Υπόθεση C-13/03 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Tetra Laval BV
«Αναίρεση – Ανταγωνισμός – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89 – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η έλλειψη νομιμότητας αποφάσεως διατάσσουσας τον χωρισμό επιχειρήσεων, ως συνέπεια της ελλείψεως νομιμότητας προγενέστερης αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο μιας συγκεντρώσεως προς την κοινή αγορά»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 25ης Μαΐου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 15ης Φεβρουαρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Αναίρεση – Αντικείμενο – Ακύρωση αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία διαπιστώθηκε η έλλειψη νομιμότητας αποφάσεως διατάσσουσας τον χωρισμό επιχειρήσεων, ως συνέπεια της ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο της συγκεντρώσεως των επίδικων επιχειρήσεων προς την κοινή αγορά – Άνευ αντικειμένου λόγω της απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε η έλλειψη νομιμότητας της διαπιστώνουσας το ασυμβίβαστο αποφάσεως – Κατάργηση της δίκης
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 49)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως)
της 15ης Φεβρουαρίου 2005 (*)
«Αναίρεση – Ανταγωνισμός – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89 – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η έλλειψη νομιμότητας αποφάσεως διατάσσουσας τον χωρισμό επιχειρήσεων, ως συνέπεια της ελλείψεως νομιμότητας προγενέστερης αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο μιας συγκεντρώσεως προς την κοινή αγορά»
Στην υπόθεση C-13/03 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ασκηθείσα στις 8 Ιανουαρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Petite, A. Whelan και P. Hellström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
Tetra Laval BV, με έδρα το Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τους A. Vandencasteele, D. Waelbroeck και Μ. Johnsson, avocats, καθώς και από τους A. Weitbrecht και S. Völcker, Rechtsanwälte,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα, C. W. A. Timmermans, A. Rosas (εισηγητή), προέδρους τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, R. Schintgen, N. Colneric, S. von Bahr και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: L. Hewlett, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβανομένης υπόψη της έγγραφης διαδικασίας και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Ιανουαρίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Οκτωβρίου 2002, Τ-80/02, Tetra Laval BV κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-4519, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση 2004/103/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2002, για τη λήψη μέτρων προς αποκατάσταση του ουσιαστικού ανταγωνισμού, η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου (υπόθεση COMP/Μ.2146 – Tetra Laval/Sidel) (ΕΕ 2004, L 38, σ. 1, στο εξής: απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων).
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89
2 Το άρθρο 8, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 1990, L 257, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 180, σ. 1, στο εξής: κανονισμός) ορίζει τα εξής:
«3. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι μια συγκέντρωση πληροί το κριτήριο του άρθρου 2, παράγραφος 3, εκδίδει απόφαση με την οποία η εν λόγω συγκέντρωση κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
4. Σε περίπτωση που έχει ήδη πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει, με απόφαση που λαμβάνεται βάσει της παραγράφου 3 ή με χωριστή απόφαση, είτε τον διαχωρισμό των επιχειρήσεων ή των στοιχείων του ενεργητικού που συγκεντρώθηκαν είτε την παύση του κοινού ελέγχου ή κάθε άλλη κατάλληλη ενέργεια, προκειμένου να αποκατασταθεί ο ουσιαστικός ανταγωνισμός.»
Οι αποφάσεις της Επιτροπής
3 Στις 30 Οκτωβρίου 2001 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2004/124/EΚ, περί της κηρύξεως μιας πράξεως συγκεντρώσεως ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά και τη συμφωνία για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/M. 2416 – Tetra Laval/Sidel) (ΕΕ 2004, L 43, σ. 13, στο εξής: απόφαση περί ασυμβιβάστου»).
4 Στις 30 Ιανουαρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση περί χωρισμού των εταιριών, διατάσσοντας μέτρα για την αποκατάσταση του ουσιαστικού ανταγωνισμού, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού. Με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής, η οποία κοινοποιήθηκε στην Tetra Laval BV στις 4 Φεβρουαρίου 2002 (στο εξής: Tetra), η Επιτροπή διέταξε την εκ μέρους της εταιρίας αυτής πώληση των μετοχών της Sidel SA και όρισε τις λεπτομέρειες πραγματοποιήσεως του εν λόγω χωρισμού.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Ιανουαρίου 2002, η Tetra άσκησε προσφυγή, πρωτοκολληθείσα με αριθμό T-5/02, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου.
6 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Μαρτίου 2002, η Tetra άσκησε δεύτερη προσφυγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων.
7 Με την από 25 Οκτωβρίου 2002 απόφαση επί της υποθέσεως T-5/02, Tetra Laval κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑4381, στο εξής: εκδοθείσα επί της υποθέσεως T-5/02 απόφαση), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση περί ασυμβιβάστου.
8 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
9 Με τις σκέψεις 36 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«36 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, καταρχάς, ότι από την οικονομία του κανονισμού, και ειδικότερα της αιτιολογικής σκέψεως 16, προκύπτει ότι ο σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 4, είναι να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει όλες τις αποφάσεις που απαιτούνται για την αποκατάσταση του ουσιαστικού ανταγωνισμού. Οσάκις, όπως εν προκειμένω, η πράξη συγκεντρώσεως πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού, ο χωρισμός των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η εν λόγω πράξη αποτελεί τη λογική συνέπεια της αποφάσεως που κηρύσσει τη συγκέντρωση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
37 Η λήψη πάντως αποφάσεως διατάσσουσας τον χωρισμό επιχειρήσεων σε χρόνο μεταγενέστερο της λήψεως αποφάσεως με την οποία μια συγκέντρωση κηρύσσεται ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά προϋποθέτει ότι η δεύτερη αυτή απόφαση είναι έγκυρη. Δεδομένου ότι ο σκοπός της λήψεως αποφάσεως διατάσσουσας τον χωρισμό των επιχειρήσεων κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού είναι η αποκατάσταση του ουσιαστικού ανταγωνισμού, που παρακωλύεται λόγω μιας συγκεντρώσεως κηρυχθείσας ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά, είναι σαφές ότι το κύρος της εξαρτάται από το κύρος της αποφάσεως που απαγορεύει τη συγκέντρωση και, κατά συνέπεια, ότι η ακύρωση της τελευταίας αυτής αποφάσεως της στερεί κάθε νομική βάση.
38 Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί και το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού, η πώληση [μεριδίου που αποκτήθηκε] στο πλαίσιο συγκεντρώσεως μπορεί να διαταχθεί στο πλαίσιο της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου που εκδόθηκε κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3.
39 Περαιτέρω, το συμπέρασμα αυτό δεν θίγεται από την εκ μέρους της Επιτροπής παραπομπή στην απόφαση [του Δικαστηρίου, της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 193/86, 99/86 και 215/86, Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψεις 30 και 32, στο εξής: απόφαση Αστερίς]. Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε με την εν λόγω απόφαση το “αναδρομικ[ό] αποτ[έλεσμα] που προσδίδεται στις ακυρωτικές αποφάσεις” (σκέψη 30). Δεύτερον, η απόφαση Αστερίς αφορούσε, ειδικότερα, τα αποτελέσματα που συνεπαγόταν η ακύρωση ενός κανονισμού, το πεδίο εφαρμογής του οποίου περιοριζόταν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, για κάθε μεταγενέστερη διάταξη κανονισμού της οποίας το περιεχόμενο ταυτιζόταν με αυτό της διατάξεως που κηρύχθηκε παράνομη. Επομένως, η εν λόγω απόφαση αφορά την έκταση της υποχρεώσεως εκτελέσεως της οικείας ακυρωτικής αποφάσεως, η οποία απορρέει από το άρθρο 233 ΕΚ και βαρύνει το κοινοτικό όργανο που εκδίδει τους οικείους κανονισμούς.
40 Εν προκειμένω όμως, αντιθέτως προς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Αστερίς, δεν πρόκειται περί κανονισμών των οποίων οι διατάξεις ταυτίζονται, αλλά περί προγενέστερης αποφάσεως περί χωρισμού επιχειρήσεων, η οποία περιορίζεται στην εκτέλεση της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου. Το γεγονός ότι, κατά την έκδοση της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων, η εν λόγω απόφαση περί ασυμβιβάστου δεν ακυρώθηκε δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να στερήσει από τη μεταγενέστερη ακύρωση το αναδρομικό της αποτέλεσμα.
41 Πάντως, με την απόφαση Τ-5/02, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση περί ασυμβιβάστου […]
42 Λαμβανομένου υπόψη ότι η έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου συνεπάγεται την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων, η παρούσα προσφυγή περί ακυρώσεως της τελευταίας αυτής αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτή, οπότε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα.
43 Κατά συνέπεια, η απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων ακυρώνεται.»
Η αίτηση αναιρέσεως
10 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή άσκησε, σύμφωνα με τα άρθρα 225 ΕΚ και 49, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
11 Προς στήριξη της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν η αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως ευδοκιμούσε, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα στηριζόταν επί εσφαλμένης από νομικής απόψεως βάσεως, ήτοι επί της ακυρώσεως της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου. Στο μέτρο δηλαδή που η ακύρωση από το Πρωτοδικείο της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου αποτέλεσε τον μοναδικό λόγο για την εκ μέρους του ακύρωση της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων, η αναίρεση της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως, με την οποία ακυρώθηκε η πρώτη απόφαση, συνεπάγεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ακυρώθηκε η δεύτερη απόφαση.
12 Συνεπώς, η Επιτροπή διατείνεται ότι, αν, λαμβανομένων υπόψη των διεξοδικώς εκτιθέμενων στην αίτησή της αναιρέσεως της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T‑5/02 αποφάσεως, αναιρεθεί η απόφαση αυτή, τότε πρέπει, επίσης, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
13 Η Tetra υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τις επιταγές του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, στην αίτηση αναιρέσεως δεν εκτίθενται οι στρεφόμενοι κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως νομικοί λόγοι και ισχυρισμοί.
14 Η Tetra υποστηρίζει, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ούτε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβαίνει το κοινοτικό δίκαιο ούτε ότι το σκεπτικό του Πρωτοδικείου ή το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως βαρύνονται με πλάνη περί το δίκαιο. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι, κατά την Επιτροπή, δεν βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά η εκδοθείσα επί της υποθέσεως T‑5/02 απόφαση.
15 Επικουρικώς, η Tetra υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι βάσιμη και ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως, αυτό δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
16 Η Tetra υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν έχει συμφέρον από την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η έλλειψη συμφέροντος προκύπτει, αφενός, από το ότι η απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων είναι, αφ’ εαυτής, αμφιβόλου ορθότητας, δεδομένου ότι τα εκτελεστικά μέτρα που διατάσσει, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών που τάσσει, έχουν πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Αφετέρου, στην Επιτροπή απόκειται, εφόσον παραστεί ανάγκη, να εκδώσει νέα απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού, προσαρμοσμένη στη διαμορφωθείσα κατάσταση.
17 Δεύτερον, η παρούσα αίτηση αναιρέσεως εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι, αν ευδοκιμήσει η αναίρεση στο πλαίσιο της υποθέσεως C-12/03 P, το Δικαστήριο θα αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην περίπτωση αυτή:
– είτε το Δικαστήριο θα αναπέμψει την υπόθεση C-12/03 P στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου· αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η τελική απόφαση επί της παρούσας υποθέσεως εξαρτάται από την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση C-12/03 P, δεν μπορεί να αποφανθεί επί της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς να γνωρίζει την τελική απόφαση του Πρωτοδικείου επί της υποθέσεως C-12/03 P· συνεπώς, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναπέμψει και την παρούσα υπόθεση στο Πρωτοδικείο·
– είτε το Δικαστήριο θα αποφασίσει να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς στην υπόθεση C-12/03 P· η Tetra εκτιμά, ωστόσο, ότι, στην περίπτωση αυτή, η παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί σχετικώς. Πράγματι, η Tetra ανέπτυξε, ενώπιον του Πρωτοδικείου, πολλούς λόγους ακυρώσεως της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων, αλλά το Πρωτοδικείο απεφάνθη επί ενός μόνον εξ αυτών.
18 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το αίτημά της περί αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν στηρίζεται στα επιχειρήματα που προέβαλε με την αίτησή της αναιρέσεως της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως, αλλά στο ότι η αναίρεση της αποφάσεως αυτής θα ανέτρεπε τη νομική υπόθεση επί της οποίας στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που στηρίζεται σε προδήλως άκυρη πράξη, βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το κύρος και τη δυνατότητα εφαρμογής της, ανεξαρτήτως των λόγων ακυρότητας, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποδειχθούν στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας. Λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως σαφώς διευκρινίστηκε στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, η παρούσα αίτηση αναιρέσεως είναι, κατά την άποψη της Επιτροπής, παραδεκτή.
19 Η Επιτροπή, απαντώντας στο επιχείρημα ότι η απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων στερείται πλέον αντικειμένου, υποστηρίζει ότι η ενδεχόμενη ανάγκη τροποποιήσεως μιας πράξεως που, μεταξύ άλλων, τάσσει ορισμένες προθεσμίες και της οποίας η εφαρμογή καθυστέρησε λόγω της ασκήσεως προσφυγής δεν αποτελεί λόγο εγκαταλείψεως ή μη προβολής βάσιμων επιχειρημάτων δυνάμενων να οδηγήσουν, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, στην αναίρεση αποφάσεως ακυρωτικής μιας τέτοιας πράξεως. Το κύρος της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα τις συνθήκες που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, η δε Επιτροπή θα λάβει όλα τα αναγκαία για την εξασφάλιση της νόμιμης εφαρμογής της μέτρα, στην περίπτωση που ο κοινοτικός δικαστής κρίνει τελικώς ότι εκδόθηκε εγκύρως η απόφαση αυτή.
20 Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναίρεση της εκδοθείσας επί της υποθέσεως T-5/02 αποφάσεως αρκεί να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η αναίρεση θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα ακόμη και αν η παρούσα υπόθεση αναπεμπόταν προς περαιτέρω εξέταση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή με την αίτησή της αναιρέσεως προκύπτει ότι η παρούσα αίτηση αναιρέσεως έχει αντικείμενο μόνον εφόσον το Δικαστήριο αναιρέσει την εκδοθείσα επί της υποθέσεως T-5/02 απόφαση, κατά της οποίας εστράφη η Επιτροπή με την αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπό σημερινή ημερομηνία απόφαση C-12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval (Συλλογή 2005, σ. Ι‑987).
22 Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που ακύρωσε την απόφαση περί ασυμβιβάστου.
23 Κατά συνέπεια, η παρούσα αναίρεση πρέπει να κηρυχθεί άνευ αντικειμένου, παρέλκει δε η εξέταση των περί απαραδέκτου επιχειρημάτων της Tetra.
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του. Δεδομένου ότι η παρούσα αίτηση αναιρέσεως κατέστη άνευ αντικειμένου κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή στο πλαίσιο της υποθέσεως C-12/03 P, στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Tetra Laval, με την οποία καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
2) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy