Υπόθεση C-189/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελευθερία παροχής υπηρεσιών – Περιορισμοί – Ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί – Επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος – Υποχρέωση λήψεως διοικητικής άδειας για τις επιχειρήσεις και τους διευθύνοντές τους και δελτίου νομιμοποιήσεως για το προσωπικό – Μη συνεκτίμηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το κράτος μέλος εγκαταστάσεως – Δεν επιτρέπεται – Δικαιολόγηση – Δεν χωρεί
(Άρθρο 49 ΕΚ)
Συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 49 ΕΚ η θέσπιση από ένα κράτος μέλος διατάξεων:
– οι οποίες υποχρεώνουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, που επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, καθώς και τους διευθύνοντές τους να λάβουν σχετική διοικητική άδεια, επιβάλλοντας προς τούτο την καταβολή τελών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις στις οποίες υπόκειται η αλλοδαπή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη, και
– οι οποίες απαιτούν τα μέλη του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών, τα οποία είναι αποσπασμένα από το κράτος μέλος της εγκαταστάσεως στο άλλο κράτος μέλος, να κατέχουν δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας που εκδίδουν οι εθνικές αρχές, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη συναφώς οι έλεγχοι στους οποίους υπόκεινται στο κράτος μέλος προελεύσεως οι παρέχοντες διασυνοριακές υπηρεσίες.
Τέτοιες απαιτήσεις συνιστούν πράγματι περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι οποίοι υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος.
(βλ. σκέψεις 18, 20, 30, 33 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 7ης Οκτωβρίου 2004 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελευθερία παροχής υπηρεσιών – Περιορισμοί – Ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας»
Στην υπόθεση C-189/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως,
ασκηθείσα στις 5 Μαΐου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μ. Πατακιά και τον W. Wils, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τις H. G. Sevenster και C. Wissels και τον N. A. J. Bel,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, S. von Bahr, R. Silva de Lapuerta και K. Lenaerts δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
κατόπιν της έγγραφης διαδικασίας και της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Μαΐου 2004,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, θεσπίζοντας, με τον νόμο περί ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, διατάξεις:
– οι οποίες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις υποχρεώσεις στις οποίες υπόκειται η αλλοδαπή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη, απαιτούν η κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες στο ολλανδικό έδαφος να κατέχει σχετική άδεια και επιβάλλουν προς τούτο την καταβολή τελών,
– οι οποίες απαιτούν οι διευθύνοντες τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών έρευνας να διαθέτουν σχετική άδεια, η χορήγηση της οποίας επίσης υπόκειται σε τέλη,
– οι οποίες απαιτούν τα μέλη του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών, τα οποία είναι αποσπασμένα από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως της επιχειρήσεως στις Κάτω Χώρες, να διαθέτουν δελτίο νομιμοποιήσεως που εκδίδουν οι ολλανδικές αρχές,
– οι οποίες απαιτούν τα μέλη του προσωπικού να διαθέτουν δίπλωμα που χορηγεί ολλανδικός οργανισμός και επιβάλλουν στις επιχειρήσεις εγκαταστάσεως συναγερμών υποχρεώσεις σχετικές με επαγγελματικά προσόντα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ, καθώς και από τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), και 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ (ΕΕ 1992, L 209, σ. 25).
Το νομικό πλαίσιο
2 Η δραστηριότητα των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας στις Κάτω Χώρες διέπεται από τον Wet particuliere beveiligingsorganisaties en recherchebureaus (νόμο περί ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας), της 24ης Οκτωβρίου 1997 (Staatsblad 1997, σ. 500, στο εξής: νόμος του 1997), τον Regeling particuliere beveiligingsorganisaties en recherchebureaus (εκτελεστικό κανονισμό περί ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας), της 3ης Μαρτίου 1999 (Stcrt. 1999, σ. 60, στο εξής: κανονισμός της 3ης Μαρτίου 1999), και την Circulaire particuliere beveiligingsorganisaties en recherchebureaus (εγκύκλιο περί ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας της 16ης Μαρτίου 1999 (Stcrt. 1999, σ. 60).
3 Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου του 1997, απαγορεύεται η ιδιωτική παροχή υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, χωρίς άδεια του αρμόδιου υπουργού. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού εξάλλου ορίζει:
«Το υπουργείο μπορεί να εξαιρέσει από την απαγόρευση αυτή μία επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, εφόσον η φύση των δραστηριοτήτων της δεν απαιτεί την εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 6 έως 10. Η εξαίρεση αυτή μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις.»
4 Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, άδεια του αρμόδιου υπουργείου απαιτείται και για την πρόσληψη διευθυντικών στελεχών από ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας.
5 Το άρθρο 9, παράγραφος 8, του ως άνω νόμου επιβάλλει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας να διασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων, το προσωπικό τους κατέχει δελτίο νομιμοποιήσεως (legitimatiebewijs), το οποίο εκδίδεται σύμφωνα με το πρότυπο που έχει καθορίσει το αρμόδιο υπουργείο. Το δελτίο αυτό βεβαιώνει, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου του 1997, και του άρθρου 13, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού της 3ης Μαρτίου 1999, ότι η επιχείρηση έχει λάβει την απαιτούμενη διοικητική άδεια για την απασχόληση του κατόχου του δελτίου.
6 Τέλος, κατά το άρθρο 8 του νόμου αυτού, ο αρμόδιος υπουργός καθορίζει επίσης, για ορισμένες κατηγορίες, τις απαιτήσεις εκπαιδεύσεως του προσωπικού των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας. Οι επιχειρήσεις αυτές επιτρέπεται να αναθέτουν την εκπλήρωση των σχετικών καθηκόντων μόνο σε πρόσωπα που πληρούν τις σχετικές με την εκπαίδευση υποχρεώσεις. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει:
«Ο υπουργός δύναται να εγκρίνει εξαίρεση από τη διάταξη αυτή.»
7 Οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου του 1997 εξειδικεύονται ιδίως με τα άρθρα 5 και 11 του κανονισμού της 3ης Μαρτίου 1999. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως μπορούν να αναθέτουν καθήκοντα εποπτείας μόνο σε κατόχους του ειδικού διπλώματος Algemeen Beveiligingsmedewerker, το οποίο χορηγούν οι ολλανδικοί οργανισμοί Stichting Vakexamens voor de Particuliere Beveiligingsorganisaties και Stichting Ecabo. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, αναγνωρίζονται ως ισότιμα προς αυτό ορισμένα άλλα διπλώματα που επίσης χορηγούνται από ολλανδικούς οργανισμούς.
8 Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 11, παράγραφος 1, ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας μπορούν να αναθέτουν την εγκατάσταση και συντήρηση συστημάτων συναγερμού μόνο σε πρόσωπα που κατέχουν το δίπλωμα που αναγνωρίζει το αρμόδιο υπουργείο. Στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού απαριθμούνται τέσσερα τέτοια διπλώματα, τα οποία χορηγούνται ανεξαιρέτως από ολλανδικούς οργανισμούς.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
9 Κρίνοντας ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από τις επίμαχες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας αντιβαίνουν στο άρθρο 49 ΕΚ και στις οδηγίες 89/48 και 92/51, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους.
10 Αφού ζήτησε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή απηύθυνε στο κράτος μέλος, στις 11 Δεκεμβρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την κοινοτική νομοθεσία, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης. Δεδομένου ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
11 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προέβαλε καταρχάς τέσσερις αιτιάσεις σχετικές με τις απαιτήσεις που επιβάλλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στην παροχή υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας στο εν λόγω κράτος μέλος.
12 Οι αιτιάσεις αυτές αντλούνται αντιστοίχως από:
– αντίθεση προς το άρθρο 49 ΕΚ της προϋποθέσεως οι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας να λαμβάνουν προηγουμένως, αφού καταβάλουν τα σχετικά τέλη, άδεια των ολλανδικών αρχών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται στο κράτος προελεύσεως,
– αντίθεση προς το άρθρο 49 ΕΚ της προϋποθέσεως απαιτήσεως να διαθέτουν οι διευθύνοντες τις επιχειρήσεις αυτές παρόμοια άδεια,
– αντίθεση προς το άρθρο 49 ΕΚ της προϋποθέσεως τα μέλη του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών να κατέχουν δελτίο νομιμοποιήσεως (legitimatiebewijs), το οποίο εκδίδουν μετά την καταβολή τελών οι ολλανδικές αρχές, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει ούτως ή άλλως να κατέχουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο του κράτους μέλους προελεύσεώς τους,
– αντίθεση στο άρθρο 49 ΕΚ και στις οδηγίες 89/48 και 92/51 της προϋποθέσεως τα μέλη του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών να κατέχουν δίπλωμα χορηγούμενο από ολλανδικό οργανισμό και της προϋποθέσεως οι επιχειρήσεις εγκαταστάσεως συστημάτων συναγερμού να κατέχουν ιδιαίτερα επαγγελματικά προσόντα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη αυτά που έχουν αποκτηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως.
13 Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η Επιτροπή δήλωσε ότι παραιτείται από την τέταρτη αιτίαση, αλλά εμμένει ως προς τις λοιπές τρεις. Επομένως, η προσαπτόμενη παράβαση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το πρίσμα του άρθρου 49 ΕΚ.
Επί της πρώτης και της δεύτερης αιτιάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν και η προστασία των προσώπων για τα οποία προορίζονται οι εν λόγω υπηρεσίες δικαιολογεί, ενδεχομένως, ορισμένους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, εντούτοις η υποχρέωση αποκτήσεως προηγούμενης σχετικής άδειας, η οποία επιβάλλεται, αφενός, στις επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, οι οποίες επιδιώκουν την παροχή υπηρεσιών στις Κάτω Χώρες, και, αφετέρου, στους διευθύνοντες τις επιχειρήσεις αυτές, δεν αποτελεί κατάλληλο μέτρο. Ειδικότερα, η επίμαχη εθνική ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινται στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένες οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες στην αλλοδαπή (βλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 2000, C-355/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-1221) και επιβάλλει αδικαιολόγητες πρόσθετες δαπάνες (βλ. απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-43/93, Vander Elst, Συλλογή 1994, σ. I-3803).
15 Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη παραβάσεως ως προς τα σημεία αυτά. Ενώ δέχεται ότι οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις για τις οποίες κάνει λόγο η Επιτροπή αποτελούν ενδεχομένως εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, υποστηρίζει όμως ότι δικαιολογούνται λόγω γενικού συμφέροντος και, ειδικότερα, λόγω της ανάγκης προστασίας των προσώπων για τα οποία προορίζονται οι υπηρεσίες αυτές και των πολιτών κατά ενδεχομένων παραβάσεων στις οποίες θα μπορούσαν να υποπέσουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας. Τα μέτρα αυτά αποτελούν τα κατάλληλα και ανάλογα μέσα για την προστασία των προσώπων αυτών από παράνομες και ανέντιμες πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξεταστούν οι προθέσεις και το παρελθόν των προσώπων που διευθύνουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, διότι, χωρίς την εξέταση αυτή, η έρευνα για την αξιοπιστία των ίδιων των επιχειρήσεων δεν θα είχε καμία αξία. Εξάλλου, οι δαπάνες για τη χορήγηση των διαφόρων αδειών και βεβαιώσεων δεν είναι υπερβολικές.
16 Η ολλανδική νομοθεσία, μολονότι δεν περιέχει ειδική διάταξη η οποία να ορίζει ρητώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ληφθούν υπόψη τα επαγγελματικά προσόντα που μία ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φυλάξεως ή οι διευθύνοντές της έχουν αποκτήσει στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένες, επιτρέπει εντούτοις να ληφθούν τα προσόντα αυτά υπόψη κατά τη χορήγηση από το αρμόδιο υπουργείο της άδειας του άρθρου 2, παράγραφος 2, του νόμου του 1997. Ελλείψει εναρμονίσεως, σε κοινοτικό επίπεδο, των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις οικείες επιχειρήσεις, θα ήταν στην πράξη πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί το κατά πόσον οι διάφορες υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα κράτη μέλη αντιστοιχούν στις απαιτήσεις της ολλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια εθνική κανονιστική ρύθμιση που εξαρτά από τη χορήγηση διοικητικής αδείας την παροχή ορισμένων υπηρεσιών επί του εθνικού εδάφους από επιχείρηση εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπό την έννοια του άρθρου 49 της Συνθήκης ΕΚ (βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Vander Elst, σκέψη 15, και Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 35).
18 Σχετικά με κανονιστικές ρυθμίσεις ανάλογες με αυτή που αφορά η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής και έχοντας υπόψη επιχειρήματα υπερασπίσεως παρόμοια με αυτά της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, το Δικαστήριο έκρινε τον περιορισμό αυτόν αδικαιολόγητο, διότι, εφόσον αποκλείει τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι υποχρεώσεις τις οποίες ο παρέχων υπηρεσίες σε διασυνοριακό επίπεδο υπέχει ήδη στο κράτος μέλος εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος, οπωσδήποτε υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση αυστηρού ελέγχου των εν λόγω δραστηριοτήτων (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψεις 36 έως 38, και απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-171/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2004, σ. Ι-5645, σκέψη 60). Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και για την κανονιστική ρύθμιση που αφορά η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με την υποχρέωση των διευθυνόντων τις εν λόγω επιχειρήσεις να κατέχουν άδεια.
19 Σχετικά με το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι υφίσταται διοικητική πρακτική, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του νόμου του 1997, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στο κράτος μέλος προελεύσεως, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε με επαρκή ακρίβεια την ύπαρξη της πρακτικής αυτής. Σε κάθε περίπτωση, κατά πάγια νομολογία, μία απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη Συνθήκη ΕΚ (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2000, C-358/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-1255, σκέψη 17).
20 Επομένως, η προϋπόθεση περί προηγούμενης χορηγήσεως άδειας που επιβάλλεται στις ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας και στους διευθύνοντές τους, όπως αυτή που επιβάλλει η ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, δεν μπορεί δικαιολογηθεί από λόγους γενικού συμφέροντος, δεδομένου ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν οι επιχειρήσεις αυτές και τα πρόσωπα αυτά στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχονται.
21 Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι δύο πρώτες αιτιάσεις της Επιτροπής κρίνονται βάσιμες.
Επί της τρίτης αιτιάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στα μέλη του προσωπικού των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, να κατέχουν το δελτίο νομιμοποιήσεως που εκδίδουν οι ολλανδικές αρχές συνιστά επίσης εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις. Η προϋπόθεση αυτή είναι δυσανάλογη, διότι το προσωπικό που αποσπάται πρέπει οπωσδήποτε να κατέχει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που εκδόθηκε από το κράτος μέλος προελεύσεώς τους (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 40).
23 Εξάλλου, οι ολλανδικές αρχές επιβάλλουν την υποχρέωση αυτή εν γένει, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη προηγούμενους ελέγχους που διεξήγαγε το κράτος μέλος προελεύσεως.
24 Η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η υποχρέωση αυτή αποτελεί εγγύηση η οποία είναι σημαντική για να διασφαλίζεται η ποιότητα και η αξιοπιστία των υπηρεσιών που παρέχουν οι εν λόγω επιχειρήσεις. Η εγγύηση αυτή είναι σημαντική ιδίως για τους πολίτες που βρίσκονται αντιμέτωποι με επεμβάσεις των μελών του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών. Το δελτίο νομιμοποιήσεως, εκτός των στοιχείων ταυτότητας του κατόχου, αναφέρει ότι αυτός είναι ικανός να ασκήσει δραστηριότητες φυλάξεως ή έρευνας στο ολλανδικό έδαφος, ενώ το διαβατήριο ή το δελτίο ταυτότητας δεν περιέχουν καμία ένδειξη για τις ικανότητες του ενδιαφερομένου. Κατά συνέπεια, μόνον το δελτίο νομιμοποιήσεως αποτελεί κατάλληλο και ανάλογο μέσο προστασίας των πολιτών από ενδεχόμενες μη σύννομες επεμβάσεις.
25 Σε κάθε περίπτωση, είναι επίσης δυνατόν να χορηγηθεί από τον αρμόδιο υπουργό απαλλαγή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 2, του νόμου του 1997.
26 Εξάλλου, τα ποσά που ζητούνται για την έκδοση του δελτίου νομιμοποιήσεως καλύπτουν απλώς τις δαπάνες χορηγήσεώς του και δεν είναι υπερβολικά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται συναφώς ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται σε κάθε υπάλληλο ιδιωτικής επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας να κατέχει δελτίο νομιμοποιήσεως που εκδίδεται από τις αρχές του κράτους μέλους εντός του οποίου παρέχονται οι υπηρεσίες πρέπει επίσης να θεωρηθεί περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον οι διατυπώσεις που συνεπάγεται η έκδοση ενός τέτοιου δελτίου μπορούν να καταστήσουν επαχθέστερη την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 39).
28 Όσον αφορά τη δυνατότητα δικαιολογήσεως του μέτρου αυτού για λόγους που αντλούνται από την ανάγκη προστασίας των πολιτών, όπως αυτοί που επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι τα μέλη του προσωπικού των οικείων επιχειρήσεων, τα οποία μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει οπωσδήποτε να κατέχουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατηρίου, τα οποία είναι αρκετά για την απόδειξη της ταυτότητας των κατόχων τους (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 40).
29 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε επιπλέον ότι, εκτός από την απόδειξη της ταυτότητας, το επίμαχο δελτίο επιτελεί και λειτουργία νομιμοποιήσεως του κατόχου, καθόσον βεβαιώνει την έκταση των ικανοτήτων του. Πράγματι, δεν αποκλείεται, από την άποψη αυτή, η κατοχή τέτοιου δελτίου να αποτελεί το κατάλληλο μέτρο προς ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι του προσωπικού των ιδιωτικών επιχειρήσεων φυλάξεως και έρευνας.
30 Μολονότι το δελτίο νομιμοποιήσεως αποσκοπεί, βεβαίως, στη βεβαίωση των επαγγελματικών προσόντων και της εντιμότητας των μελών του προσωπικού των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και παρέχουν υπηρεσίες στις Κάτω Χώρες, η απαίτηση αυτή υπερβαίνει το αναγκαίο για την υλοποίηση του σκοπού αυτού μέτρου, καθώς δεν λαμβάνονται υπόψη οι έλεγχοι και οι εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν ήδη στο κράτος μέλος προελεύσεως, για τη βεβαίωση των εν λόγω προσόντων και της εντιμότητας (βλ., κατά την έννοια αυτή, την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 66).
31 Όσον αφορά τη δυνατότητα απαλλαγής, με υπουργική απόφαση, την οποία επικαλείται συναφώς η Ολλανδική Κυβέρνηση, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 54 έως 58 των προτάσεών της, δεν προκύπτει σαφώς από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του νόμου του 1997 ότι η δυνατότητα αυτή, η οποία υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως, εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο και σε όλες τις περιπτώσεις κατά την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτηθεί σε άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του επίμαχου δελτίου νομιμοποιήσεως. Επομένως, η απαίτηση κατοχής τέτοιου δελτίου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εκ του λόγου αυτού.
32 Επομένως, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει επίσης να κριθεί βάσιμη, διότι η επίμαχη υποχρέωση επιβάλλεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι έλεγχοι στους οποίους υπόκεινται οι παρέχοντες διασυνοριακές υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένοι.
33 Κατόπιν των σκέψεων που προηγήθηκαν, επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι, θεσπίζοντας, με τον νόμο του 1997, διατάξεις:
– οι οποίες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις υποχρεώσεις στις οποίες υπόκειται η αλλοδαπή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη, απαιτούν η κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος των Κάτω Χωρών να κατέχει σχετική άδεια και επιβάλλουν προς τούτο την καταβολή τελών, και
– οι οποίες απαιτούν τα μέλη του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών, τα οποία είναι αποσπασμένα από το κράτος μέλος της εγκαταστάσεως στις Κάτω Χώρες, να κατέχουν δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας που εκδίδουν οι ολλανδικές αρχές, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη συναφώς οι έλεγχοι στους οποίους υπόκεινται στο κράτος μέλος προελεύσεως οι παροχείς διασυνοριακών υπηρεσιών,
το Βασίλειο των Κάτω χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε ως προς την πλειονότητα των ισχυρισμών του, των σχετικών με τις τρεις πρώτες αιτιάσεις της Επιτροπής, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Όσον αφορά την τέταρτη αιτίαση από την οποία η Επιτροπή παραιτήθηκε, με δήλωσή της στο ακροατήριο, οι διάδικοι δεν υπέβαλαν σχετικό με τα έξοδα αίτημα. Επομένως, επιβάλλεται να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, δυνάμει του οποίου ο κάθε διάδικος φέρει τα δικά του έξοδα. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να καταδικαστεί το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής και ο κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του έξοδα ως προς το υπόλοιπο.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Θεσπίζοντας, με τον νόμο της 24ης Οκτωβρίου 1997, περί ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών φυλάξεως και έρευνας, διατάξεις:
– οι οποίες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις υποχρεώσεις στις οποίες υπόκειται η αλλοδαπή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη, απαιτούν η κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος των Κάτω Χωρών να κατέχει σχετική άδεια και επιβάλλουν προς τούτο την καταβολή τελών, και
– οι οποίες απαιτούν τα μέλη του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών, τα οποία είναι αποσπασμένα από το κράτος μέλος της εγκαταστάσεως στις Κάτω Χώρες, να κατέχουν δελτίο επαγγελματικής ταυτότητας που εκδίδουν οι ολλανδικές αρχές, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη συναφώς οι έλεγχοι στους οποίους υπόκεινται στο κράτος μέλος προελεύσεως οι παροχείς διασυνοριακών υπηρεσιών,
το Βασίλειο των Κάτω χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.
2) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών καταδικάζεται στα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του έξοδα ως προς το υπόλοιπο.
Υπογραφές.
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy