Υπόθεση C-65/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 12 ΕΚ, 149 ΕΚ και 150 EΚ – Δίπλωμα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως αποκτηθέν σε άλλο κράτος μέλος – Πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγένειας – Πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση – Διαφορετικοί όροι για τους κατόχους διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως αποκτηθέντων στα άλλα κράτη μέλη – Δεν επιτρέπονται
(Άρθρο 12 EΚ, 149 EΚ και 150 EΚ)
Το κράτος μέλος που δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι κάτοχοι διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως αποκτηθέντων σε άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τα πρόσωπα στα οποία χορηγήθηκε το πιστοποιητικό ανωτάτου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (CESS) εντός του οικείου κράτους μέλους ενεργεί κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 12 ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 149 ΕΚ και 150 ΕΚ.
(βλ. σκέψη 31 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 1ης Ιουλίου 2004(1)
Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 12 ΕΚ, 149 ΕΚ και 150 EΚ – Δίπλωμα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως αποκτηθέν σε άλλο κράτος μέλος – Πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση
Στην υπόθεση C-65/03,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον D. Martin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από την A. Snoecx,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα διπλώματα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που χορηγήθηκαν από άλλα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα του Βελγίου υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους κατόχους του πιστοποιητικού ανώτατου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (CESS), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12 ΕΚ, 149 ΕΚ και 150 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen και N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι κάτοχοι διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που χορηγήθηκαν από άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα του Βελγίου υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους κατόχους του πιστοποιητικού ανώτατου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (στο εξής: CESS), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12 ΕΚ, 149 ΕΚ και 150 ΕΚ.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
3 Το άρθρο 149, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ ορίζει:
«1. Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία.
2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο:
[…]
– να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών,
[…]»
4 Το άρθρο 150 ΕΚ ορίζει τα εξής:
1. Η Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.
2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο:
[…]
– να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων,
[…]»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5 Το άρθρο 1, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Ιουλίου 1971, περί του καθορισμού των όρων και της διαδικασίας αναγνωρίσεως ισοτιμίας των αλλοδαπών πτυχίων και πιστοποιητικών σπουδών (Moniteur belge της 5ης Αυγούστου 1971, σ. 9254, στο εξής: διάταγμα του 1971), ορίζει:
«Η αναγνώριση ισοτιμίας διπλωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου της 19ης Μαρτίου 1971 επ’ ουδενί συνεπάγεται:
[…]
(b) παροχή στον κάτοχο διπλώματος ή πιστοποιητικού δυνατότητας πραγματοποιήσεως σπουδών στις οποίες δεν έχει πρόσβαση στη χώρα εντός της οποίας χορηγήθηκε το δίπλωμα ή το πιστοποιητικό.»
6 Η από 3 Απριλίου 2003 απόφαση της κυβερνήσεως της γαλλικής κοινότητας, με την οποία τροποποιήθηκε το διάταγμα του 1971 (Moniteur belge της 16ης Μαΐου 2003, στο εξής: απόφαση της 3ης Απριλίου 2003, περί τροποποιήσεως του διατάγματος του 1971), προσέθεσε στο άρθρο 1, στοιχείο b, του διατάγματος του 1971 την ακόλουθη φράση: «Το στοιχείο b δεν ισχύει πάντως για τους τίτλους που χορηγούνται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως».
7 Το άρθρο 2 της από 17 Μαΐου 1999 αποφάσεως της κυβερνήσεως της γαλλικής κοινότητας, για τον καθορισμό της ισοτιμίας ορισμένων αλλοδαπών τίτλων δευτεροβάθμιων σπουδών και του εγκεκριμένου πιστοποιητικού ανώτατου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (Moniteur belge της 25ης Σεπτεμβρίου 1999, στο εξής: απόφαση του 1999), ορίζει τα εξής:
«Τα λουξεμβουργιανά διπλώματα δευτεροβάθμιων σπουδών που έχουν χορηγηθεί, βάσει του νέου συστήματος, από το σχολικό έτος 1993-1994 και εφεξής και περιέχουν μία από τις ακόλουθες αναφορές:
[…]
κηρύσσονται ισότιμα προς το εγκεκριμένο πιστοποιητικό ανώτατου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.»
8 Η από 3 Απριλίου 2003 απόφαση της κυβερνήσεως της γαλλικής κοινότητας, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως του 1999 (Moniteur belge της 15ης Μαΐου 2003, σ. 26497, στο εξής: απόφαση της 3ης Απριλίου 2003, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως του 1999), κατάργησε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 2 της αποφάσεως του 1999.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
9 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι διατάξεις του διατάγματος του 1971 περί της ακαδημαϊκής αναγνωρίσεως των τίτλων και των διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως καθώς και η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα αντέβαιναν στα άρθρα 12 ΕΚ, 149 ΕΚ και 150 ΕΚ, κίνησε τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως. Αφού ζήτησε από το Βασίλειο του Βελγίου να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 23 Οκτωβρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή του προς αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
10 Η κυβέρνηση της γαλλικής κοινότητας ενημέρωσε την Επιτροπή ότι, κατά την από 20 Δεκεμβρίου 2001 συνεδρίασή της, αποφάσισε να συνταχθεί με τα συμπεράσματα της αιτιολογημένης γνώμης της. Την ενημέρωσε επίσης ότι η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση επρόκειτο να τροποποιηθεί προκειμένου να αρθεί η επίμαχη δυσμενής διάκριση και ότι τα αναγκαία για την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως μέτρα θα λαμβάνονταν πριν από το τέλος του ακαδημαϊκού έτους 2001/2002.
11 Η Επιτροπή, δεδομένου ότι η γαλλική κοινότητα δεν απάντησε στα δύο έγγραφα οχλήσεως που της απηύθυνε, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
12 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι από την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83, Gravier (Συλλογή 1985, σ. 593), προκύπτει ότι οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, επίσης, ότι η έννοια «επαγγελματική εκπαίδευση» πρέπει να τυγχάνει ιδιαιτέρως ευρείας ερμηνείας. Επίσης, βάσει του άρθρου 149 ΕΚ, η Συνθήκη αφορά πλέον όλα τα επίπεδα και τα είδη εκπαιδεύσεως.
13 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών που κατέχουν διπλώματα ή πτυχία τα οποία πιστοποιούν ότι ολοκλήρωσαν τις δευτεροβάθμιες σπουδές τους σε άλλα κράτη μέλη και που επιδιώκουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στο Βέλγιο (σπουδές ιατρικής, οδοντιατρικής, κτηνιατρικής και γεωπονίας) πρέπει να υποβάλλονται επιτυχώς σε εξετάσεις καταλληλότητας, αν δεν μπορούν να αποδείξουν, ως πρόσθετο όρο, ότι στη χώρα τους έχουν γίνει δεκτοί σε πανεπιστημιακό ίδρυμα χωρίς εξετάσεις ή άλλους όρους προσβάσεως.
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρόσθετος όρος που επιβάλλεται για την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα, στον βαθμό που ισχύει μόνο για τους κατόχους διπλωμάτων αποκτηθέντων σε άᄏλο κράτος μέλος, είναι δυνατόν να θίγει περισσότερο τους υπηκόους των εν λόγω κρατών μελών απ’ ότι τους Βέλγους υπηκόους.
15 Η Επιτροπή φρονεί ότι ο πρόσθετος αυτός όρος, που συνίσταται στην επονομαζόμενη εξέταση «προχωρημένου επιπέδου», στην οποία υποβάλλονται μόνον οι κάτοχοι διπλωμάτων αποκτηθέντων σε άλλο κράτος μέλος, αποτελεί όρο προσβάσεως στην ανώτατη πανεπιστημιακή εκπαίδευση κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας.
16 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το σύστημα αυτό δημιουργεί διπλή δυσμενή διάκριση, αφενός, κατά των κατόχων διπλωμάτων αποκτηθέντων στα άλλα κράτη μέλη και, αφετέρου, μεταξύ των υπηκόων των άλλων κρατών μελών με γνώμονα το σχολικό σύστημα βάσει του οποίου τους χορηγήθηκε πιστοποιητικό δευτεροβάθμιων σπουδών.
17 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, με την έκδοση των δύο αποφάσεων της 3ης Απριλίου 2003 που τροποποίησαν το διάταγμα του 1971 και την απόφαση του 1999, έλαβε τα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλισθεί ότι οι κάτοχοι διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως αποκτηθέντων σε άλλα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα υπό τους ίδιους όρους με τους κατόχους CESS.
18 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι νομοθετικές αλλαγές στις οποίες προέβησαν οι βελγικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις αιτιάσεις της μόνο για το μέλλον. Πολλοί φοιτητές που έχουν αποκτήσει δίπλωμα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος και επιδιώκουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στο Βέλγιο έχουν περιέλθει σε μειονεκτική θέση λόγω της παραβιάσεως, στο παρελθόν, του κοινοτικού δικαίου, την οποία καταγγέλλει η Επιτροπή με το δικόγραφο της προσφυγής της. Μια απόφαση του Δικαστηρίου επί της προσφυγής της Επιτροπής εξακολουθεί, επομένως, να παρουσιάζει ενδιαφέρον προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Βασιλείου του Βελγίου έναντι των εν λόγω ατόμων. Επίσης, η προσφυγή εγείρει ένα σημαντικό νομικό ζήτημα, για το οποίο η Επιτροπή επιθυμεί να δοθεί επισήμως απάντηση από το Δικαστήριο.
19 Εξάλλου, σύμφωνα με την Επιτροπή, η τροποποίηση του διατάγματος του 1971 αρκούσε, αφ’ εαυτού, για να παύσει η καταγγελλόμενη παράβαση και δεν ήταν αναγκαία και η τροποποίηση της αποφάσεως του 1999, η οποία αναγνώριζε ως ισότιμα με το CESS τα λουξεμβουργιανά διπλώματα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, δεν προέβαλε χωριστή αιτίαση όσον αφορά την ειδική κατάσταση των κατόχων λουξεμβουργιανών διπλωμάτων. Η αναφορά στην ειδική αυτή κατάσταση είχε ως μοναδικό σκοπό να καταδείξει ότι η καταγγελλόμενη δυσμενής διάκριση καθίσταται διπλή, καθόσον προστίθεται σ’ αυτήν η δυσμενής διάκριση μεταξύ υπηκόων των άλλων κρατών μελών, ανάλογα με το κράτος μέλος στο οποίο τους χορηγήθηκε δίπλωμα δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
20 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2002, C-103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2002, σ. Ι-1147, σκέψη 23, και της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. Ι‑13909, σκέψη 43).
21 Εν προκειμένω, η απόφαση της 3ης Απριλίου 2003, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως του 1971, εκδόθηκε μετά την παρέλευση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
22 Κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξετάσεως της παρούσας προσφυγής.
23 Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ, απαγορεύεται, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
24 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι επιβάλλεται να εξεταστεί αν οι διατάξεις του βελγικού δικαίου που ίσχυαν κατά την παρέλευση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας όσον αφορά την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα ήταν σύμφωνες προς τις διατάξεις της Συνθήκης.
25 Όπως ορθώς έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 25 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Gravier, οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης (βλ. επίσης αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψη 11· της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 42/87, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 5445, σκέψη 7, και της 7ης Ιουλίου 1992, C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I‑4193, σκέψη 15). Συναφώς, το άρθρο 149, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, ΕΚ προβλέπει ρητώς ότι η δράση της Κοινότητας σκοπό έχει να ευνοήσει την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνωρίσεως διπλωμάτων και περιόδων σπουδών. Επίσης, το άρθρο 150, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, ΕΚ ορίζει ότι η δράση της Κοινότητας σκοπό έχει να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων.
26 Όσον αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση, η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις οι οποίες θα έπρεπε, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, ΕΚ, να εξεταστούν κατά προτεραιότητα.
27 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, EΚ έχει, επομένως, εφαρμογή στους όρους που θέτουν τα κράτη μέλη για την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.
28 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, της οποίας το άρθρο 12, παράγραφος 1, EΚ αποτελεί ειδική έκφραση, απαγορεύει όχι μόνον τις πρόδηλες διακρίσεις που βασίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές διακρίσεως, οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πραγματικότητα στο ίδιο αποτέλεσμα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1989, σ. 4035, σκέψη 8, και της 16ης Ιανουαρίου 2003, C-388/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. Ι-721, σκέψη 13).
29 Εν προκειμένω, η επίμαχη νομοθεσία περιάγει σε μειονεκτική θέση τους κατόχους διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως αποκτηθέντων σε άλλο κράτος μέλος πλην του Βελγίου, καθόσον δεν έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους κατόχους του CESS ή του ισότιμου λουξεμβουργιανού διπλώματος. Το κριτήριο διακρίσεως που εφαρμόζεται πλήττει κυρίως τους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
30 Το Βασίλειο του Βελγίου δεν προβάλλει κανένα ισχυρισμό ικανό να δικαιολογήσει το εν λόγω κριτήριο.
31 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι κάτοχοι διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που χορηγήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους κατόχους CESS, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 149 ΕΚ και 150 ΕΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι κάτοχοι διπλωμάτων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που χορηγήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση στη γαλλική κοινότητα του Βελγίου υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους κατόχους του πιστοποιητικού ανώτατου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (CESS), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 149 ΕΚ και 150 ΕΚ.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Rosas
Schintgen
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
R. Grass
A. Rosas
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy