ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 17ης Νοεμβρίου 20051(1)
Υπόθεση C-470/03
A.G.M.-COS.MET s.r.l.
κατά
Δημοκρατίας της Φινλανδίας
και
Tarmo Lehtinen
[αίτηση του Tampereen käräjäoikeus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (Φινλανδία)]
«Οδηγία 98/37/ΕΚ για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές – Μηχανές που φέρουν τη σήμανση CE χωρίς να είναι σύμφωνες με εναρμονισμένο πρότυπο – Άρθρο 28 ΕΚ – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος – Δημόσιες προειδοποιήσεις από δημόσιο υπάλληλο σε σχέση με ανυψωτήρες οχημάτων οι οποίοι εισάγονται από άλλο κράτος μέλος – Δυνατότητα καταλογισμού της συμπεριφοράς δημοσίου υπαλλήλου στο οικείο κράτος – Δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων να διατυπώνουν ελεύθερα τις απόψεις τους – Αρχή της αναλογικότητας – Αστική ευθύνη του δημοσίου – Ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων»
I – Εισαγωγή
1. Το Tampereen käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο πολιτικό δικαστήριο του Tampere, Φινλανδία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ερμηνείας οδηγίας περί ασφαλούς λειτουργίας των μηχανών, ορισμένα ερωτήματα σε σχέση με περίπλοκα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν κυρίως την ευθύνη του κράτους για τις πράξεις των υπαλλήλων του, τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών προς διασφάλιση της ελευθερία της γνώμης και, τέλος, την αστική ευθύνη του δημοσίου.
2. Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της ιταλικής επιχειρήσεως A.G.M.-COS.MET s.r.l. (στο εξής: AGM), η οποία κατασκευάζει ανυψωτήρες οχημάτων, και του Φινλανδικού Δημοσίου καθώς και του Τ. Lehtinen, δημοσίου υπαλλήλου. Η AGM απαιτεί από το Φινλανδικό Δημόσιο και από τον Τ. Lehtinen αποζημίωση λόγω μειώσεως των εσόδων της πράγμα που η AGM αποδίδει στο γεγονός ότι ο Τ. Lehtinen διατύπωσε δημοσίως την άποψή του ότι οι ανυψωτήρες της AGM δεν πληρούν τις απαιτήσεις των τεχνικών κανονισμών και ότι είναι επικίνδυνοι. Η Φινλανδική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι ο Τ. Lehtinen σκοπίμως ενήργησε αντίθετα προς την επίσημη θέση του υπουργείου του και ότι το υπουργείο κατέστησε τούτο σαφές στο κοινό. Ο Τ. Lehtinen φρονεί μεταξύ άλλων ότι οι απόψεις που διατύπωσε καλύπτονται από την ελευθερία της γνώμης.
3. Βάσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, το Tampereen käräjäoikeus υπέβαλε στο Δικαστήριο μακρά σειρά λεπτομερών ερωτημάτων τα οποία μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις ενότητες: Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την οδηγία σχετικά με την ασφαλή λειτουργία των μηχανών προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι επίδικοι ανυψωτήρες πληρούν τις απαιτήσεις των τεχνικών κανόνων. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι απόψεις που διατύπωσε δημόσια ο Τ. Lehtinen περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και προσβάλλουν την αρχή της καλής πίστεως όπως αυτή ισχύει στο πλαίσιο της Κοινότητας καθώς και αν οι πράξεις αυτές πρέπει να καταλογιστούν στο δημόσιο και κατά πόσον μπορούν ενδεχομένως να θεωρηθούν δικαιολογημένες στο πλαίσιο της ελευθερίας της γνώμης και της προστασίας της υγείας. Αν κριθεί ότι έχουν παραβιαστεί τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ καθώς και το άρθρο 10 ΕΚ, το Tampereen käräjäoikeus ερωτά αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου να στοιχειοθετηθεί βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου αστική ευθύνη του δημοσίου, αν το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί επίσης την ύπαρξη ευθύνης του ενεργούντος δημοσίου υπαλλήλου και κατά πόσον οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αυτού του είδους των αξιώσεων αποζημιώσεως απαιτούν ενδεχομένως την ερμηνεία της φινλανδικής νομοθεσίας κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
II – Νομικό πλαίσιο
4. Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως αποτελούν τα άρθρα 10 ΕΚ, 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, καθώς και η οδηγία 98/37/ΕΚ καθώς και το εναρμονισμένο πρότυπο ΕΝ 1493: 1998.
1. Η οδηγία 98/37
5. Προς άρση των εμποδίων που παρεμβάλουν στο εμπόριο οι διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν την ασφάλεια και την υγιεινή και προς αποτροπή των κινδύνων που προέρχονται από τις μηχανές, η Κοινότητα εξέδωσε την οδηγία 98/37/ΕΚ (στο εξής και ως: οδηγία). Η οδηγία αυτή καθορίζει τις υποχρεωτικές και βασικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι μηχανές καθώς και όλα τα εξαρτήματα ασφαλείας σε σχέση με την ασφάλεια και την υγιεινή και προβλέπει ορισμένη διαδικασία για τη διαπίστωση και την πιστοποίηση της συμφωνίας με τις απαιτήσεις αυτές. Η συμφωνία δηλώνεται με τη σήμανση CE (2).
6. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν:
«[...] κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε οι μηχανές [...], στα οποία αναφέρεται η παρούσα οδηγία, να μπορούν να διατεθούν στην αγορά και να τεθούν σε λειτουργία μόνον εάν δεν θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων [...], όταν είναι εγκατεστημένα και συντηρούνται κατάλληλα και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους.»
7. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, η οδηγία δεν θίγει:
«[...] την ευχέρεια των κρατών μελών να καθορίζουν, τηρουμένης της Συνθήκης, τις απαιτήσεις που θεωρούν αναγκαίες ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των προσώπων, και ιδίως των εργαζομένων, κατά τη χρήση των εν λόγω μηχανών ή εξαρτημάτων ασφαλείας, εφόσον αυτό δεν συνεπάγεται μετατροπές αυτών των μηχανών ή εξαρτημάτων ασφαλείας σε σχέση με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»
8. Το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει:
«Οι μηχανές [...] στις οποίες εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία θα πρέπει να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγιεινής που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I.»
9. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν μπορούν:
«[...] να απαγορεύσουν, να περιορίσουν ή να παρεμποδίσουν τη διάθεση στην αγορά και τη θέση σε λειτουργία, στο έδαφός τους, μηχανών [...] που πληρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»
10. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι είναι σύμφωνες προς το σύνολο των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών πιστοποίησης που προβλέπει το κεφάλαιο ΙΙ:
«οι μηχανές που φέρουν τη σήμανση CE και συνοδεύονται από τη δήλωση πιστότητας ΕΚ που αναφέρεται στο παράρτημα II, σημείο Α.»
11. Ωστόσο, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει:
«Όταν κράτος μέλος διαπιστώσει ότι: μηχανές που φέρουν τη σήμανση “CE” […] και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους, ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων [...] ή αγαθών, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να αποσύρει τις μηχανές [...] από την αγορά, να απαγορεύσει τη διάθεσή τους στην αγορά, τη θέση τους σε λειτουργία ή να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία τους.
Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για το μέτρο αυτό και αναφέρει τους λόγους της απόφασής του, και ειδικότερα εάν η έλλειψη πιστότητας οφείλεται:
α) στη μη τήρηση των βασικών απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3
β) σε κακή εφαρμογή των προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2
γ) σε κενό αυτών των ίδιων των προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2.
[...]»
12. Οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας προβλέπουν λεπτομερώς τη διαδικασία για τη διαπίστωση της συμφωνίας μίας μηχανής με τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας, το δε άρθρο 10 προβλέπει τα μέτρα για τη σήμανση πιστότητας με το αποτελούμενο από δύο διαφορετικά γράμματα ακρωνύμιο «CE».
13. Κατά το σημείο 1 των εισαγωγικών παρατηρήσεων του παραρτήματος Ι, «οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγείας, ισχύουν μόνον όταν υπάρχουν για την εν λόγω μηχανή οι αντίστοιχοι κίνδυνοι, όταν η μηχανή χρησιμοποιείται κάτω από τις συνθήκες που προβλέπει ο κατασκευαστής.» Πάντως, «οι απαιτήσεις 1.1.2 [...] και 1.7.4 ισχύουν για το σύνολο των μηχανών που καλύπτει η παρούσα οδηγία.»
14. Οι απαιτήσεις 1.1.2 σχετικά με τις «Αρχές ενσωμάτωσης της ασφάλειας» ορίζουν μεταξύ άλλων τα εξής:
«α) Οι μηχανές θα πρέπει να έχουν εκ κατασκευής τη δυνατότητα να εκτελούν τη λειτουργία τους, να ρυθμίζονται και να συντηρούνται χωρίς οι άνθρωποι να εκτίθενται σε κίνδυνο κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών […].
Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να έχουν ως στόχο την εξάλειψη των κινδύνων ατυχήματος [...] ακόμα και στην περίπτωση που οι κίνδυνοι ατυχημάτων προκύπτουν από ανώμαλες αλλά προβλέψιμες καταστάσεις.
β) Κατά την επιλογή των καταλληλότερων λύσεων, ο κατασκευαστής θα πρέπει να εφαρμόζει τις ακόλουθες αρχές, με τη σειρά που αναφέρονται:
– να εξαλείφει ή να μειώνει τους κινδύνους εξαντλώντας κάθε δυνατότητα (ενσωμάτωση της ασφάλειας στον σχεδιασμό και την κατασκευή της μηχανής),
– να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους κινδύνους που δεν μπορούν να εξαλειφθούν,
– να πληροφορεί τους χρήστες για τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν λόγω της ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας που έχουν ληφθεί [...].
γ) Κατά τον σχεδιασμό και την κατασκευή της μηχανής και κατά τη σύνταξη των οδηγιών χρήσης, ο κατασκευαστής θα πρέπει να έχει υπόψη του όχι μόνον τη συνηθισμένη χρήση της μηχανής αλλά επίσης και κάθε χρήση της που μπορεί να αναμένεται λογικά.
Η μηχανή πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να αποφεύγεται άλλη χρήση της εκτός από την κανονική, αν από μια τέτοια χρήση θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος. Εφόσον συντρέχει η περίπτωση, οι οδηγίες χρήσεως πρέπει να εφιστούν την προσοχή του χρήση στις αντενδείξεις χρησιμοποίησης της μηχανής που θα μπορούσαν, σύμφωνα με την εμπειρία, να παρουσιαστούν [...]»
15. Οι απαιτήσεις 4.1.2.3 (μηχανική αντοχή) του παραρτήματος I απαιτούν σε σχέση με ανυψωτικά μηχανήματα τα οποία χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις συνθήκες που προβλέπει ο κατασκευαστής:
«Οι μηχανές [...] πρέπει να αντέχουν στις καταπονήσεις στις οποίες υποβάλλονται κατά τη λειτουργία [...] υπό τις συνθήκες εγκατάστασης και εκμετάλλευσης που προβλέπονται από τον κατασκευαστή και σε όλες τις σχετικές διατάξεις των εξαρτημάτων τους [...].
Οι μηχανές πρέπει να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται για να αντέχουν χωρίς βλάβη στις δυναμικές δοκιμές που πραγματοποιούνται με το μέγιστο φορτίο χρήσης [...].
Οι δυναμικές δοκιμές πρέπει να διεξάγονται στη μηχανή [...] υπό ομαλές συνθήκες χρήσης. Οι δοκιμές αυτές πραγματοποιούνται, κατά γενικό κανόνα, με τις ονομαστικές ταχύτητες που ορίζει ο κατασκευαστής. Σε περίπτωση που το κύκλωμα χειρισμού του μηχανήματος επιτρέπει πολλές ταυτόχρονες κινήσεις (π.χ. περιστροφή και μετατόπιση του φορτίου), οι δοκιμές πρέπει να διεξάγονται υπό τις δυσμενέστερες δυνατές συνθήκες [...]».
16. Τέλος, πρέπει επίσης να μνημονευθεί ότι το παράρτημα IV της οδηγίας στο κεφάλαιο «Α. Μηχανές» περιλαμβάνει και το σημείο «15. Ανυψωτικές γέφυρες για οχήματα», γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι εν πάση περιπτώσει πρόκειται συναφώς για μηχανές οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
2. Το εναρμονισμένο πρότυπο EN 1493:1998
17. Όπως προκύπτει από το σημείο 17 των αιτιολογικών σκέψεων της οδηγίας:
«Εκτιμώντας ότι [...] η παρούσα οδηγία καθορίζει μόνο τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας και υγιεινής γενικού περιεχομένου, που συμπληρώνονται με μια σειρά από ειδικότερες απαιτήσεις για ορισμένες κατηγορίες μηχανών, ότι, προκειμένου να διευκολύνεται η απόδειξη της συμμόρφωσης των παραγωγών προς τις βασικές αυτές απαιτήσεις, είναι σκόπιμο να υπάρχουν εναρμονισμένα πρότυπα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά την πρόληψη των κινδύνων που προκύπτουν από τον σχεδιασμό και την κατασκευή των μηχανών, πράγμα επίσης σκόπιμο προκειμένου να είναι δυνατός ο έλεγχος της συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις, ότι αυτά τα εναρμονισμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρότυπα έχουν καταρτιστεί από ιδιωτικούς οργανισμούς και κατά συνέπεια θα πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν κείμενα μη δεσμευτικού χαρακτήρα [...]».
18. Περαιτέρω, το σημείο 20 των αιτιολογικών σκέψεων της οδηγίας διευκρινίζει:
«[...] σύμφωνα με τη γενική πρακτική των κρατών μελών, την ευθύνη για τη βεβαίωση της πιστότητας των μηχανών προς τις βασικές απαιτήσεις ενδείκνυται να την έχουν οι κατασκευαστές [...]· η πιστότητα προς τα εναρμονισμένα πρότυπα αποτελεί και τεκμήριο πιστότητας προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις [...]».
19. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας:
«[...] η μηχανή [...] που κατασκευάζεται σύμφωνα προς το πρότυπο αυτό, θεωρείται σύμφωνη προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις.»
20. Η ευρωπαϊκή επιτροπή τυποποιήσεως (CEN) όρισε (3) για τους ανυψωτήρες οχημάτων το εναρμονισμένο πρότυπο EN 1493:1998 (στο εξής: EN 1493), η δε Επιτροπή δημοσίευσε με ανακοίνωσή της το πρότυπο αυτό (4).
21. Ως απαιτήσεις που πρέπει να πληροί η φέρουσα δομή των ανυψωτήρων οχημάτων, το εναρμονισμένο πρότυπο προβλέπει στο σημείο 5.6 (Μέτρηση της φέρουσας κατασκευής), 5.6.1 (Γενικά) της γερμανικής μεταφράσεως τα εξής:
«Το υλικό, η κατασκευή και ο εξοπλισμός των ανυψωτήρων οχημάτων πρέπει να εγγυώνται έναν επαρκή βαθμό ασφάλειας υπό όλες τις συνθήκες λειτουργίας. [...]»
22. Ως προς την κατανομή του βάρους κατά τη διάρκεια της ανυψώσεως, το σημείο 5.6.4.2 απαιτεί σε σχέση με τους ανυψωτήρες οχημάτων που χρησιμοποιούνται για την ανύψωση οδικών οχημάτων πάνω σε ανυψωτικές ράβδους:
«Για την ερμηνεία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τοποθέτηση του οχήματος επί του μέσου ανυψώσεως του φορτίου ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον το όχημα οδηγείται επί του ανυψωτήρα. [...]
Βάση των υπολογισμών πρέπει να είναι η τοποθέτηση του φορτίου με τον πλέον δυσμενή τρόπο [...].»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
Οι ανυψωτήρες της AGM
23. Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη είναι μία ιταλική εταιρία η οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται στην Ευρώπη ανυψωτήρες οχημάτων με την επωνυμία AGM. Τα κατασκευαζόμενα από την AGM μοντέλα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τους παρεμφερούς κατασκευής τύπους G 28, G 32 και G 35 από τους οποίους ο Φινλανδός εισαγωγέας πώλησε σε επιχειρήσεις αυτοκινήτων στη Φινλανδία από το 1996 περίπου 150 μοντέλα.
24. Οι ανυψωτήρες αυτού του τύπου αποτελούνται από δύο ράβδους επί των οποίων τοποθετείται το όχημα που πρόκειται να ανυψωθεί. Σε κάθε ράβδο είναι στερεωμένος ένας μικρός και ένας μεγάλος βραχίονας οι οποίοι σύρονται κάτωθεν του αμαξώματος του οχήματος που πρόκειται να ανυψωθεί. Εφόσον τοποθετηθούν οι βραχίονες με τον τρόπο αυτόν, μπορούν να ανυψωθούν μέσω ενός μηχανισμού που είναι τοποθετημένος στις ράβδους σε τέτοιο ύψος ώστε να είναι δυνατή η εργασία σε όρθια στάση κάτω από το όχημα.
25. Για τη χρησιμοποίηση του ανυψωτήρα υπάρχουν οδηγίες φορτώσεως που καθορίζουν το μέγιστο συνολικό επιτρεπόμενο βάρος του οχήματος που πρόκειται να ανυψωθεί. Εντούτοις, το ακριβές μέγιστο συνολικό βάρος για κάθε ανύψωση εξαρτάται από δύο παράγοντες. Αφενός από το γεγονός ότι όσο περισσότερο εκτείνεται ο βραχίονας τόσο μειώνεται το μέγιστο συνολικό επιτρεπόμενο βάρος του οχήματος, αφετέρου από το γεγονός ότι το μέγιστο συνολικό επιτρεπόμενο βάρος για τους μεγάλου μήκους βραχίονες είναι μικρότερο από αυτό για τους μικρού μήκους βραχίονες. Επομένως, πριν από την ανύψωση ενός οχήματος πρέπει να ελέγχεται τόσο η απόσταση μεταξύ των βραχιόνων όσο και το ανά άξονα βάρος που αναφέρεται στα έγγραφα καταχωρίσεως του οχήματος. Ως εκ τούτου, οι οδηγίες λειτουργίας αναφέρουν ότι το όχημα πρέπει να τοποθετείται μεταξύ των ράβδων κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο άξονας με το μεγαλύτερο βάρος να ίσταται επί των μικρού μήκους βραχιόνων, ο δε άξονας με το μικρότερο βάρος επί των μεγάλου μήκους βραχιόνων.
26. Το μοντέλο G 35 κρίθηκε το 1997 σύμφωνο προς την οδηγία και εφοδιάσθηκε με τη σήμανση CE. Η πιστοποίηση διενεργήθηκε από την εταιρία ιταλικού δικαίου I.C.E.P.I. s.r.l η οποία έχει δηλωθεί από το ιταλικό κράτος ως οργανισμός πιστοποιήσεως και έχει γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή.
27. Στις 22 Μαρτίου 2000, αυτοκινούμενο τροχόσπιτο έπεσε από ανυψωτήρα οχημάτων τύπου AGM G 32 που χρησιμοποιούσε φινλανδική επιχείρηση, διότι το σύστημα του κλειδώματος ασφαλείας των ανυψωτικών ράβδων υποχώρησε στις ταλαντεύσεις, μολονότι το βάρος του οχήματος ήταν μικρότερο από το μέγιστο επιτρεπόμενο φορτίο του ανυψωτήρα. Από το επεισόδιο αυτό δεν υπήρξαν τραυματίες.
Η διαδικασία ελέγχου της αγοράς που κίνησε το Υπουργείο
28. Στο Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Υγείας (στο εξής: Υπουργείο) περιήλθε στις 11 Μαΐου 2000 καταγγελία που αφορούσε «υπόθεση ελέγχου αγοράς» προερχόμενη από μία τοπική υπηρεσία ασφαλείας στην εργασία. Κατά το έγγραφο αυτό, από την εξέταση ενός ανυψωτήρα τύπου G 35 T/E διαπιστώθηκε ότι είναι ανεπαρκής η αντοχή του κλειδώματος των ράβδων. Το τμήμα ασφάλειας στην εργασία του Υπουργείου κίνησε τη διαδικασία ελέγχου της αγοράς και ανέθεσε μεταξύ άλλων στον αρχιμηχανικό Τ. Lehtinen τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το θέμα αυτό.
29. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου της αγοράς υπήρξαν επανειλημμένως ακροάσεις του εισαγωγέα. Περαιτέρω, έγιναν δύο δοκιμαστικές φορτώσεις σε ανυψωτήρα τύπου G 35 T/E προκειμένου να διαπιστωθεί η συμβατότητα του συστήματος κλειδώματος με το εναρμονισμένο πρότυπο EN 1493. Ο Τ. Lehtinen συνέταξε πλειάδα εκθέσεων στη φινλανδική και την αγγλική, όλες δε οι εκθέσεις αυτές επιγράφονταν ως εξής: «Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Υγείας», «Τμήμα ασφάλειας στην εργασία» και «Αρχιμηχανικός Tarmo Lehtinen».
30. Στην πρώτη έκθεσή του ο Τ. Lehtinen τόνισε μεταξύ άλλων ότι η πρώτη δοκιμαστική φόρτωση έδειξε ότι το σύστημα κλειδώματος δεν είναι σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου EN 1493 και ότι ο σχεδιασμός του χρήζει βελτιώσεων. Κατόπιν αυτού, η AGM σχεδίασε νέο σύστημα κλειδώματος. Με τη δεύτερη έκθεσή του, του Δεκεμβρίου 2000, ο Τ. Lehtinen αναγνώρισε ότι το νέο αυτό σύστημα απεδείχθη επαρκές στη δεύτερη δοκιμή και ότι είναι σύμφωνο προς το εναρμονισμένο πρότυπο. Κατά την τελευταία ακρόαση του εισαγωγέα που πραγματοποιήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2000, έγινε αμοιβαίως αποδεκτό ότι τα συστήματα των μηχανημάτων που ήσαν ήδη σε λειτουργία έπρεπε να βελτιωθούν μέχρι τις 15 Μαρτίου 2001. Για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα οι χρήστες ενημερώθηκαν με έγγραφο σχετικά με τους κινδύνους, τη μειωμένη ικανότητα φορτώσεως και την αντικατάσταση των ελαττωματικών μερών.
31. Εντούτοις, κεντρικό σημείο κριτικής όλων των εκθέσεων του Τ. Lehtinen ήταν το γεγονός ότι οι οδηγίες χρήσεως του ανυψωτήρα προέβλεπαν ορισμένους περιορισμούς σε σχέση με το αν θα χρησιμοποιηθεί η εμπρόσθια ή η οπίσθια κίνηση για την ανάβαση του οχήματος στον ανυψωτήρα. Κατά τον Τ. Lehtinen, το πρότυπο EN 1493 δεν επιτρέπει τέτοιους περιορισμούς. Kατά την άποψη του, ο ιταλικός οργανισμός πιστοποιήσεως και η AGM ερμήνευσαν εσφαλμένα το πρότυπο εκτιμώντας ότι στις δοκιμές φορτώσεως η κατανομή του βάρους πρέπει να είναι σύμφωνη με τις οδηγίες του κατασκευαστή. Εντούτοις, το πρότυπο EN 1493 προβλέπει σε σχέση με τους υπολογισμούς για τη μέγιστη ικανότητα φορτώσεως τις πλέον δυσμενείς συνθήκες φορτώσεως. Ως εκ τούτου, οι διαστάσεις του ανυψωτήρα πρέπει να έχουν προβλεφθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αντέχουν το μέγιστο επιτρεπόμενο φορτίο και υπό τις πλέον δυσμενείς συνθήκες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ανυψωτήρας μπορεί να αντέξει αντί των αναφερόμενων 3.500 kg μόνον 1.500 kg.
32. Για τους ανωτέρω λόγους, ο αρμόδιος τμηματάρχης του Υπουργείου υπέβαλε στον εντεταλμένο για τη λήψη αποφάσεως προϊστάμενο του τμήματος ασφάλειας στην εργασία την πρόταση να απαγορευθεί η εμπορεία και η λειτουργία των ανυψωτήρων της AGM στη Φινλανδία. Εντούτοις, ο προϊστάμενος του τμήματος ασφάλειας στην εργασία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση φρονώντας ότι δεν διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη λήψη μιας τέτοιας αποφάσεως.
Οι δημόσιες δηλώσεις του Τ. Lehtinen και του Υπουργείου
33. Στις 9 Ιανουαρίου 2001, ο Τ. Lehtinen έλαβε μέρος, στο πλαίσιο ασκήσεως των καθηκόντων του και ως εκπρόσωπος του υπουργείου, σε συνεδρίαση της ενώσεως τεχνικού εμπορίου. Η ένωση αριθμεί 200 περίπου μέλη που είναι επιχειρήσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται επίσης και προμηθευτές εξοπλισμού για επιχειρήσεις που ασχολούνται με αυτοκίνητα. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ο Τ. Lehtinen δήλωσε ότι οι ανυψωτήρες τύπου G 35 της AGM είναι επικίνδυνοι, δεν τηρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας και πρέπει να αποσυρθούν από την αγορά. Εντούτοις, από έγγραφο της ενώσεως της 29ης Ιανουαρίου 2001 προς το υπουργείο συνάγεται ότι η ένωση ήταν ενήμερη για την πρόοδο της διαδικασίας και τη διαφορετική άποψη του υπουργείου.
34. Στις 17 Ιανουαρίου 2001, ο κρατικός τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας TV 1 μετέδωσε στο κύριο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων των 20.30 έρευνα σχετικά με τους ανυψωτήρες της AGM. Μέρος της έρευνας ήταν η συνέντευξη με τον Τ. Lehtinen η οποία βιντεοσκοπήθηκε, με έγκριση του τμηματάρχη ως αμέσως προϊσταμένου του στο υπουργείο, στο γραφείο του στο υπουργείο. Στη συνέντευξη αυτή, ο Τ. Lehtinen δήλωσε ότι τα μηχανήματα αυτά μπορούσαν κατά την άποψή του να αποτελέσουν πηγή άμεσου κινδύνου, διότι κάτω από το φορτίο που ανυψώνεται εργάζονται άνθρωποι. Ο παρουσιαστής τόνισε συναφώς ότι, για τις κρατικές αρχές, πρόκειται για τη σοβαρότερη μέχρι τούδε υπόθεση και ότι τα μηχανήματα, σύμφωνα με την άποψη των κρατικών αρχών, πρέπει να αντέχουν το προβλεπόμενο φορτίο ακόμη και στην περίπτωση που το όχημα δεν ήταν τοποθετημένο ορθά. Περαιτέρω, εξέθεσε ότι, κατά την άποψη των φινλανδικών αρχών ασφάλειας στην εργασία, το εγκεκριμένο στην Ιταλία μηχάνημα δεν ήταν σύμφωνο προς τα πρότυπα της ΕΕ. Στο πλαίσιο δεύτερης εκπομπής, ο Τ. Lehtinen δήλωσε συναφώς ότι ο οικείος οργανισμός πιστοποιήσεως, τον οποίον είχε επιλέξει ο κατασκευαστής, ερμήνευσε εσφαλμένα τους κανόνες. Στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων στο υπουργείο ή σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας ελέγχου της αγοράς δεν δόθηκαν.
35. Στις 8 Φεβρουαρίου 2001, ο προϊστάμενος του τμήματος ασφαλείας στην εργασία απέστειλε τηλεομοιοτυπία στη Συνομοσπονδία Βιομηχάνων και Εργοδοτών. Στην τηλεομοιοτυπία δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να διαταράξει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς μέσω της απαγορεύσεως των πωλήσεων, διότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία εις βάρος των ανυψωτήρων, αλλά μόνον ισχυρισμοί. Φρονούσε επίσης ότι έπρεπε να προειδοποιήσει με τη δέουσα σοβαρότητα την Ένωση Εισαγωγέων Χονδρικού Εμπορίου ότι, αν εξακολουθούσαν να τείνουν ευήκοον ους στις απόψεις του Τ. Lehtinen, τούτο θα είχε ολέθριες συνέπειες στην αγορά.
36. Στις 12 Φεβρουαρίου 2001, ο Τ. Lehtinen συνέταξε την τρίτη έκθεσή του. Στην έκθεση αυτή, αναφέρθηκε για πρώτη φορά και στα μοντέλα G 28 και G 32, επί των οποίων δεν είχε επεκταθεί ο έλεγχος συμβατότητας και εξακολούθησε να εμμένει στην άποψή του σχετικά με τον περιορισμό κατά την τοποθέτηση του οχήματος επί του ανυψωτήρα (5). Ο Τ. Lehtinen τόνισε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι οι ράβδοι των ανυψωτήρων είχαν μικρότερες διαστάσεις από τις απαιτούμενες λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του οικείου τεχνικού κανόνα καθώς και ότι «τα σοβαρά σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά τον σχεδιασμό των ανυψωτήρων μπορούν να προκαλέσουν ατύχημα σε περίπτωση υπερβολικής μη ηθελημένης καταπονήσεως επί των ράβδων συνεπαγόμενης ρήξη και αποσταθεροποίηση της δομής». Ο Τ. Lehtinen απέστειλε την έκθεση αυτή στην Φινλανδική Συνομοσπονδία Μεταλλουργών.
37. Στις 16 Φεβρουαρίου 2001, ο προϊστάμενος του τμήματος ασφαλείας στην εργασία απομάκρυνε τον Τ. Lehtinen από τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως διότι στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαδικασίας είχε διατυπώσει δημοσίως απόψεις που διέφεραν από την επίσημη θέση του Υπουργείου και, ως εκ τούτου, ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών και της επικοινωνιακής πολιτικής του Υπουργείου. Σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση του τμήματος ασφάλειας στην εργασία της 20ής Μαρτίου 2001, ο λόγος απομακρύνσεως του Τ. Lehtinen ήταν ότι υπήρχε η υπόνοια ότι είχε ενεργήσει κατά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως συνεργαζόμενος με ανταγωνιστές της AGM και εις βάρος των συμφερόντων της AGM.
38. Στις 17 Φεβρουαρίου 2001, δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας «Aamulehti» άρθρο με τίτλο «Εμπειρογνώμων καταγγέλλει ανυψωτήρες οχημάτων με απογοητευτικές επιδόσεις». Το άρθρο αυτό αναφερόταν ρητώς στους ανυψωτήρες της AGM και είχε συνταχθεί βάσει συνεντεύξεως του Τ. Lehtinen και του προϊσταμένου του στο υπουργείο. Στο άρθρο αυτό αναφερόταν ότι κατά την άποψη του Τ. Lehtinen, διευθύνοντος μηχανικού στο τμήμα ασφάλειας στην εργασία του υπουργείου, «πωλούνταν στη Φινλανδία ιδιαιτέρως επικίνδυνοι ανυψωτήρες οχημάτων». Στο άρθρο αυτό περιλαμβάνονταν δηλώσεις του Τ. Lehtinen ότι οι μηχανές αυτές παρουσιάζουν αναμφίβολα τρία ή τέσσερα σοβαρά ελαττώματα. Εντούτοις, στο ίδιο άρθρο αναφερόταν επίσης ότι ο προϊστάμενος του τμήματος ασφάλειας στην εργασία θεωρούσε ότι ήταν προσωπικές οι απόψεις του Τ. Lehtinen. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, είχε τεθεί ζήτημα για τη μηχανή αυτή στο υπουργείο και είχε διαπιστωθεί ότι πληρούσε όλες τις απαιτήσεις της οδηγίας. Σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε δηλώσεις, δεν είχε αποδειχθεί ότι η μηχανή ήταν ελαττωματική.
39. Στις 19 Φεβρουαρίου 2001, ο Τ. Lehtinen απέστειλε μετάφραση της εκθέσεώς του στα αγγλικά φέρουσα την ίδια ημερομηνία, άνευ εγκρίσεως των προϊστάμενών του, στη σουηδική αρχή ασφάλειας στην εργασία. Η σουηδική αρχή θεώρησε ότι το υπόμνημά του απηχεί τις απόψεις του υπουργείου με αποτέλεσμα να ζητήσει διευκρινίσεις από τις ιταλικές αρχές. Επιπλέον, ο Τ. Lehtinen δημοσιοποίησε την έκθεσή του στους ευρωπαϊκούς κύκλους εμπειρογνωμόνων.
40. Στις 22 Φεβρουαρίου 2001, η Συνομοσπονδία Μεταλλουργών απηύθυνε στα ειδικευμένα τμήματά της των τομέων επισκευής αυτοκινήτων και μηχανικής επισκευής καθώς και στους υπευθύνους ασφαλείας των επιχειρήσεων έγγραφο στο οποίο τόνισε ότι οι ανυψωτήρες οχημάτων τύπου G 28, 32 και 35 της AGM είχαν αδιαμφισβήτητα κριθεί επικίνδυνοι και ότι οι παραλήπτες του εγγράφου αυτού θα έπρεπε να ασχοληθούν αμελλητί με την υπόθεση. Στο έγγραφο αυτό επισυναπτόταν η έκθεση του Τ. Lehtinen της 12ης Φεβρουαρίου 2001 την οποία ο Τ. Lehtinen είχε αποστείλει στη Συνομοσπονδία (6).
41. Στις 13 Ιουνίου 2001 δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας «Etalä-Saima» άρθρο με τον τίτλο «Η Συνομοσπονδία Μεταλλουργών απαιτεί την απαγόρευση των επικίνδυνων ανυψωτήρων οχημάτων» και υπότιτλο «Μεροκάματο τρόμου για 150 μηχανικούς». Στο άρθρο αυτό αναφερόταν ότι η λειτουργική ασφάλεια των ανυψωτήρων οχημάτων της AGM παρουσίαζε σοβαρά ελαττώματα σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του τμήματος ασφάλειας στην εργασία του υπουργείου. Κατά το άρθρο, ο επικεφαλής μηχανικός, ο οποίος ήταν ειδικευμένος σε αυτό το είδος μηχανημάτων, είχε προτείνει προ πολλού να επιβληθούν περιορισμοί στη λειτουργία των ιταλικών ανυψωτήρων οχημάτων της AGM και να απαγορευθεί η πώληση νέων μηχανών. Ωστόσο, στο ίδιο άρθρο αναφερόταν ότι ο προϊστάμενος του τμήματος ασφάλειας στην εργασία είχε αντίθετη άποψη, φρονούσε ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και ότι η υπόθεση εξακολουθούσε να βρίσκεται πάντοτε στο στάδιο της έρευνας.
Οι αποφάσεις και τα μέτρα του υπουργείου
42. Στις 14 Ιουνίου 2001, το τμήμα ασφάλειας στην εργασία του υπουργείου εξέδωσε απόφαση επί της υποθέσεως. Με την απόφασή του αυτή, το υπουργείο διαπίστωνε μεταξύ άλλων ότι δεν είχαν προκύψει στοιχεία δυνάμενα να οδηγήσουν στη λήψη μέτρων ελέγχου της αγοράς έναντι του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα ανυψωτήρων οχημάτων, διότι ο κατασκευαστής είχε διορθώσει τα διαπιστωθέντα ελαττώματα στις νέες μηχανές, ο δε εισαγωγέας είχε πράξει το ίδιο για τις μηχανές που ήδη λειτουργούσαν.
43. Την 1 Οκτωβρίου 2001, το υπουργείο προέβη σε έγγραφη προειδοποίηση του Τ. Lehtinen, διότι ο τελευταίος είχε δώσει παραπλανητική εικόνα των απόψεων του υπουργείου στο πλαίσιο δελτίου ειδήσεων καθώς και με υπόμνημά του προς τις τοπικές υπηρεσίες ασφάλειας στην εργασία ενεργώντας αντίθετα προς την επικοινωνιακή πολιτική του υπουργείου. Η επιτροπή προσφυγών των δημοσίων υπαλλήλων επικύρωσε την απόφαση με το σκεπτικό ότι ο Τ. Lehtinen όχι μόνον παρέβη τις εντολές του προϊσταμένου του, αλλά εξακολούθησε να ασχολείται με την υπόθεση και μετά την απομάκρυνσή του απ’ αυτήν στις 16 Φεβρουαρίου 2001. Αντιθέτως, η επιτροπή προσφυγών έκρινε ότι η τηλεοπτική συνέντευξη της 17ης Ιανουαρίου 2001 δεν ήταν επιλήψιμη και ότι δεν δικαιολογούσε την αποστολή έγγραφης προειδοποιήσεως. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση της επιτροπής προσφυγών.
Η κύρια δίκη
44. Η AGM άσκησε ενώπιον του Tampereen käräjäoikeus αγωγή κατά του Φινλανδικού Δημοσίου και του Τ. Lehtinen. Η AGM ζητεί να καταδικαστούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον στην καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη υπό τη μορφή της απώλειας μέρους του κύκλου εργασιών της και της μειώσεως της αξίας της εταιρίας της στη Φινλανδία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
45. Προς θεμελίωση των αξιώσεών της, η AGM προβάλλει ότι οι ανυψωτήρες της κατείχαν κατά τα έτη 2000 και 2001 στη Φινλανδία μερίδιο αγοράς το οποίο κυμαινόταν μεταξύ 10 % και 15 %. Λόγω της συμπεριφοράς του Τ. Lehtinen και του υπουργείου ο κύκλος εργασιών της μειώθηκε από 135 000 ευρώ περίπου το 2000 σε 1 070 ευρώ το 2002. Επιπλέον, μετά το 2001 υπήρξε σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κατά την AGM, μόνον η απώλεια κερδών ανέρχεται σε 300 000 ευρώ περίπου για το 2001 και σε 750 000 ευρώ περίπου για το 2002.
46. Αυτές και άλλες περαιτέρω ζημίες υπέστη η AGM απ’ το γεγονός ότι ο Τ. Lehtinen διέδωσε δημοσίως μεροληπτικές, εσφαλμένες και παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τους ανυψωτήρες που κατασκευάζει η AGM, το δε υπουργείο ουδέποτε διέψευσε αυτές τις εσφαλμένες και παραπλανητικές πληροφορίες π.χ. δια της δημοσιεύσεως υπηρεσιακών ανακοινωθέντων τύπου.
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
47. Με διάταξη της 7ης Νοεμβρίου 2003, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Είναι θεμιτό να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος, υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, ή μέτρο από το οποίο πρέπει να απέχουν τα κράτη μέλη, υπό την έννοια του άρθρου 10 ΕΚ, παράγραφος 2, όταν δημόσιος υπάλληλος-εμπειρογνώμων, ανήκων στη δημόσια υπηρεσία που είναι επιφορτισμένη με την ασφάλεια στην εργασία, ο οποίος όμως δεν έχει εξουσία λήψεως αποφάσεων, εκφράζει τις απόψεις του σε κύριο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων εθνικού καναλιού και σε ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, καθώς και σε εμπορικούς ή επαγγελματικούς οργανισμούς, ενώ έχει κινηθεί διαδικασία ελέγχου στη σχετική αγορά, χωρίς όμως να έχει ληφθεί απόφαση, υπό τέτοιες συνθήκες ώστε οι δηλώσεις του, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων προσώπων, περί των κινδύνων που ενέχει για την υγεία και μάλιστα για τη ζωή των ανθρώπων, μηχανή που τέθηκε στην αγορά από συγκεκριμένο κατασκευαστή μπορούν να δημιουργήσουν αρνητική δημόσια εικόνα της επίμαχης μηχανής και να βλάψουν τη θέση της σε εμπορία;
2) Πρέπει να ερμηνευθεί η οδηγία 98/37/ΕΚ σχετικά με τις μηχανές υπό την έννοια ότι ο επίμαχος ανυψωτήρας οχημάτων αντίκειται προς τους βασικούς κανόνες ασφάλειας που θεσπίζει η οδηγία διότι η μηχανή αυτή δεν κατασκευάστηκε σύμφωνα με το πρότυπο SFS-EN 1493, οπότε κατά τον σχεδιασμό της δομής της δεν ελήφθη υπόψη η τοποθέτηση του προς ανύψωση οχήματος σε ανυψωτικές ράβδους και από τις δύο πλευρές και οι υπολογισμοί αντοχής καθεμιάς από αυτές τις ανυψωτικές ράβδους δεν πραγματοποιήθηκαν προβλέποντας τις πλέον δυσμενείς συνθήκες ανυψώσεως;
3) α) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, είναι δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό οι περιγραφείσες ανωτέρω πράξεις του υπαλλήλου ενόψει του υψηλού σκοπού της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και, επομένως, αντίθετες προς τη Συνθήκη ΕΚ, ακόμα και αν το δεύτερο ερώτημα χρήζει επίσης καταφατικής απαντήσεως, εφόσον ληφθεί υπόψη η φύση των πράξεων αυτών και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ήταν δυνατόν να δοθούν πληροφορίες επί των ενδεχομένων κινδύνων και να αποφευχθεί η εμφάνιση επικινδύνων καταστάσεων χρησιμοποιώντας άλλα μέσα εκτός από τα περιγραφέντα στο πρώτο ερώτημα, το ότι οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα προτού η αρμόδια αρχή λάβει απόφαση στην υπόθεση ελέγχου της αγοράς και ότι, αφορώντας συγκεκριμένα ένα καθορισμένο προϊόν, μπορούσαν να θίξουν τη θέση του σε εμπορία;
β) Αν το προβληθέν στο ερώτημα 3, σημείο α΄, ζήτημα, περί αναλογικότητας εμπίπτει στην εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει το δικαστήριο αυτό να προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός της ενδεχόμενης μη συμφωνίας προς τους κοινοτικούς κανόνες περί ασφάλειας, ή να προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στις συνθήκες δημοσιοποιήσεως της μη συμφωνίας;
4) Μπορούν οι πράξεις του υπαλλήλου που περιγράφηκαν στο πρώτο ερώτημα, υπό τις αναφερθείσες ανωτέρω στο ερώτημα 3, σημείο α΄, περιστάσεις, να δικαιολογηθούν από την ελευθερία εκφράσεως, που διασφαλίζεται στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ακόμα και αν αντίκεινται στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, ή στο άρθρο 10 ΕΚ;
5) α) Αν οι περιγραφείσες στο πρώτο ερώτημα πράξεις του υπαλλήλου είναι αντίθετες προς τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, ή στο άρθρο 10 ΕΚ, είναι η παράβαση επαρκώς κατάφωρη και σοβαρή ώστε, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της ευθύνης του, να υποχρεούται το κράτος δυνάμει του κοινοτικού δικαίου σε αποκατάσταση της ζημίας που οι πράξεις αυτές συνεπάγονται για την επιχείρηση που έθεσε σε εμπορία τη μηχανή;
β) Είναι κατάφωρη και σοβαρή η προβαλλόμενη στο σημείο α΄ παράβαση ακόμα και στην περίπτωση όπου ουδέν σφάλμα ή αμέλεια μπορεί να προσαφθεί στην αρμόδια αρχή (ή στον αρμόδιο υπάλληλο) που έχει την εξουσία λήψεως αποφάσεως και ενώ η αρχή αυτή (ή ο υπάλληλος αυτός) ουδόλως ενέκρινε τις επικριθείσες πράξεις αλλ’ ούτε και ενήργησε ώστε οι πράξεις αυτές να έχουν πρακτικές συνέπειες;
γ) Μπορεί το άρθρο 10 ΕΚ και, συγκεκριμένα, η παράγραφος 2, να δημιουργήσουν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα;
δ) Πλην της ευθύνης του κράτους, μπορεί επίσης να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του ιδίου του υπαλλήλου δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, και υπό τις ίδιες συνθήκες, λόγω των πράξεών του όπως περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα, αν οι πράξεις αυτές είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο;
ε) Είναι στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η επίτευξη αποζημιώσεως βάσει του κοινοτικού δικαίου, όταν το εθνικό δίκαιο δέχεται την αποκατάσταση οικονομικών ζημιών πλην αυτών που προκαλούνται σε βάρος προσώπων και αγαθών μόνον αν η ζημία είναι το αποτέλεσμα νομικώς κυρώσιμης πράξεως ή ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας ή, άλλως, αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι για να διαταχθεί η αποζημίωση;
6) α) Αν η αποκατάσταση ζημίας, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως προκλήσεως ζημίας εξ αμελείας, απορρέουσας από την παράβαση των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάσσεται κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας, απαιτεί το κοινοτικό δίκαιο η επιβαλλόμενη αποκατάσταση της ζημίας να αποτελεί αποτελεσματική και αποτρεπτική κύρωση και συμβιβάζεται με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί ευθύνης το γεγονός ότι δημόσιος υπάλληλος που διέπραξε παράβαση ή αμέλεια υπό την έννοια της εθνικής νομοθεσίας είναι υπεύθυνος για τη ζημία μόνο κατά εύλογη αναλογία, η οποία δεν αντιστοιχεί οπωσδήποτε στο σύνολο της ζημίας, και μάλιστα απαλλάσσεται κάθε ευθύνης αν του προσάπτεται μόνον ελαφρά αμέλεια, ή ο υπάλληλος και το κράτος που είναι υπεύθυνο για το σφάλμα ή την αμέλεια του υπαλλήλου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν οικονομική ζημία πλην της ζημίας που προκλήθηκε σε πρόσωπα ή αγαθά μόνον αν η ζημία αυτή είναι το αποτέλεσμα νομικώς κυρώσιμης πράξεως ή ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας ή, άλλως, αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι για να διαταχθεί η αποζημίωση;
β) Αν οποιοσδήποτε από τους περιορισμούς της ευθύνης που αναφέρθηκαν στο σημείο α΄ δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί απόφαση περί αποζημιώσεως εκδοθείσα δυνάμει του εθνικού δικαίου να παρακάμψει τον περιορισμό αυτό ως προς τον εν λόγω υπάλληλο, ακόμα και αν απορρέει γι’ αυτόν υποχρέωση αποζημιώσεως αυστηρότερη ή μεγαλύτερη απ’ ό,τι προβλέπει η εθνική νομοθεσία;»
48. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η AGM, η Φινλανδική Κυβέρνηση, ο Τ. Lehtinen, η Επιτροπή και η Σουηδική Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών κατέθεσε γραπτό υπόμνημα.
V – Νομική εκτίμηση
Α – Επί του παραδεκτού της αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
49. Ο Τ. Lehtinen φρονεί ότι η αίτηση του Tampereen käräjäoikeus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Κατά την άποψή του, η ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία βρίσκεται σε προστάδιο ή σε πρώιμο στάδιο κατά το οποίο δεν έχει εισέτι επαρκώς διευκρινιστεί το αντικείμενο της διαφοράς. Δεδομένου ότι δεν έχει διαταχθεί η διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά δεν έχουν διαπιστωθεί έτσι όπως τα παραθέτει το αιτούν δικαστήριο. Επομένως, δεν είναι βέβαιο αν είναι αναγκαία η υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων. Κατά τα λοιπά, ουδόλως το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, εν πάση περιπτώσει τα συναφή προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα.
50. Από το άρθρο 234, παράγραφος 2, ΕΚ συνάγεται σαφώς ότι το εθνικό δικαστήριο αποφασίζει σε ποιο στάδιο της δίκης θα υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Αυτό και μόνον έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών και μπορεί, ως εκ τούτου, ευχερέστερα τοποθετημένο να εκτιμήσει το ζήτημα σε ποιο στάδιο της διαδικασίας πρέπει να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα (7).
51. Κατά τα λοιπά, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορεί να εκδώσει τη δική του απόφαση καθώς και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο κατ’ αρχήν να αποφανθεί επ’ αυτών. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν είναι προφανές ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση που ζητείται από το Δικαστήριο δεν έχουν σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει λυσιτελή απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (8).
52. Το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης. Οι μετέχοντες στη διαδικασία συνομολόγησαν σε γενικές γραμμές με τις παρατηρήσεις τους τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής. Το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους ζητεί την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, έχει επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία των διατάξεων αυτών καθώς και τους λόγους για τους οποίους η ερμηνεία των διατάξεων αυτών είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως επί της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης. Οι μετέχοντες στη διαδικασία μπόρεσαν να διατυπώσουν τις απόψεις τους βάσει των παρατιθέμενων στοιχείων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι τα προδικαστικά ερωτήματά του ήσαν λυσιτελή.
53. Το αν το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί ή προβλέπει τη στοιχειοθέτηση ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών αποτελεί ζήτημα το οποίο απαιτεί την ερμηνεία του ουσιαστικού κοινοτικού δικαίου. Επομένως, το ζήτημα αυτό ανάγεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των προδικαστικών ερωτημάτων.
54. Επομένως, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Β – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
55. Δεδομένου ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ενδέχεται να επηρεάζει την απάντηση στα λοιπά ερωτήματα, πρέπει να προταχθεί η εξέταση του ερωτήματος αυτού. Επιπλέον, τα λοιπά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν από κοινού λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
1. Ερμηνεία της οδηγίας 98/37 (δεύτερο ερώτημα)
56. Σε σχέση με την εκτίμηση της συμβατότητας των ανυψωτήρων με το κοινοτικό δίκαιο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την οδηγία σχετικά με τη λειτουργική ασφάλεια των μηχανών. Κατ’ ουσίαν, τίθεται το ερώτημα αν η οδηγία απαιτεί όπως τα οχήματα έχουν τη δυνατότητα να τοποθετούνται στον ανυψωτήρα τόσο από την εμπρόσθια όσο και από την οπίσθια πλευρά χωρίς τούτο να επηρεάζει το αναφερόμενο από τον κατασκευαστή μέγιστο επιτρεπόμενο φορτίο.
57. Το εναρμονισμένο πρότυπο ΕN 1493 απαιτεί τον υπολογισμό του μέγιστου φορτίου των ανυψωτήρων υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες φορτώσεως. Το πρότυπο αυτό δεν επιτρέπει τον περιορισμό των τρόπων τοποθετήσεως του οχήματος επί του ανυψωτήρα. Αντιθέτως, σύμφωνα με το σημείο 5.4.6.2 του εναρμονισμένου προτύπου (9) πρέπει να εξακριβώνεται, για μοντέλα όπως είναι το παρόν, το ανώτατο επιτρεπόμενο φορτίο με τον δυσμενέστερο τρόπο τοποθετήσεώς του και να αναγράφεται αντιστοίχως το μικρότερο φορτίο από αυτό το οποίο θα μπορούσε να αντέξει ο ανυψωτήρας αν το όχημα τοποθετούνταν στον ανυψωτήρα με τον ευνοϊκότερο τρόπο.
58. Εντούτοις, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 17 και 20 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας (10), το γεγονός ότι μία μηχανή ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του εναρμονισμένου προτύπου αποτελεί απλώς τεκμήριο ότι πληροί τις απαιτήσεις ασφαλείας της οδηγίας. Επομένως, το πρότυπο καθιστά ευχερέστερη την απόδειξη ότι μία μηχανή πληροί τις απαιτήσεις που τάσσει η οδηγία. Ωστόσο, τούτο μπορεί να αποδειχθεί και με άλλον τρόπο. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Φινλανδική Κυβέρνηση, η ίδια η οδηγία προβλέπει, π.χ. στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, την εξέταση του μοντέλου της μηχανής βάσει της οποίας μπορεί να αποδειχθεί αυτό ακριβώς το στοιχείο. Επομένως, η συμμόρφωση προς το πρότυπο ΕΝ 1493 δεν αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να θεωρηθεί ότι οι ανυψωτήρες πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας.
59. Προκειμένου να εκτιμηθεί το αν πληρούνται οι απαιτήσεις ασφαλείας που τάσσει η οδηγία, ο ιταλικός οργανισμός πιστοποιήσεως στηρίχθηκε στις οδηγίες χρήσεως του κατασκευαστή. Πράγματι η οδηγία απαιτεί μόνον όπως οι μηχανές δεν εγκυμονούν κινδύνους εφόσον «[...] χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους», εφόσον «[...] η μηχανή χρησιμοποιείται κάτω από τις συνθήκες που προβλέπει ο κατασκευαστής», εφόσον οι εργασίες εκτελούνται «υπό τις συνθήκες που προβλέπει ο κατασκευαστής» και «υπό τις συνθήκες εγκατάστασης και εκμετάλλευσης που προβλέπονται από τον κατασκευαστή [...]»(11). Επομένως, ορθώς κατ’ αρχήν υποστηρίζει η AGM ότι βάση της σχετικής εκτιμήσεως πρέπει να είναι τα όσα ορίζει ο κατασκευαστής.
60. Βεβαίως, η οδηγία έχει υπόψη της, στο πλαίσιο της άρσεως των εμποδίων στην εσωτερική αγορά, ιδίως το «κοινωνικό κόστος» των ατυχημάτων που προκαλούνται από τη χρήση μηχανών και τονίζει ότι ο αριθμός των ατυχημάτων αυτών μπορεί να μειωθεί εφόσον η παράμετρος της ασφάλειας λαμβάνεται υπόψη ήδη κατά τον σχεδιασμό των μηχανών. Σκοπός της οδηγίας είναι η εναρμόνιση των διατάξεων περί ασφαλείας χωρίς να υποβαθμίζεται το επίπεδο ασφαλείας. Η διατήρηση και βελτίωση του επιπέδου ασφαλείας αποτελεί ουσιώδη στόχο της οδηγίας (12).
61. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκοπών, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις απαιτήσεις του σημείου 1.1.2 του παραρτήματος I (13). Σύμφωνα με την εισαγωγική παρατήρηση 1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος Ι, οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν για όλες τις μηχανές ανεξαρτήτως των όσων ορίζει ο κατασκευαστής. Σύμφωνα με το στοιχείο α΄, οι μηχανές θα πρέπει να έχουν εκ κατασκευής τη δυνατότητα να εκτελούν τη λειτουργία τους χωρίς οι άνθρωποι να εκτίθενται σε κίνδυνο. Τα λαμβανόμενα μέτρα ασφαλείας πρέπει να έχουν ως στόχο την εξάλειψη των κινδύνων ατυχήματος ακόμη και στην περίπτωση που οι κίνδυνοι ατυχημάτων προκύπτουν από ανώμαλες αλλά προβλέψιμες καταστάσεις. Επίσης, σύμφωνα με το σημείο γ΄, πρέπει οι μηχανές να σχεδιάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή άλλη χρήση τους εκτός από την κανονική, αν από μία τέτοιου είδους χρήση θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος.
62. Κατά την επιλογή των καταλληλότερων λύσεων, το στοιχείο β΄ προβλέπει ότι ο κατασκευαστής πρέπει κατ’ αρχάς διά της εφαρμογής της αρχής της συνεκτιμήσεως του παράγοντα της ασφαλείας στον σχεδιασμό και την κατασκευή της μηχανής να εξαλείφει ή να μειώνει τους κινδύνους. Ο κατασκευαστής πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους κινδύνους που δεν μπορούν να εξαλειφθούν με τον ανωτέρω τρόπο. Μόνο στην περίπτωση που τούτο δεν είναι απολύτως εφικτό, ο κατασκευαστής υποχρεούται να πληροφορεί τους χρήστες για τους κινδύνους που εξακολουθούν να υφίστανται.
63. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οδηγία προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην προστασία της υγείας και απαιτεί, βάσει των τεχνικών και οικονομικών δυνατοτήτων, το υψηλότερο επίπεδο ασφαλείας που μπορεί να επιτευχθεί λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας. Βάσει των ανωτέρω, οι κίνδυνοι πρέπει να εξαλείφονται ήδη κατά την κατασκευή της μηχανής, ειδάλλως να λαμβάνονται επικουρικώς τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τον αποκλεισμό τους και μόνον εν εσχάτη ανάγκη να ελαχιστοποιούνται δια της ενημερώσεως των χρηστών.
64. Όπως προέβαλε η Επιτροπή, χωρίς να υπάρξει αντίκρουση από τους λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία ως προς το σημείο αυτό, η πρακτική αποδεικνύει ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως της τεχνικής είναι δυνατή η κατασκευή ανυψωτήρων οι οποίοι να αντέχουν το μέγιστο φορτίο ανεξαρτήτως του τρόπου τοποθετήσεως του οχήματος και της εντεύθεν κατανομής του βάρους του. Μεταξύ άλλων πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ράβδοι ανυψώσεως κ.λπ. των ανυψωτήρων που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης μπορούν να έχουν τέτοιες διαστάσεις ώστε να μπορεί να ανυψώνεται το αναγραφόμενο μέγιστο φορτίο ανεξαρτήτως του τρόπο τοποθετήσεως του. Από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν προκύπτει ότι τούτο θα προσέκρουε σε τεχνικά ή σε ανυπέρβλητα οικονομικά εμπόδια.
65. Εναλλακτικώς, θα μπορούσε και κάποιος μηχανισμός ασφαλείας να εγγυηθεί την ασφαλή λειτουργία της μηχανής, π.χ. ένας μηχανισμός αυτόματου συναγερμού ο οποίος να ενεργοποιεί ένα προειδοποιητικό σήμα σε περίπτωση υπερβάσεως των ορίων φορτώσεως και να αποτρέπει πιθανούς κινδύνους ακινητοποιώντας τον ανυψωτικό μηχανισμό. Η λύση αυτή σε επίπεδο κατασκευής θα μπορούσε να εγγυηθεί την ασφαλή λειτουργία της μηχανής και θα μπορούσε να αποδειχθεί οικονομικότερη.
66. Η τρίτη δυνατότητα θα ήταν η σύνταξη οδηγιών χρήσεως για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας εσφαλμένης χρήσεως της μηχανής και των εντεύθεν κινδύνων. Η λύση αυτή –εν αντιθέσει προς τις δύο προαναφερθείσες εναλλακτικές– ακόμη και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για απλές οδηγίες δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αποτροπή εσφαλμένων χειρισμών κατά τη χρήση της μηχανής και, ως εκ τούτου, δεν εγγυάται παρεμφερές επίπεδο ασφαλείας. Ως εκ τούτου, οι επιτροπές για τον συντονισμό των οργανισμών ελέγχου ορθώς εξέδωσαν ερμηνευτική σύσταση σύμφωνα με την οποία τυχόν περιορισμοί ως προς τους τρόπους τοποθετήσεως του οχήματος επί του ανυψωτήρα καθώς και η χρήση πινάκων φορτώσεως δεν συνάδουν προς τις διατάξεις περί ασφαλείας της οδηγίας.
Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
67. Η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ανυψωτήρες, όπως αυτοί που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης, πληρούν τις απαιτήσεις ασφαλείας της οδηγίας μόνον εφόσον μπορούν να τοποθετηθούν επ’ αυτών οχήματα τόσο από την εμπρόσθια όσο και από την οπίσθια πλευρά τους μέχρι του μέγιστου επιτρεπόμενου φορτίου τους ή, τουλάχιστον, εφόσον διασφαλίζεται με αποτελεσματικά μέτρα ότι δεν θα υπάρξουν τυχόν υπερφορτώσεις ή φορτώσεις με εσφαλμένο τρόπο.
2. Αρνητικές επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, παράβαση του καθήκοντος πίστεως έναντι της Κοινότητας (ερωτήματα 1, 3 και 4)
68. Με τα ερωτήματά του 1, 3 και 4, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν υπό ορισμένες συνθήκες, όπως είναι αυτές που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης, οι δημόσιες δηλώσεις του Τ. Lehtinen μπορούν να θεωρηθούν ως καταλογιστέα στο οικείο κράτος συμπεριφορά η οποία συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (β) ή παράβαση του καθήκοντος πίστεως έναντι της Κοινότητας (γ) καθώς και κατά πόσον τούτο μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογηθεί από την ελευθερία της γνώμης ή από τον σκοπό της προστασίας της υγείας τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας (δ). Εντούτοις, πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί το κριτήριο που θα εφαρμοστεί για την έρευνα των ερωτημάτων αυτών (α).
Επί του κριτηρίου για την έρευνα των ερωτημάτων αυτών: η οδηγία αντί του άρθρου 28 ΕΚ
69. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά πρωτίστως αν η συμπεριφορά του Τ. Lehtinen και του υπουργείου είναι σύμφωνη προς το άρθρο 28 ΕΚ. Εντούτοις, το άρθρο 28 ΕΚ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο έρευνας, καθ’ ο μέτρο ο οικείος τομέας έχει εναρμονιστεί πλήρως μέσω του παράγωγου δικαίου. Ως εκ τούτου, όλα τα εθνικά μέτρα στον τομέα αυτόν, για τον οποίον υπάρχει εναρμονισμένη ρύθμιση σε κοινοτικό επίπεδο, πρέπει να κρίνονται βάσει αυτών των εναρμονισμένων διατάξεων και όχι βάσει των θεμελιωδών ελευθεριών. Το αν υπάρχει πλήρως εναρμονισμένη ρύθμιση πρέπει να εκτιμάται μεταξύ άλλων βάσει του σκοπού και του περιεχομένου των διατάξεων (14).
70. Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, στοιχείο Α, αριθμός 15, της οδηγίας, οι ανυψωτήρες οχημάτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το άρθρο 3 και το παράρτημα Ι της οδηγίας τάσσουν λεπτομερείς και συγκεκριμένες απαιτήσεις ασφαλείας. Το άρθρο 8 ορίζει ακριβείς και λεπτομερείς κανόνες για τον έλεγχο των απαιτήσεων αυτών, το δε άρθρο 10 προβλέπει ότι η σήμανση CE πρέπει να χορηγείται σε περίπτωση που πληρούνται οι απαιτήσεις αυτές. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 3 απαγορεύουν τη διάθεση στο εμπόριο μηχανών οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις αυτές. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη να εμποδίζουν τη διάθεση στο εμπόριο μηχανών οι οποίες είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της οδηγίας. Οι απαγορεύσεις αυτές απηχούν τον σκοπό της οδηγίας που διατυπώνεται στην έκτη και την έβδομη αιτιολογική σκέψη και ο οποίος είναι: η εναρμόνιση των εθνικών κανόνων ασφαλείας και των εθνικών διαδικασιών προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια που τίθενται στην ελεύθερη κυκλοφορία των μηχανών. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, επιβεβαιώνει τα ανωτέρω, δεδομένου ότι κατά το άρθρο αυτό τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν συμπληρωματικές απαιτήσεις ασφαλείας σε σχέση με τις μηχανές. Απλώς στην περίπτωση που αναφανούν εκ των υστέρων κίνδυνοι, τα κράτη μέλη λαμβάνουν βάσει του άρθρου 7 τα ενδεδειγμένα μέτρα.
71. Επομένως, οι απαιτήσεις ασφαλείας που αφορούν τις μηχανές και είναι κρίσιμες για την ελεύθερη κυκλοφορία τους στην αγορά έχουν πλήρως εναρμονιστεί (15). Επομένως, η οδηγία είναι, όπως ορθώς υποστήριξε ο Τ. Lehtinen κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το μόνο κριτήριο έρευνας. Το άρθρο 28 ΕΚ δεν μπορεί –ούτε συμπληρωματικώς– να ληφθεί υπόψη.
Παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας (ερώτημα 1)
72. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί μεν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, υπό τις συνθήκες που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης, υφίσταται κρατική συμπεριφορά που περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 28 ΕΚ. Ωστόσο, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο (16) , πρέπει να εξεταστεί βάσει των προεκτεθεισών διαπιστώσεων αν συντρέχει παραβίαση της οδηγίας (17). Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν δηλώσεις, όπως αυτές στις οποίες προέβη ο Τ. Lehtinen και το υπουργείο, αντιβαίνουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
73. Παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας συντρέχει στην περίπτωση που κράτος μέλος λάβει μέτρο το οποίο περιορίζει ή εμποδίζει την κυκλοφορία στην αγορά μηχανών οι οποίες είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.
i) Επί του ζητήματος της συμβατότητας του ανυψωτήρα προς τις απαιτήσεις της οδηγίας
74. Βάσει των ανωτέρω, η απαγόρευση των περιορισμών του άρθρου 4, παράγραφος 1, ισχύει μόνο στην περίπτωση που η μηχανή πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας. Ωστόσο, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων πρέπει να θεωρηθεί ότι ο ανυψωτήρας της AGM δεν πληροί κατ’ αντικειμενική εκτίμηση τις προεκτεθείσες απαιτήσεις ασφαλείας.
75. Εν προκειμένω, εφαρμόζεται μεν το τεκμήριο συμβατότητας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας. Και τούτο διότι ο ανυψωτήρας είχε πιστοποιηθεί ως σύμφωνος προς την οδηγία και είχε λάβει σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας τη σήμανση πιστότητας CE. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λάβουν μέτρα στην περίπτωση που προκύψουν κίνδυνοι. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να αποσύρουν από την αγορά τις μηχανές για τις οποίες διαπιστώνουν ότι, κα όταν ακόμη χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους, ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων ή αγαθών. Σύμφωνα με τη δεύτερη περίοδο, το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για το μέτρο αυτό και εκθέτει τους λόγους της αποφάσεως του. Βάσει των ανωτέρω, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου, το τεκμήριο συμβατότητας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας παύει να ισχύει.
76. Εντούτοις, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, το αρμόδιο υπουργείο ούτε προέβη σε μια τέτοια διαπίστωση ούτε έλαβε μέτρα προκείμενου να αποσύρει τους ανυψωτήρες από την αγορά ούτε ενημέρωσε την Επιτροπή βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για το μέτρο αυτό εκθέτοντας τους λόγους της αποφάσεώς του. Επομένως, οι συνθήκες που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το τεκμήριο συμβατότητας των ανυψωτήρων με τις απαιτήσεις της οδηγίας εξακολουθούσε να ισχύει κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο και, ως εκ τούτου, ίσχυε η απαγόρευση των περιορισμών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για τον ανυψωτήρα της AGM.
ii) Επί της υπάρξεως συμπεριφοράς που μπορεί να αποδοθεί στο κράτος μέλος
77. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι είναι πιθανόν οι δημόσιες δηλώσεις του Τ. Lehtinen, ο οποίος χαρακτήρισε τον ανυψωτήρα της AGM αντίθετο προς τους τεχνικούς κανόνες και επικίνδυνο, να συνιστούν περιορισμό της εμπορίας προερχόμενο από κράτος μέλος. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν οι δημόσιες προειδοποιήσεις δημοσίου υπαλλήλου για ένα προϊόν μπορούν να θεωρηθούν ως συμπεριφορά προερχόμενη από κράτος μέλος. Με άλλα λόγια, μπορούν οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen να καταλογιστούν στο κράτος μέλος;
78. Κατ’ αρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εισέτι αποφανθεί επί πραγματικών περιστατικών όπως είναι αυτά που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Μέχρι τούδε το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι υπάρχει συμπεριφορά που καταλογίζεται στο κράτος μέλος πρώτον (όπως είναι αυτονόητο) στη συνήθη περίπτωση κατά την οποία ο δημόσιος υπάλληλος ενήργησε σύμφωνα με τις υποδείξεις του προϊσταμένου του ή βάσει της κείμενης νομοθεσίας του κράτους μέλους. Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει καταλογίσει τη συμπεριφορά ιδιωτών στα κράτη μέλη στην περίπτωση που ενήργησαν υπό τις οδηγίες των διοικητικών αρχών των κρατών μελών (18). Τρίτον, τέλος, το Δικαστήριο καταλόγισε τρόπον τινά σε κράτος μέλος τη συμπεριφορά ιδιωτών στην περίπτωση που οι ιδιώτες αυτοί ενήργησαν άνευ υποδείξεως από κρατικό όργανο, πλην το κράτος μέλος υπείχε θετική υποχρέωση να απαγορεύει τη συμπεριφορά αυτή των ιδιωτών (19).
79. Εν προκειμένω, όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της AGM, φρονούν ότι οι ενέργειες του Τ. Lehtinen πρέπει να θεωρηθούν ως ενέργειες προερχόμενες από ιδιώτη. Την άποψη αυτή στηρίζουν στο γεγονός ότι ο Τ. Lehtinen δεν είχε την εξουσία λήψεως αποφάσεως καθώς και στο γεγονός ότι το υπουργείο προέβη σε δημόσιες δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες οι απόψεις του Τ. Lehtinen δεν απηχούσαν την επίσημη θέση του υπουργείου. Ως εκ τούτου, αναγνωρίζουν ότι μόνον οι ενέργειες του προϊσταμένου του τμήματος ασφαλείας στην εργασία αποτελούν συμπεριφορά που μπορεί να καταλογιστεί στο Φινλανδικό Δημόσιο. Επομένως, ζήτημα ευθύνης του Φινλανδικού Δημοσίου τίθεται μόνο στην περίπτωση που ο προϊστάμενος του τμήματος ασφαλείας στην εργασία παρέλειψε να λάβει μέτρα κατά του Τ. Lehtinen παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτόν τις υποχρεώσεις προστασίας που υπέχει το δημόσιο κατά την έννοια της αποφάσεως επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας (20) και του κανονισμού 2679/98 (21). Εντούτοις, τα κριτήρια αυτά εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που το δημόσιο πρέπει να αντιδράσει στις ενέργειες ιδιωτών, όχι όμως στην περίπτωση που το ίδιο έχει ενεργήσει –π.χ. μέσω των υπαλλήλων του (22). Επομένως, πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί αν ο Τ. Lehtinen ενήργησε για λογαριασμό του δημοσίου ή ως ιδιώτης.
80. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι –εν αντιθέσει προς τις απαγορεύσεις που αφορούν προϊόντα– οι (κρατικές) προειδοποιήσεις που αφορούν ορισμένα προϊόντα δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν ως συνέπεια την επιβολή περιορισμών στην αγορά. Αντιθέτως, τέτοιου είδους επιπτώσεις μπορούν να προκαλέσουν το πρώτον οι αντιδράσεις των οικείων κύκλων της αγοράς επί των προειδοποιήσεων. Επομένως, κρίσιμο στοιχείο για τον καταλογισμό των απόψεων που διατυπώνει δημόσιος υπάλληλος στην υπηρεσία που τον απασχολεί είναι το πώς αντιλαμβάνονται οι οικείοι κύκλοι της αγοράς τις απόψεις αυτές (23). Πράγματι, αν λόγω των περιστάσεων οι οικείοι κύκλοι της αγοράς πρέπει να θεωρήσουν ότι οι απόψεις αυτές που διατυπώνει δημόσιος υπάλληλος αποτελούν προειδοποίηση για το προϊόν προερχόμενη από κρατικό όργανο, οι απόψεις του αυτές επηρεάζουν, λόγω του κύρους της κρατικής αρχής στην οποία απασχολείται, την συμπεριφορά τους κατά τον ίδιο τρόπο που θα την επηρέαζε μία προειδοποίηση η οποία θα προερχόταν πράγματι από κρατικό όργανο. Στην περίπτωση αυτή, οι συνέπειες τέτοιων δηλώσεων μπορούν να εξομοιωθούν απολύτως με απαγόρευση προερχόμενη από κρατική αρχή.
81. Όπως τονίζει το αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται και εν προκειμένω η διαπίστωση ότι η μείωση των πωλήσεων ουδόλως οφείλεται στις δηλώσεις του Τ. Lehtinen. Στην περίπτωση μιας τέτοιας μειώσεως, οι επιπτώσεις των δηλώσεων ισοδυναμούν προς απαγόρευση των πωλήσεων. Κατά τα λοιπά, από τη νομολογία του Δικαστηρίου επί της αστικής ευθύνης των κοινοτικών υπαλλήλων βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου συνάγεται ότι, πέραν των τυπικών διοικητικών ενεργειών, ευθύνη της Κοινότητας μπορούν να θεμελιώσουν και πράξεις (24) όπως είναι οι δημόσιες δηλώσεις (25) ή η δημοσίευση υπηρεσιακών στοιχείων (26). Η απαιτούμενη επιπλέον συνάφεια των δηλώσεων προς τη δραστηριότητα της δημόσιας υπηρεσίας για την στοιχειοθέτηση ευθύνης πρέπει να θεωρείται δεδομένη υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.
82. Στα κράτη μέλη εναπόκειται να διασφαλίσουν ότι οι υπάλληλοί τους δεν διατυπώνουν με το κύρος κρατικής αρχής προσωπικές, αντίθετες προς την επίσημη κρατική γραμμή, απόψεις. Εντούτοις, αν δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι απόψεις αυτές περιβάλλονται με το κύρος κρατικής αρχής, τότε πρέπει η εντύπωση αυτή να διορθωθεί αμελλητί δια της παροχής των κατάλληλων πληροφοριών. Ειδάλλως, οι πράξεις αυτές καταλογίζονται στο οικείο κράτος, εκτός εάν ο δημόσιος υπάλληλος είναι προφανώς αναρμόδιος.
83. Αντιθέτως προς την άποψη που διατύπωσαν οι κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και της Σουηδίας, το κράτος μέλος δεν μπορεί να αποφύγει τον καταλογισμό της πράξεως επικαλούμενο την εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων (στο υπουργείο) (27). Και τούτο διότι κρίσιμο για τις συνέπειες των δημόσιων δηλώσεων είναι αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίον τις αντιλαμβάνονται αυτοί προς τους οποίους απευθύνονται οι δηλώσεις αυτές..
84. Τούτο είναι σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (28). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, καταλογισμός υπάρχει μόνον εφόσον και καθ’ ο μέτρο υπάρχει φαινόμενη νομιμότητα κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας (29). Και οι λοιπές περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχει καταλογισμός, είναι παρεμφερείς στο διεθνές και στο κοινοτικό δίκαιο: πράξεις οργάνων (30), ενέργειες στο πλαίσιο εκτελέσεως εντολών (31) και κρατική ανοχή ή αντίθετη προς τις αναληφθείσες υποχρεώσεις παράλειψη λήψεως μέτρων (32).
85. Κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω αρχών, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν κρίνει ότι δημόσιοι υπάλληλοι κάθε βαθμού, έστω και του κατώτατου, μπορούν να παραβιάσουν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση που οι δημόσιοι υπάλληλοι ενήργησαν χωρίς να έχουν την προς τούτο απαιτούμενη εξουσία και δη στην περίπτωση που ενήργησαν πέραν ή αντίθετα προς τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί (33).
86. Η εφαρμογή των κριτηρίων του κοινοτικού δικαίου επί της εκάστοτε κρινομένης υποθέσεως απόκειται μεν στα εθνικά δικαστήρια (34). Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί βάσει των περιστάσεων της υποθέσεως να παράσχει διευκρινιστικά στοιχεία και κατευθυντήριες γραμμές (35).
87. Όπως προελέχθη (36), κρίσιμο για τον καταλογισμό των δηλώσεων δημοσίου υπαλλήλου στην προϊσταμένη αρχή του είναι το αν οι αποδέκτες των δηλώσεων εκλαμβάνουν, βάσει των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές έγιναν, ότι πρόκειται για δηλώσεις προερχόμενες από κρατικό όργανο στις οποίες ο αρμόδιος υπάλληλος προβαίνει με το κύρος της υπηρεσίας στην οποία ανήκει ή το αν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για προσωπικές απόψεις. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αυτού, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις.
88. Ορισμένες περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, βάσει των οποίων οι αποδέκτες των δηλώσεων μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ο Τ. Lehtinen εξέφραζε μόνον προσωπικές του απόψεις, αποτελούν επιχείρημα κατά του καταλογισμού των πράξεών του στο Φινλανδικό Δημόσιο.
89. Έτσι, π.χ. η επιστολή της Ενώσεως Τεχνικού Εμπορίου της 29ης Ιανουαρίου 2001 προς το υπουργείο σε σχέση με τις δηλώσεις του Τ. Lehtinen της 9ης Ιανουαρίου 2001 κατά τη συνεδρίαση της Ενώσεως Τεχνικού Εμπορίου αποτελεί ένδειξη ότι ήταν σαφές στους παρισταμένους κατά την ανωτέρω συνεδρίαση ότι οι απόψεις του Τ. Lehtinen δεν απηχούσαν τις απόψεις του υπουργείου (37).
90. Το ίδιο ισχύει για τα άρθρα της 17ης Φεβρουαρίου 2001 και της 13ης Ιουνίου 2001 που δημοσιεύτηκαν σε τοπικές εφημερίδες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα άρθρα αυτά παρέθεσαν τις διαφορετικές απόψεις του Τ. Lehtinen και του προϊσταμένου του τμήματος ασφαλείας στην εργασία αναφέροντας ότι ο τελευταίος ήταν ο εντεταλμένος για τη λήψη αποφάσεως προϊστάμενος του Τ. Lehtinen (38).
91. Αντιθέτως, περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης βάσει των οποίων οι αποδέκτες των δηλώσεων μπορούσαν να θεωρήσουν ότι ο Τ. Lehtinen ως αρμόδιος υπάλληλος εξέφραζε την επίσημη θέση της υπηρεσίας του συνηγορούν υπέρ του καταλογισμού της συμπεριφοράς του στο Φινλανδικό Δημόσιο.
92. Επί παραδείγματι, από τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την τηλεοπτική εκπομπή της 17ης Ιανουαρίου 2001 συνάγεται ότι οι τηλεθεατές μπορούσαν να σχηματίσουν την εντύπωση ότι ο Τ. Lehtinen εκπροσωπούσε, ως αρμόδιος υπάλληλος, την άποψη του υπουργείου. Και τούτο διότι η άποψη του Τ. Lehtinen παρουσιάστηκε στην εκπομπή ως άποψη των φινλανδικών αρχών και ο ίδιος εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος του υπουργείου στο πλαίσιο συνεντεύξεως η οποία με άδεια του αμέσως προϊσταμένου του, ήτοι του τμηματάρχη, μαγνητοσκοπήθηκε στο γραφείο του (39).
93. Οι αναπτύξεις του αιτούντος δικαστηρίου οδηγούν επίσης στο συμπέρασμα ότι η Συνομοσπονδία Μεταλλεργατών και οι υπεύθυνοι ασφαλείας των επιχειρήσεων (ήτοι η ομάδα των υποψήφιων αγοραστών των ανυψωτήρων οχημάτων) θα μπορούσαν να σχηματίσουν την εντύπωση ότι οι απόψεις του Τ. Lehtinen ήσαν οι απόψεις του αρμόδιου υπουργείου. Πράγματι, οι ομάδες αυτές είχαν λάβει την έκθεση του Τ. Lehtinen της 12ης Φεβρουαρίου 2001 η οποία επιγραφόταν «Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Υγείας», «Τμήμα για την ασφάλεια στην εργασία» και «Αρχιμηχανικός Tarmo Lehtinen» (40).
94. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, οι αρμόδιες σουηδικές αρχές για την ασφάλεια στην εργασία έκριναν, επίσης, ότι η έκθεση του Τ. Lehtinen της 19ης Φεβρουαρίου 2001, η οποία είχε συνταχθεί στην αγγλική, απηχούσε τις απόψεις του υπουργείου (41). Βάσει των ίδιων στοιχείων, οι ευρωπαίοι πραγματογνώμονες είχαν, επίσης, σχηματίσει την εντύπωση ότι η έκθεση εκφράζει τις απόψεις του υπουργείου (42).
95. Σε σχέση με τις απόψεις του Τ. Lehtinen το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει περαιτέρω ότι ο Τ. Lehtinen εμφανιζόταν κάθε φορά ως υπάλληλος του υπουργείου και ότι ουδέποτε κατέστησε σαφές ότι τα όσα δηλώνει απηχούν τις προσωπικές του απόψεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, ο Τ. Lehtinen εμφανιζόταν δημοσίως επίσης όχι ως προφανώς αναρμόδιος. Επιπλέον, στον Τ. Lehtinen είχε ανατεθεί, μέχρι της απομακρύνσεώς του από την υπόθεση από τον προϊστάμενο του τμήματος ασφαλείας στην εργασία στις 16 Φεβρουαρίου 2001, η διαδικασία ελέγχου αγοράς.
96. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος μπορεί, στην περίπτωση που δημιουργείται η εντύπωση ότι οι δηλώσεις περιβάλλονται με το κύρος κρατικής αρχής, να αποφύγει να του καταλογιστούν οι δηλώσεις αυτές παρέχοντας αμελλητί τα στοιχεία που είναι πρόσφορα προκειμένου να ανατραπεί αυτή η ψευδής εντύπωση (43).
97. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, το υπουργείο ουδέποτε ενημέρωσε τους αποδέκτες των δηλώσεων στις οποίες προέβη ο Τ. Lehtinen στις 17 Ιανουαρίου, στις 12 και στις 19 Φεβρουαρίου 2001 σχετικά με τη διαφορετική άποψη του υπουργείου. Επομένως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι στην περίπτωση των δηλώσεων αυτών το υπουργείο μερίμνησε με την απαιτούμενη σπουδή προκειμένου να μην δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο Τ. Lehtinen εκπροσωπεί την επίσημη θέση. Επιπλέον, τα δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στον τοπικό τύπο δεν είχαν την απήχηση που είχε η τηλεοπτική συνέντευξη όπως δεν είχαν τους ίδιους αποδέκτες με αυτούς που είχαν οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen.
98. Το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης σε σχέση με τις δηλώσεις του Τ. Lehtinen της 9ης Ιανουαρίου, της 17ης Φεβρουαρίου και της 13ης Ιουνίου 2001 συνηγορούν μάλλον υπέρ της απόψεως ότι η συμπεριφορά του Τ. Lehtinen είχε αμιγώς ιδιωτικό χαρακτήρα. Επιχείρημα κατά των ανωτέρω αποτελούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen της 17ης Ιανουαρίου, της 12ης και της 19ης Φεβρουαρίου 2001 από τις οποίες συνάγεται ότι η συμπεριφορά του πρέπει μάλλον να καταλογιστεί στο φινλανδικό κράτος και ότι, ως εκ τούτου, υπάρχει συμπεριφορά που μπορεί να αποδοθεί σε κράτος μέλος (44).
99. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αναλυτικότερα τις επιμέρους περιστάσεις προκειμένου να καταλήξει σε μία οριστική εκτίμηση σε σχέση με τα ζητήματα του καταλογισμού. Πράγματι, σε ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο, η Φινλανδική Κυβέρνηση και ο Τ. Lehtinen υποστήριξαν το πρώτον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στην τηλεοπτική εκπομπή της TV 1 μεταδόθηκε στη συνέχεια και η άποψη του υπουργείου. Επιπλέον, ο προϊστάμενος του τμήματος ασφαλείας στην εργασία ενημέρωσε εγκαίρως τη Συνομοσπονδία Μεταλλεργατών και τη Σουηδική Κυβέρνηση ότι οι εκτιμήσεις του Τ. Lehtinen απηχούσαν τις προσωπικές του απόψεις. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να διευκρινίσει κατά πόσον το υπουργείο ενημέρωσε πράγματι με την απαιτούμενη σπουδή τους αποδέκτες των δηλώσεων του Τ. Lehtinen και ανέτρεψε την εντύπωση ότι αυτές απηχούσαν την επίσημη θέση του υπουργείου (45).
iii) Επί του περιορισμού ή της παρεμποδίσεως της διαθέσεως ανυψωτήρων στην αγορά
100. Απομένει να διευκρινιστεί αν η συμπεριφορά του Τ. Lehtinen περιόρισε ή παρεμπόδισε τη διάθεση ανυψωτήρων στην αγορά.
101. Έκφανση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών στο παράγωγο δίκαιο αποτελεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας το οποίο απαγορεύει κατά την έννοια της γνωστής ως νομολογίας Dassonville κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο των μηχανών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (46).
– Επί των περιορισμών που προέρχονται από καταλογιστέα συμπεριφορά
102. Στην περίπτωση που οι δημόσιες δηλώσεις του Τ. Lehtinen της 17ης Ιανουαρίου, της 12ης και της 19ης Φεβρουαρίου 2001 καταλογιστούν στο φινλανδικό κράτος ανακύπτει το ζήτημα αν αυτές οι προερχόμενες επομένως από το κράτος δηλώσεις συνιστούν παράβαση του άρθρου 4 της οδηγίας.
103. Ήδη με την απόφασή του «Buy Irish» το Δικαστήριο έκρινε ότι διαφημιστική εκστρατεία για τα εγχώρια προϊόντα, η οποία ουδόλως δυσφήμιζε τα ανταγωνιστικά προϊόντα από την αλλοδαπή, αποτελούσε μέτρο περιοριστικό της ροής του ενδοκοινοτικού εμπορίου (47). Δηλώσεις προερχόμενες από κρατικά όργανα σύμφωνα με τις οποίες μία μηχανή χαρακτηρίζεται σε δελτία ειδήσεων, σε επίσημες κατά τα φαινόμενα εκθέσεις με πολλούς αποδέκτες και σε συνεντεύξεις σε εφημερίδες ως αντίθετη προς τους τεχνικούς κανόνες και επικίνδυνη, μπορούν τουλάχιστον έμμεσα και δυνητικά να επηρεάσουν τη διάθεση της μηχανής στην αγορά.
104. Επομένως, οι περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι αυτές οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen συνιστούν μέτρα προερχόμενα από κράτος μέλος τα οποία περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά μιας μηχανής η οποία έχει πιστοποιηθεί ως σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της οδηγίας και ότι, ως εκ τούτου, συνιστούν παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
105. Συνεπώς, στο ερώτημα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
Δηλώσεις στις οποίες προβαίνει δημόσιος υπάλληλος χωρίς να έχει την προς τούτο εξουσία, με τις οποίες χαρακτηρίζει ως αντίθετη προς τους τεχνικούς κανόνες και επικίνδυνη μια μηχανή, η οποία έχει πιστοποιηθεί ως σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, αντιβαίνουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, εφόσον η συμπεριφορά του δημοσίου υπαλλήλου μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος μέλος. Τέτοιου είδους δηλώσεις μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος εφόσον λόγω της μορφής τους και των περιστάσεων δημιουργείται η εντύπωση στους αποδέκτες των δηλώσεων ότι πρόκειται για επίσημες κρατικές ανακοινώσεις και όχι για προσωπικές απόψεις του δημοσίου υπαλλήλου. Συναφώς, ενδέχεται να έχει σημασία μεταξύ άλλων το γεγονός ότι
– ο δημόσιος υπάλληλος είναι εν γένει αρμόδιος για τον οικείο τομέα,
– ο υπάλληλος προβαίνει στις γραπτές δηλώσεις του χρησιμοποιώντας την επίσημη ονομασία της αρμόδιας αρχής,
– ο υπάλληλος παραχωρεί τηλεοπτικές συνεντεύξεις στο χώρο εργασίας του,
– ο υπάλληλος δεν επισημαίνει ότι πρόκειται για τις προσωπικές απόψεις του και ότι αυτές διαφέρουν από την επίσημη θέση της αρμόδιας αρχής και
– οι αρμόδιες κρατικές αρχές δεν προβαίνουν αμελλητί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να ανατρέψουν την εντύπωση που έχουν σχηματίσει οι αποδέκτες των δηλώσεων του υπαλλήλου ότι πρόκειται για επίσημες κρατικές ανακοινώσεις.
– Επί των περιορισμών που προέρχονται από μη δυναμένη να καταλογιστεί συμπεριφορά
106. Εφόσον το αιτούν δικαστήριο εκτιμήσει, βάσει των ανωτέρω κριτηρίων, ότι οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen απηχούν τις προσωπικές του απόψεις και εφόσον δεν δεχτεί τον καταλογισμό τους στο φινλανδικό κράτος, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της παραβιάσεως του άρθρου 4 της οδηγίας εκ της παραλείψεως του φινλανδικού κράτους, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει, να προβεί στη λήψη μέτρων.
107. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 28 ΕΚ και 10 ΕΚ υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για να διασφαλίσουν στο έδαφός τους τον σεβασμό της θεμελιώδους ελευθερίας καθώς και να προβαίνουν στη λήψη επαρκών μέτρων για την άρση των εμποδίων που παρεμβάλλουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στο έδαφός τους ιδίως ορισμένες πράξεις ιδιωτών που στρέφονται κατά των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (48). Ωστόσο, ως προς τα απαιτούμενα μέτρα που είναι τα πλέον κατάλληλα στην εκάστοτε περίπτωση, τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική εξουσία –δεν απόκειται στα κοινοτικά όργανα να υποκαταστήσουν τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών και να τους επιβάλουν τα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβουν και να εφαρμόσουν στην πράξη (49). Ωστόσο, εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγχει, λαμβάνοντας υπόψη αυτήν την διακριτική εξουσία, αν το κράτος μέλος έλαβε πράγματι τα ενδεδειγμένα μέτρα (50).
108. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, το υπουργείο ενημερώθηκε σε σχέση με τις δηλώσεις στις οποίες προέβη ο Τ. Lehtinen στις 9 Ιανουαρίου 2001 από το έγγραφο που απέστειλε εκ των υστέρων η Συνομοσπονδία Τεχνικού Εμπορίου ότι η τελευταία γνώριζε τη διαφορετική άποψη του υπουργείου. Επιπλέον, ο προϊστάμενος του τμήματος ασφαλείας στην εργασία απέστειλε στις 8 Φεβρουαρίου 2001 τηλεομοιοτυπία προς τον πρόεδρο της Συνομοσπονδίας Βιομηχάνων και Εργοδοτών με την οποία αντέκρουσε τις απόψεις του Τ. Lehtinen. Από τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο στις 17 Φεβρουαρίου 2001 και στις 13 Ιουνίου 2001 (51) συνάγεται ότι η διαδικασία ελέγχου της αγοράς δεν είχε εισέτι ολοκληρωθεί, ότι το υπουργείο θεωρούσε κατά την ανωτέρω ημερομηνία ότι η μηχανή είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της οδηγίας και ότι το υπουργείο δεν μπορούσε να εντοπίσει την ύπαρξη κάποιου κινδύνου προερχομένου από αυτήν (52).
109. Από τις ανωτέρω περιστάσεις συνάγεται ότι το υπουργείο μπορούσε να θεωρήσει ότι δεν ήταν αναγκαία η λήψη περαιτέρω μέτρων. Επομένως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το φινλανδικό κράτος εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του προστασίας έναντι των ιδιωτών των οποίων προσβάλλεται η ελευθερία εμπορίας. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχουν συναφώς περιορισμοί προερχόμενοι από κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Γ – Άρθρο 10 παράγραφος 2, ΕΚ
110. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης, με το πρώτο ερώτημά του να διευκρινιστεί, αν η συμπεριφορά του Τ. Lehtinen και του υπουργείου παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 10, παράγραφος 2, ΕΚ. Ωστόσο, το άρθρο 10, παράγραφος 2, ΕΚ, ως lex generalis, πρέπει να υποχωρεί στην περίπτωση που υπάρχουν παραβάσεις συγκεκριμένων κανόνων (53). Το άρθρο 10, παράγραφος 2, ΕΚ μπορεί να θεμελιώσει αξιώσεις μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται πέραν της συγκεκριμένης παραβάσεως κανόνα δικαίου και παράβαση αναλειφθείσας υποχρεώσεως (54). Ωστόσο, από τα στοιχεία της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης δεν συνάγεται κάτι τέτοιο.
Δ – Επί της συνδρομής λόγων που μπορούν να δικαιολογήσουν την επίμαχη συμπεριφορά (ερωτήματα 3 και 4)
111. Λαμβανομένων υπόψη του κριτηρίου έρευνας και των μέχρι τούδε συμπερασμάτων, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του αν η παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας λόγω της συμπεριφοράς του Τ. Lehtinen μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του σκοπού της προστασίας της υγείας ή βάσει της ελευθερίας της γνώμης.
i) Επί του σκοπού της προστασίας της υγείας ως δικαιολογητικού λόγου (ερώτημα 3)
112. Η οδηγία ρυθμίζει ακριβώς την προστασία της ανθρώπινης υγείας σε σχέση με τις μηχανές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Επομένως, στην περίπτωση μηχανών που είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, επιτρέπεται η επιβολή περαιτέρω περιορισμών της διαθέσεώς τους στην αγορά μόνο για λόγους προστασίας της υγείας βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1.
113. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, το υπουργείο δεν προέβη στη λήψη μέτρων βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας. Κατά τον χρόνο των δηλώσεων του Τ. Lehtinen βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία ελέγχου της αγοράς και, κατά την άποψη του εντεταλμένου για τη λήψη αποφάσεως προϊσταμένου του τμήματος ασφαλείας στην εργασία, δεν είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία κατά την έννοια του άρθρου 7. Ούτε υπήρξε ενημέρωση της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος. Επομένως, η προσπάθεια να δικαιολογηθεί η επίμαχη συμπεριφορά βάσει των σκοπών της προστασίας της υγείας είναι προβληματική ήδη εκ του λόγου ότι το κράτος μέλος ουδόλως επεδίωκε την επίτευξη των σκοπών αυτών.
114. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, δεν συντρέχει εν προκειμένω ούτε περίπτωση αντικειμενικής διακινδυνεύσεως. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που ετίθετο ζήτημα διακινδυνεύσεως, θα έπρεπε να θεωρηθεί εν προκειμένω ότι οι βλάβες που προκάλεσαν οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen ήσαν αντίθετες προς την αρχή της αναλογικότητας.
115. Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, τα μέτρα που λαμβάνονται δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση. Συναφώς, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές· περαιτέρω, τα μειονεκτήματα που προκαλούνται εντεύθεν δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (55).
116. Δημόσιες προειδοποιήσεις όπως αυτές στις οποίες προέβη ο Τ. Lehtinen σχετικά με την επικινδυνότητα των ανυψωτήρων της AGM μπορούν μεν να αποτελούν πρόσφορα μέσα για την ελαχιστοποίηση του «κινδύνου». Υπάρχουν, όμως, επιφυλάξεις ως προς το αν οι προειδοποιήσεις αυτές ήσαν αναγκαίες. Ένα εξίσου πρόσφορο, ηπιότερο εναλλακτικό μέτρο θα ήταν π.χ. μία επιστολή προς τους προμηθευτές των ανυψωτήρων με την οποία θα ενημερώνονταν συγκεκριμένα σχετικά με τους εκτεταμένους κινδύνους τους οποίους ο Τ. Lehtinen θεωρούσε ότι υπήρχαν. Σκοπίμως επελέγη αυτή η οδός ήδη, όσον αφορά το ελαττωματικό κλείδωμα ασφαλείας.
117. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούσαν πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, ο «κίνδυνος», που ο Τ. Lehtinen θεώρησε ότι υπήρχε λόγω του περιορισμού σε σχέση με το αν θα χρησιμοποιείται η εμπρόσθια ή η οπίσθια κίνηση για την ανάβαση του οχήματος στον ανυψωτήρα, δεν μπορεί να ήταν ιδιαιτέρως μεγάλος: η μηχανή και οι πίνακες φορτώσεως ήσαν σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά απλοί στη χρήση τους και επίσης δεν σημειώθηκαν ατυχήματα, παρά τον πραγματικά μεγάλο αριθμό πωληθέντων μοντέλων, τα οποία θα μπορούσαν να αποδοθούν στην ύπαρξη του περιορισμού αυτού (56). Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί ότι δημόσιες δηλώσεις, όπως αυτές στις οποίες προέβη ο Τ. Lehtinen, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων.
ii) Επί της ελευθερίας της γνώμης ως δικαιολογητικού λόγου (ερώτημα 4)
118. Ορθώς η Σουηδική Κυβέρνηση εξήρε πρωτίστως τη σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 12 του Φινλανδικού Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και το οποίο αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Η ελευθερία της γνώμης ως βασικό θεμέλιο μίας δημοκρατικής κοινωνίας αποτελεί δικαίωμα και των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών ακριβώς όπως και των μόνιμων υπαλλήλων της Κοινότητας (57).
119. Αντιθέτως, το ίδιο το κράτος μέλος δεν απολαύει του δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης. Αποτελεί μάλλον –όπως και τα όργανα της Κοινότητας- τον θεματοφύλακα του δικαιώματος αυτού. Το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίζει στους πολίτες τους το δικαίωμα ελευθερίας της γνώμης και δεν μπορεί το ίδιο να χρησιμοποιεί το δικαίωμα αυτό έναντι αυτών.
– Επί της δικαιολογήσεως δυνάμενης να καταλογιστεί συμπεριφοράς
120. Επομένως, καθόσον η συμπεριφορά του Τ. Lehtinen πρέπει να καταλογιστεί στο φινλανδικό κράτος, δεν μπορεί να προβληθεί η ελευθερία της γνώμης ως δικαιολογητικός λόγος. Και τούτο διότι οι δηλώσεις του Τ. Lehtinen της 17ης Ιανουαρίου, της 12ης και της 19ης Φεβρουαρίου αποτελούν, στην περίπτωση που καταλογιστούν στο φινλανδικό κράτος, κρατικές δηλώσεις και όχι δηλώσεις ενός ιδιώτη. Ωστόσο, το φινλανδικό κράτος δεν μπορεί να προβάλει έναντι της AGM ίδιον δικαίωμα ελευθερίας της γνώμης. Ως προς το σημείο αυτό, το φινλανδικό κράτος δεν έχει υποχρέωση να σεβαστεί το δικαίωμα ελευθερίας της γνώμης του υπαλλήλου του Τ. Lehtinen. Πράγματι, ο Τ. Lehtinen μπορεί μεν να έχει το δικαίωμα να διατυπώνει ελεύθερα τη γνώμη του ιδίω ονόματι, δεν έχει όμως το δικαίωμα να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις ως εκπρόσωπος του φινλανδικού κράτους.
– Επί της δικαιολογήσεως μη δυνάμενης να καταλογιστεί συμπεριφοράς
121. Αντιθέτως, είναι δυνατόν η ελευθερία της γνώμης να αποτελεί δικαιολογητικό λόγο καθόσον η συμπεριφορά του Τ. Lehtinen δεν μπορεί να καταλογιστεί στο φινλανδικό κράτος. Πράγματι, στην περίπτωση που δημόσιος υπάλληλος προβεί σε ορισμένες δηλώσεις ιδίω ονόματι, τότε χρησιμοποιεί το δικαίωμά του ελεύθερης εκφράσεως της γνώμης του έναντι του κράτους μέλους στο οποίο υπηρετεί. Το κράτος μέλος υποχρεούται να σεβαστεί αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα. Ωστόσο, δεδομένου ότι το κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίζει ταυτόχρονα την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και δεδομένου ότι ενδέχεται να απορρέει εντεύθεν η υποχρέωση λήψεως μέτρων(58), είναι πιθανόν εν προκειμένω να υπάρξουν συγκρούσεις.
122. Στην περίπτωση που υπάρξουν τέτοιου είδους συγκρούσεις, τότε το κράτος μέλος πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί την ελευθερία της γνώμης του υπαλλήλου του καθόσον αυτό οφείλει να τη σεβαστεί βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων. Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να σταθμίζονται τα εκατέρωθεν συμφέροντα λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Συναφώς, το κράτος μέλος διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Εντούτοις, απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει αν είναι εύλογοι οι περιορισμοί των θεμελιωδών ελευθεριών σε σχέση με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (59).
123. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, ο Τ. Lehtinen διατύπωσε τις απόψεις του πριν από την έκδοση αποφάσεως από το υπουργείο. Η κριτική του ήταν πράγματι έντονη και στρεφόταν κατά των ανυψωτήρων μιας μόνον εταιρίας, ωστόσο αιτιολόγησε τις απόψεις του με αντικειμενικές εκτιμήσεις σε σχέση με το μοντέλο του ανυψωτήρα και, πέραν τούτου, δεν υποβάθμισε την αξία του άνευ λόγου. Σκοπός των δηλώσεών του ήταν τουλάχιστον η προστασία της υγείας. Βάσει των ανωτέρω, ο Τ. Lehtinen έκανε χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης εκφράσεως της γνώμης του σ’ έναν τομέα στον οποίον διέθετε ιδιαίτερες γνώσεις και με τις δηλώσεις του επεδίωκε σημαντικούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
124. Συναφώς, το υπουργείο διευκρίνισε στους χρήζοντες πληροφορήσεως αναγνώστες των άρθρων των εφημερίδων ότι ο Τ. Lehtinen εκφράζει τις προσωπικές του απόψεις, ότι η διαδικασία ελέγχου της αγοράς δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι δεν υπήρχαν στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι ο ανυψωτήρας ήταν επικίνδυνος ή ότι αντέβαινε στους τεχνικούς κανόνες. Επομένως, το υπουργείο έλαβε μέτρα προκειμένου να ελαχιστοποιήσει κατά το δυνατόν τον αντίκτυπο των δηλώσεων του Τ. Lehtinen επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών.
125. Υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι το υπουργείο μπορούσε να θεωρήσει, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας του, ότι ήσαν ανεκτοί οι εναπομείναντες περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών από τις προσωπικές απόψεις που διατύπωσε ο Τ. Lehtinen, διότι τυχόν παροχή ευρύτερης προστασίας δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την επιβολή δυσανάλογων περιορισμών στο δικαίωμα ελεύθερης εκφράσεως της γνώμης του Τ. Lehtinen.
126. Ειδικότερα, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα επιβολής από το υπουργείο προληπτικής απαγορεύσεως στον Τ. Lehtinen να προβαίνει σε δηλώσεις. Η προληπτική απαγόρευση εκφράσεως της ίδιας γνώμης αναιρεί την ελευθερία της γνώμης στη συγκεκριμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, καθόσον το φινλανδικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο προβλέπει πράγματι τη δυνατότητα επιβολής προληπτικής απαγορεύσεως, το κοινοτικό δίκαιο ουδόλως μπορεί να απαιτήσει τούτο υπό τέτοιου είδους περιστάσεις για την προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών. Η μορφή των δηλώσεων και ο χρόνος κατά τον οποίον έγιναν επίσης δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα απαιτούνταν αυστηρότερα μέτρα και ότι τα πράγματι ληφθέντα μέτρα υπερέβαιναν τα άκρα όρια της διακριτικής εξουσίας του φινλανδικού κράτους.
iii) Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
127. Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, η παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας μέσω των δηλώσεων δημοσίου υπαλλήλου, οι οποίες πρέπει να καταλογιστούν στο κράτος μέλος, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε βάσει των σκοπών της προστασίας της υγείας ούτε βάσει της ελευθερίας της γνώμης του δημοσίου υπαλλήλου. Εντούτοις, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, να απαγορεύσει τις δηλώσεις δημοσίου υπαλλήλου που απηχούν τις προσωπικές του απόψεις και οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών.
2. Αστική ευθύνη του δημοσίου και ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου (ερωτήματα 5 και 6)
128. Στην περίπτωση που κριθεί ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, συντρέχει παράβαση των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ ή του άρθρου 10 ΕΚ, το αιτούν δικαστήριο ερωτά περαιτέρω αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης του δημοσίου, αν το κοινοτικό δίκαιο καθιστά δυνατή ή απαιτεί και την ευθύνη του ενεργήσαντος δημοσίου υπαλλήλου και κατά πόσον οι προϋποθέσεις τέτοιου είδους αξιώσεων που απορρέουν από τη στοιχειοθέτηση ευθύνης απαιτούν ενδεχομένως τη σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία του φινλανδικού δικαίου.
129. Πάντως, βάσει των συμπερασμάτων της προηγηθείσας έρευνας πρέπει τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου να απαντηθούν σε σχέση με την ύπαρξη τυχόν παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας από τις δηλώσεις του Τ. Lehtinen της 17ης Ιανουαρίου, της 12ης και της 19ης Φεβρουαρίου, οι δε περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις αυτές συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι πρέπει να καταλογιστούν στο φινλανδικό κράτος και ότι, ως εκ τούτου, ως μέτρο που λήφθηκε από κράτος μέλος περιόρισαν ή παρεμπόδισαν τη διάθεση στην αγορά των ανυψωτήρων.
α) Επί της αστικής ευθύνης του δημοσίου
130. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να αποκαθιστούν τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου υπό τρεις προϋποθέσεις: ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου πρέπει να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παράβαση να είναι αρκούντως κατάφωρη και να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αθετήσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (60).
131. Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν τόσο όταν οι ζημίες των οποίων ζητείται η αποκατάσταση απορρέουν από παράλειψη ενεργείας εκ μέρους του κράτους μέλους όσο και όταν προκύπτουν από την έκδοση νομοθετικής ή διοικητικής πράξεως που συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου είτε αυτή έχει εκδοθεί από το ίδιο το κράτος μέλος είτε από οργανισμό δημοσίου δικαίου ο οποίος είναι νομικώς ανεξάρτητος από το κράτος (61).
i) Δικαιώματα που αποσκοπούν στην προστασία των ιδιωτών (ερώτημα 5 γ)
132. Με το ερώτημά του 5, στοιχείο γ΄, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 10 ΕΚ, ιδίως το δεύτερο εδάφιό του, μπορεί να θεμελιώσει υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών.
133. Δεδομένου ότι επιβάλλεται η εφαρμογή της οδηγίας, το άρθρο 10 ΕΚ δεν μπορεί εν προκειμένω να θεμελιώσει αυτοτελώς δικαιώματα τα οποία θα μπορούσαν να επικαλεστούν οι ιδιώτες (62). Και τούτο διότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας απονέμει στους μετέχοντες στην αγορά δικαιώματα τα οποία μπορούν να προβάλλουν έναντι των κρατών μελών (63).
ii) Αρκούντως κατάφωρη παράβαση (ερώτημα 5, στοιχεία α΄ και β΄)
134. Με τα ερωτήματά του 5, στοιχεία α΄ και β΄, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου υπό τις δεδομένες περιστάσεις είναι αρκούντως κατάφωρες ούτως ώστε να μπορούν να θεμελιώσουν αστική ευθύνη του δημοσίου.
135. Αποφασιστικό κριτήριο προκειμένου να θεωρηθεί μία παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρκούντως κατάφωρη είναι το αν συντρέχει εκ μέρους του κράτους μέλους πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Συναφώς, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να συνεκτιμήσει το αρμόδιο δικαστήριο περιλαμβάνεται ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος των περιθωρίων εκτιμήσεως που αφήνει ο παραβιαζόμενος κανόνας στις εθνικές αρχές, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσης ζημίας και το συγγνωστόν ή ασύγγνωστον ενδεχόμενης νομικής πλάνης (64).
136. Εντούτοις, αν το κράτος μέλος κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως δεν υποχρεούται να ασκήσει τη νομοθετική εξουσία του και διαθέτει πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, τότε η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως αρκούντως κατάφωρης παραβιάσεως (65).
137. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν παρέχει στα κράτη μέλη, ακόμη και αν απλώς τεκμαίρεται η συμβατότητα των μηχανών με τις απαιτήσεις της οδηγίας, κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, διαπλάσεως ή εκτιμήσεως. Πράγματι, αν ανακύψουν στη συνέχεια επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα της μηχανής προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, η οδηγία προβλέπει μόνον τη λήψη των μέτρων που ορίζει το άρθρο 7. Εντούτοις, σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, το αρμόδιο υπουργείο σκοπίμως δεν χρησιμοποίησε τις δυνατότητες αυτές αφήνοντας ωστόσο τον Τ. Lehtinen να ενεργεί κατά το δοκούν (66). Επομένως, οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η παράβαση είναι αρκούντως κατάφωρη λόγω των δηλώσεων του Τ. Lehtinen που πρέπει να καταλογιστούν στο Φινλανδικό Δημόσιο.
iii) Πρόσθετες προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου (ερωτήματα 5, στοιχείο ε΄, και 6, στοιχείο α΄, σκέλη 1 και 3)
138. Με τα ερωτήματά του 5, στοιχείο ε΄, και 6, στοιχείο α΄, σκέλη 1 και 3, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δίκαιο των κρατών μελών μπορεί να προβλέπει ιδίως για άλλες οικονομικές ζημίες πέραν αυτών που προκαλούνται σε βάρος προσώπων και αγαθών περαιτέρω προϋποθέσεις ήτοι αν η αποζημίωση πρέπει να αποτελεί αποτελεσματική και αποτρεπτική κύρωση.
139. Άπαξ συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να θεμελιωθεί αξίωση αποζημιώσεως, το κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας του περί αστικής ευθύνης του δημοσίου· συναφώς, οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την αποζημίωση (67). Επομένως, δεν επιτρέπεται ούτε ο ολοσχερής αποκλεισμός της δυνατότητας αποζημιώσεως π.χ. του διαφυγόντος κέρδους ή άλλων ειδών αποζημιώσεως για ζημίες που μπορούν να αποκατασταθούν, διότι τούτο σε ορισμένες δικαστικές διαφορές θα καθιστούσε πρακτικώς ανέφικτη την αποκατάσταση της ζημίας (68).
140. Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί την καταβολή πραγματικής αποζημιώσεως και δεν ανέχεται την επιβολή περαιτέρω προϋποθέσεων από τη νομοθεσία των κρατών μελών οι οποίες θα δυσχέραιναν σημαντικά την επιδίκαση αποζημιώσεως ή ορισμένων ειδών αποζημιώσεως.
141. Εντούτοις, σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, το φινλανδικό δίκαιο προβλέπει την καταβολή αποζημιώσεως για αμιγώς οικονομικές ζημίες μόνο στην περίπτωση που οι ζημίες αυτές στηρίζονται σε ποινικώς κολάσιμη πράξη ή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας ή στην περίπτωση που συντρέχουν άλλοι ιδιαιτέρως σοβαροί λόγοι. Τέτοιου είδους πρόσθετες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως πρέπει να ερμηνεύονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην δυσχεραίνουν σημαντικά την επιδίκαση αποζημιώσεως για αμιγώς οικονομικές ζημίες. Ωστόσο, θα ήταν σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου το να μπορούν οι διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους να ερμηνευθούν κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο ώστε να αποκλείεται η παρεμβολή υπέρμετρων δυσχερειών. Τούτο θα συνέβαινε π.χ. στην περίπτωση που οι παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου θεωρούνταν πάντοτε ως ιδιαιτέρως σοβαροί λόγοι.
142. Περαιτέρω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που στοιχειοθετούν την αστική ευθύνη των κρατών μελών δεν εξυπηρετούν σκοπούς αποτροπής και επιβολής κυρώσεων, αλλά την αποκατάσταση των ζημιών τις οποίες υπέστησαν οι ιδιώτες λόγω των παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη.
iv) Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
143. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας απονέμει στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία μπορούν να προβάλουν έναντι των κρατών μελών. Πέραν της ανωτέρω διατάξεως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί και το άρθρο 10 ΕΚ. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεν απονέμει στα κράτη μέλη διακριτική εξουσία, περιθώριο διαπλάσεως ή εκτιμήσεως έστω και αν πρόκειται (κατά τεκμήριο) για μηχανές οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας. Η παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, αποτελεί αρκούντως κατάφωρη παράβαση κατά την έννοια της στηριζόμενης στο κοινοτικό δίκαιο αξιώσεως σε περίπτωση αστικής ευθύνης του δημοσίου. Το κοινοτικό δίκαιο δεν ανέχεται την επιβολή περαιτέρω προϋποθέσεων από τη νομοθεσία των κρατών μελών οι οποίες θα δυσχέραιναν σημαντικά την εν γένει επιδίκαση αποζημιώσεως στην πράξη ή σε σχέση με ορισμένα είδη αποζημιώσεως.
Β – Επί της ευθύνης του δημοσίου υπαλλήλου
i) Η βάσει του κοινοτικού δικαίου δυνατότητα στοιχειοθετήσεως συμπληρωματικής ευθύνης του δημοσίου υπαλλήλου (ερώτημα 5, στοιχείο δ΄)
144. Με το ερώτημά του 5, στοιχείο δ΄, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν πέραν της ευθύνης του κράτους μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του ιδίου του υπαλλήλου δυνάμει του κοινοτικού δικαίου.
145. Κατά το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός των προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης απόκειται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών εφόσον δεν δυσχεραίνεται υπέρμετρα η πραγματική ικανοποίηση των αξιώσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και κατοχυρώνεται αποτελεσματικά η καταβολή αποζημιώσεως. Π.χ., το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει διάταξη προβλέπουσα ότι πέραν της ευθύνης του ίδιου του κράτους ευθύνονται και οργανισμοί δημοσίου δικαίου (69).
146. Εφόσον κατοχυρώνεται πραγματικά και αποτελεσματικά η αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από διοικητική αρχή κράτους μέλους, δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο η πρόβλεψη ότι πέραν του ίδιου του κράτους μέλους ευθύνεται και ένα άλλο υποκείμενο. Επομένως, δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο ούτε η συμπληρωματική ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου ο οποίος προέβη στην ενέργεια.
ii) Υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο σχετικά με την στοιχειοθέτηση ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (ερώτημα 6, στοιχείο α΄, σκέλη 1 και 2)
147. Με το ερώτημά του 6, στοιχείο α΄, σκέλη 1 και 2, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ αρχάς αν το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ευθύνονται για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου στις οποίες υποπίπτουν.
148. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (70) δεν μπορεί να συναχθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν την προσωπική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων. Αντιθέτως, το κοινοτικό δίκαιο περί αστικής ευθύνης δεν παρεμβαίνει στην ελευθερία του τρόπου κρατικής οργανώσεως των κρατών μελών, αλλά αφήνει σε αυτά να προβλέψουν τον τρόπο ικανοποιήσεως των αξιώσεων αυτών. Εντούτοις, δεν πρέπει, αφενός, να δυσχεραίνεται υπέρμετρα η πραγματική ικανοποίηση των αξιώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, πρέπει να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά η καταβολή της αποζημιώσεως. Επομένως, κρίσιμο είναι το αν η νομοθεσία των κρατών μελών προβλέπει τουλάχιστον ένα παρεμφερές προς το κράτος ευθυνόμενο υποκείμενο δυνάμενο να προβεί στην καταβολή αποζημιώσεως όχι όμως και το ποιο θα είναι αυτό. Συνεπώς, αν το δίκαιο των κρατών μελών προβλέπει ήδη την ύπαρξη αστικής ευθύνης του δημοσίου η οποία πληροί τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, τότε δεν υφίσταται υποχρέωση βάσει του κοινοτικού δικαίου για την πρόβλεψη συμπληρωματικής ευθύνης του δημοσίου υπαλλήλου.
iii) Πρόσθετες προϋποθέσεις ή περιορισμοί της ευθύνης του δημοσίου υπαλλήλου (ερώτημα 6, στοιχείο β΄)
149. Τέλος, με το ερώτημά του 6, στοιχείο β΄, το αιτούν δικαστήριο ζητεί περαιτέρω να διευκρινιστεί αν τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν πρόσθετες προϋποθέσεις ή περιορισμούς της ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων.
150. Από την προπαρατεθείσα νομολογία (71) συνάγεται ότι, βάσει των κριτηρίων για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης του δημοσίου δυνάμει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου λόγω παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου, είναι δυνατό να προβλεφθούν πρόσθετες προϋποθέσεις ή να εισαχθούν περιορισμοί στην ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων εφόσον πρόκειται για συμπληρωματική ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου. Πράγματι, η καταβολή ικανοποιητικής αποζημιώσεως διασφαλίζεται ήδη με την πρόβλεψη περί αστικής ευθύνης του δημοσίου.
151. Αντιθέτως, αν ο θεσμός της αστικής ευθύνης του δημοσίου διαμορφώνεται στο δίκαιο των κρατών μελών κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προβλέπεται αποκλειστικά η ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου, η οποία καλύπτεται από το δημόσιο σε περίπτωση που δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του ή η οποία μεταβαίνει σε αυτό, τότε πρέπει οι απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την παροχή αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών να εφαρμόζονται και στην περίπτωση που υπάρχει ρύθμιση σχετικά με την ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων. Πράγματι, αν η αστική ευθύνη του δημοσίου απορρέει από την ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου, τότε οι πρόσθετες προϋποθέσεις που προβλέπει το δίκαιο των κρατών μελών δεν πρέπει να δυσχεραίνουν, πέραν ενός ελάχιστου ορίου, την καταβολή αποζημιώσεως.
iv) Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
152. Το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει, αλλά δεν απαιτεί την πρόβλεψη συμπληρωματικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων. Η ευθύνη αυτή μπορεί να διέπεται από πρόσθετες προϋποθέσεις ή περιορισμούς σε σχέση με τα κριτήρια που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης του δημοσίου. Αντιθέτως, αν η αστική ευθύνη το δημοσίου απορρέει από την ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου, τότε για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να ανεχτεί την εισαγωγή πρόσθετων προϋποθέσεων από το δίκαιο των κρατών μελών, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές δυσχεραίνουν πέραν ενός αμελητέου βαθμού την καταβολή αποζημιώσεως.
VI – Πρόταση
153. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Tampereen käräjäoikeus:
1) Η οδηγία 98/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ανυψωτήρες οχημάτων όπως αυτοί που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης πληρούν τις απαιτήσεις ασφαλείας της οδηγίας μόνον εφόσον μπορούν να τοποθετηθούν επ’ αυτών οχήματα τόσο από την εμπρόσθια όσο και από την οπίσθια πλευρά τους μέχρι του μέγιστου επιτρεπόμενου φορτίου τους ή, τουλάχιστον, εφόσον διασφαλίζεται με αποτελεσματικά μέτρα ότι δεν θα υπάρξουν τυχόν υπερφορτώσεις ή φορτώσεις με εσφαλμένο τρόπο.
2) Δηλώσεις στις οποίες προβαίνει δημόσιος υπάλληλος χωρίς να έχει την προς τούτο εξουσία, με τις οποίες χαρακτηρίζει ως αντίθετη προς τους τεχνικούς κανόνες και επικίνδυνη μία μηχανή, η οποία έχει πιστοποιηθεί ως σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, αντιβαίνουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, εφόσον η συμπεριφορά του δημοσίου υπαλλήλου μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος μέλος. Τέτοιου είδους δηλώσεις μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος εφόσον λόγω της μορφής τους και των περιστάσεων δημιουργείται η εντύπωση στους αποδέκτες των δηλώσεων ότι πρόκειται για επίσημες κρατικές ανακοινώσεις και όχι για προσωπικές απόψεις του δημοσίου υπαλλήλου. Συναφώς, ενδέχεται να έχει σημασία μεταξύ άλλων το γεγονός ότι
– ο υπάλληλος είναι εν γένει αρμόδιος για τον οικείο τομέα,
– ο υπάλληλος προβαίνει στις γραπτές δηλώσεις του χρησιμοποιώντας την επίσημη ονομασία της αρμόδιας αρχής,
– ο υπάλληλος παραχωρεί τηλεοπτικές συνεντεύξεις στο χώρο εργασίας του,
– ο υπάλληλος δεν επισημαίνει ότι πρόκειται για τις προσωπικές απόψεις του και ότι αυτές διαφέρουν από την επίσημη θέση της αρμόδιας αρχής και
– οι αρμόδιες κρατικές αρχές δεν προβαίνουν αμελλητί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να ανατρέψουν την εντύπωση που έχουν σχηματίσει οι αποδέκτες των δηλώσεων του υπαλλήλου ότι πρόκειται για επίσημες κρατικές ανακοινώσεις.
3) Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, η παραβίαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας μέσω των δηλώσεων δημοσίου υπαλλήλου, οι οποίες πρέπει να καταλογιστούν στο κράτος μέλος, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε βάσει των σκοπών της προστασίας της υγείας ούτε βάσει της ελευθερίας της γνώμης του δημοσίου υπαλλήλου. Εντούτοις, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, να απαγορεύσει τις δηλώσεις δημοσίου υπαλλήλου που απηχούν τις προσωπικές του απόψεις και οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών.
4) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας απονέμει στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία μπορούν να προβάλλουν έναντι των κρατών μελών. Πέραν της ανωτέρω διατάξεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί και το άρθρο 10 ΕΚ. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεν απονέμει στα κράτη μέλη διακριτική εξουσία, περιθώριο διαπλάσεως ή εκτιμήσεως έστω και αν πρόκειται (κατά τεκμήριο) για μηχανές οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας. Η παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, αποτελεί αρκούντως κατάφωρη παράβαση κατά την έννοια της αξιώσεως που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο σε περίπτωση αστικής ευθύνης του δημοσίου. Το κοινοτικό δίκαιο δεν ανέχεται την επιβολή πρόσθετων προϋποθέσεων από τη νομοθεσία των κρατών μελών οι οποίες θα δυσχέραιναν στην πράξη, πέραν ενός ελάχιστου ορίου, την εν γένει επιδίκαση αποζημιώσεως ή ορισμένων ειδών αποζημιώσεως.
5) Το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει, αλλά δεν απαιτεί την πρόβλεψη συμπληρωματικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων. Η ευθύνη αυτή μπορεί να διέπεται από πρόσθετες προϋποθέσεις ή περιορισμούς σε σχέση με τα κριτήρια που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης του δημοσίου. Αντιθέτως, αν η αστική ευθύνη του δημοσίου απορρέει από την ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου, τότε για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να ανεχτεί την εισαγωγή πρόσθετων προϋποθέσεων από το δίκαιο των κρατών μελών, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές δυσχεραίνουν, πέραν ενός ελάχιστου ορίου, την καταβολή αποζημιώσεως.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Οδηγία 98/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές (EE L 207, σ. 1).
3 – Βλ. το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 1493 της CEN για ανυψωτήρες οχημάτων της 10ης Ιουλίου 1998.
4 – Βλ. EE 1999, C 165, σ. 4.
5 – Βλ. το σημείο 31 των ανά χείρας προτάσεων.
6 – Βλ. τα σημεία 36 και 31 των ανά χείρας προτάσεων μου.
7 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger (Συλλογή 2003, σ. I-5659, σκέψεις 39 και 41)· της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψεις 5, 7 και 8), και της 30ής Μαρτίου 2000, C-236/98, JÄMO (Συλλογή 2000, σ. I-2189, σκέψη 30).
8 – Βλ. τις αποφάσεις Schmidberger (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 30, 35 έως 38)· της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59), και της 20ής Ιανουαρίου 2005, C-306/03, Salgado Alonso (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 40 έως 42).
9 – Βλ. τα σημεία 21 και 22 των ανά χείρας προτάσεων.
10 – Βλ. τα σημεία 17 και 18 των ανά χείρας προτάσεων.
11 – Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, παράρτημα I, εισαγωγική παρατήρηση 1, παράρτημα Ι, σημείο 1.1.2, στοιχείο α΄, και παράρτημα Ι, σημείο 4.1.2.3 της οδηγίας· βλ. τα σημεία 6 και 13 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
12 – Βλ. τις αιτιολογικές σκέψεις 4, 7 και 10 της οδηγίας.
13 – Βλ. το σημείο 14 των ανά χείρας προτάσεων.
14 – Βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-309/02, Radlberger και Spitz (Συλλογή 2004, Ι-11763, σκέψη 53)· της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99, Daimler Chrysler (Συλλογή 2001, σ. I-9897, σκέψεις 32 και 42)· της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C-322/01, Deutscher Apothekerverband (Συλλογή 2003, Ι-14887, σκέψη 64), και της 12ης Οκτωβρίου 1993, C-37/92, Vanacker και Lesage (Συλλογή 1993, σ. I-4947, σκέψη 9).
15 – Βλ. την παρεμφερή ανάλυση επί των οδηγιών 81/851 και 81/852 σχετικά με τα κτηνιατρικά φάρμακα στην απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-127/95, Νοrbrook Laboratories Ltd (Συλλογή 1998, I-1531, σκέψεις 33 έως 35).
16 – Βλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, C-60/03, Wolf & Müller GmbH & Co. KG (Συλλογή 2004, I-19553, σκέψη 24).
17 – Κατά τα λοιπά, τυχόν έρευνα βάσει του άρθρου 28 ΕΚ θα οδηγούσε εν προκειμένω στο ίδιο αποτέλεσμα.
18 – Βλ. αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, «Buy Irish» (Συλλογή 1982, σ. 4005, σκέψεις 27 και 28)· της 18ης Φεβρουαρίου 1986, 174/84, Bulk Oil (Συλλογή 1986, σ. 559, σκέψη 9)· της 12ης Δεκεμβρίου 1990, 302/88, Hennen Olie (Συλλογή 1990, σ. I-4625, σκέψεις 15 και 16), και της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-325/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας, «Markenqualität aus deutschen Landen» (Συλλογή 2002, σ. I-9977, σκέψεις 17 έως 20).
19 – Βλ. αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1997, C-265/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. I-6959, σκέψεις 28 έως 32), και Schmidberger (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 58 και 59).
20 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
21 – Κανονισμός (ΕΚ) 2679/98 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1998, για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 337, σ. 8).
22 – Βλ. το σημείο 78 των ανά χείρας προτάσεων.
23 – Βλ. συναφώς τις επιφυλάξεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-340/00 P, Επιτροπή κατά Cwik (Συλλογή 2001, σ. I-10269, σκέψεις 4, 25 και 26).
24 – Βλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 1982, 131/81, Berti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3493, σκέψεις 21, 22 και 24)· της 27ης Μαρτίου 1990, 308/87, Grifoni κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Συλλογή 1990, σ. I-1203, σκέψεις 12 έως 17).
25 – Βλ. αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1975, 169/73, Compagnie Continentale France κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1975, σ. 53, σκέψεις 18/21)· της 9ης Νοεμβρίου 1989, 353/88, Briantex και Di Domenico κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3623, σκέψεις 2 και 8· εντούτοις, δεν συνέτρεχαν τελικώς οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης).
26 – Βλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 1985, 145/83, Adams κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3539, σκέψεις 35, 37, 42, 44 και 53), και της 5ης Οκτωβρίου 1988, 180/87, Hamill κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6141, σκέψεις 10 έως 13).
27 – Βλ. σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο περί αστικής ευθύνης τις αποφάσεις Salomone Haim (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 28) και Brasserie du Pêcheur και Factortame (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 33).
28 – Βλ. απόφαση Brasserie du Pêcheur και Factortame (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 34).
29 – Βλ. άρθρο 7 (Excess of authority or contravention of instructions) του Σχεδίου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για την ευθύνη των κρατών για πράξεις αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο:
«The conduct of an organ of a State or of a person or entity empowered to exercise elements of the governmental authority shall be considered an act of the State under international law if the organ, person or entity acts in that capacity, even if it exceeds its authority or contravenes instructions.»
καθώς και τον σχετικό σχολιασμό (αμφότερα διατίθενται σε πλείονες γλώσσες στον δικτυακό τόπο σ. 91-92, αριθ. παραγράφου 13 και σ. 99 επ., με περαιτέρω παραπομπές).
30 – Βλ. το σημείο 78 των ανά χείρας προτάσεων και μόνον το άρθρο 4 σε σχέση με το διεθνές δίκαιο (Conduct of organs of a State) του Σχεδίου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 29):
«1. The conduct of any State organ shall be considered an act of that State under international law, whether the organ exercises legislative, executive, judicial or any other functions, whatever position it holds in the organization of the State, and whatever its character as an organ of the central government or of a territorial unit of the State.
2. An organ includes any person or entity which has that status in accordance with the internal law of the State»
και τον συναφή σχολιασμό (σ. 84 επ.), όπου παρατίθεται συνοπτικά το στάδιο εξελίξεως του διεθνούς δικαίου (αμφότερα διατίθενται σε πλείονες γλώσσες στον δικτυακό τόπο ) καθώς και τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 29ης Μαΐου 1999 σχετικά με τη διαφορά περί της δικαστικής ασυλίας ενός Special Rapporteur της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (I.C.J. Reports 1999, σ. 62/63, αριθ. παραγράφου 62, διατίθεται στον δικτυακό τόπο στο λήμμα «Decisions»/«Décisions»).
31 – Βλ. το σημείο 78 των ανά χείρας προτάσεων και μόνον το άρθρο 8 σε σχέση με το διεθνές δίκαιο (Conduct directed or controlled by a State) του Σχεδίου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 29):
«The conduct of a person or group of persons shall be considered an act of a State under international law if the person or group of persons is in fact acting on the instructions of, or under the direction or control of that State in carrying out the conduct»
και τον σχετικό σχολιασμό (που επίσης παρατίθεται στην υποσημείωση 29, σ. 103 επ.) καθώς και την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 1980 επί της υποθέσεως που αφορούσε το διπλωματικό και προξενικό προσωπικό των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τεχεράνη (I.C.J. Reports 1980, σ. 3/4, σκέψη 58, που επίσης διατίθεται στον δικτυακό τόπο στο λήμμα «Decisions»/«Décisions»).
32 – Βλ. το σημείο 78 των ανά χείρας προτάσεως καθώς και, σε σχέση με το διεθνές δίκαιο, μόνον τον σχολιασμό (παρατίθεται στην υποσημείωση 29, σ. 70 και 81), της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Διεθνούς Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση των ομήρων στην Τεχεράνη, σκέψεις 61 έως 67 και την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 1949 επί της υποθέσεως του Καναλιού της Κέρκυρας (I.C.J. Reports 1949, σ. 4, σ. 22 έως 23, που επίσης διατίθεται στον δικτυακό τόπο στο λήμμα «Decisions»/«Décisions»).
33 – Βλ. την έκθεση του ΕΔΔΑ της 25ης Ιανουαρίου 1976 επί της υπ’ αριθ. 5310/71 προσφυγής (Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Yearbook 19, σ. 758):
«[...] the State[’s] [...] existing obligations can be violated also by a person exercising an official function vested in him at any, even the lowest level, without express authorisation and even outside or against instructions.»
«[...] [les] obligations existantes [de l’État] peuvent être violées également par une personne exerçant une fonction officielle qui lui est confiée, quel que soit le niveau, même le plus bas, sans autorisation expresse, voire en-dehors ou à l'encontre d’instructions.»
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ακολούθησε επί της ουσίας την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 18ης Ιανουαρίου 1978, που εκδόθηκε επί της υπ’ αριθ. 5310/71 προσφυγής, σειρά A, αριθ. 25, σκέψη 159) και επικύρωσε ρητώς το 1999 την άποψη που είχε τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Wille κατά Λιχνενστάιν της 28ης Οκτωβρίου 1999, επί της υπ’ αριθ. 28396/95 προσφυγής, Reports of Judgments and Decisions 1999-VII, σκέψη 46).
34 – Βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C-424/97, Salomone Haim (Συλλογή 2000, σ. I-5123, σκέψη 44), και της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93, Brasserie du Pêcheur και Factortame (Συλλογή 1996, σ. I-1029, σκέψη 58).
35 – Βλ. αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2001, C-150/99, Stockholm Lindöpark (Συλλογή 2001, σ. I-493, σκέψεις 38)· της 26ης Μαρτίου 1996, C-392/93, British Telecommunications (Συλλογή 1996, σ. I-1631, σκέψεις 41 επ.)· της 17ης Οκτωβρίου 1996, C-283/94, C-291/94 και C-292/94, Denkavit International κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-5063, σκέψεις 49 επ.), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψεις 101 επ.).
36 – Βλ. ιδίως τα σημεία 81 και 82 των ανά χείρας προτάσεων.
37 – Βλ. το σημείο 33 των ανά χείρας προτάσεων.
38 – Βλ. τα σημεία 38 και 41 των ανά χείρας προτάσεων.
39 – Βλ. το σημείο 34 των ανά χείρας προτάσεων.
40 – Βλ. το σημείο 33 των ανά χείρας προτάσεων.
41 – Βλ. το σημείο 39 των ανά χείρας προτάσεων.
42 – Βλ. το σημείο 43 των ανά χείρας προτάσεων.
43 – Βλ. ιδίως το σημείο 82 των ανά χείρας προτάσεων.
44 – Επομένως, δεν υπάρχει ως προς το σημείο αυτό περιθώριο για την εφαρμογή των κριτηρίων που απορρέουν από την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19) και τον κανονισμό 2679/98 (προπαρατεθείς στην υποσημείωση 21).
45 – Αντιθέτως, όσον αφορά την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο. Και τούτο διότι, αφενός, ούτε η Φινλανδική Κυβέρνηση ούτε ο Τ. Lehtinen προσκόμισαν αναλυτικότερα στοιχεία σχετικά με τις παρεμβάσεις του υπουργείου, αφετέρου, τα στοιχεία που προσκόμισαν αντιφάσκουν προς αυτά που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο και, ως εκ τούτου, πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.
46 – Βλ. τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5), και της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-383/97, van der Laan (Συλλογή 1999, σ. I-731, σκέψη 18).
47 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας «Buy Irish» (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψεις 2 έως 3 και 25 έως 29).
48 – Βλ. τις αποφάσεις Schmidberger (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 58 έως 59) και Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψεις 31 έως 32).
49 – Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψεις 32 έως 34) και Schmidberger (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 64).
50 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 35).
51 – Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Τ. Lehtinen, το δημοσίευμα της 13ης Ιουνίου 2001 δεν στηριζόταν σε δική του συνέντευξη.
52 – Βλ. συναφώς τα σημεία 38 και 41 των ανά χείρας προτάσεων.
53 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1990, 35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. I-3125, σκέψεις 42 και 43), και της 18ης Οκτωβρίου 1979, 5/79, Buys κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1979, σ. 559, σκέψη 30).
54 – Βλ. αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-374/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I-367, σκέψεις 13 επ.), και της 7ης Μαΐου 1991, C-340/89, Βλασσοπούλου (Συλλογή 1991, σ. I-2357, σκέψη 14).
55 – Βλ. αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2005, C-96/03 και C-97/03, Tempelman και van Schaijk (μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 47)· της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5689, σκέψη 81)· της 12ης Μαρτίου 2002, C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2569, σκέψη 62)· Schmidberger (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 79) και της 3ης Ιουλίου 2003, C-220/01, Lennox (Συλλογή 2003, σ. I-7091, σκέψη 76).
56 – Το γνωστό ατύχημα οφειλόταν στο κλείδωμα ασφαλείας· βλ. το σημείο 27 των ανά χείρας προτάσεων.
57 – Βλ. μόνον την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P, Connolly (Συλλογή 2001, σ. I-1611, σκέψεις 39 επ.), καθώς και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 26ης Σεπτεμβρίου 1995 επί της υπ’ αριθ. 17851/91 προσφυγής (Vogt κατά Γερμανίας, σειρά A, σημείο 323, σκέψεις 43 και 53), και της 2ας Σεπτεμβρίου 1998 επί της υπ’ αριθ. 22954/93 προσφυγής (Ahmed κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Reports 1998-VI, σκέψεις 41 και 55 έως 56).
58 – Βλ. τα σημεία 78 και 106 επ. των ανά χείρας προτάσεων. Εντούτοις, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει εν προκειμένω τέτοιου είδους υποχρέωση ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η ελευθερία της γνώμης.
59 – Βλ. απόφαση Schmidberger (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 71 έως 82).
60 – Βλ. σχετικά με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου την απόφαση Salomone Haim (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 36).
61 – Βλ. απόφαση Salomone Haim (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 37).
62 – Βλ. το σημείο 110 των ανά χείρας προτάσεων.
63 – Βλ. τα σημεία 72 επ. και 100 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
64 – Βλ. απόφαση Brasserie du Pêcheur και Factortame (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψεις 55 και 56).
65 – Βλ. αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψη 28)· Salomone Haim (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 38) και Stockholm Lindöpark (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 40 και 41).
66 – Βλ. το σημείο 113 των ανά χείρας προτάσεων.
67 – Βλ. αποφάσεις Brasserie du Pêcheur και Factortame (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 67)· της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψεις 41 έως 43), και της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 14).
68 – Βλ. απόφαση Brasserie du Pêcheur και Factortame (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 87).
69 – Βλ. αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1999, C-302/97, Konle (Συλλογή 1999, σ. I-3099, σκέψεις 63 επ.), και Salomone Haim (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψεις 30 έως 32).
70 – Βλ. τα σημεία 144 έως 145 των ανά χείρας προτάσεων.
71 – Βλ. τα σημεία 144 έως 145 των ανά χείρας προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy