Υπόθεση C-109/03
KPN Telecom BV
κατά
Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit (OPTA)
(αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Τηλεπικοινωνίες – Οδηγία 98/10/EΚ – Ανοικτό δίκτυο στη φωνητική τηλεφωνία – Παροχή πληροφοριών σχετικών με τους συνδρομητές – Καθορισμός των τιμών»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Τομέας των τηλεπικοινωνιών – Παροχή ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και καθολικής υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών – Οδηγία 98/10 – Υπηρεσίες καταλόγου – Υποχρεώσεις του παρέχοντος την καθολική υπηρεσία – Παροχή σχετικών πληροφοριών όσον αφορά τους συνδρομητές – Έννοια των «σχετικών πληροφοριών»
(Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/10, άρθρο 6 § 3)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Τομέας των τηλεπικοινωνιών – Παροχή ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία και καθολικής υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών – Οδηγία 98/10 – Υπηρεσίες καταλόγου – Υποχρεώσεις του παρέχοντος την καθολική υπηρεσία – Παροχή σχετικών πληροφοριών όσον αφορά τους συνδρομητές – Χρέωση των εξόδων – Όρια
(Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/10, άρθρο 6 § 3)
1. Στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10 για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι η έννοια των «σχετικών πληροφοριών» για τους συνδρομητές τις οποίες πρέπει να εξασφαλίζει ο παρέχων την καθολική υπηρεσία αφορά αποκλειστικώς τα στοιχεία που σχετίζονται με τους συνδρομητές που δεν προέβαλαν αντίρρηση στην καταχώρισή τους σε δημοσιευμένο κατάλογο και τα οποία εξασφαλίζουν, αφ’ εαυτών, στους χρήστες ενός καταλόγου τη δυνατότητα να προσδιορίσουν την ταυτότητα των συνδρομητών που αναζητούν. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν, καταρχήν, το όνομα των συνδρομητών και τη διεύθυνσή τους, συμπεριλαμβανομένου του ταχυδρομικού κωδικού, καθώς και τον/τους αριθμό/ούς τηλεφώνου που τους παραχώρησε ο οικείος φορέας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να προβλέπουν ότι άλλα στοιχεία θα τεθούν στη διάθεση των χρηστών, εφόσον, ενόψει ειδικών εθνικών συνθηκών, κρίνονται αναγκαία για τον εντοπισμό των συνδρομητών.
(βλ. σκέψη 36, διατακτ. 1)
2. Η υποχρέωση του παρέχοντος την καθολική υπηρεσία να εξασφαλίζει σε τρίτους, υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους, τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τους συνδρομητές, την οποία προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10 για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν πρόκειται για στοιχεία όπως το όνομα και η διεύθυνση των προσώπων, καθώς και ο αριθμός τηλεφώνου που τους παραχωρήθηκε, ο παρέχων την καθολική υπηρεσία μπορεί να χρεώσει μόνον τα έξοδα που σχετίζονται με την ουσιαστική διάθεση των εν λόγω στοιχείων σε τρίτους. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για πρόσθετα στοιχεία που ο παρέχων καθολική υπηρεσία δεν υποχρεούται να θέτει στη διάθεση τρίτων, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται να χρεώνει, πέραν των σχετικών με την εν λόγω διάθεση εξόδων, τα πρόσθετα έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε ο ίδιος για την απόκτηση των εν λόγω στοιχείων, εφόσον εξασφαλίζεται ότι οι τρίτοι δεν τυγχάνουν διακριτικής μεταχειρίσεως.
(βλ. σκέψη 42, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 2004 (*)
«Τηλεπικοινωνίες – Οδηγία 98/10/EΚ – Ανοικτό δίκτυο στη φωνητική τηλεφωνία – Παροχή πληροφοριών σχετικών με τους συνδρομητές – Καθορισμός των τιμών»
Στην υπόθεση C-109/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ,
ασκηθείσα από το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες), με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2003, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Μαρτίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
KPN Telecom BV
κατά
Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit (OPTA),
στην οποία παρέστησαν οι:
Denda Multimedia BV,
Denda Directory Services BV,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, K. Lenaerts, S. von Bahr και K. Schiemann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Μαΐου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η KPN Telecom BV, εκπροσωπούμενη από τους B. L. P. van Reeken και E. Pijnacker Hordijk, advocaten,
– η Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit (OPTA), εκπροσωπούμενη από τους A. B. van Rijn και B. J. Drijber, advocaten,
– η Denda Multimedia BV, εκπροσωπούμενη από τον T. F. W. Overdijk, advocaat,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επροσωπούμενη από τους M. Shotter και W. Wils,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ 1998, L 101, σ. 24, στο εξής: οδηγία).
2 Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της KPN Telecom BV (στο εξής: KPN) και της Onafhankelijke Post en Telecommunicatie Autoriteit (ανεξάρτητη αρχή προστασίας των υπηρεσιών ταχυδρομείου και τηλεπικοινωνιών, στο εξής: OPTA), με αφορμή την παροχή σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ορισμένων πληροφοριών αφορωσών συνδρομητές της ΚΡΝ, προκειμένου αυτές να προβούν στη σύνταξη τηλεφωνικών καταλόγων.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία αφορά την εναρμόνιση των συνθηκών για ανοιχτή και αποτελεσματική πρόσβαση και χρήση των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων και των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών σε περιβάλλον ανοιχτών και ανταγωνιστικών αγορών, σύμφωνα με τις αρχές της παροχής ανοιχτού δικτύου (ΟΝΡ).
Σκοποί της παρούσας οδηγίας είναι η εξασφάλιση της διαθεσιμότητας, σε κοινοτική κλίμακα, σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών καλής ποιότητας και ο καθορισμός του συνόλου υπηρεσιών στις οποίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, στ[ο] πλαίσι[ο] της καθολικής υπηρεσίας, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή.»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, της οδηγίας ορίζει την έννοια «καθολική υπηρεσία» ως το «καθορισμένο ελάχιστο σύνολο υπηρεσιών δεδομένης ποιότητας το οποίο προσφέρεται σε όλους τους χρήστες ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση και, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή».
5 Το άρθρο 6 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής, όπως η οδηγία 95/46/ΕΚ και η οδηγία 97/66/ΕΚ.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:
α) οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα να καταχωρούνται σε δημόσια διατιθέμενους καταλόγους, καθώς και να ελέγχουν και, εάν είναι απαραίτητο, να διορθώνουν ή να ζητούν τη διαγραφή της σχετικής καταχώρησης·
β) κατάλογοι όλων των συνδρομητών που δεν έχουν διατυπώσει αντίρρηση για την καταχώρησή τους, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, των κινητών και των προσωπικών αριθμών, διατίθενται στους χρήστες υπό μορφή εγκεκριμένη από την εθνική κανονιστική αρχή, είτε έντυπη είτε ηλεκτρονική είτε αμφότερες, και ενημερώνονται τακτικά·
γ) σε όλους τους χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών κοινόχρηστων τηλεφώνων, διατίθεται μία τουλάχιστον υπηρεσία πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου η οποία καλύπτει όλους τους καταχωρημένους συνδρομητικούς αριθμούς·
3. Για να εξασφαλιστεί η παροχή των προβλεπομένων στην παράγραφο 2, στοιχεία β΄ και γ΄, υπηρεσιών, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι οργανισμοί που παραχωρούν τηλεφωνικούς αριθμούς σε συνδρομητές να ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα περί παροχής, υπό συμφωνημένη μορφή, των σχετικών πληροφοριών υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους.
4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί που παρέχουν τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 2, στοιχεία β΄ και γ΄, υπηρεσίες, τηρούν την αρχή της αμεροληψίας κατά την επεξεργασία και παρουσίαση των πληροφοριών που τους παρέχονται.»
6 Στις Κάτω Χώρες, οι τομείς τους οποίους καλύπτει η οδηγία διέπονται από τον νόμο Wet op de telecommunicatievoorzieningen (νόμος περί τηλεπικοινωνιών) της 26ης Οκτωβρίου 1988 (Staatsblad 1988, σ. 520, στο εξής: νόμος WTV), καθώς και από το διάταγμα Besluit ONP huurlijnen en telefonie (διάταγμα ONP για τις μισθωμέvες γραμμές και την τηλεφωνία) της 10ης Νοεμβρίου 1998 (Staatsblad 1998, σ. 639, στο εξής: διάταγμα BOHT), το οποίο εκδόθηκε προς εκτέλεση του εν λόγω νόμου, και ιδίως από τα άρθρα 7.1 και 7.5 του εν λόγω διατάγματος.
7 Το άρθρο 43 του διατάγματος BOHT προβλέπει:
«Όποιος παραχωρεί προς χρήση αριθμούς […] κατόπιν αιτήσεως, υπό συμφωνημένη μορφή και με δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους, καθιστά διαθέσιμους τους αριθμούς αυτούς καθώς και τις συναφείς πληροφορίες, προκειμένου για την κατάρτιση καταλόγων και την εξασφάλιση υπηρεσίας παροχής πληροφοριών από τηλεφώνου […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Η KPN είναι η εταιρία που παρέχει την καθολική υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας στις Κάτω Χώρες. Η Denda International vof, που μετονομάστηκε σε Denda Multimedia BV (στο εξής: Denda), με έδρα στις Κάτω Χώρες, και η Topware CD-Service AG (στο εξής: Topware), με έδρα στη Γερμανία, ήταν, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που τέθηκαν υπό την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, επιχειρήσεις εκδόσεως έντυπων τηλεφωνικών καταλόγων καθώς και ηλεκτρονικών, τους οποίους καταχώριζαν καταρχάς σε CD-ROM με σκοπό να τους τοποθετήσουν, στη συνέχεια, στο Διαδίκτυο.
9 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Denda και η Topware ζήτησαν από την PTT Telecom BV, η οποία υπήρξε η προκάτοχος της KPN μέχρι το 1998, να τους γνωστοποιήσει στοιχεία σχετικά με τους συνδρομητές της υπηρεσίας φωνητικής τηλεφωνίας, προκειμένου να εκδώσουν τους δικούς τους καταλόγους. Πέραν των βασικών στοιχείων όπως το όνομα, η διεύθυνση, ο τόπος κατοικίας και ο αριθμός τηλεφώνου, καθώς και, ενδεχομένως, ο ταχυδρομικός κώδικας του συνδρομητή και η επισήμανση ότι ο εν λόγω αριθμός χρησιμοποιούνταν αποκλειστικώς ως γραμμή τηλεομοιοτυπίας, οι δύο αυτές επιχειρήσεις ενδιαφέρονταν, ειδικότερα, για πρόσθετα στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονταν στις λευκές σελίδες του καταλόγου που εξέδωσε η προκάτοχος της KPN, με εξαίρεση τις διαφημιστικές αγγελίες. Επρόκειτο, για παράδειγμα, για την πρόσθετη δήλωση επαγγέλματος, άλλου ονόματος, καταχωρίσεως σε άλλο δήμο ή επιπλέον αριθμών κινητών τηλεφώνων των συνδρομητών.
10 Η προκάτοχος της KPN αρνήθηκε να παράσχει τις πρόσθετες αυτές πληροφορίες στην Denda και την Topware. Ομοίως, αρνήθηκε να τους γνωστοποιήσει τα βασικά στοιχεία έναντι 0,85 NLG ανά στοιχείο, ποσό που, σύμφωνα με τις εν λόγω επιχειρήσεις, ήταν υπερβολικό. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω επιχειρήσεις υπέβαλαν καταγγελία στην OPTA, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η προκάτοχος της KPN παρέβη τις διατάξεις του νόμου WTV και του διατάγματος BOHT.
11 Με απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1999, η OPTA αποφάσισε, αφενός, ότι η KPN δεν υπεχρεούτο να γνωστοποιήσει στην Denda και την Topware τα πρόσθετα στοιχεία που αυτές επιθυμούσαν και, αφετέρου, ότι η τιμή που ζήτησε η KPN για τη γνωστοποίηση των βασικών στοιχείων έπρεπε να είναι κατώτερη του 0,005 NLG ανά στοιχείο.
12 Η KPN καθώς και οι Denda και Topware υπέβαλαν καταγγελίες κατά της εν λόγω αποφάσεως της OPTA. Με δύο αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2000, η ΟΡΤΑ μετέβαλε την αρχική θέση της και έκρινε ότι η KPN όφειλε επίσης να παράσχει τα πρόσθετα στοιχεία που αφορούσαν τον/τους αριθμό/ούς κινητών τηλεφώνων, το επάγγελμα του συνδρομητή και την ενδεχόμενη καταχώρισή του σε άλλους δήμους.
13 Η KPN και η Denda άσκησαν ενώπιον του Arrondissementsrechtbank te Rotterdam (Κάτω Χώρες) προσφυγή κατά των εν λόγω αποφάσεων, οι οποίες ωστόσο απορρίφθηκαν ως αβάσιμες. Το College van Beroep voor het bedrijfsleven, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε έφεση, έχει αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του νόμου WTV και του διατάγματος BOHT υπό το πρίσμα της οδηγίας.
14 Το College van Beroep voor het bedrijfsleven, κρίνοντας ότι η επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς προϋποθέτει την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει κατά την ερμηνεία των λέξεων “σχετικών πληροφοριών” στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/ΕΚ […] να θεωρηθεί ότι με αυτές νοούνται μόνον οι χορηγούμενοι από τους οικείους οργανισμούς αριθμοί με όνομα, διεύθυνση, τόπο κατοικίας και ταχυδρομικό κώδικα αυτών στους οποίους χορηγείται ο αριθμός καθώς και με την ενδεχόμενη ένδειξη ότι ο αριθμός χρησιμοποιείται (αποκλειστικά) ως γραμμή φαξ, ή εμπίπτουν στις “σχετικές πληροφορίες” και άλλα στοιχεία τα οποία διαθέτουν οι οργανισμοί, όπως επιπλέον καταχωρίσεις επαγγέλματος, άλλου ονόματος, άλλου δήμου ή αριθμών κινητής τηλεφωνίας;
2) Έχει η έκφραση “ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για διάθεση [...] υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους”, της αναφερόμενης στο ερώτημα 1 διατάξεως την έννοια ότι:
α) οι αριθμοί με όνομα, διεύθυνση, τόπο κατοικίας και ταχυδρομικό κώδικα αυτού στον οποίο χορηγείται ο αριθμός πρέπει να είναι διαθέσιμοι [έναντι] αμοιβής που καλύπτει μόνον το οριακό κόστος το οποίο συνεπάγεται η πραγματική διάθεσή τους, και
β) πρέπει άλλα στοιχεία πλην των αναφερομένων στο στοιχείο α΄ να είναι διαθέσιμα [έναντι] αμοιβής που καλύπτει το κόστος το οποίο ο παρέχων τα στοιχεία αυτά αποδεικνύει ότι είχε προκειμένου να αποκτήσει ή να παράσχει τα εν λόγω στοιχεία;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
15 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν ποια στοιχεία εμπίπτουν στην έννοια των «σχετικών πληροφοριών» του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας.
16 Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας των «σχετικών πληροφοριών» όσον αφορά τους συνδρομητές, τις οποίες πρέπει να παρέχουν σε τρίτους οι οργανισμοί που παραχωρούν προς χρήση αριθμούς τηλεφώνων. Συνεπώς, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και βάσει του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία.
17 Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, σκοπός της είναι να εξασφαλίσει την παροχή, εντός ολόκληρης της Κοινότητας, καλής ποιότητας τηλεφωνικών υπηρεσιών και να προσδιορίσει όλες τις υπηρεσίες στις οποίες πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, στο πλαίσιο της καθολικής υπηρεσίας, σε προσιτή τιμή και, όπως προκύπτει από τον τίτλο της οδηγίας, «σε ανταγωνιστικό περιβάλλον».
18 Σκοπός, συνεπώς, της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει ισορροπία μεταξύ των ειδικών συμφερόντων του παρέχοντος την καθολική υπηρεσία και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα στον οποίο επικρατούν συνθήκες ανταγωνισμού, καθώς και των συμφερόντων των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών.
19 Όσον αφορά, καταρχάς, την καθολική υπηρεσία, είναι σκόπιμη η υπενθύμιση ότι η εν λόγω υπηρεσία ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, της οδηγίας ως το καθορισμένο ελάχιστο σύνολο υπηρεσιών δεδομένης ποιότητας το οποίο προσφέρεται σε όλους τους χρήστες ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση και, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή.
20 Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, από τη φράση «[γ]ια να εξασφαλιστεί η παροχή των υπηρεσιών των αναφερομένων στην παράγραφο 2, στοιχεία β΄ και γ΄», την οποία περιλαμβάνει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, προκύπτει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν ότι όλοι οι οργανισμοί που παραχωρούν τηλεφωνικούς αριθμούς σε συνδρομητές ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για διάθεση των σχετικών πληροφοριών εντάσσεται στο πλαίσιο της παροχής της καθολικής υπηρεσίας.
21 Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί ποιες είναι οι αναγκαίες για την εξασφάλιση της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας πληροφορίες.
22 Συναφώς, το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας ορίζει απλώς ότι στους καταλόγους πρέπει να περιλαμβάνονται, προκειμένου οι σχετικές πληροφορίες να τίθενται στη διάθεση των χρηστών, όλοι οι συνδρομητές που δεν προέβαλαν αντίρρηση στην καταχώριση των στοιχείων τους, και να αναφέρονται οι αριθμοί των σταθερών, κινητών και προσωπικών τους τηλεφώνων. Κατά συνέπεια, όπως ορθώς επισήμανε η ΚPN, για την κατάρτιση τηλεφωνικού καταλόγου στο πλαίσιο παροχής της καθολικής υπηρεσίας δεν είναι αναγκαία άλλα στοιχεία πλην αυτών στα οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη.
23 Ανακύπτει, πάντως, το ζήτημα αν αυτός ο περιορισμός των στοιχείων στο πλαίσιο της παροχής πληροφοριών στους ανταγωνιστές του παρέχοντος την καθολική υπηρεσία τηρεί τις επιταγές περί απελευθερώσεως της αγοράς των τηλεπικοινωνιών στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η οδηγία. Η OPTA και η Denda έχουν σοβαρές αμφιβολίες επ’ αυτού και υποστηρίζουν ότι μόνον η ευρεία ερμηνεία της έννοιας των στοιχείων που πρέπει να παρέχονται μπορεί να εξασφαλίσει δίκαιους όρους ανταγωνισμού.
24 Κατά την άποψη της KPN, σκοπός της οδηγίας δεν είναι, ωστόσο, να επωφεληθούν οι τρίτοι από τις προσπάθειες που κατέβαλε ο παρέχων την καθολική υπηρεσία, όπως π.χ. από τη δαπανηρή συλλογή των πρόσθετων στοιχείων, καθόσον οι εν λόγω προσπάθειες δεν καταβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποχρεώσεών του περί παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας με τη στενή του όρου έννοια. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία της οδηγίας θα επέφερε στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που εκδίδουν καταλόγους, δεδομένου ότι μία από τις εν λόγω επιχειρήσεις θα υπεχρεούτο να βοηθήσει τους ανταγωνιστές της, χωρίς αυτοί να της οφείλουν ανταπόδοση.
25 Συναφώς, είναι γεγονός ότι η οδηγία υπογραμμίζει σε πολλά σημεία της ότι σκοπός της είναι η παροχή κινήτρων ώστε να αναπτυχθεί ανταγωνιστική αγορά στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Όσον αφορά, ειδικότερα, τους καταλόγους, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη τονίζεται ότι «η παροχή υπηρεσιών καταλόγου είναι δραστηριότητα σε ανταγωνιστικό περιβάλλον». Επίσης, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας συμβάλλει στην επίτευξη του εν λόγω σκοπού, καθόσον προβλέπει την προς όφελος ανταγωνιστικών επιχειρήσεων διάθεση ορισμένων πληροφοριών σχετικών με τους συνδρομητές.
26 Συγκεκριμένα, η ύπαρξη, εντός του οικείου κράτους μέλους, άλλων –πλην της παρέχουσας την καθολική υπηρεσία– επιχειρήσεων που καταρτίζουν καταλόγους, όπως η Denda και η Topware, αποδεικνύει ότι πράγματι αναπτύχθηκε ανταγωνιστική αγορά στον τομέα των καταλόγων.
27 Ωστόσο, δεν αποκλείεται η άρνηση παροχής των επίμαχων στη διαφορά της κύριας δίκης πληροφοριών να επηρεάσει ενδεχομένως τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί μια αγορά λειτουργούσα υπό συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων εκδόσεως καταλόγων. Όσον αφορά τους όρους αυτούς, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει ότι πρέπει να είναι «δίκαιο[ι], κοστοστρεφείς και αμερόληπτο[ι]». Συνεπώς, αν ο παρέχων την καθολική υπηρεσία τηρεί τις επιταγές που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, δεν υποχρεούται να παρέχει, επιπλέον, όλα τα πρόσθετα στοιχεία που επιθυμούν να έχουν στη διάθεσή τους οι ανταγωνιστές του.
28 Κατά συνέπεια, η άρνηση παροχής σε τρίτους άλλων στοιχείων πλην αυτών που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας συνάδει με την απελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών, η οποία αποτελεί έναν από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία.
29 Τέλος, όσον αφορά τους χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, και τα ειδικά συμφέροντά τους, αυτοί κυρίως υποτίθεται ότι επωφελούνται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, από τις συνθήκες ανταγωνισμού στην επίμαχη αγορά. Συγκεκριμένα, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη τονίζεται ότι οι χρήστες και οι καταναλωτές «επιθυμούν εκτεταμένους καταλόγους και υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου που να περιλαμβάνουν όλους τους καταχωρημένους τηλεφωνικούς συνδρομητές και τους αριθμούς τους (συμπεριλαμβανομένων των σταθερών, κινητών και προσωπικών τηλεφωνικών αριθμών)», διατύπωση που επαναλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
30 Στην αναγκαιότητα παροχής πληροφοριών στους χρήστες αντιστοιχεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας δικαίωμά τους όχι μόνο να περιλαμβάνονται σε κατάλογο, αλλά και να ζητούν την ολική ή μερική απάλειψη ορισμένων από τα στοιχεία που περιλαμβάνει ο εν λόγω κατάλογος. Ομοίως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας παραπέμπει ρητώς σε ορισμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που άπτονται της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής.
31 Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο, σε άλλο βεβαίως πλαίσιο που όμως σχετίζεται με την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, από τη διάταξη αυτή προκύπτει η αρχή ότι κάθε φορέας διαχειρίζεται τον κατάλογο των συνδρομητών του που δεν επιθυμούν να καταχωριστούν στον καθολικό κατάλογο και δεν γνωστοποιεί το όνομα των συνδρομητών αυτών στον εκδότη του τηλεφωνικού καταλόγου (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-146/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-9767, σκέψη 68).
32 Επομένως, είναι γεγονός ότι η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής είναι πρωταρχικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των στοιχείων που ένας επιχειρηματίας υποχρεούται να θέτει στη διάθεση τρίτου με τον οποίο βρίσκεται σε ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, μια ευρεία προσέγγιση του ζητήματος, η οποία απαιτεί την άνευ διακρίσεων γνωστοποίηση όλων των στοιχείων που διαθέτει ένας επιχειρηματίας, εξαιρουμένων ωστόσο εκείνων που αφορούν τους συνδρομητές οι οποίοι επ’ ουδενί επιθυμούν να περιληφθούν σε δημοσιευμένο κατάλογο, δεν συνάδει με την προστασία ούτε των εν λόγω δεδομένων ούτε της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερομένων.
33 Κατά συνέπεια, η συνεκτίμηση των ειδικών συμφερόντων των χρηστών των οικείων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, δεν συνηγορεί, ομοίως, υπέρ της ευρείας ερμηνείας της έννοιας των «σχετικών πληροφοριών».
34 Από τις σκέψεις αυτές περί των διαφόρων συμφερόντων που διακυβεύονται προκύπτει ότι η έννοια των «σχετικών πληροφοριών», όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Οι οργανισμοί που παραχωρούν προς χρήση αριθμούς τηλεφώνου πρέπει δηλαδή να γνωστοποιούν στους τρίτους μόνον τα σχετικά με συνδρομητές που δεν προέβαλαν αντιρρήσεις όσον αφορά την καταχώρισή τους σε δημοσιευμένο κατάλογο στοιχεία, τα οποία εξασφαλίζουν, αφ’ εαυτών, στους χρήστες ενός καταλόγου τη δυνατότητα να προσδιορίσουν την ταυτότητα των συνδρομητών που αναζητούν. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν, καταρχήν, το όνομα των συνδρομητών και τη διεύθυνσή τους, συμπεριλαμβανομένου του ταχυδρομικού κώδικα, καθώς και τον/τους αριθμό/ούς τηλεφώνου που τους παραχώρησε ο οικείος οργανισμός.
35 Στο πλαίσιο αυτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή και όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 28 των προτάσεών του, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές σε εθνικό επίπεδο στα αιτήματα των χρηστών υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας. Στο μέτρο που η οδηγία, χρησιμοποιώντας την έννοια των «σχετικών πληροφοριών», δεν επιδιώκει την πλήρη εναρμόνιση όλων των κριτηρίων που πρέπει να πληρούνται για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των συνδρομητών, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια να εξακριβώσουν αν, σε ένα ειδικό εθνικό πλαίσιο, πρέπει να παρασχεθούν σε τρίτους ορισμένα πρόσθετα στοιχεία.
36 Συνεπώς, επιβάλλεται να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι η δέουσα ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας είναι ότι η έννοια των «σχετικών πληροφοριών» αφορά αποκλειστικώς τα στοιχεία που σχετίζονται με τους συνδρομητές που δεν προέβαλαν αντίρρηση στην καταχώρισή τους σε δημοσιευμένο κατάλογο και τα οποία εξασφαλίζουν, αφ’ εαυτών, στους χρήστες ενός καταλόγου τη δυνατότητα να προσδιορίσουν την ταυτότητα των συνδρομητών που αναζητούν. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν, καταρχήν, το όνομα των συνδρομητών και τη διεύθυνσή τους, συμπεριλαμβανομένου του ταχυδρομικού κωδικού, καθώς και τον/τους αριθμό/ούς τηλεφώνου που τους παραχώρησε ο οικείος φορέας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να προβλέπουν ότι άλλα στοιχεία θα τεθούν στη διάθεση των χρηστών, εφόσον, ενόψει ειδικών εθνικών συνθηκών, κρίνονται αναγκαία για τον εντοπισμό των συνδρομητών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
37 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, ποια είναι τα έξοδα συλλογής, ανανεώσεως και παροχής των σχετικών με τους συνδρομητές πληροφοριών που μπορούν να ενσωματωθούν στην τιμή έναντι της οποίας παρέχονται τα στοιχεία στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας.
38 Συναφώς, αρκεί, όπως ορθώς επισημαίνουν οι εταιρίες OPTA και Denda, η διαπίστωση ότι η απόκτηση των βασικών στοιχείων σχετικά με τους συνδρομητές, ήτοι το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός τηλεφώνου τους, συνδέεται αναπόσπαστα με την υπηρεσία τηλεφωνίας και δεν απαιτεί καμία ιδιαίτερη ενέργεια εκ μέρους του παρέχοντος την καθολική υπηρεσία.
39 Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 49 των προτάσεών του, τα έξοδα αποκτήσεως ή διανομής των εν λόγω στοιχείων, σε αντίθεση προς τα έξοδα διαθέσεώς τους σε τρίτους, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καλύπτονται από τον παρέχοντα την υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας, περιλαμβάνονται δε ήδη στα έξοδα και τα έσοδα της εν λόγω υπηρεσίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μεταφορά των εξόδων αποκτήσεως ή διανομής των στοιχείων στα πρόσωπα που ζητούν πρόσβαση στα στοιχεία αυτά συνεπάγεται αδικαιολόγητη υπερκάλυψη των εν λόγω εξόδων.
40 Συνεπώς, κατά τη διάθεση των εν λόγω στοιχείων σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε ανταγωνισμό στην αγορά εκδόσεως καταλόγων, ο παρέχων την καθολική υπηρεσία μπορεί να χρεώσει στις οικείες επιχειρήσεις μόνον τα επιπλέον έξοδα για την εν λόγω διάθεση και όχι τα σχετικά με την απόκτηση των εν λόγω στοιχείων έξοδα.
41 Το ζήτημα θα επιδεχόταν, ωστόσο, διαφορετική λύση, αν τα επίμαχα στοιχεία ήταν τα επιπλέον στοιχεία για την απόκτηση των οποίων θα έπρεπε ο ίδιος ο παρέχων την καθολική υπηρεσία να καλύψει τα πρόσθετα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή, αν ο παρέχων την υπηρεσία αποφασίσει να θέσει τα εν λόγω στοιχεία στη διάθεση τρίτων, χωρίς η οδηγία να του επιβάλλει σχετική υποχρέωση, καμία διάταξη της οδηγίας δεν απαγορεύει να χρεωθούν οι τρίτοι με τα πρόσθετα έξοδα, εφόσον εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω τρίτοι δεν τυγχάνουν διακριτικής μεταχειρίσεως.
42 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, στον βαθμό που προβλέπει ότι οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται σε τρίτους υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:
– όσον αφορά στοιχεία όπως το όνομα και η διεύθυνση των προσώπων, καθώς και ο αριθμός τηλεφώνου που τους παραχωρήθηκε, ο παρέχων την καθολική υπηρεσία μπορεί να χρεώσει μόνον τα έξοδα που σχετίζονται με την ουσιαστική διάθεση των εν λόγω στοιχείων σε τρίτους·
– όσον αφορά τα πρόσθετα στοιχεία που ο παρέχων καθολική υπηρεσία δεν υποχρεούται να θέτει στη διάθεση τρίτων, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται να χρεώνει, πέραν των σχετικών με την εν λόγω διάθεση εξόδων, τα πρόσθετα έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε ο ίδιος για την απόκτηση των εν λόγω στοιχείων, εφόσον εξασφαλίζεται ότι οι τρίτοι δεν τυγχάνουν διακριτικής μεταχειρίσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι η έννοια των «σχετικών πληροφοριών» αφορά αποκλειστικώς τα στοιχεία που σχετίζονται με τους συνδρομητές που δεν προέβαλαν αντίρρηση στην καταχώρισή τους σε δημοσιευμένο κατάλογο και τα οποία εξασφαλίζουν, αφ’ εαυτών, στους χρήστες ενός καταλόγου τη δυνατότητα να προσδιορίσουν την ταυτότητα των συνδρομητών που αναζητούν. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν, καταρχήν, το όνομα των συνδρομητών και τη διεύθυνσή τους, συμπεριλαμβανομένου του ταχυδρομικού κωδικού, καθώς και τον/τους αριθμό/ούς τηλεφώνου που τους παραχώρησε ο οικείος φορέας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να προβλέπουν ότι άλλα στοιχεία θα τεθούν στη διάθεση των χρηστών, εφόσον, ενόψει ειδικών εθνικών συνθηκών, κρίνονται αναγκαία για τον εντοπισμό των συνδρομητών.
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/10, στον βαθμό που προβλέπει ότι οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται σε τρίτους υπό δίκαιους, κοστοστρεφείς και αμερόληπτους όρους, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:
– όσον αφορά στοιχεία όπως το όνομα και η διεύθυνση των προσώπων, καθώς και ο αριθμός τηλεφώνου που τους παραχωρήθηκε, ο παρέχων την καθολική υπηρεσία μπορεί να χρεώσει μόνον τα έξοδα που σχετίζονται με την ουσιαστική διάθεση των εν λόγω στοιχείων σε τρίτους·
– όσον αφορά τα πρόσθετα στοιχεία που ο παρέχων καθολική υπηρεσία δεν υποχρεούται να θέτει στη διάθεση τρίτων, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται να χρεώνει, πέραν των σχετικών με την εν λόγω διάθεση εξόδων, τα πρόσθετα έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε ο ίδιος για την απόκτηση των εν λόγω στοιχείων, εφόσον εξασφαλίζεται ότι οι τρίτοι δεν τυγχάνουν διακριτικής μεταχειρίσεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy