέκρουε στο εμπόδιο που συνίσταται στο ότι ορισμένες παροχές επιφυλάσσονται μόνο στα CAF.
36. Όμως, το γεγονός ότι όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία είναι, εν προκειμένω, ιταλικά δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το εάν το Corte d’appello di Milano έχει ανάγκη ερμηνείας των άρθρων της Συνθήκης τα οποία επικαλείται στο δεύτερο ερώτημα. Κατά πάγια νομολογία, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει την επιρροή που μπορεί να ασκήσει μια προδικαστική απόφαση όσον αφορά την απόφαση που θα εκδοθεί επί της υποβληθείσας στην κρίση του διαφοράς, εκτός αν η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ουδεμία έχει σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δύναται, in limine litis, να την αρνηθεί. Όμως, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, σε περίπτωση που επρόκειτο να κριθεί ότι η επίμαχη νομοθεσία προσβάλλει τις προαναφερθείσες ελευθερίες και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να απαγορεύεται στις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη εταιρίες να παρέχουν τις υπηρεσίες που αυτή αναθέτει στα CAF, και τούτο λόγω της καθιερωμένης με το άρθρο 3 του Ιταλικού Συντάγματος αρχής της ισότητας (22), η απόφαση του Δικαστηρίου θα ήταν χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς (23).
37. Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν αντίκειται προς τις διατάξεις της Συνθήκης των οποίων το Corte d’appello di Milano ζητεί την ερμηνεία μια εθνική νομοθεσία όταν αυτή εφαρμόζεται επί προσώπων και εταιριών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη.
2. Διευκρίνιση όσον αφορά το αντικείμενό της
38. Το ιταλικό δικαστήριο ερωτά να μάθει αν το καθεστώς των CAF πληροί τις προϋποθέσεις που είναι εγγενείς στις ελευθερίες εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών, δεδομένου ότι αυτές οι δύο ελευθερίες στηρίζονται στην ίδια δικαιολόγηση κα επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε το άρθρο 55 ΕΚ να κηρύσσει ως εφαρμοζόμενες στη δεύτερη εξ αυτών τις διατάξεις που περιέχονται στα άρθρα 45 ΕΚ έως 48 ΕΚ για την πρώτη.
39. Πάντως, μολονότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την έγκριση σχεδίου τροποποιήσεως του καταστατικού εταιρίας, που μπορεί να επωφεληθεί, κατά τρόπο έμμεσο (αντιστρόφως) από το καθεστώς της Συνθήκης σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως (άρθρο 43 ΕΚ), προκύπτει ότι θα ήταν περιττό να αποφανθεί το Δικαστήριο σχετικά με τη χορηγούμενη από το άρθρο 49 ΕΚ διασφάλιση (24), ενώ εξυπακούεται, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, ότι τα ίδια επιχειρήματα που ισχύουν για τη μία ελευθερία μπορούν να ισχύουν, mutatis mutandi, και για την άλλη (25).
3. Η ελευθερία εγκαταστάσεως
α) Εμπόδιο στην αποτελεσματικότητά της
40. Το δικαίωμα αυτό, που αναγνωρίζεται τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα, περιλαμβάνει, σύμφωνα με πάγια νομολογία (26) και υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και προϋποθέσεων που θα μνημονεύσω λεπτομερέστερα παρακάτω, την πρόσβαση και την άσκηση στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους κάθε τύπου δραστηριότητας, καθώς και τη σύσταση και διαχείριση επιχειρήσεων ή την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών.
41. Ως εκ τούτου, εθνικά μέτρα που μπορούν να θέτουν τις εταιρίες από άλλα κράτη μέλη σε δυσμενέστερη, πραγματικώς ή νομικώς, μοίρα από ό,τι συμβαίνει σε σχέση με αυτήν των εταιριών του κράτους μέλους εγκαταστάσεως προϋποθέτουν την ύπαρξη εμποδίου αντίθετου προς τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ (27).
42. Η γνώμη μου είναι ότι το επίμαχο σύστημα φορολογικής διαχειρίσεως είναι αντίθετο προς την εν λόγω ελευθερία, και τούτο για δύο λόγους.
43. Πρώτον, επειδή οι όροι που έχουν τεθεί για τη δημιουργία ενός CAF (που έχουν εκτεθεί στην παράγραφο 13 αυτών των προτάσεων), τηρούνται αποκλειστικώς από τους ιταλικούς φορείς, ενώ οι αλλοδαποί επιχειρηματίες υφίστανται, έτσι, έμμεση δυσμενή διάκριση (28).
44. Δεύτερον, επειδή το εν λόγω σύστημα παρέχει στα κέντρα αυτά την αποκλειστική εξουσία ασκήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων συμβούλου (μνημονεύονται στις παραγράφους 15 και 16 αυτών των προτάσεων) δημιουργώντας, σύμφωνα με την απόφαση της Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato της 10ης Νοεμβρίου 1999 (29), δύο τομείς, τον ένα ελευθέρως προσβάσιμο και τον άλλο περιοριζόμενο στους προπαρατεθέντες οργανισμούς και απαγορευόμενο στους λοιπούς επιχειρηματίες που διαθέτουν τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα, ασχέτως του αν είναι ιταλικοί ή κατάγονται από άλλα κράτη μέλη. Περιορίζοντας έτσι το πεδίο των δραστηριοτήτων τους, το νομοθετικό διάταγμα 241 του 1997 αντίκειται στην ελευθερία εγκαταστάσεως στην Ιταλία αλλοδαπών εταιριών. Ένας φορολογούμενος δυσχερώς θα αναθέσει σε αλλοδαπό σύμβουλο τη συμπλήρωση της απλουστευμένης δηλώσεως, εάν γνωρίζει ότι αυτός ο επαγγελματίας δεν μπορεί να επιθέσει επ’ αυτής τη δική του θεώρηση και να τη διαβιβάσει στον πράκτορα που είναι επιφορτισμένος να του αποδώσει ποσά που έχουν εισπραχθεί στην πηγή και, γενικότερα, να την αποστείλει στην αρμόδια διοικητική υπηρεσία, ενέργειες που μόνον τα CAF μπορούν να πραγματοποιούν.
β) Αδικαιολόγητος περιορισμός
45. Σε σχέση με την πρώτη άποψη, αυτήν της έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω της ιθαγενείας, η επίδικη ρύθμιση φαίνεται από κάθε άποψη ανεπίτρεπτη, δεδομένου ότι οι μόνοι γενικού συμφέροντος λόγοι που θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν, συγκεκριμένα, οι μνημονευόμενοι στο άρθρο 46, παράγραφος 1, ΕΚ (30), δηλαδή οι λόγοι δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, ουδεμία ασκούν εν προκειμένω επιρροή.
46. Σε σχέση με τη δεύτερη άποψη, το εθνικό μέτρο θα ήταν συμβατό μόνο με το άρθρο 43 ΕΚ, εφόσον α) θα δικαιολογούνταν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, β) θα ήταν το κατάλληλο προκειμένου να διασφαλιστεί η πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου και γ) δεν θα υπερέβαινε τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού (31).
47. Σκοπός των CAF είναι να βοηθούνται οι μισθωτοί και οι μικρές επιχειρήσεις στην εκπλήρωση ορισμένων από τις υποχρεώσεις τους έναντι του Δημόσιου Ταμείου. Στην προοπτική αυτή, ένας περιορισμός θα εξηγούνταν από την προστασία των εργαζομένων, παράγων που επανειλημμένως το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του (32), ή από την ανάγκη διασφαλίσεως ενός ελαχίστου επιπέδου ποιότητας ή επαγγελματικών προσόντων όσον αφορά τη δραστηριότητα αυτή (33).
48. Όμως, κατόπιν προσεκτικής αναλύσεως του περιεχομένου των δραστηριοτήτων που η ιταλική νομοθεσία υποβάλλει σε ολιγοπώλιο, σαφώς προκύπτει πόσο κάτι τέτοιο είναι απρόσφορο για την επίτευξη αυτού του στόχου.
49. Ορισμένα από τα καθήκοντα αυτά αποτελούν έργο απλής διαχείρισης και δεν απαιτούν ειδική εκπαίδευση: η παράδοση αντιγράφου της σχετικής δηλώσεως στον ενδιαφερόμενο, η κοινοποίησή της στους πράκτορες που είναι επιφορτισμένοι με την είσπραξη του φόρου προκειμένου αυτοί να προβούν στην εκκαθάριση των παρακρατήσεων στην πηγή και η αποστολή της στην αρμόδια φορολογική υπηρεσία (34).
50. Όμως, άλλα καθήκοντα έχουν μεγαλύτερη σημασία: η βεβαίωση της συμφωνίας των παρεχομένων στοιχείων, η προετοιμασία των εκκαθαρίσεων φόρου ή η τήρηση των λογιστικών βιβλίων των επιχειρήσεων. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, περιορισμός δεν δικαιολογείται ούτε στην περίπτωση αυτών των αποστολών. Το Corte d’appello di Milano έχει δίκιο όταν διευκρινίζει στην απόφαση περί παραπομπής (τμήμα 3, παράγραφος 5) ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια να ιδρύουν κέντρα «δεν φαίνεται να διαθέτουν κάποιο ιδιαίτερο επαγγελματικό προσόν». Οι επιταγές της ιταλικής νομοθεσίας ουδεμία διασφάλιση παρέχουν ως προς την ύπαρξη ειδικής ικανότητας ή ιδιαίτερης αρμοδιότητας, αλλά απλώς αναφέρονται σε ποσοτικές παραμέτρους σχετικές με τον αριθμό των εγγεγραμμένων μελών ή των υπαλλήλων και δεν προϋποθέτουν μεγαλύτερη ικανότητα, δεδομένου ότι περισσότερη αντιπροσωπευτικότητα δεν συνεπάγεται και εκπαίδευση ανωτέρου επιπέδου.
51. Η βεβαίωση της συμφωνίας των παρεχομένων στοιχείων προς αυτά που περιέχονται στα εμπορικά βιβλία των επιχειρήσεων εμπίπτει στους διορισμένους από τα CAF υπευθύνους οι οποίοι, όπως έχω ήδη εξηγήσει, πρέπει να είναι μέλη του συλλόγου λογιστών ή εμπειρογνώμονες-λογιστές, επαγγελματίες οι οποίοι, λόγω των ειδικών γνώσεών τους, διαθέτουν την ιδιαίτερη ευχέρεια να διασφαλίζουν τη διεκπεραίωση αυτών των έργων, αλλά στους οποίους απαγορεύεται να τα αναλαμβάνουν για δικό τους λογαριασμό. Έτσι, τα CAF χρησιμεύουν ως απλοί πράκτορες μεταξύ των φορολογουμένων και των εμπειρογνωμόνων στους οποίους, σύμφωνα με την Επιτροπή (σημείο 42 των γραπτών παρατηρήσεών της), ανοίγεται ένα παράθυρο για την είσοδό τους σε ένα χώρο του οποίου η πόρτα είχε κλείσει γι’ αυτούς.
52. Εν ολίγοις, όπως ακριβώς και οι σύμβουλοι στην υπόθεση Säger, τα CAF περιορίζονται στα καθήκοντα απλής διαχειρίσεως και διαμεσολαβήσεως για τα οποία δεν απαιτούνται ιδιαίτερες ικανότητες, οπότε ο περιορισμός στην ελευθερία εγκαταστάσεως που συνεπάγεται η επίδικη εν προκειμένω ρύθμιση δεν είναι δικαιολογημένος. Με άλλα λόγια, η προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων και των μικρών επιχειρήσεων, υπό την ιδιότητά τους ως υποκειμένων στον φόρο εισοδήματος, και η ανάγκη διασφαλίσεως ενός ελάχιστου επιπέδου ποιότητας όσον αφορά τις παροχές δεν απαιτούν να αφαιρεθούν οι εν λόγω υπηρεσίες από τον ελεύθερο ανταγωνισμό και να ανατεθούν σε φορείς μη διαθέτοντες ειδικές για την παροχή τους ικανότητες.
53. Όντας έτσι πεπεισμένος για την ακαταλληλότητα του εθνικού μέτρου όσον αφορά την πραγματοποίηση του στόχου προστασίας που θα μπορούσε να το δικαιολογήσει, είναι περιττό να διατυπώσω οποιαδήποτε σκέψη σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα του.
54. Ωστόσο, ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να θεωρηθεί θεμιτό, δυνάμει του άρθρου 45 ΕΚ, εάν προέκυπτε ότι αυτό αφορά δραστηριότητα συνδεόμενη με την άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Όμως εγώ θεωρώ ότι δεν πρέπει να κριθεί αυτό έτσι. Τα CAF διαδραματίζουν ένα προπαρασκευαστικό και βοηθητικό ρόλο τον οποίο ελέγχει η διοίκηση σε μεταγενέστερη φάση προκειμένου να διαπιστώνει την τήρηση της υποχρεώσεως συνεισφοράς στις δημόσιες δαπάνες (35)· μέσω των υπηρεσιών διαχειρίσεως, επιθεωρήσεως και εκκαθαρίσεως των φόρων (36), η διοίκηση αναλαμβάνει το θεμελιώδες καθήκον της που συνιστά εκδήλωση κρατικής εξουσίας· ωστόσο, τα κέντρα δεν έχουν αυτή την άμεση σχέση με προνομίες της εξουσίας, δεδομένου ότι ο ρόλος τους περιορίζεται απλώς στον υπολογισμό και τη διαβίβαση του ποσού της φορολογικής οφειλής που εξακολουθεί να υπόκειται σε μεταγενέστερο έλεγχο και, ενδεχομένως, σε διόρθωση (37).
55. Υπό το φως των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα του Corte d’appello di Milano αποφαινόμενο ότι αντίκειται προς το άρθρο 43 ΕΚ μια νομοθεσία κράτους μέλους που επιφυλάσσει το δικαίωμα προσφοράς ορισμένων υπηρεσιών παροχής συμβουλών και διορθώσεων σε φορολογικά θέματα σε συγκεκριμένη κατηγορία οργανώσεων, απαγορεύοντας την άσκηση της δραστηριότητας αυτής σε επιχειρηματίες από άλλες κοινοτικές χώρες που, καθώς διαθέτουν τα προς τούτο απαιτούμενα προσόντα, επιδιώκουν να εγκατασταθούν στην επικράτειά του προκειμένου να ασκήσουν τις ίδιες δραστηριότητες.
Δ – Τοτρίτο ερώτημα: η αμοιβή που συνδέεται με υπηρεσίες σχετικές με την απλουστευμένη δήλωση
56. Θέτοντας το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν τα ποσά που τα CAF εισπράττουν και τους καταβάλλονται μέσω δημοσίων πόρων για τις ενέργειες σχετικά με τα έντυπα 730 αποτελούν κρατικές ενισχύσεις απαγορευόμενες από το άρθρο 87 ΕΚ.
57. Η έννοια αυτή, γερά θεμελιωμένη στην κοινοτική νομολογία (38), απαιτεί να πληρούνται οι τέσσερις προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ: α) παρέμβαση του κράτους ή μέσω πόρων του κράτους, β) δυνατότητα επηρεασμού των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ κρατών μελών, γ) παροχή πλεονεκτήματος στον δικαιούχο, δ) νόθευση ή απειλή νοθεύσεως του ανταγωνισμού.
58. Ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι το επίμαχο ιταλικό καθεστώς πληροί την πρώτη προϋπόθεση, εφόσον από την απλή ανάγνωση του άρθρου 38, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 241 του 1997 συνάγεται ότι η πληρωμή γίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
59. Και η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται, εφόσον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή σε γραπτές παρατηρήσεις της, η αμοιβή καταβάλλεται για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών οι οποίες, ενόψει της απαντήσεως που προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (39), θα μπορούσαν επίσης να παρασχεθούν από εταιρίες από άλλα κράτη μέλη, και τούτο μολονότι δεν θα ελάμβαναν τίποτα από το ιταλικό Δημόσιο Ταμείο (40). Έτσι, η ελεύθερη αγορά θα νοθευόταν και θα πληρούνταν η τέταρτη προϋπόθεση, εφόσον η θέση των CAF που θα μπορούσαν να παρέχουν υπηρεσίες χωρίς κανένα κόστος για τους χρήστες θα ενισχυόταν από αυτές τις αμοιβές του Δημοσίου (41).
60. Εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι η ανάλυση του τρίτου ερωτήματος, αυτού που αφορά το ζήτημα εάν παρέμβαση του κράτους είναι συνώνυμη προς πλεονέκτημα για την επωφελούμενη επιχείρηση είναι πιο περίπλοκη. Γενικά και αφηρημένα, η ιδέα του «πλεονεκτήματος» συνεπάγεται ότι η οικονομική θυσία που υφίσταται η κοινωνία δεν έχει καμιά αντιπαροχή ή ότι είναι καθαρά συμβολική. Καθώς αυτό συνέβη στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 απόφαση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg, η συλλογιστική αυτή οδηγεί στη μη αναγνώριση του χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως στην αμοιβή για τις παροχές που έχουν ως σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, αμοιβή που περιορίζεται στην αντιστάθμιση του πρόσθετου κόστους που συνεπάγονται αυτές οι υποχρεώσεις, οπότε δεν είναι συνώνυμη προς ανταγωνιστικού χαρακτήρα πλεονέκτημα.
61. Πάντως, για να συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες περιστάσεις: 1) η εταιρία αποδέκτης πρέπει να έχει επιφορτιστεί με την εκπλήρωση σαφώς προσδιορισμένων υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, 2) τα κριτήρια υπολογισμού της αμοιβής πρέπει να έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή· 3) το ύψος της αμοιβής πρέπει να περιορίζεται στην κάλυψη του πρόσθετου κόστους που συνεπάγεται η υποχρέωση, προσηυξημένου με κάποιο λογικό κέρδος· 4) σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν έχει επιλεγεί στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως δημόσιου έργου ικανής να αναδείξει τον υποψήφιο που θα παράσχει την πλεονεκτικότερη για το σύνολο των δικαιούχων παροχή, το ύψος της σχετικής αποζημιώσεως πρέπει να υπολογίζεται ανάλογα με το κόστος που θα κατέβαλε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διοίκηση, προκειμένου να ικανοποιήσει δημόσιας υπηρεσίας απαιτήσεις (βλ. σκέψεις 87 έως 93 της προπαρατεθείσας αποφάσεως) (42).
62. Ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι οι δύο πρώτες περιστάσεις απαντώνται στην ιταλική νομοθεσία. Οι περιγραφόμενες στις παραγράφους 16 και 17 των προτάσεων αυτών υπηρεσίες, οι οποίες, προκειμένου περί απλουστευμένων δηλώσεων, πρέπει να παρέχονται από τα CAF, προσδιορίζονται σαφώς, ενώ τίποτα δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να τις χαρακτηρίσει υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας εφόσον αυτές αποβλέπουν στο να παρέχεται αρωγή στους πολίτες όσον αφορά την εκπλήρωση της θεμελιώδους υποχρεώσεως τροφοδοτήσεως των ταμείων του κράτους και συμβολής στη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών. Επιπλέον, η αμοιβή καθορίζεται διά νόμου ο οποίος προβλέπει, εν προκειμένω, τις σχετικές με την προσαρμογή λεπτομέρειες (στο άρθρο 38, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 241 του 1997).
63. Όμως, η εξέταση της τρίτης περιστάσεως δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αλλά σ’ αυτή του Corte d’appello di Milano, εφόσον αυτή έχει σχέση με την ανάλυση των πραγματικών περιστατικών που αφορούν, ειδικώς, τη διαφορά της κύριας δίκης και την αρμοδιότητα για τη λήψη εν προκειμένω αποφάσεως. Το ίδιο ισχύει και με το δεύτερο μέρος της τελευταίας περιστάσεως, εφόσον, αφού έχει διαπιστωθεί ότι οι φορείς που ιδρύουν τα CAF δεν έχουν επιλεγεί βάσει διαδικασίας για ανάθεση δημόσιου έργου, στο αιτούν εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει εάν το εισπραττόμενο αντίτιμο έχει υπολογισθεί με βάση τα ανωτέρω μνημονευόμενα κριτήρια.
64. Περατώνοντας ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω ότι το επίδικο καθεστώς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ· εξάλλου, δεν υπήρξε ούτε ανακοίνωση της Ιταλικής Δημοκρατίας προς την Επιτροπή βάσει του άρθρου 88 ΕΚ.
65. Ενόψει των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει, όσον αφορά το τελευταίο προδικαστικό ερώτημα, ότι αποτελεί κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ, ένα μέτρο, όπως το επίμαχο της διαφοράς της κύριας δίκης, το οποίο προβλέπει την καταβολή αμοιβής από τον προϋπολογισμό του κράτους στις επιχειρήσεις που παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες συμβουλών και φορολογικής βεβαιώσεως, σε περίπτωση που η επιλογή τους δεν έχει γίνει βάσει διαδικασίας αναθέσεως δημόσιου έργου η οποία να επιτρέπει την επιλογή των υποψηφίων που είναι ικανοί να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες με το λιγότερο για το σύνολο των ενδιαφερομένων κόστος και εφόσον το ύψος της αποζημιώσεως δεν έχει καθοριστεί βάσει αναλύσεως του κόστους που θα βάρυνε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διοίκηση, προκειμένου να μπορεί αυτή να ικανοποιήσει τις επιταγές δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένου υπόψη ενός λογικού κέρδους.
VI – Πρόταση
66. Ενόψει των προεκτεθέντων στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Corte d’appello di Milano προδικαστικά ερωτήματα αποφαινόμενο ως εξής:
«1. Τα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ δεν εφαρμόζονται επί μιας εθνικής νομοθεσίας όπως η αποτελούσα το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
2. Το άρθρο 43 ΕΚ έχει την έννοια ότι αντίκειται προς αυτό μια νομοθεσία κράτους μέλους που επιφυλάσσει το δικαίωμα προσφοράς ορισμένων υπηρεσιών, παροχής συμβουλών και βεβαιώσεως επί φορολογικών θεμάτων σε συγκεκριμένη κατηγορία οργανισμών, απαγορεύοντας την άσκηση της δραστηριότητας αυτής στους επιχειρηματίες από άλλες κοινοτικές χώρες οι οποίοι, καθώς διαθέτουν τα προς τούτο απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, ζητούν να εγκατασταθούν στην επικράτειά του προκειμένου να ασκήσουν εκεί τις ίδιες δραστηριότητες.
3. Συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ, ένα μέτρο, όπως το επίμαχο της διαφοράς της κύριας δίκης, το οποίο προβλέπει την καταβολή αμοιβής από τον κρατικό προϋπολογισμό στις επιχειρήσεις που παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες συμβουλών και φορολογικής βεβαιώσεως, όταν αυτές δεν έχουν επιλεγεί στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως δημόσιου έργου η οποία να επιτρέπει την επιλογή των υποψηφίων που είναι ικανοί να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές με το λιγότερο για το σύνολο των ενδιαφερομένων κόστος και εφόσον το ύψος της αποζημιώσεως δεν έχει καθοριστεί βάσει του κόστους που θα βάρυνε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διοίκηση, προκειμένου να μπορεί να ικανοποιήσει αυτή τις επιταγές δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένου υπόψη ενός λογικού κέρδους.»
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
2 – Gazzeta ufficiale della Repubblica italiana (στο εξής: GURI) 305, της 31ης Δεκεμβρίου 1991.
3 – Με το νομοθετικό διάταγμα 490 της 28ης Δεκεμβρίου 1998 (GURI 15, της 20ής Ιανουαρίου 1999), το πλεονέκτημα αυτό επεκτάθηκε και στους «εξομοιούμενους προς μισθωτούς» φορολογουμένους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 49, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της κωδικοποιημένης νομοθεσίας σχετικά με τη φορολογία εισοδήματος, που εγκρίθηκε με το προεδρικό διάταγμα 917 της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (GURI 302, της 31ης Δεκεμβρίου 1986).
4 – GURI 174, της 28ης Ιουλίου 1997. Αυτό το νομοθετικό διάταγμα τροποποιήθηκε με το προπαρατεθέν νομοθετικό διάταγμα 490 του 1998. Στη συνέχεια, ο σχετικός εκτελεστικός οργανισμός εγκρίθηκε με την υπουργική απόφαση 164 της 31ης Μαΐου 1999 (GURI 135, της 11ης Ιουνίου 1999).
5 – Δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 2, τα «κέντρα που ιδρύονται από τα υποκείμενα δικαίου που μνημονεύονται στα σημεία d), e) και f) της παραγράφου 1 του άρθρου 32 παρέχουν φορολογική αρωγή στους φορολογουμένους που δεν λαμβάνουν εισόδημα από ανεξάρτητη δραστηριότητα ή από επιχείρηση, όπως προβλέπεται στα άρθρα 49, παράγραφος 1, και 51 των συντονισμένων νόμων σχετικά με τον φόρο εισοδήματος […]».
6 – Δυνάμει της παραγράφου αυτής, «προκειμένου περί της ετήσιας φορολογικής δηλώσεως των εχόντων εισόδημα από έμμισθη εργασία και των εξομοιουμένων προς αυτούς προσώπων, που μνημονεύονται στα άρθρα 46 και 47, παράγραφος 1, στοιχεία a), d), g), αποκλειομένης της αποζημιώσεως που εισπράττεται από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και υπό σημείο l) της κωδικοποιημένης νομοθεσίας σχετικά με τον φόρο εισοδήματος, […], καθώς και των εισοδημάτων που μνημονεύονται στο άρθρο 49, παράγραφος 2, στοιχείο a), της ίδιας κωδικοποιημένης νομοθεσίας, τα κέντρα που έχουν συσταθεί από τα υποκείμενα που μνημονεύονται στα στοιχεία d), e) και f) του άρθρου 32 ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα στοιχεία c) έως f) της παραγράφου 3» του άρθρου 34. Το άρθρο 37, παράγραφος 2, περιγράφει κατά παρόμοιο τρόπο τα καθήκοντα των CAF που έχουν ιδρυθεί από τους πράκτορες που είναι επιφορτισμένοι με την είσπραξη του φόρου και παρέχουν αρωγή στους δικούς τους μισθωτούς.
7 – Αυτή η διάταξη μνημονεύει το ποσό των 25 000 λιρών Ιταλίας (ITL), δεδομένου ότι το Corte d’appello έχει αναφέρει ότι, στις 15 Οκτωβρίου 2003, ημερομηνία της αποφάσεως περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, η σχετική αμοιβή ανερχόταν σε 13,98 ευρώ.
8 – Άνευ αντικειμένου όσον αφορά το ελληνικό κείμενο.
9 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C-55/96 (Συλλογή 1997, σ. I-7119).
10 – Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2002, C-79/01 (Συλλογή 2002, σ. I-8923).
11 – Ύστερα από την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Höfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I-1979), θεωρείται δεδομένο ότι η έννοια της επιχειρήσεως περιλαμβάνει κάθε φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού του καθεστώτος και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του (σκέψη 21). Υπό το φως των κριτηρίων αυτών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι διαθέτει τον χαρακτήρα αυτό μια δημόσια υπηρεσία σχετική με την απασχόληση (σκέψη 23), εκτίμηση που επαναλήφθηκε με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφασή του Job Centre II (σκέψη 25). Το ίδιο συνέβη με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1998, C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1998, σ. I-3851) με τους εκτελωνιστές του προπαρατεθέντος κράτους μέλους (σκέψη 37) ενώ, πιο πρόσφατα, με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-475/99, Ambulanz Glöckner (Συλλογή 2001, σ. I-8089), αναγνωρίστηκε επίσης αυτός ο χαρακτήρας στις γερμανικές οργανώσεις υγειονομικής περιθάλψεως στις οποίες η δημόσια αρχή εκχωρεί την παροχή υπηρεσιών επείγουσας μεταφοράς και μεταφοράς ασθενών (σκέψη 22). Ομοίως, οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι στον δικηγορικό σύλλογο των Κάτω Χωρών αποτελούν, από πλευράς της Συνθήκης, επιχειρήσεις, σύμφωνα με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C‑309/99, Wouters κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-1577, σκέψη 49).
12 – Το γεγονός ότι η προμήθεια ορισμένων υπηρεσιών ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους οργανισμούς, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου, αρκεί για να αναγνωριστεί η ύπαρξη αποκλειστικού ή ειδικού δικαιώματος, δεδομένου ότι τούτο παρέχει προστασία σε περιορισμένο όμιλο επιχειρήσεων, θίγοντας τη δυνατότητα των άλλων επιχειρήσεων να ασκούν την εν λόγω οικονομική δραστηριότητα στην ίδια επικράτεια, υπό ανάλογους κατ’ ουσίαν όρους (βλ. σκέψη 24 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 11 αποφάσεως Ambulanz Glöckner). Η οδηγία 2000/52/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2000, για την τροποποίηση της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 193, σ. 75), καθορίζει, στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, τα αποκλειστικά δικαιώματα ως δικαιώματα που χορηγούνται από ένα κράτος μέλος σε μια επιχείρηση με νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική πράξη που της απονέμει κατ’ αποκλειστικότητα το δικαίωμα να παρέχει μια υπηρεσία ή να αναλάβει μια δραστηριότητα εντός δεδομένης γεωγραφικής περιοχής αναμεταδόσεως και, υπό στοιχείο ζ΄, τα ειδικά δικαιώματα ως τα δικαιώματα που χορηγούνται για τον ίδιο σκοπό σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων με κριτήρια τα οποία δεν είναι αντικειμενικά, αναλογικά ή μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις.
13 – Η ιδέα αυτή, που διατυπώνεται για πρώτη φορά στην απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, GB-Inno-BN (Συλλογή τόμος 1977, σ. 653, σκέψεις 31 και 32), επαναλήφθηκε μεταγενέστερα στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Höfner και Elser, σκέψη 26, και στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Job Centre II, σκέψη 28.
14 – Ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως παρενέβη υπό την έννοια αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας στο ερώτημα του προέδρου του τμήματος.
15 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε ότι, από αυτόν τον αριθμό φορέων, επτά κέντρα είναι Κέντρα παροχής διοικητικοοικονομικής αρωγής, δέκα αποτελούν Κέντρα Εργαζομένων, 50 είναι επιχειρήσεις επιφορτισμένες με την είσπραξη του φόρου, ενώ πέντε εξαρτώνται από ενώσεις ελευθέρων επαγγελμάτων και επαγγελματικούς συλλόγους.
16 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Höfner και Elser, σκέψη 28, καθώς και η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Job Centre II, σκέψη 30.
17 – Το έδαφος ενός κράτους μέλους είναι δυνατόν να αποτελεί, για τον σκοπό αυτό, σημαντικό μέρος του κοινοτικού εδάφους (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 28).
18 – Αποφάσεις της 27ης Απριλίου 1994, C-393/92, Almelo κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1477, σκέψη 42), και της 17ης Ιουνίου 1997, C-70/95, Sodemare κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-3395, σκέψη 46).
19 – Βλ., κατά την έννοια αυτή, τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94 και C‑30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-1375, σκέψη 221), και της 16ης Μαρτίου 2000, C-395/96 P και C-396/96 P, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-1365, σκέψη 39).
20 – Το Corte d’appello di Milano έχει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, αναφέρει ότι «σύμφωνα με τον θεσπισμένο από τον εθνικό νομοθέτη μηχανισμό, τα CAF βρίσκονται σε προνομιακή θέση καθώς τους παρέχεται η δυνατότητα να ασκούν αποκλειστικό δικαίωμα δυνάμει νόμου που καταλήγει, στην πραγματικότητα, στο να εμποδίζει τον κανονικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην αγορά».
21 – Η Confederazione Generale Italiana del Lavoro, που αριθμεί 5 500 000 εγγεγραμμένα μέλη, παρέχει τις υπηρεσίες της φορολογικής αρωγής μέσω του CAF-CGIL, η Confederazione Italiana Sindacati Lavoratori, με 4 300 000 εγγεγραμμένα μέλη, έχει οργανώσει το CAF-CISL και η Unione Italiana del Lavoro, που συνενώνει 1 915 237 συνδικαλιστές, το CAF-UIL.
22 – Η Επιτροπή παραθέτει δύο αποφάσεις του Corte costituzionale με τις οποίες αποδοκιμάζονται διακρίσεις που υφίστανται εγχώριοι εργαζόμενοι σε σχέση με άλλους κοινοτικούς παραγωγούς. Πρόκειται για τις 249, της 16ης Ιουνίου 1995 (GURI, ειδική σειρά 26), και 443, της 30ής Δεκεμβρίου 1997 (GURI, ειδική σειρά 1).
23 – Η προσέγγιση αυτή ακολουθήθηκε στο πλαίσιο της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. I‑10663, σκέψεις 18 έως 24), σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και απαντάται λίγο αργότερα στην απόφαση της 5ης Μαρτίου 2002, C-515/99, C-519/99 έως C-524/99 και C-526/99 έως C‑540/99, Reisch κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2157, σκέψεις 24 έως 27), που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, όπως ακριβώς και στην απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C-300/01, Salzmann (Συλλογή 2003, σ. I-4899, σκέψεις 32 έως 36). Με την απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-6/01, Anomar κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-8621), η λύση αυτή επεκτάθηκε και στην περίπτωση παροχής υπηρεσιών (σκέψεις 39 έως 42). Από το ίδιο ακριβώς πνεύμα εμφορείται και η διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C‑250/03, Mauri (Συλλογή 2005, σ. I‑1267, σκέψη 21).
24 – Σύμφωνα με τη θεωρία, τα δύο δίκαια έχουν όμοιο καθ’ ύλη περιεχόμενο, δηλαδή μη έμμισθες οικονομικές δραστηριότητες (Calvo Caravaca, A. L., και Carrascosa González, J., Mercado únicoylibrecompetenciaeuropea, Εκδόσεις Colex, Μαδρίτη, 2003, σ. 115), και παρόμοιο νομικό καθεστώς, ενώ το βάρος πέφτει στον υπολειμματικό χαρακτήρα της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, που ισχύει στις περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των λοιπών δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας (López Escudero, M. «La jurisprudencia del Tribunal de Justicia sobre el derecho de establecimiento y la libre prestación de servicios», στο DerechoComunitario. Presente y perspectiva, Cuadernos de Derecho Judicial, XXXII, Consejo General del Poder Judicial, 1995, σ. 15 έως 53, ειδικότερα, σ. 19 και 29).
25 – Η λύση αυτή υιοθετείται στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Payroll κ.λπ. (συγκεκριμένα, σκέψη 38), όπου δίδεται απάντηση σε σχεδόν όμοιο προδικαστικό ερώτημα του Corte d’appello di Milano.
26 – Σκέψη 24 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 10 αποφάσεως Payroll κ.λπ.
27 – Η απόφαση της 11ης Μαΐου 1999, C-255/97, Pfeiffer (Συλλογή 1999, σ. I-2835, σκέψη 19), ακολουθεί αυτήν την πάγια επί του σημείου αυτού νομολογιακή γραμμή.
28 – Οι οργανώσεις επιχειρηματιών, οι συνδικαλιστικοί φορείς εργαζομένων και εργοδοτών είναι, εξ ορισμού, εγκατεστημένοι στην Ιταλία. Μόνο μια μεγάλη επιχείρηση από άλλο κράτος μέλος, αριθμούσα άνω των 50 000 μισθωτών σ’ αυτή την κοινοτική χώρα, θα μπορούσε να ιδρύσει CAF ως πράκτορα επιφορτισμένο με την είσπραξη του φόρου.
29 – Bollettino dell’Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato, IX έτος, 43, σ. 70.
30 – Βλ., σχετικώς, τη σκέψη 15 της αποφάσεως της 29ης Μαΐου 2001, C‑263/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I‑4195).
31 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27 απόφαση Pfeiffer, σκέψη 19, και η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Payroll κ.λπ., σκέψη 29.
32 – Στη σκέψη 31 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 10 αποφάσεως Payroll κ.λπ., αναφέρονται επτά άλλες περιπτώσεις, της πρώτης εχούσης επιλυθεί το 1981 και της τελευταίας το 2002.
33 – Με την απόφασή του της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger (Συλλογή 1991, σ. I-4221), το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ αρχήν, η διασφάλιση της κατάλληλης παροχής της υπηρεσίας συμβούλου σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα μπορούσε να αιτιολογήσει την απαίτηση ειδικών προϋποθέσεων για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας.
34 – Στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33 απόφαση Säger, ο περιορισμός χαρακτηρίστηκε ως αδικαιολόγητος διότι, στην πραγματικότητα, ο εν λόγω επαγγελματίας δεν παρείχε τεχνικής φύσεως συμβουλές στους πελάτες του αλλά περιοριζόταν στο να τους υποδεικνύει τις καταληκτικές ημερομηνίες για την καταβολή των τελών ανανεώσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας ώστε να μην καθίσταται αυτό ανίσχυρο. Στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Payroll κ.λπ., διασαφηνίζεται ότι, ενόψει της καθαρώς εκτελεστικής φύσεως των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στα κέντρα μηχανογραφικής εργασίας δεδομένων, δεν προέκυπτε ότι ήταν, στην περίπτωση εκείνη, ανάγκη να ανατεθούν αυτά σε οργανισμούς συγκείμενους από συμβούλους εργασίας ή ανάλογης φύσεως επαγγελματίες.
35 – Το άρθρο 53, παράγραφος 1, του Ιταλικού Συντάγματος διευκρινίζει ότι «[ό]λοι οι πολίτες υποχρεούνται να χρηματοδοτούν τις δημόσιες δαπάνες ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές τους».
36 – Τα CAF υπόκεινται στην επίβλεψη και την επιβολή κυρώσεων εκ μέρους της διοικήσεως (άρθρα 9 και 26 του εκτελεστικού κανονισμού που εγκρίθηκε με το υπουργικό διάταγμα 164 του 1999, και άρθρο 39 του νομοθετικού διατάγματος 241 του 1997).
37 – Μετά την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners (Συλλογή τόμος 1974, σ. 317), η νομολογία ερμηνεύει τη ρήτρα διασφαλίσεως του άρθρου 45 ΕΚ περιοριστικώς (βλ. σκέψεις 42 έως 47). Με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1993, C-42/92, Thijssen (Συλλογή 1993, σ. I-4047) απέρριψε την ιδέα ότι τα καθήκοντα του εγκεκριμένου επιτρόπου της βελγικής υπηρεσίας ελέγχου των ασφαλίσεων συνδέονταν με την άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Πιο πρόσφατα, με τις αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1998, σ. I‑6717, σκέψεις 34 έως 39)· της 9ης Μαρτίου 2000, C-355/98, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2000, σ. I‑1221, σκέψεις 24 έως 26), και της 31ης Μαΐου 2001, C-283/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I‑4363, σκέψεις 19 έως 22), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι επιχειρήσεις και το προσωπικό ιδιωτικής ασφάλισης δεν διαθέτουν κατά τρόπο άμεσο και προσωπικό τέτοιας φύσεως εξουσίες.
38 – Στις αποφάσεις της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark Trans et Regierungspräsidium Magdeburg (Συλλογή 2003, σ. I-7747), και της 15ης Ιουλίου 2004, C-345/02, Pearle κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑7139), συνοψίζεται η θέση του Δικαστηρίου σχετικά με το ίδρυμα αυτό με πληθώρα νομολογιακών αναφορών.
39 – Το άρθρο 43 ΕΚ τυγχάνει άμεσου αποτελέσματος (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37 απόφαση Reyners, σκέψη 10).
40 – Κατ’ εξαίρεση, μόνον οι αλλοδαπές εταιρίες που αριθμούν τουλάχιστον 50 000 απασχολουμένους στην Ιταλία θα μπορούσαν να ανοίξουν ένα CAF, ως πράκτορες επιφορτισμένοι με την είσπραξη του φόρου, και να προσφέρουν την παροχή που μνημονεύεται στο άρθρο 37, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 241 του 1997, αμειβόμενες από το Δημόσιο, όπως μνημονεύεται στο άρθρο 38, παράγραφος 2, του εν λόγω διατάγματος.
41 – Η διατύπωση του άρθρου 87 ΕΚ («που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό») υπογραμμίζει τον στόχο που είναι η αποφυγή πραγματικών ή δυνητικών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Οι Calvo Caravaca, A. L., και Carrascosa González, J. (αυτόθι, σ. 737), υποστηρίζουν ότι η πραγματική προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 87 ΕΚ πληρούται εάν υφίσταται απλή, συγκεκριμένη και πραγματική δυνατότητα δημιουργίας στρεβλώσεως.
42 – Στη σκέψη 31 και επ. της αποφάσεως της 27ης Νοεμβρίου 2003, C-34/01 έως C-38/01, Enirisorse (Συλλογή 2003, σ. I-14243) επαναλαμβάνεται η θέση αυτή.
Full & Egal Universal Law Academy