Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-30/03,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Braga da Cruz και C. Giolito, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγουσα,
κατά
Instituto Tecnolσgico para a Europa Comunitαria (ITEC), ιδιωτικού ιδρύματος με έδρα τη Λισσαβώνα (Πορτογαλία),
εναγομένου,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 238 ΕΚ, για την επιστροφή ποσού 26 105,97 ευρώ που κατέβαλε η Επιτροπή στο εναγόμενο στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμβάσεως PRO 036, πλέον τόκων υπερημερίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, F. Macken και J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού έλαβε υπόψη την απόφαση να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, τον οποίο άκουσε προηγουμένως,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας βασιζομένης στο άρθρο 238 ΕΚ, αγωγή κατά του ιδιωτικού ιδρύματος ερευνών Instituto Tecnolσgico para a Europa Comunitαria (ITEC) (στο εξής: ITEC), με αντικείμενο την επιστροφή κεφαλαίου 26 105,97 ευρώ που είχε προκαταβάλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως PRO 036 (στο εξής: σύμβαση), πλέον τόκων υπερημερίας 3 432,04 ευρώ, υπολογιζομένων με επιτόκιο 5,25 % από τις 31 Δεκεμβρίου 2002, ήτοι συνολικού ποσού 29 538,01 ευρώ, στο οποίο πρέπει να προστεθούν τόκοι 3,75 ευρώ, με το ίδιο επιτόκιο, για κάθε νέα ημέρα καθυστερήσεως από τις 31 Δεκεμβρίου 2002 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο
2 Την 1η Ιουλίου 1997, η Ευρωπαϋκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε την ως άνω σύμβαση με το ITEC, ως συντονιστή, το CPIN - Centro Promotor de Inovaηγo e Negσcios, τη NET - Novas Empresas e Tecnologias, το CIEBI - Centro de Inovaηγo Empresarial da Beira Interior και το CEIA - Centro de Inovaηγo Empresarial do Alentejo.
3 Η σύμβαση προέβλεπε την εκτέλεση σχεδίου έρευνας αποκαλούμενου «TEC+», με χρηματοδοτική συνδρομή της Κοινότητας, στο πλαίσιο της αποφάσεως 94/917/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση ειδικού προγράμματος για τη διάδοση και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της επίδειξης (1994-1998) (ΕΕ L 361, σ. 101).
4 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμβάσεως, το σχέδιο είχε διάρκεια 18 μηνών από την 1η Αυγούστου 1997.
5 Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της συμβάσεως, η Επιτροπή δεσμευόταν να συνδράμει οικονομικά για την ορθή εκτέλεση του σχεδίου, του οποίου τα συνολικά επιλέξιμα έξοδα είχαν υπολογιστεί σε 555 590 ECU και, βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, η συνδρομή αυτή μπορούσε να καλύψει μέχρι το 75 % του συνόλου των επιλέξιμων εξόδων ή, ενδεχομένως, να ανέλθει στο 100 % των πρόσθετων εξόδων μέχρι ποσού 327 795 ECU.
6 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως, η καταβολή της συνδρομής της Επιτροπής έπρεπε να πραγματοποιηθεί ως εξής:
- αρχική προκαταβολή 81 949 ECU, καταβλητέα εντός των δύο μηνών μετά την τελευταία υπογραφή των συμβαλλομένων μερών·
- περιοδικές καταβολές εντός δύο μηνών από την έγκριση των ενδιάμεσων εκθέσεων και των αντίστοιχων καταστάσεων εξόδων, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό ποσό της αρχικής προκαταβολής και των περιοδικών καταβολών δεν θα υπερέβαινε το 75 % του ανώτατου προβλεπόμενου ποσού για τη χρηματοδοτική συνδρομή της Επιτροπής για το σχέδιο·
- το υπόλοιπο της συνολικής συνδρομής (25 %) εντός δύο μηνών από την έγκριση της τελευταίας εκθέσεως, και της καταστάσεως εξόδων της τελικής περιόδου.
7 Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της συμβάσεως προέβλεπε ότι όλες οι εκ μέρους της Επιτροπής πληρωμές πραγματοποιούνταν μέσω του συντονιστή του σχεδίου, ο οποίος είχε επιπλέον την υποχρέωση να μεταβιβάσει πάραυτα το ποσό κάθε πληρωμής στον συμβαλλόμενο αποδέκτη.
8 Βάσει των άρθρων 1, παράγραφος 4, και 3, παράγραφος 1, της συμβάσεως, το ITEC, ως συντονιστής, είναι ο μοναδικός συνομιλητής της Επιτροπής όσον αφορά τη διαβίβαση όλων των σχετικών με τη σύμβαση εγγράφων, ο οποίος δεσμεύεται επίσης να υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις κάθε έξι μήνες από την έναρξη εκτελέσεως της συμβάσεως, συνοδευόμενες από καταστάσεις εξόδων, καθώς και τελική έκθεση εντός των δύο μηνών που ακολουθούν τη λήξη της συμβάσεως.
9 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται, στην περίπτωση που η συνολική χρηματοδοτική συνδρομή για το σχέδιο είναι κατώτερη του συνολικού ποσού των πραγματοποιηθεισών πληρωμών, να επιστρέψουν αμέσως τη διαφορά στην Επιτροπή.
10 Βάσει του άρθρου 12 της συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να υποβάλλουν στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων κάθε διαφορά σχετική με το κύρος, την εκτέλεση και την ερμηνεία της συμβάσεως που, δυνάμει του άρθρου της 10, διέπεται από το λουξεμβουργιανό δίκαιο.
11 Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση, η Επιτροπή πραγματοποίησε στο ITEC τις ακόλουθες πληρωμές:
- 81 949 ECU τον Ιούλιο του 1997, ως αρχική προκαταβολή·
- 44 778,02 ECU τον Μάρτιο του 1998, κατόπιν υποβολής, στις 20 Μαρτίου 1998, της καταστάσεως των εξόδων για την περίοδο από 1ης Αυγούστου 1997 μέχρι 31 Ιανουαρίου 1998·
- 42 554,99 ECU, τον Νοέμβριο του 1998, κατόπιν υποβολής, στις 30 Αυγούστου 1999, της καταστάσεως των εξόδων για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου 1998 μέχρι 31 Ιουλίου 1998·
- 46 901,21 ECU τον Απρίλιο του 1999, κατόπιν υποβολής, στις 27 Φεβρουαρίου 1999, της καταστάσεως των εξόδων για την περίοδο από 1ης Αυγούστου 1998 μέχρι 31 Ιανουαρίου 1999.
12 Προκειμένου να δικαιολογήσει την αρχική προκαταβολή της Επιτροπής, το ITEC υπέβαλε, στις 24 Σεπτεμβρίου 1999, την 4η περιοδική έκθεση για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου 1999 μέχρι 31 Μαρτίου 1999, για την οποία η συνδρομή που ζητήθηκε από την Επιτροπή ανερχόταν σε 55 843,03 ECU.
13 Συνεπώς, η Επιτροπή κατέβαλε στο ITEC ως αρχική προκαταβολή 81 949 ECU, ενώ έπρεπε να καταβάλει μόνον 55 843,03 ECU.
14 Στις 27 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή απηύθυνε στο ITEC έγγραφο, ενημερώνοντάς το ότι έπρεπε να επιστρέψει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό που του είχε καταβάλει η Επιτροπή, το οποίο ανερχόταν σε 26 105,97 ECU.
15 Ακολούθως, η Επιτροπή εξέδωσε κατά του ITEC, στις 15 Μαου 2000, το χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3240202551 για 26 105,97 ECU, πληρωτέο μέχρι 30 Ιουνίου 2000. Υπό την επικεφαλίδα «[ό]ροι πληρωμής», η Επιτροπή ανέφερε ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, θα οφείλονταν τόκοι υπερημερίας, με το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϋκή Κεντρική Τράπεζα για τις πράξεις αναχρηματοδοτήσεως σε ευρώ τον Ιούνιο του 2000, αυξημένου κατά 1,5 μονάδα. Προέβη σε δύο οχλήσεις στις 29 Ιανουαρίου και στις 14 Μαου 2001.
16 Στις 14 Δεκεμβρίου 2001, το ITEC απέστειλε στην Επιτροπή τηλεαντίγραφο δηλώνοντας το ενδιαφέρον του για την εξεύρεση λύσεως στο πρόβλημα αυτό.
17 Δεδομένου ότι το ITEC δεν ικανοποίησε το αίτημα αυτό, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα αγωγή.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
18 Σύμφωνα με το άρθρο 238 ΕΚ και την απόφαση 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για την ίδρυση Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να αποφαίνεται, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας, επί αγωγών που ασκεί ένα από τα θεσμικά όργανα.
19 Το δικόγραφο αγωγής της Επιτροπής κοινοποιήθηκε νομοτύπως στο ITEC. Δεδομένου ότι το ITEC δεν υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να δεχθεί τα αιτήματά της, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
20 Το ITEC, μολονότι κλήθηκε νομοτύπως, δεν υπέβαλε εμπροθέσμως υπόμνημα αντικρούσεως, υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να εκδικάσει την υπόθεση ερήμην του. Δεδομένου ότι το παραδεκτό της αγωγής είναι αναμφίβολο, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να εξακριβώσει αν τα αιτήματα της ενάγουσας φαίνονται βάσιμα.
21 Η Επιτροπή ζητεί να υποχρεωθεί το ITEC:
- να καταβάλει στην ενάγουσα 29 538,01 ευρώ, ήτοι κεφάλαιο 26 105,97 ευρώ και τόκους υπερημερίας 3 432,04 ευρώ, παραχθέντες μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002, προς 5,25 %·
- να καταβάλει τόκους 3,75 ευρώ ημερησίως, τρέχοντες από τις 31 Δεκεμβρίου 2002, με το ίδιο επιτόκιο μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως·
- να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα.
Επί της επιστροφής μέρους της προκαταβολής
22 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται, στην περίπτωση που η συνολική χρηματοδοτική συνδρομή για το σχέδιο είναι κατώτερη του συνολικού ποσού των πραγματοποιηθεισών πληρωμών, να επιστρέψουν αμέσως τη διαφορά στην Επιτροπή.
23 Από τα πληροφοριακά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει, αφενός, ότι το ITEC έλαβε συνολικά 216 183,22 ECU και, αφετέρου, ότι, βάσει των διαφόρων καταστάσεων εξόδων που υπέβαλε, η συνολική συνδρομή της Επιτροπής έπρεπε να ανέρχεται μόνο σε 190 077,25 ECU.
24 Επομένως, τα αιτήματα της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτά όσον αφορά την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού των 26 105,97 ECU.
Επί των τόκων
25 Στο χρεωστικό σημείωμα που εκδόθηκε κατά του ITEC, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το ποσό αυτό έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 30 Ιουνίου 2000 και ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, θα οφείλονταν τόκοι υπερημερίας με το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϋκή Κεντρική Τράπεζα για τις πράξεις αναχρηματοδοτήσεως σε ευρώ τον Ιούνιο του 2000, αυξημένου κατά 1,5 μονάδα.
26 Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, δεν προβλέπει την προσαύξηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος από την Επιτροπή ποσού προς το ITEC με τόκους υπερημερίας.
27 Δεδομένου ότι η σύμβαση δεν προέβλεπε την καταβολή τόκων και διέπεται από το λουξεμβουργιανό δίκαιο, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 1153 του λουξεμβουργιανού αστικού κώδικα, κατά το οποίο, «στις ενοχές που περιορίζονται στην καταβολή ορισμένου ποσού, η αποζημίωση που προκύπτει από την καθυστέρηση της εκπληρώσεως συνίσταται μόνο στην υποχρέωση καταβολής των νομίμων τόκων [...]. Ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει την αποζημίωση αυτή χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ζημία. Καθίσταται απαιτητή αφότου υπάρξει όχληση, εκτός εάν προβλέπεται αυτεπάγγελτα από τον νόμο [...].»
28 Εφόσον η Επιτροπή απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως προς το ITEC, βασίμως ζητεί την καταβολή τόκων υπερημερίας, με το ισχύον στο λουξεμβουργιανό δίκαιο επιτόκιο, από τις 30 Ιουνίου 2000.
29 Ο κανονισμός του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου της 21ης Ιανουαρίου 2000 (Mιmorial A 2000, σ. 282), όρισε το νόμιμο επιτόκιο για το 2000 σε 5 %. Το επιτόκιο αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 (Mιmorial A 2000, σ. 3290), που το όρισε σε 5,75 % για το 2001. Όσον αφορά τα έτη 2002 και 2003, οι κανονισμοί του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου της 21ης Ιανουαρίου 2002 και της 24ης Ιανουαρίου 2003 (Mιmorial A 2002, σ. 255, και Α 2003, σ. 380), όρισαν το επιτόκιο αυτό σε 5 %.
30 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), πρέπει να αντικατασταθεί η αναφορά στο ECU με την αναφορά στο ευρώ, με αναλογία ενός ευρώ προς ένα ECU.
31 Κατά συνέπεια, το ITEC πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 26 105,97 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας με το προβλεπόμενο στο λουξεμβουργιανό δίκαιο επιτόκιο, υπολογιζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου της 21ης Ιανουαρίου και 22ας Δεκεμβρίου 2000, της 21ης Ιανουαρίου 2002 και της 24ης Ιανουαρίου 2003, μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως του χρέους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το ITEC ηττήθηκε και υπήρχε σχετικό αίτημα της Επιτροπής, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει το Instituto Tecnolσgico para a Europa Comunitαria (ITEC) να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 26 105,97 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας με το προβλεπόμενο στο λουξεμβουργιανό δίκαιο επιτόκιο, υπολογιζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου της 21ης Ιανουαρίου και 22ας Δεκεμβρίου 2000, της 21ης Ιανουαρίου 2002 και της 24ης Ιανουαρίου 2003, μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως του χρέους.
2) Καταδικάζει το Instituto Tecnolσgico para a Europa Comunitαria (ITEC) στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy