Υπόθεση C-148/03
Nürnberger Allgemeine Versicherungs AG
κατά
Portbridge Transport International BV
(αίτηση του Oberlandesgericht München για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Σύμβαση των Βρυξελλών – Άρθρα 20 και 57, παράγραφος 2 – Εναγόμενος-εφεσίβλητος που δεν παρίσταται στη διαδικασία – Εναγόμενος-εφεσίβλητος που έχει την κατοικία του στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους – Σύμβαση της Γενεύης περί του συμβολαίου διεθνούς οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων – Σύγκρουση συμβάσεων»
Περίληψη της αποφάσεως
Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων – Σχέση με τις άλλες συμβάσεις – Συμβάσεις αφορώσες συγκεκριμένο τομέα – Σύμβαση περιλαμβάνουσα κανόνες περί δικαιοδοσίας – Αμφισβήτηση, εκ μέρους του αιτούντος, της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως στηριζόμενη σε τέτοιου είδους σύμβαση – Εκτίμηση από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, των περί δικαιοδοσίας κανόνων της ειδικής συμβάσεως
(Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρa 20 και 57 § 2, στοιχ. a΄)
Το άρθρο 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, ενώπιον του οποίου ενάγεται πρόσωπο διαμένον στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους, μπορεί να στηρίξει τη δικαιοδοσία του σε ειδική σύμβαση της οποίας είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος το πρώτο κράτος και η οποία περιέχει ειδικούς κανόνες περί δικαιοδοσίας, ακόμη και όταν ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και αμφισβητεί ρητώς τη διεθνή δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως.
Μολονότι είναι γεγονός, συναφώς, ότι, κατά το άρθρο 20 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, το οποίο εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, δεύτερη περίοδος, της εν λόγω Συμβάσεως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως οφείλει να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους της εν λόγω Συμβάσεως, δεδομένου ότι το άρθρο της 57 προβλέπει ρητώς ότι η Σύμβαση δεν θίγει τους προβλεπόμενους από ειδικές συμβάσεις κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, ενώπιον του οποίου ενάγεται πρόσωπο που διαμένει σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος και δεν παρίσταται, πρέπει, προκειμένου να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως τη διεθνή δικαιοδοσία του στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως, να λάβει υπόψη τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπουν ειδικές συμβάσεις των οποίων είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος.
(βλ. σκέψεις 16-20 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 28ης Οκτωβρίου 2004 (*)
«Σύμβαση των Βρυξελλών – Άρθρα 20 και 57, παράγραφος 2 – Εναγόμενος-εφεσίβλητος που δεν παρίσταται στη διαδικασία – Εναγόμενος-εφεσίβλητος που έχει την κατοικία του στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους – Σύμβαση της Γενεύης περί του συμβολαίου διεθνούς οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων – Σύγκρουση συμβάσεων»
Στην υπόθεση C-148/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογή του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, την οποία υπέβαλε το Oberlandesgericht München (Γερμανία), με απόφαση της 27ης Μαρτίου 2003, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Μαρτίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
Nürnberger Allgemeine Versicherungs AG
κατά
Portbridge Transport International BV,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, R. Schintgen (εισηγητή) και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
λαμβανομένης υπόψη της γραπτής διαδικασίας,
έχοντας υπόψη την απόφαση που ελήφθη, κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα, να κριθεί η υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων εκ μέρους του,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Nürnberger Allgemeine Versicherungs AG, εκπροσωπούμενη από τον K. Demuth, Rechtsanwalt,
– η Portbridge Transport International BV, εκπροσωπούμενη από τον J. Kienzle, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Wagner,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον K. Manji, επικουρούμενο από τον D. Beard, barrister,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την A.-M. Rouchaud και τον W. Bogensberger,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 20 και 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1989, L 285, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
2 Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Nürnberger Allgemeine Versicherungs AG (στο εξής: Nürnberger) και της εταιρίας Portbridge Transport International BV (στο εξής: Portbridge), η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση της Nürnberger για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της απώλειας εμπορευμάτων που έπρεπε να μεταφέρει η Portbridge στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Νομικό πλαίσιο
3 Σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών:
«1. Η παρούσα σύμβαση δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα συμβαλλόμενα κράτη είναι ή θα γίνουν μέρη και οι οποίες, σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων.»
2. Προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας της, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με τον ακόλουθο τρόπο:
α) η παρούσα σύμβαση δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους που είναι μέρος συμβάσεως σχετικής με ειδικό θέμα να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε μια τέτοια σύμβαση, ακόμη και αν ο εναγόμενος κατοικεί στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους που δεν είναι μέρος της συγκεκριμένης συμβάσεως. Το δικαστήριο εφαρμόζει σε κάθε περίπτωση το άρθρο 20 της παρούσας συμβάσεως.»
4 Το άρθρο 20, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει τα εξής:
«Όταν πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους και δεν παρίσταται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους της παρούσας συμβάσεως.»
5 Η Σύμβαση περί του συμβολαίου για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων, που υπεγράφη στη Γενεύη στις 19 Μαΐου 1956 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης) εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο της 1, «επί παντός συμβολαίου διά την μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς δι’ οχημάτων επ’ αμοιβή, όταν ο τόπος παραλαβής των εμπορευμάτων και ο οριζόμενος προς παράδοσιν τόπος, ως καθορίζονται εις το συμβόλαιον, κείνται εις δύο διαφόρους χώρας, εκ των οποίων μία τουλάχιστον τυγχάνει Συμβαλλομένη χώρα, […] ασχέτως του τόπου διαμονής και της εθνικότητος των συμβαλλομένων».
6 Σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης:
«Επί δικαστικών ενεργειών επί μεταφοράς δυνάμει της παρούσης συμβάσεως ο ενάγων δύναται να εγείρη αγωγήν ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου συμβαλλομένης χώρας οριζομένου βάσει συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων και, επιπροσθέτως, ενώπιον των δικαστηρίων χώρας εις την επικράτειαν της οποίας:
α) ο εναγόμενος διαμένει συνήθως, ή έχει την έδραν των εργασιών του ή το υποκατάστημα ή πρακτορείον μέσω του οποίου εγένετο το συμβόλαιον της μεταφοράς, ή
β) ευρίσκεται ο τόπος εις τον οποίον παρελήφθησαν τα εμπορεύματα υπό του μεταφορέως ή ο ορισθείς τόπος διά την παράδοσιν,
και ενώπιον ουδενός ετέρου δικαστηρίου.»
7 Τόσο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσο και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι συμβαλλόμενα μέρη της Συμβάσεως της Γενεύης.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Η Nürnberger είναι γερμανικού δικαίου εταιρία ασφαλίσεως μεταφορών. Ζητεί από την Portbridge, μεταφορική εταιρία ολλανδικού δικαίου, αποζημίωση λόγω της απώλειας, το 2000, εμπορευμάτων προς μεταφορά που είχε αναλάβει η τελευταία στο Vöhringen (Γερμανία) και που έπρεπε να είχαν μεταφερθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.
9 Η επίμαχη στην κύρια δίκη μεταφορά διέπεται από τις διατάξεις της Συμβάσεως της Γενεύης. Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω συμβάσεως, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή, εν προκειμένω το Landgericht Memmingen (Γερμανία), είναι αρμόδιο εφόσον ο τόπος αναλήψεως των εμπορευμάτων προς μεταφορά βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του. Η Portbridge αμφισβήτησε, ωστόσο, τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού και δεν προέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας.
10 Με παρεμπίπτουσα απόφαση, το Landgericht Memmingen δεν δέχθηκε τη διεθνή δικαιοδοσία του και απέρριψε την αγωγή της Nürnberger ως απαράδεκτη. Έκρινε ότι, παρά τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης, επιβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, δεύτερη πρόταση, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η εφαρμογή του άρθρου 20 της εν λόγω συμβάσεως στην περίπτωση που ο εναγόμενος δεν παρίσταται ή δεν προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή διαπιστώνει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στις διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
11 Η Nürnberger άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht München, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις περί δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης κατισχύουν των γενικών διατάξεων περί δικαιοδοσίας της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ακόμη και όταν ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν προέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας, αλλά περιορίστηκε στο να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Υπερισχύουν των γενικών διατάξεων περί διεθνούς δικαιοδοσίας της Σύμβασης των Βρυξελλών οι περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις που περιέχονται σε άλλες συμβάσεις, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος, ο οποίος κατοικεί στο έδαφος κράτους που έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση των Βρυξελλών, ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους, αλλά δεν παρίσταται κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου αυτού;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
13 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους ενώπιον του οποίου ενάγεται πρόσωπο διαμένον σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να στηρίξει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε ειδική σύμβαση, της οποίας μέρος είναι και το πρώτο κράτος και η οποία περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες περί δικαιοδοσίας, αποκλείοντας την εφαρμογή της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ακόμη και όταν ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν προβάλει ισχυρισμούς επί της ουσίας στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας.
14 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 57 εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών κατισχύει των λοιπών συμβάσεων που έχουν συνάψει τα συμβαλλόμενα κράτη στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως αποφάσεων. Σκοπός της εξαιρέσεως αυτής είναι η τήρηση των κανόνων περί δικαιοδοσίας που προβλέπονται από ειδικές συμβάσεις, οι οποίοι θεσπίστηκαν λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των ζητημάτων που ρυθμίζουν (βλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92, Tatry, Συλλογή 1994, σ. Ι-5439, σκέψη 24).
15 Η Portbridge υποστηρίζει, εντούτοις, ότι οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης κανόνες περί δικαιοδοσίας δεν έχουν εφαρμογή και ότι χρήζουν, αντ’ αυτών, εφαρμογής οι διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της οποίας το άρθρο 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, δεύτερη περίοδος, ορίζει τα εξής: [τ]ο δικαστήριο εφαρμόζει, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 20 της παρούσας συμβάσεως».
16 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το εν λόγω άρθρο 20 προβλέπει ότι, όταν ο εναγόμενος ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου κράτους και δεν παρίσταται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
17 Εν προκειμένω, πάντως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου στηρίζεται στη Σύμβαση των Βρυξελλών, δεδομένου ότι το άρθρο της 57 προβλέπει ρητώς ότι η εν λόγω σύμβαση δεν θίγει τους προβλεπόμενους από ειδικές συμβάσεις κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, ενώπιον του οποίου ενάγεται πρόσωπο που διαμένει σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος και δεν παρίσταται, πρέπει, προκειμένου να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως τη διεθνή δικαιοδοσία του στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως, να λάβει υπόψη τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπουν ειδικές συμβάσεις των οποίων είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος.
19 Το ίδιο ισχύει σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, στις οποίες ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, αφενός, δεν προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας και, αφετέρου, αμφισβητεί ρητώς τη διεθνή δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως.
20 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, ενώπιον του οποίου ενάγεται πρόσωπο διαμένον στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους, μπορεί να στηρίξει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε ειδική σύμβαση της οποίας είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος το πρώτο κράτος και η οποία περιέχει ειδικούς κανόνες περί δικαιοδοσίας, ακόμη και όταν ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των εν λόγω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 57, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, ενώπιον του οποίου ενάγεται πρόσωπο διαμένον στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους, μπορεί να στηρίξει τη δικαιοδοσία του σε ειδική σύμβαση της οποίας είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος το πρώτο κράτος και η οποία περιέχει ειδικούς κανόνες περί δικαιοδοσίας, ακόμη και όταν ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας.
Υπογραφές.
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy