Υπόθεση C-170/03
Staatssecretaris van Financiën
κατά
J. H. M. Feron
(αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 918/83 – Τελωνειακές ατέλειες – Έννοιες των “προσωπικών ειδών” και της “κατοχής” – Αυτοκίνητο τεθέν στη διάθεση ενός προσώπου εκ μέρους του εργοδότη του»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 19ης Μαΐου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 17ης Μαρτίου 2005.
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινό Δασμολόγιο – Απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς – Έννοια του προσωπικού είδους – Επιβατικό αυτοκίνητο τεθέν στη διάθεση φυσικού προσώπου εκ μέρους του εργοδότη του και χρησιμοποιούμενο τόσο για επαγγελματικούς όσο και για ιδιωτικούς σκοπούς – Περιλαμβάνεται
(Κανονισμός 918/83 του Συμβουλίου, άρθρα 1 § 2, στοιχ. γ΄, 2 και 3)
Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, 2 και 3 του κανονισμού 918/83, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, έχουν την έννοια ότι ένα επιβατικό αυτοκίνητο, τεθέν στη διάθεση φυσικού προσώπου εκ μέρους του εργοδότη του και χρησιμοποιούμενο τόσο για επαγγελματικούς όσο και για ιδιωτικούς σκοπούς, μπορεί να θεωρηθεί προσωπικό είδος ικανό να τύχει τελωνειακής ατέλειας δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού.
Συγκεκριμένα, από την ανάγνωση των συνδυασμένων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, προκειμένου το προσωπικό είδος να μπορεί να τύχει της εν λόγω τελωνειακής ατέλειας, πρέπει, μεταξύ άλλων, να βρισκόταν στην κατοχή και χρήση του ενδιαφερομένου, ως προσωπικό είδος, επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έπαυσε να έχει τη συνήθη διαμονή του στη χώρα προελεύσεως.
Αφενός, ελλείψει ρητής σχετικής διατάξεως, η αποκλειστική προσωπική χρήση δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία σε κάθε περίπτωση προκειμένου ένα αγαθό να θεωρηθεί προσωπικό είδος, οπότε ένα επιβατικό αυτοκίνητο το οποίο χρησιμοποιείται τόσο για προσωπικούς όσο και για επαγγελματικούς σκοπούς πρέπει να μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο προσωπικό είδος.
Αφετέρου, η έννοια της «κατοχής» κατά το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού συνεπάγεται ότι η ατέλεια δεν πρέπει να περιορίζεται στα αγαθά που αποτελούσαν μέρος της περιουσίας του ενδιαφερομένου επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από τη μεταφορά της κατοικίας του, αλλά αφορά και τα άλλα αγαθά επί των οποίων ο ενδιαφερόμενος ασκούσε όντως, κατά το ίδιο εκείνο διάστημα, πραγματικό έλεγχο.
(πρβλ. σκέψεις 14, 21-22, 27, 29, 32 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 17ης Μαρτίου 2005 (*)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 918/83 – Τελωνειακές ατέλειες – Έννοιες των “προσωπικών ειδών” και της “κατοχής” – Αυτοκίνητο τεθέν στη διάθεση ενός προσώπου εκ μέρους του εργοδότη του»
Στην υπόθεση C-170/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 11ης Απριλίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Απριλίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
Staatssecretaris van Financiën
κατά
J. H. M. Feron,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, K. Lenaerts, S. von Bahr (εισηγητή) και K. Schiemann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Poiares Maduro
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 18ης Μαρτίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την S. Terstal,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Lyal και H. van Vliet,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, και 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του J. H. M. Feron και του Staatssecretaris van Financiën, ο οποίος αρνήθηκε να χορηγήσει στον J. H. M. Feron απαλλαγή από τέλος για ένα αυτοκίνητο το οποίο είχε θέσει στη διάθεσή του ο εργοδότης του.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το νομικό πλαίσιο
3 Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, ο J. H. M. Feron εργάστηκε στην Αυστρία ως μισθωτός με εργοδότη την εταιρία Océ Österreich GmbH (στο εξής: εργοδότης). Από τις 18 Οκτωβρίου 1996 έως τις 14 Δεκεμβρίου 1997, ο εργοδότης αυτός έθεσε ένα αυτοκίνητο αποκλειστικώς στη διάθεση του J. H. M. Feron, τόσο για προσωπική του χρήση όσο και για χρήση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του υπέρ του εν λόγω εργοδότη. Κατά το διάστημα αυτό, ο τελευταίος ήταν ο κύριος του αυτοκινήτου. Ωστόσο, κατά τη μετάθεσή του στις Κάτω Χώρες, ο J. H. M. Feron άσκησε, στις 15 Δεκεμβρίου 1997, το δικαίωμα προαιρέσεως που του είχε χορηγηθεί κατά την παράδοση του εν λόγω αυτοκινήτου και αγόρασε το αυτοκίνητο από τον εργοδότη του. Τον Ιανουάριο του 1998, ο J. H. M. Feron έπαυσε να κατοικεί στην Αυστρία και, στις 10 Φεβρουαρίου 1998, δήλωσε στον Δήμο του Venlo (Κάτω Χώρες) την εγκατάστασή του στην πόλη αυτή. Οι ολλανδικές αρχές αρνήθηκαν να του χορηγήσουν απαλλαγή από το τέλος επί των επιβατικών ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων και των μοτοσικλετών (belasting van personenauto’s en motorrijwielen, στο εξής: BPM) για το εν λόγω αυτοκίνητο. Το Gerechtshof te ’s-Hertogenbosch, επιληφθέν κατ’ έφεση, ακύρωσε την εν λόγω αρνητική απόφαση και παρέσχε στον J. H. M. Feron απαλλαγή από το BPM. Ο Staatssecretaris van Financiën άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden.
4 Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Wet op de belasting van personenauto’s en motorrijwielen (νόμου περί του τέλους επί των επιβατικών ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων και των μοτοσικλετών), της 24ης Δεκεμβρίου 1992, το BPM επιβάλλεται κατά την ταξινόμηση επιβατικού ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας βάσει του Wegenverkeerswet (νόμου περί της οδικής κυκλοφορίας) του 1994. Από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 14 του νόμου αυτού και των άρθρων 2, παράγραφος 2, και 4, παράγραφοι 1 και 4, του Uitvoeringsbesluit belasting van personenauto’s en motorrijwielen (εκτελεστικού διατάγματος περί των λεπτομερειών εφαρμογής του τέλους επί των επιβατικών ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων και των μοτοσικλετών), της 24ης Δεκεμβρίου 1992, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1997, προκύπτει ότι η απαλλαγή από το τέλος το οποίο επιβάλλεται κατά την ταξινόμηση επιβατικών ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων και μοτοσικλετών που προέρχονται από το εξωτερικό και, κυρίως, από άλλο κράτος μέλος χορηγείται σε περίπτωση που το όχημα αυτό θα ετύγχανε, κατά τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία, τελωνειακής ατέλειας κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 918/83.
5 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 του εν λόγω κανονισμού, η απαλλαγή από το BMP χορηγείται για κάθε ιδιωτικής χρήσεως όχημα, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού, που εισάγεται από το εξωτερικό εκ μέρους φυσικού προσώπου το οποίο μεταφέρει τη συνήθη διαμονή του στις Κάτω Χώρες, εφόσον το όχημα αυτό βρισκόταν στην κατοχή και χρήση του ενδιαφερομένου επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έπαυσε να έχει τη συνήθη διαμονή του στη χώρα προελεύσεως, υπό την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 918/83, και εφόσον το εν λόγω όχημα προορίζεται για την ίδια χρήση στον τόπο της νέας συνήθους διαμονής του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, του ίδιου κανονισμού.
6 Κατά το Hoge Raad der Nederlanden, από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 918/83 προκύπτει ότι η ατέλεια έχει εφαρμογή στα αγαθά που βρίσκονταν στην κατοχή του ενδιαφερομένου, ως προσωπικά είδη, επί έξι τουλάχιστον μήνες.
7 Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι το πρώτο ερώτημα το οποίο τίθεται έγκειται στο αν ένα αγαθό το οποίο χρησιμοποιείται συγχρόνως για επαγγελματικούς και ιδιωτικούς σκοπούς πρέπει να θεωρηθεί προσωπικό είδος.
8 Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι τίθεται επίσης το ζήτημα ποια είναι η έννοια του όρου «κατοχή», κατά το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 918/83. Ερωτά, μεταξύ άλλων, αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το οικείο αγαθό βρίσκεται στη διάθεση κάποιου δυνάμει έννομης σχέσεως με άλλο πρόσωπο το οποίο είναι ο κύριος αυτού και το οποίο έχει θέσει το αγαθό αυτό στη διάθεση του πρώτου προσώπου στο πλαίσιο της επιχειρήσεώς του, επιτρέποντας συγχρόνως την ιδιωτική χρήση.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Με διάταξη της 11ης Απριλίου 2003, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει ένα επιβατικό αυτοκίνητο, που τέθηκε στη διάθεση ενός φυσικού προσώπου από τον εργοδότη του και που χρησιμοποιείται από το πρώτο πρόσωπο τόσο για επαγγελματικούς όσο και για ιδιωτικούς σκοπούς, να θεωρηθεί προσωπικό είδος υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού […] 918/83 […];
2) Πρέπει η διάταξη του άρθρου 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού, η οποία ορίζει ότι ένα αγαθό πρέπει να βρισκόταν στην κατοχή του ενδιαφερομένου τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η συνήθης διαμονή του προσώπου αυτού στην τρίτη χώρα προελεύσεώς του, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ενδιαφερόμενος, στη διάθεση του οποίου τέθηκε ένα πράγμα, είτε με αντάλλαγμα είτε χωρίς αντάλλαγμα, στο πλαίσιο της ασκήσεως δραστηριοτήτων υπέρ του κυρίου του πράγματος αυτού, κατέχει το πράγμα αυτό κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως;
3) Έχει για την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα σημασία το αν καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου ο ενδιαφερόμενος είχε δικαίωμα να αγοράσει το επιβατικό αυτοκίνητο;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
10 Ο κανονισμός 918/83, τον οποίο αναφέρουν τα υποβληθέντα ερωτήματα, αφορά την απαλλαγή από τους κοινοτικούς δασμούς που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες και δεν έχει ευθεία εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού έχουν εφαρμογή στη διαφορά αυτή δυνάμει των διατάξεων του ολλανδικού δικαίου, το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
11 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχθεί ότι είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί αιτήσεων εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων σχετικά με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, αλλά οι διατάξεις του δικαίου αυτού έχουν εφαρμογή βάσει του εθνικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem, Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψη 27, C-130/95, Giloy, Συλλογή 1997, σ. I-4291, σκέψη 23, και της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-247/97, Schoonbroodt, Συλλογή 1998, σ. Ι-8095, σκέψη 14).
12 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
13 Με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το Hoge Raad der Nederlanden ερωτά αν ένα επιβατικό αυτοκίνητο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, μπορεί να θεωρηθεί προσωπικό είδος, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 918/83, ικανό να τύχει τελωνειακής ατέλειας δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού.
14 Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι από την ανάγνωση των συνδυασμένων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, προκειμένου το προσωπικό είδος να μπορεί να τύχει της εν λόγω τελωνειακής ατέλειας, πρέπει, κατά κανόνα, να βρισκόταν στην κατοχή και χρήση του ενδιαφερομένου, ως προσωπικό είδος, επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έπαυσε να έχει τη συνήθη διαμονή του στη χώρα προελεύσεως. Επιπλέον, το προσωπικό είδος πρέπει προορίζεται για την ίδια χρήση στον τόπο της νέας συνήθους διαμονής του ενδιαφερομένου.
15 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 918/83, ως «προσωπικά είδη» νοούνται τα είδη που προορίζονται για προσωπική χρήση των ενδιαφερομένων ή για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους, ιδίως τα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα.
16 Εν προκειμένω, το αυτοκίνητο τέθηκε στη διάθεση του J. H. M. Feron από τις 18 Οκτωβρίου 1996 έως τις 14 Δεκεμβρίου 1997 εκ μέρους του εργοδότη του, τόσο για προσωπική του χρήση όσο και για χρήση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του υπέρ του εν λόγω εργοδότη.
17 Το ζήτημα αν ένα αγαθό το οποίο χρησιμοποιούνταν για τους δύο αυτούς σκοπούς επί διάστημα έξι μηνών πριν από τη μεταφορά της κατοικίας του J. H. M. Feron μπορεί να θεωρηθεί προσωπικό είδος δεν έχει επιλυθεί ρητώς με τον κανονισμό 918/83.
18 Η δυνατότητα αυτή πάντως δεν αντιβαίνει στην οικονομία ούτε στους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού.
19 Αφενός, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 918/83 προβλέπει ρητώς ότι ορισμένα αγαθά απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος του ενδιαφερομένου μπορούν να θεωρηθούν προσωπικά είδη.
20 Αφετέρου, σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη, είναι προπάντων ουσιώδες τα προσωπικά είδη να μην παρουσιάζουν, με το είδος ή την ποσότητά τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον.
21 Επομένως, ελλείψει ρητής σχετικής διατάξεως, η αποκλειστική προσωπική χρήση δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία σε κάθε περίπτωση προκειμένου ένα αγαθό να θεωρηθεί προσωπικό είδος, υπό την έννοια του κανονισμού 918/83.
22 Ένα επιβατικό αυτοκίνητο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο για προσωπικούς όσο και για επαγγελματικούς σκοπούς πρέπει επίσης να μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο προσωπικό είδος.
23 Εξάλλου, ο J. H. M. Feron, στις 15 Δεκεμβρίου 1997, αγόρασε το επίμαχο στην κύρια δίκη επιβατικό αυτοκίνητο από τον εργοδότη του για αποκλειστική προσωπική του χρήση, σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, κατόπιν της εισαγωγής του εν λόγω αυτοκινήτου στο νέο κράτος κατοικίας του προσώπου αυτού.
24 Εντεύθεν συνάγεται ότι ένα επιβατικό αυτοκίνητο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, πρέπει να θεωρηθεί προσωπικό είδος χρησιμοποιηθέν από τον ενδιαφερόμενο επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έπαυσε να έχει τη συνήθη διαμονή του στη χώρα προελεύσεως και προοριζόμενο για την ίδια χρήση στον τόπο της νέας συνήθους διαμονής του ενδιαφερομένου, υπό την έννοια του κανονισμού 918/83.
25 Πρέπει να εξετασθεί αν ένα αυτοκίνητο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, μπορεί να θεωρηθεί ότι βρισκόταν στην κατοχή του ενδιαφερομένου για το εν λόγω διάστημα των έξι μηνών.
26 Συναφώς, από την ανάγκη τόσο της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της εφαρμογής της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι σε μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία (αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro, Συλλογή 1984, σ. 107, σκέψη 11, της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster, Συλλογή 2000, σ. Ι-6917, σκέψη 43, και της 9ης Νοεμβρίου 2000, C-357/98, Yiadom, Συλλογή 2000, σ. Ι-9265, σκέψη 26).
27 Επομένως, η έννοια της «κατοχής» κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 918/83 πρέπει να τύχει αυτοτελούς ερμηνείας.
28 Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στη σκέψη 81 των προτάσεών του, η εν λόγω έννοια χαρακτηρίζεται, στις διάφορες έννομες τάξεις, ιδίως από τον έλεγχο που ασκεί ένα πρόσωπο επί ενός πράγματος, ανεξαρτήτως του αν το πρόσωπο αυτό είναι κύριος του εν λόγω πράγματος.
29 Η χρήση του όρου αυτού στον κανονισμό 918/83 συνεπάγεται ότι η ατέλεια δεν πρέπει να περιορίζεται στα αγαθά που αποτελούσαν μέρος της περιουσίας του ενδιαφερομένου επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από τη μεταφορά της κατοικίας του, αλλά αφορά και τα άλλα αγαθά επί των οποίων ο ενδιαφερόμενος ασκούσε όντως, κατά το ίδιο εκείνο διάστημα, πραγματικό έλεγχο.
30 Εν προκειμένω, ο εργοδότης είχε θέσει το επίμαχο επιβατικό αυτοκίνητο εξ ολοκλήρου και αποκλειστικώς στη διάθεση του J. H. M. Feron και του είχε παραχωρήσει δικαίωμα προαιρέσεως επί του αυτοκινήτου αυτού.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, προφανώς ο J. H. M. Feron όντως ασκούσε πραγματικό έλεγχο επί του εν λόγω αυτοκινήτου και, συνεπώς, το αυτοκίνητο βρισκόταν στην κατοχή του επί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να έχει τη συνήθη διαμονή του στη χώρα προελεύσεως.
32 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένα επιβατικό αυτοκίνητο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, θεωρείται προσωπικό είδος, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 918/83, ικανό να τύχει τελωνειακής ατέλειας δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού αυτού.
33 Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στα υποβληθέντα ερωτήματα, παρέλκει η εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 83/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές, από κράτος μέλος, προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες (ΕΕ L 105, σ. 64), την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ένα επιβατικό αυτοκίνητο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, θεωρείται προσωπικό είδος, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, ικανό να τύχει τελωνειακής ατέλειας δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού αυτού.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy