Υπόθεση C-92/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 75/439/ΕΟΚ – Διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων – Προτεραιότητα στην κατεργασία με αναγέννηση»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 28ης Οκτωβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 27ης Ιανουαρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων – Οδηγία 75/439 – Υποχρέωση των κρατών μελών να δίνουν προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση – Όρια – Εμπόδια τεχνικής, οικονομικής και οργανωτικής φύσεως – Έννοια
(Οδηγία 75/439 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1)
Από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101, προκύπτει ότι η αναφορά στα «εμπόδια τεχνικής, οικονομικής και οργανωτικής φύσης», τα οποία μνημονεύει το εν λόγω άρθρο, αποτελεί μέρος μιας διατάξεως η οποία εκφράζει κατά τρόπο συνολικό την επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση και ότι, με τη μνεία αυτή, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να προβλέψει περιορισμένες εξαιρέσεις από κανόνα γενικής εφαρμογής, αλλά να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο μιας υποχρεώσεως προς πράξη, συνισταμένης στην εξασφάλιση της προτεραιότητας της κατεργασίας των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
Πράγματι, αν γινόταν δεκτό ότι η επικρατούσα σε ένα κράτος μέλος τεχνική, οικονομική και οργανωτική κατάσταση αναγκαστικά συνεπάγεται εμπόδια που αποκλείουν τη λήψη των μέτρων τα οποία προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη, αυτό θα τη στερούσε από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι η επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση θα περιοριζόταν από τη διατήρηση του status quo, οπότε δεν θα υπήρχε πραγματική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για την κατά προτεραιότητα κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
(βλ. σκέψεις 35-36)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 27ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 75/439/ΕΟΚ – Διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων – Προτεραιότητα στην κατεργασία με αναγέννηση»
Στην υπόθεση C-92/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 28 Φεβρουαρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Caeiros και Μ. Κωνσταντινίδη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον L. Fernandes και την Μ. Lois, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζομένης από
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από την A. Guimaraes-Purokoski, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), C. Gulmann, R. Schintgen και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίνεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση, εφόσον οι τεχνικές, οικονομικές και οργανωτικές συνθήκες το επιτρέπουν, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ 1987, L 42, σ. 43, στο εξής: οδηγία).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Σκοπός της οδηγίας είναι η προστασία του περιβάλλοντος από τα επιβλαβή αποτελέσματα της απορρίψεως και της κατεργασίας των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων. Το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Εφόσον δεν υπάρχουν εμπόδια τεχνικής, οικονομικής και οργανωτικής φύσης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίδεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
2. Όταν δεν γίνεται αναγέννηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, λόγω των εμποδίων που αναφέρονται στην παραπάνω παράγραφο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με καύση να πραγματοποιείται με όρους αποδεκτούς από την άποψη του περιβάλλοντος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας αυτής, υπό τον όρο ότι η καύση αυτή είναι εφικτή από τεχνική, οικονομική και οργανωτική άποψη.
3. Όταν δεν χρησιμοποιείται ούτε η μέθοδος της αναγέννησης ούτε η μέθοδος της καύσης των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων για τους λόγους που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους 1 και 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν την ακίνδυνη καταστροφή τους ή την ελεγχόμενη αποθήκευση ή εναπόθεσή τους.»
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 87/101, τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις εκ της εν λόγω οδηγίας υποχρεώσεις τους από 1ης Ιανουαρίου 1990.
Η εθνική νομοθεσία
4 Η εθνική νομοθεσία περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων περιλαμβάνει τα ακόλουθα νομοθετήματα:
– το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 88/91, της 23ης Φεβρουαρίου 1991, που ρυθμίζει τις δραστηριότητες που αφορούν τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια·
– την υπουργική απόφαση αριθ. 240/92, της 25ης Μαρτίου 1992, περί εγκρίσεως του κανονισμού για τη χορήγηση αδειών για τις δραστηριότητες συλλογής, αποθηκεύσεως, προκατεργασίας, αναγεννήσεως, ανακτήσεως, καύσεως και αποτεφρώσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων·
– την υπουργική απόφαση αριθ. 1028/92, της 5ης Νοεμβρίου 1992, που θεσπίζει τους κανόνες ασφάλειας και ταυτοποιήσεως για τη μεταφορά των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων·
– την κοινή απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας και του Υπουργού Περιβάλλοντος, της 18ης Μαΐου 1993, περί εφαρμογή του κανονισμού για τη χορήγηση αδειών διαχειρίσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
5 Ενόψει τροποποιήσεως της εν λόγω ρυθμίσεως, οι πορτογαλικές αρχές ενέκριναν, στις 19 Μαΐου 2001, έγγραφο με τίτλο «Νέα εθνική στρατηγική διαχειρίσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων».
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
6 Στις 18 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή ζήτησε από τις πορτογαλικές αρχές να της γνωστοποιήσουν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία σχετικά με τις ποσότητες ορυκτελαίων που υποβλήθηκαν σε διαδικασία αναγεννήσεως κατά τα έτη 1995 έως 1997.
7 Στις 4 Οκτωβρίου 2000, οι πορτογαλικές αρχές απάντησαν ότι δεν είχε ακόμα εφαρμοστεί η μέθοδος αναγεννήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, αλλά ότι εξεταζόταν η από τεχνικής, οικονομικής και χρηματοδοτικής απόψεως βιωσιμότητα της δημιουργίας μονάδων αναγεννήσεως των ορυκτελαίων αυτών. Στις 7 Μαΐου 2002, οι εν λόγω αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας κατά τα έτη 1998 έως 2000, καθώς και το έγγραφο «Νέα εθνική στρατηγική διαχειρίσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων».
8 Στις 11 Απριλίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στην Πορτογαλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο ανέφερε ότι η τελευταία δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίνεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση, παραβαίνοντας έτσι τις υποχρεώσεις που υπέχει το κράτος μέλος αυτό από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, καίτοι οι τεχνικές, οικονομικές και οργανωτικές συνθήκες επέτρεπαν τη λήψη τέτοιων μέτρων.
9 Στις 18 Οκτωβρίου 2001, οι πορτογαλικές αρχές απάντησαν αναφέροντας, ότι με νομοσχέδιο το οποίο βρισκόταν στο στάδιο της επεξεργασίας, δινόταν προτεραιότητα στην αναγέννηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και ότι οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες ήταν διατεθειμένοι να δημιουργήσουν από κοινού μονάδα αναγεννήσεως.
10 Μη ικανοποιηθείσα από την εν λόγω απάντηση, η Επιτροπή απηύθυνε στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στις 24 Οκτωβρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία επανέλαβε τη θέση της ότι η τελευταία δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίνεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση, καίτοι οι τεχνικές, οικονομικές και οργανωτικές συνθήκες επέτρεπαν τη λήψη τέτοιων μέτρων. Στις 20 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή απέστειλε στο εν λόγω κράτος μέλος συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ανέφερε ότι, παρά τις δοθείσες εξηγήσεις, εξακολουθούσε να υπάρχει παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
11 Στις 7 Μαρτίου 2002, οι πορτογαλικές αρχές απάντησαν στις εν λόγω αιτιολογημένες γνώμες υπογραμμίζοντας ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν εμπόδια τεχνικής, οικονομικής και οργανωτικής φύσεως, τα οποία δεν είχαν επιτρέψει τη διαχείριση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με προτεραιότητα στην αναγέννηση.
12 Στην εν λόγω απάντηση, οι πορτογαλικές αρχές εξηγούσαν επίσης ότι το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία περί χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων δεν είχε τεθεί άμεσα σε εφαρμογή με την κατασκευή εγκαταστάσεως αναγεννήσεως εντός της επικράτειας οφειλόταν στο ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ L 30, σ. 1), δεν επέτρεπε στις αρμόδιες αρχές να εμποδίσουν την εξαγωγή αποβλήτων προοριζομένων να υποβληθούν σε διαδικασίες ενεργειακής αξιοποιήσεως.
13 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η προτεραιότητα της κατεργασίας των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση δεν είχε ακόμα θεσπιστεί στην Πορτογαλία, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
14 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, επετράπη στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβει υπέρ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
15 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κανένα από τα νομοθετήματα που επικαλούνται οι πορτογαλικές αρχές δεν προβλέπει την κατά προτεραιότητα κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
16 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Πορτογαλικής Δημοκρατίας σχετικά με τον προμνησθέντα κανονισμό 259/93, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να εμποδίσουν την εξαγωγή χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων που προορίζονται να υποβληθούν σε διαδικασία ενεργειακής αξιοποιήσεως. Οι πορτογαλικές αρχές θα μπορούσαν, από μακρού χρόνου, να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις κατά των μεταφορών χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων για ενεργειακή αξιοποίηση εντός άλλων κρατών μελών αν είχαν λάβει, εντός της ταχθείσας από την οδηγία προθεσμίας, τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση, στην Πορτογαλία, της κατά προτεραιότητα κατεργασίας των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση, όπως προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
17 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν η πορτογαλική νομοθεσία είχε προβλέψει αυτή την προτεραιότητα, οι αντιρρήσεις στις πράξεις εξαγωγής θα μπορούσαν να στηριχθούν στο ότι οι μεταφορές των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων είχαν ως σκοπό την καύση τους. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ότι οι αρχές αποστολής μπορούν να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αποβλήτων ιδίως προς άλλα κράτη μέλη βάσει ενός από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 259/93. Εξ αυτού, η Επιτροπή συνάγει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να προβληθεί ως κώλυμα για τη θέσπιση της προτεραιότητας της αναγεννήσεως την οποία απαιτεί η οδηγία.
18 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, δώδεκα έτη μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο την οποία τάσσει το άρθρο 2 της οδηγίας 87/101, οι πορτογαλικές αρχές δεν έχουν ακόμα λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίνεται πράγματι προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση. Εν προκειμένω, οι ανεπάρκειες στη νομοθεσία και την πρακτική, ιδίως στο θέμα του ελέγχου του προορισμού των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και της συλλογής τους στην Πορτογαλία, συνέβαλαν καθοριστικά στη μη ύπαρξη συνθηκών επιτρεπουσών την κατά προτεραιότητα κατεργασία με αναγέννηση και εμπόδισαν, ειδικότερα, την εγκατάσταση στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού μιας τουλάχιστον μονάδας αναγεννήσεως των ορυκτελαίων αυτών.
19 Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η δημοσίευση του εγγράφου με τίτλο «Νέα εθνική στρατηγική διαχειρίσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων» στερείται σημασίας. Το ίδιο ισχύει και για τις λοιπές πρωτοβουλίες που εξήγγειλαν οι πορτογαλικές αρχές.
20 H Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απουσία νομοθετημάτων δεν αρκεί προς θεμελίωση της υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, καθόσον, από θεωρητικής απόψεως, δεν εναπόκειται αναγκαστικά στην εθνική νομοθεσία να υλοποιήσει τον σκοπό της διατάξεως αυτής. Η εθνική ρύθμιση καθορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η αναγέννηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων κατά τρόπο μη διακυβεύοντα τους σκοπούς της οδηγίας.
21 Η εν λόγω κυβέρνηση διατείνεται ότι οι συλλεγόμενες ποσότητες χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, ιδίως των ορυκτελαίων καλής ποιότητας, υπολείπεται του ελαχίστου ορίου οικονομικής αποδοτικότητας. Εξάλλου, είναι αδύνατον να απαγορευθεί η εξαγωγή των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων προς τον σκοπό της ενεργειακής αξιοποιήσεώς τους, η αδυναμία δε αυτή αποθαρρύνει τους πιθανούς επενδυτές να επενδύσουν στην κατασκευή μονάδας αναγεννήσεως εντός της επικράτειας, δεδομένου ότι δεν μπορούν να είναι βέβαιοι ότι τα συλλεγόμενα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια θα κατευθύνονται προς αυτή την εγκατάσταση.
22 Όσον αφορά το ζήτημα της εξαγωγής χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι δυνατότητες παρεμβάσεως των αρμοδίων αρχών, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας 259/93, δεν αποτελούν μέσο ικανό να εμποδίσει την εξαγωγή χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων προοριζομένων για ενεργειακή αξιοποίηση, έστω και αν υφίσταται επαρκής ικανότητα αναγεννήσεως σε εθνικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να δικαιολογούν περιορισμούς στις εξαγωγές χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων προοριζομένων για ενεργειακή αξιοποίηση ως μέτρα προστασίας της εθνικής βιομηχανίας αναγεννήσεως αυτών των ορυκτελαίων.
23 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, πέραν των οικονομικής, τεχνικής και κανονιστικής φύσεως εμποδίων, το μέγεθος της πορτογαλικής αγοράς καθιστά προφανείς τις δυσκολίες που συναντώνται όσον αφορά την αναγέννηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, λαμβανομένων υπόψη των ελαχίστων ορίων αναφοράς που επιτρέπουν στη μέθοδο αυτή να είναι οικονομικώς αποδοτική. Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έχει καταβάλει πραγματικές προσπάθειες για να ελαχιστοποιήσει τα οικονομικής, τεχνικής και οργανωτικής φύσεως εμπόδια τα οποία αντιμετωπίζει προκειμένου να καθιερώσει την κατά προτεραιότητα κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
24 Η ίδια κυβέρνηση αναφέρει ότι το σημείο ισορροπίας για μια εγκατάσταση αναγεννήσεως εξαρτάται από το κόστος του εφοδιασμού σε χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια, και το οποίο αποτελεί σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση των τοπικών συνθηκών, της τιμής της αγοράς του αργού πετρελαίου και της χρησιμοποιουμένης για την αναγέννηση τεχνολογίας. Όμως, εκτός εάν υπάρχουν ενδιαφερόμενες αγορές για τα βασικά ορυκτέλαια που προκύπτουν από την αναγέννηση, οι μεγάλες εγκαταστάσεις είναι περισσότερο ικανές να ανθίστανται στις ισχυρές διακυμάνσεις της τιμής του αργού πετρελαίου και να διατηρούν επαρκή οικονομική αποδοτικότητα μακροπρόθεσμα.
25 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει συναφώς ότι, καίτοι εμπόδια τεχνικής, οικονομικής και οργανωτικής φύσεως αποθαρρύνουν τους επιχειρηματίες του τομέα να δημιουργήσουν μονάδες αναγεννήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, οι εθνικές αρχές είναι αποφασισμένες να εφαρμόσουν ένα τρόπο διαχειρίσεως αυτού του αποβλήτου που να δίνει πράγματι την προτεραιότητα στην αναγέννηση.
26 Η Φινλανδική Κυβέρνηση, με την παρέμβασή της υπέρ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, υποστηρίζει ότι, κατά την εκτίμηση του εφικτού και της από οικονομικής απόψεως αποδοτικότητας της αναγεννήσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η παραγόμενη ποσότητα χρησιμοποιημένου ορυκτελαίου, οι αποστάσεις μεταφοράς, το κόστος παραγωγής καθώς και οι συνθήκες της αγοράς. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις αναγεννήσεως πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, η κατάσταση της αγοράς είναι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν τις προϋποθέσεις της αναγεννήσεως.
27 Συναφώς, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η τιμή του βασικού ορυκτελαίου παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις. Αυτή η διακύμανση των τιμών αυξάνει τους κινδύνους που είναι εγγενείς στις επενδύσεις που πραγματοποιούνται στον τομέα της αναγεννήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων. Ο κίνδυνος αυτός επιτείνεται από μια πτωτική τάση της καταναλώσεως λιπαντικών, η οποία οφείλεται στο ότι σήμερα χρησιμοποιούνται συνθετικά λιπαντικά, τα οποία είναι καλύτερης ποιότητας.
28 Η Φινλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, στην περίπτωση που μια εθνική νομοθεσία θεσπίζει επιτακτική υποχρέωση αναγεννήσεως και δεν υφίσταται εγκατάσταση αναγεννήσεως στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια πρέπει να εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος για να υποβληθούν σε διαδικασία αναγεννήσεως. Στην περίπτωση αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε το υπερβολικό κόστος που συνεπάγονται για τον εξαγωγέα η μεταφορά και η αναγέννηση ούτε το ότι η μεταφορά μπορεί να μην είναι εύλογη λόγω των επιπτώσεών της στο περιβάλλον.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
29 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-102/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1999, σ. I-5051, σκέψη 35), ένας από τους κύριους στόχους της οδηγίας ήταν να δοθεί προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση. Ο στόχος αυτός, που διατυπώνεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/101, στηρίζεται στο ότι η αναγέννηση συνιστά την πλέον ορθολογική αξιοποίηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, λαμβανομένης υπόψη της εξοικονομήσεως ενέργειας την οποία επιτρέπει.
30 Όσον αφορά την αιτίαση την οποία η Επιτροπή αντλεί από τη μη τήρηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρηθεί ότι η ισχύουσα εθνική ρύθμιση δεν περιέχει κανένα κανόνα ο οποίος να ορίζει, όπως επιβάλλει η εν λόγω διάταξη, ότι δίνεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
31 Επιβάλλεται, επίσης, η παρατήρηση ότι η ίδια η Πορτογαλική Δημοκρατία αναγνώρισε ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ώστε να προβλεφθεί η προτεραιότητα αυτή στα δεσμευτικής ισχύος νομοθετικά κείμενα. Πράγματι, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ανέφερε συναφώς ότι είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η συναφής εθνική ρύθμιση ώστε να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για την καθιέρωση αυτής της προτεραιότητας και ότι προς τον σκοπό αυτόν καταρτίστηκε το έγγραφο που τιτλοφορείται «Νέα εθνική στρατηγική διαχειρίσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων».
32 Όμως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 25 της αποφάσεως της 15ης Ιουλίου 2004, C-424/02, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2004, σ. Ι-7249), καίτοι δεν αμφισβητείται ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, αρχικώς, να προβούν σε έρευνες και να καταρτίσουν εκθέσεις προς προσδιορισμό του τρόπου διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, εντούτοις, τις προκαταρκτικές αυτές ενέργειες πρέπει να ακολουθήσει η λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την κατά προτεραιότητα προώθηση της αναγεννήσεως, προς συμμόρφωση προς την επιβαλλόμενη με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωση.
33 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 259/93, θα ήταν δύσκολη η εξασφάλιση της αποδοτικότητας εγκαταστάσεων αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων στην Πορτογαλία, αρκεί η παρατήρηση ότι, δυνάμει των ιδίων αυτών διατάξεων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών έχουν την εξουσία να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, προοριζομένων να υποβληθούν σε διαδικασία αξιοποιήσεως εντός άλλου κράτους μέλους.
34 Πράγματι, όπως ορθώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 52 των προτάσεών του, αν η Πορτογαλική Δημοκρατία είχε εξασφαλίσει, όπως της επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, την προτεραιότητα της αναγεννήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων στην επικράτειά της, οι αρμόδιες αρχές θα μπορούσαν, στηριζόμενες στο γεγονός αυτό, να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αυτών των αποβλήτων προς άλλα κράτη μέλη.
35 Όσον αφορά το επιχείρημα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ότι η δημιουργία εγκαταστάσεων αναγεννήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού δεν είναι αποδοτική και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές και βάσει της αρχής της αναλογικότητας, οι υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων κρατών μελών πρέπει να διαμορφώνονται αναλόγως της συγκεκριμένης καταστάσεως σε κάθε κράτος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 35 και 43 της προμνησθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας, ένας από τους κύριους στόχους της οδηγίας ήταν να δοθεί προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση. Συνεπώς, αν γινόταν δεκτό ότι οι επικρατούσα σε ένα κράτος μέλος τεχνική, οικονομική και οργανωτική κατάσταση αναγκαστικά συνεπάγεται εμπόδια που αποκλείουν τη λήψη των μέτρων τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, αυτό θα στερούσε την εν λόγω διάταξη από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι η επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση θα περιοριζόταν από τη διατήρηση του status quo, οπότε δεν θα υπήρχε πραγματική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για την κατά προτεραιότητα κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
36 Εξάλλου, όσον αφορά αυτή την προτεραιότητα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως το Δικαστήριο υπογράμμισε στις σκέψεις 38 και 39 της προμνησθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας, η αναφορά στα «εμπόδια τεχνικής, οικονομικής και οργανωτικής φύσης», τα οποία μνημονεύει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, αποτελεί μέρος μιας διατάξεως η οποία εκφράζει κατά τρόπο συνολικό την επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη υποχρέωση και ότι, με τη μνεία αυτή, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να προβλέψει περιορισμένες εξαιρέσεις από κανόνα γενικής εφαρμογής, αλλά να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο μιας υποχρεώσεως προς πράξη, συνισταμένης στην εξασφάλιση της προτεραιότητας της κατεργασίας των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση.
37 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπή πρέπει να κριθεί βάσιμη.
38 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίνεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση, εφόσον οι τεχνικές, οικονομικές και οργανωτικές συνθήκες το επιτρέπουν, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, η Δημοκρατία της Φινλανδίας θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Πορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να δίνεται προτεραιότητα στην κατεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση, εφόσον οι τεχνικές, οικονομικές και οργανωτικές συνθήκες το επιτρέπουν, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986.
2) Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy