ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 17ης Μαρτίου 2005 (1)
Υπόθεση C-522/03
Scania Finance France SA
κατά
Rockinger Spezialfabrik für Anhängerkupplungen GmbH & Co.
[αίτηση του Oberlandesgericht München (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών – Αναγνώριση αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου – Κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου – Εφαρμογή του δικαίου του κράτους εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως – Επίδοση στην εισαγγελική αρχή του κράτους εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση, μια αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Oberlandesgericht München, αφορά την έννοια της κανονικής επιδόσεως κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2).
II – Νομικό πλαίσιο
Α ? Σύμβαση των Βρυξελλών
2. Οι διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών που αφορούν την εντός συμβαλλομένου κράτους αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος περιέχονται στον τίτλο III της Συμβάσεως των Βρυξελλών (άρθρα 25 έως 49).
3. Κατά το άρθρο 26, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, «[α]πόφαση που εκδίδεται σε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο ζήτημα την αναγνώριση μπορεί να ζητήσει, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στα τμήματα 2 και 3 του παρόντος τίτλου, να διαπιστωθεί ότι η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί».
4. Το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει ότι δικαστική απόφαση δεν αναγνωρίζεται «αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί».
5. Το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει:
«Δικαστικά και εξώδικα έγγραφα που συντάσσονται στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους και πρέπει να επιδοθούν σε πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους διαβιβάζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τις συμβάσεις και συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών.
Με την επιφύλαξη αντίθετης δηλώσεως του κράτους προορισμού προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα έγγραφα αυτά μπορούν, επίσης, να στέλλονται απευθείας από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές του κράτους όπου συντάσσονται στις αντίστοιχες αρχές του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο παραλήπτης του εγγράφου. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή του κράτους προελεύσεως διαβιβάζει αντίγραφο της πράξεως στην αντίστοιχη αρχή του κράτους προορισμού, η οποία είναι αρμόδια για να το παραδώσει στον παραλήπτη. Η παράδοση αυτή γίνεται σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους προορισμού. Η παράδοση αποδεικνύεται με βεβαίωση που αποστέλλεται απευθείας στη δημόσια αρχή του κράτους προελεύσεως.»
6. Το άρθρο 65 της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει ότι το Πρωτόκολλο που προσαρτάται στη Σύμβαση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της.
7. Η τελευταία διάταξη που ασκεί επιρροή είναι το άρθρο 20 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο της ΙΙ περί διεθνούς δικαιοδοσίας (τμήμα 7 το οποίο επιγράφεται «Έρευνα της διεθνούς δικαιοδοσίας και του παραδεκτού»). Το άρθρο αυτό ορίζει:
«Όταν πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους και δεν παρίσταται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους της παρούσας συμβάσεως.
Ο δικαστής οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για το σκοπό αυτό.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αντικαθίστανται από εκείνες του άρθρου 15 της συμβάσεως της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 για την επίδοση και κοινοποίηση στην αλλοδαπή δικαστικών και εξώδικων εγγράφων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης έπρεπε να διαβιβασθεί σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή.»
Β ? Η Σύμβαση της Χάγης για την επίδοση και κοινοποίηση στην αλλοδαπή δικαστικών και εξώδικων εγγράφων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (3)
8. Στα συμβαλλόμενα μέρη της Συμβάσεως της Χάγης, της 15ης Νοεμβρίου 1965, για την επίδοση εγγράφων στο εξωτερικό περιλαμβάνονται όλα τα συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως των Βρυξελλών, εξαιρουμένης της Αυστρίας. Η Σύμβαση της Χάγης εφαρμόζεται σε όλες τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν ένα δικαστικό ή εξώδικο έγγραφο πρέπει να διαβιβαστεί στο εξωτερικό για να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί (4). Η Σύμβαση αυτή προβλέπει μια κύρια μέθοδο διαβιβάσεως κατά την οποία η αρμόδια αρχή ή ο αρμόδιος δημόσιος λειτουργός του αιτούντος κράτους διαβιβάζει το έγγραφο σε μια «κεντρική αρχή» του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση. Έτσι, το άρθρο 5 ορίζει:
«Η κεντρική αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση προβαίνει ή προκαλεί την επίδοση ή την κοινοποίηση του εγγράφου:
α) είτε σύμφωνα με τους οριζόμενους από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση τύπους για την επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων που συντάσσονται στη χώρα αυτή και που προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφός της,
β) είτε σύμφωνα με τον ειδικό τύπο που ζητεί ο αιτών, με την προϋπόθεση να μην είναι ασυμβίβαστος με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.
Εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, γράμμα β΄, το έγγραφο μπορεί πάντοτε να επιδίδεται στον παραλήπτη που το δέχεται εκούσια.
Εάν το έγγραφο πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, η κεντρική αρχή μπορεί να ζητήσει τη σύνταξη ή τη μετάφραση του εγγράφου σε μια από τις επίσημες γλώσσες της χώρας της.
Το μέρος της αίτησης, που είναι σύμφωνο με το πρότυπο που επισυνάπτεται στη Σύμβαση αυτή και που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του εγγράφου, διαβιβάζεται στον παραλήπτη.»
9. Η Σύμβαση της Χάγης προβλέπει διάφορες επικουρικές μεθόδους διαβιβάσεως, όπως η διαβίβαση διά της προξενικής ή διπλωματικής οδού, η διαβίβαση διά της ταχυδρομικής οδού ή η διαβίβαση μέσω δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους προορισμού (5). Επίσης, η Σύμβαση της Χάγης παρέχει σε ένα κράτος τη δυνατότητα να εναντιωθεί στη χρησιμοποίηση μερικών από αυτές τις επικουρικές μεθόδους διαβιβάσεως (6).
10. Περαιτέρω, για τον συγκερασμό των συγκρουομένων συμφερόντων και δικαιωμάτων του ενάγοντος και του εναγομένου, τα άρθρα 15 και 16 της Συμβάσεως της Χάγης σκοπό έχουν να προστατεύσουν τον εναγόμενο διαρκούσης της δίκης και όταν έχει εκδοθεί απόφαση ερήμην του. Το άρθρο 15, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 20, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ορίζει:
«Εάν ένα εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή ανάλογο έγγραφο χρειαστεί να διαβιβαστεί για τον σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης αυτής και αν ο εναγόμενος δεν παραστεί, ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως εφ’ όσο χρόνο δεν διαπιστώνεται:
α) είτε ότι το έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων που συντάχθηκαν σ’ αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφός του,
β) είτε ότι το έγγραφο επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη Σύμβαση αυτή
και ότι σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου, μπορούν να εκδώσουν απόφαση εφ’ όσον συγκεντρώνονται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, μολονότι καμία βεβαίωση για την επίδοση ή την κοινοποίηση ή την παράδοση δεν έχει ληφθεί:
α) Το έγγραφο διαβιβάστηκε σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται σ’ αυτή τη σύμβαση.
β) Μια προθεσμία που ο δικαστής θα εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και που δεν θα είναι μικρότερη από έξι μήνες έχει παρέλθει από την ημερομηνία αποστολής του εγγράφου.
γ) Παρ’ όλες τις επίμονες ενέργειες από τις αρμόδιες αρχές του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν μπόρεσε να ληφθεί καμία βεβαίωση.
Το άρθρο αυτό δεν εμποδίζει, όπως, σε επείγουσα περίπτωση, ο δικαστής διατάξει προσωρινά ή συντηρητικά μέτρα.»
11. Επιπλέον, όταν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή ανάλογο έγγραφο πρέπει να διαβιβαστεί στο εξωτερικό για να επιδοθεί, το άρθρο 16 της Συμβάσεως της Χάγης επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη να προβλέπουν εξαιρέσεις από τους κανόνες περί των προθεσμιών για την άσκηση εφέσεως ή ανακοπής, προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι περιπτώσεις που ο εναγόμενος λαμβάνει γνώση της δίκης μόνο μετά την έκδοση της αποφάσεως.
Γ ? Το εθνικό δίκαιο
12. Κατά το γαλλικό δίκαιο, τα έγγραφα που προορίζονται για πρόσωπα που κατοικούν στο εξωτερικό επιδίδονται στο parquet (εισαγγελία) με έναν επίσημο τρόπο επιδόσεως ο οποίος αποκαλείται signification (άρθρα 683 και 684 του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας), μολονότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι επιδόσεως που προβλέπονται σε διεθνείς συμβάσεις.
13. Η signification γίνεται με την κατάθεση από δικαστικό επιμελητή δύο αντιγράφων του εγγράφου σε Γάλλο εισαγγελέα, ο οποίος θεωρεί το πρωτότυπο και αποστέλλει τα αντίγραφα του εγγράφου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για διανομή (άρθρο 685). Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να αποστείλει κεκυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου στον παραλήπτη με συστημένη επιστολή της ίδιας ημέρας ή, το αργότερο, της επόμενης εργάσιμης ημέρας (άρθρο 686). Ο τρόπος αυτός επιδόσεως αποκαλείται remise au parquet και συνιστά τη λεγόμενη signification interne fictive (πλασματική εσωτερική επίδοση), καθόσον λογίζεται ότι η επίδοση έλαβε χώρα όταν ο δικαστικός επιμελητής κατέθεσε τα αντίγραφα του εγγράφου σε Γάλλο εισαγγελέα, ανεξαρτήτως του αν το έγγραφο αυτό όντως έφθασε στον παραλήπτη στο εξωτερικό(7).
III – Τα πραγματικά περιστατικά
14. Με απόφαση της 8ης Σεπτέμβριο 2000, το cour d’appel d’Amiens (Γαλλία) υποχρέωσε την εδρεύουσα στο Μόναχο (Γερμανία) εταιρία Rockinger Spezialfabrik für Anhängerkupplungen GmbH & Co. (στο εξής: Rockinger) να καταβάλει στην εδρεύουσα στο Angers (Γαλλία) εταιρία Scania Finance France SA (στο εξής: Scania) το ποσό των 615 566,72 γαλλικών φράγκων. Κατόπιν αιτήσεως της Scania, το γερμανικό δικαστήριο Landgericht München κήρυξε εκτελεστή την πιο πάνω απόφαση, η δε απόφαση του Landgericht München κοινοποιήθηκε προσηκόντως στη Rockinger στις 15 Απριλίου 2002.
15. Τον Μάιο του 2002, η Rockinger, με έφεσή της, ζήτησε από το Oberlandesgericht München να εξαφανίσει την πιο πάνω απόφαση του Landgericht München, δεδομένου ότι το δικόγραφο της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον γαλλικού δικαστηρίου δεν διαβιβάστηκε στη Rockinger με τακτική επίδοση και οδήγησε στην έκδοση αποφάσεως ερήμην της Rockinger. Η επίδοση είχε γίνει με τη γαλλική μέθοδο της remise au parquet, όπως η μέθοδος αυτή περιγράφεται στο σημείο 13 των προτάσεών μου. Μολονότι ένας Γερμανός δικαστικός υπάλληλος είχε διαβιβάσει στη Rockinger το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, η Rockinger είχε αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο για τον λόγο ότι τούτο δεν είχε μεταφραστεί στα γερμανικά. Στη συνέχεια, η Rockinger έλαβε ταχυδρομικώς το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, πάλι όμως χωρίς μετάφραση.
16. Το Oberlandesgericht München αποφάσισε να θέσει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα με αίτηση της 31ης Οκτωβρίου 2003 για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Πρώτον, πρέπει το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και το άρθρο IV, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως αυτής να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η επίδοση ενός εγγράφου σε εναγόμενο κάτοικο συμβαλλομένου κράτους άλλου από το κράτος εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως δύναται να γίνει μόνο σύμφωνα με συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κρατών μερών της Συμβάσεως των Βρυξελλών; Δεύτερον, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, πρέπει το άρθρο 12 EΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο μια εθνική ρύθμιση όπως η γαλλική ρύθμιση περί remise au parquet;
17. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν εν προκειμένω η Scania, η Rockinger, η Γερμανική, η Γαλλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
IV – Ανάλυση
Α ? Επί του παραδεκτού
18. Η Rockinger ισχυρίζεται ότι για πολλούς λόγους η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι χρήσιμη ούτε αναγκαία. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το γαλλικό δίκαιο δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη των κατά το άρθρο 683 του γαλλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας μεθόδων επιδόσεως με τις μεθόδους επιδόσεως που προβλέπει η Σύμβαση της Χάγης. Κατά τη Rockinger, το γαλλικό δίκαιο δίνει προτεραιότητα στις μεθόδους που παρατίθενται στη Σύμβαση της Χάγης. Η Rockinger θεωρεί ότι, εφόσον η Scania δεν τήρησε τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης, απλώς και μόνο για τον λόγο αυτόν έπρεπε να απορριφθεί από το γερμανικό δικαστήριο η αίτηση να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση του court d’appel d’Amiens.
19. Τα επιχειρήματα αυτά δεν με πείθουν. Κατά πάγια νομολογία, σε μια προδικαστική διαδικασία δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης ή να εξετάσει τους λόγους για τους οποίους το εθνικό δικαστήριο ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (8). Η εφαρμογή του εθνικού δικαίου είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β ? Επί του πρώτου ερωτήματος
20. Με το πρώτο ερώτημά του, το Oberlandesgericht ερωτά αν το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και το άρθρο IV, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως αυτής πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η επίδοση ενός εγγράφου σε εναγόμενο κάτοικο αλλοδαπής μπορεί να γίνει σύμφωνα μόνο με συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κρατών μερών της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
21. Όπως εξέθεσα πιο πάνω, το άρθρο 27, σημείο 2, ορίζει ότι μια δικαστική απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου δεν πρέπει να αναγνωριστεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος αν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή ανάλογο έγγραφο δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο «κανονικά» και έγκαιρα, έτσι ώστε ο τελευταίος να μπορέσει να αμυνθεί. Το υπό εξέταση ερώτημα αφορά την ορθή ερμηνεία της κατά τη διάταξη αυτή «κανονικής επιδόσεως», όπως ο όρος αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
22. Προεισαγωγικώς, θα σημειώσω ότι ούτε ο κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (9), ούτε ο κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (10), έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος των κανονισμών αυτών.
23. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Oberlandesgericht είναι το κείμενο των σχετικών διατάξεων. Εφόσον το άρθρο 27, σημείο 2, δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της «κανονικής επιδόσεως», είναι φανερό ότι εν προκειμένω σημασία έχει η διατύπωση του άρθρου IV, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών: «έγγραφα […] διαβιβάζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τις συμβάσεις και συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών» (11). Η γραμματική ερμηνεία του πιο πάνω χωρίου δείχνει ότι στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Αν τα πράγματα κοιταχτούν αβίαστα, νομίζω ότι είναι δύσκολο να δει κανείς κατά ποιον τρόπο η διάταξη αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την επίδοση εγγράφων στο εξωτερικό με άλλες μεθόδους από εκείνες τις οποίες προβλέπουν συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κρατών που είναι μέρη της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
24. Επιπλέον, η προσέγγιση αυτή συνάδει, κατ’ εμέ, με το όλο πνεύμα της Συμβάσεως των Βρυξελλών και στοιχεί με τους σκοπούς της Συμβάσεως αυτής οι οποίοι βρίσκονται πίσω από το κείμενό της.
25. Ο σκοπός του άρθρου 27, σημείο 2, είναι σαφώς να εγγυηθεί το δικαίωμα άμυνας με το να εξασφαλίσει ότι, στις περιπτώσεις που μια δικαστική απόφαση εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, ο τελευταίος είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί στο κράτος εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως. Αυτή καθ’ εαυτή, η πιο πάνω διάταξη αποκλίνει σημαντικά από το όλο πνεύμα του τίτλου III της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ο οποίος, όπως λέγει η έκθεση Jenard, «αποσκοπεί, όσο είναι δυνατό, να διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων» (12). Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Klomps ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών «αποσκοπεί στο να εξασφαλισθεί ότι μια απόφαση δεν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται βάσει της Συμβάσεως, αν δεν έχει παρασχεθεί στον εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως ενώπιον του δικαστού του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως» (13).
26. Για να εξασφαλιστεί κατά τα πιο πάνω το δικαίωμα άμυνας, το δικάζον δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει ότι πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ότι ο εναγόμενος κλητεύθηκε «κανονικά» και, δεύτερον, ότι η επίδοση έγινε εγκαίρως έτσι ώστε ο εναγόμενος να μπορέσει να αμυνθεί (14). Όπως είπα πιο πάνω, η παρούσα υπόθεση αφορά την ορθή ερμηνεία της πρώτης από τις προϋποθέσεις αυτές.
27. Το άρθρο 27, σημείο 2, αντικατοπτρίζει, όσον αφορά την αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων, την ανάλογη διάταξη του αφορώντος τη διεθνή δικαιοδοσία τίτλου II της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δηλαδή το άρθρο 20. Το άρθρο αυτό έχει όμοιο σκοπό με εκείνον του άρθρου 27, σημείο 2, δηλαδή, «σε περίπτωση ερημοδικίας, να εξασφαλίσει την έκδοση αποφάσεως από αρμόδιο δικαστήριο, και έτσι να παράσχει στον εναγόμενο τις ασφαλέστερες εγγυήσεις στην αρχική δίκη» (15). Στις περιπτώσεις που το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να διαβιβαστεί στο εξωτερικό, η εξισορρόπηση του στόχου αυτού με τον στόχο της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων επιτυγχάνεται με το άρθρο 20, τρίτο εδάφιο, το οποίο ενσωματώνει το προπαρατεθέν άρθρο 15 της Συμβάσεως της Χάγης.
28. Η ratio της υπάρξεως των διασφαλίσεων αυτών τόσο σε επίπεδο διεθνούς δικαιοδοσίας όσο και σε επίπεδο αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Lancray. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν προσπάθησε να δώσει πλήρη ορισμό της έννοιας της «κανονικής επιδόσεως» και ότι η εφαρμογή της έννοιας αυτής καθορίζεται από το δίκαιο, περιλαμβανομένων των σχετικών διεθνών συμβάσεων, που πρέπει να εφαρμόζει ο δικαστής του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως:
«[…] οι διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών, χωρίς να εναρμονίζουν τα διάφορα συστήματα επιδόσεως δικογράφων στην αλλοδαπή που ισχύουν στα κράτη μέλη, έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν στον εναγόμενο την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του. Για τον σκοπό αυτό ο έλεγχος του αν η επίδοση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου έγινε κανονικά ανατέθηκε ταυτόχρονα στον δικαστή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως και στον δικαστή του κράτους της εκτελέσεως. […] η Σύμβαση δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με το εφαρμοστέο επί του εν λόγω ελέγχου δίκαιο. Δεδομένου ότι οι διατάξεις περί της επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου συνιστούν τμήμα της δικονομίας του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, στο ερώτημα σχετικά με το κανονικόν αυτής της επιδόσεως μπορεί να δοθεί απάντηση μόνο βάσει του δικαίου που εφαρμόζεται ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διεθνών συμβάσεων» (16).
29. Το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών διαφοροποιείται κατά τι από την αρχή ότι το «κανονικόν» της επιδόσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει του δικαίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, και συγκεκριμένα κατά το ότι το άρθρο αυτό διευκρινίζει εν μέρει τις αποδεκτές μεθόδους διαβιβάσεως όταν δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα πρέπει να επιδοθούν σε πρόσωπα σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Το άρθρο αυτό προβλέπει δύο τέτοιες μεθόδους διαβιβάσεως: η πρώτη, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, είναι σύμφωνη με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις συμβάσεις και συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών (άρθρο IV, πρώτο εδάφιο) και η δεύτερη, όταν δεν υπάρχει επίσημη αντίρρηση από το κράτος στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, συνίσταται στη διαβίβαση απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων αρχών του κράτους εκδόσεως του εγγράφου και αυτών του κράτους στο οποίο βρίσκεται ο παραλήπτης (άρθρο IV, δεύτερο εδάφιο). Οι λέξεις «μπορούν επίσης» που περιέχονται στο άρθρο IV, δεύτερο εδάφιο, καθιστούν σαφές ότι οι δύο αυτές δυνατότητες απαριθμούνται περιοριστικώς.
30. Επομένως, κατά την άποψή μου, το πνεύμα και η λειτουργία του άρθρου IV θα ετίθεντο υπό αμφισβήτηση αν το άρθρο αυτό ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι προβαίνει σε ενδεικτική απαρίθμηση, δηλαδή υπό την έννοια ότι επιτρέπει άλλες μεθόδους επιδόσεως που το ίδιο δεν αναφέρει (17).
31. Θα προσθέσω ότι τούτο δεν σημαίνει ότι το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών επιτρέπει μόνον τις μεθόδους επιδόσεως που ρητώς περιγράφονται με λεπτομέρειες σε συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ συμβαλλομένων κρατών της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Νομίζω ότι είναι σαφές ότι το άρθρο αυτό επιτρέπει οποιαδήποτε μέθοδο επιδόσεως που προβλέπουν τέτοιες συμβάσεις ή συμφωνίες, ακόμη και αν ο μηχανισμός της μεθόδου αυτής δεν εκτίθεται λεπτομερώς στις πιο πάνω συμβάσεις ή συμφωνίες (18). Τούτο καταλαμβάνει, π.χ., τις «επικουρικές» μεθόδους επιδόσεως που επιτρέπονται από τα άρθρα 8 έως 10 της Συμβάσεως της Χάγης.
32. Του Oberlandesgericht έργο είναι να εκτιμήσει αν εν προκειμένω έχει εφαρμογή η μία ή η άλλη από τις δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Ειδικότερα, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να εκτιμήσει αν το γαλλικό σύστημα επιδόσεως διά remise au parquet ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Συμβάσεως της Χάγης ή αν ισχύουν οι απαιτήσεις οποιασδήποτε άλλης συμβάσεως. Εν προκειμένω, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται ρητώς, από το Πρωτόκολλο για την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, στην ερμηνεία της ίδιας της Συμβάσεως, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως και του Πρωτοκόλλου για την ερμηνεία της Συμβάσεως (19).
33. Κατά συνέπεια, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να είναι ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα που συντάσσονται σε συμβαλλόμενο κράτος για να επιδοθούν σε εναγόμενο κάτοικο άλλου συμβαλλομένου κράτους πρέπει να διαβιβαστούν είτε σύμφωνα με συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κρατών μερών της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως εκτίθεται στο άρθρο IV, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών, είτε, όταν δεν υφίσταται επίσημη αντίρρηση του κράτους στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων αρχών του κράτους εκδόσεως του εγγράφου και αυτών του κράτους στο οποίο βρίσκεται ο παραλήπτης, όπως εκτίθεται στο άρθρο IV, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Γ ? Επί του δευτέρου ερωτήματος
34. Με το δεύτερο ερώτημά του, το Oberlandesgericht ερωτά αν, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το άρθρο 12 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο μια εθνική ρύθμιση όπως η γαλλική ρύθμιση περί remise au parquet.
35. Κατόπιν της απαντήσεώς μου στο πρώτο ερώτημα, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο σημείο αυτό. Ωστόσο, θα παρατηρήσω ότι οποιαδήποτε αστική ή εμπορική δίκη όπου οι διάδικοι δεν κατοικούν στο ίδιο κράτος μπορεί ως εκ της φύσεώς της να δημιουργήσει συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου· γενικά, π.χ., κάθε ένας έχει συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη στο κράτος κατοικίας του. Οι κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών επιδιώκουν από τη φύση τους να συγκεράσουν τα συμφέροντα αυτά. Στις περιπτώσεις που η σχετική διάταξη της Συμβάσεως καθιστά –όπως στην παρούσα υπόθεση– σαφή τον συγκερασμό που επιδιώκουν οι συντάκτες της Συμβάσεως, ο σκοπός της διατάξεως αυτής, αλλά και ο στόχος της Συμβάσεως να προαχθούν η ομοιομορφία και η βεβαιότητα δικαίου (20) θα υπονομευθούν αν η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται οποτεδήποτε ο πιο πάνω συγκερασμός μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για έναν διάδικο.
V – Συμπέρασμα
36. Κατόπιν των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στα ερωτήματα του Oberlandesgericht την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και το άρθρο IV του Πρωτοκόλλου της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 που προσαρτάται στη Σύμβαση αυτή πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα που συντάσσονται σε συμβαλλόμενο κράτος για να επιδοθούν σε εναγόμενο κάτοικο άλλου συμβαλλομένου κράτους πρέπει να διαβιβαστούν:
– σύμφωνα με συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κρατών μερών της πιο πάνω Συμβάσεως, όπως εκτίθεται στο άρθρο IV, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως αυτής, ή
– ελλείψει επίσημης αντιρρήσεως του κράτους στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων αρχών του κράτους εκδόσεως του εγγράφου και αυτών του κράτους στο οποίο βρίσκεται ο παραλήπτης, όπως εκτίθεται στο άρθρο IV, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της πιο πάνω Συμβάσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.
3 – Cmnd 3986, TS 50 (1969)· στο εξής: Σύμβαση της Χάγης.
4 – Άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Χάγης.
5 – Άρθρα 8 έως 10 της Συμβάσεως της Χάγης.
6 – Κατά την κύρωση της Συμβάσεως της Χάγης, η Γερμανική Κυβέρνηση δήλωσε ότι στην ημεδαπή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν οι κατά το άρθρο 10 μέθοδοι επιδόσεως, και συγκεκριμένα η ταχυδρομική αποστολή δικαστικών εγγράφων απ’ ευθείας σε πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό· η επίδοση δικαστικών εγγράφων απ’ ευθείας από δικαστικούς υπαλλήλους ή άλλα αρμόδια πρόσωπα του κράτους προελεύσεως μέσω δικαστικών υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους προορισμού και η επίδοση, από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει σχέση με δικαστική διαδικασία, δικαστικών εγγράφων απ’ ευθείας μέσω δικαστικών υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους προορισμού.
7 – Η Επιτροπή σημείωσε με τις παρατηρήσεις της ότι κοινοποίηση μέσω «remise au parquet» προβλέπεται επίσης στο βελγικό, στο ολλανδικό και στο λουξεμβουργιανό δίκαιο.
8 – Βλ., π.χ., την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683).
9 – ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.
10 – ΕΕ 2000, L 160, σ. 37.
11 – Η έμφαση δική μου. Βλ. επίσης το ολλανδικό και το γαλλικό κείμενο του άρθρου αυτού («De gerechtelijke en buitengerechterlijke stukken, opgemaakt op het grondgebied van een verdragsluitende staat, die medegedeeld of betekend moeten worden aan personen die zich op het grondgebied van een andere verdragsluitende staat bevinden, worden toegezonden op de wijze al is bepaald in tussen de verdragsluitende staten gesloten verdragen of overeenkomsten»· «Les actes judiciaires et extrajudiciaires dressés sur le territoire d’un État contractant et qui doivent être notifiés ou signifiés à des personnes se trouvant sur le territoire d’un autre État contractant sont transmis selon les modes prévus par les conventions ou accords conclus entre les États contractants»).
12 – Έκθεση σχετικά με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: έκθεση Jenard) (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29, και συγκεκριμένα σ. 70).
13 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 166/80 (Συλλογή 1981, σ. 1593, σκέψη 9).
14 – Αυτόθι, σκέψη 15.
15 – Έκθεση Jenard (προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 12, σ. 67).
16 – Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1990, C-305/88 (Συλλογή 1990, σ. I-2725, σκέψεις 28 και 29). Βλ. επίσης την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, 228/81, Pendy Plastic (Συλλογή 1982, σ. 2723, σκέψη 13).
17 – Βλ. επίσης την απόφαση Philips κατά Symes [2002] 1 WLR 853, ως απόφαση αγγλικού δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ότι η επίδοση πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπει το άρθρο IV όταν ο ενάγων επιδίδει διαδικαστικό έγγραφο δίκης ενώπιον δικαστηρίου ενός συμβαλλομένου κράτους σε εναγόμενο κάτοικο άλλου συμβαλλομένου κράτους.
18 – Βλ. επίσης την απόφαση Thierry Noirhomme κατά David Walklater [1992] 1 Lloyd’s Rep, ως απόφαση αγγλικού δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ότι το άρθρο IV επιτρέπει όλες τις μεθόδους διαβιβάσεως εγγράφων στο εξωτερικό τις οποίες αναφέρουν συμβάσεις σχετικές με τη διαβίβαση, και όχι μόνο τις μεθόδους που διευκρινίζονται από τις ίδιες τις συμβάσεις αυτές.
19 – Πρώτο Πρωτόκολλο για την ερμηνεία της Συμβάσεως του 1968 από το Δικαστήριο (παγιωμένη μορφή) (ΕΕ 1998, C 27, σ. 28).
20 – Βλ., π.χ., την απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-432/93, SISRO (Συλλογή 1995, σ. I-2269).
Full & Egal Universal Law Academy