Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-87/03 και C-100/03
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Αλιεία — Κανονισμός περί κατανομής των ποσοστώσεων αλιευμάτων μεταξύ κρατών μελών — Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας — Λήξη της μεταβατικής περιόδου — Απαιτούμενη σχετική σταθερότητα — Αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων — Νέες αλιευτικές δυνατότητες»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 30ής Μαρτίου 2006 ?I – 0000
Περίληψη της αποφάσεως
1. Αλιεία — Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων — Καθεστώς ποσοστώσεων αλιείας
(Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, άρθρο 2)
2. Αλιεία — Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων — Καθεστώς ποσοστώσεων αλιείας
(Κανονισμός 3760/92 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 4)
3. Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές — Ίση μεταχείριση — Διάκριση λόγω ιθαγένειας
(Πράξη Προσχωρήσεως του 1985· κανονισμός 2341/2002 του Συμβουλίου)
4. Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες — Ισπανία — Αλιεία
(Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, άρθρα 154 έως 166· κανονισμός 2341/2002 του Συμβουλίου)
1. Η απαιτούμενη σχετική σταθερότητα για την κατανομή των ποσοστώσεων αλιείας μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει τη διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο των κατανομών των αλιευτικών δυνατοτήτων. Η κλείδα κατανομής, η οποία καθορίστηκε με τον κανονισμό 170/83 και ορίστηκε αρχικά με βάση την κατά μέσο όρο αλιευθείσα ποσότητα ιχθύων από τα αλιευτικά σκάφη των διαφόρων κρατών μελών κατά το χρονικό διάστημα 1973 έως 1978, θα εξακολουθήσει επομένως να τυγχάνει εφαρμογής ενόσω δεν έχει θεσπιστεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρήθηκε για τον εν λόγω κανονισμό, τροποποιητικός κανονισμός.
Η προσχώρηση νέου κράτους μέλους, εν προκειμένω του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, δεδομένου ότι δεν μπορεί να συνεπάγεται αφ’ εαυτής έννομα αποτελέσματα, δεν έχει ως αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό του Συμβουλίου σε τροποποίηση της υφιστάμενης κατανομής. Ομοίως, ο τερματισμός της μεταβατικής περιόδου, όπως αυτή ορίζεται στην Πράξη Προσχωρήσεως, δεν μπορεί να έχει παρά τα έννομα αποτελέσματα που προβλέπει η πράξη αυτή. Η πράξη αυτή όμως δεν προβλέπει ούτε τροποποίηση της κλείδας κατανομής από την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου ούτε καν υποχρέωση του Συμβουλίου να αναθεωρήσει την κλείδα αυτή τη δεδομένη στιγμή. Επομένως, το γεγονός η υφιστάμενη κλείδα κατανομής δεν τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη πράξη του Συμβουλίου δεν αντίκειται προς την αρχή περί σχετικής σταθερότητας.
(βλ. σκέψεις 27-30, 32)
2. Η κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια, σημαίνει την εκτίμηση σύνθετης οικονομικής καταστάσεως για την οποία το Συμβούλιο απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως. Επομένως, ο έλεγχος του δικαστή οφείλει να περιοριστεί στην εξακρίβωση του αν το επίδικο μέτρο δεν πάσχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν η αρμόδια αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής εξουσίας της.
(βλ. σκέψη 38)
3. Το Συμβούλιο, μη αντιμετωπίζοντας, στα πλαίσια του κανονισμού 2341/2002, περί καθορισμού, για το 2003, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα κοινοτικά ύδατα, το Βασίλειο της Ισπανίας καθ’ όμοιο τρόπο με τα κράτη μέλη που συμμετέσχον στην αρχική κατανομή των αλιευτικών ποσοστώσεων, πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας, ή στις μεταγενέστερες κατανομές, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, δεν ενήργησε κατά τρόπο εισάγοντα δυσμενή διάκριση εις βάρος του Βασιλείου της Ισπανίας.
Πράγματι, προέχει η διάκριση μεταξύ της εννοίας της προσβάσεως στα ύδατα και εκείνης της προσβάσεως στους θαλάσσιους πόρους. Καίτοι, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, το Βασίλειο της Ισπανίας μπορεί εκ νέου να έχει πρόσβαση στα ύδατα της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής, εξ αυτού δεν απορρέει ότι τα ισπανικά σκάφη μπορούν να έχουν πρόσβαση στους πόρους των δύο αυτών θαλασσών υπό τις αυτές αναλογίες με εκείνες των κρατών μελών που συμμετέσχον στην αρχική κατανομή ή σε μεταγενέστερες κατανομές. Κατά συνέπεια, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν βρισκόταν σε κατάσταση ισοδύναμη προς εκείνη των κρατών μελών, τα πλοία των οποίων είχαν αλιεύσει προσφάτως, κατά τη διάρκεια της συναφούς περιόδου αναφοράς, εντός των οικείων υδάτων.
(βλ. σκέψεις 55-57)
4. Το Συμβούλιο ουδόλως παραβίασε την Πράξη Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας επειδή δεν χορήγησε στο Βασίλειο της Ισπανίας ορισμένες αλιευτικές ποσοστώσεις στη Βόρεια Θάλασσα με τον κανονισμό 2341/2002, περί καθορισμού, για το 2003, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα κοινοτικά ύδατα.
Τα άρθρα 154 έως 166 της εν λόγω Πράξεως Προσχωρήσεως δεν ορίζουν το εφαρμοστέο στον τομέα της αλιείας στη Βαλτική Θάλασσα καθεστώς παρά μόνο για τη μεταβατική περίοδο. Άρα, τα ανωτέρω άρθρα δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να αποτελέσουν θεμέλιο για διεκδικήσεις επί χρονική περίοδο, η έναρξη της οποίας τοποθετείται σε ημερομηνία μεταγενέστερη της λήξεως της μεταβατικής περιόδου. Κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου έχει επομένως εφαρμογή το κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο περιλαμβάνει την κλείδα κατανομής που είχε καθοριστεί με την κανονιστική ρύθμιση που ίσχυε κατά τον χρόνο προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας
(βλ. σκέψεις 64, 66-67)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 30ής Μαρτίου 2006 (τρίτο τμήμα) (*)
«Αλιεία – Κανονισμός περί κατανομής των ποσοστώσεων αλιευμάτων μεταξύ κρατών μελών – Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας – Λήξη της μεταβατικής περιόδου – Απαιτούμενη σχετική σταθερότητα – Αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων – Νέες αλιευτικές δυνατότητες»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-87/03 και C-100/03
με αντικείμενο δύο προσφυγές ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, ασκηθείσες στις 27 Φεβρουαρίου 2003 και 28 Φεβρουαρίου 2003,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την N. Díaz Abad, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους G. Ramos Ruano και F. Florindo Gijón,
καθού,
υποστηριζόμενου από
την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. van Rijn, F. Jimeno Fernandez και την S. Pardo Quintillán, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τους D. Wyatt, QC, και K. Manji, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, J.-P. Puissochet, S. von Bahr (εισηγητή), και U. Lõhmus, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαΐου 2005,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με τις προσφυγές του, το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 2341/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, περί καθορισμού, για το 2003, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (ΕΕ L 356, σ. 12), στον βαθμό που δεν του χορηγούνται ορισμένες ποσοστώσεις σχετικά με αλιευτικές δυνατότητες που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο κατανομής στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική μετά την προσχώρησή του στην Κοινότητα (υπόθεση C-87/03) και στη Βόρεια Θάλασσα πριν από την προσχώρησή του (υπόθεση C-100/03).
Το νομικό πλαίσιο και η διαδικασία
Η Πράξη Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας
2 Τα άρθρα 156 έως 166 της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως) ρυθμίζουν ειδικότερα την πρόσβαση των ισπανικών σκαφών στα κοινοτικά ύδατα και στους πόρους τους. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 166, το ούτως οριζόμενο καθεστώς ισχύει επί περίοδο λήγουσα στις 31 Δεκεμβρίου 2002 (στο εξής: μεταβατική περίοδος).
Οι κανονισμοί 170/83 και 172/83
3 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ.1), ο νομοθέτης καθιέρωσε κανόνες κατανομής του συνολικού όγκου αλιευμάτων μεταξύ των κρατών μελών. Στόχος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ήταν ειδικότερα η συμβολή στη σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με την πέμπτη έως και έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, με την έννοια της σχετικής σταθερότητας σκοπείται να διαφυλαχθούν οι ειδικές ανάγκες των περιοχών των οποίων οι πληθυσμοί εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και τη συνδεδεμένη με αυτή βιομηχανία, δεδομένης της καταστάσεως των αποθεμάτων από βιολογικής απόψεως κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
4 Το Συμβούλιο χώρησε για πρώτη φορά στην κατανομή των διαθεσίμων πόρων εντός των κοινοτικών υδάτων (στο εξής: αρχική κατανομή) με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 172/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί καθορισμού για το 1982, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αναπτύσσονται στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων, του μεριδίου της Κοινότητας από αυτά τα αλιεύματα, της κατανομής του μεριδίου αυτού στα κράτη μέλη και των όρων υπό τους οποίους πραγματοποιείται το σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΕΕ L 24, σ. 30).
5 Προκειμένου να καταστεί εφικτή δίκαιη κατανομή των διαθεσίμων πόρων, το Συμβούλιο έλαβε όλως ιδιαιτέρως υπόψη, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 172/83, τις παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες, τις ειδικές ανάγκες των περιοχών όπου οι τοπικοί πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από τις αλιευτικές και τις συναφείς βιομηχανίες, καθώς και την απώλεια αλιευτικού δυναμικού στα ύδατα τρίτων χωρών.
Ο κανονισμός 3760/92
6 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1181/98 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 164, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 3760/92), καταργεί τον κανονισμό 170/83. Το άρθρο 8, παράγραφος 4, υπό i, προβλέπει ότι το Συμβούλιο καθορίζει για κάθε τύπο αλιείας ή ομάδα τύπων αλιείας, ανά περίπτωση, το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων ή/και της συνολικής επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας, σε πολυετή βάση, εφόσον τούτο απαιτείται.
7 Το άρθρο 8, παράγραφος 4, υπό ii, του κανονισμού 3760/92 ορίζει ότι το Συμβούλιο κατανέμει τις αλιευτικές δυνατότητες μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται για κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα. Η έννοια της σχετικής σταθερότητας περιγράφεται στη δωδέκατη έως και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. Κατά τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη, η διατήρηση και διαχείριση των πόρων πρέπει να συμβάλλει στη μεγαλύτερη σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων και να εκτιμάται βάσει μιας ενδεικτικής κατανομής αντανακλώσας τους προσανατολισμούς του Συμβουλίου. Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τους όρους του προοιμίου του κανονισμού 170/83 που προαναφέρθηκαν στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως.
8 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, υπό iii, του κανονισμού 3760/92, όταν η Κοινότητα θεσπίζει νέες αλιευτικές δυνατότητες για ένα τύπο αλιείας ή ομάδα τύπων αλιείας που προηγουμένως δεν καλυπτόταν από την κοινή αλιευτική πολιτική, το Συμβούλιο υιοθετεί τις μεθόδους κατανομής τους, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα όλων των κρατών μελών.
Ο κανονισμός 2341/2002
9 Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 2341/2002, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, έχοντας ως έρεισμα ιδίως τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92.
Ο κανονισμός 2371/2002
10 Το Συμβούλιο εξέδωσε επίσης στις 20 Δεκεμβρίου 2002 τον κανονισμό (ΕΚ) 2371/2002 για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΕΕ L 358, σ. 59), ο οποίος καταργεί από 1ης Ιανουαρίου 2003 τον κανονισμό 3760/92. Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 2371/2002 ορίζει ότι τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη διαθέτουν ισότιμη πρόσβαση σε ύδατα και πόρους σε όλα τα προσδιοριζόμενα στο ίδιο άρθρο κοινοτικά ύδατα υπό την επιφύλαξη των μέτρων που θεσπίζονται προς διασφάλιση της διατηρήσεως και βιωσιμότητας των ειδών.
11 Τιτλοφορούμενο «Κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων», το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει στην παράγραφο 1 αυτού ότι το Συμβούλιο θεσπίζει τα όρια των αλιευμάτων ή/και της αλιευτικής προσπάθειας, την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και τα συνδεόμενα με τους ανωτέρω περιορισμούς μέτρα. Οι αλιευτικές δυνατότητες κατανέμονται μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο διασφαλίζοντα σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε απόθεμα ή αλίευμα.
12 Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου ορίζει ότι, όταν η Κοινότητα καθορίζει νέες αλιευτικές δυνατότητες, το Συμβούλιο αποφασίζει την κατανομή των δυνατοτήτων αυτών λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους.
Το ιστορικό των διαφορών και η διαδικασία
13 Κατά τη διάρκεια της διαπραγματεύσεως του κανονισμού 2341/2002 σχετικά με τις αλιευτικές δυνατότητες για το έτος 2003, το Βασίλειο της Ισπανίας υπέβαλε στο Συμβούλιο αίτηση προκειμένου να λάβει αλιευτικές ποσοστώσεις στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική εκτιμώντας ότι νομιμοποιούνταν, από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να συμμετέχει στην κατανομή των υποκειμένων σε περιορισμούς αλιεύσεως ειδών.
14 Το οικείο κράτος μέλος υποστήριξε ότι οι κατανεμηθείσες προ και μετά την προσχώρησή του στην Κοινότητα ποσοστώσεις εντός της ζώνης όπου δεν είχε πρόσβαση ο ισπανικός στόλος κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου έπρεπε να αναθεωρηθούν προκειμένου να ληφθούν υπόψη, αφενός, η αμιγώς νομική αδυναμία στην οποία τελούσε σχετικά με τη συμμετοχή του στην εν λόγω κατανομή και, αφετέρου, αλιεύσεις του στόλου του στη Βόρεια Θάλασσα κατά τη διάρκεια των ετών 1973 έως 1978.
15 Το Συμβούλιο απέρριψε την αίτηση του Βασιλείου της Ισπανίας.
16 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το δεύτερο αποφάσισε να ασκήσει τις παρούσες προσφυγές.
17 Με διατάξεις της 27ης Ιουνίου και 28ης Αυγούστου 2003, επετράπη στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου αντίστοιχα στις υποθέσεις C-87/03 και C-100/03.
18 Με διάταξη της 4ης Απριλίου 2005, οι υποθέσεις C-87/03 και C-100/03 ενώθηκαν προς συνδεκδίκαση για τους σκοπούς της προφορικής διαδικασίας και της εκδόσεως αποφάσεως.
Αιτήματα των διαδίκων
19 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τον κανονισμό 2341/2002 στον βαθμό που δεν του χορηγεί ορισμένες αλιευτικές ποσοστώσεις στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική, και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
20 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει τις προσφυγές και
– να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Επί των προσφυγών
21 Με τις προσφυγές του, το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι, ως εκ του ότι ο κανονισμός 2341/2002 δεν του αναγνωρίζει ορισμένες αλιευτικές ποσοστώσεις στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική, ο ισπανικός στόλος βρίσκεται στην πραγματικότητα και μολονότι έχει λήξει η μεταβατική περίοδος σε αδυναμία αλιεύσεως των περισσοτέρων από τα υπαγόμενα σε ποσοστώσεις εντός των δύο αυτών θαλασσών είδη. Η κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους επικαλείται πλείονες λόγους. Μεταξύ αυτών, δύο είναι πανομοιότυποι για αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις και θεμελιώνονται, όσον αφορά τον πρώτο, σε προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, όσον αφορά τον δεύτερο, σε παραβίαση της Πράξεως Προσχωρήσεως. Επιπλέον, εγείρει και τρίτο λόγο, αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2371/2002, στην υπόθεση C-87/03, και προσβολή της αρχής περί σχετικής σταθερότητας, στην υπόθεση C-100/03.
22 Μολονότι επίκληση υπό μορφή διακριτού λόγου ακυρώσεως της παραβιάσεως της αρχής περί σχετικής σταθερότητας γίνεται μόνο στην υπόθεση C-100/03, αναφορά της γίνεται σε αμφότερες τις υποθέσεις προς στήριξη των ισχυρισμών περί δυσμενούς διακρίσεως και παραβιάσεως της Πράξεως Προσχωρήσεως. Επομένως, επιβάλλεται εν πρώτοις η εξέτασή του επί αμφοτέρων των υποθέσεων.
Επί του λόγου ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που αντλούνται από προσβολή της αρχής περί σχετικής σταθερότητας
Παρατηρήσεις των διαδίκων
23 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αρχή περί σχετικής σταθερότητας είναι γενικής ισχύος και εφαρμόζεται, συνακόλουθα, επί των διαφόρων κατανομών ποσοστώσεων, αλλ’ ότι η χρονολογούμενη από το 1983 αρχική κατανομή μπορεί να τροποποιηθεί λόγω αποφασιστικής σημασίας συμβάντων. Η λήξη της μεταβατικής περιόδου συνιστά ένα παρόμοιο συμβάν.
24 Εξ αυτού έπεται ότι το Βασίλειο της Ισπανίας εντάσσεται του λοιπού πλήρως στην κοινή αλιευτική πολιτική και ότι, ως εκ τούτου, η αρχική κατανομή που είχε χωρήσει πριν από την προσχώρησή του στην Κοινότητα έπρεπε να τροποποιηθεί κατά τρόπον ώστε το ίδιο να καταστεί εφικτό να επωφεληθεί αυτής. Έτσι, τα ισπανικά σκάφη θα έπρεπε να λάβουν ποσοστώσεις λαμβάνουσες υπόψη δύο από τα χρησιμοποιηθέντα κατά την αρχική κατανομή κριτήρια, όπως παρατίθενται στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι τις παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες και τις συγκεκριμένες ανάγκες των περιφερειών του που εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες.
25 Η ίδια κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι τα ισπανικά σκάφη αλίευαν στη Βόρεια Θάλασσα κατά τα έτη 1973 και 1976. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι, κατά την κατανομή των καθορισθεισών για το έτος 2003 ποσοστώσεων, σύμφωνα με την αρχή περί σχετικής σταθερότητας, έπρεπε να ληφθούν υπόψη μόνον οι περιφέρειες των οποίων ο πληθυσμός εξηρτάτο, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ιδιαίτερα από την αλιεία και τις συναφείς δραστηριότητες και όχι εκείνες που εμφάνιζαν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά αποκλειστικά σε κάποια χρονική στιγμή του παρελθόντος.
26 Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι η διενεργηθείσα μέσω του κανονισμού 2341/2002 κατανομή των ποσοστώσεων τηρεί απολύτως τον στόχο της ορθολογικής εκμεταλλεύσεως των πόρων και τους κανόνες περί κατανομής που θεσπίστηκαν σύμφωνα με την αρχή περί σχετικής σταθερότητας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, 46/86, Romkes (Συλλογή 1987, σ. 2671, σκέψη 17), επιβεβαίωσε δε με σειρά αποφάσεων που εξέδωσε το 1992, ότι η απαιτούμενη σχετική σταθερότητα πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει τη διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο των κατανομών των αλιευτικών δυνατοτήτων. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η κλείδα κατανομής, η οποία ορίστηκε αρχικώς λαμβάνοντας υπόψη την κατά μέσο όρο αλιευθείσα ποσότητα ιχθύων από τα αλιευτικά σκάφη των διαφόρων κρατών μελών κατά το χρονικό διάστημα 1973 έως 1978, θα εξακολουθήσει να τυγχάνει εφαρμογής ενόσω δεν θεσπίζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρήθηκε όσον αφορά τον κανονισμό 170/83, τροποποιητικός κανονισμός (βλ., ιδίως, αποφάσεις Romkes, προπαρατεθείσα, σκέψη 6· της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-70/90, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-5159, σκέψη 15, C-71/90, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-5175, σκέψη 15, και C-73/90, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-5191, σκέψη 28).
28 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης επί των εννόμων αποτελεσμάτων της προσχωρήσεως νέου κράτους μέλους, ειδικότερα του Βασιλείου της Ισπανίας, στην Κοινότητα. Έκρινε ότι παρόμοιο συμβάν δεν μπορεί να συνεπάγεται αφ’ εαυτού έννομα αποτελέσματα δεδομένου ότι οι όροι προσχωρήσεως ρυθμίζονται στην αντίστοιχη πράξη (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση C-70/99, Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 16). Όσον αφορά το συγκεκριμένο κράτος μέλος, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, δυνάμει του άρθρου 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το κοινοτικό κεκτημένο, ήτοι οι διατάξεις των ιδρυτικών Συνθηκών και οι εκδοθείσες από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων πράξεις πριν από τη συγκεκριμένη προσχώρηση, δεσμεύει, ειδικότερα δε η αρχή περί σχετικής σταθερότητας όπως εφαρμόστηκε το 1983 (βλ. αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-5073, σκέψεις 31, 32 και 34, και C-70/90, Ισπανία κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψεις 19 και 29).
29 Από τα προεκτεθέντα έπεται ότι η προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας δεν είχε ως έννομο αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό του Συμβουλίου να τροποποιήσει την υφιστάμενη κατανομή. Αντιθέτως, η κλείδα κατανομής, η οποία καθορίστηκε πριν από την οικεία προσχώρηση, αποτελεί τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου και, ελλείψει μεταβολής υιοθετηθείσας από το Συμβούλιο, δεσμεύει το οικείο κράτος μέλος.
30 Όσον αφορά τον τερματισμό της μεταβατικής περιόδου, όπως αυτή ορίζεται στην Πράξη Προσχωρήσεως, δεν μπορεί να έχει παρά τα έννομα αποτελέσματα που προβλέπει η αντίστοιχη πράξη. Αυτή δεν προβλέπει ούτε τροποποίηση της κλείδας κατανομής από την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου ούτε καν υποχρέωση του Συμβουλίου να αναθεωρήσει την κλείδα αυτή τη δεδομένη στιγμή. Ελλείψει ειδικών διατάξεων προβλεπομένων με την Πράξη Προσχωρήσεως ή μεταβολής υιοθετηθείσας από το Συμβούλιο κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η υφιστάμενη κλείδα κατανομής, η οποία καθορίστηκε σύμφωνα με την αρχή περί σχετικής σταθερότητας, εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής.
31 Εξάλλου, το γεγονός ότι τα ισπανικά σκάφη αλίευσαν στη Βόρεια Θάλασσα μεταξύ των ετών 1973 και 1976 δεν μπορεί να προβληθεί προκειμένου να δικαιολογηθεί τροποποίηση της κλείδας κατανομής. Πράγματι, η αλιευτική αυτή δραστηριότητα έπαυσε το 1977, κατόπιν της αποφάσεως των παράκτιων της Βόρειας Θάλασσας κρατών να επεκτείνουν την αποκλειστική ζώνη αλιείας τους στα 200 ναυτικά μίλια στο πλαίσιο της εξελίξεως του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Ακολούθως, η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε με τη συναφθείσα το 1980 μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας διμερούς συμφωνίας, ακολούθως δε με την Πράξη Προσχωρήσεως.
32 Κατόπιν αυτού, όσον αφορά την κλείδα κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων η οποία καθορίστηκε πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα, το ότι η τελευταία δεν την τροποποίησε με μεταγενέστερη πράξη του Συμβουλίου και ιδίως με τον κανονισμό 2341/2002 δεν αντίκειται προς την αρχή περί σχετικής σταθερότητας.
33 Από τα προηγηθέντα έπεται ότι είναι απορριπτέος ο προβληθείς στην υπόθεση C-100/03 λόγος ακυρώσεως που αντλείται από τυχόν παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
34 Ενόψει των όσων εκτίθενται στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η εξέταση και των προβληθέντων στην υπόθεση C-87/03 επιχειρημάτων, σύμφωνα με τα οποία η μη αναθεώρηση της κλείδας κατανομής που χρησιμοποιήθηκε για τη χορήγηση ποσοστώσεων στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική για πρώτη φορά μετά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας παραβίασε την ανωτέρω αρχή.
35 Όσον αφορά τις τελευταίες από τις ανωτέρω χορηγήσεις, προέχει η υπόμνηση ότι η απαντώσα στον κανονισμό 3760/92 αρχή περί σχετικής σταθερότητας εξακολουθεί να τις διέπει.
36 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι προσδιόρισε μια πρόσφατη και αντιπροσωπευτική περίοδο αναφοράς καλύπτουσα πλείονα έτη και εξέτασε τον όγκο των αλιευμάτων που αλίευσαν οι αλιείς των κρατών μελών προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των πληθυσμών που εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία. Δεδομένου ότι τα ισπανικά σκάφη δεν είναι παρόντα στα συγκεκριμένα ύδατα από πολλών ετών, ουδεμία ποσόστωση χορηγήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας κατά την πρώτη κατανομή ούτε κατά την κατανομή για το έτος 2003, σύμφωνα με την αρχή περί σχετικής σταθερότητας.
37 Αφετέρου, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ανωτέρω αρχή θα έπρεπε να τροποποιηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι, αντί της κατανομής των ποσοστώσεων με τη διατήρηση των ποσοστών που είχαν καθοριστεί κατά τις κατανομές καθόλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, σε χρόνο κατά τον οποίο το Βασίλειο της Ισπανίας δεν μπορούσε να επωφεληθεί από αυτές, το Συμβούλιο θα όφειλε να λάβει υπόψη τις αλιευτικές δραστηριότητες των ισπανικών σκαφών μεταξύ των ετών 1973 και 1976 καθώς και τις ανάγκες των πληθυσμών του που ασκούν σήμερα την αλιεία προς βιοπορισμό.
38 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92, σημαίνει την εκτίμηση σύνθετης οικονομικής καταστάσεως για την οποία το Συμβούλιο απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως. Επομένως, ο έλεγχος του δικαστή οφείλει να περιοριστεί στην εξακρίβωση του αν το επίδικο μέτρο δεν πάσχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν η αρμόδια αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής εξουσίας της (αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I-5689, σκέψη 80, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C-304/01, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-7655, σκέψη 23).
39 Σε περίπτωση σημαντικής μειώσεως των ειδών, όπως επισήμαναν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, επιβάλλεται να θεωρηθεί, πρωταρχικώς, ότι το Συμβούλιο δεν παραβίασε την αρχή περί σχετικής σταθερότητας, καθορίζοντας πρόσφατη περίοδο αναφοράς καλύπτουσα πλείονα έτη για την πρώτη κατανομή των ποσοστώσεων ορισμένων ειδών στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-120/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-7997), ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στην πραγματικότητα ευρεία ευελιξία στον συγκεκριμένο τομέα.
40 Ακολούθως, το Συμβούλιο δεν παρέβη την αρχή περί σχετικής σταθερότητας ούτε επειδή απέκλεισε το Βασίλειο της Ισπανίας από την οικεία κατανομή, λαμβανομένης υπόψη της μη παρουσίας των ισπανικών σκαφών στις δύο αυτές θάλασσες κατά τη μεταβατική περίοδο.
41 Τέλος, το αυτό συμπέρασμα ισχύει και όσον αφορά το ότι ο σχετικός αποκλεισμός διατηρείται στο πλαίσιο της κατανομής των αφορωσών το έτος 2003 αλιευτικών δυνατοτήτων ενόψει της προγενέστερης κατανομής και του γεγονότος στο οποίο έγινε μνεία στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως ότι τα ισπανικά σκάφη δεν είχαν αλιεύσει συγκεκριμένα είδη στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική επί χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.
42 Από τα προεκτεθέντα έπεται ότι τα προβληθέντα στην υπόθεση C-87/03 επιχειρήματα σχετικά με την προσβολή της αρχής περί σχετικής σταθερότητας είναι απορριπτέα.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
Παρατηρήσεις των διαδίκων
43 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, τα ισπανικά σκάφη έπρεπε να απολαύουν όχι μόνο της ίσης προσβάσεως στα κοινοτικά ύδατα, η οποία δεν τους αμφισβητείται, αλλά και της προσβάσεως στους πόρους τους, γεγονός που συνεπάγεται τη χορήγηση αλιευτικών ποσοστώσεων στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική. Μη χορηγώντας παρόμοιες ποσοστώσεις στο Βασίλειο της Ισπανίας, ο κανονισμός 2341/2002 δεν τηρεί τις προϋποθέσεις περί ίσης μεταχειρίσεως και είναι γενεσιουργός δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος των Ισπανών αλιέων.
44 Κανείς αντικειμενικός λόγος δεν δικαιολογεί τη δυσμενή αυτή διάκριση. Επιβάλλεται ο σεβασμός του γενικού κανόνα της πλήρους εφαρμογής του συνόλου του κοινοτικού δικαίου στα νέα κράτη μέλη από της προσχωρήσεώς τους. Οι παρεκκλίσεις από τον εν λόγω κανόνα, όπως προβλέπει η συγκεκριμένη πράξη προσχωρήσεως, είναι προσωρινές και πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικώς.
45 Αν προ της 31ης Δεκεμβρίου 2002 το Βασίλειο της Ισπανίας βρισκόταν σε αδυναμία να επικαλεστεί τις αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούσαν τα ισπανικά σκάφη εντός των υδάτων της Βόρειας Θάλασσας κατά την περίοδο αναφοράς των ετών 1973 έως 1978, δεδομένου ότι ετύγχανε εφαρμογής το προβλεπόμενο στην Πράξη Προσχωρήσεως καθεστώς εξαιρέσεως, δεν θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο μετά την ανωτέρω ημερομηνία. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες θα έπρεπε του λοιπού να λαμβάνονται υπόψη για την τροποποίηση της κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που ίσχυαν μέχρι την προσχώρησή τους στην Κοινότητα και κατά την μεταβατική περίοδο. Έτσι, θα έπρεπε να χορηγηθούν στο Βασίλειο της Ισπανίας αλιευτικές ποσοστώσεις ανάλογες προς ό,τι αλίευαν τα ισπανικά σκάφη πριν από την έναρξη ισχύος του κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως των πόρων.
46 Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, ελλείψει μεταβατικής περιόδου, το Βασίλειο της Ισπανίας θα έπρεπε να συμμετέχει στις κατανομές νέων ποσοστώσεων που άρχισαν να εφαρμόζονται από το 1986, με βάση την εκτίμηση τριών στοιχείων: πρώτον, των αλιευμάτων των Ισπανών αλιέων στη Βόρεια Θάλασσα κατά τα έτη 1973 έως 1976, ήτοι κατά την περίοδο που ελήφθη υπόψη για την κατά το πρώτον θέσπιση της αρχής περί σχετικής σταθερότητας· δεύτερον, των αλιευμάτων των ιδίων ειδών σε συναφείς ζώνες και, τρίτον, των αναγκών των Ισπανών αλιέων για παρεμπίπτοντα αλιεύματα.
47 Κατά το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο κανονισμός 2341/2002 δεν είναι γενεσιουργός δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος του Βασιλείου της Ισπανίας. Συγκεκριμένα, το τελευταίο αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και τα κράτη μέλη που δεν επωφελήθηκαν της αρχικής κατανομής ποσοστώσεων που είχε χωρήσει πριν από την προσχώρησή τους στην Κοινότητα και αποτελούν περίπου το ήμισυ των κρατών αυτών. Τα ανωτέρω θεσμικά όργανα και το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζουν ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη διάκριση μεταξύ της εννοίας της προσβάσεως στα κοινοτικά ύδατα και της εννοίας της προσβάσεως στους πόρους τους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Η τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός και αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-44/94, Fishermen’s Organisations κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I-3115, σκέψη 46).
49 Επομένως, το ζητούμενο είναι αν η κατάσταση του Βασιλείου της Ισπανίας είναι παρεμφερής προς εκείνη των κρατών μελών που επέτυχαν να λάβουν αλιευτικές ποσοστώσεις εντός των υδάτων της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής με τον κανονισμό 2341/2002.
50 Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα τυχόν δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος κρατών μελών που δεν είχαν επιτύχει ορισμένες αλιευτικές ποσοστώσεις μετά την προσχώρησή τους στην Κοινότητα.
51 Στη σκέψη 41 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου, η Πορτογαλική Δημοκρατία είχε ισχυριστεί ότι ο πορτογαλικός στόλος ασκούσε αλιευτικές δραστηριότητες εντός των υδάτων της Γροιλανδίας από το 1973 έως το 1977, ήτοι επί ένα χρονικό διάστημα της αρχικής περιόδου αναφοράς, υπογραμμίζοντας ότι οι αλιευθείσες από τον στόλο της ποσότητες ήσαν παρεμφερείς προς εκείνες που είχε αλιεύσει ο γερμανικός στόλος και σαφώς ανώτερες εκείνων του στόλου του Ηνωμένου Βασιλείου.
52 Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας δεν ήταν συγκρίσιμη προς εκείνη των λοιπών κρατών μελών, δικαιούχων των κατανομών. Έκρινε ότι, στο μέτρο που η Πράξη Προσχωρήσεως δεν μετέβαλε την υφιστάμενη κατάσταση σε θέματα κατανομής των εξωτερικών πόρων, εξακολουθεί να ισχύει το κοινοτικό κεκτημένο και ότι, ως εκ τούτου, τα νέα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται περιστάσεις προγενέστερες της προσχωρήσεως, ιδίως δε τις αλιευτικές δραστηριότητές τους κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, για να αποκλείσουν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Από την προσχώρησή τους, τελούν στην ίδια κατάσταση με τα κράτη μέλη που έχουν αποκλεισθεί των αλιευτικών δραστηριοτήτων δυνάμει της αρχής περί σχετικής σταθερότητας, αρχής η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε, όσον αφορά τις συναφθείσες πριν από την προσχώρηση συμφωνίες, με την πραγματοποιηθείσα το 1983 κατανομή (προπαρατεθείσα απόφαση Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 43 και 44).
53 Η ίδια συλλογιστική μπορεί να εφαρμοστεί και στις παρούσες υποθέσεις. Εξ αυτού έπεται ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν τελεί σε κατάσταση συγκρίσιμη προς εκείνη των κρατών μελών, τα σκάφη των οποίων έλαβαν ποσοστώσεις κατά την αρχική κατανομή και ότι, συνακόλουθα, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλεστεί τις αλιευτικές δραστηριότητες των ισπανικών σκαφών μεταξύ των ετών 1973 και 1976 στη Βόρεια Θάλασσα κατά την αρχική περίοδο αναφοράς. Αντιθέτως, η κατάστασή του είναι συγκρίσιμη με εκείνη των κρατών μελών, τα πλοία των οποίων δεν επέτυχαν παρόμοιες ποσοστώσεις, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω κράτη μέλη είχαν ή μη ασκήσει αλιευτική δραστηριότητα εντός των υδάτων της Βόρειας Θάλασσας και/ή της Βαλτικής κατά την αρχική περίοδο αναφοράς.
54 Πρέπει να προστεθεί ότι η λήξη της μεταβατικής περιόδου ουδόλως μεταβάλλει τη συγκεκριμένη κατάσταση.
55 Πράγματι, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίστηκαν ορθώς ότι προέχει η διάκριση μεταξύ της εννοίας προσβάσεως στα ύδατα και εκείνης της προσβάσεως στους πόρους. Καίτοι, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, το Βασίλειο της Ισπανίας μπορεί εκ νέου να έχει πρόσβαση στα ύδατα της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής, εξ αυτού δεν απορρέει ότι τα ισπανικά σκάφη μπορούν να έχουν πρόσβαση στους πόρους των δύο αυτών θαλασσών υπό τις αυτές αναλογίες με εκείνες των κρατών μελών που συμμετέσχον στην αρχική κατανομή ή σε μεταγενέστερες κατανομές.
56 Έτσι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, το Συμβούλιο κατέληξε στην εκτίμηση ότι, δεδομένου ότι τα ισπανικά σκάφη δεν είχαν αλιεύσει εντός των υδάτων της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής επί χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, η μη χορήγηση ποσοστώσεων δεν παραβιάζει την αρχή περί σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων των οικείων πληθυσμών. Εξ αυτού έπεται ότι το Συμβούλιο ήταν επίσης σε θέση να εκτιμήσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν βρισκόταν σε κατάσταση ισοδύναμη προς εκείνη των κρατών μελών, τα πλοία των οποίων είχαν αλιεύσει προσφάτως, κατά τη διάρκεια της συναφούς περιόδου αναφοράς, εντός των οικείων υδάτων.
57 Επομένως, μη αντιμετωπίζοντας, στα πλαίσια του κανονισμού 2341/2002, το Βασίλειο της Ισπανίας καθ’ όμοιο τρόπο με τα κράτη μέλη που συμμετέσχον στην αρχική κατανομή των αλιευτικών ποσοστώσεων, πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας, ή στις μεταγενέστερες κατανομές, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το Συμβούλιο δεν ενήργησε κατά τρόπο εισάγοντα δυσμενή διάκριση εις βάρος του Βασιλείου της Ισπανίας.
58 Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, επιβάλλεται η απόρριψη του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τυχόν προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της Πράξεως Προσχωρήσεως
Παρατηρήσεις των διαδίκων
59 Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, με το να μη χορηγεί στο Βασίλειο της Ισπανίας ένα μέρος των αλιευτικών ποσοστώσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο κατανομής για τη ζώνη των κοινοτικών υδάτων της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής, μετά την προσχώρηση του οικείου κράτους μέλους στην Κοινότητα, ο κανονισμός 2341/2002 παρατείνει τη μεταβατική περίοδο πέραν του χρόνου που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως και ως εκ τούτου παραβιάζει τις διατάξεις αυτής.
60 Παρόμοια συλλογιστική ισχύει και όσον αφορά τη μη αναθεώρηση μέσω του κανονισμού της κλείδας κατανομής που ορίστηκε για τη Βόρεια Θάλασσα, πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα.
61 Η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η ισχύς των προβλεπομένων στην Πράξη Προσχωρήσεως παρεκκλίσεων πέραν της καθορισθείσας με την εν λόγω πράξη μεταβατικής περιόδου ισοδυναμεί με τη μη αναγνώριση της κατ’ εξαίρεση, μεταβατικής και περιορισμένης φύσεώς τους, καθώς και του σκοπού τους, ήτοι της προοδευτικής εντάξεως ενός νέου κράτους μέλους στην Κοινότητα.
62 Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν, αφετέρου, ότι οι διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως έπαυσαν να ισχύουν με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και δεν μπορούν συνεπώς να αποτελέσουν του λοιπού κριτήριο ως προς τη νομιμότητα των θεσπισθέντων από το Συμβούλιο μέτρων.
63 Εξάλλου, η Πράξη Προσχωρήσεως ούτε απαιτεί ούτε προβλέπει αναθεώρηση του συστήματος κατανομής των ποσοστώσεων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
64 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι τα άρθρα 154 έως 166 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν ορίζουν το εφαρμοστέο στον τομέα της αλιείας καθεστώς παρά μόνο για τη μεταβατική περίοδο. Άρα, τα ανωτέρω άρθρα δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να αποτελέσουν θεμέλιο για διεκδικήσεις επί χρονική περίοδο, η έναρξη της οποίας τοποθετείται σε ημερομηνία μεταγενέστερη της λήξεως της μεταβατικής περιόδου.
65 Επιπλέον, ουδόλως προκύπτει από την Πράξη Προσχωρήσεως ότι το Συμβούλιο όφειλε να τροποποιήσει στο μέλλον την κλείδα κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων που είχε υιοθετήσει πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας ή κατόπιν αυτής, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.
66 Καίτοι το ισχύσαν κατά τη μεταβατική περίοδο καθεστώς είναι εξ ορισμού προσωρινό, δεν έπεται εξ αυτού ότι όλοι οι περιορισμοί που προβλέπει παύουν αυτομάτως να ισχύουν με τη λήξη της, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί είναι προϊόν και του κοινοτικού κεκτημένου που τυγχάνει εφαρμογής στο κράτος μέλος. Έτσι, όπως αναγνωρίστηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, το κοινοτικό κεκτημένο περιλαμβάνει την κλείδα κατανομής που καθορίστηκε με την κανονιστική ρύθμιση που ίσχυε κατά τον χρόνο προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας. Η εν λόγω κλείδα κατανομής εξακολουθεί κατ’ αρχήν να ισχύει ενόσω δεν έχει τροποποιηθεί με πράξη του Συμβουλίου. Ως προς τις κατανομές ποσοστώσεων που διενεργήθησαν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, αυτές δεν διέπονται από την Πράξη Προσχωρήσεως αλλά από τους κανονισμούς περί καθορισμού των επιδίκων ποσοστώσεων και από την αρχή περί σχετικής σταθερότητας.
67 Κατόπιν αυτού, το Συμβούλιο ουδόλως παραβίασε την Πράξη Προσχωρήσεως επειδή δεν χορήγησε στο Βασίλειο της Ισπανίας ορισμένες αλιευτικές ποσοστώσεις στη Βόρεια Θάλασσα με τον κανονισμό 2341/2002.
68 Επομένως, είναι απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2371/2002
Παρατηρήσεις των διαδίκων
69 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οι νέες αλιευτικές δυνατότητες που κατανεμήθηκαν στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική κατά τη διάρκεια των ετών 1992 έως 1998 πρέπει να χωρήσουν σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2371/2002, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, του ιδίου του Βασιλείου της Ισπανίας.
70 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει εκ νέου, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως, ότι, ελλείψει μεταβατικής περιόδου, το οικείο κράτος μέλος θα έπρεπε να συμμετέχει στις κατανομές νέων ποσοστώσεων από το 1986.
71 Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι οι αλιευτικές δυνατότητες που αποτέλεσαν αντικείμενο χορηγήσεως ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών μετά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας, μεταξύ των ετών 1992 και 1998, δεν είναι νέες κατά την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2371/2002 ούτε, άλλωστε, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, υπό iii, του κανονισμού 3760/92 και ως εκ τούτου ο λόγος ακυρώσεως που επικαλέστηκε η Ισπανική Κυβέρνηση είναι αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
72 Επιβάλλεται η υπόμνηση, όπως έπραξε και το Συμβούλιο, ότι ο κανονισμός 2341/2002 δεν θεμελιώνεται στον κανονισμό 2371/2002 αλλά στον κανονισμό 3760/92. Επομένως, ουδεμία ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός περί παρακάμψεως του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2371/2002.
73 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφος 2, επαναλαμβάνουν κατ’ ουσίαν εκείνες του άρθρου 8, παράγραφος 4, υπό iii, του κανονισμού 3760/92.
74 Επομένως, επιβάλλεται εν προκειμένω να εξεταστεί ο λόγος ακυρώσεως που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας ως αναγόμενος στις τελευταίες αυτές διατάξεις.
75 Η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται σε ορισμένα είδη που αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης κατανομής κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, αλλ’ ουδένα ειδικό κανονισμό αναφέρει προς στήριξη των ισχυρισμών της.
76 Αντιθέτως, το Συμβούλιο και το Ηνωμένο Βασίλειο μνημονεύουν, χωρίς να αντικρούονται, δύο κανονισμούς που θεωρούν ότι αφορούν το Βασίλειο της Ισπανίας, ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 783/98 του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 45/98 για καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων (TAC) για το 1998 και ορισμένων όρων υπό τους οποίους μπορούν να αλιεύονται (EE L 113, σ. 8), και τον κανονισμό (ΕΚ) 1570/1999 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 1999, για την κατανομή αλιευτικών δυνατοτήτων για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 48/1999 περί καθορισμού, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων (TAC) για το 1999 καθώς και ορισμένων όρων υπό τους οποίους είναι δυνατόν να αλιεύονται (ΕΕ L 187, σ. 5).
77 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι κατενεμηθείσες με τον κανονισμό 2341/2002 για το έτος 2003 αλιευτικές ποσοστώσεις που αφορούν τα καλυπτόμενα από τους δύο προπαρατεθέντες στην προηγούμενη σκέψη κανονισμούς είδη δεν συνιστούν ποσοστώσεις που καθόρισε για πρώτη φορά το Συμβούλιο αλλά αντιθέτως ποσοστώσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο κατανομής κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.
78 Επομένως, οι εν λόγω ποσοστώσεις δεν αποτελούν νέες αλιευτικές δυνατότητες κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, υπό iii, του κανονισμού 3760/92, αλλά αφορούν υφιστάμενες αλιευτικές δυνατότητες ρυθμιζόμενες από το άρθρο 8, παράγραφος 4, υπό ii, του κανονισμού και υποκείμενες στην αρχή περί σχετικής σταθερότητας.
79 Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, επιβάλλεται η απόρριψη του αντλούμενου από παράβαση των διατάξεων του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2371/2002 λόγου ακυρώσεως του Βασιλείου της Ισπανίας.
80 Δεδομένου ότι ουδείς από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε το οικείο κράτος μέλος έγινε δεκτός, οι παρούσες προσφυγές πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
81 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy