ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Μ. POIARES MADURO
της 27ης Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-478/03
Celtec Ltd
κατά
John Astley, Julie Owens και Deborah Lynn Hawkes
[αίτηση του House of Lords (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Μεταβίβαση επιχειρήσεως – Ιδιωτικοποίηση – Ημερομηνία της μεταβιβάσεως – Δικαιώματα των εργαζομένων – Δικαιώματα και υποχρεώσεις του εκχωρητή συμβάσεως εργασίας υφιστάμενη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως»
1. Το House of Lords (Ηνωμένο Βασίλειο) ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (2), στην περίπτωση της ιδιωτικοποιήσεως των υπηρεσιών επαγγελματικής καταρτίσεως στην Ουαλία, στο πλαίσιο της οποίας ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι αποσπάστηκαν στους ιδιωτικούς φορείς που διαδέχθηκαν τα τοπικά γραφεία απασχολήσεως, πριν προσληφθούν από αυτούς. Ειδικότερα, το House of Lords ερωτά ποια ημερομηνία θεωρείται «ημερομηνία της μεταβιβάσεως», όταν αυτή συνιστά μία πολύπλοκη διαδικασία που εξελίσσεται σε περισσότερα στάδια. Το προδικαστικό αυτό ερώτημα αποτελεί την ευκαιρία να διευκρινιστούν τα όρια της έννοιας αυτής, η οποία μέχρι δεν έχει μέχρι σήμερα βρεθεί στο επίκεντρο των συχνών εντούτοις ερωτημάτων που τα εθνικά δικαστήρια υποβάλλουν σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας.
I – Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
2. Στο πλαίσιο της διοικητικής μεταρρυθμίσεως που ξεκίνησε το 1989, η βρετανική κυβέρνηση επέτρεψε την ίδρυση των Training and Enterprise Councils (συμβούλια επαγγελματικής καταρτίσεως και επιχειρηματικότητας, στο εξής: TEC), τα οποία αντικατέστησαν τα τοπικά γραφεία που λειτουργούσαν με κρατική χρηματοδότηση και στελεχώνονταν από δημοσίους υπαλλήλους, υπεύθυνους για τα προγράμματα καταρτίσεως των νέων και των ανέργων. Για την υλοποίηση της σταδιακής ιδιωτικοποιήσεως, τα TEC χρησιμοποίησαν τα γραφεία του Department of Employment (Υπουργείου Εργασίας) και είχαν ελεύθερη πρόσβαση στα συστήματα πληροφορικής και στις βάσεις δεδομένων. Κατά τη μεταβατική περίοδο, η οποία είχε οριστεί τριετής, το προσωπικό των τοπικών γραφείων αποσπάστηκε, διατηρώντας την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, ούτως ώστε τα προγράμματα καταρτίσεως να συνεχιστούν χωρίς διακοπή, με εξειδικευμένο προσωπικό και χωρίς να χρειαστεί τα TEC να επωμιστούν το σχετικό κόστος. Οι υπάλληλοι του Department of Employment συνέχισαν να ασκούν τα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις, υπό την εποπτεία των TEC. Ωστόσο, το έγγραφο που απηύθυνε στις 16 Δεκεμβρίου 1991 ο Secretary of State (Υπουργός Εργασίας) στους επικεφαλής του Staffing Group (αρμόδια για ζητήματα προσωπικού ομάδα) των TEC (3), προέβλεπε ότι τα TEC θα καταστούν οριστικά εργοδότες των εν λόγω εργαζομένων. Κατά τη λήξη της αποσπάσεως, οι εργαζόμενοι μπορούσαν να επιλέξουν είτε να επανενταχθούν στο Department of Employment, με διαφορετικά καθήκοντα, είτε να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους ως υπάλληλοι των TEC. Στο πλαίσιο αυτό, το Department of Employment συνήψε το 1992 συμφωνία με τα TEC, με την οποία καθορίζονταν οι υποχρεώσεις τους έναντι των δημοσίων υπαλλήλων που προσλήφθηκαν στα TEC (4). Τότε τέθηκε, χωρίς να επιλυθεί, το ζήτημα της ενδεχόμενης εφαρμογής του Transfer of Undertakings (Protection of Employment) Regulations 1981 [νόμου περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων (προστασία των εργαζομένων)] με τον οποίον μεταφέρθηκε στο βρετανικό δίκαιο η οδηγία 77/187.
3. Η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση αφορά τα γραφεία στο Wrexham και στο Bangor της Βόρειας Ουαλίας, τα οποία υποκατέστησε το Newtec, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Σεπτέμβριο του 1990. Το 1997 το διαδέχθηκε το Celtec Ltd (στο εξής: Celtec) μετά από συγχώνευση. Το σύστημα των αποσπάσεων που εφαρμόστηκε για την ομαλή εξέλιξη της ιδιωτικοποιήσεως, προς όφελος του Newtec, αφορούσε 43 δημοσίους υπαλλήλους. Μετά την παρέλευση τριών περίπου ετών, 18 δημόσιοι υπάλληλοι επέλεξαν να παραιτηθούν από τη δημόσια διοίκηση και να εργαστούν στο Newtec, ενώ οι υπόλοιποι είτε επέλεξαν να επανενταχθούν στη δημόσια διοίκηση είτε συνταξιοδοτήθηκαν είτε εγκατέλειψαν τη θέση εργασίας τους για άλλους λόγους.
4. Οι J. Astley, J. Hawkes και D. Owens προσλήφθηκαν στο δημόσιο αντιστοίχως στις 31 Αυγούστου 1973, στις 4 Νοεμβρίου 1985 και τις 21 Απριλίου 1986. Αποσπάστηκαν στο Newtec, όταν αυτό συστάθηκε και, εν συνεχεία, έγιναν υπάλληλοι της εταιρίας αυτής, μετά την παραίτησή τους από τη δημόσια διοίκηση, εξακολουθώντας να ασκούν τα ίδια καθήκοντα κατά το διάστημα αυτό. Οι D. Owens και J. Hawkes άρχισαν να εργάζονται στο Newtec από την 1η Ιουλίου 1993 και η Astley από την 1η Σεπτεμβρίου 1993. Το 1998, η Hawkes απολύθηκε από το Celtec, το οποίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει την προϋπηρεσία από την πρόσληψή της στη δημόσια διοίκηση. Οι J. Astley και D. Owens φοβούνται ότι θα απολυθούν και αυτές. Οι τρεις εργαζόμενοι προσέφυγαν ενώπιον του Employment Tribunal (δικαστήριο εργατικών διαφορών) του Abergele (Ηνωμένο Βασίλειο), με αίτημα να αναγνωριστεί η προϋπηρεσία τους.
5. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του Employment Rights Act 1996 (νόμου περί εργασιακών δικαιωμάτων), ο εργοδότης ενημερώνει εγγράφως τον μισθωτό, κατά την πρόσληψή του, μεταξύ άλλων, για την ημερομηνία ενάρξεως της σχέσεως εργασίας, καθώς και για «την ημερομηνία ενάρξεως της συνεχούς περιόδου εργασίας του εργαζόμένου, στην οποία περιλαμβάνεται και η εργασία σε προηγούμενο εργοδότη, εφόσον περιλαμβάνεται στην περίοδο αυτή». Σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως αυτής από τον εργοδότη, ο μισθωτός μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Employment Rights Act 1996, να προσφύγει ενώπιον του Employment Tribunal. Η προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται στον μισθωτό επηρεάζει το ύψος της αποζημιώσεως που ενδεχομένως δικαιούται σε περίπτωση απολύσεως για οικονομικούς λόγους (5). Ως προϋπηρεσία ή «συνεχής απασχόληση» νοείται η απασχόληση στον ίδιο εργοδότη. Ωστόσο, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, το άρθρο 218, παράγραφος 2, του Employment Rights Act 1996 προβλέπει ότι η μεταβίβαση δεν διακόπτει τη συνέχεια της περιόδου εργασίας, ήτοι η περίοδος εργασίας στον εκχωρητή προσμετράται στην περίοδο εργασίας στον εκδοχέα. Οι Astley, Owens και Hawkes ζήτησαν από το Employment Tribunal να αναγνωριστεί ως συνεχής η περίοδος εργασίας από την πρόσληψή τους στη δημόσια διοίκηση, διότι η σύμβασή τους μεταβιβάστηκε αρχικώς στο Newtec και κατόπιν στο Celtec. Δεν αμφισβητείται ότι κατά τη συγχώνευση από την οποία προέκυψε το Celtec μεταβιβάστηκαν οι συμβάσεις εργασίας από τον ένα φορέα στον άλλο. Αντιθέτως, στο επίκεντρο της διαφοράς βρίσκεται το αν επήλθε μεταβίβαση συμβάσεων από το Department of Employment στο Newtec.
6. Το Employment Tribunal του Abergele, ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά, έκρινε, με την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1999, ότι η επελθούσα ιδιωτικοποίηση συνιστά μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Εν κατακλείδι, έκρινε ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 218 του Employment Rights Act 1996 και ότι οι προσφεύγοντες είχαν εργαστεί χωρίς διακοπή από την πρόσληψή τους στη δημόσια διοίκηση.
7. Υπενθυμίζω ότι η οδηγία 77/187, νομική βάση της οποίας είναι το άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 94 ΕΚ), αποσκοπεί, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη, στην «προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους». Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, η οδηγία «εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση». Η διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1: «[τ]α δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξ αιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα».
8. Κατά της αποφάσεως του Employment Tribunal ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Employment Appeal Tribunal. Το τελευταίο, με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2001, επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για μεταβίβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Αφετέρου, διευκρίνισε ότι ως ημερομηνία της μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 πρέπει να θεωρηθεί αυτή κατά την οποία ο εκδοχέας απέκτησε τον αποκλειστικό έλεγχο της εγκαταστάσεως. Εν προκειμένω, έκρινε ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο 1990, όταν ξεκίνησε η λειτουργία του Newtec. Κατά συνέπεια, οι δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν αρχικά αποσπαστεί στο Newtec δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι τα δικαιώματά τους μεταβιβάστηκαν το 1993, τρία έτη μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως.
9. Με απόφαση της 19ης Ιουλίου 2002, το Court of Appeal (England & Wales) αποφάνθηκε επί της ίδιας διαφοράς. Οι περισσότερες διαπιστώσεις του είναι σημαντικές για τη συνέχιση του συλλογισμού. Το Court of Appeal διευκρίνισε ότι οι υπηρεσίες που παρέχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι του Department of Employment αποτελούν μέρος της επιχειρήσεως που μεταβιβάστηκε στο Newtec, διότι αυτό τις είχε στη διάθεσή του καθ’ όλη τη διάρκεια της αποσπάσεως. Όσον αφορά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, το Court of Appeal έκρινε ότι η ημερομηνία αυτή καλύπτει και την περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως που εξελίσσεται επί περισσότερα έτη. Ως εκ τούτου, το Court of Appeal ακύρωσε την απόφαση του Employment Appeal Tribunal.
10. Το Celtec άσκησε αναίρεση ενώπιον του House of Lords, βάλλοντας κατά της αποφάσεως του Court of Appeal. Στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, το House of Lords υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
«1) Πρέπει η φράση “τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως” του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με την διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί η μεταβίβαση επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής και ότι έχει πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1;
2) Εάν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, πώς προσδιορίζεται η συγκεκριμένη αυτή ημερομηνία;
3) Εάν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, πώς πρέπει να ερμηνεύεται η φράση “κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως” του άρθρου 3, παράγραφος 1;».
11. Τα τρία ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία της έννοιας «ημερομηνία της μεταβιβάσεως» του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Θεωρώ, επομένως, προτιμότερο να δοθεί σε αυτά συνολική απάντηση.
12. Έγγραφες παρατηρήσεις υπέβαλαν στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου το Celtec, οι αναιρεσίβλητοι J. Astley, J. Owens και D. Hawkes, και η Επιτροπή. Στις 2 Δεκεμβρίου 2004 διεξήχθη προφορική διαδικασία, κατά την οποία οι ως άνω διάδικοι αγόρευσαν.
13. Αφού, καταρχάς, διευκρινίσω το περιεχόμενο της πραγματοποιηθείσας μεταβιβάσεως, καθώς και τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην οδηγία 77/187 (II), θα εξετάσω την ερμηνεία της έννοιας «ημερομηνία της μεταβιβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 (III) και, εν συνεχεία, θα καταλήξω σε συμπεράσματα για την παρούσα υπόθεση.
II – Ανάλυση της πραγματοποιηθείσας μεταβιβάσεως
14. Δύο ζητήματα πρέπει να εξεταστούν: η υπαγωγή της ιδιωτικοποιήσεως στην οδηγία 77/187 (A) και, εν συνεχεία, ο ορισμός του μεταβιβαζόμενου νομικού προσώπου στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως (B).
Η υπαγωγή της ιδιωτικοποιήσεως των δραστηριοτήτων επαγγελματικής καταρτίσεως στην οδηγία 77/187
15. Η οδηγία 77/187 διέπει διάφορες μορφές μεταβιβάσεως επιχειρήσεως. Μολονότι αρχικός σκοπός της ήταν η προστασία των μισθωτών των οποίων ο εργοδότης άλλαζε κατόπιν εξαγοράς ή αναδιαρθρώσεως, το Δικαστήριο τής προσέδωσε ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, το οποίο καλύπτει την εξωτερική ανάθεση (6), την υπεργολαβία (7), την ιδιωτικοποίηση (8) ή τη μεταβίβαση επιχειρήσεως στο Δημόσιο (9). Ωστόσο, η μεταφορά αρμοδιοτήτων από έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως σε μία ένωση τέτοιων οργανισμών έχει αποκλειστεί από το υλικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (10). Το κριτήριο εφαρμογής της οδηγίας είναι αν ο μεταβιβαζόμενος φορέας ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Ο περιορισμός αυτός του υλικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187 επαναλαμβάνεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/50, το οποίο ορίζει ότι η «παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες. Η διοικητική αναδιοργάνωση δημοσίων διοικητικών αρχών ή η μεταβίβαση διοικητικών καθηκόντων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών δεν θεωρείται ως μεταβίβαση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας». Εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν χωρεί αμφιβολία περί του οικονομικού χαρακτήρα της επαγγελματικής καταρτίσεως, η ιδιωτικοποίηση των εν λόγω δραστηριοτήτων μπορεί να συνιστά μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας 77/187.
16. Ο ορισμός του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187 εξετάστηκε από το Δικαστήριο, το οποίο έκρινε επανειλημμένως ότι μόνον οι εργαζόμενοι κατά την έννοια του εθνικού δικαίου μπορούν να επικαλεστούν την προστασία που παρέχει η οδηγία (11). Η παραπομπή αυτή στο εθνικό δίκαιο κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 98/50, η οποία ορίζει ως «εργαζόμενο» «κάθε πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας».
17. Είναι, ωστόσο, λυπηρό το ότι δεν υφίσταται ορισμός της έννοιας του εργαζομένου στο κοινοτικό εργατικό δίκαιο (12). Πράγματι, ενώ το Δικαστήριο έχει την τάση να ερμηνεύει ευρέως την έννοια του εργαζομένου στο πλαίσιο του άρθρου 39 ΕΚ (13), ανέκαθεν έκρινε ότι η οδηγία 77/187 επιφέρει μερική μόνον εναρμόνιση, χωρίς να επιβάλλει ενιαίο ορισμό της έννοιας του εργαζομένου ή των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας (14). Μολονότι η οδηγία αυτή επιφέρει μερική μόνον εναρμόνιση (15), η παραπομπή του ορισμού του εργαζομένου στο εθνικό δίκαιο συνεπάγεται βαρύτατες επιπτώσεις για τους εργαζομένους στη δημόσια διοίκηση. Πράγματι, επειδή υπόκεινται στο δημόσιο δίκαιο, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στον χαρακτηρισμό του εργαζομένου κατά το εθνικό δίκαιο, μπορεί να μετατεθούν σε ιδιωτικό φορέα χωρίς να απολαύουν προστασία όμοια με αυτή των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με αυτούς (16). Η παραπομπή στο εθνικό δίκαιο για τον ορισμό της έννοιας του εργαζομένου συνεπάγεται τελικά διαφορετική μεταχείριση ταυτόσημων καταστάσεων αποκλειστικώς λόγω του χαρακτηρισμού της σχέσεως εργασίας μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και του εργοδότη τους. Κατά συνέπεια, το αν οι ιδιωτικοποιήσεις ταυτόσημων δραστηριοτήτων εμπίπτουν ή όχι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 εξαρτάται από το οικείο εθνικό δίκαιο. Το αποτέλεσμα αυτό δεν δικαιολογείται υπό το πρίσμα των σκοπών της οδηγίας. Αντιθέτως, θα συμβάδιζε περισσότερο με την αρχή της ουδετερότητας του κοινοτικού δικαίου κάθε μεταβίβαση οικονομικής δραστηριότητας να θεωρείται υποκείμενη στους αναγκαστικού δικαίου κανόνες της οδηγίας 77/187 (17).
18. Μολονότι το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι κάθε δραστηριότητα οικονομικού χαρακτήρα πρέπει να υπόκειται στην οδηγία 77/187, εντούτοις η ιδιωτικοποίηση που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως εμπίπτει οπωσδήποτε στην οδηγία. Πράγματι, με την απόφαση Beckmann, σχετικά με μεταβίβαση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα στο Ηνωμένο Βασίλειο, και συγκεκριμένα του National Health Service (Εθνικού Συστήματος Υγείας) στην ιδιωτική εταιρία Dynamco Whicheloe Macfarlane, το Δικαστήριο δέχθηκε την ερμηνεία που πρότειναν οι διάδικοι και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με την οποία οι οικείοι εργαζόμενοι, «παρά το γεγονός ότι το σύστημα αυτό υπάγεται στον δημόσιο τομέα, καλύπτονται από την εθνική εργατική νομοθεσία και, επομένως, είναι δυνατή η υπέρ αυτών εφαρμογή της οδηγίας (18)». Εν προκειμένω, οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι του Department of Employment εξομοιώνονται με «εργαζομένους» υποκείμενους στην οδηγία 77/187. Επομένως, τίποτα δεν εμποδίζει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως.
B – Ο μεταβιβαζόμενος φορέας
19. Από την απόφαση περί παραπομπής που εξέδωσε το House of Lords, σχετικά με την έννοια της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως, θα πρέπει να προκύπτει αν οι καθών προστατεύονται από τις διατάξεις της οδηγίας 77/187. Πριν την επίλυση του ζητήματος αυτού, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί περιεχόμενο της μεταβιβάσεως από το Department of Employment στο Newtec.
20. Κατά πάγια νομολογία, προκείμενου να καθοριστεί αν πρόκειται για μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας 77/187, πρέπει να αναλυθεί «το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη» (19). Από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το Δικαστήριο παραθέτει: «το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται, η μεταβίβαση ή όχι ενσωμάτων στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, η αναπρόσληψη ή όχι του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή όχι της πελατείας καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των ασκουμένων δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της τυχόν αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών» (20). Η σημασία που θα δώσει ο εθνικός δικαστής σε καθένα από τα επιμέρους κρίσιμα στοιχεία εξαρτάται από τη φύση της οικείας δραστηριότητας (21).
21. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έκρινε ότι «σε ορισμένους τομείς στους οποίους η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε οικονομική μονάδα» (22). Ωστόσο, σε έναν τομέα όπως η δημόσια συγκοινωνία με λεωφορείο, όπου η άσκηση της δραστηριότητας στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στα ενσώματα στοιχεία, η μη μεταβίβαση από την παλαιά στη νέα επιχείρηση μεγάλου μέρους τέτοιων στοιχείων απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία της μονάδας επιτρέπει να συναχθεί ότι η μονάδα αυτή δεν διατηρεί την ταυτότητά της (23).
22. Στη σκέψη 11 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1999, το Employment Tribunal έκρινε ότι ο μεταβιβαζόμενος φορέας συνίσταται στη «διεύθυνση των χρηματοδοτούμενων από την κυβέρνηση δραστηριοτήτων για την επαγγελματική εκπαίδευση και την επιχειρηματικότητα, για νέους άνω των 16 ετών στην Αγγλία και στην Ουαλία, περιλαμβανομένων των συστημάτων πληροφορικής, των βάσεων δεδομένων, μέρους του προσωπικού και ορισμένων εγκαταστάσεων» (24). Η ευρύτητα του ορισμού αυτού οφείλεται στο ότι η περίπτωση των τριών προσφευγόντων πρέπει να λειτουργήσει ως παράδειγμα για τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους των οποίων η κατάσταση μεταβλήθηκε λόγω της πραγματοποιηθείσας ιδιωτικοποιήσεως. Το Employment Tribunal διαπίστωσε επίσης, με τη σκέψη 12 της αποφάσεώς του, ότι η επαγγελματική κατάρτιση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο εργατικό δυναμικό. Το Court of Appeal επιβεβαίωσε ότι οι ικανότητες του προσωπικού που αρχικώς αποσπάστηκε και κατόπιν προσελήφθη αποτελούν μέρος της μεταβιβασθείσας στο Newtec επιχειρήσεως. Επομένως, θεωρείται δεδομένο ότι η πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση περιλαμβάνει τόσο το ενεργητικό όσο και το προσωπικό. Έπεται ο καθορισμός της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως.
III – Ερμηνεία της έννοιας «ημερομηνία της μεταβιβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187
23. Το House of Lords ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας «ημερομηνία της μεταβιβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Το ερώτημα που τίθεται έχει δύο σκέλη: καταρχάς, αν η ημερομηνία της μεταβιβάσεως είναι μία συγκεκριμένη ημερομηνία ή ένα συνεχές χρονικό διάστημα· κατόπιν, το αν η ημερομηνία μεταβιβάσεως είναι μοναδική. Αφού καταδειχθεί τι συνεπάγεται η απάντηση στο ερώτημα αυτό (Α), πρέπει να εξεταστεί η μέθοδος προσδιορισμού της ημερομηνίας αυτής, ιδίως στο πλαίσιο μιας πολύπλοκης διαδικασίας μεταβιβάσεως (B).
A – Η λειτουργία της ημερομηνίας μεταβιβάσεως στο πλαίσιο της οδηγίας 77/187
24. Η έννοια της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως εμφανίζεται μόνον στο άρθρο 3, της οδηγίας 77/187. Αφού εξετάσω τη θέση της έννοιας αυτής στο σύστημα της οδηγίας, θα διευκρινίσω τα ερμηνευτικά στοιχεία που συνάγονται συναφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
1. Η λειτουργία της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως στο σύστημα της οδηγίας
25. Στόχος της οδηγίας 77/187 είναι η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως. Προβλέπονται σχετικώς διάφοροι μηχανισμοί. Κινούνται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί μία μεταβίβαση ως μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας. Ο έλεγχος βάσει του άρθρου αυτού επιτρέπει να οριστεί το περιεχόμενο της μεταβιβάσεως. Επομένως, προσδιορίζεται ποιοι εργαζόμενοι σχετίζονται με τον μεταβιβαζόμενο φορέα (25).
26. Η πρώτη συνέπεια του χαρακτηρισμού ως μεταβίβαση επιχειρήσεως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας και συνίσταται στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, τα οποία απορρέουν από σύμβαση ή σχέση εργασίας.
27. Η οδηγία 77/187 δεν επιβάλλει μόνον την αυτόματη διατήρηση, κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεως, των συμβάσεων εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός φορέα. Προβλέπει, επιπλέον, υποχρέωση ενημερώσεως των εκπροσώπων του προσωπικού επί της επερχόμενης μεταβιβάσεως. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 υποχρεώνει τον εκχωρητή να γνωστοποιεί σχετικές με τη μεταβίβαση πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του, «εγκαίρως, πριν από την πραγματοποίηση της μεταβιβάσεως». Μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 98/50, η «ημερομηνία ή η προτεινόμενη ημερομηνία μεταβίβασης» καταλέγονται ρητώς στις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται.
28. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να δοθεί στους εκπροσώπους του προσωπικού η δυνατότητα να αντιδράσουν στις διαρθρωτικές μεταβολές που συνεπάγεται η μεταβίβαση. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως που πραγματοποιείται σε περισσότερα στάδια, η σχετική με τη μεταβίβαση ενημέρωση, για να είναι λυσιτελής, πρέπει να παρέχεται στο προσωπικό πριν το πρώτο στάδιο της μεταβιβάσεως. Προκειμένου οι εργαζόμενοι να δύνανται να αντιδράσουν στη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση, η ενημέρωση πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των διαφόρων σταδίων που έχουν προβλεφθεί (26).
29. Τέλος, το άρθρο 4 της οδηγίας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της προστασίας που παρέχει η οδηγία 77/187. Οποιαδήποτε απόλυση λόγω της μεταβιβάσεως θεωρείται ότι επήλθε με υπαιτιότητα του εργοδότη. Αποτρέπεται έτσι οποιαδήποτε εξαίρεση από την επιβαλλόμενη με το άρθρο 3, παράγραφος 1, διατήρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας. Η εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η μεταβίβαση πραγματοποιείται σε ένα ή περισσότερα στάδια, διότι το καθοριστικό στοιχείο είναι η αποδεδειγμένη σχέση μεταξύ απολύσεως και μεταβιβάσεως.
2. Η ερμηνεία της έννοιας της ημερομηνίας μεταβιβάσεως από τη νομολογία
30. Το Δικαστήριο διευκρίνισε με πολλές αποφάσεις την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 3, της οδηγίας 77/187.
31. Κατά το Δικαστήριο, η διαδοχή των εργοδοτών στον μεταβιβαζόμενο φορέα καθορίζεται βάσει της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως. Επομένως, η ημερομηνία αυτή καθορίζει και αυτήν κατά την οποία ο εκδοχέας αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εκχωρητή που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας. Κατά συνέπεια, «το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο» (27). Ενώ, πριν τη μεταβίβαση, ο εκχωρητής υπέχει τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εργοδότη από τις συμβάσεις εργασίας, μετά τη μεταβίβαση ο εκδοχέας υποκαθιστά τον εκχωρητή. Αυτό, βέβαια, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μία μεταβίβαση να εξελίσσεται σε περισσότερα στάδια. Ωστόσο, είναι δεδομένο ότι όταν ολοκληρωθεί η μεταβίβαση ο εκδοχέας υπεισέρχεται στις συμβάσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του μεταβιβασθέντος φορέα.
32. Η ημερομηνία της μεταβιβάσεως έχει επίσης σημασία για τον καθορισμό της χρονικής διάρκειας των υποχρεώσεων που επιβάλλει στους εργοδότες η οδηγία 77/187. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση Ny Mølle Kro. Η Hansen, η οποία εργαζόταν ως σερβιτόρα στο ξενοδοχείο Ny Mølle Kro, ζήτησε να υπαχθεί σε συλλογική σύμβαση από την οποία δεσμευόταν ο εκχωρητής, που ήταν ο προηγούμενος μισθωτής του καταστήματος. Δεδομένου ότι προσλήφθηκε μετά τη μεταβίβαση, η Hansen δεν μπορούσε να επικαλεστεί τους ισχύοντες πριν τη μεταβίβαση όρους εργασίας. Όπως εξήγησε το Δικαστήριο «το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι αποσκοπεί στη διατήρηση, εκ μέρους του προς ον η μεταβίβαση, των όρων εργασίας που έχουν συνομολογηθεί με συλλογική σύμβαση μόνον όσον αφορά τους εργαζομένους που απασχολούνταν ήδη στην επιχείρηση κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όχι εκείνους που προσελήφθησαν μετά την ημερομηνία αυτή» (28).
33. Η απόφαση Wendelboe (29) εκδόθηκε στο πλαίσιο διαφορετικών πραγματικών περιστατικών, αλλά κινούνταν στο ίδιο πνεύμα. Οι Wendelboe, Jensen και Jeppesen απολύθηκαν στις 18 Ιανουαρίου 1980 από την LJ Music ApS, εταιρία ευρισκόμενη στα πρόθυρα της πτωχεύσεως. Αφού κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 4 Μαρτίου 1980, η επιχείρηση εξαγοράστηκε από την εταιρία ApS SPKR, η οποία, δυνάμει συμφωνίας που υπογράφηκε στο τέλος Μαρτίου 1980, είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις της πρώτης από την κήρυξη της πτωχεύσεως. Η εταιρία αυτή επαναπροσέλαβε τους Wendelboe, Jensen και Jeppesen στις 6 Μαρτίου 1980, χωρίς συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους. Το ερμηνευτικό ζήτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αφορούσε το αν η διατήρηση των όρων εργασίας κατά τη μεταβίβαση πρέπει να διασφαλιστεί υπέρ των εργαζομένων που δεν είχαν προσληφθεί από την επιχείρηση κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως. Το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 77/187, οι απολυθέντες εργαζόμενοι δεν μπορούν να επαναπροσληφθούν επειδή επήλθε μεταβίβαση, εκτός αν η απόλυσή τους συνδέεται με τη μεταβίβαση. Υπογραμμίζω ότι μεταξύ της απολύσεως στις 18 Ιανουαρίου 1980 και της επαναπροσλήψεώς τους στις 6 Μαρτίου 1980, οι τρεις εργαζόμενοι είχαν σταματήσει να εργάζονται.
34. Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι μόνον οι υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως συμβάσεις εργασίας υπόκεινται στην οδηγία 77/187, αποκλειομένων όλων των υπολοίπων. Επομένως, η ημερομηνία της μεταβιβάσεως αποτελεί το όριο των υποχρεώσεων των εργοδοτών. Οφείλουν να διατηρούν μόνον τα δικαιώματα των εργαζομένων που εργάζονταν κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως. Αυτοί που προσλήφθηκαν μετά τη μεταβίβαση και αυτοί που απολύθηκαν πριν από αυτή για λόγο άσχετο προς τη μεταβίβαση δεν μπορούν να επικαλεστούν την οδηγία 77/187.
35. Τέλος, το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει ως επιτακτικού χαρακτήρα την ημερομηνία της μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Στην υπόθεση Rotsart de Hertaing (30) το αιτούν εθνικό δικαστήριο ρώτησε αν η μεταβίβαση του προσωπικού πραγματοποιείται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως ή αν μπορεί να οριστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία που επιλέγουν ελεύθερα ο εκχωρητής ή ο εκδοχέας. Εν προκειμένω, η C. Rotsart de Hertaing απολύθηκε μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως από τον πρώην εργοδότη της, την εταιρία Benoidt, στην IGC Housing Service. Το ζήτημα ήταν αν ο εκχωρητής, η Benoidt, εξακολουθούσε να είναι εργοδότης της και μετά τη μεταβίβαση. Στηριζόμενο στον επιτακτικό χαρακτήρα της προστασίας που παρέχει η οδηγία 77/187 στους εργαζομένους, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας μεταβίβαση των συμβάσεων και των σχέσεων εργασίας χωρεί οπωσδήποτε κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως και δεν μπορεί να μετατεθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία κατ’ επιλογή του μεταβιβάζοντος την επιχείρηση ή του προς ον η μεταβίβαση» (31). Δύο σχόλια είναι απαραίτητα προκειμένου να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. Αφενός, η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε με σύμβαση μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα. Επομένως, είναι αποτέλεσμα πράξεως απλής, συγκεκριμένης και βέβαιης χρονολογίας. Αν η ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως δεν συμπίπτει με αυτή της μεταβιβάσεως των σχέσεων εργασίας, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί ευχερώς να προσδιοριστεί. Αφετέρου, το Δικαστήριο χαρακτηρίζει επιτακτικούς τους κανόνες που θεσπίζει η οδηγία 77/187, ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρεκκλίσεις των συμβαλλομένων με σκοπό τον περιορισμό της προστασίας που παρέχεται στους εργαζομένους του μεταβιβαζόμενου φορέα (32). Όταν δεν υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, το Δικαστήριο σέβεται την ελευθερία των συμβάσεων, δεχόμενο, π.χ., την άρνηση ενός εργαζομένου να μεταβιβαστεί η σύμβασή του εργασίας (33).
36. Επομένως, η σημασία που αποδίδεται στην ημερομηνία της μεταβιβάσεως στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία, δεν σημαίνει ότι, σε περίπτωση που η μεταβίβαση εξελίσσεται σε περισσότερα στάδια, η ημερομηνία αυτή είναι μοναδική και συγκεκριμένη.
Ο προσδιορισμός της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως στο πλαίσιο πολύπλοκης διαδικασίας μεταβιβάσεως
37. Η μεταβίβαση που υλοποιείται με περισσότερες διαδοχικές πράξεις, με συνέπεια να υφίσταται χρονική απόσταση μεταξύ της αποφάσεως περί μεταβιβάσεως και των διαφόρων σταδίων υλοποιήσεώς της, μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολύπλοκη. Για να προσδιοριστούν οι συνέπειες της πολυπλοκότητας της μεταβιβάσεως, θα εκθέσω καταρχάς τη συλλογιστική που ακολουθεί το Δικαστήριο κατά την ανάλυση τέτοιων μεταβιβάσεων. Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, θα εκθέσω τις απόψεις των διαδίκων επί της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, πριν προτείνω την ερμηνεία που φρονώ ότι επιβάλλεται.
1. Η σχετική με τις πολύπλοκες μεταβιβάσεις νομολογία
38. Η υπαγωγή των πολύπλοκων μεταβιβάσεων στην οδηγία 77/187 έγινε σταδιακά. Απορρέει από την ευρεία ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, το οποίο κάνει λόγο για μεταβιβάσεις που «προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση». Η νομολογία ερμήνευσε την προϋπόθεση αυτή υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει την ύπαρξη άμεσου συμβατικού δεσμού μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα. Αντιθέτως, έκρινε ότι «οδηγία 77/187 εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του υπευθύνου για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο αναλαμβάνει συμβατικώς τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχειρήσεως» (34). Το Δικαστήριο αναγνώρισε, επομένως, ότι η εκχώρηση στο πλαίσιο της μεταβιβάσεως μπορεί να πραγματοποιείται σε δύο στάδια με παρεμβολή τρίτου, όπως ο κύριος ή ο εκμισθωτής (35). Το ότι η διαδικασία της μεταβιβάσεως ξεκινά με διοικητική πράξη δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κριθεί ως πληρωθείσα η προϋπόθεση του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 (36).
39. Ελλείψει όμως άμεσου δεσμού μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, η μεταβίβαση εξελίσσεται, καταρχήν, σε περισσότερα στάδια μεταξύ των οποίων μπορεί ενίοτε να περιλαμβάνεται και διακοπή της δραστηριότητας του μεταβιβαζόμενου φορέα. Είναι επίσης δυνατόν η μεταβίβαση του ενεργητικού να μην συμπίπτει με τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρονική απόκλιση δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό της μεταβιβάσεως.
40. Με τις προτάσεις του επί των υποθέσεων Hernández Vidal και Hidalgo κ.λπ., ο γενικός εισαγγελέας Κοσμάς διατύπωσε την άποψη ότι «απαιτείται ένας στενός χρονικός σύνδεσμος μεταξύ του πέρατος μιας συμβατικής αναθέσεως και της κατακύρωσης σε νέο επιχειρηματία» (37) ώστε η τελευταία να συνιστά μεταβίβαση κατά τη έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Το Δικαστήριο, μολονότι δεν υιοθέτησε ρητώς το κριτήριο αυτό, εντούτοις έκρινε ότι «διάρκεια της τυχόν αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών» καταλέγεται στα στοιχεία βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν πρόκειται για μεταβίβαση (38).
41. Στην περίπτωση μεταβιβάσεως που πραγματοποιήθηκε κατά την εποχιακή παύση της δραστηριότητας, με συνέπεια να υπάρχει χρονική απόκλιση μεταξύ της μεταβιβάσεως του ενεργητικού και της μεταβιβάσεως των συμβάσεων εργασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συμβάσεις εργασίας μεταβιβάστηκαν. Με την απόφαση Ny Mølle Kro κρίθηκε πράγματι ότι η εποχιακή διακοπή των εργασιών «δεν θέτει, κατά γενικό κανόνα, πέρας στην ύπαρξη της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας (39)».
42. Ούτε η χρονική απόκλιση μεταξύ της έναρξης της δραστηριότητας και της αναλήψεως των συμβάσεως εργασίας συνεπάγεται ότι δεν υφίσταται μεταβίβαση. Στην υπόθεση Allen κ.λπ., μία εταιρία είχε αναθέσει με υπεργολαβία σε μία θυγατρική του ιδίου ομίλου τις εργασίες γεωτρήσεως στο πλαίσιο συμβάσεως έργου που είχε αναλάβει. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε μεταβίβαση μιας θυγατρικής του ομίλου σε μια άλλη. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η «έλλειψη χρονικής συμπτώσεως μεταξύ της ενάρξεως της εκτελέσεως των εργασιών που ανέλαβε με υπεργολαβία η AMS και της προσλήψεως των εργαζομένων της ACC από την AMS, [διότι] μεταβίβαση επιχειρήσεως αποτελεί περίπλοκη νομική και υλική πράξη, η ολοκλήρωση της οποίας μπορεί να απαιτήσει κάποιο χρονικό διάστημα (40)». Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο εξέτασε το αν οι εργαζόμενοι, κατά το αρχικό διάστημα της μεταβιβάσεως, είχαν εργαστεί αδιακρίτως και για τον εκχωρητή και για τον εκδοχέα. Ούτε η περίσταση αυτή αποκλείει την ύπαρξη μεταβιβάσεως (41).
43. Θα μπορούσαν να παρατεθούν και άλλες περιπτώσεις, στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει μεταβίβαση παρά την απόκλιση μεταξύ των διαφόρων σταδίων της υλοποιήσεώς της (42). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ανάλυση του Δικαστηρίου είναι συνάμα αντικειμενική και πραγματιστική. Δεν στηρίζεται ούτε στην πρόθεση των συμβαλλομένων ούτε στην απόλυτη σύμπτωση των διαφόρων σταδίων της μεταβιβάσεως. Το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του τον χρονικό κατακερματισμό της συναλλαγής προκειμένου να προσδιορίσει τα όρια του μεταβιβαζόμενου φορέα. Όποια κι αν είναι η μέθοδος που επιλέχθηκε για την υλοποίηση της μεταβιβάσεως, το Δικαστήριο οδηγείται από τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων που επιβάλλει η οδηγία (43). Επομένως, το Δικαστήριο προσδιορίζει τα όρια του μεταβιβαζόμενου φορέα χωρίς να επιβάλλει η μεταβίβαση να ολοκληρωθεί σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα της μεταβιβάσεως επηρεάζει αναγκαστικά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187.
2. Απόρριψη των απόψεων των διαδίκων σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας της μεταβιβάσεως
Ο προσδιορισμός με αντικειμενικά κριτήρια μιας συγκεκριμένης ημερομηνίας μεταβιβάσεως
44. Προτείνεται, καταρχάς, στο Δικαστήριο να ορίσει ως μοναδική ημερομηνία της μεταβιβάσεως αυτή που αντιστοιχεί στο χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εκδοχέας αναλαμβάνει τον πραγματικό έλεγχο της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως. Την άποψη αυτή υποστηρίζει το Employment Appeal Tribunal με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2001 καθώς και το Celtec. Κατ’ αυτό, η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται για πολλούς λόγους. Πρώτον, είναι συμβατή με τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187. Η ανάγκη διασφαλίσεως της ασφάλειας δικαίου των συμβαλλομένων που εμπλέκονται στη μεταβίβαση στηρίζει επίσης την ερμηνεία αυτή.
45. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ερμηνεία που υποστηρίζει το Celtec καταλήγει στον καθορισμό της ημερομηνίας μεταβιβάσεως τον Σεπτέμβριο του 1990. Επομένως, οι προσφεύγοντες εργαζόμενοι μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας τους μέχρι την ημερομηνία αυτή. Ωστόσο, η άποψη του Celtec συνεπάγεται ότι οι εργαζόμενοι του Department of Employment αρνήθηκαν σιωπηρώς τη μεταβίβαση της συμβάσεώς τους εργασίας. Η απόφασή τους να αποσπαστούν στα TEC, ενώ παραμένουν εργαζόμενοι του Department of Employment ερμηνεύεται ως άρνηση μεταβιβάσεως της συμβάσεώς τους εργασίας στα TEC.
46. Η ανάλυση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι το Celtec παραδέχθηκε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι τον Σεπτέμβριο του 1990 δεν είχε προταθεί στους εργαζομένους του Department of Employment σύμβαση εργασίας με τα TEC. Σε κάθε περίπτωση, το να γίνει δεκτή η δυνατότητα των εργαζομένων να αρνηθούν σιωπηρώς τη μεταβίβαση των συμβάσεών τους εργασίας θα αντέβαινε στο πνεύμα της οδηγίας, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας ως συνέπεια της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.
47. Κατά συνέπεια, αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που προτείνει το Celtec για την έννοια της ημερομηνίας μεταβιβάσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, θα έπρεπε αναγκαστικά να κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων του Department of Employment μεταβιβάστηκαν στα TEC από τον Σεπτέμβριο του 1990. Γενικότερα, η ερμηνεία αυτή επιβάλλει την αυτοδίκαιη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας σε μία ημερομηνία, εκτός αν οι εργαζόμενοι την αρνήθηκαν ρητώς.
48. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή θα καταστούσε αδύνατο να οργανωθεί μία σταδιακή ιδιωτικοποίηση, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, διότι θα εμπόδιζε την απόσπαση των εργαζομένων, αφού τα TEC θα καθίσταντο εργοδότες των εργαζομένων των οποίων οι σχέσεις εργασίας μεταβιβάστηκαν από τον Σεπτέμβριο του 1990. Κατά συνέπεια, το κράτος δεν θα μπορούσε να δρομολογήσει μία διαδικασία αναδιοργανώσεως περιλαμβάνουσα κάποιο αρχικό στάδιο, κατά το οποίο ο φορέας που αναλαμβάνει ορισμένες κρατικές δραστηριότητες δεν είναι ακόμη αυτόνομος, αλλά τίθενται στη διάθεσή του, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ορισμένοι εργαζόμενοι χωρίς ο φορέας αυτός να αναλαμβάνει την αμοιβή τους. Στην πράξη, αυτό θα εμπόδιζε πολύποκες μεταβιβάσεις, όπως η επίμαχη, ακόμη και στην περίπτωση που η χρονική απόκλιση της μεταβιβάσεως των συμβάσεων εργασίας δεν θα συνεπαγόταν περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων και αυτοί θα την αποδέχονταν. Το αποτέλεσμα αυτό αντιβαίνει στη συμβατική ελευθερία των εμπλεκομένων στη μεταβίβαση μερών, διότι επιβάλλει την ταυτόχρονη μεταβίβαση των ικανοτήτων του προσωπικού και των συμβάσεων εργασίας. Επιπλέον, η απαίτηση αυτή δυσχερώς συμβαδίζει με την παρατεθείσα στις σκέψεις 38 έως 42 των προτάσεών μου νομολογία του Δικαστηρίου.
49. Χωρίς κάποιο σαφές και αντικειμενικό κριτήριο για τον καθορισμό μιας ακριβούς ημερομηνίας μεταβιβάσεως, το Celtec υποστηρίζει, δεύτερον, ότι οι διαδοχικοί εργοδότες δεν μπορούν να γνωρίζουν από πότε υφίστανται ή παύουν οι υποχρεώσεις τους έναντι των εργαζομένων του μεταβιβαζόμενου φορέα.
50. Φρονώ ότι η ασφάλεια δικαίου δεν επιβάλλει τον καθορισμό μιας συγκεκριμένης ημερομηνίας μεταβιβάσεως. Όπως επισήμανε ο εκπρόσωπος των καθών κατά την προφορική διαδικασία, δεν αμφισβητείται ότι η σύμβαση εργασίας μεταβιβάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η μεταβίβαση της επιχειρήσεως πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιείται σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ασφάλεια δικαίου διασφαλίζεται πλήρως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η μεταβίβαση επιχειρήσεως, διότι αυτό συνεπάγεται ότι οι εργαζόμενοι αποκτούν τη βεβαιότητα ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμβάσεις του εργασίας προστατεύονται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187.
51. Επιπλέον, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η ημερομηνία της μεταβιβάσεως είναι αυτή κατά την οποία ο εκδοχέας αναλαμβάνει τον έλεγχο της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως, θα ήταν σε πολλές περιπτώσεις δύσκολο, ή και αδύνατον, να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ημερομηνία αυτή, διότι η έννοια του «πραγματικού ελέγχου» επιδέχεται ευρύτατη ερμηνεία.
52. Εξίσου επικίνδυνο φαίνεται, όπως επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της η Επιτροπή, να γίνει δεκτό ένα άλλο αντικειμενικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της ημερομηνία μεταβιβάσεως, όπως, π.χ., ένα ελάχιστο όριο μεταβιβαζόμενων συμβάσεων. Πράγματι, αυτό θα σήμαινε ότι εισάγεται τεχνητή διάκριση μεταξύ, αφενός, των κατ’ ελάχιστον μεταβιβαζόμενων συμβάσεων, οι οποίες διατηρούνται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 77/187, και, αφετέρου, των συμβάσεων που μεταβιβάζονται μετά την ημερομηνία αυτή, οι οποίες θα θεωρούνταν ως μη σχετιζόμενες με τη μεταβίβαση.
53. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ερμηνεία που υποστηρίζει το Celtec.
β) Η επεξεργασία λύσεως προσαρμοσμένης σε ιδιάζουσες περιστάσεις
54. Με τις έγγραφες παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή παρουσίασε μία κάπως διαφορετική προσέγγιση (44). Φρονεί ότι η ημερομηνία της μεταβιβάσεως είναι καταρχήν μία και συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά, ενόψει των ιδιαζουσών περιστάσεων εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μεταβίβαση ισχύει για κάθε εργαζόμενο ατομικά μόνον από το χρονικό σημείο που το Newtec καθίσταται εργοδότης τους. Έτσι, η ημερομηνία μεταβιβάσεως διατηρεί καταρχήν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της, αλλά παύει να είναι μοναδική, διότι καθορίζεται ατομικά για κάθε εργαζόμενο ανάλογα με την ημερομηνία προσλήψεώς του στο Newtec.
55. Το Celtec αντιτάσσεται στην προσέγγιση αυτή, διότι εισάγει εξαίρεση από το πλαίσιο της οδηγίας, ενώ η αρμοδιότητα αυτή ανήκει αποκλειστικά στον νομοθέτη.
56. Φρονώ ότι θα ήταν δυσχερής η εφαρμογή μιας τέτοιας εξαιρέσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διευκρινίζει ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει η μεταβίβαση ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιάζουσα. Επιπροσθέτως, η έννοια των ιδιαζουσών περιστάσεων είναι κατ’ ανάγκη ασαφής και προϋποθέτει μία κατά περίπτωση εξέταση σε βάρος της ασφάλειας του δικαίου.
57. Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών, θεωρώ μη πειστική την ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή με τις έγγραφες παρατηρήσεις της.
γ) Η ευρεία ερμηνεία της έννοιας της ημερομηνίας μεταβιβάσεως ως χρονικού διαστήματος μεταβιβάσεως
58. Η δεύτερη ερμηνεία που προτάθηκε στο Δικαστήριο θεωρεί την ημερομηνία της μεταβιβάσεως ως χρονικό διάστημα της μεταβιβάσεως, εκτεινόμενο σε βάθος χρόνου, το οποίο λήγει με τη μεταβίβαση του τελευταίου στοιχείου του μεταβιβαζόμενου φορέα. Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση από το Department of Employment στο Newtec θα θεωρηθεί ολοκληρωμένη όταν ο εκχωρητής παύσει να είναι εργοδότης όλων των εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή και ο εκδοχέας καταστεί εργοδότης τους.
59. Ένα από τα βρετανικά δικαστήρια που αποφάνθηκαν επί της διαφοράς μεταξύ του Celtec και τριών εκ των εργαζομένων της, το Employment Tribunal, διαπίστωσε ότι πρόκειται για μεταβίβαση η οποία εκτείνεται σε χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 1990 έως το 1993. Το Court of Appeal έκρινε επίσης ότι η έννοια της ημερομηνίας μεταβιβάσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 μπορεί να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα το μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο πραγματοποιείται η μεταβίβαση. Την ερμηνεία αυτή συμμερίζονται οι καθών. Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή φαίνεται να συντάσσεται με αυτούς.
60. Το κύριο επιχείρημα των υποστηρικτών αυτής της ερμηνείας είναι η συμβατότητά της με τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων που επιδιώκει η οδηγία 77/187. Η ερμηνεία αυτή πρέπει βέβαια να είναι συμβατή με τον σκοπό αυτόν, φρονώ, όμως, ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετά πειστικό. Πράγματι, φαίνεται παρακινδυνευμένο να στηριχθεί ο συλλογισμός αποκλειστικά στον σκοπό της οδηγίας και να θεωρηθεί το κείμενο αυτό αποκλειστικά ως όργανο προστασίας των εργαζομένων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες που θα έχει στο μέλλον η προτεινόμενη ερμηνεία (45).
61. Ενώ είναι απολύτως δικαιολογημένη η ευρεία ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 77/187 (46), εντούτοις το να θεωρηθεί ημερομηνία της μεταβιβάσεως το χρονικό διάστημα της μεταβιβάσεως που λήγει με τη μεταβίβαση της τελευταίας συμβάσεως εργασίας προκαλεί πολλές δυσκολίες.
62. Είναι αβέβαιη η τύχη των συμβάσεων εργασίας των οποίων η μεταβίβαση ολοκληρώθηκε πριν την ημερομηνία που ορίζεται ως «ημερομηνία της μεταβιβάσεως». Τίθεται επίσης το ζήτημα αν ένας εργαζόμενος που προσλαμβάνεται κατά τη μεταβατική περίοδο, όταν η μεταβίβαση είναι σε εξέλιξη, μπορεί να ζητήσει μεταβίβαση της συμβάσεώς του δυνάμει της οδηγίας 77/187. Η αβεβαιότητα που συνδέεται με τη μεταβατική περίοδο οδηγεί σε απόρριψη της ευρείας ερμηνείας της έννοιας της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως.
63. Μολονότι αποφεύγει αυτό τον σκόπελο, ούτε η ερμηνεία κατά την οποία η μεταβίβαση πραγματοποιείται χωριστά για κάθε σύμβαση εργασίας, όταν μεταβιβαστούν όλα τα δικαιώματα που συνδέονται με τη σύμβαση αυτή, φαίνεται κατάλληλη και τούτο για τους εξής λόγους.
64. Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ερμηνεία αντιβαίνουν στο σύστημα της οδηγίας. Πράγματι, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 επιβάλλει την αυτοδίκαιη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας ως συνέπεια της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως. Ορίζει μόνον τις συνέπειες που επιφέρει η μεταβίβαση της επιχειρήσεως στις συμβάσεις εργασίας. Η άποψη ότι η μεταβίβαση επιχειρήσεως ολοκληρώνεται μόνον με τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας μετατρέπει τη συνέπεια της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως σε προϋπόθεση της υπάρξεώς της. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα η μεταβίβαση επιχειρήσεως να μην ορίζεται πλέον κατά τρόπον αντικειμενικό, αλλά να εξαρτάται από τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας. Κατά συνέπεια, αν ακολουθηθεί η ερμηνεία αυτή, θα αρκούσε ο εκχωρητής και ο εκδοχέας να παραλείψουν τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας από τον έναν στον άλλον, ώστε να αποφύγουν την εφαρμογή της οδηγίας 77/187.
65. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να αποκλειστεί η ερμηνεία της έννοιας της ημερομηνίας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 ως χρονικού διαστήματος της μεταβιβάσεως.
3. Εναλλακτική ερμηνεία της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως στο πλαίσιο μιας πολύπλοκης διαδικασίας μεταβιβάσεως
66. Η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της πολυπλοκότητας της εξεταζόμενης μεταβιβάσεως. Σκοπός της οδηγίας παραμένει η διασφάλιση ελάχιστης κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων του μεταβιβαζόμενου φορέα και η διατήρηση των δικαιωμάτων τους. Η νομολογία διέπεται κατά κύριο λόγο από αυτή την κοινωνικού χαρακτήρα μέριμνα, αλλά και από την αναγκαιότητα συνυπάρξεως της μέριμνας αυτής με τον άλλο σκοπό της οδηγίας, που είναι η δημιουργία ανταγωνιστικών επιχειρήσεων (47). Το Δικαστήριο, με τη νομολογία του σε θέματα μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, επιδίωκε ανέκαθεν τη διασφάλιση ισορροπίας μεταξύ της προστασίας των εργαζομένων και της οικονομικής πραγματικότητας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (48).
67. Όταν η μεταβίβαση πραγματοποιείται με την υπογραφή συμβάσεως μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα είναι ευχερής ο προσδιορισμός της ημερομηνίας της πραγματοποιήσεώς της. Όταν όμως δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, είναι δυσχερές να προσδιοριστεί επακριβώς η ημερομηνία αυτή. Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι ακριβώς η οργάνωση της προστασίας των εργαζομένων του μεταβιβαζόμενου φορέα και, ταυτόχρονα, η διατήρηση κάποιας ελαστικότητας στην πραγματοποίηση της μεταβιβάσεως, η οποία ανταποκρίνεται σε οικονομικές και πολιτικές ανησυχίες. Όπως έδειξα κατά την εξέταση της απόψεως του Celtec, ο καθορισμός μιας μοναδικής ημερομηνίας ενέχει τον κίνδυνο να εμποδίσει, π.χ., την υλοποίηση μιας σταδιακής ιδιωτικοποιήσεως, περιλαμβάνουσα ένα χρονικό διάστημα προσωρινής αποσπάσεως εργαζομένων.
68. Αντιθέτως, ουδείς από τους δύο σκοπούς της οδηγίας εγκαταλείπεται αν αποφασίσουμε να μην ορίσουμε μία μοναδική ημερομηνία πραγματοποιήσεως της μεταβιβάσεως. Πράγματι, με τον τρόπο αυτόν, διασφαλίζεται η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και καθίσταται δυνατή η υλοποίηση της μεταβιβάσεως σε βάθος χρόνου.
69. Προκειμένου να μην απειληθεί η προστασία που παρέχει η οδηγία 77/187 στους εργαζομένους, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι τα δικαιώματά τους δεν επηρεάζονται από την ημερομηνία μεταβιβάσεως των συμβάσεών τους εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας θα μπορούσαν να αναβάλουν τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας, ώστε να αποκλείσουν την εφαρμογή της οδηγίας 77/187.
70. Προς συμμόρφωση με την επιταγή περί διατηρήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων, φρονώ ότι πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις. Πρώτον, η μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας σε ημερομηνία διαφορετική από αυτήν της μεταβιβάσεως του ενεργητικού δεν θα παράγει αποτελέσματα έναντι των εργαζομένων, εφόσον οι όροι εργασίας τους που ίσχυαν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως περί μεταβιβάσεως παραμείνουν αμετάβλητοι κατά την υλοποίηση της μεταβιβάσεως, η οποία μπορεί να διαρκεί για κάποιο χρονικό διάστημα (49). Αν η οικονομική κατάσταση του εκχωρητή επιδεινώνεται και η διατήρηση των όρων εργασίας ως εκ τούτου κινδυνεύει, η χρονική απόκλιση της μεταβιβάσεως των συμβάσεων εργασίας δεν συνάδει προς την οδηγία 77/187.
71. Δεύτερον, η ημερομηνία που καθορίζεται για τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας δεν έχει καμία συνέπεια στο περιεχόμενο της μεταβιβάσεως. Δηλαδή, άπαξ και προσδιοριστεί ο μεταβιβαζόμενος φορέας και, επομένως, οι υπαγόμενοι σε αυτόν εργαζόμενοι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, το περιθώριο κινήσεων που τυχόν διαθέτουν ο εκχωρητής και ο εκδοχέας αφορά μόνον την ημερομηνία μεταβιβάσεως των συμβάσεων εργασίας.
72. Τρίτον, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να αρνηθούν τη μεταβίβαση της συμβάσεώς τους από τον έναν εργοδότη στον άλλον (50), πρέπει κατά μείζονα λόγο να γίνει δεκτό ότι έχουν δικαίωμα να δεχθούν τη μεταβίβαση της συμβάσεώς τους εργασίας σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτή της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, εφόσον τα δικαιώματά τους παραμένουν αμετάβλητα. Εξάλλου, αν οι εργαζόμενοι συναινέσουν στη μεταβίβαση των συμβάσεών τους σε ημερομηνία μεταγενέστερη της μεταβιβάσεως του ενεργητικού, δεν περιορίζεται η δυνατότητά τους να αρνηθούν τη μεταβίβαση της συμβάσεώς τους, αν το επιθυμούν. Από τη νομολογία συνάγεται ότι η δυνατότητα αρνήσεως μεταβιβάσεως της συμβάσεως εργασίας από έναν εργαζόμενο εκτιμάται υπό το πρίσμα της εθνικής νομοθεσίας (51). Ομοίως, η συναίνεση των εργαζομένων σε μεταγενέστερη μεταβίβαση των συμβάσεών τους εργασίας εξετάζεται υπό το πρίσμα της εθνικής νομοθεσίας.
73. Η τήρηση των τριών αυτών προϋποθέσεων, η εκτίμηση της οποίας ανήκει στα εθνικά δικαστήρια, επιτρέπει την πραγματοποίηση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως σε περισσότερα στάδια, χωρίς να κινδυνεύει η κατ’ ελάχιστον προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η οδηγία 77/187 σε περίπτωση μεταβιβάσεως.
Εκτίμηση στο πλαίσιο της επίμαχης μεταβιβάσεως
74. Ο χαρακτηρισμός της πραγματοποιηθείσας ιδιωτικοποιήσεως ως μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 δεν αμφισβητείται. Κατά συνέπεια, οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων του Department of Employment μεταβιβάστηκαν στα TEC, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει αν η μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας σε ημερομηνία μεταγενέστερη της μεταβιβάσεως του ενεργητικού της επιχειρήσεως είχε ως συνέπεια τον αποκλεισμό ορισμένων εργαζομένων από την προστασία που παρέχει η οδηγία 77/187 ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται επίσης να διαπιστώσει αν οι εργαζόμενοι του Department of Employment συναίνεσαν στη μεταβίβαση των συμβάσεών τους μετά τη λήξη της αποσπάσεώς τους. Ωστόσο, αν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούνται, η μεταβίβαση των συμβάσεων θα θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκε κατά την ημερομηνία που περιήλθαν στο Newtec τα λοιπά μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 1990.
IV – Πρόταση
75. Κατόπιν των σκέψεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις τα ερωτήματα που υπέβαλε το House of Lords.
«Η έννοια της (ημερομηνίας της μεταβιβάσεως) του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, δεν σημαίνει ότι υφίσταται οπωσδήποτε ένα μοναδικό χρονικό σημείο κατά το οποίο όλα τα στοιχεία της επιχειρήσεως ή του φορέα μεταβιβάζονται ταυτοχρόνως. Στο πλαίσιο ιδιωτικοποιήσεως, οι συμβάσεις εργασίας μπορούν να μεταβιβαστούν μετά τη μεταβίβαση του ενεργητικού, εφόσον αυτό δεν έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της προστασίας που παρέχει η οδηγία 77/187 στους εργαζομένους και αυτοί έχουν συναινέσει.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – ΕΕ L 61, σ. 26. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ L 201, σ. 88). Οι τροποποιήσεις αυτές κωδικοποιήθηκαν με την οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82, σ. 16). Κατά τον χρόνο των κρίσιμων περιστατικών μόνον η αρχική εκδοχή της οδηγίας ήταν σε ισχύ.
3 – Παράρτημα 4 του παρατηρήσεων που υπέβαλαν στο Δικαστήριο οι καθών.
4 – Σκέψη 9 της αποφάσεως περί παραπομπής.
5 – Σύμφωνα με το άρθρο 155 του Employment Rights Act 1996, οι μισθωτοί δικαιούνται αποζημίωση σε περίπτωση απολύσεως για οικονομικούς λόγους μόνον εφόσον έχουν τουλάχιστον διετή προϋπηρεσία. Το ύψος της αποζημιώσεως υπολογίζεται βάσει της προϋπηρεσίας (άρθρο 162 του Employment Rights Act 1996).
6 – Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-209/91, Watson Rask και Christensen (Συλλογή 1992, σ. I‑5755), της 14ης Απριλίου 1994, C-392/92, Schmidt (Συλλογή 1994, σ. I-1311), και της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C-173/96 et C-247/96, Hidalgo κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-8237).
7 – Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1999, C-234/98, Allen κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I8643).
8 – Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2002, C-164/00, Beckmann (Συλλογή 2002, σ. I-4893), και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑4/01, Martin κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
9 – Αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-175/99, Mayeur (Συλλογή 2000, σ. I7755), και της 11ης Νοεμβρίου, C-425/02, Delahaye (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
10 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1996, C-298/94, Henke (Συλλογή 1996, σ. I-4989).
11 – Αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Danmols Inventar (Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψη 27), της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, D’Urso κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-4105, σκέψη 12), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. Ι-6659, σκέψη 38).
12 – Η Supiot, A., στο Au-delà del’emploi, Flammarion, Παρίσι, 1999, σ. 296, προτείνει την υιοθέτηση ενός κοινοτικού ορισμού της έννοιας του εργαζομένου. Σχετικά με τα ελαστικά όρια της έννοιας αυτής βλ. Davies, P., και Freedland, M., «Employees, Workers, and the Autonomy of Labor Law», Mélanges en l’honneur de S. Simitis, 2000, σ. 31.
13 – Βλ. την πλέον πρόσφατη απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Trojani, C-456/02 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
14 – Το κοινοτικό κοινωνικό δίκαιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «transnational floor of rights», όπως προτείνουν οι Barnard, C., και Deakin, S., στο «Social Policy in search of a role: intergration, cohesion and citizenship», 1996 Onwards, loweringthebarriersfurther, Wiley, 1996, σ. 177.
15 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Danmols Inventar, σκέψη 26.
16 – Τα επιχειρήματα αυτά συντάσσονται με αυτά που ανέπτυξαν με τις προτάσεις τους ο γενικός εισαγγελέας Lenz στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 υπόθεση Henke και ο γενικός εισαγγελέας Alber στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 υπόθεση Collino και Chiappero.
17 – Ως προς την έννοια του χρόνου εργασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες «δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν μονομερώς το περιεχόμενο αυτής της έννοιας» (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-151/02, Jaeger, Συλλογή 2003, σ. I-8389, σκέψη 59).
18 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση Beckmann, σκέψη 27.
19 – Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1997, C-13/95, Süzen (Συλλογή 1997, σ. Ι-1259, σκέψη 14)· βλ., επίσης, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85, Spijkers (Συλλογή 1986, σ. 1119, σκέψη 13), της 25ης Ιανουαρίου 2002, C-51/00, Temco (Συλλογή 2002, σ. Ι-969, σκέψη 24), και της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-340/01, Abler κ.λπ (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33)
20 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Süzen, σκέψη 14, και τις εκεί παρατιθέμενες αποφάσεις.
21 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Süzen, σκέψη 14, και τις εκεί παρατιθέμενες αποφάσεις.
22 – Προπαρατεθείσα απόφαση Temco, σκέψη 26.
23 – Προπαρατεθείσα απόφαση Liikenne, σκέψη 42.
24 – Απόφαση του παρατίθεται στο παράρτημα Ι των παρατηρήσεων των καθών.
25 – Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 186/83, Botzen (Συλλογή 1958, σ. 519, σκέψη 15).
26 – Βλ. κατ’ αναλογία, σχετικά με την υποχρέωση προηγούμενης διαβουλεύσεως που προβλέπει η οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254 σ. 64), όπως ερμηνεύθηκε με τις αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2004, C-440/00, Kühne & Nagel (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), και της 29ης Μαρτίου 2001, C-62/99, Bofrost (Συλλογή 2001, σ. I-2579).
27 – Απόφαση της 5ης Μαΐου 1988, 144/87 και 145/87, Berg και Besselsen (Συλλογή 1988, σ. 2559, σκέψη 14).
28 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Mølle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 26).
29 – Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 19/83, Wendelboe (Συλλογή 1985, σ. 457).
30 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1996, C-305/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-5927).
31 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Rotsart de Hertaing, σκέψη 26.
32 – Σκέψη 16 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση Κατσικάς κ.λπ. (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-132/91, C-138/91 και C139/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-3577).
33 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33 απόφαση Κατσικάς κ.λπ, σκέψη 33.
34 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 19 αποφάσεις Süzen, σκέψη 12, Liikenne, σκέψη 29, και Abler κ.λπ, σκέψη 41.
35 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Temco, σκέψεις 31 και 32.
36 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, C-29/91, Redmond Stichting (Συλλογή 1992, σ. Ι3189).
37 – Κοινές προτάσεις στις υποθέσεις C-127/96, C-229/96 και C74/97, Hernández Vidal κ.λπ., και C-173/96 και C-247/96, Hidalgo κ.λπ. (αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Συλλογή 1998, σ. I-8181, σκέψη 162).
38 – Βλ. τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 19 αποφάσεις.
39 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Ny Mølle Kro, σκέψη 20.
40 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Allen κ.λπ, σκέψη 32.
41 – Όπ.π., σκέψη 35.
42 – Αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup/Daddy’s Dance Hall, (Συλλογή 1988, σ. 739), της 5ης Μαϊου 1988, Berg/Besselsen, που παρατίθεται στην υποσημείωση 26, και της 7ης Μαρτίου 1996, C-171/94 και C-172/94, Merckx και Neuhuys (Συλλογή 1996, σ. I-1253).
43 – Laulom, S., «The European Court of Justice in the dialogue on transfers of undertakings: a faillible interlocutor?», Labour Law in the Courts, edited by par Sciarra, S., Hart, 2001, σ. 152: «The mode of transfer becomes immaterial».
44 – Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή φαίνεται ότι μετέβαλε άποψη, τασσόμενη με αυτήν των καθών.
45 – Τους κινδύνους αυτούς παρουσιάζει ο G. More στο «The Concept of Undertaking in the Acquired Rights Directive: The Court under Pressure (Again)», 15 YEL, 1995, σ. 135.
46 – Π.χ., το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει ευρέως το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187.
47 – Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/187 γίνεται λόγος για «άμεση επίπτωση επί της λειτουργίας της κοινής αγοράς» των διαφορών στην κοινωνική νομοθεσία των κρατών μελών. Barnard, C., Employment Law, 2η έκδοση, 2000, σ. 445. Deakin, S., και Browne, J., «Social Rights and Market Order: Adapting the Capability Approach», Economic and Social Rights in the EU Charter of Fundamental Rights, a legal perspective, Oxford, 2003, σ. 28: «The historical function of social rights is to reconcile the traditional mechanisms of social policy with the mechanisms of a market order».
48 – Ως προς τη διατήρηση εκ μέρους του Δικαστηρίου της ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών σκοπών, βλ. Hunt, J., «The Court of Justice as a policy actor: the case of the Acquired Rights Directive», 18 Legal Studies, 1998, σ. 336.
49 – Φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο ούτε επιθυμητό, προκειμένου να διατηρηθούν οι όροι εργασίας, να περιοριστεί χρονικά η υλοποίηση της μεταβιβάσεως στην ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως περί μεταβιβάσεως.
50 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33 απόφαση Κατσικάς κ.λπ.
51 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Κατσικάς κ.λπ., στην υποσημείωση 33, και Merckx στην υποσημείωση 43· απόφαση της 12 Νοεμβρίου 1998, C399/96, Europièces (Συλλογή 1998, σ. I-6965).
Full & Egal Universal Law Academy